23 Σεπτεμβρίου 2017 at 18:06

Οι εκλογές του 1844

από

Οι εκλογές του 1844

Γράφει ο Μανόλης Πλούσος

Αμέσως μετά το πέρας των εργασιών της εθνοσυνέλευσης του 1843 ξεκίνησαν οι διαδικασίες για τις πρώτες συνταγματικές εκλογές του νέου ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο του νεότευκτου συντάγματος, δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι άνδρες άνω των 25 ετών, ενώ οι υποψήφιοι βουλευτές έπρεπε να έχουν συμπληρώσει το 30ο έτος και μπορούσαν να θέσουν υποψηφιότητα σε περισσότερες από μια επαρχίες. Κάθε επαρχία θεωρούταν εκλογική περιφέρεια και ο αριθμός των εκλεγμένων βουλευτών της σχετιζόταν με τον πληθυσμό της. Περιφέρειες με πληθυσμό 10.000 εξέλεγαν έναν βουλευτή, με 20.000 πληθυσμό δυο βουλευτές, με 30.000 κατοίκους τρεις  βουλευτές, ενώ περιφέρειες με πληθυσμό άνω των 30.000 εξέλεγαν τέσσερεις βουλευτές. Εξαίρεση αποτέλεσαν τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες που εξέλεγαν τρεις και δυο βουλευτές αντίστοιχα, καθώς και οι Ψαριανοί που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα και εξέλεγαν δυο βουλευτές. Επίσης, προβλεπόταν και μια βουλευτική θέση για τον πληρεξούσιο των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το εκλογικό σύστημα που προκρίθηκε ήταν το πλειοψηφικό με στενή περιφέρεια. Αυτό καθόριζε ότι ο πρώτος σε ψήφους στην περιφέρεια συνδυασμός έπαιρνε όλες τις έδρες και οι υπόλοιποι καμία. Τέλος, οι κάλπες μεταφέρονταν στην πρωτεύουσα της κάθε επαρχίας όπου και ανοίγονταν παρουσία του διοικητή.

Γκραβούρα του 1870 που αναπαριστά τις εκλογές του 1844 στην Τρίπολη.
Γκραβούρα του 1870 που αναπαριστά τις εκλογές του 1844 στην Τρίπολη.

Για τις πρώτες ελεύθερες εκλογές ο Γ. Ασπρέας σημειώνει: «Ό,τι συνέβη κατά το έτος εκείνο (1844), κατά τας πρώτας βουλευτικάς εκλογάς, είνε άξιον μεγάλης προσοχής, διότι τα γεγονότα εκείνα υπήρξαν τα κατ΄ εξοχήν κληροδοτήσαντα εις την χώραν την πολιτική κακοδαιμονίαν, υπό την ειδεχθή πτέρναν της οποίας ηδικοπάθησεν ο Ελληνισμός». Αντίστοιχα ο Π. Καρολίδης σχολιάζει για τις πρώτες αυτές εκλογές: «Διεξήχθησαν δε αι εκλογαί καθ’ άπαν το κράτος υπό οιωνούς άγαν δυσοιώνους ως προς την ομαλήν λειτουργίαν του νέου πολιτειακού καθεστώτος. Πάθη σφοδρότατα και βιαιοπάθεια κομματική εξεδηλώθη εν αυτοίς, δεινή δε ακολασία του τε κυβερνητικού και του αντιπολιτευομένου τύπου υπερέβη παν όριον ευπρεπείας και αιδημοσύνης πολιτικής». Τα τρία κόμματα της περιόδου, Αγγλικό υπό τον Αλ. Μαυροκορδάτο, Γαλλικό υπό τον Ιω. Κωλέττη και το Ρωσικό υπό τον Ανδρ. Μεταξά, επιδόθηκαν σε μια σκληρή εκλογική μάχη χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορο μέσο, θεμιτό και αθέμιτο, για να κατακτήσουν την εξουσία. Το κόμμα του Μαυροκορδάτου φαίνεται ότι είχε συγκροτήσει ένα υποτυπώδες πολιτικό πρόγραμμα. Πρέσβευε, καταρχήν, την εσωτερική ανασυγκρότηση του ασθενικού κράτους, ενώ προωθούσε την ειρηνική συνύπαρξη με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Από την άλλη πλευρά, το κόμμα του Κωλλέτη επιδίωκε τον πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία, ώστε να επεκταθεί το ελληνικό κράτος και να συμπεριλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές που κατοικούνταν από ελληνόφωνους πληθυσμούς, ενώ δεν έκανε σχεδόν καμιά αναφορά σε κάποιο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους.  Το κόμμα του Ανδρ. Μεταξά ασχολούταν, σχεδόν αποκλειστικά, με τους, δήθεν, κινδύνους που απειλούσαν την ορθόδοξη πίστη από τον καθολικό ηγεμόνα του βασιλείου μέχρι τις ιεραποστολές των προτεσταντών. Και από τα τρία κόμματα έλειπε κάθε ίχνος ιδεολογικού η ταξικού προσδιορισμού. Η κατάκτηση της εξουσίας ήταν το μόνο μέλημα των ηγετών των ξενικών κομμάτων και οι πελατειακές σχέσεις και η εκτεταμένη διαφθορά τα μέσα επίτευξης του στόχου. Ουσιαστικά, οι ηγέτες των κομμάτων ήταν εξουσιομανείς κομματάρχες, πρώην κοτζαμπάσηδες και «άνεργοι» Φαναριώτες, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την εκτεταμένη αμάθεια του λαού διαμόρφωσαν τα πολιτικά ειωθότα του νεώτερου κράτους. Ο Νεοκλής Καζάζης αναφέρει χαρακτηριστικά για τους πολιτικάντηδες αυτούς: «…αλλ’ υπέρ την έλλειψιν πολιτικής ωριμότητος του ελληνικού λαού ήτο η έλλειψις πολιτικής ευσυνειδησίας και ειλικρινείας των προκρίτων, των κοτζαμπάσιδων, οίτινες έφερον το όνομα της ελευθερίας ανά τα χείλη μόνον, ότε δεν ενέμοντο ή μάλλον δεν ελυμαίνοντο τα δημόσια, αλλά καταλαμβάνοντες την εξουσίαν, μετεμορφούντο εις τους χειρίστους δαίμονας της ακολασίας, της παρανομίας και της αυθαιρεσίας».

