8 Οκτωβρίου 2017 at 23:10

Βουτώντας (σ)τον καθρέφτη

από

Βουτώντας (σ)τον καθρέφτη

Γράφει η Titania Matina

Το 1474, ο Jan van Eyck έβαλε όλα τα επιτεύγματα της μαεστρίας του, αλλά και των εικαστικών της εποχής του, σε ένα μόνον έργο. Ήταν το Ζεύγος Arnolfini, στημένο ενώπιον του ζωγράφου σε στενόμακρο δωμάτιο και με το φως να εισβάλλει από τζαμωτό στ’ αριστερά. Ο Jan συγκέντρωνε σ’ αυτό όλους τους νέους κανόνες που καθιέρωνε η αναγεννησιακή προ-οπτική: βλέμμα κατευθυνόμενο από μπροστά προς διατάξεις και γραμμές του χώρου που ξεμακραίνουν προς το βάθος. Κι εκεί στο βάθος, κρεμασμένο στον τοίχο ακριβώς απέναντι, κεντραρισμένο στο “σημείο φυγής”, έβαλε κυκλικό κυρτό καθρέφτη, με το γυαλί να πλαισιώνεται με ζωγραφιές θρησκευτικές και με συμβολισμούς τόσο έντονους ώστε η σύγχρονη έρευνα τον αναγνώρισε ως “Μάτι του Θεού”. Στην επιφάνειά του όλα εικονίζονται αντίστροφα. Εδώ είναι οι πλάτες των μορφών που ποζάρουν στον ζωγράφο κι όλα τα πράγματα εικονίζονται απ’ την άλλη τη μεριά. Το έργο το σφραγίζει βεβαιότητα ατμοσφαιρική, καθώς τα μάτια του δημιουργού του βλέπουν με πληρότητα ώς τότε άγνωστη. Εν τέλει, στο Ζεύγος Arnolfini παίρνει ο ίδιος ο Jan τις ιδιότητες του καθρέφτη του. Το μάτι το θεϊκό, σε συμμετρία με τον ζωγράφο, γίνεται ισοδύναμό του. Ο Jan van Eyck δεν είναι πλέον μόνο αυτόπτης μάρτυς. Γίνεται παντεπόπτης.

Jan van Eyck, Ζεύγος Arnolfini
Jan van Eyck, Ζεύγος Arnolfini

Πριν κάποια χρόνια, συζητούσαμε γι’ αυτά. Φοιτητής Αρχιτεκτονικής, ο Δ. πέταγε στα δάχτυλα και Ιστορία της Τέχνης και Οπτική. Σε δισδιάστατο χαρτί το ’χε εύκολο να σχεδιάζει και πράγματα και χώρους κι άξονες συμμετρίας και σημεία προβολής. Εκεί που τα ’χανε, ήταν όταν στέκονταν ο ίδιος στον καθρέφτη. Κι άγγιζε–ας πούμε– τον δεξί του ώμο, μα το είδωλό του έπιανε αριστερή πλευρά. Και τότε, ό,τι ήτανε στη θεωρία δεδομένο, φαινότανε στην πράξη παραμόρφωση. Διασάλευαν οι προβολές την τάξη των πραγμάτων του. Μπροστά στον καθρέφτη, ο Δ. δεν έβλεπε το είδωλό του. Έβλεπε από αυτό. Μαγεία! Που όμως του την κατέστρεφε μια εμμονικότητα αγχώδης στο κατά γράμμα της προσωπικής μετωπικής ματιάς. Φοβότανε η ομοιοστασία του κόσμου του τη σύμβαση που κρύβει η οφθαλμαπάτη των αντανακλάσεων. Κι έτσι, ό,τι για τον Jan van Eyck υπήρξε θρίαμβος, γινόταν για τον Δ. εμπειρία οδυνηρή.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο συμβατικό απ’ τη μαγεία. Προϋπόθεσή της είναι το “έστω” μιας συγκατάβασης στο θάμβος, το “ας γίνει έτσι” μιας συμφιλίωσης με το όνειρο. To 1871, στο Through the looking glass, o Lewis Carroll είχε συνοψίσει τη συνθήκη στην επαναλαμβανόμενη φράση “Let’s pretend that…” που οδήγησε την Alice σε μια σειρά από παραμυθένιες περιπέτειες και, τελικά, την μεταμόρφωσε από λευκό πιόνι σε Ντάμα Κούπα. Η Αλίκη συμφώνησε στη διαφάνεια του καθρέφτη ο οποίος κρεμότανε πάνω απ’ το τζάκι. Καμώθηκε πως ήταν κάτι ομιχλώδες, αραχνοΰφαντο. Σκαρφάλωσε και πέρασε από μέσα του. Συμφώνησε και στις αρχές της συμμετρίας. Κι έτσι, όταν πήδησε στο δάπεδο της άλλης της μεριάς, βρήκε όντως μια φωτιά να καίει. Όμως με την ακόμη εντονότερη ζέση που η φαντασία της φούντωνε. Βρήκε και τα αντικείμενα του νέου δωματίου βαλμένα με την τάξη μιας αναλογίας μ’ αυτό που προηγούμενα ήξερε. Μόνο που, τώρα, ήταν ουσιωδώς πιο ενδιαφέροντα. Μπαίνοντας στο Looking-glass room, η Αλίκη έμπαινε σ’ ένα παιχνίδι. Κι αυτό είχε, βέβαια, τους όρους του. Άρεσαν στην Αλίκη γιατί ήταν “different as possible”.

Η αρχαιότητα είχε κι αυτή τα δικά της ευφάνταστα παιχνίδια με καθρέφτες. Ένα φημισμένο σώζεται από σχολιαστές κι από το λεξικό της Σούδας του 10ου αιώνα μ.Χ. Αφορά όμως τον Πυθαγόρα από τη Σάμο, φιλόσοφο, μαθηματικό και θεωρητικό της μουσικής του 6ου π.Χ. αιώνα. Διαβάζουμε τα εξής: “Του Πυθαγόρα είναι και το εξής παιχνίδι με κάτοπτρο (παίγνιον διὰ τοῦ κατόπτρου). Όταν είναι ολόγιομο το φεγγάρι (πληροσελήνου τῆς σελήνης οὔσης) κι αν κανείς γράψει με το αίμα του πάνω σ’ ένα καθρέφτη ό,τι θέλει (εἴ τις ἔσοπτρον ἐπιγράψειεν αἵματι ὅσα βούλεται), καθώς θα δείχνει προς τη σελήνη αυτά που έγραψε, κάποιος άλλος που θα στέκεται πίσω του, αν κοιτάξει τον κύκλο της σελήνης, θα μπορεί να διαβάσει όλα όσα έχουν γραφεί πάνω στον καθρέφτη σαν να είναι γραμμένα πάνω στο φεγγάρι (ἀναγνοίη πάντα τὰ ἐν τῷ κατόπτρῳ γεγραμμένα ὡς ἐπὶ τῆς σελήνης).” Έψαχνε πιθανά ο Πυθαγόρας τη γεωμετρία των αντανακλάσεων, στήνοντας οπτικές αναμετρήσεις σε μιαν ακολουθία αντιμέτωπων κατόπτρων, σε πλήρες σύστημα αντι-κατοπτρισμών. Τραβούσε τα οπτικά φαινόμενα σε όρια ανυπέρβλητα. Πιο πέρα ίσως απ’ ό,τι θα φαντάζονταν ο Carroll. Σε πάρε δώσε μ’ ένα μάτι θεϊκό μάλλον ασύλληπτο και για τον van Eyck. Δοκίμαζε ο Πυθαγόρας μια συμπαντική επικοινωνία φωτός. Ανταλλαγή μηνυμάτων κοσμικών με το φεγγάρι. Θα δούμε ότι οι παραδόσεις ήθελαν την τεχνική του να ’ναι ανάλογη μ’ εκείνην που εφάρμοζαν οι μάγισσες.

Μα, μοιάζει το φεγγάρι με καθρέφτη, τεράστιο και πανοπτικό.

Σ’ ένα πρώιμο έργο επιστημονικής φαντασίας του 2ου αιώνα μ.Χ., την Ἀληθῆ Ἱστορίαν (1.25-26) του Λουκιανού, αφού έχει προσεληνωθεί το αερόπλοιο της δράσης, ο συγγραφέας βρίσκει φρέαρ αβαθές, απ’ όπου οι Σεληνίτες ακούνε όλα όσα λέγονται στη γη, και ακριβώς από πάνω του ένα τεράστιο κάτοπτρο. Εκεί βλέπει ο Λουκιανός όλες τις πόλεις και τα έθνη. Βλέπει και την πατρίδα και τους οικείους του, ακριβώς όπως είναι κανονικά. Δεν ξέρει όμως αν κι αυτοί τον βλέπουν.

Η παρατήρηση, και μάλιστα η ωμή επέμβαση, στα μυστικά της σελήνης, των ουράνιων σωμάτων και της φύσης ολόκληρης βρισκότανε στη δικαιοδοσία της μαγείας. Μπορούσες να μάθεις καλά όλες τις φάσεις στο γέμισμα και τη χάση του φεγγαριού και, αν το έφερνε η ανάγκη, μπορούσες να το κατεβάσεις. Τον 5ο π.Χ. αιώνα, ο Ιπποκράτης (Περὶ τῆς ἱερῆς νούσου 1. 4) αγανακτούσε μ’ αυτές τις πεποιθήσεις και πρακτικές: “Λένε πώς ξέρουνε να κατεβάζουν το φεγγάρι και ν’ αφανίζουνε τον ήλιο, να φέρνουνε χειμώνα ή καλοκαίρι, βροχές και καύματα, να κάνουνε τη θάλασσα απέραστη και άφορη τη γη κι όλα τα σχετικά, είτε με τελετές είτε και μέσω κάποιας άλλης γνώσης ή μελέτης (σελήνην καθαιρεῖν καὶ ἥλιον ἀφανίζειν καὶ χειμῶνά τε καὶ εὐδίην ποιεῖν καὶ ὄμβρους καὶ αὐχμοὺς καὶ θάλασσαν ἄπορον καὶ γῆν ἄφορον καὶ τἄλλα τὰ τοιουτότροπα πάντα ὑποδέχονται ἐπίστασθαι, εἴτε καὶ ἐκ τελετέων εἴτε καὶ ἐξ ἄλλης τινὸς γνώμης καὶ μελέτης).

Ανάλογα δυσφορούσε κι ο Πλάτωνας (Γοργίας 513a), που απέδιδε το κατέβασμα της σελήνης στις Θεσσαλές (τὰς τὴν σελήνην καθαιρούσας, τὰς Θετταλίδας). Αργότερα, οι τεράστιες δυνάμεις αυτών των γυναικών θα καταγραφόταν και σε επίγραμμα ανωνύμου το οποίο βρίσκουμε στην Anthologia Graeca (AP 14. 140. 1-3): “έργα… όμοια μ’ αυτά που οι γυναίκες/ παίζουνε οι Θεσσαλές./ Μαραίνουνε το μάτι της Σελήνης” (ἔργα… οἷα γυναῖκες/ Θεσσαλικαὶ παίζουσι. μαραίνεται όμμα Σελήνης).

Η Θεσσαλή η μάγισσα που κατεβάζει το φεγγάρι έγινε κοινός τόπος στη γραμματεία της αρχαιότητας. Οι αριστοφανικές Νεφέλες (749-52) έστησαν με την ευκαιρία χωρατό. Ο Στρεψιάδης έχει χρέη που τα προσαυξάνουν οι τόκοι. Καταφεύγει σ’ ένα “φροντιστήριον” σοφιστών για να μάθει κόλπα που να τον γλυτώσουν απ’ τους δανειστές του κι απ’ τις επαπειλούμενες μηνύσεις στο δικαστήριο. Συζητώντας με τον Σωκράτη, σκέφτεται.

“Αφού προσλάβω μάγισσα Θεσσαλή/ να κατεβάσω τη νύχτα τη σελήνη κι έπειτα/ να την κλείσω σε στρογγυλό κουτί,/ όπως έναν καθρέφτη, κι εκεί να την προσέχω”:

γυναῖκα φαρμακίδ’ εἰ πριάμενος Θετταλήν

καθέλοιμι νύκτωρ τὴν σελήνην, εἶτα δὴ

αὐτὴν καθείρξαιμ’ εἰς λοφεῖον στρογγύλον,

ὥσπερ κάτοπτρον, κᾆτα τηροίην ἔχων.

Ο Αριστοφάνης δίνει την πρωιμότερη μαρτυρία που έχουμε στη διάθεσή μας σχετικά με την πρακτική. Υποδεικνύει επίσης και τις γενικές γραμμές της λειτουργίας της.

Εστιάζοντας στο σχήμα μιας κυκλικής εφαρμογής –εν προκειμένω, σχήματος τόσο γεωμετρικού, όσο και λογοτεχνικού– προσφέρει το κλειδί της κατανόησης. Το βρίσκουμε στη χρήση του ρήματος τηρῶ, που σημαίνει παράλληλα ότι παρατηρώ, αλλά και κρατάω κάτι φυλαγμένο. Το φεγγάρι χωράει στο στρογγυλό κουτί κι άρα είναι καθρέφτης που με καθρέφτη ελέγχεται. Το θέμα είναι να προσέχεις, να παρατηρείς πώς το φεγγάρι κι ο καθρέφτης επικοινωνούν, σε αλληλεπίδραση ολικού συστήματος, σαν σε κλειστό κύκλωμα συμπαθητικής μαγείας. Κάπως έτσι κατέληξε στο συμπέρασμά του κι ο μεταγενέστερος σχολιαστής των αριστοφανικών Νεφελών, εκείνος του 10ου αιώνα μ.Χ., που απευθείας συνέδεσε τις μαγγανείες των Θεσσαλών γυναικών με το διὰ τοῦ κατόπτρου παίγνιον του Πυθαγόρα.

Η λεπτομέρεια που ο σχολιαστής δεν επεσήμανε –αλλά αξίζει να την αναρωτηθούμε– είναι πως σ’ αυτούς τους στίχους της κωμωδίας μπορεί και να ενσωμάτωσε ο Αριστοφάνης μια αυθεντική γητειά, όπως θα την τραγούδαγε μια Θεσσαλή φαρμακίς. Ο Στρεψιάδης κάνει κατάχρηση δυνατοτήτων –πράγμα βεβαίως που το επιτρέπει η κωμωδία– όταν φαντασιώνει πως ο ίδιος θα κατεβάσει το φεγγάρι κι όταν κατ’ επανάληψιν χρησιμοποιεί το α΄ ενικό πρόσωπο στις ευκτικές του. Αυτές, στην κυριολεξία τους, θα έκφραζαν ευχές –όμοιες μ’ εκείνο το “Let’s pretend that…” της σύμβασης του Lewis Carroll– μάλλον ταιριαστές στην επωδό μιας μάγισσας.

Το καλαμπούρι στις Νεφέλες, προκύπτει απ’ το γεγονός ότι η σκέψη για τη μαγγανεία συνδέεται με τα οικονομικά άγχη που βασάνιζαν τον Στρεψιάδη απ’ την αρχή του έργου, όταν παρατηρούσε τη σελήνη να προχωρεί στην εικοστή της μέρα κι έτσι να φτάνει στο τέλος του ο σεληνιακός μήνας (στ. 16-18). “Τι θα κερδίσεις μ’ αυτό;” –αναρωτιέται ο Σωκράτης μόλις έχει ακούσει την ιδέα για το κατέβασμα του φεγγαριού. “Τι θα κερδίσω;” –αποκρίνεται ο Στρεψιάδης. “Μα, αν ποτέ δεν ξαναβγεί φεγγάρι, δεν θα ’χω να πληρώνω. Τα χρέη υπολογίζονται ανά μήνα” (στ. 754-56).

Εύλογα απόρησε ο Σωκράτης. Γνώστης ο ίδιος των τεχνικών της γοητείας –οι Νεφέλες αφήνουν πολυάριθμες αιχμές εναντίον του ως προς αυτό το σημείο– ήξερε τους λόγους τους πραγματικούς που θα οδηγούσαν το φεγγάρι σ’ ένα καταγώγιον. Επρόκετο για πρακτική μαγείας ερωτικής. Τον 3ο π.Χ. αιώνα, τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου, που αναδιηγούνταν θρύλους γύρω απ’ τον πόθο της Μήδειας για τον Ιάσωνα, εμφάνιζαν τη Μήνη, Τιτανίδα θεά του φεγγαριού, να εξαναγκάζεται από επωδούς να χωθεί στο σκοτάδι, στη σπηλιά του έρωτα και με τη σκέψη του έρωτα (μνησαμένη φιλότητος), για να διευκολύνει τα έργα που η μάγισσα αγαπάει (IV 59-61). Ίδια ήταν η περίσταση και με τις επαγγελματίες του έρωτα. Η τεχνική του κατάγειν τὴν σελήνην, την οποία θα έθετε σε κίνηση η φαρμακίς για λογαριασμό μιας εταίρας, αφορούσε στο ξελόγιασμα, στην αποπλάνηση, εντέλει στην υφαρπαγή του επιθυμητού εραστή (ἀπέσπασεν ἀπ’ ἐμοῦ ὑπαγαγοῦσα) όπως την καταγράφουν, για παράδειγμα, οι Εταιρικοί Διάλογοι του Λουκιανού, στη συζήτηση μεταξύ Γλυκέριον και Θαΐδας.

Είτε στην εκδοχή της αιματηρής πυθαγόρειας διερεύνησης, είτε και με τη λάμψη του γυναικείου φτιασιδώματος, τα διά των κατόπτρων παίγνια ούτε εύκολα ήταν ούτε χωρίς κόστος. Προϋπέθεταν μια έλξη κι ένα πάθος. Στο κάτω κάτω της γραφής, για το φεγγάρι επρόκειτο. Ποιος θα το πείραζε ποτέ για πλάκα;

Η φωτογραφία είναι από εδώ: http://www.huffingtonpost.com/2013/09/11/the-paintings-that-revolutionized-art_n_3882629.html

(Εμφανιστηκε 175 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)