1 Οκτωβρίου 2017 at 19:37

Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες

από

Η εταίρα στην αρχαιότητα – σχεδόν ανεκδοτολογικές ιστορίες

(2ο μέρος του η΄ μέρους)

Οι εταίρες κι ο Ερωτικός Κατάλογος  

Γράφει η Titania Matina   

Η αρχαιότητα είχε τους καταλόγους της. Μακροσκελείς αναφορές ονομάτων που η προφορική λαλιά παρέδιδε για αιώνες. Ξέρουμε κάποιους από αυτούς.

Νεν κατάλογος. Κατάλογος των πλοίων και των βασιλιάδων που τα κυβερνούσαν στην Τρωική εκστρατεία. Τον 8ο π.Χ. αιώνα, ενσωματώθηκε στη ραψωδία Β της Ιλιάδας, με τρόπο όμως που φανερώνει παλιότερα στρώματα αφηγήσεων.

Γυναικῶν Κατάλογος, στην αρχαιότητα γνωστός και ως Ἠοῖαι (ο τίτλος σήμαινε τέτοιες όπως). Περιείχε τα ονόματα και τις αρχοντικές γενεαλογίες θρυλικών γυναικών που έσμιξαν με θεούς ή ήρωες κι έτσι οι βίοι τους λειτούργησαν αρχετυπικά στον μύθο. Τμήμα μιας τέτοιας κατάταξης, με αναφορά σε δεκατέσσερις ηρωίδες που αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες, μπήκε σφήνα στην Οδύσσεια λ. Άλλο τέτοιο μητρώο, πολύ αποσπασματικά σωζόμενο, αλλά με ανάλογο περιεχόμενο, αποδίδεται συνήθως λανθασμένα στον Ησίοδο.

σκηνή από την ταινία Film d'amore e d'anarchia του Nino Rota
Σκηνή από την ταινία «Film d’amore e d’anarchia» της Lina Wertmüller

Ὀλυμπιονικν ἀναγραφή. Παράθεση των ονομάτων των νικητών στους αγώνες της Ολυμπίας από το 776 π.Χ. που πρωτοθεσμοθετήθηκαν. Από τον 5ο π.Χ. αιώνα και μετά, οι λογογράφοι έδιναν γραπτή μορφή στους καταλόγους αυτού του είδους.

Με λίγα λόγια, οι κατάλογοι της αρχαιότητας είχαν να κάνουν με πρόσωπα ‒μυθικά ή πραγματικά‒ που είχαν επιτελέσει έργα θαυμαστά και υπήρξαν, γι’ αυτό τον λόγο, αξιομνημόνευτα. Ήταν αυτά που οι άνθρωποι έπρεπε να θυμούνται. Και δεν είναι καθόλου παράξενο που, από ένα σημείο και πέρα, τέτοιοι ταξινομικοί πίνακες συντάσσονταν και για τις εταίρες.

Ο Αθήναιος του 3ου αιώνα μ.Χ., λόγιος δηλαδή μιας υστερότερης φάσης της αρχαιότητας ‒που όμως καταγόταν απ’ την περίφημη Ναύκρατιν, ελληνικό εμπορείο στο Δέλτα του Νείλου φημισμένο για τις εταίρες του, ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα‒, παραθέτει τις προσωπογραφίες εταιρών του ελληνόφωνου κόσμου στους Δειπνοσοφιστές του. Εκεί, διηγείται όσα διαμείφθηκαν μεταξύ των συμμετεχόντων σε συμπόσιο του Ρωμαίου Λαρήνσιου. Οι συνδαιτυμόνες ‒όλοι τους αριστοκρατικού προφίλ και ιδιαζούσης ευφυίας‒ αναλύουν το πλήρες φάσμα των συμποτικών τους πρακτικών: τα ποτά και τα εδέσματα, τις λιχουδιές και τα καρικεύματα, τις συνταγές και τα σερβίτσια, τα παιχνίδια και τα ευφυολογήματα που, επί αιώνες, η ετικέττα καθιέρωνε. Γι’ αυτό και οι Δειπνοσοφιστές, κάθε τόσο, παραπέμπουν σε προγενέστερες ‒συχνά χαμένες πια για εμάς‒ λογοτεχνικές πηγές, ώστε να υποστηρίξουν την εγκυρότητα των θέσεων και των γούστων τους.