Η ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου
Η ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου

Πρωθυπουργός κατά την περίοδο των εκλογών ήταν ο Αλ. Μαυροκορδάτος, που είχε διοριστεί στις 30 Μαρτίου 1844. Ο Κωλέττης και η γαλλική πρεσβεία του είχαν δώσει ρητές διαβεβαιώσεις ότι θα τον στήριζαν. Ο Γάλλος ΥΠΕΞ Guizot ανέφερε σχετικά: «Ο Μαυροκορδάτος εδίσταζε πολύ να αναλάβη μόνος την εξουσίαν. Ερωτήσας δε τον Πισκατόρην (πρεσβευτής της Γαλλίας στην Αθήνα) εάν ηδύνατο να στηριχθεί επί της συνδρομής της Γαλλικής πρεσβείας, έλαβε παρ’ αυτού διαβεβαίωσιν καταφατικήν». Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Μαυροκορδάτου δυσαρέστησε σφόδρα το ρωσικό κόμμα του Μεταξά, το οποίο ξεκίνησε έναν σκληρό αντικυβερνητικό αγώνα με συνωμοτικά μέσα. Ο Επ. Κυριακίδης αναφέρει για την αντιπολίτευση: «Οι του ρωσικού κόμματος δυσμενώς είδον τον καταρτισμόν του υπό της Αγγλικής πολιτικής υποστηριζόμενου υπουργείου (ενν. κυβέρνησης). Υπό την αρχηγίαν του Α. Μεταξά ήρξατο η σφοδροτέρα αντιπολίτευσις. Το εκκλησιαστικόν ζήτημα μη λυθέν κατ’ ευχήν υπό της Εθνοσυνελεύσεως εξηκολούθει να ταράσση εκ βάθρων την ελληνικήν κοινωνίαν. […] Το ρωσικόν κόμμα ίδρυσε μυστικήν εταιρείαν, διένειμε προκηρύξεις, εξηρέθησε πάντας τους δυσαρεστημένους και εν γένει εθορύβει προς εκφόβησιν του βασιλέως και ανατροπήν του υπουργείου».

Ο Θεόδωρος Γρίβας γνωστός και ως Θεοδωράκης Γρίβας (1797 - 24 Οκτωβρίου 1862) ήταν αγωνιστής του 1821, στρατηγός και πολιτικός.
Ο Θεόδωρος Γρίβας γνωστός και ως Θεοδωράκης Γρίβας (1797 – 24 Οκτωβρίου 1862) ήταν αγωνιστής του 1821, στρατηγός και πολιτικός.

