3 Δεκεμβρίου 2017 at 15:26

Ηλίας Πετρόπουλος: Η χαμαλίκα και η ζαλίκα

από

 Η χαμαλίκα και η ζαλίκα

Κείμενο: Ηλίας Πετρόπουλος*

Ο άνθρωπος ανέκαθεν χρησιμοποιούσε τη σωματική του δύναμη για να μεταφέρει διάφορα πράγματα. Οι περισσότερες μεταφορές ήσανε ιδιωτικής φύσεως. Υπήρχαν, βεβαίως, και μεταφορείς εξ’ επαγγέλματος: οι χαμάληδες, οι βαστάζοι και όσοι έκαναν θελήματα στα λιμάνια και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στα παζάρια. Εδώ δεν υπολογίζω αυτούς με τα καροτσάκια.

Οι χαμάληδες ήσανε ξακουστοί για τη σωματική τους δύναμη. Δυο χαμάληδες, με τη βοήθεια ενός κονταριού, μπορούσαν να σηκώνουν ένα βαρέλι, γεμάτο κρασί.
Οι χαμάληδες ήσανε ξακουστοί για τη σωματική τους δύναμη. Δυο χαμάληδες, με τη βοήθεια ενός κονταριού, μπορούσαν να σηκώνουν ένα βαρέλι, γεμάτο κρασί.

Η χαμαλίκα ήταν ένα αντικείμενο, ήταν το εργαλείο του χαμάλη. Η ζαλίκα, ήταν ένας απλούστατος τρόπος να φορτώνεσαι κάτι στην πλάτη. Τη χαμαλίκα τη συναντούσαμε στις μεγάλες πόλεις, ενώ η ζαλίκα ήταν παραδοσιακή μέθοδος των χωρικών. Η λέξη χαμαλίκα είναι νεοελληνική, προερχόμενη ίσως από τη λέξη χαμαλίκι, ίσως από τη λέξη χαμάλης (συν κατάληξη –ίκι). Η τούρκικη λέξη hamal δεν είναι παρά μια κάπως απλοποιημένη μορφή της ταυτόσημης αραβικής λέξης hammal (haml =φορτίο).

«Ἡ χαμαλίκα, ξεκοιλιασμένη, γεμάτη θρυμματισμένα ἄχυρα, φέρουσα ἐπάνω της ὅλα τὰ ἴχνη τῆς καθημερινῆς ἐπαφῆς μὲ τόσα καὶ τόσα τσουβάλια, καὶ βαρέλια, καὶ μπάλες ἐμπορευμάτων, ἀκόμη καὶ πολλὰ μόρια πίσσης καὶ ρητίνης, ριφθεῖσα εἰς τὸ πῦρ, ἐλαμπάδιασεν ἀμέσως, καὶ ἐπέτα τὰς φλόγας εἰς φοβερὸν ὕψος.»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κακόμης.

Η λέξη χαμάλης συνοδεύεται από μερικά παράγωγα. Ο Πέτρος Βλαστός κατέγραψε τις λέξεις: χαμάλης (σαν βρισιά), χαμαλίκι, χαμαλιάτικα (ήτοι, τα αχθοφορικά, που τα αποτελεί και κουβαλιάτικα) και χαμαλίτικος. Ο Βλαστός αγνόησε τη λέξη χαμαλίκα. Ο Ανδριώτης παρέχει τις λέξεις: χαμάλης, χαμαλιάτικα, χαμαλίκι, χαμάλικος και χαμαλίκα (δίχως να την ερμηνεύει).

