1 Δεκεμβρίου 2017 at 22:11

1947 – «Επιτροπή Ερεύνης του ΟΗΕ» για τον Εμφύλιο Πόλεμο

από

1947, «Επιτροπή Ερεύνης του ΟΗΕ» για τον Εμφύλιο Πόλεμο

Μια θαρραλέα κατάθεση του υπόδικου Κύρκου Αικατερινάρη (καπετάν Λάμπρου)

Γράφει ο Γιάννης Κ. Αικατερινάρης

Ήταν άνοιξη του 1941 όταν ο πατέρας μου Κύρκος γύρισε από το Αλβανικό Μέτωπο. Δεν πρόλαβε ωστόσο τη γέννησή μου, όπως συνέβη και με τη γέννηση του αδελφού μου αργότερα, αφού είχε βγει αντάρτης στα βουνά. Αν και προστάτης, ως μοναχοπαίδι και από μικρός ορφανός από πατέρα, αλλά και νιόπαντρος, αναχώρησε από τους πρώτους για το Μέτωπο και επέστρεψε από τους τελευταίους στρατιώτες, παρότι λίγο νωρίτερα είχε τραυματιστεί.

Παρέλαση του ΕΛΑΣ
Παρέλαση του ΕΛΑΣ

Πριν ακόμη ιδρυθεί ο ΕΛΑΣ και οι άλλες αντιστασιακές οργανώσεις, μαζί με τους συμπατριώτες του Γιάννη Αργυρόπουλο και Μιλτιάδη Τάσιο, θείο του αείμνηστου σκηνοθέτη Παύλου Τάσιου, ανέβηκαν στα βουνά της Χαλκιδικής. Είχαν πάρει μαζί τους όπλα και πυρομαχικά, από εκείνα που είχαν φυλαγμένα οι Γερμανοί σε αποθήκη, έξω από το νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Είχαν προμηθευτεί τα κλειδιά του χώρου φύλαξής τους από τον Αλέκο Αικατερινάρη, θείο του πατέρα μου και επόπτη του Δήμου Πολυγύρου.

Την πρώτη αυτή αντιστασιακή ομάδα ονόμασαν Α.Χ. (Αντάρτες Χαλκιδικής). Οι Γερμανοί για να τους εξαναγκάσουν να παραιτηθούν, φυλάκισαν τις γυναίκες των δύο πρώτων, την μάνα μου Ουρανία Αικατερινάρη – Βερροιώτη και τη Γεωργία Αργυροπούλου – Θάνου, καθώς και την αδελφή του τρίτου Αννέτα. Οι τρεις τους με πολλούς άλλους Χαλκιδικιώτες, οργανώθηκαν στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ, στον οποίο ο πατέρας μου πήρε το ψευδώνυμο καπετάν Λάμπρος.

Στο τέλος της Γερμανικής Κατοχής έφτασε με τους συντρόφους του στη Θεσσαλονίκη, μια ημέρα πριν την απελευθέρωσή της κι αφού λίγο νωρίτερα πέρασαν από τον Χορτιάτη, όπου πρώτοι αντίκρισαν με φρίκη τα αποτελέσματα του ολοκαυτώματος της ιστορικής κωμόπολης, που προκάλεσαν οι Γερμανοί κατακτητές. Φιλοξενήθηκαν στην Άνω πόλη από οργανωμένους στην Αντίσταση και την επόμενη, 30 Οκτωβρίου του 1944, παρέλασαν στους δρόμους της πόλης με το 31 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ Χαλκιδικής, με το ΕΛΑΝ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και με όσους μετείχαν στην Αντίσταση. Τους ζητωκραύγαζαν από τα πεζοδρόμια χιλιάδες πολίτες, που έπαιρναν κι εκείνοι μέρος στο γιορτασμό της απελευθέρωσης, τους υποδέχονταν ως ήρωες, τους έπαιρναν στους ώμους τους και τους δαφνοστεφάνωναν.

