8 Σεπτεμβρίου 2017 at 16:27

Τα ηροδότεια erotica

από

Τα ηροδότεια erotica

Το α΄ μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Το β΄ μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Μέρος γ΄:

Ο Ηρόδοτος στις λέσχες

Μια καλά εμπεδωμένη παράδοση, την οποία ανεκδοτολογικά αναφέρει ο Λουκιανός (Ηρόδοτος 1-2), προσανατολίζει πολλές φορές στη σκέψη ότι η μεγάλη δημοφιλία της Ιστορίης μεταξύ των συγχρόνων της οφειλόταν στη συνήθεια των λογογράφων της αρχαιότητας να παρουσιάζουν το έργο τους ‒μέ τρόπο ολοκληρωμένο ή κι αποσπασματικό‒ ενώπιον του πανελληνίου σε περιστάσεις μεγάλης επισημότητας, όπως ήταν οι αγώνες στην Ολυμπία. Αναπόφευκτα λοιπόν κι εμείς σήμερα, όταν προσπαθούμε να φανταστούμε το ηροδότειο κοινό και τις αντιδράσεις του, συνήθως φλουτάρουμε στην κλίμακα του γιγαντιαίου φεστιβάλ και των μελετημένων λοιπών διοργανώσεων που πλαισίωναν τον βασικό κορμό του αθλητικού προγράμματος. Αν θέλουμε να κάνουμε τα πράγματα λιανά, σκεφτόμαστε τον Ηρόδοτο να δίνει τις διαλέξεις του, ανά τετραετία, μέσα στο πιο ογκώδες πήγαιν’ έλα ανθρωπίλας۰ μέσα σε κάδρο εξαιρετικών αναμετρήσεων του κόσμου του ελληνικού͘, μέσα στην κοσμοσυρροή, τη σκόνη και τον ανταγωνιστικό ιδρώτα της στλεγγίδας.

Αχθοφόροι (χαμάληδες) ξαποσταίνουν στο καφενείο περιμένοντας να τους προσλάβουν σε δουλειά. Πηγή: www.lifo.gr
Αχθοφόροι (χαμάληδες) ξαποσταίνουν στο καφενείο περιμένοντας να τους προσλάβουν σε δουλειά. Πηγή: www.lifo.gr

Δεν είναι απίθανο να δοκιμάστηκε η Ιστορίη και με τέτοιους όρους ανάγνωσης ‒άλλωστε, οι θρίαμβοι των ελληνικών πόλεων-κρατών έναντι της περσικής αυτοκρατορίας, που αποτελούσαν το περιεχόμενο των τελευταίων βιβλίων, θα πρέπει να λειτούργησαν ως κράχτες τόσο γερά παγιωμένοι στο κοινό αίσθημα, ώστε εύκολα θα εξασφάλιζαν αποδοχή και θαυμασμό μέσα στη δυσχερή υπερφόρτωση των ολυμπιακών δεδομένων. Ήταν όμως το περιβάλλον αυτό πραγματικά αγαπητό στον Ηρόδοτο; Και πιο συγκεκριμένα. Ήταν κατάλληλο για να παρακολουθεί το κοινό τα ταξιδιάρικα εθνογραφικά του παραστρατήματα και να απολαμβάνει τους αιφνιδιασμούς της ανθρωπολογίας του μαζί με τα απρόσμενα ερωτικά ενσταντανέ που την διανθίζουν; Γιατί, σε αντίθεση με τη σύνδεση Ηροδότου και Ολυμπίας για την οποία ο Λουκιανός είδαμε πως προσφέρει διαβεβαιώσεις, ένα άλλο νήμα μνήμης της αρχαιότητας απομακρύνει απ’ τη λαμπρότητα των μεγάλου μεγέθους venues. Μια σταγόνα λαϊκής θυμοσοφίας, συμπιλημένη στο έργο Paroemiogpraphi Graeci, διατηρεί τη δροσιά των συνθηκών στις οποίες ο Ηρόδοτος προτιμούσε να αφηγείται: ἐς τὴν Ἡροδότου σκιάν. Σκιά και Ηρόδοτος βρέθηκαν σε αλληλουχία παροιμιώδη, τέτοια που επιτρέπει να προσανατολιστούμε σε άλλους δρόμους αφηγηματικών περιπετειών. Και προειδοποιεί. Όταν προσπαθούμε να αναπλάσουμε τα ηροδότεια πράγματα, να μην χάνουμε απ’ την εστίασή μας τη μικρότερη, πιο μετρημένη, την ηροδότεια τέλος πάντων, κλίμακα.