Χαμάλης στην Κωνσταντινούπολη επί τουρκοκρατίας
Χαμάλης στην Κωνσταντινούπολη επί τουρκοκρατίας

Είναι αυτονόητο πως ο Κουμανούδης δεν συμπεριέλαβε στο λεξικό του τη λέξη χαμάλης και τα παράγωγά της. Απλώς, μας δίνει τον ημικαθαρευουσιάνικο νεολογισμό χαμαλοειδής, του 1894. Ο Μπαμπινιώτης δανείστηκε όλα τα προαναφερθέντα παράγωγα της λέξης χαμάλης, προσθέτοντας και τη λέξη χαμαλοδουλειά. Ο Μπαμπινιώτης ανάγει τη λέξη χαμαλίκι στο ταυτόσημο τουρκικό hamallik, αλλά ας μην είναι τόσο βέβαιος, αφού υπάρχουν πλείστες όσες νεοελληνικές λέξεις με την τουρκογενή κατάληξη –ίκι, που αποδίδει στη γλώσσα μας μιαν από τις δυο παρόμοιες τουρκικές καταλήξεις. Ο Μπαμπινιώτης είναι κακός λεξικογράφος και κάκιστος λαογράφος. Γι’ αυτό περιγράφει πράγματα που αγνοεί, γιατί δεν τα είδε ποτέ του. Έτσι, στην περίπτωση της λέξης χαμαλίκα ισχυρίζεται πως πρόκειται για πάνινο επίστρωμα που στερέωνε στην πλάτη του ο αχθοφόρος. Ας μάθει, λοιπόν, ο Μπαμπινιώτης πως η χαμαλίκα ήτανε ένα είδος σαμάρι, φτιαγμένο με μπούρδες (ο κύριος καθηγητής δεν γνωρίζει ότι η λέξη μπούρδα σημαίνει και: παλιοτσούβαλο) και παραγεμισμένο με άχυρα και κάποτε με τζίβα Ο χαμάλης δεν στερέωνε (sic) τη χαμαλίκα στη ράχη του, αλλά την κρέμαγε χάρη σε δύο μεγάλα θηλύκια από όπου πέρναγε τα μπράτσα του. Στο Ύδρας Λεξιλόγιον (το Δεύτερον, 1999) του σεβαστού Γιαν. Α. Καραμήτσου, βρίσκω μια καλύτερη περιγραφή: Χαμαλίκα, ένα είδος μαξιλαριού με λουριά που πέρναγε στην πλάτη των μεταφορέων (χαμάληδων) για να μην πιάνονται και πονάνε.

«Ἦτον πράγματι ἀπὸ οἰκογένειαν τοῦ τόπου, εἶχε μάθει γραμματάκια, καὶ εἶχε ξενιτευθῆ. Ὅταν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν πατρίδα, ὅλοι ἐνόμισαν ὅτι ἐπ᾽ ὀλίγον θὰ ἔμενεν ἐκεῖ, ἤ, ἂν ἔμενε, θὰ εἶχε φέρει τίποτε οἰκονομίας, καὶ θὰ ἤνοιγεν ἴσως κανένα μαγαζάκι.

Ἀλλ᾽ ἔξαφνα, μίαν πρωίαν, τὸν εἶδαν νὰ στέκῃ εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, σιμὰ εἰς τὸν τόπον τῶν δημοπρασιῶν, φέρων τὴν χαμαλίκαν καὶ μικρὸν κουβαριασμένον σχοινίον.

― Τί τρέχει, Ἀποστόλη;… Ἀποφάσισες νὰ γίνῃς χαμάλης;

― Αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, ἀπήντησεν ὁ Κακόμης· ἄλλο καλύτερο δὲν ηὗρα.»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κακόμης.

Η λέξη χαμαλίκα δεν είναι ευθέως τουρκική. Οι διαβόητοι χαμάληδες της Πόλης αποκαλούσαν τη χαμαλίκα arkalis (από τη λέξη arka που σημαίνει: πλάτη, το πίσω μέρος, και, μεταφορικά, προστασία). Στην Παλιά Αθήνα οι μαλτέζοι χαμάληδες, που έστεκαν στην Αγία Ειρήνη, δεν είχανε χαμαλίκα. Παρομοίως, οι μανιάτες χαμάληδες της Καπνικαρέας, που χρησιμοποιούσαν ένα σχοινάκι για να συγκρατούν στη ράχη τους τα αντικείμενα που κουβαλάγανε. Οι χαμάληδες της Πόλης συγκροτούσαν ένα πανίσχυρο σινάφι, που διέθετε πάμπολλες διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο, με τους καπανταήδες.