 Ο Ανδρ. Μεταξάς ουσιαστικά είχε ενεργοποιήσει τον μηχανισμό της «Φιλορθοδόξου Εταιρείας» και με δημοκοπικά επιχειρήματα ερέθιζε τα θρησκευτικά αισθήματα των λαϊκών μαζών. Οι Φράγκοι παρουσιάζονταν ως απειλή για την ορθοδοξία και ο Μαυροκορδάτος ως πράκτορας τους. Στην Πελοπόννησο η Μονή του «Μεγάλου Σπηλαίου» είχε καταστεί το κέντρο της αντικυβερνητικής προπαγάνδας και παρακινούσε τον λαό να πάρει τα όπλα γιατί κινδύνευε η θρησκεία του. Άλλο σοβαρό κρούσμα ανταρσίας εκδηλώθηκε στην Ρούμελη και συγκεκριμένα στην Ακαρνανία από τον Θ. Γρίβα, ο οποίος αφού συγκέντρωσε περί τους 2.000 άνδρες είχε οχυρωθεί στον Αβαρίκο, περίπου 70 χιλιόμετρα από το Μεσολόγγι, και προκαλούσε τον κυβερνητικό στρατό. Εναντίον του εστάλη ο Κίτσος Τζαβέλας, αλλά στην Αθήνα είχε παρθεί απόφαση για αναίμακτη λύση με την συνδρομή της γαλλικής πρεσβείας, παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις στήριξης προς την κυβέρνηση Μαυροκορδάτου. Με γαλλικό πολεμικό ο Θ. Γρίβας, που ήταν εγνωσμένος υποστηρικτής του γαλλικού κόμματος, φυγαδεύτηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου έγινε πανηγυρικά δεκτός από τους ομογενείς της πόλης. Το γεγονός αυτό επέδρασε καταλυτικά στις σχέσεις του Μαυροκορδάτου με την γαλλική πρεσβεία, την οποία έπαψε να θεωρεί πλέον σύμμαχό του. Τέλος, ο υπουργός Δικαιοσύνης Α.Χ. Λόντος παραιτήθηκε, έπειτα από την αποκάλυψη μιας επιστολής του προς τις αρχές της Πάτρας, όπου χαρακτήριζε τους πολιτικούς του αντιπάλους «τέρατα ανθρωπόμορφα» και τόνιζε προς τον μοίραρχο: «Και αν υπάρχωσιν οι μη θέλοντες να με ψηφοφορήσωσιν, μεταχειρίσου κατ’ αυτών την μπαγιονέτταν»! Μετά από αυτό το σκάνδαλο ο Μαυροκορδάτος οδηγήθηκε σε παραίτηση και η διακυβέρνηση, μέχρι και το τέλος της εκλογικής διαδικασίας, ανατέθηκε σε «συμμαχική» κυβέρνηση Κωλέττη και Μεταξά στις 6 Αυγούστου 1844.

Ο κόμης Ανδρέας Μεταξάς (1790- 8 Σεπτεμβρίου 1860) ήταν Κεφαλλονίτης αγωνιστής της ελληνικής επανάστασης του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός.
Ο κόμης Ανδρέας Μεταξάς (1790- 8 Σεπτεμβρίου 1860) ήταν Κεφαλλονίτης αγωνιστής της ελληνικής επανάστασης του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός.

Η νέα κυβέρνηση συνεργασίας ανακοίνωσε στον λαό τις προθέσεις της την επομένη του διορισμού της. Μεταξύ άλλων ανέφερε πως: «Σκοπόν πλάγιον μηδένα έχοντες εξηγούμεθα θαρραλέως και ειλικρινώς τον οποίον μέλλομεν να τρέξωμεν δρόμον. Αποστρεφόμεθα την αποκλειστικότητα. Δικαιοσύνη και αμεροληψία είναι το σύνθημα μας. Ακρίβεια θρησκευτική εις την εφαρμογή του πολυτίμου Συντάγματός μας και των εν ισχύι νόμων.[…] Βράβευσις της αρετής και καταδίωξις της κακίας. Οικονομία όσον ενδέχεται αυστηρά εις τα πάντα.[…] Πρώτιστον δε έργον θέλει είσθαι η όσον ένεστι ταχυτέρα έναρξις των Βουλών απεχουσών πάσης επεμβάσεως εις τας μήπω περαιωθείσας βουλευτικάς εκλογάς». Όσο εύηχα και όμορφα ήταν τα λόγια της κυβερνητικής προκήρυξης, άλλο τόσο ήταν άσχετα με την κυβερνητική πρακτική. Με την ανάληψη της εξουσίας η νέα κυβέρνηση επιδόθηκε, ακόμη πιο έντονα από την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη, στη νόθευση της λαϊκής ετυμηγορίας με κάθε πρόσφορο μέσο. Ο κομματικός μηχανισμός των Ναπαίων του Ανδρ. Μεταξά και των Μοσχομαγκιτών του Κωλέττη πραγματικά όργωνε τις επαρχίες απειλώντας, βιαιοπραγώντας και σκοτώνοντας πολιτικούς αντιπάλους. Ο Μακρυγιάννης αναφέρει, κάπως υπερβολικά είναι η αλήθεια, ότι στις εκλογές «σκοτώθηκαν περίτου από πεντακόσοι». Ο Επ. Κυριακίδης μας δίνει ακόμη μια εικόνα των μεθόδων που ακολουθήθηκαν στις εκλογές αυτές: «Πάσαι αι εκλογαί των φίλων του υπουργείου επεκυρούντο οσαιδήποτε και αν ετελέσθησαν κατά την εκλογήν αυτών βιαιοπραγίαι και παρανομίαι, οι δε φίλοι του πεσόντος υπουργείου (ενν. του Μαυροκορδάτου) επί τη ελαχίστη αφορμή απεδιώκοντο του βουλευτικού περιβόλου κηρυσσομένης ακύρου της εκλογής  αυτών». Τόσο απλά…

Σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο οι κάλπες έμεναν ανοιχτές για οκτώ ημέρες, ενώ σε πολλές περιοχές οι εκλογές διήρκεσαν ακόμη και δυο μήνες. Στην Αθήνα, μάλιστα, οι κάλπες άνοιξαν την 1η Αυγούστου και έκλεισαν την 26η του ίδιου μήνα! Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της νοθείας που μπορούσε να γίνει κατά την διάρκεια της ψηφοφορίας, αλλά και κατά την μεταφορά των καλπών στις πρωτεύουσες των επαρχιών. Ο Τρ. Ευαγγελίδης σημειώνει χαρακτηριστικά: «Αι κάλπαι δεν εξηλέγχοντο επί τόπου αλλά μετεφέροντο από των δήμων εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας. Αλλ’ η μεταφορά αύτη καίτοι γινομένη παρά διοικητικών υπαλλήλων ήτο τα μέγιστα κινδυνώδης, διότι και καλπονοθεύσεις συνέβαινον και κάλπαι ηρπάζοντο και εληστεύοντο, κατά την ταραχώδη εκείνην και ανώμαλον περίοδον, καθ’ ην η δημοσία ασφάλεια εν Ελλάδι ευρίσκετο εν σπαργάνοις[…] στίφη ένοπλα εισέρχοντο εις τους ναούς (τότε οι εκκλησίες λειτουργούσαν ως εκλογικά κέντρα), φιλήσυχοι πολίται εκακοποιούντο, κάλπαι εθραύοντο και, εν γένει, τα πάντα επράττοντο, ίνα παρασημανθή το δημόσιο φρόνημα».  Και ο Ν. Δραγούμης συμπληρώνει: «Και αυταί αι λέξεις ήλλαξαν σημασίαν. Η μεν παραβίασις των καλπών ωνομάσθη συστολή των σανίδων, αι δε σαπουνοκασέλαι και τα σακούλια κάλπαι, η λύμανσις των σφραγίδων τυχαία σύντριψις […] και οι απόβλητοι του λαού εκλεκτοί αυτού». Σε όλες τις επαρχίες ο κομματικός ανταγωνισμός είχε μεταβληθεί σε ανοικτό πόλεμο. Ο Γ. Ασπρέας αναφέρει τα εξής: «Επί τρεις μήνας εδεινοπάθησεν η χώρα ως εάν διετέλει υπό εμφύλιον σπαραγμόν. Οι αντίπαλοι της κυβερνήσεως αλλά και εκ των κυβερνητικών όχι ολίγοι, υπέστησαν μεγάλας συμφοράς. Περιουσίαι κατεστράφησον, ποίμνια και αγελάδες και αροτήρες βόες κατεσφάγησαν, δένδρα κατεκόπησαν, άνθρωποι εφονεύθησαν, ναοί εβεβηλώθησαν και το αίμα έβαψε τα άδυτα των ναών και τας εικόνας  πολλών εκκλησιών. Οι νικηταί ενός τοιούτου οικτρού και αδόξου αγώνος επάτησαν επάνω εις τα στήθη των ηττημένων». Σε πολλές περιπτώσεις στην κομματική πάλη ενεπλάκησαν και ληστές, που λειτουργούσαν ως ένοπλοι μπράβοι του καλύτερου πληρωτή… Ο Charles Tuckerman, πρεσβευτής των Η.Π.Α. στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1860, σημείωνε για την σχέση ληστών και πολιτευτών: «Πλην το δεινότατον πάντων και όπερ ουδείς να αρνηθεί δύναται είναι η εκ μέρους πολιτευομένων τινών επιζήτησις της ευνοίας αρχιληστών προς επίτευξιν των φιλοδόξων αυτών σκοπών.[…] Εν τίσι επαρχίας ο υποψήφιος βουλευτής ευρίσκει, ότι τω συμφέρει να διατηρή φιλικάς σχέσεις μετ’ ανθρώπου δυναμένου ακωλύτως να τον ωφελήση ή να τον βλάψη». Οι πολιτευτές αν ήθελαν να έχουν ελπίδες εκλογής, έπρεπε να διαθέτουν και έναν ένοπλο μηχανισμό για την αποτροπή των αντιπάλων και την εξασφάλιση των ψήφων των πολιτών, γεγονός «ουδέν ανηθικώτερον, ουδέν εξευτελιστικώτερον δια λαόν ελεύθερον και αυτοδιοικούμενον».

Εν τέλει, στις 7 Σεπτεμβρίου 1844 οι δυο βουλές ξεκίνησαν τις εργασίες τους. Το κόμμα του Ανδρ. Μεταξά είχε τις περισσότερες έδρες, 55 στον αριθμό, και συνέχισε την συνεργασία του με τους Μοσχομαγκίτες του Κωλέττη, που κατάφερε να εκλέξει 20 βουλευτές. Οι Μπαρλαίοι του Μαυροκορδάτου, αφού τους αφαιρέθηκαν αυθαίρετα περίπου 40 έδρες, αρκέστηκαν στους 28 βουλευτές. Άλλες 24 έδρες κατέλαβαν ανεξάρτητοι υποψήφιοι. Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος συνέχισε τις πρακτικές του Μαυροκορδάτου. Οι δυο αυτές προσωπικότητες που κυβέρνησαν στην αρχή του συνταγματικού μας βίου, είναι αυτοί που στερέωσαν στον τόπο τον παλαιοκομματισμό, το ρουσφέτι, τη βία και τη νοθεία στις εκλογές. Όσο βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, φανατικοί συνταγματικοί. Μόλις όμως ανέρχονταν στην εξουσία, έγραφαν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους νόμους και τις συνταγματικές αρχές. Ο Νεοκλής Καζάζης σχολιάζει εύστοχα για τους πολιτικούς της περιόδου: «Οσάκις οι αρχηγοί της Τρίτης Σεπτεμβρίου, οι πολιτικοί του Συντάγματος, ανελάμβανον την εξουσία, απεδείκνυον δια των πραγμάτων, δια των εκλογικών επεμβάσεων και των συναφών αυταίς παρανομιών ότι ήσαν Συνταγματικοί, εφ’ όσον διετέλουν εκτός εξουσίας, αλλ’ εν τη εξουσία μετεμορφούντο εις τους χειρίστους αντισυνταγματικούς». Όσο για τον απλό λαό από την φιλελευθεροποίηση του πολιτεύματος δεν κέρδισε απολύτως τίποτε. Περιοριζόμενος σε παθητικό ρόλο, λόγω της αμάθειας και της πενίας του, εξαργύρωνε την υποστήριξη στον τάδε ή τον δείνα πολιτικό με ρουσφετολογικές παροχές.

Διαβάστε:

  • Γ. Ασπρέας, «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας».
  • Επ. Κυριακίδη, «Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού».
  • Νεοκλής Καζάζης, «Ο κοινοβουλευτισμός εν Ελλάδι».
  • Δημ. Φωτιάδη, «Όθωνας, η έξωση», εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.
  • Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας», εκδ. 20ος αιώνας.
  • Τάσος Βουρνάς, «Ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας». Εκδ. Πατάκη.
(Εμφανιστηκε 752 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν