6 Οκτωβρίου 2017 at 10:20

Θεόφιλος Βέικος: Η φιλοσοφία, η θρησκεία και η επιστήμη

από

 Η φιλοσοφία, η θρησκεία και η επιστήμη

Ο συγγραφέας Θεόφιλος Βέικος γεννήθηκε στο Βελβεντό Κοζάνης το Σεπτέμβριο του 1936. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και σπούδασε φιλοσοφία στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Βερολίνου. Από το 1963 εργάστηκε ως πανεπιστημιακός βοηθός στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης και το 1970 εξελέγη υφηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στην ίδια Σχολή, όπου και δίδαξε δυο χρόνια ως εντεταλμένος υφηγητής. Το 1971 εξελέγη καθηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων, όπου δίδαξε ως το 1979, το χρόνο που εξελέγη καθηγητής στη Φιλοσοφική Αθηνών. Από το 1979 διδάσκει Φιλοσοφία και Ιστορία της Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική και τη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με μια έκφραση του Stace, «η φιλοσοφία παίρνει το νήμα της γνώσης εκεί όπου το αφήνουν οι επιστήμες».
Με μια έκφραση του Stace, «η φιλοσοφία παίρνει το νήμα της γνώσης εκεί όπου το αφήνουν οι επιστήμες».

Κείμενο: Θεόφιλος Βέικος

Φιλοσοφία και θρησκεία

Είμαστε κληρονόμοι μιας παράδοσης τριών τουλάχιστο αιώνων, που μας λέει πόσο σπουδαίο είναι να διακρίνουμε καθαρά φιλοσοφία και θρησκεία. Ο Βίκο κιόλας διατύπωσε ένα εξηγητικό σχήμα, που προβάλλει τον πολιτισμό να αναπτύσσεται σε τρεις περιόδους, τη θεϊκή, την ηρωική και την ανθρώπινη. Κατά την άγρια ή παιδική περίοδο του νου ο φυσικός τρόπος έκφρασης είναι η ποίηση. Αυτή φτάνει στην πιο μεγαλειώδη φάση της με την ποίηση των βαρβαρικών ή ηρωικών εποχών, π.χ. τα ποιήματα του Ομήρου και του Δάντη. Με την ανάπτυξη του πολιτισμού και ενώ ο λόγος κυριαρχεί πάνω στη φαντασία και στο πάθος, τη θέση της ποίησης την παίρνει η πρόζα. Η ποίηση, βέβαια, δεν εκτοπίζεται ολότελα, μόνο παραμερίζεται σιγά σιγά. Έτσι, ανάμεσα στον ποιητικό ή καθαρά φανταστικό τρόπο, με τον οποίο εκφράζεται αρχικά η ανθρώπινη εμπειρία, και στον τρόπο της πρόζας, που είναι ορθολογικός τρόπος έκφρασης, διαμορφώνεται ένας τρίτος, ενδιάμεσος τρόπος: ο μυθικός ή μισοφανταστικός. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο ανάπτυξης μια θρησκευτική ερμηνεία αγκαλιάζει το σύνολο της εμπειρίας. Και οι τρεις αυτές μορφές έκφρασης δεν μπορούν να ζήσουν ειρηνικά η μία κοντά στην άλλη. Καθώς παρατηρούσε ο Κόλινγουντ, «η σχέση ανάμεσά τους είναι μια σχέση διαλεκτικής διαδοχής με μια ορισμένη χρονική τάξη». Η συνέπεια αυτής της άποψης είναι η θέση πως «μια θρησκευτική στάση απέναντι στη ζωή είναι προορισμένη να παραγκωνιστεί από μια ορθολογική ή φιλοσοφική».
Αυτή η πίστη στάθηκε μια θεμελιακή και κυρίαρχη ιδέα του διαφωτισμού, που προϋπόθετε πως ο λόγος της φιλοσοφίας αποτελεί το μοναδικό όπλο ενάντια στην κατεστημένη θρησκεία και στο πνεύμα δεισιδαιμονίας και βαρβαρότητας που τη συνοδεύει. Η ιδέα που υπόκειται σ’ αυτή τη στάση πολεμικής ενάντια στη θρησκεία είναι πως η διανοητική δραστηριότητα των ανθρώπων ακολουθεί τέτοια πορεία, που, όταν ο νους φτάσει σε μια ωριμότητα, ορισμένες προηγούμενες μορφές διανοητικής δραστηριότητας, που είναι πρωτόγονες, είναι μοιραίο να εξαφανιστούν. Μ’ αυτό το νόημα, ο Χιουμ, π.χ., ή ο Βολταίρος, καθώς και οι οπαδοί τους θα μπορούσαν να θεωρηθούν άνθρωποι που με τη μεσολάβησή τους φέρεται σ’ ένα τέλος η θρησκευτική περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας και εγκαινιάζεται μια άλλη, ορθολογική, περίοδος.
Όπως η θρησκεία, η φιλοσοφία είναι ένας τρόπος να δοθεί σχήμα και νόημα στο σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας. Και, όπως όλες οι θρησκείες, οι φιλοσοφίες προβάλλονται στο όνομα της αλήθειας. Αλλά τόσο τα προβλήματα της φιλοσοφίας όσο και οι τρόποι αντιμετώπισής τους είναι πολύ διαφορετικοί από της θρησκείας. Ακόμα κι αν η φιλοσοφία καταγίνεται με το απόλυτο, δεν μοιάζει με τη θρησκεία, που έχει να κάνει με το προσωποποιημένο απόλυτο. Η διάκριση, που συνήθως γίνεται, ότι η θρησκεία στηρίζεται στην πίστη και την αποκάλυψη, ενώ η φιλοσοφία στο λόγο και το επιχείρημα, είναι μια διάκριση που ανάγεται στον Φράνσις Μπέικον. Αν και προβάλλεται με τη διάκριση αυτή σαν μοναδικά άξια του ονόματός της η φιλοσοφία εκείνη που χαρακτηρίζεται από το αυστηρό ορθολογικό πνεύμα της επιστήμης, εκφράζει ωστόσο μια πολύ ξεχωριστή σχέση. Γιατί, όσο κι αν μένουν απέξω ανορθόλογα και ποιητικά φιλοσοφήματα, είναι αλήθεια πως η φιλοσοφία αναπτύχθηκε κυρίαρχα σαν ένα βασίλειο του λόγου.

Ο Αριστοτέλης σε ελληνικό γραμματόσημο του 1996
Ο Αριστοτέλης σε ελληνικό γραμματόσημο του 1996

Φιλοσοφία και επιστήμη

Η φιλοσοφία έχει θεωρηθεί, σε σχέση με την επιστήμη, με πολύ διαφορετικούς τρόπους: Πρώτα σαν επιστήμη και μάλιστα «επιστήμη των επιστημών» (scientia scientiarum). Αν όμως η φιλοσοφία μπορούσε να σταθεί σαν επιστήμη των επιστημών, δεν θα ήταν επιστήμη, δεν θα μπορούσε δηλαδή να είναι μία από τις επιστήμες. Υπήρξαν, βέβαια, φιλόσοφοι που έπλασαν λιγότερο φιλόδοξα όνειρα για τη φιλοσοφία σαν επιστήμη. Ο Χιουμ, π.χ., ισχυρίστηκε πως έτσι και η φιλοσοφία απαλλαγεί από τα παράξενα στοιχεία που έχει μέσα της, θα μπορεί να προβάλλεται σαν ηθική επιστήμη ή επιστήμη της ανθρώπινης φύσης. Και επειδή όλες οι επιστήμες είναι δημιουργήματα του ανθρώπινου μυαλού, αυτές θα εξαρτώνται βασικά από την επιστήμη της ανθρώπινης φύσης. Ο John Stuart Mill και ο William Hamilton δέχονταν παρόμοια τη φιλοσοφία σαν την επιστημονική γνώση του ανθρώπου. Πολλοί όμως φιλόσοφοι (π.χ. ο Husserl και ο Meinong) και πολλοί ψυχολόγοι (αν όχι όλοι) υποστηρίζουν πως η φιλοσοφία και η ψυχολογία πρέπει να διαχωρίζονται αυστηρά μεταξύ τους.
Πολλοί φιλόσοφοι ονειρεύτηκαν τη φιλοσοφία σαν επιστήμη και σχεδίασαν να διαμορφώσουν μια φιλοσοφική επιστήμη ή επιστημονική φιλοσοφία, έχοντας σαν πρότυπο τη φυσική, που θεωρείται συνήθως υπόδειγμα επιστήμης. Η φιλοσοφία δεν μπορεί, βέβαια, να γίνει δεχτή στη χορεία των επιστημών και οι επιστήμες δεν θα ήθελαν να έχουν τη φιλοσοφία στην εκλεχτή τους παρέα. Κι αυτό γιατί η φιλοσοφική έρευνα παρουσιάζεται μάλλον σαν απομίμηση της επιστημονικής έρευνας. Η φιλοσοφία μοιάζει μονάχα με την επιστήμη. Αυτή «δεν είναι ούτε καθαρή θεωρία ούτε καθαρή κριτική».
Η φιλοσοφία έχει θεωρηθεί ακόμα σαν προεπιστήμη, γνώση δηλαδή που δεν είναι ακόμα ώριμη να αποτελέσει αυτοδύναμη και άρτια επιστήμη. Υπήρξαν από παλιά φιλόσοφοι που κρατούσαν όλο το νήμα της γνώσης. Ο Αριστοτέλης, π.χ., ασχολήθηκε με τόσα πολλά και ποικίλα αντικείμενα —αν όχι με όλα— ώστε όλοι όσοι μετά απ’ αυτόν αναφέρθηκαν στη φιλοσοφία, το έκαναν για να ονομάσουν φιλοσοφία τόσο την επιστήμη όσο και αυτό που εμείς ονομάζουμε φιλοσοφία. Από την εποχή του Αριστοτέλη ως σήμερα, τα όρια ανάμεσα στη φιλοσοφία και στις επιστήμες έχουν σε μεγάλο βαθμό αποσαφηνιστεί μέσα από τις ιστορικές διαδικασίες ανάπτυξης των επιστημών και μέσα επίσης από την ίδια την πράξη του φιλοσοφείν. Αλλά είναι δυνατό να υπάρχουν ακόμα ασαφή όρια. Αν, λ.χ., η σύγχρονη γλωσσοαναλυτική φιλοσοφία βρίσκεται καθ’ οδόν, όπως ισχυρίζεται ο Austin, προς τη γέννηση ενός νέου τύπου γλωσσολογικής θεωρίας, είναι πιθανό πως ο Κρατύλος του Πλάτωνα και το τρίτο βιβλίο του Δοκιμίου του Λοκ θα θεωρούνται μελλοντικά σαν προστάδια στην ιστορία ανάπτυξης του γλωσσολογικού αυτού κλάδου.
Η ιδέα της φιλοσοφίας σαν προεπιστήμης μπορεί να υποστηριχτεί μέσα από την ιστορία των επιστημών, που συχνά προεκτείνεται στην προϊστορία. Φιλοσοφία είναι, όπως υποστήριζε ο William James, «ένα συγκεντρωτικό όνομα για ερωτήματα που δεν έχουν απαντηθεί ικανοποιητικά» και μόλις αυτά απαντηθούν ικανοποιητικά, οι γνώσεις που έχουν κερδηθεί οργανώνονται σε σώμα ειδικής επιστήμης. Οριακά, η διαδικασία αυτή «διάσπασης» της φιλοσοφίας σε ξεχωριστές αυτοτελείς επιστήμες οδηγεί στη διάλυσή της. Η φιλοσοφία, που κάποτε ήταν αρμόδια για όλα, μπορεί τελικά να μείνει αρμόδια μόνο για την υπογραφή της ληξιαρχικής πράξης του θανάτου της.
Τέλος, η φιλοσοφία έχει θεωρηθεί σαν δραστηριότητα που έρχεται μετά την επιστήμη. Λέγεται συχνά πως εκεί που τελειώνουν οι επιστήμες αρχίζει η φιλοσοφία. Αυτή παριστάνεται έτσι να αποτελεί ένα είδος περιφερειακής ζώνης στα όρια των επιστημών. Με μια έκφραση του Stace, «η φιλοσοφία παίρνει το νήμα της γνώσης εκεί όπου το αφήνουν οι επιστήμες».
Ο Αλτουσέρ σκέφτεται πως η φιλοσοφία στις πιο μεγάλες της στιγμές ήρθε στον κόσμο «κατόπιν εορτής». Η επιστήμη αναπτύχθηκε ως τώρα σε τρεις μεγάλες «επιστήμες- ηπείρους»: τα μαθηματικά που θεμελίωσε ο Θαλής, τη φυσική που θεμελίωσε ο Γαλιλαίος και την ιστορία που θεμελίωσε ο Μαρξ. Σε καθεμία απ’ αυτές αντιστοιχεί και μία μεγάλη στιγμή για τη φιλοσοφία: η θεμελίωση των μαθηματικών στην αρχαία Ελλάδα είχε σαν συνέπεια τη δημιουργία της πρώτης μεγάλης φιλοσοφίας, της φιλοσοφίας του Πλάτωνα• η θεμελίωση της φυσικής στα νεότερα χρόνια είχε σαν επακόλουθο την ανανέωση της φιλοσοφίας από τον Ντεκάρτ και το ρασιοναλισμό• και η θεμελίωση της ιστορίας στη σύγχρονη εποχή έχει σαν συνέπεια τον διαλεκτικό υλισμό.
Το σχήμα αυτό εξηγεί ορισμένες μεγάλες στιγμές από την πορεία ανάπτυξης της φιλοσοφίας, αλλά δεν εξηγεί άλλες, π.χ. τη στιγμή της αριστοτελικής φιλοσοφίας, τη στιγμή της φιλοσοφίας του Θωμά του Ακινάτη ή εκείνη της χεγκελιανής φιλοσοφίας, που είναι επίσης μεγάλες στιγμές αυτής της ιστορίας. Οι φιλοσοφικές ιδέες διαγράφουν αμφίδρομες πορείες από την επιστήμη και προς την επιστήμη, καθώς και ανοιχτές πορείες προς τη θρησκεία, τη λογοτεχνία και τις άλλες μορφές κουλτούρας. Συχνά η φιλοσοφία θεωρείται σαν σκέψη που δεν είναι τόσο κριτική ώστε να πλησιάζει την επιστήμη, ούτε τόσο ανορθόλογη που να πλησιάζει τη θρησκεία, και γι’ αυτό παρουσιάζεται σαν ένα ενδιάμεσο πεδίο, μια «νεκρή ζώνη», όπως έλεγε ο Ράσελ, ανάμεσα στη θρησκεία και στην επιστήμη, και γι’ αυτό εκτεθειμένη σε επιθέσεις και από τις δύο πλευρές.
Υπάρχουν, λοιπόν, σαφείς απόψεις απ’ όπου η φιλοσοφία παρουσιάζεται διαφοροποιημένη από την επιστήμη, τον κοινό νου, τον μυθικό και θρησκευτικό τρόπο σκέψης, τον ποιητικό στοχασμό και τη λαϊκή σοφία. Σαν προβληματική κατάσταση του πνεύματος είναι πηγή απεριόριστων ερωτημάτων και απόψεων που αναφέρονται στην πραγματικότητα και στη γνώση της. Και θέτει ερωτήματα, δίνει απαντήσεις και αναπτύσσει συζητήσεις σε πλαίσια εργασίας όπου κυριαρχούν, στις καλύτερες περιπτώσεις, η μεθοδικότητα, ο λόγος και το επιχείρημα. Η φιλοσοφία παρουσιάζεται τότε σαν μία σχολή του επιχειρήματος.

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Προλεγόμενα στη Φιλοσοφία», εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1983

(Εμφανιστηκε 125 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)