18 Οκτωβρίου 2017 at 21:56

Ο Shaxson, ο Κέινς και ο νεοφιλελευθερισμός

από

       Ο Shaxson, ο Κέινς και ο νεοφιλελευθερισμός

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το ότι ο Κέινς έχει γαλουχηθεί με τις αρχές του ελεύθερου εμπορίου είναι αναμφισβήτητο. Ο Shaxson στο βιβλίο του «OFFSHORE, Τα Νησιά των Θησαυρών» είναι απολύτως σαφής: «Για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα οι υπέρμαχοι του ελεύθερου εμπορίου ασκούσαν μεγάλη επιρροή: πολλοί πίστευαν ότι ήταν αυτονόητο πως το ελεύθερο εμπόριο δημιουργούσε ευημερία και έφερνε ειρήνη, ενισχύοντας την οικονομική εμπλοκή μεταξύ εθνών και δημιουργώντας αλληλεξαρτήσεις που δυσχέραιναν τη διεξαγωγή πολέμων. Αυτό θύμιζε κάπως το αξέχαστο επιχείρημα που είχε διατυπώσει τη δεκαετία του 1990 ο Τόμας Φρίντμαν, σύμφωνα με το οποίο ποτέ δύο χώρες με McDonalds – σύμβολο του ελεύθερου εμπορίου και της “Συναίνεσης της Ουάσινγκτον” – δεν είχαν εμπλακεί σε πόλεμο μεταξύ τους. (Αυτό έπαψε να ισχύει τον Μάρτιο του 1999 όταν οι νατοϊκές δυνάμεις βομβάρδισαν το Βελιγράδι). Ο Κέινς πίστευε ακράδαντα στα παραπάνω – για λίγο. “Μεγάλωσα όπως οι περισσότεροι Άγγλοι μαθαίνοντας να σέβομαι το ελεύθερο εμπόριο” έγραφε 1933 στο Yale Review, “σχεδόν σαν να αποτελούσε τμήμα του ηθικού νόμου. Θεωρούσα κάθε κοινή απόκλιση από αυτό το νόμο ηλιθιότητα και ταυτόχρονα ανοσιούργημα”». (σελ. 105 – 106).

Το ζήτημα είναι ότι μελετώντας κανείς τον τρόπο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν οδηγείται στα ίδια συμπεράσματα: «… ο Κέινς αντιλήφθηκε ότι στον χρηματοπιστωτικό τομέα ο δανειστής και ο δανειζόμενος διαμορφώνουν μια ιεραρχία.» [… …] «Οι βιομήχανοι καπιταλιστές είναι υποχείρια των χρηματοδοτών καπιταλιστών, και συχνά τα συμφέροντά τους συγκρούονται. Στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, λόγου χάρη, αρέσουν τα υψηλά επιτόκια, από τα οποία μπορεί να αποκομίζει σημαντικά κέρδη· όμως οι βιομήχανοι θέλουν χαμηλά επιτόκια, για να περιορίσουν το κόστος τους». (σελ. 106). Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο ραντιέρη (εισοδηματία) καπιταλιστή και τον επιχειρηματία. Όμως το ζήτημα δεν έμεινε μόνο εδώ: «Ο Κέινς … πρόσθεσε μία ακόμη παράμετρο. Οι χρηματοπιστωτικές εμπλοκές μεταξύ χωρών δε διασφαλίζουν απαραίτητα τη διεθνή ειρήνη». (σελ. 106).

Για τον Shaxson το υπεράκτιο σύστημα των αφορολόγητων παραδείσων και της πλήρους εχεμύθειας είναι ίσως η μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης οικονομίας
Για τον Shaxson το υπεράκτιο σύστημα των αφορολόγητων παραδείσων και της πλήρους εχεμύθειας είναι ίσως η μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης οικονομίας

Η δεδομένη προτεραιότητα που δίνει ο Κέινς στον επιχειρηματία σε βάρος του ραντιέρη έχει να κάνει με τις κοινωνικές ανάγκες και την προσφορά του καθενός σ’ αυτές. Ο επιχειρηματίας παράγει προϊόντα και προσφέρει υπηρεσίες συμβάλλοντας στον πλούτο της χώρας και δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Ο Shaxson σημειώνει εύστοχα: «Από τη μία υπάρχουν επενδύσεις σε εργοστάσια, εκπαίδευση, έρευνα, μισθούς και ούτω καθεξής – πράγματα που κάνουν την κοινωνία πλουσιότερη. Όμως οι χρηματοπιστωτικές επενδύσεις και το κεφάλαιο είναι άλλο ζήτημα. Συχνά γίνεται η παραδοχή πως όταν μια εταιρεία εξαγοράζει μια άλλη λαμβάνει χώρα κάποιου είδους κεφαλαιακή επένδυση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, οι εξαγορές αυτές μπορεί να μην έχουν καμία απολύτως σχέση με πραγματικές επενδύσεις. Όταν μια εταιρεία ή ένα κράτος πουλά ομόλογα ή μετοχές, οι επενδυτές δίνουν χρήμα και παίρνουν ως αντάλλαγμα κομμάτια χαρτί που τους δίνουν τίτλο κυριότητας σε μελλοντικά εισοδήματα. Όταν τα ομόλογα ή οι μετοχές εκδίδονται πρώτη φορά, κινητοποιούνται αποταμιεύσεις και συγκεντρώνονται κεφάλαια, και όλα μαζί διοχετεύονται σε παραγωγικές επενδύσεις. Αυτό είναι γενικά υγιές. Στη συνέχεια, ωστόσο, προκύπτει μια δευτερογενής αγορά, στην οποία γίνεται η διαπραγμάτευση αυτών των μετοχών και των ομολόγων. Οι συναλλαγές σε αυτή την αγορά δε συμβάλλουν άμεσα σε παραγωγικές επενδύσεις· απλώς μετατοπίζουν την ιδιοκτησία. Σήμερα, πάνω από το 95% των πράξεων αγοράς στις παγκόσμιες αγορές αφορά αυτού του είδους τη δευτερογενή δραστηριότητα, και όχι πραγματική επένδυση». (σελ. 108).

Ο Κέινς κατέδειξε ευθέως την προβληματική που γεννιέται από αυτή την κατάσταση: «Ο δε Κέινς εξήγησε τι συμβαίνει όταν αρχίζουν να διαχωρίζονται οι πραγματικές εργασίες των επιχειρήσεων από τους ιδιοκτήτες τους – τους κατόχους αυτών των κομματιών χαρτιού – και ιδίως όταν αυτό συμβαίνει σε διασυνοριακό επίπεδο. “Όταν η ίδια αρχή εφαρμόζεται σε διεθνές επίπεδο” συνέχιζε ο Κέινς “γίνεται, σε περιόδους έντασης, αφόρητη – δεν έχω ευθύνη απέναντι σ’ αυτό που μου ανήκει, και όσοι διαχειρίζονται αυτό που μου ανήκει δεν έχουν ευθύνη απέναντι σε μένα”. Ίσως υπάρχει κάποιος θεωρητικός υπολογισμός που να αποδεικνύει ότι η περιφορά κομματιών χαρτιού ανά τον κόσμο με βάση την προσφορά και τη ζήτηση είναι κάτι το αποδοτικό, έλεγε ο Κέινς. “όμως έχουμε όλο και περισσότερες εμπειρίες που δείχνουν ότι η διάσταση ανάμεσα στην ιδιοκτησία και τη διαχείριση είναι ένα αγκάθι στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, το ποίο σε βάθος χρόνου είναι πιθανό ή βέβαιο ότι θα γεννήσει εντάσεις ή εχθρότητες οι οποίες θα εκμηδενίσουν τον οικονομικό υπολογισμό”». (σελ. 108).

Κι εδώ ακριβώς φτάνουμε στο σύγχρονο νεοφιλελεύθερο κόσμο της ασύδοτης χρηματοοικονομικής ισχύος, των «τοξικών» μετοχικών επενδύσεων και των αφορολόγητων παραδείσων. Ο Shaxson είναι αμείλικτος: «Τα λόγια του» (του Κέινς εννοείται) «ταιριάζουν περισσότερο από ποτέ σε έναν κόσμο όπου τα πιστωτικά παράγωγα και άλλα μέσα χρηματοπιστωτικής μηχανικής έχουν προκαλέσει οικονομικό χάος, τοποθετώντας πανέξυπνους αλλά αδιαπέραστους φραγμούς ανάμεσα στους επενδυτές και τα στοιχεία ενεργητικού που έχουν στην κατοχή τους. Τεράστιες οφειλές από ενυπόθηκα δάνεια και πιστωτικές κάρτες έχουν συσκευαστεί σε μεγάλους σωρούς από χρηματοπιστωτικά φύκια, τα οποία στη συνέχεια συσκευάζονται ξανά και πουλιούνται για μεταξωτές κορδέλες σε σειρές επενδυτών από όλο τον κόσμο, που καθένας τους είναι ακόμα πια αποκομμένος απ’ ό,τι ο προηγούμενος από τη δύσκολη καθημερινότητα των πραγματικών ανθρώπων και επιχειρήσεων. Η περιφορά της ιδιοκτησίας κομματιών χαρτιού, έπρεπε, θεωρητικά, να βοηθά το κεφάλαιο να κινείται προς επενδύσεις που προσφέρουν τις καλύτερες σταθμισμένες με βάση τον κίνδυνο αποδόσεις. Οι καλές επενδύσεις θα πρέπει να χρηματοδοτούνται. Ένας μικρός αριθμός κερδοσκοπικών πράξεων σε αυτές τις αγορές βελτιώνει την πληροφόρηση κι εξομαλύνει τις τιμές. Όταν όμως ο όγκος αυτών των πράξεων είναι εκατό φορές μεγαλύτερος από τον υποκείμενο όγκο των εμπορικών συναλλαγών, το αποτέλεσμα αποδεικνύεται καταστροφικό». (σελ. 108 – 109).