Κι ύστερα «εις ανταμοιβήν», όπως συχνά συμβαίνει στην ελληνική Ιστορία, άρχισαν οι περιπέτειες που τελειωμό δεν είχαν. Ακολούθησαν η αναγκαστική φυγή του, αμέσως μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φεβρουαρίου 1945, η εγκατάσταση στο χωριό των πολιτικών προσφύγων Μπούλκες της τότε Γιουγκοσλαβίας, η κριτική του ίδιου και άλλων 95 καπετάνιων του ΕΛΑΣ για έλλειμμα δημοκρατίας και διαφθορά, με την ανοχή του υπεύθυνου της εκεί προσφυγικής Κοινότητας Μ. Πεχτασίδη (υπό την τότε κομματική καθοδήγηση των Γ. Ιωαννίδη και Π. Ρούσσου), η συνακόλουθη και κάτω από τραγικές συνθήκες απέλασή τους στην Ελλάδα την άνοιξη του 1946, η παράδοση στους διώκτες τους όσων μπόρεσαν να φθάσουν, οι φυλακίσεις.

Ο πατέρας μου αν και υπόδικος, δημοσιοποίησε την πρόθεσή του να καταθέσει εκ μέρους της Ελληνικής Αριστεράς στην «Επιτροπή Ερεύνης του ΟΗΕ», της οποίας ο επίσημος τίτλος ήταν Commission of Investigation Concerning Greek Frontier Incidents (Επιτροπή Ερευνών για τα Επεισόδια στα Ελληνικά Σύνορα) και να αντικρούσει τις καταγγελίες, ότι οι όμορες σοσιαλιστικές χώρες ενίσχυαν στρατιωτικά τους αριστερούς αντάρτες του Εμφυλίου Πόλεμου.

Όπως ήταν αναμενόμενο, μέσα στις δυσοίωνες για την Ελληνική Αριστερά συνθήκες, μια τέτοια κατάθεση σε διεθνή επιτροπή που έφθασε στη χώρα μετά από προσφυγή της ελληνικής κυβέρνησης, ήταν απρόβλεπτη και δημιούργησε αναστάτωση. Παράλληλα όμως πρόσθετε κι άλλους κινδύνους για τη ζωή του υπόδικου πατέρα ή κατ’ ελάχιστον τον οδηγούσε σε νέες περιπέτειες.

Δεν είχαν τελειωμό οι φυλακίσεις, τα στρατοδικεία, οι συνεχείς απειλές για τη ζωή του, οι εκτοπίσεις στη Γυάρο, στην Ικαρία και στη Μακρόνησο, όπου ήταν εξόριστη και η μάνα μου Ουρανία (το γένος Βερροιώτη), που ποτέ όμως δεν μπόρεσαν να ιδωθούν, έστω και από μακριά… Είναι χαρακτηριστικά τα όσα του καταμαρτυρoύσε η «Επιτροπή επί της Δημοσίας Ασφαλείας», με την υπ’ αριθ. 50-11/5/1948 απόφασή της για νέα εκτόπισή του, παρά το γεγονός ότι είχε αθωωθεί και πάλι από Ειδικό δικαστήριο. Έγραφε ως «τεκμηρίωση» της απόφασής της: «… Ούτος είχεν μεταβεί εις Μπούλκες μετά την Βάρκιζαν, αφιχθείς ενταύθα προ έτους. Ενώ εκρατείτο εισέτι εις τας επανορθωτικάς φυλακάς ως υπόδικος επί δοσιλογία δια τον φόνον και την ληστείαν Άγγλων και Ελλήνων Αξιωματικών εν τη περιφερεία Χαλκιδικής, παρουσιάσθη εις την επιτροπήν Ο.Η.Ε. και κατέθεσεν αρκετά εις βάρος της Ελλάδος, η κατάθεσίς του μάλιστα εδημοσιεύθη εις τον εγχώριον ημερήσιον τύπον…».

Όλες αυτές οι περιπέτειες του άφησαν ανεξίτηλα τραύματα, παρότι απαλλάχτηκε με αποφάσεις των στρατοδικείων απ’ όλες τις εναντίον του κατηγορίες, παρότι έστω και καθυστερημένα ήλθε η «δικαίωση» των απελαθέντων καπεταναίων της «υπόθεσης Μπούλκες», μετά από εισήγηση της Επιτροπής που όρισε η 3η Συνδιάσκεψή του ΚΚΕ το 1950 και την απόφαση που πήρε το Π.Γ. στις 25 Απριλίου 1951.

