23 Ιουνίου 2017 at 23:56

Παροιμιώδεις εκφράσεις Ελλήνων για Τσιγγάνους

από

Παροιμιώδεις εκφράσεις Ελλήνων για Τσιγγάνους

Γράφει ο Γιώργης Έξαρχος*

Οι Έλληνες έδειξαν -κατά το παρελθόν- μεγάλη αντιπάθεια στις φαραωνίτικες φυλές και σ’ όλους γενικώς τους τσιγγάνικους και γύφτικους πληθυσμούς της χώρας. Αυτή η αντιπάθειά τους εύκολα μπορεί να επιβεβαιωθεί και από τις σχετικές παροιμιώδεις εκφράσεις που υπάρχουν και που χρησιμοποιούν ακόμα με πολλή άνεση οι Έλληνες της νεοελληνικής πανσπερμίας.

Να δώσουμε όμως στη συνέχεια παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις και εκφράσεις, που το περιεχόμενό τους είναι προσβλητικό για τους Τσιγγάνους, χωρίς καμιά αμφιβολία:

  1. Αν δεν παινέψει ο Γύφτος το καλύβι του πέφτει και τον πλακώνει!
  2. Αν έκαναν όλες οι μέλισσες μέλι θά ’τρωγαν κι οι Γύφτοι με τα κουτάλια.
  3. Αν έκαναν όλες οι μέλισσες μέλι θά ’τρωγαν κι οι Κατσιβέλοι.
  4. Αν έκαναν όλες οι μύγες μέλι θά ’τρωγαν κι οι Γύφτοι με τα κουτάλια.
  5. Από ξένο σόι νύφη την κατράν να μη βασκιέται!
  6. Απ’ την Γύφτισσα προζύμι κι απ’ τις ψόφιες ψείρες λίπος!
  7. Ας τρώγονται οι αγάδες για να γελούν οι Γύφτοι.
  8. Βάζει κι η κόσκινού τον άντρα της με τους πραματευτάδες!
  9. Βάλ’ το Γύφτο για να φάει να τελέψει λησμονάει.
  10. Βαρυφορτωμένο σπίτι σαν του Γύφτου την καλύβα.
  11. Βαστάει σα Γύφτος.
  12. Βρήκε ο Γύφτος βούτυρο αλείφει και τη μύτη του.
  13. Γεια καλή έχουν και τα Γυφτόπουλα μόν’ περπατούν ξεβράκωτα.
  14. Γυρεύ’ απ’ του Γύφτου πρυόβολου.
  15. Γύφτος δέρνει Γύφτος κλαίει!
  16. Γύφτος κρούει Γύφτος σκούζει!
  17. Γύφτ’κου γ’ νι (=υνί) απού ν’ Τρίτ’ ως τ’ Τετράδ’!
  18. Γύφτικο σπίτι καίγεται κι οι Γύφτοι περιχαίρονται.
  19. Γύφτικο σπίτι καίγεται και βιο λογαριάζει.
  20. Γύφτικο φαΐ.
  21. Δώσ’ μου εμένα και του γιού μου να κι ο άντρας μου στην πόρτα.
  22. Είδα κι είδα! Αλλά Γύφτο παπά δεν είδα!
  23. Είδ’ ο Γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασ’ η καρδιά του.
  24. Είδ’ ο Γύφτος τη σειριά του κι αναγάλλιασ’ η καρδιά του.
  25. Έμπα στα Γυφτόπουλα και διάλεξε το ασπρότερο.
  26. Έννοια που τό ’χει η Γύφτισσα που μουτζουρώθ’ η μύτη της.
  27. Έχει κι ο Γύφτος άχερο έχω κι εγώ τουμπάνι.
  28. Έχ’ Γύφτ’ κου τουμάρ’.
  29. Θέλησε ο Γύφτος να χορέψει κι έσπασε το νταούλι!
  30. Καβγάς Γυφτιών χασομέρια Ρωμιών.
  31. Κάθε Γύφτος το δικό του κόσκινο παινεύει.
  32. Κάλλια πέντε κάρβουνα παρά χίλια πρόβατα.
  33. Κάλλιο αμόνι και σφυρί παρά τσαντήλα με τυρί.
  34. Καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρι!
  35. Κάναν τη Γύφτισσα κυρά κι αυτή ’θελε ντουμάνια.
  36. Κρυών’ σα Γύφτους.
  37. Μ’ έκανες και χόρεψα γύφτ’κα.
  38. Με παπά ήπιε, με Τσιγγάνο δείπνησε.
  39. Μη φωνάζετε δυνατά γιατί θα μας ακούσουν οι Γύφτοι!
  40. Ντροπιάστηκε η Γύφτισσα που της λερώθηκε η μύτη!
  41. Ξέρει ο Γύφτος τη σειριά του.
  42. Ξέρει ο Γύφτος τι είν’ το μέλι;
  43. Ο Γύφτος κι άγιος να γενεί πάλι γυφτιάς μυρίζει.
  44. Ο Γύφτος κι η κότα χορταμό δεν έχουν.
  45. Ο Γύφτος όσο έχει μέλι δεν κάνει ραχάτι.
  46. Ο Γύφτος Ρήγας κι αν ντυθεί τη γυφτουλιά του δείχνει.
  47. Ο Γύφτος ταμπούρι δεν βαστάει.
  48. Ο Γύφτος το Γυφτόπουλο παινεύει.
  49. Όλ’ οι Γύφτοι μια γενιά (είναι).
  50. Όντας δειπνάνε αρχόντ’, Γύφτ’ μαγειρεύνε.
  51. Πάηναν του Γύφτου να τουν φκιάσ’ν’ βασ’λιά κι αυτός στ’ στράτα μάζουνι τα κουτσουπέταλα!
  52. Παλιά μας τέχνη κόσκινο.
  53. Παρακαλούν το Γύφτο για παλάτι κι αυτός κοιτάει το τσαντήρι.
  54. Ποιος είδε Γύφτο γαλανό και γάτα μαυρομάτα;
  55. Ποιος σε ρωτάει: «Πούθε ή πού; ξεφορτώνε Γύφτοι;»
  56. Πως κάθομαι σα σερνικός Γύφτος;
  57. Πώς καταντήσαμι οι Βλάχ’ χειρότερα απ’ τις Γύφτ’.
  58. Σαν του Γύφτου την καλύβα.
  59. Στο Γύφτο, ούτε πρυόβολος δε βλογάει.
  60. Στο γυφτοχώρι, πάσπαλη δεν γίνεται
  61. Συ το κάν’ς σα το Γύφτο μι το λύκο.
  62. Τα παιδιά των Γύφτων από τις σπίθες δεν φοβούνται.
  63. Την Γύφτισσα κάναν βασίλισσα κι αυτή το ντάλε-ντάλε έλεγε.
  64. Την Γύφτισσα κάναν βασίλισσα και ’κείνη κόσκινο θυμάται.
  65. Τ’ Γύφτισσα κάνανε βασίλισσα κι κείν’ φώναζε κόσκινα.
  66. Τι απόχτησε η γυναίκα σου;

Απ.: Γυφτοτσεκουριά παχιά…

  1. Τι, Γύφτος θα μάθω; ή Γύφτος θα γενώ;
  2. Τι δάσος για κάρβουνα!
  3. Τι τρέμεις Γύφτο;

Απ.: Δεν τρέμω εγώ• η καρδιά μου τρέμει!

  1. Τον Γύφτο κάναν βασιλιά κι αυτός πηγαίνοντας είδε ρείκια και φώναξε: «Αι, ρε, ρείκια για κάρβουνα!»
  2. Το καμαρώνει σαν ο Γύφτος το σφυρί του.
  3. Το καμαρώνει το πουλί του σαν ο Γύφτος το σφυρί του.
  4. Το ’παθα σα το Γυφτόπουλο, μι τ’ς δύο ακκλησιές.
  5. Τρέμει σαν Γύφτος.
  6. Τρέχα στους Γύφτους για προζύμι.
  7. Φέρεται σαν Γύφτος.
  8. Χαλέβ’ απ’ του Γύφτου προζύμ’.
  9. Χαρά στο γύφτικο πράμα!
  10. Χάρος είναι, φορατζής δεν είναι.
  11. Χτύπαε η καρδιά τ’, σα γύφτικο νταούλ’!
  12. Ψήνει τον μπάκακα να φάνε τα Γυφτόπουλα.
  13. Ψήνει τον σκαντζόχοιρο να φάνε τα Γυφτούλια.
  14. Ψοφάει της πείνας- κι αυτός: τον γύφτικο χαβά του!
  15. Ψόφησε ο γάιδαρος και χάρηκε ο Γύφτος.
  16. Ψόφησε ο Γύφτος και χάρηκε το τσαντήρι!
  17. Yiftu la ushi; lemnu dupu ushi…