Nicholas Shacson: «OFFSHORE, Τα Νησιά των Θησαυρών», εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2011.
Nicholas Shacson: «OFFSHORE, Τα Νησιά των Θησαυρών», εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2011.

Κι αν κάποιος δυσκολεύεται να κατανοήσει το επικίνδυνο του ασύδοτα ραντιέρικου καπιταλισμού, ο Shaxson είναι πρόθυμος να υπενθυμίσει τις συνθήκες από το μεγάλο κραχ της Αμερικής το 1929: «Η Μεγάλη Οικονομική Κρίση που ξεκίνησε το 1929 ήταν το αποκορύφωμα μιας μακράς περιόδου απορρύθμισης και οικονομικής ελευθερίας, καθώς και μιας μεγάλης χρηματιστηριακής ανόδου χτισμένης πάνω σε ένα όργιο χρέους και εξωφρενικής οικονομικής ανισότητας. Όταν εκείνη η άνοδος έπνεε τα λοίσθια οι 24.000 πλουσιότεροι Αμερικανοί, λόγου χάρη, εισέπρατταν κατά μέσο όρο εισοδήματα 360 φορές υψηλότερα από εκείνα των φτωχότερων έξι εκατομμυρίων οικογενειών, ενώ το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού αποκόμιζε σχεδόν το ένα τέταρτο όλων των εισοδημάτων – ποσοστό λίγο υψηλότερο από τις ανισότητες που ίσχυαν κατά την έναρξη της παγκόσμιας κρίσης το 2007». [… …] «Οι ομοιότητες με την τρέχουσα κατάσταση δύσκολα περνούν απαρατήρητες». (σελ. 106 – 107).

Για τον Shaxson το υπεράκτιο σύστημα των αφορολόγητων παραδείσων και της πλήρους εχεμύθειας είναι ίσως η μεγαλύτερη πληγή της σύγχρονης οικονομίας: «Η ύπαρξη υπεράκτιων κέντρων παρεμποδίζει την αποτελεσματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, ενισχύει την πιθανότητα να ξεσπάσουν κρίσεις και δίνει σε πλούσιους ανθρώπους που διαθέτουν εμπιστευτική πληροφόρηση τη δυνατότητα να μεταθέτουν όλους τους κινδύνους και όλο το κόστος των επιχειρήσεων διάσωσης από τη μειονότητα των επενδυτών στην πλειονότητα των εργαζομένων. Η αποδοτικότητα την οποία επικαλούνται οι υποστηρικτές του υπεράκτιου συστήματος είναι ένα ψέμα. Το κεφάλαιο δεν κινείται πια προς τα εκεί όπου έχει τις καλύτερες αποδόσεις, αλλά εκεί όπου μπορεί να εξασφαλίσει τις καλύτερες φορολογικές επιδοτήσεις και τη μεγαλύτερη εχεμύθεια, καθώς και εκεί όπου μπορεί να διαφεύγει ευκολότερα από τους νόμους, τους κανονισμούς και τις ρυθμίσεις που δεν του αρέσουν. Κανένα από αυτά τα θέλγητρα δεν έχει καμία σχέση με την αποδοτικότερη κατανομή των κεφαλαίων. Ο Κέινς είχε απόλυτο δίκιο». (σελ. 109 – 110).