 Οι χαμάληδες της Πόλης συγκροτούσαν ένα πανίσχυρο σινάφι, που διέθετε πάμπολλες διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο, με τους καπανταήδες.
Οι χαμάληδες της Πόλης συγκροτούσαν ένα πανίσχυρο σινάφι, που διέθετε πάμπολλες διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο, με τους καπανταήδες.

Οι χαμάληδες της Πόλης υπαγόρευαν τους όρους τους στους καραβοκύρηδες που ήθελαν να ξεφορτώσουν στα γρήγορα, για να αποφύγουν τις σταλίες (μην ψάξετε γι’ αυτή τη λέξη στο λεξικό του Μπαμπινιώτη). Το ξεφόρτωμα γινότανε υπό την καθοδήγηση του χαμάλ-μπασή, που έκανε και τα σχετικά παζαρέματα. Το ίδιο συνέβαινε και στην Παλιά Σαλονίκη, όπου το επάγγελμα του χαμάλη ήταν μονοπώλιο των εβραίων. Ο Παπαδιαμάντης (μέγας ρατσιστής) γράφει με λύσσα κατά των εβραίων χαμάληδων της Σαλονίκης, που αρνιόντουσαν να δουλέψουν το Σάββατο.

«Όσα χρόνια ζω να με τρώει ο κόπος κι ο ιδρώτας και τα τέτοια, και τι να πάρω, τι να κάνω; Άραγες θεέ μου, τέτοια ζωή θα κανω, χαμάλης; Και τι χαμάλης, χαμάλαρος! Έκλαιγα σα μωρό παιδί και περικάλαγα το Χριστό. Χριστέ μου βοήθησε με δηλαδή να φύγω να πάω σε μιαν άλλη δουλειά να γίνω κάπως διαφορετικά, να παίρνω λεπτά, να μην είμαι με τέτοια.»

Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία.

Οι χαμάληδες ήσανε ξακουστοί για τη σωματική τους δύναμη. Δυο χαμάληδες, με τη βοήθεια ενός κονταριού, μπορούσαν να σηκώνουν ένα βαρέλι, γεμάτο κρασί. Ένας δυνατός χαμάλης ανέβαζε μόνος του (αγκομαχώντας) ένα πιάνο με ουρά στο τέταρτο πάτωμα μιας πολυκατοικίας. Πριν πενήντα χρόνια ο δυνατότερος χαμάλης της Σαλονίκης είχε το παρατσούκλι Σταφίδας. Ο Σταφίδας έπαιρνε στην πλάτη του τρία τσουβάλια φαρίνα, ή έναν κορμό δέντρου που ζύγιζε μέχρι διακόσιες οκάδες. Σημειωτέον ότι οι χαμάληδες στο ξεφόρτωμα των καραβιών διατρέχανε ξυπόλητοι το μαδέρι που ένωνε το καΐκι με τον μόλο. Οι χαμάληδες έτρωγαν, στην καθισιά, ένα ζεστό καρβέλι μαζί με τηγανισμένες φέτες παλαμίδας, η μπακαλιάρου, που αγόραζαν από τους πλανόδιους μαγείρους των λιμανιών. Θα τονίσω, ιδιαιτέρως, ότι πάντοτε δεν υπήρξαν γύφτοι χαμάληδες.

