21 Οκτωβρίου 2017 at 19:35

Νοσταλγία και μερικά πρώιμα ποιήματα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke)

από

Νοσταλγία και μερικά πρώιμα ποιήματα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke)

Αυτό είναι η νοσταλγία: να κατοικείς στο κύμα

και να μην έχεις πατρίδα μες στον χρόνο.

Κ’ οι επιθυμίες αυτό ‘ναι: σιγαλή ομιλία

Της αιωνιότητας με καθημερινές ώρες.

Κ’ η ζωή ΄ναι αυτό: ώσπου από ένα χτες

να βγει η μοναχικότερη απ’ όλες τις ώρες ώρα,

που διαφορετικά απ’ τις άλλες αδερφές της

γελά και μπρος στο αιώνιο μόνο, θα σωπάσει

*********

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke, 4 Δεκεμβρίου 1875 - 29 Δεκεμβρίου 1926) ήταν λυρικός ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα.
Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke, 4 Δεκεμβρίου 1875 – 29 Δεκεμβρίου 1926) ήταν λυρικός ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα.

Το σπίτι μου είναι ανάμεσα μέρας κι ονείρου

που τα παιδιά, ζεστά απ’ το τρέξιμο, κοιμούνται,

που κάθονται οι γονείς το βράδυ και τα τζάκια

λαμποκοπούνε και την κάμαρα φωτίζουν.

Το σπίτι μου είναι ανάμεσα μέρας κι ονείρου

που καθαρά τα βραδινά σήμαντρα ηχούνε,

και αμήχανα, από τον αντίλαλο, κορίτσια,

κουρασμένα ακουμπούν στων πηγαδιών τα χείλια.

Κ’ έχω πιο αγαπημένο δέντρο μου, κάποια φιλύρα

κι όλα τα καλοκαίρια, που σιωπούν εντός της,

στα χείλια της κλαδιά σαλεύουνε πάλι και πάλι,

κι αγρυπνούν πάλι ανάμεσα μέρας κι ονείρου.

*********

Δεν έχει πια άλλες υποχρεώσεις ο Άγγελος μου

αφότου η μέρα μου η αυστηρή τον έχει διώξει.

Λαχταρώντας, το πρόσωπό του συχνά χαμηλώνει

πάνω απ την γή, κι αγαπητός δεν του είναι πια ο ουρανός.

Και θα ήθελε να φέρει πάλι,

πάνωθε απ των δασών τις θροίζουσες κορφές,

στην πατρίδα των Χερουβίμ, την προσευχή μου.

Εκεί πέρα κουβάλησε το κλαψιμό μου το πρώτο-πρώτο,

και τον πρώτο στοχασμό μου,

κ’ οι μικροί πόνοι μου μεγάλωσαν εκεί

μες σε δάση που, πάνωθέ του, μουρμουρίζουν.

*******

Αφ’ όταν ο Άγγελος μου πια δεν με φυλάει,

αμέριμνα μπορεί ν’ ανοίγει τα φτερά του

και τη σιωπή των αστεριών στα δύο να σκίζει

γιατί, της μοναχικής νύχτας μου, δεν πρέπει

να κρατήσει άλλο πια τα χέρια, που αγωνιούνε,

αφ’ όταν ο Αγγελός μου πια δεν με φυλάει.

**********

Από το βιβλίο των Εικόνων

Είσοδος

Όποιος και να ‘σαι: Το βράδυ να βγεις έξω απ’ το δωμάτιο σου

εκεί μέσα τα γνωρίζεις όλα

σαν τον ουρανό, πριν από τον ορίζοντα, το σπίτι σου είναι

Όποιος και να ‘σαι

Με τα μάτια σου, τα κουρασμένα,

μόλις λευτερωθούν από το φαγωμένο σου κατώφλι,

Σιγά-σιγά σηκώνεις ένα δέντρο μαύρο και μπρος στον ουρανό το στήνεις

λυγερό, μονάχο,

Και τον κόσμο δημιούργησες. Κι είναι μεγάλος

Κι είναι σαν λόγος, που ακόμη, στην σιωπή, ωριμάζει.

Κι όπως την έννοια του συλλαβαίνει η θέληση σου,

τρυφερά, τα μάτια σου, τον απολευτερώνουν ….

Η Μνηστή

Αγαπημένε, φώναξε με! Δυνατά φώναξέ με!

Μη μ’ αφήνεις να στέκω στο παράθυρο τόση ώρα

Στις γέρικες δεντροστοιχίες με τα πλατάνια

δεν αγρυπνά πια το βράδυ

έχουν αδειάσει.

Κι όπως δεν έρχεσαι πια, στο νυχτωμένο σπίτι

με τη φωνή σα να με κλείσεις,

από τα χέρια μου έξω, μες στους κήπους

του σκοτεινού γαλάζιου

Θα διαχυθώ…

..Άνθρωποι μέσα στη νύχτα

Οι νύχτες, για τα πλήθη, δεν έγιναν, στοχάσου.

Η νύχτα σε χωρίζει από το γείτονά σου,

Γι αυτό, δεν πρέπει, εσύ, να τον ζητήσεις.

Κι αν νύχτα, ανάψεις φως στην κάμαρά σου,

Στο πρόσωπο ανθρώπους ν’ αντικρίσεις…

Ποιους;- πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.

Οι άνθρωποι, φοβερά, απ’ το φως, είν’ αλλοιωμένοι,

Που το ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους,

Κι αν νύχτα, τύχαινε να είναι μαζεμένοι,

Έναν κόσμο που θα παραπάταγε, να δεις θα μπορούσες,

Ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.

Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους,

όλες τις σκέψεις έδιωξε μακριά,

το κρασί τρέμει μες τα βλέμματα τους

και στα χέρια τους κρέμεται η βαριά χειρονομία,

που μ’ αυτήν εννοούνε, όταν συνομιλούν,

όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο και σ’ αυτό επάνω,

ολοένα λεν: Εγώ κ’ Εγώ και. Με το Εγώ, έναν άλλον,

οποιονδήποτε θεωρούνε.

Μοναξιά

Η μοναξιά, είναι σαν μια βροχή.

Από την θάλασσα προς τα βράδια ανεβαίνει,

Από κάμπους που μακρινοί ‘ναι και χαμένοι

Πάει προς τον ουρανό, όπου κατοικεί πάντα.

Κι από τον ουρανό, στην πόλη σα βροχή πέφτει.

Μες στις αβέβαιες ώρες, προς το πρωί

Τα σοκάκια όλα γυρίζουν,

Κι όταν τα σώματα, που δε βρήκανε τίποτα τίποτα,

Χωρίζουν θλιμμένα κι απογοητευμένα κι ακόμη,

όταν οι άνθρωποι, που ο ένας τον άλλο μισούνε,

πρέπει, στο ίδιο κρεββάτι, κ’ οι δυό, να κοιμηθούνε:

πάει, τότε η μοναξιά, όπου πάν κ’ οι ποταμοί….

Ώρα σοβαρή

Όποιος, τώρα, κλαίει κάπου στον κόσμο,

Δίχως αιτία καμιά κλαίει στον κόσμο,

κλαίει για μένα.