[Γύφτος στην πόρτα; ξύλο πίσω από την πόρτα… |

  1. Yiftsilji u shtiu calea ghini.

[Οι Γύφτοι τον γνωρίζουν τον δρόμο καλά.]

  1. Da ts-aghudiashti Yiftul ushia, da.

[Σαν σου χτυπάει ο Γύφτος την πόρτα, δώσε.]

  1. Ca si-scutia tuti mushtili njiari vai maca shi Yiftsilji cu linghuradiasimi.

[Αν βγάζανε όλες οι μύγες (έντομα) μέλι θα τρώγανε κι οι Γύφτοι με κουτάλι ασημένιο.]

  1. S’-maca ca Yiftsilji!

[Τρώγονται σαν τους Γύφτους!]

***

Εκτός από τις παροιμίες και τις παροιμιώδεις φράσεις -για τους Τσιγγάνους δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλές, ανάλογες εκφράσεις- υπάρχουν και μονολεκτικοί χαρακτηρισμοί, με μειωτικό και ρατσιστικό περιεχόμενο, όπως:

~ Γυφτιά: Χαρακτηρίζονται οι μικροπρεπείς συμπεριφορές, οι ασυνέπειες, οι εξαθλιωμένες καταστάσεις, η έλλειψη καθαριότητας, η τσιγγουνιά, η κακομοιριά.

~ Γυφτίζω: Σημαίνει δεν έχω καλούς τρόπους στις συναναστροφές μου, είμαι ακάθαρτος, είμαι μικροπρεπής, είμαι φιλάργυρος.

~ Γυφτίσματα: Οτιδήποτε δεν ταιριάζει σε άνθρωπο που θέλει να δείχνει ότι έχει συνεπή συμπεριφορά και αξιοπρεπή χαρακτήρα.

~ Γυφτόχωμα: Το έδαφος που δεν δίνει καρπούς, δεν δίνει σοδειές.

~ Γυφτοχώραφο: Το άγονο χωράφι.

~ Γυφτοζάγαρο: Το καχεκτικό σκυλί, το αδύναμο ζαγάρι που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του.

~ Γυφτοσόι: Οι συγγένειες με αδύνατους κρίκους των δεσμών αίματος, το φτωχοσυγγενολόι κάποιου, οι ασυνεπείς στις σχέσεις και συναλλαγές συγγενείς.

~ Γυφτάσπρουδα: Τα φτηνόρουχα που φοράει κάποιος.

~ Γυφτοπάζαρο: Η όχι καλά οργανωμένη εμποροπανήγυρη, η κάθε εκδήλωση που συμμετέχει πολύς κόσμος και που έχει φασαρία, η συναλλαγή που γίνεται με καχυποψία και ασυνέπεια.

~ Γυφτοχώρι: Εκείνο που δείχνει ότι το κατοικούν κακομοίρηδες, μίζεροι και φτωχοί, και κάθε χωριό ή συνοικία που είναι άναρχα και πρόχειρα δομημένο. Επίσης, και η οικογένεια με αδύνατους συνδετικούς κρίκους -που το κάθε άτομο κάνει του κεφαλιού του- πάλι λέγεται γυφτοχώρι.

~ Γύφτικος γάμος: Ο φτωχικός γάμος, που δεν τον διέπει καμιά τάξη ή σειρά στα τελετουργικά δρώμενα. Κάθε γάμος παρωδία, ο γάμος των παρακατιανών.

~ Γυφτόπαιδο: Το κακομαθημένο παιδί, το βρόμικο, το αλήτικο, το ζωηρό.

~ Γυφτοκάρβουνα: Τα κάρβουνα της «ατάιστης» φωτιάς που είναι λιγοστά και κλεμμένα. Κάθε ελπίδα που μάταια κρυφοκαίει σε κάποιον όταν είναι μίζερος και κακομοίρης.

~ Παλιόγυφτε: Βρισιά που απευθύνεται σε οποιονδήποτε δεν μας αρέσει η συμπεριφορά του ή είναι ενοχλητικός.

~ Σκατόγυφτε: Βρισιά που απευθύνεται σε ταξικώς χαμηλότερους, μετά από κάποιο πρόβλημα ή τσακωμό.

*Απόσπασμα από το βιβλίο Αυτοί είναι οι Τσιγγάνοι του Γιώργη Έξαρχου, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ 68-73.

Οι φωτογραφίες είναι παρμένες από το λεύκωμα Γύφτοι σοφοί και γύφτοι μάγοι του Νίκου Δαβανέλλου, εκδόσεις Γνώση.

(Εμφανιστηκε 972 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

2 Σχόλια

  1. Τι λένε για μας: λέξεις και (εκ)φράσεις από ευρωπαϊκές γλώσσες γύρω από την Ελλάδα και τους Eλληνες

    Χωρίς να χρονοτριβήσουμε σε φιλοσοφικές σκέψεις γύρω από τη μακραίωνη πορεία και τα πεπρωμένα της φυλής, στο σημείωμα αυτό θα εξετάσουμε ορισμένες, πιθανώς ενδιαφέρουσες, εμφανίσεις του εθνικού ονόματος των Ελλήνων στις ευρωπαϊκές γλώσσες.

    Για να ξεκινήσουμε, το όνομα με το οποίο γνωρίζουν τη χώρα μας όλοι οι εταίροι μας είναι το Greece, Grèce, Griechenland ή κάποιο άλλο από τις παραλλαγές του, πάντοτε παρόμοιο και αναγνωρίσιμο -από τις γλώσσες της ΕΕ, τη μεγαλύτερη απόκλιση την έχουμε στα φινλανδικά: εκεί η Ελλάδα λέγεται Kreikka (και ο έλληνας Κreikkalainen), καθότι οι φινλανδοί δεν πολυσυμπαθούν τον φθόγγο g- στην αρχή των λέξεων.

    Πολύ μελάνι έχει χυθεί γύρω από την προέλευση του ονόματος αυτού επειδή δεν είναι αυτό το αντικείμενό μας, ας πούμε μόνο ότι η προέλευση της λέξης Greece, Greek είναι ελληνική. Η λέξη γραικός απαντά, έστω και σπάνια, σε αρχαία κείμενα, πχ. στον Αριστοτέλη, που λέει για την αρχαία (γι’ αυτόν) Ελλάδα, την περιοχή μεταξύ Αχελώου και Δωδώνης, την οποία κατοικούσαν οι Σελλοί «και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί νυν δ’ Ελληνες» (Μετεωρολογικά 352b).

    Μπαίνοντας επιτέλους στο θέμα, πολύ γνωστή είναι η αγγλική έκφραση That’s Greek to me, δηλαδή αυτά είναι ακαταλαβίστικα, αλαμπουρνέζικα, κινέζικα όπως θα λέγαμε εμείς. Τα ελληνικά ήταν μεν ακατάληπτα στους πολλούς, όχι όμως και άγνωστα: ήταν μια γλώσσα που ακόμα διδασκόταν, που ήταν κτήμα των λίγων και εκλεκτών (μην ξεχνάμε ότι η τεράστια πλειοψηφία του κόσμου ήταν αναλφάβητοι). Ο πολύς κόσμος γνώριζε την ύπαρξη της ελληνικής γλώσσας, δηλαδή. Την ίδια εποχή ο Σάμουελ Τζόνσον αποφαίνεται ότι ο άνδρας προτιμά μια γυναίκα που μαγειρεύει καλά παρά μια που να μιλάει ελληνικά, και είναι προφανές ότι αν καμιά αγγλίδα δεν ήξερε ελληνικά, το (πολιτικώς απρεπές σήμερα 🙂 ευφυολόγημα δεν θα είχε αντικείμενο.

    Η έκφραση αυτή υπήρξε και στα ισπανικά. Εκεί, ο ξένος που μιλούσε μια γλώσσα ακατάληπτη ονομαζόταν έλληνας, griego. Ύστερα η λέξη παρεφθάρη και η προέλευσή της ξεχάστηκε. Με τους Κονκισταδόρες, πέρασε στην Αμερική, τώρα πια ως gringo. Ναι, σωστά καταλάβατε. Ο «γκρίνγκο» των μεξικάνων στα γουέστερν, ο ξένος, που μιλάει μια άλλη γλώσσα, έχει την αφετηρία του στα ελληνικά!

    Αντίθετα, στα γαλλικά, δεν είναι διαδεδομένη ανάλογη έκφραση. Υπάρχουν όμως πολλές γαλλικές εκφράσεις με το εθνικό μας όνομα, και για να ξεκινήσουμε απ’ τις κολακευτικές, ας αναφέρουμε την être grec â … που σημαίνει «ξέρω από…». Η έκφραση γεννήθηκε τότε που grec σήμαινε «ελληνιστής» και κατά συνέπεια «σοφός, μορφωμένος» και χρησιμοποιείται και αρνητικά: je ne suis pas grand grec en chimie, δηλ. δεν πολυσκαμπάζω από χημεία. Ωστόσο, αυτή η έκφραση έχει πια παλιώσει.

    Επίσης παλιωμένη, και όχι κολακευτική, είναι η χρήση της λέξης grec με τη σημασία χαρτοκλέφτης, απατεώνας. Μερικά λεξικά λένε ότι υπαίτιος για την «αντεθνική» αυτή εξέλιξη υπήρξε κάποιος Θεόδωρος Απουλος, ένα είδος Νικ Δε Γκρηκ της εποχής του Λουδοβίκου του 14ου, που είχε μαδήσει στο λανσκενέ, χαρτοπαίγνιο της εποχής, όλους τους αυλικούς του Βασιλιά Ηλιου με μια σημαδεμένη τράπουλα. Αυτή η εξήγηση πιθανότατα φτιάχτηκε εκ των υστέρων. Αλλωστε, με την ίδια σημασία χρησιμοποιούσαν τη λέξη και οι άγγλοι (όπου η χαρτοκλεψία λεγόταν παλιότερα greekery) και οι Ισπανοί δύσκολο να έφτασε ως εκεί η χάρη του Απουλου. Πολλοί ανώνυμοι συμπατριώτες μας θα ευθύνονται, σε συνδυασμό με τη φήμη ελευθεριασμού που είχαν αποκτήσει οι αρχαίοι Ελληνες ήδη από την εποχή των Ρωμαίων. Θυμάμαι πως παλιά είχα διαβάσει σε μετρίως αναξιόπιστη πηγή ότι, κατόπιν διαμαρτυρίας των ελληνικών πνευματικών φορέων, το έγκυρο λεξικό του Ρομπέρ έπαψε να αναφέρει στο λήμμα Grec την «προσβλητική» σημασία που είπαμε. Δεν ξέρω αν αυτό είναι αλήθεια, πάντως οι τωρινές εκδόσεις του λεξικού όντως δεν την αναφέρουν, αν και έχουν το λήμμα grigou, που σημαίνει τσιγκούνης, και προέρχεται από παλιά λαγκεντοκιανή λέξη που σήμαινε «έλληνας».

    Ενδιαφέρον είναι ότι κανείς πνευματικός άνθρωπος δεν έχει σχολιάσει μια άλλη έκφραση για τους έλληνες: εννοώ τη γαλλική βρισιά Va te faire voir chez/par les grecs η οποία βεβαίως σημαίνει ότι και το ελληνοτουρκικόν «άει σιχτίρ» και ξεκινάει από τη φήμη για τις παιδεραστικές επιδόσεις των αρχαίων προγόνων μας -ένα θέμα στο οποίο δεν θα υπεισέλθουμε. Είναι άλλωστε γνωστό τι σημαίνουν οι αγγελίες περί ‘ελληνικού σεξ’ στις ειδικές στήλες ορισμένων ευρωπαϊκών εφημερίδων.

    Μια άλλη όχι κολακευτική έκφραση είναι η αγγλική Greek gift, που λέγεται για κάτι που προσφέρεται με οπισθοβουλία και με πονηρό σκοπό. Η αρχή είναι φυσικά το Timeo Danaos et dona ferentes της Αινειάδας, το οποίο εμείς μεταφράσαμε «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας» (κατά λέξιν είναι «φοβούμαι…»), αλλά στα αγγλικά, π.χ., λέγεται Βeware of Greeks bearing gifts. To προκείμενο δώρο ήταν, εννοείται, ο Δούρειος ίππος.

    Βλέπουμε ότι οι περισσότερες από τις εκφράσεις αυτές έχουν την αρχή τους ή αντίστοιχό τους στη ρωμαϊκή εποχή, όπου η αμηχανία των νικητών μπροστά στην πολιτισμική ηγεμονία των ηττημένων, σε συνδυασμό με την τάση της ρωμαϊκής ελίτ να χρησιμοποιεί εξεζητημένες ελληνικές εκφράσεις για επίδειξη -όπως έκανε παλιότερα η δική μας αριστοκρατία με τα γαλλικά- προκάλεσε εχθρότητα απέναντι σε ό,τι το ελληνικό και επέβαλε την εικόνα του γλεντζέ, του ελευθεριάζοντα, του ψεύτη για τους έλληνες. Το λατινικό ρήμα graecari σήμαινε «γλεντοκοπώ», ενώ σε αντίδραση για την ελληνική μόρφωση της ελίτ γεννήθηκε η βρισιά Γραικύλος, που σήμαινε τελικά τους «υποδουλωμένους» στο ελληνικό πνεύμα Ρωμαίους, και η παροιμία Graeca sunt, non leguntur («ελληνικά είναι, δεν διαβάζονται»).

    Μια και φτάσαμε στην παροιμιολογία, μπορούμε να αναφέρουμε την ιταλική παροιμία «Τέσσερις έλληνες, πέντε καπεταναίοι» ή την τούρκικη «Η γνώση του έλληνα έρχεται ύστερα», ενώ ο χώρος δεν επαρκεί για πολλές άλλες τουρκικές όχι ιδιαίτερα υμνητικές, εννοείται, όπως δεν είναι επαινετικές και οι δικές μας παροιμίες για τους γείτονές μας -και ίσως κανενός λαού για κανέναν γειτονικό του, θέμα που ανήκει σε άλλο σημείωμα.

    Ας κλείσουμε τον κύκλο καταλήγοντας στην ετυμολογία: υπάρχουν μερικές λέξεις ευρωπαϊκών γλωσσών που αφετηρία έχουν την Ελλάδα ή τους Ελληνες. Για παράδειγμα, στα ουγγαρέζικα, το καρπούζι λέγεται görögdinnye ό εστί μεθερμηνευόμενον «ελληνικό πεπόνι», αν λάβουμε υπόψη ότι ο έλληνας λέγεται Görög και το πεπόνι dinnye. Στα ισπανικά, gresca λέγεται ο καυγάς, η φασαρία -αρχή της λέξης είναι το εθνικό μας όνομα και η φήμη καυγατζήδων που είχαμε, ως φαίνεται, αποκτήσει. Πιο γνωστή είναι η αντιδάνεια λέξη γρέγος, ο βορειοανατολικός άνεμος, από το ιταλικό greco, μ’άλλα λόγια, ο «ελληνικός» άνεμος, αυτός που φυσάει από την Ελλάδα. Οι γαλλομαθείς ή η μεταλλειολόγοι, τέλος, θα γνωρίζουν το grisou, το επίφοβο εκρηκτικό αέριο των ορυχείων -λιγότερο γνωστή είναι όμως η ελληνική προέλευσή του: αποτελεί τη βαλλονική μορφή του γαλλικού (feu) grégeois, μ’ άλλα λόγια «πυρ ελληνικό». Ηταν η εποχή που το βυζαντινό ναυτικό κυριαρχούσε στη Μεσόγειο, έχοντας σαν μυστικό όπλο του το υγρόν πυρ…

    Υστερόγραφο: Μια νεότερη και ελαφρώς επαυξημένη μορφή του ίδιου άρθρου υπάρχει εδώ.

    © 1998 Νίκος Σαραντάκος
    sarant@pt.lu