Διακινδυνεύω, λοιπόν, την υπόθεση ότι το κατεξοχήν κοινό που άμεσα χαιρότανε τις πλέον δαιδαλώδεις ηροδότειες εξιστορήσεις δεν ήταν άλλο από εκείνο, από το οποίο αντλούσε ο ίδιος πληροφορίες και υλικό για τα επεισόδια που αφορούσαν στον ελληνόφωνο κόσμο. Αχνοφαίνεται στο πρώτο κιόλας βιβλίο (135-136) της Ιστορίης, και μάλιστα ενσωματωμένο σε στιγμιότυπο από τα πλέον γαργαλιστικά των erotica. Βρίσκεται στην αφήγηση σχετικά με τις εταίρες που υπήρξαν πολύ θελκτικές (κάρτα ἐπαφρόδιτοι) στη Ναύκρατιν, την πόλη στο Δέλτα του Νείλου που είχε ιδρυθεί για να εξυπηρετεί Έλληνες εμπόρους και ναυτικούς. Συνοπτικά θυμίζω το περιεχόμενο του σχετικού χωρίου.

Όταν στην Αίγυπτο βασίλευε ο Άμασις, ανάμεσα στις γυναίκες της Ναυκράτιδος, πιο φημισμένη ήταν η θρακιώτικης καταγωγής Ροδώπις που είχε πουληθεί μέσω των δουλεμπορικών του βορειοανατολικού Αιγαίου, απέκτησε όμως αυτοδυναμία κινήσεων όταν ο Χάραξος, αδελφός της ποιήτριας Σαπφούς, πλήρωσε λύτρα για την ελευθερία της. Κι έγινε η Ροδώπις τόσο περιλάλητη (κλεινή) ώστε όλοι οι Έλληνες έμαθαν το όνομά της (οἱ πάντες Ἕλληνες Ῥοδώπιος τὸ οὔνομα ἐξέμαθον). Αυτό συνέβη και με τη μεταγενέστερη Αρχιδίκη, που την τραγούδησε η Ελλάδα ολόκληρη (ἀοίδιμος ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα), αν και η φήμη της διαδόθηκε σε βαθμό μικρότερο από τη φήμη της άλλης (ἧσσον γὰρ τῆς ἑτέρης περιλεσχήνευτος). Και πράγματι, σε χρόνια υστερότερα, αρκετοί έφταναν στο σημείο λανθασμένα να διαδίδουν πως η αιγυπτιακή πυραμίδα του Μυκερίνου ήταν της Ροδώπιος. Αντιθέτως, εκείνη μονάχα ένα μνημείο είχε επιθυμήσει, το οποίο ήταν το μοναδικής σύλληψης ταιριαστό της “ποίημα”. Και το είχε αφήσει στους Δελφούς. Αντιστοιχούσε στη δεκάτη της τεράστιας περιουσίας της, αν και ήταν ασυνήθιστο για ανάθημα σε ιερό. Επρόκειτο για ένα σωρό από σιδερένιες σούβλες τόσο μακρυές, που η κάθε μια τους διαπερνούσε βόδι. Στήθηκαν πίσω από τον βωμό των Χίων, απέναντι ακριβώς απ’ τον ναό του Απόλλωνα.

Στη σύντομη αυτή μνεία εντοπίζεται η λέξη-κλειδί για την κατανόηση του αφηγηματικού πλαισίου που, επί ελληνικού εδάφους, αγκάλιαζε τον Ηρόδοτο: περιλεσχήνευτος. Δηλώνει ότι μια φήμη βρέθηκε κυριολεκτικά σε περιαγωγή στις ανδρικές λέσχες.

Η δυναμική των λεσχών του ελληνόφωνου κόσμου της αρχαιότητας σπάνια μας απασχολεί σήμερα. Χωρίς να συνδέει το ζήτημα συγκεκριμένα με τον Ηρόδοτο ή με τις περί των εταιρών της Ναυκράτιδος αναφορές, ο Richard Buxton (Imaginary Greece: the contexts of mythology, σσ. 40-44) επιμένει στη σημασία του. Υποστηρίζει ότι οι λέσχες λειτούργησαν στις ελληνικές πόλεις-κράτη ως δημόσιοι χώροι χαλαρής κουβέντας κι αφηγήσεων, ανάλογοι του σύγχρονου καφενείου. Και παραπέμπει σε άλλες ενδιαφέρουσες πηγές για το θέμα: Η μια είναι του Ησιόδου, που στο έργο του Έργα και Ημέραι σκιαγραφεί του χαλκουργού το μαγαζί και, κυρίως, τη λέσχη ως χώρους που, τον χειμώνα, γεμίζουν ασφυκτικά από ακαμάτηδες, θρεμμένους μ’ επιπόλαιες ελπίδες (Πὰρ δ᾽ ἴθι χάλκειον θῶκον καὶ ἐπαλέα λέσχην… ἐλπὶς δ᾽ οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένον ἄνδρα κομίζειν/ἥμενον ἐν λέσχῃ, τῷ μὴ βίος ἄρκιος εἴη, 493-501). Η άλλη είναι του Παυσανία (10. 25), περιηγητή του 2ου αιώνα μ.Χ. που, ωστόσο, ιστορικά ανατρέχει μέχρι και στους χρόνους της Οδύσσειας. Γράφει, λοιπόν, ο Παυσανίας σχετικά με τη λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς: “Στους Δελφούς ονομάζεται λέσχη γιατί παλαιότερα οι άνθρωποι συναντούνταν εκεί για να συζητήσουν θέματα είτε σοβαρά είτε και μυθώδη. Ότι στο παρελθόν υπήρχαν τέτοιοι χώροι σε ολόκληρη την Ελλάδα το υποδεικνύουν τα λόγια του Ομήρου όταν η Μελανθώ χλευάζει τον Οδυσσέα.”

Η περίφημη σκηνή της Οδύσσειας (σ 327-332) όντως απηχεί τον άτυπο, ανεπίσημο κι από πολλές απόψεις αλητήριο χαρακτήρα των συζητήσεων στις λέσχες, καθώς και των θαμώνων τους. Ο Οδυσσέας έχει εμφανιστεί στο παλάτι του ως ζητιάνος κι η δούλα Μελανθώ τον αποπαίρνει έτσι:

«ξεῖνε τάλαν, σύ γέ τις φρένας ἐκπεπαταγμένος ἐσσί,

οὐδ’ ἐθέλεις εὕδειν χαλκήϊον ἐς δόμον ἐλθὼν

ἠέ που ἐς λέσχην, ἀλλ’ ἐνθάδε πόλλ’ ἀγορεύεις

θαρσαλέως πολλοῖσι μετ’ ἀνδράσιν, οὐδέ τι θυμῷ

ταρβεῖς· ἦ ῥά σε οἶνος ἔχει φρένας, ἤ νύ τοι αἰεὶ

τοιοῦτος νόος ἐστίν, ὃ καὶ μεταμώνια βάζεις.”

[Ξένε, καημένε μου, εντελώς ξεκουτιασμένος είσαι!

Ή τράβα σε χαλκωματά να κοιμηθείς κονάκι

ή και σε λέσχη! Μόνο εδώ μακρηγορείς

με θάρρος, μπροστά σε τόσους άντρες, κι ούτε και ξέρεις πάλι

τι να ’ναι ο φόβος στην καρδιά· λέω, το κρασί σε μώρανε

ή τέτοιο είν’ το μυαλό σου, έτσι που ανεμόσπαρτα πάντα πετάς τα λόγια.]

Τα αισθάνομαι τα λόγια του έπους σαν να αφορούν άμεσα τον Ηρόδοτο. Οι λέσχες και τα “μεταμώνιά” τους θα ταίριαζαν γάντι στις αφηγηματικές του προτιμήσεις. Σώματα σε γλυκιά ραστώνη κι απραγία, που αποζητούσε το αλάτι των εξωτικών εξιστορήσεων. Πεδία φαντασιακά σε πλήρη ετοιμότητα, που αρκούσε σπίθα μόνον για να τα εξάψει. Κουβέντες σε κίνηση περιδινούμενη κι ελαστική, σε ανατροφοδοτούμενο αλισβερίσι. Φήμες σε διαρκή κυκλοφορία και διασπορά, με τις πολλές παραλλαγές και παρεκκλίσεις τους, τις διογκώσεις, τις υπερβολές, συχνά και τις διαστρεβλώσεις τους. Μιλούσαν μεταξύ τους οι άνθρωποι με λόγια που εύκολα ξεστράτιζαν. Τη γοητεία της σκανδαλολογίας την είχανε εκεί, για να την φλερτάρουν. Άγγιζαν όμως, έτσι, και τις παρυφές του μύθου.

Η φωτογραφία είναι από εδώ: http://www.lifo.gr/team/sansimera/51376

 

(Εμφανιστηκε 240 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)