Όποιος, τώρα, γελά κάπου στην νύχτα,

Δίχως αιτία, γελά μέσα στην νύχτα,

Με περιπαίζει.

*

Όποιος τώρα, πορεύεται κάπου στον κόσμο,

Δίχως αιτία πορεύεται μέσα στον κόσμο,

Έρχεται σε μένα.

όποιος, τώρα, πεθαίνει κάπου στον κόσμο,

δίχως αιτία πεθαίνει μες στον κόσμο,

με κοιτάζει.

Από το Ωρολόγιον Γείτονα θεέ,

Αν, σε μακρυάν νυχτιάν, με χτύπους δυνατούς,

κάποτε- κάποτε,σ’ έχω ταράξει,

ήταν γιατί σπάνια την ανάσα σου ακούγοντας, είχα τρομάξει,

και ξέρω: είσαι ολομόναχος στην κάμαρα.

Αν κάτι χρειάζεσαι, κανείς δεν είναι στο πασπάτεμά σου

Να τρέξει να σου φέρει ένα νερό:

Πάντα ακρουμάζομαι, Δώσε ένα μικρό σημάδι μόνο,

Είμαι πολύ κοντά σου

Μονάχα ένας φτενός μεσότοιχος αναμεσά μας βρίσκεται, κατά τύχη.

Ας στέκει εκεί στη μέση:

Μια κραυγή μόνο από τα στόματά μας και θα πέσει

Δίχως κρότο και δίχως ταραχή.

Έχει από τις εικόνες σου χτιστεί.

Κ’ οι εικόνες σου σάμπως ονόματα στέκουν εμπρός σου

Κι όταν, άξαφνα, ανάβει μέσα μου το φώς σου,

Που μ’ αυτό το βάθος μου αναγνωρίζει,

στα πλαίσιά του σα λάμψη το σκορπίζει.

Κι οι αισθήσεις μου, που γρήγορα έχουν παραλύσει,

Ανέστιες είναι και σ’ έχουν αφήσει.

Αν μόνο μια φορά το παν απόλυτα σιωπούσε

Αν το τυχαίο και συμπτωματικό βουβαινόταν

Και το γέλιο το γειτονικό,

Αν ο θόρυβος των αισθήσεών μου ηρεμούσε,

Που τόσο μ’ εμποδίζει ν’ αγρυπνήσωμε μια χιλιόμορφη σκέψη θα δυνόμουν ίσως

ως τα πέρατα σου να σε στοχαστώ

και (μόνο όσο κρατά ένα χαμόγελο) να σε κρατήσω

σε κάθε ζωή για να σε χαρίσω

σαν ένα Ευχαριστώ

Θεέ τι θα κάνεις αν εγώ πεθάνω;

Η στάμνα σου είμαι (αν σπάσω?)

Το πιοτό σου είμαι (αλλά αν χαλάσω?)

Το ένδυμά σου και το επιτήδευμά σου είμαι

Μαζί με μένα χάνεις το νόημά σου.

Αν μείνεις πίσω μου, δε θα ‘χεις πια σπίτι κανένα,

Που με φιλικά, ζεστά λόγια να ‘ρχεται κοντά σου

Από τα πόδια σου πέφτουνε τα κουρασμένα,

Τα βελουδένια, που είμαι, σανδάλια σου.

Ο μεγάλος μανδύας σου σ’ εγκαταλείπει.

Το βλέμμα σου, που εγώ, με τη θερμή παρειά μου,

σαν προσκέφαλο, το έχω δεχτεί

θα ‘ρθει κι ώρες θα με γυρεύει, γιατί θα του λείπει,

κι όταν ο ήλιος στον ορίζοντα θα φτάσει,

πάνω σε ξένες πέτρες θα πλαγιάσει.

Θεέ, τι θα κάνεις; Φοβούμαι πολύ!

Τo βιβλίο του προσκυνήματος

Βγάλε τα μάτια μου: μπορώ να σε δω

Κλείσε τ’ αυτιά μου: μπορώ να σε γρικήσω

Και χωρίς πόδια μπορώ σ’ εσε να ρθω,

Και δίχως στόμα μπορώ να σ’ εξορκίσω.

Σπάσε τα μπράτσα μου: θα σε κρατά η καρδιά μου

Πνίξε μου την καρδιά, μα το μυαλό μου θα χτυπά.

Κι αν ρίξεις στο μυαλό μου τη φωτιά,

Θα σε κρατώ μες το αίμα μου κλεισμένον.

Ίσως πάω μέσα από βαριά βουνά,

Μές σε φλέβες σκληρές, μόνος,

σαν ένα ορυχτό και βαθιά τόσο

Που να μην βλέπω κανένα τέλος κι ορίζοντα κανένα:

Όλα εγίναν κοντινά κι όλα τα κοντινά έχουν πέτρες γίνει.

Μύστης στον πόνο δεν έχω ακόμα γίνει,

τόσο μικρόν το μέγα αυτό σκότος με κάνει,

Μα εσύ ‘σαι αυτό: σκληρός γίνου, κ’ έτσι βαθιά μπες

που όλο το χέρι σου να μπορεί να με φτάνει

και μ’ όλες μου εγώ να σε φτάνω τις κραυγές

Ω Κύριε, τον θάνατο του δώσε στον καθένα

Τον θάνατο που βγαίνει από την ζωή του εκείνη

Που τον χρειαζόταν, τον σκεφτόταν και τον αγαπούσε.

Γιατί ‘μαστεν ο φλοιός μονάχα και το φύλλο.

Ο μέγας θάνατος, που όλοι έχουμε εντός μας

Είναι ο καρπός, που γυρνούν γύρω του όλα.

Νέα ποιήματα

Αποχαιρετισμό ό,τι λεν, έχω νιώσει!

Πόσο το ξέρω ακόμη: ένα απλήγωτο γκρίζο σκοτεινό κάτι,

Που, ένα ομορφοσυνδιασμένο, μια φορά ακόμη τα δείχνει,

Το παραμερίζει και το ξεσκίζει.

Πόσο δεν αντιστεκόμουν να το ατενίζω, όταν,

αυτό, φωνάζοντας με, να φύγω μ’ άφηνε,

ενώ έμενε, σα να ‘ ταν όλες μαζί οι γυναίκες, μικρό και λευκό,

ωστόσο και μόνο τούτο: ένα νεύμα, που δε μ’ αφορούσε

κιόλας πια, αργό και συνεχές, και μήτε μόλις

φανερό πια: μπορεί μια δαμασκηνιά μόνον,

απ’ όπου κάποιος κούκος πέταξε με βιάση.

Κάποτε, αν γίνει και σε χάσω

Θα μπορείς να κοιμάσαι, δίχως

Πάνω από σε να μουρμουρίζω

Σαν την κορφή της φλαμουριάς

Δίχως εδώ να ξαγρυπνώ

και λόγια ως βλεφαρίδες, τόσο

το ‘να πλάι στ’ άλλο, ν’ αποθέτω

στα μέλη, στα στήθη, στο στόμα σου.

Να σε κλειδώνω, να σ’ αφήνω

Μονάχη εσέ μ’ ό,τι σου ανήκει,

Σαν κήπο που τον κατοικούνε

Σμάρια τα αστέρια κι οι μέλισσες.