Χαμάληδες στο λιμάνι του Μπουργκάς
Χαμάληδες στο λιμάνι του Μπουργκάς

Στο λεξικό του Girolano Germano (1622) βρίσκω τις λέξεις χαμάλης και βασταγάρης. Η γνωστή λέξη βαστάζος ανάγεται στο ρήμα βαστάζω. Στα πολύτιμα λεξικά του Sophocles και του Κριαρά είναι δημοσιευμένα αρκετά παράγωγα του βαστάζω. Η ασαφής και γελοία καθαρευουσιάνικη λέξη βασταζοφόρος (του 1894) διασώθηκε από τον Κουμανούδη. Ο Πέτρος Βλαστός κατέγραψε την λέξη βασταχτής, που όμως δηλώνει αυτόν που εμποδίζει, που συγκρατεί. Στις πρώην φραγκοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδος χρησιμοποιούσαν, περισσότερο από τη λέξη χαμάλης, την ταυτόσημη λέξη φακίνος (ιταλικής αρχής) που επιζεί ως επώνυμο. Ανακαλύπτω τη λέξη φακίνος στο λεξικάκι του Σκιαδαρέση (1959), αλλά δεν τη βρίσκω στα λεξικά του Αραβαντινού, του Ανδριώτη, του Ζώη και του Μπαμπινιώτη. Η λέξη αχθοφόρος είναι ξαναζεσταμένη ελληνικούρα. Στα καροτσάκια της οδού Αθηνάς έβλεπες, πριν αρκετά χρόνια, την επιγραφή ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ. Από τότε έγινε γνωστή και η έκφραση καροτσάκι με ράδιο.

«Ἀνάμεσα εἰς τοὺς βαστάζους τῆς μικρᾶς παραθαλασσίας πόλεως, τὰ πρωτεῖα εἶχεν ἀξίως ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης. Ὅλοι τὸν ἀνεγνώριζαν ὡς «χαμάλμπασην»*. Ἐσήκωνεν, ὡς ἔλεγον, περὶ τὰς ἑκατὸν πενῆντα ὀκάδας. Ἦτο κυρτὸς ἐκ σωματικῆς κατασκευῆς, κυρτότερος δὲ εἶχε γίνει ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἔκυπτε διὰ νὰ τὸν φορτώσουν, κ᾽ ἔλεγε: «ὅσο νὰ μοῦ φορτώσουν τὸ τσουβάλι μιά· τώρα πάει μοναχό του».

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κακόμης.

Τον παλιό καιρό τα βαπόρια δεν πλεύριζαν στους μόλους. Κι έτσι γινότανε ο λεγόμενος αχταρμάς. Η τούρκικη λέξη aktarma σημαίνει: διαμετακόμιση, διευθέτηση, εναλλαγή κτλ. Οι κουτσαβάκηδες δανείστηκαν τη λέξη και τη μέθοδο του αχταρμά (απατεωνίστικη κλοπή με αστραπιαία αντικατάσταση ενός αντικειμένου) από τους καπανταήδες της Πόλης. Ο Ζάχος στο σκατολεξικό του, δίνει μια λανθασμένη ερμηνεία του αχταρμά, ανακαλύπτοντας ταυτοχρόνως και την ανύπαρκτη λέξη ahtarma. Οι σημερινοί φλόροι δίνουν μιαν άλλη σημασία στη λέξη αχταρμάς. Εν πάση περιπτώσει, αποκαλούσαν αχταρμά είτε τη μεταφορά εμπορευμάτων από πλοίο, είτε την επιβίβαση των επιβατών σε βάρκες που τους μετέφεραν στην προκυμαία, μαζί με τις βαλίτσες και τα μπογαλάκια τους. Στην προκυμαία, τους περίμενε μια στρατιά από φτωχούς που έκαναν θελήματα. Ο κάθε ταξιδιώτης ναύλωνε έναν θεληματάρη για να του μεταφέρει τη βαλίτσα, λέγοντας ψευδέστατα ότι το σπίτι του είναι πολύ κοντά. Από δω ξεκινάει η έκφραση: θα πάει μακριά η βαλίτσα;

«Ωρέ τι θα μπόραγα να κάνω αν δεν ήτανε το καθημερινό χαμαλίκι.

θα μπορούσα νάχα πράξει αλλοιώς και να μην υπήρχε το χαμαλίκι. Αλλά το ξέρω

τότε δε θα μπορούσα τίποτα να κάνω. Γιατί δε θάμουνα εγώ.

Γιατί θα ήμουν σαν εσάς τους κάλπικους φονιάδες.

Γιατί θα ήμουν σαν εσάς τους φοιτητές, τους κώλους και τους χέστες.

Γιατί θα ήμουνα και γω σαν τους αριστερούς, σαν τους «αναρχικούς» και τα πρεζόνια.

Γιατί θα ρούφαγα ακόμα από τη μαμά και το μπαμπά.

Γιατί θα ρούφαγα τους γύρω.

Γιατί στα λόγια θα ‘μουνα ο πρώτος του χωρίου ο γκράντεπαναστάτης.»

Νικόλας Άσιμος, Αναζητώντας Κροκάνθρωπους

Ο Μπαμπινιώτης παρέχει στη λέξη θεληματάρης την τρέχουσα σημασία: αυτός που κάνει θελήματα. Εδώ τα πράγματα μπερδεύονται αρκετά. Ο Κουμανούδης ερμηνεύει τη λέξη θεληματίαι (του 1895): οι κάμνοντες θελήματα ως υπηρέται εις την αγοράν. Ωστόσο, ο ίδιος αναγράφει τη λέξη θεληματίας (1896) με τη σημασία: ο έχων ιδίαν θέλησιν. Δηλαδή, ο Κουμανούδης άλλοτε ανατρέχει στη λέξη θέλημα και άλλοτε στο ρήμα θέλω (εμμέσως). Γι αυτό αποδίδω μιαν ειδική σημασία στις σχετικές λέξεις που αναφέρει ο Πέτρος Βλαστός: Θεληματάρης (αφεντικό κτλ), θεληματάρος (εθελοντής), θεληματέβω (λέγω το ναι) και θεληματίζω (ορίζω κτλ). Ο Ανδριώτης αφήνει άνευ ερμηνείας τη λέξη θεληματάρης. Ο Γιάν. Α. Καραμήτσος μας διαβεβαιώνει πως στην Ύδρα αυτόν που έκανε θελήματα τον έλεγαν θεληματάρη, ή θεληματζή. Ο Καραμήτσος μας χαρίζει και μιαν απόκρυφη σημασία της λέξης θέλημα ( = σεξουαλική πράξη).Αχθοφόροι (χαμάληδες) ξαποσταίνουν στο καφενείο περιμένοντας να τους προσλάβουν σε δουλειά. Πηγή: www.lifo.gr

Ο Ανδριώτης κατέγραψε τις λέξεις ζαλίκι (φόρτωμα ανθρώπου) και ζαλικώνομαι, αλλά παρέλειψε τη λέξη ζαλίκα. Οι σχετικές ετυμολογίες που παρέχει ο Ανδριώτης είναι αρκούντως μπόσικες. Δεν ξέρουμε, μέχρι στιγμής, την ετυμολογία των λέξεων ζαλίκι και ζαλίκα, που ίσως είναι σλάβικες, η τούρκικης προέλευσης (λόγου χάρη από την παλιά τούρκικη λέξη selek = φορτίο). Ο Αραβαντινός δίνει την ερμηνεία της λέξης ζαλίκι: φορτίον ξύλων, όπερ δύναται εις άνθρωπος να φέρη επί των ώμων. Επίσης, ο Πέτρος Βλαστός μας εξηγεί ότι ζαλίκι λέγανε το φόρτωμα ενός ανθρώπου. Δηλαδή, το ζαλίκι ήτανε μια αγκαλιά κλαριά, ένα σακί καλαμπόκι κτλ. Ο Μπαμπινιώτης, παρασυρμένος από τον Αραβαντικό και τον Βλαστό (δίχως να τους αναφέρει), μας λέει πως η ζαλίκα είναι το φορτίο από ξύλα στους ώμους. Ο επιπόλαιος Μπαμπινιώτης δεν πρόσεξε ότι οι λέξεις ζαλίκα/ζαλίκι δεν είναι ταυτόσημες, και επίσης κατάλαβε ότι η λέξη ζαλίκα άλλοτε είναι ουσιαστικό (η ζαλίκα) και άλλοτε λειτουργεί ως επίρρημα (γι’ αυτό το λέμε: πήρα το τσουβάλι ζαλίκα, ή, το έκοψα στην πλάτη). Ο Βλαστός κατέγραψε και τις ελαφρώς διαφορετικές λέξεις ζαλίγκα (καβάλα στον ώμο) και ζαλιγκώνω (φορτώνω).

Η ζαλίκα, σαν τρόπο μεταφοράς, ήτανε απλούστατη. Έστρωναν κατάχαμα ένα σχοινί, σε σχήμα Π, και πάνω του τοποθετούσαν το πράμα, που ήθελαν να κουβαλήσουν π.χ. ένα τσουβαλάκι αλεύρι, ή λίγα κλαριά. Μετά περνάγανε τις δύο άκρες του σχοινιού από τον θύλακα του Π και έριχναν στην πλάτη το φορτίο. Το φορτίο δεν γλίστραγε στη ράχη, γιατί ο μεταφορέας κράταγε γερά τις δύο άκρες του σχοινιού. Τη ζαλίκα τη χρησιμοποιούσαν κυρίως οι γυναίκες.

Τάκης Τλούπας, Χαμάληδες στη Λάρισα, 1950
Τάκης Τλούπας, Χαμάληδες στη Λάρισα, 1950

Η ανθρωπότητα πρώτα ανακάλυψε τα λογής λογής σακούλια και μετά τις τσέπες. Οι πρωτόγονοι, όταν πήγαιναν στο κυνήγι, είχανε (και εξακολουθούν να έχουν) ένα σακουλάκι φτιαγμένο από χόρτα, ή από δέρμα, όπου έβαζαν μέσα διάφορες τροφές που έβρισκαν καθ’ οδόν, όπως σαλιγκάρια, σκουλήκια, ακρίδες, μανιτάρια. Οι χωριάτες μας χρησιμοποιούσαν τουρβάδες και ταγάρια και δισάκια. Όλοι μας ξέρουμε τους τουρβάδες και τα ταγάρια, που κάποτε είχανε γίνει της μόδας. Μιλάω για τα δήθεν ελληνικά ταγάρια (made in Japan) που κοτσάρανε στον ώμο οι τσαπερδόνες της χώρας μας. Εδώ θα αναφέρω και την ακατάγραφη λέξη ταγαρτζής. Ταγαρτζής δεν ήταν εκείνος που φτιάχνει, ή έχει, ταγάρια. Το 1941-1942 οι μάγκες της Θεσσαλονίκης αποκαλούσαν ταγαρτζήδες εκείνα τα τσακάλια (η λέξη αυτή δεν είναι διόλου υποτιμητική) που έκλεβαν στο Βαρδάρι τα ταγάρια των χωρικών, που τα έβλεπαν κρεμασμένα στα κάρα, ή στα σαμάρια των υποζυγίων.

Δισάκι λέγανε το διπλό ταγάρι, που είτε το έριχναν στο σαμάρι (ένθεν και ένθεν), είτε το περνάγανε οι χωρικοί στο λαιμό τους, μπρος και πίσω, έτσι ώστε να μοιράζεται το βάρος. Στις πόλεις χρησιμοποιούν για τα ψώνια τσάντες και δίχτυα και ζεμπίλια. Θα μπορούσα να μιλήσω και για τους γυλιούς των φαντάρων, αλλά ήδη είπα πολλά.

Πηγή: http://www.odosarkadias.gr/i-chamalika-ke-i-zalika/

Τα παραθέματα και οι φωτογραφίες είναι από εδώ:

(Εμφανιστηκε 290 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)