έγγραφο εκτόπισης
έγγραφο εκτόπισης

Η κατάθεση του πατέρα στην «Επιτροπή» του ΟΗΕ, που δημοσιοποιήθηκε και πέρα από τα ελληνικά σύνορα, πιθανόν να συνετέλεσε στις μετέπειτα αθωώσεις του στα στρατοδικεία, καθώς αυτά συνεχίστηκαν, μέχρι και τους πρώτους μήνες του 1948. Η αίτηση με την οποία ζητούσε να καταθέσει, δημοσιεύθηκε στο πρωτοσέλιδο του φύλλου της 12/3/1947 της εφημερίδας «ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ». Πιθανόν να δημοσιεύθηκε και αλλού, αν και υποθέτω ότι εκείνα τα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου ήταν δύσκολο, για να μην πω αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο και ιδιαίτερα σε όσες αστικές εφημερίδες επιτρεπόταν τότε να κυκλοφορούν… Αντιγράφω επί λέξει το κείμενο όπως καταχωρήθηκε στην εφημερίδα:

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΟΗΕ

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΜΠΟΥΛΚΕΣ

Ένας υπόδικος που έζησε στο στρατόπεδο ζητεί να εξετασθεί για να διαπιστωθούν οι ψευδολογίες των μαρτύρων του Κύρου.

Ο Κύρκος Αικατερινάρης, γνωστός ως «καπετάν Λάμπρος» από τον Πολύγυρο υπόδικος κρατούμενος στις εδώ νέες Φυλακές απηύθυνε προς την «Επιτροπή Ερεύνης του ΟΗΕ» την ακόλουθη αίτηση:

Κύριε Πρόεδρε

Αξιότιμοι κ. αντιπρόσωποι

Έχω την τιμήν να σας αναφέρω τα κάτωθι: Είμαι αγωνιστής που πολέμησα τους κατακτητές, με τον ένδοξο ΕΛΑΣ ως καπετάνιος. Μετά την Βάρκιζα κατέφυγα στην Γιουγκοσλαβία για να σώσω την ζωή μου από τους έξαλλους και εγκληματικούς μοναρχοφασίστες διώκτες μου. Επί πλέον είμαι ένας από τα 96 άτομα που φύγαμε από το Μπούλκες και ήλθαμε στην πατρίδα μας Ελλάδα τον Απρίλιο 1946.

Αγαπώ με πάθος την ωραία μου πατρίδα. Περηφανεύομαι που είμαι Έλληνας και ένα μέλος του ηρωικού και ακατάβλητου ελληνικού λαού που για την λευτεριά του και την ανεξαρτησία του δεν φείδεται θυσιών. Η προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης ν’ αποκρύψει εις εσωτερικές αιτίες του εμφυλίου πολέμου και να τις αποδώσει εις έξωθεν βοήθεια με άφησαν κατάπληκτο. Οι ψευδολογίες των ανθρώπων της κυβέρνησης και ιδιαίτερα αυτών με τους οποίους είμαστε μαζί στο Μπούλκες, κορυφώνουν την κατάπληξή μου.

Είναι τερατώδες ψέμμα πως στο Μπούλκες είχαμε στρατιωτική σχολή και εκπαιδευόμαστε στρατιωτικά. Επειδή πιστεύω πως θα σας δώσω συντριπτικά στοιχεία για την ανακάλυψη της αλήθειας των αιτίων του εμφυλίου σπαραγμού, σας παρακαλώ όπως με καλέσετε ως μάρτυρα και καταθέσω ό, τι γνωρίζω.

Μετά τιμής Κύρκος Αικατερινάρης»

Αποκαλυπτικό των κινδύνων που ελλόχευαν στην περίοδο εκείνη του Εμφυλίου Πολέμου, για όσους πήραν μέρος στην Αντίσταση κατά των ξένων κατακτητών και για τους συγγενείς τους, αλλά όσων κατέθεταν στην Επιτροπή του ΟΗΕ, είναι το δημοσίευμα στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας και ακριβώς κάτω από το κείμενο του πατέρα μου. Ήταν μια είδηση για όσα φρικτά βασανιστήρια περνούσαν οι μάρτυρες:

«Σ’ εφαρμογή τα αντίποινα!

Θηριωδίες κατά των μαρτύρων

Η «στρατολόγος» Κυριακούλα Κωνσταντινίδου που βρίσκεται στις Νέες Φυλακές με τις πλάτες πυορροούσες ακόμη από το ξύλο της «ανάκρισης», τόλμησε να στείλει μια έκθεση για δημοσίευση στις εφημερίδες «Αγωνιστής» και «Ανεξαρτησία». Οι δημοκράτες του κ. Κύρου την απομόνωσαν στο μπουντρούμι για 7-8 μέρες. Αποτέλεσμα ήταν να ξαναγυρίσει στις 6/3/1947 στο θάλαμο της φυλακής φτύνοντας 100 δράμια αίμα. Ωστόσο κρατείται ακόμα στη φυλακή και ούτε λόγος γίνεται για τη μεταφορά της στο νοσοκομείο».

Η είδηση ότι κάποιος υπόδικος από μόνος του ζητούσε επίμονα και επί μέρες να καταθέσει στην «Επιτροπή Ερεύνης του ΟΗΕ» προκάλεσε αίσθηση για δυο λόγους. Ο πρώτος γιατί, ως επί το πλείστον και για ευνόητους λόγους, κατέθεταν μάρτυρες από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης και ο δεύτερος γιατί έπαιζε το κεφάλι του κορώνα γράμματα, καθώς μια τέτοια στάση από ένα υπόδικο με πολλές κατηγορίες, ενδεχομένως να σήμαινε και θάνατο κι αυτό ανεξαρτήτως αν λόγω αμφιβολιών αθωώθηκε από τα στρατοδικεία, που ακολούθησαν. Ο ίδιος μου είχε πει ότι ο δικηγόρος του Μενέλαος Τσήτσουρας -άγνωστος μέχρι τότε στους πολλούς- τον έφερε σε επαφή με ένα ξένο δημοσιογράφο, Γάλλο νομίζω και μίλησε μαζί του καθώς γνώριζε τη γλώσσα. Ίσως αυτή η τόλμη του να καταθέσει, στάθηκε η αιτία να σώσει τη ζωή του, έστω κι αν στη συνέχεια αποτέλεσε αφορμή για νέες εκτοπίσεις και κυνηγητά.

Μετά τις περιπέτειες του στην Αντίσταση και των όσων ακολούθησαν κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ο πατέρας συνέχισε να συμμετέχει σε κοινές προσπάθειες αγώνων γιατί όπως έλεγε πάντα, πίστευε ότι έτσι έβαζε κι αυτός ένα λιθαράκι στην οικοδόμηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρήνευσης των λαών. Ωστόσο σχεδόν ποτέ δεν απαλλάχτηκε από τις διώξεις εναντίον ενός «χαρακτηρισμένου αριστερού», ακόμη και στις εκλογές του 1963 και 1964 κατά τη διετία που, μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη, φάνηκε να δημιουργούνται κάποιες ελπίδες για τον κατευνασμό των πολιτικών παθών… Τώρα που διαβάζω σχετικά έγγραφα του αρχείου μου, που αναφέρονται σ’ εκείνη την περίοδο, δεν ξέρω αν πρέπει να γελάω ή να κλαίω με όσα του συνέβαιναν στον πατέρα και στην οικογένειά του… Άλλωστε δεν πέρασε και πολύς καιρός και ήρθε η δικτατορία των συνταγματαρχών, με περιπέτειες δικές του και των συγγενών του… Φυλακίσεις, αφάνταστες ταλαιπωρίες, εξορία για άλλη μια φορά στη Γυάρο, ανηλεές κυνηγητό…

Αυτή τη στάση ζωής την κράτησε μέχρι το τέλος, τον Νοέμβρη του 1975 και τη μεταλαμπάδευσε στους δικούς του ανθρώπους, ως πολύτιμο κληροδότημα. Λίγο τον απασχολούσε αν η Ελλάδα «έτρωγε» και «τρώει» τα παιδιά της κι αν μέσα από «πανηγυρικούς» λόγους διαστρεβλώνονταν η έννοια του «πατριώτη» και προβάλλονταν συχνά οι «άκαπνοι» και οι αδρανείς στους κάθε λογής κινδύνους της… Η φιλοπατρία ήταν για ‘κείνον ιδανικό, ένα ιδανικό που επιβεβαιώνονταν στην πράξη και πάντα σε όλα τα πεδία της ζωής!

30 Νοεμβρίου 2017

(Εμφανιστηκε 207 φορές, 3 εμφανίσεις σήμερα)