_________ Τραγούδι ___

Ω ! εσύ, που δεν σου λέω πως τη νύχτα,

Κλαίοντας πλαγιάζω,

Που η ύπαρξή σου τρυφερά με κουράζει,

Νανούρισμα σα να ‘ταν,

Ώ εσύ, που δεν μου λες αν αγρυπνάς

Για χάρη μου πέ μου,

Πώς θα μπορούσαμε, εντός μας,

να κρατήσουμε αυτό το μεγαλείο

αν δεν το είχαμε διόλου χορτάσει:

Θυμήσου τους εραστές, πόσο γρήγορα,

Τις εκμυστηρεύσεις μόλις αρχίσουν,

Λεν ψέμματα κιόλας

Μόνο με κάνεις. Μόνον εσέ μπορώ ν’ αλλάξω

Μια στιγμή εσύ είσαι, το θρόισμα, ύστερα, είναι πάλι

Ή κάποιο άρωμα που εξατμίστηκε όλο.

Άχ ! μες στην αγκαλιά μου όλες τις έχω χάσει.

Μόνον εσύ, πάλι και πάλι θα γεννιέσαι:

Γιατί ποτέ μου δεν σ’ αγκάλιασα σε κρατώ τόσο.

Οι Ελεγείες του Ντουίνο 1912-1922

Η ΠΡΩΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Ποιος, αν κραύγαζα, θα μ’ άκουγε τάχα απ’ των Αγγέλων τα Τάγματα;

κι αν ένας μ’ έσφιγγεν ακόμα, ξαφνικά πάνω στην καρδιά του,

θα διαλυόμουν κάτω από την δυνατότεροι ύπαρξη του

Γιατί, η Ομορφιά, δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού, που μόλις μπορούμε να υποφέρουμε και τη θαυμάζουμε μόνο γιατί δεν στέργει να μας καταστρέψει.

Κάθε Άγγελος τρομερός είναι. Κι έτσι κρατιέμαι, τότε, και σκοτεινού λυγμού πνίγω την καλεστική κραυγή μέσα μου.

Αχ! Ποιόν μπορούμε να έχουμε ανάγκη, τάχα;

Όχι Άγγελον, όχι άνθρωπον, ακόμη και τα ζώα με το ένστικτο το νιώθουν

πως ασφαλείς δεν είμαστε στο σπίτι μας, σε τούτον τον κόσμον που μυστικό δεν του έχει μείνει. Ίσως ακόμη, καθημερνά για να το βλέπουμε, κάποιο δεντράκι μας μένει στην πλαγιά, κι ο χτεσινός μας μένει δρόμος, μας μένει κι η ξεπερασμένη πίστη μιας συνήθειας που κοντά μας της άρεσε κι έτσι έμεινε και δεν μας αφήκε. Ω! κι η νύχτα ακόμη, η νύχτα, όταν ο άνεμος πλημμυρισμένος από άπειρο, στο πρόσωπο μας δέρνει, η νύχτα, η λαχταρισμένη νύχτα, η ήρεμα απογοητευμένη που κοπιαστική θα ‘ναι στην ήρεμη καρδιά, σε ποιόν δε θα έμενε;

Πιο αλαφριά να ‘ναι για τους ερωτευμένους;

Αχ! Τη μοίρα τους κρύβουν ο ένας απ’ τον άλλον.

Δεν το έμαθες ΑΚΟΜΗ; Το κενό να πετάξεις απ’ την αγκαλιά σου μέσα στους χώρους που ανασαίνουμε και τα πουλιά ίσως μ’ ένα παθητικότερο πέταγμα τον φαρδεμένο αέρα να αιστανθούνε. Αλήθεια, οι ανοίξεις σε χρειαστήκανε; Μερικά αστέρια σου έγνεψαν και συ ένιωσες το γνέψιμο τους. Ένα κύμα του παρελθόντος να υψωνόταν γύρω σου, ή όταν περνούσες πλάι στο ανοιχτό παράθυρο, κάποιο βιολί εγκαταλειπόταν στον εαυτό του;

Όλα αυτά προσταγή ‘ταν. Αλλά, εσύ, την προσταγήν αυτήν την υπερνίκησες;

Δεν ήσουν πάντα απ’ την προσμονήν αφηρημένος, μια Αγαπημένη όλα σα να σου ανάγγελναν: (Πού θα την προφυλάξεις, που οι μεγάλες, που οι ξένες σκέψεις έρχονται κοντά σου και φεύγουν και, συχνά, μένουν ολόκληρη τη νύχτα;)

Αλλ’ αν το λαχταράς πολύ, τραγούδησε τότε τις Ερωτευμένες, το πολύφημισμένον όνομά τους, ακόμη αρκετά αθάνατο δεν είναι.

Εκείνες, που ζηλεύεις σχεδόν, τραγούδησε: τις εγκαταλειμμένες, τις εύρισκες ν’ αγαπούν πολύ περισσότερο απ’ τις χορτασμένες.

Πάντα και πάντα απ’ την αρχήν το εγκώμιο τ’ άφθαστο τραγούδα,

στοχάσου: ο ήρωας αιώνια ζεί, κι ο θάνατος του ακόμη, του ήταν μια αφορμή μόνο για ύπαρξη, η γέννηση η στερνή του.

Μα μέσα της αποσταμένη φύση ξαναπαίρνει τις Ερωτευμένες σα να μην είχε δυό φορές τις δυνάμεις να τις δημιουργήσει..

Στοχάστηκες αρκετά να τραγουδήσεις την Γκάσπαρα Στάμπα, που ένα κοράσι, απ’ τον αγαπημένο του εγκαταλειμμένο, μιας τέτοιας ερωτευμένης το μεγάλο παράδειγμα να νιώσει και να πει: θα γίνω κι εγώ τάχα όπως εκείνη;

Κι αυτοί οι πανάρχαιοι πόνοι, ποτέ για μας πιο γόνιμοι δε θα γενούνε;

Δεν έφτασε ο καιρός ακόμη, που να λευτερωνόμαστε αγαπώντας απ’ ό,τι πιο πολύ αγαπούμε και να νικούμε τρέμοντας, καθώς η σαΐτα συμμαζεμένη να πηδήσει, πιότερο για να ‘ναι από τον ίδιο τον εαυτόν της, νικά τη χορδή;

Γιατί πουθενά στάση δεν υπάρχει.

Φωνές, φωνές ! Άκου, καρδιά μου, όπως, άλλοτε, μόνον Άγιοι, ακούγανε:

Από το χώμα για να τους σηκώσει η γιγαντένια κραυγή, αλλ’ εκείνοι μένανε γονατισμένοι, απίθανοι, μακρυνοί, και δεν προσέχαν:

ΕΤΣΙ έμεναν, ακούγοντας.

Όχι πως του θεού θα μπορούσες τη φωνή να υποφέρεις, κάθε άλλο.

Αλλ’ ό,τι πνέει ακρουμάσου, άκου την άπαυτη, που από σιωπή σαρκώνεται, αγγελία.