Στο πολύτομο έργο του Αθήναιου, τα βιβλία διαδέχονται το ένα το άλλο διεξερχόμενα τις τέτοιου είδους λεπτομέρειες. Όταν πια ξεκινάει το 13ο βιβλίο, οι συμποσιαστές ετοιμάζονται να ανασυνθέσουν ρωτικν Κατάλογον, με εναρκτήρια αρχαιοπρεπή επίκληση στην Ερατώ, για να υπαγορεύσει η Μούσα στη μνήμη τους όσα έχουν ειπωθεί για τον έρωτα και για τα πράγματα τα ερωτικά. Μέσα σε λίγες παραγράφους, οι συνομιλητές έχουν ξεμπερδέψει μ’ όλες τις διακεκριμένες ιστορίες μοιχείας και παραφοράς των γαμετῶν, των παντρεμένων δηλαδή γυναικών ‒στο άψε σβήσε ξεμπερδεύουν ακόμη και με τα αρχαιότατα παραδεδομένα έθιμα πολυγαμίας. Και με τον ενθουσιασμό του ίμερου, που όμως συχνά πυκνά δαγκώνει την καρδιά, φέρνουνε την κουβέντα στις εταίρες. Τίποτε δεν συγκρίνεται με το βλέμμα και τη γοητεία τους. Κι αυτό τις κάνει επικίνδυνες γιατί αφανίζουν τις περιουσίες των εραστών τους. Από εκεί και πέρα, το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης που περιέχεται στο 13ο βιβλίο των Δειπνοσοφιστών εύλογα ασχολείται μόνο μ’ αυτές.

Αρχίζουμε να μαθαίνουμε περισσότερα. Δεν ήταν τούτες Αντιόπες κι Ιφιμέδειες σαν τις αρχοντικές ηοίες. Ετούτες γίνονταν κυρίως γνωστές με όρους που απαιτούσε η δουλειά:

Πλαγγών (κουκλίτσα), Σινώπη (ενδεχομένως λόγω καταγωγής, ίσως όμως και λόγω των ροδαλών ψιμυθίων της), Γνάθαινα, Νάννιον (σε γένος ουδέτερο εν είδει υποκοριστικού), Θεανώ, Ώκιμον (βλαστάρι), Θάλαττα, Άντεια (ίσως απ’ τις ερωτικές συναντήσεις), Οπώρα (φρούτο), Κλεψύδρα (διευκρινίζεται στην παράγραφο 22d ότι χρονομετρούσε τη σεξουαλική της συμμετοχή), Λύκα, Μυρρίνη (αρωματισμένη), Χρυσίς, Ιερόκλεια, Λοπάδιον (μικρή χύτρα), Ασπασία (η ερωμένη του Περικλή, θα υποσχόταν αγκαλιές και φιλιά), Λαγίσκη (λαγουδάκι), Θεολύτη, Δαμασάνδρα (δάμαζε τους άντρες), Μέλισσα, Αβρότονον (η μητέρα του Θεμιστοκλή, ασφαλώς λόγω της λεπτότητας των τρόπων της), Λάμια (μια εταίρα του Θεμιστοκλή και μια άλλη του Δημητρίου του Πολιορκητή, με θηριώδεις μάλλον σεξουαλικότητες), Κλεινώ (φημισμένη), Ποθεινή, Μύρτιον (μυρτιά), Βόα (φώναζε δυνατά), Βάραθρον, Πειθώ, Λέαινα, Λεόντιον, Φαινοστράτη, Σταγόνιον, Άνθη, Γλυκέρα, Γαλήνη, Κορώνη, Καλλίστιον, Θάλλουσα, Μετάνειρα (ακολουθούσε τους άντρες), Μανία, Φίλιννα, Δημώ (κοινή), Δεξιθέα, Νέαιρα, Ροδώπις (με ροδαλή όψη), Δωρίχα (απ’ το δώρο), Μαλθάκη (μαλακή) κ.ο.κ.

Μακρά η λίστα των ονομάτων, των γυναικών και των ιστορικών περιόδων που, τον 3ο αιώνα μ.Χ., κάλυψαν την έκταση του 13ου βιβλίου των Δειπνοσοφιστών. Φυλλομετρώντας τον Ερωτικό Κατάλογο του Αθήναιου, μπορούμε να τις φανταστούμε να προβάλλουν τα θέλγητρά τους μέσα απ’ τις σημασίες των ονομάτων τους. Ποζάρουνε τα ονόματα με σκέρτσα και καμώματα, άλλοτε πιο χαριτωμένα κι άλλοτε πάλι χονδροειδή. Στήνουν προφίλ, δίνουνε υποσχέσεις, προαναγγέλλουν παρουσίες του σώματος και των ερωτικών συμπεριφορών. Όμοια κι απαράλλαχτα μ’ εκείνη την παρενθετική σκηνή στην ταινία Film d’amore e d’anarchia της Lina Wertmuller, με τις κοκότες που ανοίγουν το μπορντέλο της πολυτέλειας στη Ρώμη του Μουσολίνι. Νοιώθουμε εκείνον τον αέρα της φτιασιδωμένα κραυγαλέας θεατρικότητας, που με συνέπεια απηχείτο και στην αρχαιότητα όταν το Νάννιον, για παράδειγμα, εξίσου γίνονταν γνωστό με το παρατσούκλι Προσκήνιον ή όταν άλλη εταίρα διάλεγε να κυκλοφορεί υπό τον τίτλο Χορηγίς λες και ηγείτο ενός πολυπληθούς Χορού εραστών. Στον μακρύ κατάλογο της ονοματοποιίας, οι πόζες ξελόγιαζαν, γίνονταν προσωπεία, περσόνες κυριολεκτικά, άλλοτε πιο πετυχημένες κι άλλοτε μάλλον της σειράς. Με τέτοιους όρους παρώδησε τις εταίρες κι η Μέση Κωμωδία της Αττικής στην χαμένη για εμάς Παννυχίδα (Ολονυκτία) του Εύβουλου που ο Αθήναιος μνημονεύει (Δειπνοσοφισταί XIII, 24e):

“Αυτές τις φιλοτράγουδες, που για το χρήμα ρίχνουνε δολώματα,

τις ασκημένες φοραδίτσες της Κύπριδας,

που είναι γυμνές και στη σειρά παραταγμένες, κατά μέτωπο,

και στέκονται με πέπλους αραχνοΰφαντους ωσάν

τις Κόρες που ο Ηριδανός ποτίζει με τα καθαρά νερά του.

Στα σίγουρα ασφαλώς μπορείς από δαύτες

με νόμισμα μικρό να αγοράσεις ηδονή.”

Τον 4ο π.Χ. αιώνα, ο Εύβουλος δεν δίσταζε να σκιαγραφήσει τις εταίρες ως συνηθισμένες πόρνες που έκαναν πιάτσα, εκμηδενίζοντας την αίγλη της αριστοκρατικής αβρότητας γύρω απ’ την οποία εκείνες πάσχιζαν να στεριώσουν τη φήμη τους.

Ωστόσο, όπως σε κάθε κατάλογο και κάθε ταξινόμηση, υπήρχαν κι οι περισσότερο πετυχημένες των προσωπικών ιστοριών. Ήταν, ας πούμε, εκείνες οι περιπτώσεις που οι πόζες των εταιρών απαθανατίζονταν από φημισμένους ζωγράφους και γλύπτες. Σαν τη Θεοδότη που έκανε το μοντέλο όταν την συνάντησε ο Σωκράτης (Ξενοφώντας, Απομνημονεύματα, 3.11) ή σαν εκείνες τις γυναίκες τις οποίες αναπαριστούσαν οι λεγόμενοι “πορνογράφοι” της αρχαιότητας και που μνημονεύονταν από τον Πολέμωνα στο ‒σήμερα χαμένο‒ Περὶ τῶν ἑν Σικυῶνι Πινάκων (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, ΧΙΙΙ, 21b).

Αν η συγκυρία ήταν ακόμη πιο ευτυχής, θα επρόκειτο για μια Λαΐδα. To όνομά της δήλωνε πώς ήταν του λαού και, πράγματι, δεν έκλεινε την πόρτα της ποτέ σε άντρες μιας ταπεινότερης τάξης κοινωνικής ή και προχωρημένης ηλικίας. Κι όμως, ο θρύλος έλεγε γι’ αυτήν ότι η ίδια η Αφροδίτη της Κορίνθου, η ονομαζόμενη Μελαινίς (Μαύρη), συντρόφευε τον ύπνο της για να της φανερώνει πώς να εξασφαλίζει πλούσιους εραστές. Το στήθος της Λαΐδας πολυζωγραφίστηκε. Θάμπωσε και τον ζωγράφο Απελλή, που ήταν ο πρώτος που διαπίστωσε την ομορφιά της όταν την είδε, δούλα ακόμη απ’ τα Ύκκαρα της Σικελίας, να κουβαλάει νερό απ’ την πηγή της Πειρήνης. Κι ήταν ο Απελλής αυτός που την εισήγαγε στα κορινθιακά συμπόσια (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ, 53c-d).

Ή θα επρόκειτο για μια Φρύνη. Όπως το όνομα προσήμαινε, ήταν το βατραχάκι. Κι αυτό της το χαρακτηριστικό, υπήρξε σε αρκετές περιπτώσεις εξαιρετικά κρίσιμο. Συνήθιζε να λύνει τα μαλλιά της και να λούεται γυμνή στη θάλασσα της Ελευσίνας ή της Ποσειδωνίας. Κι έτσι, έδωσε έμπνευση για δυο μεγάλα έργα Τέχνης διακεκριμένων εραστών της: την Αναδυομένη Αφροδίτη του Απελλή ‒αντίγραφο της οποίας ενέπνευσε πολλούς αιώνες αργότερα και τον Botticelli‒ και την Αφροδίτη της Κνίδου του Πραξιτέλη (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ, 58f). Με τούτα και με τ’ άλλα, το βατραχάκι βρέθηκε να κατηγορείται στο αθηναϊκό δικαστήριο για ασεβή προσβολή των Ελευσινίων Μυστηρίων. Κι η τιμωρία θα ήταν ο θάνατος. Μπροστά στον κίνδυνο επιβολής της εσχάτης των ποινών, ο δικηγόρος της ρήτορας Υπερείδης ‒που επίσης υπήρξε ερωτευμένος μαζί της‒ ζήτησε να την φέρουν για να την δουν με τα ίδια τους τα μάτια οι δικαστές. Κι όπως η Φρύνη στάθηκε, εκείνος έσκισε τους μικρούς της χιτωνίσκους, αποκαλύπτοντας, ενώπιον όλων, την ωραιότητά της. Της εξασφάλισε αθώωση, καθώς το δικαστήριο παραδέχτηκε ότι είχε μπροστά του μια πραγματική ιέρεια και υπηρέτρια της Αφροδίτης (ὑποφῆτιν καὶ ζάκορον). Όμως το δεδικασμένο προκάλεσε τέτοιο σάλο, ώστε, έκτοτε, βγήκε νόμος να μην παρουσιάζονται οι κατηγορούμενοι ενώπιον τον δικαστών για να μην τους επηρεάζουν συναισθηματικά (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ, 58d).

Το επιτυχές στήσιμο μιας πρωτοκλασσάτης εταίρας ιχνηλατούσε παραδειγματικά μια εσχάτη υπερασπιστικών γραμμών: τη δύναμη που έχει η πόζα για να πείθει όταν διεγείρει κι όταν συγκινεί. Επιβεβαίωνε, έτσι, και το συμποτικό σκόλιον που τραγουδιόταν στην αρχαία Κόρινθο (Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ, 33f). Οι υπηρέτριες της Αφροδίτης είχαν δύναμη τεράστια. Ήταν οι υπηρέτριες της Πειθούς.

Η φωτογραφία είναι από εδώ: http://www.klg.gr/

(Εμφανιστηκε 500 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)