Ο Κέινς ήταν τόσο υπέρμαχος της φορολόγησης του χρήματος προκειμένου να μην αποταμιεύεται, αλλά να διοχετεύεται στην αγορά προς όφελος της παραγωγικής διαδικασίας, που στέκεται ευνοϊκά ακόμη και στη θεωρία του Gessell για το «σφραγισμένο χρήμα». Στη «Γενική θεωρία» αναφέρει: «… πρωταρχική ανάγκη είναι να μειωθεί το χρηματικό επιτόκιο, κάτι που, όπως επισήμανε» (ο Gessell εννοείται), «μπορεί να πραγματοποιηθεί εάν το χρήμα έχει κόστος διατήρησης όπως ακριβώς άλλα αποθέματα άγονων αγαθών. Αυτή η σκέψη τον οδήγησε στην περίφημη συνταγή του “σφραγισμένου” χρήματος, με την οποία κυρίως συνδέεται το όνομά του και την οποία ευλόγησε ο καθηγητής Irving Fisher. Σύμφωνα λοιπόν με την πρόταση αυτή, τα χαρτονομίσματα (αν και θα χρειαζόταν σαφώς να εφαρμοστεί αυτό και σε τουλάχιστον ορισμένες μορφές τραπεζογραμματίων) θα διατηρούσαν την αξία τους μόνο αν σφραγίζονταν κάθε μήνα, όπως σφραγίζεται μια ασφαλιστική κάρτα με ένσημα που αγοράζονται από το ταχυδρομείο. Το κόστος των ενσήμων θα μπορούσε, φυσικά, να οριστεί σε οποιοδήποτε κατάλληλο ποσό. Σύμφωνα με τη θεωρία μου, θα έπρεπε να είναι περίπου ίσο με το πλεόνασμα του χρηματικού επιτοκίου (ξέχωρα από τα ένσημα) πάνω από την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου που αντιστοιχεί σε ένα ρυθμό νέων επενδύσεων συμβατό με πλήρη απασχόληση. Ο Gessell πρότεινε πραγματική επιβάρυνση 1 τοις χιλίοις την εβδομάδα, που ισοδυναμεί με 5,2% το χρόνο. Στις υφιστάμενες συνθήκες αυτό θα ήταν πολύ υψηλό, αλλά το σωστό ποσό, που θα έπρεπε να καταβάλλεται από καιρό σε καιρό, θα μπορούσε να προσδιοριστεί μόνο με δοκιμές». (σελ. 374).

Βέβαια, ο Κέινς αναγνωρίζει ότι κάτι τέτοιο πρακτικά θα ήταν αδύνατο, αφού, εάν φορολογούταν το χρήμα με τέτοιο τρόπο, όλοι θα φρόντιζαν να αποταμιεύουν με άλλα υποκατάστατα. Το ζήτημα δεν είναι να εξεταστεί κατά πόσο το «σφραγισμένο χρήμα» είναι μια θεωρία ρεαλιστική, αλλά το αδιαπραγμάτευτο της φορολόγησης του αποταμιευμένου χρήματος, που μπορεί να λειτουργήσει κερδοσκοπικά επιβαρύνοντας (αντί να ενισχύσει) την παραγωγική διαδικασία: «Η ιδέα πίσω από το σφραγισμένο χρήμα είναι υγιής. Είναι πραγματικά πιθανό ότι θα μπορούσε να βρεθούν τρόποι πρακτικής εφαρμογής σε μέτρια κλίμακα. Υπάρχουν όμως πολλές δυσκολίες που ο Gessell δεν αντιμετώπισε. Ειδικότερα, δε γνώριζε ότι το χρήμα δεν ήταν το μόνο που ενέχει αμοιβή ρευστότητας […], αλλά απλώς διέφερε από πολλά άλλα αγαθά στο βαθμό και ότι έλκει τη σπουδαιότητά του από το γεγονός ότι έχει μεγαλύτερη αμοιβή ρευστότητας από οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Αν τα χαρτονομίσματα, λοιπόν, αποστερούνταν την αμοιβή ρευστότητας με το σύστημα της σφράγισης, θα εμφανίζονταν πολλά υποκατάστατα – τραπεζικό χρήμα, χρέος εξοφλητέο σε πρώτη ζήτηση, ξένο νόμισμα, κοσμήματα και γενικά πολύτιμα μέταλλα κ.ο.κ.». (σελ. 374 – 375).

Ο Κέινς έδωσε μάχες με τους νεοφιλελεύθερους της εποχής του βάζοντας όρια στο πρόταγμα του ατομικισμού. Ο Shaxson διευκρινίζει: «… οι επικεφαλείς των ιδιωτικών και κεντρικών τραπεζών, με μπροστάρηδες τη Γουόλ Στριτ και το Σίτι του Λονδίνου επεδίωκαν να αποκαταστήσουν τον οικονομικό φιλελευθερισμό της προ του 1914 χρηματοπιστωτικής τάξης πραγμάτων, στην οποία κατείχαν ιδιαιτέρως εξέχουσα θέση, μιας τάξης που συνεπαγόταν ελεύθερη διακύμανση συναλλαγματικών ισοτιμιών, ισοσκελισμένους κρατικούς προϋπολογισμούς και ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων σε όλο τον κόσμο – κάτι που θυμίζει κάπως το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η Μεγάλη Οικονομική Κρίση είχε διαλύσει το όνειρό τους και είχε δυσφημίσει ολοκληρωτικά τη φιλελεύθερη χρηματοπιστωτική τάξη πραγμάτων. “Ο παρηκμασμένος διεθνής αλλά ατομιστικός καπιταλισμός” έγραφε ο Κέινς “δεν αποτελεί επιτυχία. Δεν είναι έξυπνος, δεν είναι όμορφος, δεν είναι δίκαιος, δεν είναι ενάρετος – και δεν προσφέρει αποτελέσματα. Κοντολογίς, τον αντιπαθούμε και σιγά σιγά αρχίζουμε να τον καταφρονούμε”». (σελ. 111 – 112).

Φυσικά, ο Κέινς δεν απέρριπτε τις ευεργετικές επιδράσεις της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Στη «Γενική Θεωρία» γράφει: «… ο ατομικισμός, αν μπορεί να εξαγνιστεί από τα ελαττώματά του κι τις καταχρήσεις του, αποτελεί την καλύτερη διασφάλιση της προσωπικής ελευθερίας, με την έννοια ότι, σε σύγκριση με οποιοδήποτε άλλο σύστημα, διευρύνει σημαντικά το πεδίο άσκησης των προσωπικών επιλογών. Αποτελεί, επίσης, την καλύτερη διασφάλιση της ποικιλομορφίας της ζωής, που ακριβώς προκύπτει από το διευρυμένο αυτό πεδίο προσωπικών επιλογών, η απώλεια των οποίων είναι η μεγαλύτερη απ’ όλες τις απώλειες του ομοιογενούς ή ολοκληρωτικού κράτους». (σελ. 395 – 396).

Το ζήτημα για τον Κέινς είναι οι ισορροπίες που πρέπει να τηρηθούν, ώστε ο άκρατος ατομικισμός να μην οδηγήσει στην απορρύθμιση. Κι αυτός είναι ο ρόλος του κράτους: «Ενώ, λοιπόν, η διεύρυνση των λειτουργιών του κράτους, που συνεπάγεται το καθήκον της αμοιβαίας προσαρμογής της ροπής προς κατανάλωση και της τάσης προς επένδυση, θα φαινόταν σε ένα δημοσιολόγο του 19ου αιώνα ή σε ένα σύγχρονο αμερικανό κεφαλαιούχο χρηματιστή σαν τρομερή καταπάτηση του ατομικισμού, εγώ, αντίθετα, την υπερασπίζομαι, ως τη μόνη πρακτική δυνατότητα να αποφύγουμε την καθολική καταστροφή των υφιστάμενων οικονομικών σχημάτων και ως την προϋπόθεση επιτυχούς λειτουργίας της ατομικής πρωτοβουλίας». (σελ. 396).

Ο Shaxson εστιάζει στη μεγάλη διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς, που εν πολλοίς χάραξε την πορεία της μεταπολεμικής οικονομικής πορείας του πλανήτη: «Το 1944, στη Διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς, το αποκορύφωμα ενός παγκόσμιου μαραθώνιου διαπραγματεύσεων που θα διαμόρφωνε την αρχιτεκτονική του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος για δεκαετίες, ο Μοργκενθάου δήλωσε ότι στόχος έπρεπε να ήταν “η εκδίωξη των τοκογλύφων δανειστών από το ναό της διεθνούς χρηματοδότησης”». (σελ. 112).

Nicholas Shacson
Nicholas Shacson

Κατά τον Shaxson, ο Κέινς, ενώ ήταν αναμφισβήτητα μια μεγάλη φωνή στις διαπραγματεύσεις, δεν κατόρθωσε να πετύχει αυτά που οραματιζόταν: «Ο Κέινς δεν κατάφερε να διαμορφώσει την Παγκόσμια Τράπεζα και, κυρίως, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όπως ήλπιζε. Ήλπιζε ότι το ΔΝΤ θα γινόταν ένας αποπολιτικοποιημένος θεσμός, που θα επέβλεπε μηχανισμούς μέσω των οποίων οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές ανισορροπίες θα επιλύονταν αυτομάτως από μόνες τους, διαγράφοντας, στο μέτρο του δυνατού, από την εξίσωση την πολιτική – αλλά και την ωμή αμερικανική ισχύ. Για τους ίδιους λόγους, δεν ήθελε η έδρα των θεσμών να είναι η Ουάσινγκτον. Όμως οι προσπάθειές του δεν τελεσφόρησαν και όταν τα ζητήματα αυτά αποφασίστηκαν σε επόμενη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε το 1946, ο Κέινς δήλωσε σαρκαστικά ότι ήλπιζε πως “δεν υπάρχει κάποια κακιά νεράιδα, κάποια Carabosse, που ο ίδιος παράβλεψε και ξέχασε να καλέσει στη γιορτή”. Ο Φρεντ Βίνσον, κορυφαίος Αμερικανός διαπραγματευτής, ο οποίος μάλλον ήταν στόχος εκείνου του σχολίου, φέρεται να δήλωσε “Δεν με πειράζει να με λεν κακό – αλλά με πειράζει να με λεν νεράιδα”». (σελ. 112 – 113).

Ο Shaxson θα καταδείξει την ιδεολογική γύμνια του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού: «Σήμερα πολλοί θεωρούν το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα – παιδιά της διάσκεψης του Μπρέτον Γουντς – τσιράκια της παγκοσμιοιποίησης και της αχαλίνωτης κίνησης εμπορευμάτων και κεφαλαίων, καθώς και όργανα των τραπεζιτών της Γουόλ Στριτ. Δεν ήταν αυτή η αρχική ιδέα. Ο Κέινς είχε σκοπό να οικοδομήσει ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα – σχεδόν το ακριβώς αντίθετο του σημερινού κόσμου, όπου τα κεφάλαια κινούνται ελεύθερα από υπεράκτιο κέντρο σε υπεράκτιο κέντρο μέσω ηλεκτρονικών εμβασμάτων. Ο Κέινς ήθελε έναν κόσμο με ελεύθερο εμπόριο, αλλά πίστευε ότι η ελεύθερη διακίνηση αγαθών θα ήταν δυνατή μόνο αν τα χρηματοδοτικά κεφάλαια παρέμεναν κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του κράτους. Σε αντίθετη περίπτωση, κύματα άστατων κεφαλαίων θα προξενούσαν περιοδικά επαναλαμβανόμενες κρίσεις οι οποίες θα παρεμπόδιζαν την οικονομική μεγέθυνση, θα διασάλευαν και θα δυσφήμιζαν το εμπόριο, ρίχνοντας ενδεχομένως τις εύθραυστες ευρωπαϊκές οικονομίες στην αγκαλιά των κομμουνιστών. Όπως είχε παρατηρήσει, υπάρχει μια βασική διάσταση ανάμεσα στη δημοκρατία, από τη μια μεριά, και τις ελεύθερες κινήσεις του κεφαλαίου, από την άλλη. Σε έναν κόσμο όπου το κεφάλαιο κινείται ελεύθερα, αν προσπαθήσει κανείς να μειώσει τα επιτόκια για να ενισχύσει, λόγου χάρη, τις προβληματικές ντόπιες βιομηχανίες, το κεφάλαιο θα φύγει στο εξωτερικό αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις. Οι επενδυτές έχουν εξουσίες βέτο πάνω στις αποφάσεις των εθνικών κυβερνήσεων, και η πραγματική ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων καθορίζεται από αυτό που ο Ινδός οικονομολόγος Πραμπάτ Πατνάικ έχει αποκαλέσει “ένα τσούρμο κερδοσκόπους”. Η διαχείριση της ζήτησης από τις κυβερνήσεις αντικαθίσταται από ανεξέλεγκτες φούσκες και κραχ. Η ελευθερία του χρηματοδοτικού κεφαλαίου συνεπάγεται περιορισμό της ελευθερίας κάθε χώρας να διαμορφώνει τη δική της οικονομική πολιτική: από αυτό το συγκεκριμένο είδος ελευθερίας προκύπτει μια μορφή δουλείας». (σελ. 113 – 114).

Το νεοφιλελεύθερο δόγμα ακόμη προσπαθεί να πείσει για την αυτορρύθμιση της αγοράς και τον αυτόματο μηχανισμό ασφάλειας, που θα δώσει τη λύση σε όλες τις κρίσεις, χωρίς την ανάμειξη του κράτους. Τελικά, το ασύδοτο χρηματιστηριακό καζίνο με την αδιαφάνεια των κινήσεων του κεφαλαίου και την αποφυγή φορολόγησης οδήγησε την οικονομία σε αδιέξοδο, το οποίο πλήρωσαν τα κράτη, δηλαδή οι φορολογούμενοι πολίτες. Οι νεοφιλελεύθεροι της αυτορρύθμισης δεν αρνήθηκαν τα κρατικά λεφτά. Ούτε και τιμωρήθηκαν βέβαια. Ο Robert L. Heilbroner στο βιβλίο του «Οι Φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου» συνοψίζει τη μεγάλη παρακαταθήκη του Κέινς στην ανθρωπότητα: «… η Γενική θεωρία κατέληγε σε ένα εκπληκτικό και ανησυχητικό συμπέρασμα: τελικά δεν υπήρχε αυτόματος μηχανισμός ασφάλειας! Η οικονομία δεν έμοιαζε με τραμπάλα που έτεινε από μόνη της σε οριζόντια θέση, αλλά με ανελκυστήρα: μπορούσε να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει, αλλά μπορούσε να μένει και στάσιμη. Και μπορούσε με την ίδια πιθανότητα να μένει ακίνητη στο ισόγειο ή και στο ψηλότερο πάτωμα. Με άλλα λόγια, μια περίοδος ύφεσης δεν ήταν βέβαιο ότι θα μπορούσε να διορθωθεί από μόνη της – η οικονομία θα μπορούσε να μένει στάσιμη επ’ αόριστον, σαν πλοίο ακινητοποιημένο σε νηνεμία». (σελ. 169 – 370).

Κι αυτό δεν αναιρεί τους κύκλους της οικονομίας που διαπίστωσε ο Κέινς. Αντίθετα συνηγορεί στο ότι χωρίς την παρέμβαση του κράτους, που θα τονώσει την απασχόληση με χρηματοδοτούμενα έργα, είναι δύσκολο (έως καταστροφικά χρονοβόρο) να πάρει ξανά μπροστά η μηχανή της οικονομίας ή (αν θέλουμε να το πούμε αλλιώς) στο ότι η διαρκής κρατική επίβλεψη στο να κρατιούνται τα επιτόκια χαμηλά (ώστε να γίνονται παραγωγικές επενδύσεις) και η τονωτική αναπτυξιακή συνεισφορά του, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο, θα απομακρύνουν το ενδεχόμενο της ύφεσης, τουλάχιστον με την ανεξέλεγκτα καταστροφική ορμή, που έχει καταδείξει η ιστορία της οικονομίας.

Η ελευθερία του χρηματοδοτικού κεφαλαίου συνεπάγεται περιορισμό της ελευθερίας κάθε χώρας να διαμορφώνει τη δική της οικονομική πολιτική: από αυτό το συγκεκριμένο είδος ελευθερίας προκύπτει μια μορφή δουλείας
Η ελευθερία του χρηματοδοτικού κεφαλαίου συνεπάγεται περιορισμό της ελευθερίας κάθε χώρας να διαμορφώνει τη δική της οικονομική πολιτική: από αυτό το συγκεκριμένο είδος ελευθερίας προκύπτει μια μορφή δουλείας

Το επιχείρημα ότι η πληθώρα των καταθέσεων που υπάρχει σε περίοδο ύφεσης θα μειώσει τα επιτόκια τονώνοντας εκ νέου τις παραγωγικές επενδύσεις είναι αδύνατο να το πάρει κανείς στα σοβαρά: «Ο Κέινς ανακάλυψε το αδύνατο σημείο αυτού του επιχειρήματος στην απλούστερη και προφανέστερη (από τη στιγμή που κάποιος την επισήμανε) πραγματικότητα της οικονομικής ζωής: στο χειρότερο σημείο της ύφεσης δεν ήταν δυνατό να υπάρχει πληθώρα καταθέσεων. Διότι αυτό που συμβαίνει όταν μια οικονομία μπαίνει σε πτωτική πορεία είναι ότι τα εισοδήματα συρρικνώνονται και, μαζί μ’ αυτά, συρρικνώνονται και οι αποταμιεύσεις. Πώς θα ήταν δυνατό μια κοινότητα να αποταμιεύει σε δύσκολους καιρούς όσο θα αποταμίευε σε μέρες ευημερίας; ρώτησε ο Κέινς. […] Το αποτέλεσμα της ύφεσης δε θα ήταν να πολλαπλασιαστούν οι αποταμιεύσεις αλλά να στερέψουν – δε θα είχαμε κατακλυσμό αποταμιεύσεων αλλά σταγονίδια». (σελ. 370).

Ο κρατικός έλεγχος στις κινήσεις των κεφαλαίων κρίνεται επιβεβλημένος. Ο Shaxson θα καταθέσει μια προσωπική εμπειρία: «Ο καθηγητής Σολ Πισιότο μου έδειξε κάποτε το παλιό του διαβατήριο, το οποίο περιλαμβάνει ένα τμήμα με την επικεφαλίδα “Ξένο Συνάλλαγμα – Ιδιωτικά Ταξίδια”. Είναι σκεπασμένο με επίσημες σφραγίδες και υπογραφές. Για να πάρει κανείς ξένο συνάλλαγμα για ταξίδια στο εξωτερικό έπρεπε να λάβει επίσημη άδεια. Και οι εταιρείες έπρεπε να λάβουν άδεια για να μετακινήσουν χρήματα σε άλλες χώρες. Πρόκειται για ένα σύστημα που σήμερα φαντάζει σχεδόν αδιανόητο. Οι κεφαλαιακοί έλεγχοι χαλάρωσαν το δεσμό ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική οικονομική πολιτική, προσφέροντας στα κράτη περιθώρια για να επιδιώξουν άλλους στόχους, όπως η διατήρηση πλήρους απασχόλησης. Αντί να μπαίνουν όρια στη δημοκρατία από τα καπρίτσια άστατων κερδοσκόπων και ανθρώπων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ο Κέινς προτίμησε να βάλει όρια στη διεθνή κινητικότητα του κεφαλαίου». (σελ. 114).

Κι εδώ δε μιλάμε για την τόνωση της γραφειοκρατίας που θα επιβάλει ελέγχους και σφραγίδες ακόμη και στον τελευταίο τουρίστα. (Στο κάτω – κάτω όλα αυτά είναι διαπραγματεύσιμα. Θα μπορούσε να επιβληθεί έλεγχος από ένα ποσό κι επάνω αφήνοντας τις τουριστικές συναλλαγές απ’ έξω). Εδώ μιλάμε για τον έλεγχο του κεφαλαίου, που δε θα μπορεί να κινείται ανεξέλεγκτα εκβιάζοντας τις κυβερνήσεις. Μιλάμε, δηλαδή, για την προστασία της δημοκρατίας από την ασύδοτη πλεονεξία μιας ελάχιστης ολιγαρχίας: «Η κατάργηση των κεφαλαιακών ελέγχων είναι κάτι σοβαρό, αλλά τώρα έχουν κάνει ένα ολόκληρο βήμα ακόμα πιο πέρα, σε έναν κόσμο όπου το κεφάλαιο δεν είναι απλώς ελεύθερο να κινείται από χώρα σε χώρα, αλλά ενθαρρύνεται ενεργά και τεχνητά να προσελκύεται από διάφορα υπεράκτια θέλγητρα: εχεμύθεια, αποφυγή κανόνων τραπεζικής εποπτείας, μηδενική φορολόγηση και ούτω καθεξής. Παράλληλα έχει εμφανιστεί μια ολόκληρη υποδομή από κοστουμαρισμένους δικηγόρους, λογιστές και τραπεζίτες, που όλοι έχουν παγιωμένο συμφέρον να επιταχύνουν τις κινήσεις και να ενισχύουν τα στρεβλά κίνητρα. Ο Κέινς θα είχε φρίξει». (σελ. 115).

Ως επίλογος, το μόνο που μένει είναι η διαπίστωση του Κέινς για την παιδαριώδη εμμονή της οικονομικής αυτορρύθμισης: «Έτσι, η αιχμή της κριτικής μου στρέφεται ευθέως εναντίον της ανεπάρκειας της θεωρητικής θεμελίωσης του δόγματος του laissez – faire, με το οποίο ανατράφηκα και το οποίο δίδαξα επί πολλά χρόνια – έναντι της ιδέας ότι το επιτόκιο και ο όγκος των επενδύσεων αυτορυθμίζονται στο άριστο επίπεδο, ώστε η ενασχόληση με το εμπορικό ισοζύγιο να είναι χάσιμο χρόνου. Έτσι, εμείς, ο κλάδος των οικονομολόγων, αποδεικνύεται ότι έχουμε διαπράξει ασυγχώρητο σφάλμα αντιμετωπίζοντας σαν παιδαριώδη εμμονή κάτι που επί αιώνες υπήρξε ο πρωταρχικός στόχος της πρακτικής πολιτικής». (σελ. 358). Υπό αυτή την έννοια, ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι πρόοδος, αλλά ολοκάθαρο πισωγύρισμα.

Τζον Μέιναρντ Κέινς: «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος», εκδόσεις Παπαζήση για λογαριασμό της εφημερίδας «Το Βήμα», Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α. Ε., Αθήνα 2010.

Nicholas Shacson: «OFFSHORE, Τα Νησιά των Θησαυρών», εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2011.

 Robert L. Heilbroner: «Οι Φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου, η ζωή και οι ιδέες τους», εκδόσεις «Κριτική», Αθήνα 2000.

 

(Εμφανιστηκε 252 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)