Από τους νέους αυτούς νεκρούς, ένας ψίθυρος έρχεται σε σένα.

Εκεί που πάντοτε έμπαινες, στις εκκλησίες της Ρώμης και της Νάπολης, δε σου μίλησε το πεπρωμένο τους γαλήνια;

Ή τάχα μια επιγραφή ανάγλυφη δε σου επιβλήθηκε, όπως, τώρα στερνά, η πλάκα εκείνη στη Σάντα Μαρία Φορμόζα;

Τι ζητούν από μένα; Σιγά-σιγά θα πρέπει ν’ αφαιρέσω της αδικίας τα’ ομοίωμα που κάποτε, των πνευμάτων τους λίγο την αγνή κίνηση εμποδίζει.

Βέβαια, είναι παράξενο στη γή πια να μην κατοικείς,

Συνήθειες, που μόλις τις έμαθες, πια να μην έχεις, σε ρόδα και σε πράγματα άλλα, που όλα μια υπόσχεση ήταν, την σημασία ανθρώπινου μέλλοντος πια να μη δίνεις:

κι αυτό που υπήρξες, μέσα στην ατελεύτητη αγωνία των χεριών, πια να μην είσαι·

και τ’ όνομα το δικό σου, σαν ένα σπασμένο παιγνίδι μνα το εγκαταλείψεις.Παράξενο, ό,τι λαχταρούσες, να μην λαχταράς πια! Παράξενο, όλα, το κάθε τι που ήταν δεμένο, τόσο ελεύθερο να βλέπεις να κυματίζει.

Κοπιαστικό ‘ναι και το νεκρός να ‘σαι κι είναι επανόρθωση γιομάτο, έτσι, ώστε, λίγο-λίγο λίγη να νιώσεις αιωνιότητα: — Μα οι ζωντανοί, όλοι, πέφτουν στο λάθος, περίσσια να τους ξεχωρίζουν.

Οι άγγελοι, (λένε), δε θα ‘ξεραν, πολλές φορές, αν περπατάνε ανάμεσα σε ζωντανούς ή πεθαμένους..

Το αιώνιο ρέμα, περνώντας κι απ’ τα δυό Βασίλεια, παρασέρνει, πάντα, όλες τις ηλικίες και, πάνω κι απ’ τα δύο Βασίλεια, δεσπόζει η φωνή του.Τέλος, ανάγκη πια, οι πρώιμα μεταστάντες, δεν μας έχουν· ήρεμα από τα γήινα ξεκόβει κανείς, όπως από τα στήθη τα πράα της μάνας του, όταν μεγαλώσει.

Μα εμείς, που τόσο μεγάλα μυστικά χρειαζόμαστε (απ’ αυτά που, συχνά, από πένθος, πρόοδος μακάρια αναπηδά): ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ να υπάρχουμε, τάχα, χωρίς τους πεθαμένους;

Να ‘ναι μάταιος ο θρύλος, τάχα, ότι τον Λίνο θρηνώντας, άλλοτε, η πρώτη μουσική, να διαπεράσει τόλμησε τη σκληρή νάρκη, ώστε, από τότε, στον τρομαγμένο χώρο, που ένας, σχεδόν θείος έφηβος, για πάντα εγκατέλειψε ξάφνου, το κενό φλογίστη κι αιστάνθηκε τον κραδασμό εκείνο που μας συνεπαίρνει και μας παρηγορεί και μας βοηθά την ώρα τούτη.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Κάθε Άγγελος τρομερός είναι. Όμως, αλλοίμονο μου,

πουλιά, θανάσιμα σχεδόν, της ψυχής, σας επικαλούμαι,

κι ας ξέρω τι σημαίνεται.

Πού να ‘ναι του Τωβία οι μέρες, τότε που, από τους πιο απαστράπτοντες Αγγέλους,

Άγγελος, στην πόρτα του σπιτιού την απέριττη στάθηκε ντυμένος για ταξίδι και δεν ήταν τρομερός τώρα πια, (όπως, περίεργα, στον έφηβο έφηβος φανερωνόταν)·

Αν τώρα ο Αρχάγγελος, ο επικίνδυνος, πίσω από τ’ αστέρια πρόβαινε και μας σίμωνε με ένα βήμα μονάχα: προς τα πάνω χτυπώντας η ίδια μας θα μας σκότωνε καρδιά.

Ποιοι να είστε τάχα ;Εσείς που πρόωρα ευτυχίσατε, της δημιουργίας οι χαïδεμένοι, του ύψους δρόμοι, εσείς αυγινές κορυφές κάθε κτίσης,– της ανθούσης θεότητας γύρη, εσείς, αρμοί του φωτός, διάδρομοι, σκάλες, θρόνοι, Άπειρα υπάρξεως, εσείς, ευφροσύνης ασπίδες, γοητευθείσης θυελλωδώς αίσθησης, ταραχές, και ξάφνου, ένας- ένας καθρέφτες, που το αναβλύζον απ’ τους ίδιους κάλλος πάνω στην ίδια τους όψη πίσω ξαναπαίρνουν.Γιατί εμείς, όταν νιώθουμε, εξατμιζόμαστε· αχ, τον εαυτό μας εκπνέουμε και διαχυνόμαστε· από πυρά σε πυρά, ολοένα κι ασθενέστερο άρωμα αναδίδουμε.

Μας λέει, τότε κάποιος: ναι,. Περνάς μέσα στο αίμα μου· η κάμαρα τούτη, η άνοιξη, από σε γιομίζει… Μάταια· δε μπορεί να μας κρατήσει· εντός του, γύρω του, χανόμαστε. Κ’ εκείνους, που όμορφοι είναι, ποιος θα τους συγκρατήσει; Αδιάκοπα ανατέλλει και βασιλεύει η όψη στο πρόσωπό τους.σαν την δροσιά από το γρασίδι του πρωιού ή και σαν του καυτού φαγητού την πύρα, ό,τι δικό μας είναι, αναλήπτεται.

Πού πάτε χαμόγελα; Ω ανάβλεμμα: νέο, ζεστό, φευγαλέο της καρδιάς κύμα – Αλλοίμονό μου:

Αλλ’ αυτό ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ.Μας γεύεται λοιπόν, το Άπειρο αυτό όπου σβήνουμε;

Οι Άγγελοι, παίρνουν αληθινά, ό,τι τους ανήκει μόνο, ό,τι από κείνους ανάβλυσεν, ή, κάποτε, σα να λαθεύουν, παίρνουν κάτι κι απ’ τηγ δική μας ύπαρξη; Έχουμε, τάχα, πέσει στις όψεις τους, έτσι όπως το ακαθόριστο στην όψη της έγγυας γυναικός;

Δεν το παρατηρούνε μες στη δίνη της επιστροφής στον εαυτό τους. (Πώς θα το εννοούσαν)Αν οι εραστές το εννοούσαν, στην νυχτερινή αύρα παράξενα να ομιλούνε θα δύνονταν. Γιατί, φαίνεται, ότι όλα, όλα μας κρύβουνε.

Κοίτα: τα δέντρα ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ τα σπίτια που τα οικούμε, ακόμα υπάρχουν. Εμείς, μονάχα εμείς σαν αλλαγή του αγέρα, τα προσπερνούμε όλα.

Κι όλα είναι σύμφωνα, να μας αποσιωπήσουν, άλλα σαν όνειδος ίσως, κι άλλα ως ανομολόγητη ελπίδα.

Εσάς, ω Ερωτευμένοι, που ο ένας στον άλλο ασκείται, ρωτώ για μας.

Ο ένας τον άλλο αγγίζει· – τι σας το αποδείχνει;

Δείτε, σε με συμβαίνει, να νιώθουν το ένα το άλλο, τα χέρια μου, ή το φθαρμένο πρόσωπο μου, ανάμεσά τους να καταφεύγει.

Κι αυτό κάποια αίσθηση μου δίνει

Αλλά ποιος, γι αυτό μόνο, ριψοκινδύνεψε να ΥΠΑΡΞΕΙ;

Εσάς, όμως εσάς, που μέσα στην γοητεία του άλλου αυξαίνεται, ώσπου νικημένος σας ικετέψει: όχι ΑΛΛΟ ΠΙΑ – εσάς που πλουταίνετε, κάτω από τα χέρια σας, σαν τις καλοχρονιές στ’ αμπέλια, – εσάς που, κάποτε, αφανίζεστε μόνο γιατί ο άλλος σας ξεπερνά, εσάς ρωτώ για μας.

Γνωρίζω: τόσο μακάρια αγγίζεστε, μόνο γιατί το χάδι διαρκεί, γιατί ο τόπος δεν χάνεται, που, ω Τρυφεροί, σκεπάζετε, γιατί εσείς, μεταξύ σας, την αγνή διάρκεια οσφραίνεστε.

Έτσι, αιωνιότητα σχεδόν, στον εαυτό σας με το αγκάλιασμα, υπόσχεστε.

Κι όμως, όταν του πρώτου βλέμματος υπομείνατε τον τρόμο και στο παράθυρο τη λαχτάρα και το πρώτο κοινό περιδιάβασμα, ΜΙΑ φορά μόνο, στον κήπο: ΕΙΣΤΕ, λοιπόν, ω Ερωτευμένοι, το ίδιο ακόμη; Όταν ο ένας τον άλλο στα χείλη του υψώνει και πίνει-:πιοτό τα πιοτό, ω πώς, τότε, παράξενα ξεφεύγει το μέρος του, κείνος που πίνει! Δεν σας ξάφνιασε η περίσκεψη,. Στις αττικές στήλες, της ανθρώπινης χειρονομίας;

Ο έρωτας κι ο αποχαιρετισμός, δεν ήταν απιθωμένοι, ανάλαφρα τόσο, στους ώμους, σαν από άλλη κι όχι απ’ την δική μας ύλη να ‘ταν φτιαγμένοι;

Σκεφτείτε τα χέρια, πώς, δίχως βάρος, ξαποστάζουν, αν κι η δύναμη στους κορμούς μέσα υψώνεται.

Τούτοι οι αυτοκυριαρχημένοι, εγνώριζαν: εδώ έχουμε φτάσει, αυτό είναι δικό μας, για ν’ αγγιζόμαστε ΕΤΣΙ. Οι Θεοί πιο γερά ακουμπούν πάνω μας.

Μ’ αυτό είναι των Θεών υπόθεση. Αν κι εμείς βρίσκαμε ένα αγνό, συγκρατημένο, στενό Ανθρώπινο, λουρίδα γης καρπερής δικής μας, σε ρέμα ανάμεσα σε πέτρες…..

Γιατί η καρδιά μας η ίδια, πάντα μας ξεπερνά, καθώς εκείνους. Και δε μπορούμε πια σε εικόνες ΄που την γαληνεύσουν, με το βλέμμα να την ακολουθήσουμε, ούτε σε θεϊκά σώματα όπου, μεγαλύτερη, μικραίνει.

Η ΤΡΙΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Την Αγαπημένη να υμνείς, βέβαια. Αλλά κι εκείνον, αλλοίμονο,

τον αθέατο ένοχο Θεό- ποταμό του αίματος.

Αυτόν που από μακρυά τον ξεχωρίζει εκείνη, τον καλό της, ο ίδιος αυτός τι ξέρει για τον κόσμο της Ηδονής, αυτός που από την μοναξιά του πριν τον μερώσει η νέα κοπέλα, συχνά κι αυτή ως να μην υπήρχε, αχ, μέσα από τι, τάχα, άγνωρο στάζοντας, το θείο κεφάλι ανύψωνε, καλώντας σε ταραχή άπειρη την νύχτα ;Ω ο Ποσειδώνας του αίματος! Ω η φοβερή η τρίαινά του!

Ω του στήθους του ο σκοτεινός άνεμος, βγαλμένος από σπειροειδές όστρακο! Άκου πως αυλακώνεται η νύχτα και κοιλαίνει.

Ω άστρα, από σας δεν πηγάζει του εραστή η λαχτάρα για της αγαπημένης του την όψη; Το βλέμμα, που βυθίζεται στο αγνό της πρόσωπο από τα αγνά άστρα δεν το πήρε ;Ούτε εσύ αλλοίμονο, μηδέ κι η μάνα του, δεν έχει τα τόξα των φρυδιών του τόσο, από την αναμονή, τεντώσει.

Ούτε για σένα, νέα κοπέλα, που τον νιώθεις, ναι, μήτε για σένα το χείλι του σε πιο καρπερήν έκφραση δεν καμπηλώθει.

Αληθινά, πιστεύεις, η εμφάνιση σου η ανάλαφρη πως θα τον είχε κλονίσει τόσο, εσύ, που σαν πρωινός άνεμος βαδίζεις; Φώναξέ τον … φώναξέ τον λοιπόν ! δεν τον καλείς από έναν κόσμο ολότελα σκοτεινό. Βέβαια και ΘΕΛΕΙ, ξεφεύγει, ξαλαφρωμένος, συνηθίζει μες στην κρυφή καρδιά σου κι από κει παίρνει κι αρχίζει τον εαυτό του.

Αλλά αρχίσανε, τάχα, τον εαυτό του ποτέ;

Μάνα μικρό τον έκανες, εκείνη που τον άρχισε εσύ ‘σουν, καινούργιος σου ήταν, πάνω από τα καινούργια έγειρες μάτια τον φιλικό κόσμο, και μακρυά έδιωξες τον ξένο.

Αχ, που ‘ ναι τ’ αλλοτινά χρόνια τότε, που απλά, για κείνον, το χάος που πάφλαζε έκφραζες με το ισχνό κορμί σου;

Πολλά του έκρυψες έτσι · το νυχτερινό δωμάτιο αθώο το έκαμες· απ’ την καρδιά σου, τη γιομάτη άσυλα, τον χώρο της νύχτας του ανακάτωσες με πιο ανθρώπινο χώρο

Όχι μέσα στο σκότος, όχι· μέσα στη παρουσία την τόσο κοντινή σου το φως της νύχτας έστησες, και πόσο φιλικόν εφάνη!

Δεν ήταν τρίξιμο που, εσύ, χαμογελώντας να μην εξηγήσεις σα να ‘ξερες από καιρό, ΠΟΤΕ το πάτωμα έτσι θα φερνόταν.

Κι άκουγε αυτός κι ημέρωνε. Τόσα δυνήθη το τρυφερό αναθάρρεμά σου · πίσω απ’ το ερμάρι, τυλιγμένη με στον μανδύα της, η μοίρα του ορθωνόταν, και μες στης κουρτίνας τις πτυχές, κινώντας τις ανάλαφρα, το ανήσυχο μέλλον του περνούσε.

Κι ο ίδιος αυτός, ως πλάγιαζε, ανακουφισμένος, κάτω από τα νυσταγμένα βλέφαρα του αλαφρού σχήματός σου, γλυκά ανελυώντας στην γεύση του πρώτου ύπνου-,

φυλαγμένος ΦΑΙΝΟΝΤΑΝ… Μα, ΜΕΣΑ ΤΟΥ: ποιος θα έστρεφε πίσω, ποιος θα εμπόδιζε, μέσα του, την πλημμυρίδα της καταγωγής του ;

τον ύπνον, αχ, ΔΕΝ ΤΟΝ ΠΡΟΣΕΧΟΥΝ του κοιμώμενου· βέβαια κοιμόταν, αλλά, πολύ πυρέσσοντας, ονειρευόταν: πώς παραδέχτηκε την είσοδό του,

Πώς ο καινούργιος αυτός, ο φοβισμένος, μπλέχτηκε έτσι με του εσώτερου γίγνεσθαι τ’ απλωμένα πλοκάμια, που σ’ αρχέτυπα, σε πνιγηρή βλάστηση και σε ζωώδεις μορφές φευγαλέες ακοντίζονταν. Πώς ενέδωσεν. – Αγαπούσε.Τα μύχια βάθη του αγαπούσε, το εσώτερο αγριοτόπι του, εκείνο το αρχέγονο δάσος μέσα του, που, στο βουβό γκρέμισμα του, η καρδιά του φωτεινά πράσινη στεκόταν.

– Αγαπούσε.

Το εγκατάλειψε, ακολούθησε τις ίδιες ρίζες του στη βίαιη μέσα καταγωγή του, όπου, τη μικρή γέννησή του, ήτανε πια επιβιωμένη ·

Έτσι, αγαπώντας, κατέβαινε στο αρχαιότερο αίμα, στα φαράγγια, που το Φριχτό χορτάτο ακόμη απ’ τους Πατέρες, κειτότανε. Και κάθε Τρομερό τον εγνώριζε και το μάτι μισόκλεινε, σα να συμφωνούσε.

Το Φριχτό χαμογελούσε, αλήθεια… Μάνα,.

Σπάνια χαμογέλασες τρυφερά τόσο. Πώς θα μπορούσε αφού έτσι του χαμογελούσε, να μην το αγαπήσει ; Πριν από σένα το αγάπησε, γιατί, τότε που τον έφερες μέσα σου ακόμη, ήτανε, κιόλας, στο νερό, που ελαφρώνει τη γέννα, διαλυμένο.

Κοίτα, δεν αγαπούμε εμείς. Όπως αγαπούν τ’ άνθη, μια μονάχα εποχή · στα μπράτσα μας, όταν αγαπούμε, ανεβαίνει χυμός αμνημόνευτος, Ω νέα κοπέλα, τούτο, τούτο σε πρόλαβε: μέσα μας αγαπούσαμε. Όχι Ένα, ένα Ερχόμενο, μα την αρείφνητη ζύμωση · όχι ένα τέκνο μονάκριβο, μα τους Πατέρες που ηρεμούνε, στα ερείπια βουνών, στα βάθη μας· την αποξεραμένη κοίτη αγαπούσαμε αλλοτινών μητέρων – ·

Αγαπούσαμε το άφωνο τοπίο ολόκληρο, κάτω από το συννεφιασμένο είτε εύδιο πεπρωμένο: –ΑΥΤΟ σε πρόλαβε, νέα κοπέλα.

Και τι ξέρεις, εσύ η ίδια–; Απ’ τον αγαπημένο μέσα αρχέγονους καιρούς ανέσυρες. Των μεταστάντων τα αισθήματα που ανασκαλεύτηκαν. Τις γυναίκες που σε μισούσαν. Τι σκοτεινούς άντρες ξύπνησες, μέσα στις φλέβες του έφηβου ; πεθαμένα σε γύρευαν παιδιά… Ω, σιγά-σιγά, μια βέβαιη, μια σπιτική δουλειά, αγαθή, κάμε μπροστά του, — οδήγησέ τον στον κήπο πλάι, των νυχτών

την υπεροχή δώσε του…

Συγκράτησέ τον…

ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Πότε χειμερινά θα ‘σαστε, ω δέντρα της ζωής ;

Δεν ομονοούμε. Ειδοποιημένοι δεν είμαστε σαν τα πουλιά που αποδημούν.

Ξεπερασμένοι κι αργοπορεμένα φορτωνόμαστε, ξάφνου, στους ανέμους και πέφτουμε ξανά σ’ απαθές έλος.

Την άνθηση, το μαρασμό, την ίδια γνωρίζουμε στιγμή. Και κάπου ακόμη διαβαίνουνε λιοντάρια και καμιάν, όσο είναι μεγαλόπρεπα, δεν ξέρουν αδυναμία.

Μα εμείς, ενώ μονάχα, σ’ Ένα προσηλωνόμαστε, ενός άλλου νιώθουμε κιόλας την αξία. Κι αυτό, που πιο πολύ κοντά μας, βρίσκεται, είναι η εχθρότητα.

Μη, τάχα, δε σκοντάβουν αδιάκοπα, ο ένας μες στον άλλον, οι Ερωτευμένοι, στα όρια του, ενώ ‘χαν ο ένας στον άλλο υποσχεθεί έναν χώρο μεγάλο, και κυνήγι, και πατρίδα ;

Τότε, για μιας στιγμής σχεδιάγραμμα, κουραστικά, ετοιμάζεται, ένα βάθος από αντίθεση, μόνο για να το δούμε: γιατί ‘ναι όλοι πολύ σαφείς μαζί μας.Της αίσθησης το διάγραμμα αγνοούμε εκτός ό,τι τη σχηματίζει απ’ έξω μόνο.

Ποιος δεν έχει καθίσει φοβισμένος μπρος στην αυλαία, της καρδιάς του ;Υψώθη: παρουσιάστηκε σκηνή αποχαιρετισμού. Να το εννοήσεις εύκολο.

Ο γνωστός κήπος λικνιζόταν αργά: τότε ήρθε μόνο ο χορευτής.

Όχι, ΑΥΤΟΣ. Αρκετά. Μ’ ανάλαφρα όσο κι αν εκινήθη, είναι μασκαρεμένος και γίνεται ένας αστός και στο σπίτι του μπαίνει απ’ την κουζίνα.

Δε θέλω αυτές τις μισογεμισμένες προσωπίδες, –καλύτερα την κούκλα.

Είναι γεμάτη εκείνη. Ν’ ανεχθώ μπορώ το καύκαλό της και το σύρμα και το, εξωτερικό όλο, πρόσωπό της.Εδώ. Στέκω ακριβώς μπροστά. Τα φώτα κι αν ακόμη σβηστούνε, κι αν ακόμη μου πούνε: δεν υπάρχει τίποτε άλλο–, κι αν ακόμη από τη σκηνή προβάλέι το κενό με το γκρι ρεύμα του αγέρα, κι αν ακόμη δεν κάθεται κοντά μου από τους σιωπηλούς προγόνους μου ένας, μηδέ γυναίκα κι ούτε καν το αγόρι με το καφέ, το αλλήθωρο του μάτι: εγώ, όμως, μένω. Θέαμα, πάντα υπάρχει.

Δεν έχω δίκιο ; Εσύ που όλη την πίκρα γεύτηκες της ζωής, πατέρα, τη δική μου ζωή δοκιμάζοντας, εσύ που εκείνα τα πρώτα ξεχειλίσματα του χρέους μου τα ταραγμένα, όταν μεγάλωνα, όλα ξανά και ξανά τα γευόσουν και, με την απόγευση ενός τόσο, αλήθεια, περίεργου μέλλοντος, ασχολημένος, το ανάβλεμμα μου το συννεφιασμένο έβαζες σε δοκιμασία, — από τότε που ‘σαι νεκρός, πάτέρα μου, συχνά, στην ελπίδα μου μέσα, φοβάσαι, κι αταραξία, που οι νεκροί την κατέχουν, βασίλειο αταραξίας εγκαταλείπεις για χάρη της ελάχιστης μου μοίρας,– δεν έχω δίκιο ;

Δεν έχω δίκιο ; Εσύ που όλη την πίκρα γεύτηκες της ζωής, πατέρα, τη δική μου ζωή δοκιμάζοντας, εσύ που εκείνα τα πρώτα ξεχειλίσματα του χρέους μου τα ταραγμένα, όταν μεγάλωνα, όλα ξανά και ξανά τα γευόσουν και, με την απόγευση ενός τόσο, αλήθεια, περίεργου μέλλοντος, ασχολημένος, το ανάβλεμμα μου το συννεφιασμένο έβαζες σε δοκιμασία, — από τότε που ‘σαι νεκρός, πάτέρα μου, συχνά, στην ελπίδα μου μέσα, φοβάσαι, κι αταραξία, που οι νεκροί την κατέχουν, βασίλειο αταραξίας εγκαταλείπεις για χάρη της ελάχιστης μου μοίρας,– δεν έχω δίκιο ;Ω εσείς, δίκιο δεν έχω, εσείς, που μ’ αγαπούσατε μονάχα για την μικρή αρχή της αγάπης μου για σας, που πάντοτε απομακρυνόμουν απ’ την αρχήν αυτήν τι, ο χώρος που ‘ταν πάνω στο πρόσωπο σας, τον καιρό που εγώ τον αγαπούσα, μες τον χώρο του κόσμου, όπου δεν ήσασταν, περνούσε…

Σαν μου ‘ρθει εκεί μπροστά να περιμένω, στη σκηνή των κουκλών, όχι για να ‘μια ένα βλέμμα όλος, που το κοίταγμα μου για να το ισορροπήσει, πρέπει να ‘ρθει σ’ αντίβαρο ένας ΆΓΓΕΛΟΣ στο τέλος, να παίζει και τις κούκλες να σηκώνει.Ο Άγγελος με την κούκλα: τότε υπάρχει κάποιο θέαμα επιτέλους. Τότε, σμίγει ό,τι άπαυτα χωρίζουμε, την ώρα που εδώ ‘μαστε. Και, τότε, αναπηδά μόνο, από τους καιρούς μας μέσα, ο κύκλος της ακέριας πορείας.

Πάνω μας παίζει τότε ο Άγγελος. Δες, δε θα μπορούσαν οι ετοιμοθάνατοι να υποψιαστούνε πόσο γιομάτο από προφάσεις είναι ό,τι κάνουμε εδώ, όπου, κάθε τι ποτέ δεν είναι ό,τι είναι:

Ω παιδικές ώρες, που από τα σχήματα δεν ήταν πίσωθε τίποτ’ άλλο πιο πολύ παρά μονάχα ό,τι ήταν περασμένο και μπροστά μας δεν ήταν το μέλλον.

Βέβαια που μεγαλώσαμε · συχνά και βιαζόμασταν, μάλιστα, μιαν ώρα πιο γρήγορα να μεγαλώσουμε, ίσως από αγάπη για κείνους που απ’ το να ‘ναι μεγάλοι, τίποτα άλλο πια δεν είχαν.

Και στη μοναχική πορεία μας, όμως, διασκεδάζαμε μ’ ό,τι διαρκεί και στεκόμασταν εκεί, στον χώρο εκείνο που τον κόσμο χωρίζει απ’ το παιγνίδι, σε μια θέση, απ’ την αρχή του κόσμου, για κάποιο γεγονός αγνό, φτιαγμένη.Ποιος δείχνει ένα παιδί, έτσι, καθώς είναι ;

Ποιος σ’ ένα αστερισμό μέσα το στήνει και το μέτρο, του δίνει, μες στο χέρι, της απόστασης ;

Ποιος του παιδιού κάνει τον θάνατο από γκρι ψωμί, που θα γενεί σκληρό ; –ή καθώς κουκούτσι κάποιου μήλου όμορφου, στο στρογγυλό του στόμα, τον θάνατον αφήνει ;

… Οι δολοφόνοι μαντεύονται εύκολα. Όμως, αυτό σκέψου: τον θάνατο, τον Θάνατο όλο, πριν από την ζωή ακόμη, απαλά τόσο να τον περιέχεις, δίχως να γογγύζεις, είναι απερίγραπτο.

Η ΠΕΜΠΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Χαρισμένο σε Εκείνον αυτός ξέρειΜα, πε μου, ποιοι ΕΙΝΑΙ αυτοί οι περιπλανώμενοι, οι λίγο κιόλας, κι απ’ τους ίδιους εμάς πιο φευγαλέοι, που, απ’ τα παιδικά τους χρόνια, μια θέληση ανικανοποίητη σπρώχνοντάς τους, πάντοτε, τους κλώθει, – αλλά για ποιόν, για χάρη τίνος ;

Πού τους κλώθει, τους λυγίζει, τους λυγίζει, τους θηλιάζει, και τους τινάζει τους πετά και τους ξαναπιάνει · κ’ είναι ως να κατεβαίνουν από γυαλιστερό, σαν λαδωμένο, αγέρα, επάνω στον φθαρμένο,από το αιώνιο αναπήδημά τους τάπητα, σε τούτο τον τάπητα τον χαμένο μες στο σύμπαν, τον απλωμένο ως μπλάστρι, σα να ’χε, στο μέρος εκείνο, του προαστίου ο ουρανός την γη πληγώσει.

Κ’ εκεί, μόλις-μόλις,

όρθιο,εκεί, για να φανεί: της Στάσης το μέγα αρχικό γράμμα… αλλά και τους πιο ρωμαλέους από τους άντρες τους κυλά πάλι, έτσι γι αστείο, το Πιάσιμο που ολοένα έρχεται και ξαναέρχεται, όπως έκανε κι ο Αύγουστος ο Ρωμαλέος την ώρα του φαγιού μ’ ένα τσίγκινο πιάτο.Αχ, και γύρω από τούτο το επίκεντρο, το ρόδο των θεατών: ανθίζει και ξεφυλλά.

Γύρω από το γουδόχερο τούτο, τον ύπερο, που σ’ επαφή έχοντας έρθει με την δική του ανθόσκονη, έδεσε και πάλι σε πλαστό καρπό της αηδίας,- πού, κάτω από την διαφανέστερη επιφάνεια της αηδίας, το πλαστό χαμόγελο ανάλαφρα απαστράπτει, ωστόσο.Και να, μαραμένος και ρυτιδωμένος ο γέρος αθλητής, που άλλο δεν κάνει πια απ’ το να χτυπά το τύμπανό του τρυπωμένος μες στο γερό πετσί του, που σα να ‘χε μέσα του κλείσει από νωρίς ΔΥΟ άνδρες, που, ο ένας τους, κιόλας, να κείτεται στο νεκροταφείο και να ‘χει ο άλλος επιζήσει, κουφός και, κάπου-κάπου, λίγο κιόλας σα να ‘χασε το δρόμο του μέσα στο χηρεμένο δέρμα.Αλλά ο νέος, ο άντρας, σάμπως να ‘ταν ο γιος ενός τραχήλου και μιας καλόγριας: τεντωμένος κι αλύγιστος, γιομάτος από μυς κι από απλότητα.

Ω! εσείς,

Εσείς που δεχτήκατε, μι’ άλλη φορά, καθώς παιγνίδι έναν πόνο, μικρόν ακόμη τότε, σε μια μακρυά ανάρρωσή του…

Ω! εσύ, που με το πέσιμο, όπως οι καρποί μόνο το γνωρίζουν, δίχως κάν να ‘χεις ωριμάσει καθημερινά εκατό φορές πέφτεις από το δέντρο της κίνησης, της συντροφικά χτισμένης (που πιο γοργός απ’ το νερό, μέσα σε λίγα λεπτά μόνο Άνοιξη, Θέρος και Φθινόπωρο έχεις) – πέφτεις κι αντιχτυπάς πάνω στον τάφο: καμιά φορά, σε μισό διάλειμμα, ένα σχήμα θέλει να γεννηθεί μέσα σου· μ’ απορροφάται απ’ το κορμί σου για να το σπαταλήσει ξώδερμα, το ντροπαλό πρόσωπο τούτο που μόλις δοκιμάστηκε…

Και χτυπά πάλι τα χέρια του ο άντρας για το πήδημα, και, πρίν ακόμα πιότερο σου φανερωθεί ένας πόνος πλάι στην καρδιά σου που αδιάκοπα καλπάζει, το κάψιμο της σόλας ξεπερνά την πληγή του, κάνοντας ν’ αναβρύζουν γρήγορα απ’ τα μάτια σου δύο δάκρυα, κυνηγημένα απ’ το κορμί σου.

Και την ίδια την στιγμή εκείνη παρ’ όλ’ αυτά, έτσι, στα τυφλά, προβάλει το χαμόγελο…

Ω! πάρε το, Άγγελε, δρέψε αυτό το βοτάνι που τόσο σύντομη έχει άνθηση.

Πλάσε ένα βάζο και διατήρησέ το ! Βάλε το στις χαρές μας ανάμεσα, αυτές τις χαρές που δεν μας ανοίχτηκαν ως τώρα · σ’ υδρία χαριτωμένη εγκωμίασέ το, με ανθισμένη οιστρώδη επιγραφή:«Subrisio Saltat »

Ύστερα, εσύ, χαριτωμένη,

Εσύ, που οι πιο γοητευτικές χαρές άφωνα σ’ έχουν

Υπερπηδήσει. Οι φούντες σου, ίσως να ‘ναι ευτυχείς για σένα –, ίσως επάνω

από τα νεανικά, τα τεντωμένα στήθη σου, το πράσινο μεταλλικό μετάξι

να νιώθει κακομαθημένον άπειρα και τίποτα να μη στερείται.

Ω! εσύ, πάντα μ’ ένα άλλο τρόπο στης ισορροπίας τις ζυγαριές, που όλες τρεκλίζουν,

απιθωμένη, οπώρα απ’ της αταραξίας την αγορά,

που φαίνεσαι ανάμεσα απ’ τους ώμους.Πού, αχ, πού να ‘ναι ο τόπος – τον έχω μέσα στην καρδιά μου –,

που ακόμα ήταν μακρυά απ’ το να ΜΠΟΡΟΥΜΕ, ακόμα κι ο ένας

ν’ αποσπαστεί απ’ τον άλλον, όπως ζώα που βατεύονται, κακοζευγαρωμένα ·

που ‘ναι βαριά τα βάρη ακόμη · που, ακόμη από το μάταιο στροβίλισμα τους,

το προκλημένο από τις βακτηρίες, στριφογυρίζουν οι στεφάνες.Και ξάφνου, στο κουραστικό Πουθενά τούτο,

Ξάφνου η θέση η ανείπωτη, όπου το καθάριο

Ελάχιστο, ακατανόητα μεταμορφώνεται: σ’ εκείνο το άδειο.

Πολύ πηδά, όπου ο πολυθέσιος λογαριασμός, χωρίς ψηφία διαλύεται.Πλατείες ! Ω ! πλατεία του Παρισιού, απέραντη σκηνή θεάτρου,

όπου η Madame Lamort, η μοδίστρα,

τους ανήσυχους δρόμους της γης, ατέλειωτες κορδέλες θηλιάζει και τυλίγει

κι επινοεί μ’ αυτές νέας μόδας φιόγκους, κυψελικές πτυχώσεις και κονκάρδες,

άνθη και τεχνητούς καρπούς –, όλα ψευτοβαμμένα, – για τα φτηνά χειμερινά καπέλα του Πεπρωμένου.

————

Άγγελε,

Δε μπορεί, θα υπήρχε μια πλατεία άγνωστη μας,

κι εκεί πέρα σ’ ανείπωτο τάπητα επάνω,

οι εραστές θα έδειχναν ό,τι εδώ δε δύνονται ποτέ να κατορθώσουν:

τα τολμηρά σχήματα της καρδιάς στην ανάτασή της,

τους πύργους τους, από χαρά οικοδομημένους,

τις σκάλες τους που για καιρό πολύ,

όπου τα έδαφος πάντοτε έλειπεν, η μια στην άλλη επάνω τρεμάμενες στηρίζονταν μονάχα,– και μονάχα, μπρος στον κύκλο των θεατών, αθόρυβοι νεκροί, αναρίθμητοι, θα το ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ:

θα ‘ριχναν άραγε αυτοί, τότε, τα στερνά, τα φυλαγμένα πάντα,

πάντα κρυμμένα, που εμείς αγνοούμε,

αιώνιας αξίας νομίσματα της ευτυχίας μπρος στο ζευγάρι

που αληθινά χαμογελά, επιτέλους,

στον τάπητα επάνω τον ησυχασμένο;

Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Πηγή: http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr/2012/06/rainer-maria-rilke.html

(Εμφανιστηκε 505 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν