22 Ιουνίου 2017 at 18:58

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Σ

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Σ

Βιογραφικά του συγγραφέα και τα υπόλοιπα δημοσιευμένα λήμματα μπορείτε να τα δείτε εδώ

Σ

σάβανο το: αμεταχείριστο λευκό ύφασμα που το χρησιμοποιούν ως νεκρικό σεντόνι. Όλη τη νύχτα το πρόσωπο του νεκρού σκεπάζεται με το σάβανο ή με ένα κομμάτι τούλι. Όλη τη νύχτα διαβάζεται το «ψαλτήρι δυνατά», ένα βιβλίο γεμάτο ευχές. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία υποστηρίζει ότι πρόκειται για το σάβανο στο οποίο τυλίχτηκε το σώμα του Ιησού Χριστού, μετά την σταύρωση. Παρ.: «Τα σάβανα δεν έχουν τσέπες.» | < ελνστ. σάβανον (σημιτ. προέλ.) Βλ. & ακονάκι το, κατάσαρκα.

σαβανώνω: τυλίγω, καλύπτω με σάβανο, σεντόνι, πανί. Τον έπλυναν, τον σαβάνωσαν, τον έβαλαν, σ’ ένα καθαρό άσπρο σεντόνι και τον διάβαζαν όλη τη νύχτα. Αυτοί που σαβάνωσαν τα κτίριο έβαλαν μέσα από τη λινάτσα και το δεντράκι που ζούσε στο πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι. Παρ.: «Η Βαρβάρα βαρβαρώνει, Αϊ-Σάββας σαβανώνει κι ο Άι- Νικόλας παραχώνει.»

σαββατιανός -η -ο: σαββατιάτικος, που έγινε, γεννήθηκε Σάββατο. Παρ.: «Σαββατιανό κατάπιασμα, πομπή της εβδομάδας.» Βλ. & καταπιάνομαι.

σαβούρα η & σαβούρι το: πρόσθετο βάρος που τοποθετείται κυρίως σε πλοίο για τη ρύθμιση της ευστάθειάς του· έρμα· μτφ. πράγματα άχρηστα, χωρίς αξία, που καταλαμβάνουν ωφέλιμο χώρο· πράγματα ευτελή και κακής ποιότητας, που αγοράζονται σε πολύ χαμηλή τιμή· άσχημη γυναίκα ή αντρας. Παπαδ.: Σαβουρόκοφα το τ παρωνύμιον μ τ ποον τν εχε προικίσει δυσώπητος κακολογία τς γειτονις. ᾿Επειδ το κάπως κοντ κα στρογγύλη τ σμα, τν παρωμοίασαν μ τος χονδρος κοφίνους, δι ν εσκομίζεται σαβούρα ες τ μπάρια τν ρτίως κφορτωθέντων πλοίων. Κολ.: κραξα τ στρατεύματα ες τος Μύλους τος ργίτικους κα τος μίλησα δύο ρες: «Ν πολεμήσομε, ν βγάλομε τος κλεισμένους, ο Τορκοι εναι λοι σαβούρα Γκιών.: Τα πρωινά της Κυριακής πηγαίναμε και πουλούσαμε ό,τι σαβούρα είχαμε στα πεζοδρόμια του Μοναστηρακίου, εκεί που ψώνιζα κι εγώ άλλοτε μεταχειρισμένα ρούχα, παπούτσια, βιβλία. Πάλλ.: Και τώρα τί; θα ξέρω εγώ τ᾿ αδέρφια μου πως Τρώες / τα σφάζουν και θα κάθουμαι με χέρια σταυρωμένα, / της γης σαβούρα ανώφελη, στα πλοία εδώ κλεισμένος; Συνθ.: μτφ. σαβουρογάμης ο | < μσν. σαβούρα < λατ. saburra.

σαβουρώνω & σαβουριάζω: τρώω υπερβολικά, ό,τι φαγώσιμο βρίσκω μπροστά μου καταναλώνω μεγάλες ποσότητες φαγητού· (ναυτ.) γεμίζω το πλοίο με σαβούρα, έρμα. Σε μια ώρα τα χλαπάκιασε όλα. Τα σαβούρωσε ο σαπιοκοιλιάς. Ηπίτ.: σαβουρώνω: ερμάζω, ερματίζω, γεμίζω καλά την κοιλιάν μου· πλουτίζω· θέτω κατά μέρος χρήματα φυλάσσων αυτά. Καζαντζ.: …ανεβοκατέβαινε ο Χαρίτος, με καινούριους μεζέδες, σαβούρωναν, αδελφωμένοι η Εφεντίνα με τον Μπερτόδουλο και κανακίζονταν. Βλ. & σαβούρα η.

σαγάνι το: παραδοσιακό χάλκινο οικιακό σκεύος. Λουκόπ.: Το σαγάνι είναι χάλκινον αγγείον διαφόρων διαστάσεων, όπερ χρησιμεύει ίνα κενώνονται τα φαγητά. Ιδίως σε παλαιότερους χρόνους, ότε δεν υπήρχαν πινάκια, από το κακάβι εκκενώνετο το φαγητό αμέσως εις το σαγάνι και απ᾿ αυτό έτρωγαν όλοι οι συνδαιτυμόνες. Το σαγάνι τούτο γανώνεται διά κασσίτερου και είναι χρησιμότατον αγγείον· σήμερον έχει υποχωρήσει εις το πιάτο. Βλ. & κακάβι το, πινάκι το, λιγκέρι το, χαλκώματα τα.

σαγιάς ο & σαγιάκι το: είδος χοντρού μάλλινου υφάσματος με το οποίο κατασκευάζονται οι κάπες και οι καπότες των χωρικών, αλλιώς σκουτί, ταούκνα, σοκόρι, κοντογούνι· αυτός που κατασκευάζει σαγιάδες. Δημ.: Όλες οι νύφες στο χορό κι όλες οι μαυρομάτες. / Όλες χορεύουν μ’ άρματα κι όλες με τα σαγιάκια. / κι η Αγγελίνα η ορφανή χορεύει στο γιλέκι. – Μάσε, κόρη μ’, το σαγιά σου να μη λερωθεί η ποδιά σου.

σαΐνι το: γεράκι· μτφ. άνθρωπος πανέξυπνος, εύστροφος και ικανότατος, γρήγορος, αποτελεσματικός στις δουλειές του. Δημ.: Λεβέντες μου ανίκητοι, περήφανα σαΐνια, καμπούλι μην το κάμετε, οι Τούρκοι να μας πάρουν / ή όλους να τους σφάξωμεν ή όλοι ας σκοτωθούμεν. Πβ. Περρ.: σαΐνια τα: Υέρακες, τα οποία συλλαμβάνουσι μικρά όντα, τα τρέφουσι, ημερώνουσι και γυμνάζουσι να συλλαμβάνουσι άλλα πτηνά εδώδιμα, περιστεράς δηλαδή, τρυγόνας και τα παρόμοια. Είναι ταχύπτερα και νευρώδη. Δημ.: Κόρη μ᾿ τι μάνα σ᾿ έκανε κι ᾿σαι άσπρη σαν το γάλα / Η μάνα μ᾿ ήταν Πέρδικα κι ο αφέντης μου σαΐνι / κι εγώ ήμουν περδικόπουλο στα πλάγια κελαηδούσα | < τουρκ. şahin (από τα περσ.) -ι.

σάισμα το: σάγισμα, βαρύ στρωσίδι από γίδιο μαλλί, χωρίς κρόσσια, πολύχρωμο, ημιδιάβροχο. Παπαδ.: Εν τω μεταξύ ο Γιάννης ο Κούτρης είχεν αναβεί επί του όνου υποβαλών σάγισμα αντί σέλλας.. [..]..πότε ίστατο γονατιστός επί του σαγίσματος, πότε υπτιάζετο επί της ράχεως του ζώου, πότε εκρατείτο εκ της χαίτης με τον ένα πόδα επάνω, με τον άλλον κάτω εις την γην. Καρκ.: – Έπειτα εσφούγγισαν σφιχτά με το μάλλινο σκουτί τον ίδρωτα των ζώων, τα εσκέπασαν μ᾿ ένα σάγισμα. Ηπίτ.: σαγίζω: επιθέτω σάγισμα επί του ίππου, σάγιον το: κοινώς σαγιάκι, χονδρόν μάλλινον ύφασμα· σάγισμα: το στρώμα, επίσαγμα (σκέπασμα του ίππου), κυρίως όμως το τούρκ. τσούλι του αλόγου· τρίχινον στρωμάτιον, χονδρόν μάλλινον ύφασμα τετράγωνον ή και εν σχήματι σέλης μετά μαλλίνου καταζώστου, άνευ ουδενός άλλου συνεξαρτήματος, χρήσιμον δι᾿ ιππασίαν· το είδος τούτο της σέλλης απαντάται παρ᾿ άπασοις τοις ανατολικοίς λαοίς | < σαγή: το σύνολο των εξαρτημάτων που τοποθετούμε επάνω στο υποζύγιο, όταν πρόκειται να το ιππεύσουμε ή να το φορτώσουμε < ελνστ. σαγή, αρχ. ελλ. σαγή[ᾰ], ἡ (σάττω): αποσκευές ενός ανθρώπου, φορτίο που περιέχει τα προσωπικά του αντικείμενα, αὐτόφορτος οἰκεία σάγη:. κουβαλώντας τις δικές του αποσκευές· γενικά, ιπποσκευή, οπλισμός, εξοπλισμός, σάγμα, σαμάρι.

σαΐτα η: το βέλος· είδος μικρού ευκίνητου φιδιού· εξάρτημα του αργαλειού, με το οποίο περνούν το υφάδι μέσα από τις κλωστές του στημονιού καθώς και το αντίστοιχο εξάρτημα της ραπτομηχανής· χάρτινη παιδική κατασκευή που θυμίζει σαΐτα ή αεροπλάνο· είδος φιδιού που κινείται γρήγορα. Πάλλ.: Γιατί άθρωπος μαθές γιατρός αξίζει πλήθος άλλους· / σαΐτες βγάζει, βότανα μαλαχτικά απιθώνει. Δείτε λοιπόν τρόπους για να φτιάξετε τις πιο εντυπωσιακές και αεροδυναμικές σαΐτες! Ελύτ.: Κλέφτρα σαΐτα σκάνταλο του γέλιου / Ω εγγονούλα της γρια-λιακάδας / Μέσ᾿ απ᾿ τα δέντρα πείραζες τις ρίζες / Άνοιγες τα χωνάκια του νερού / Ραβδίζοντας της λησμονιάς τα τζίτζιφα. Δείτε λοιπόν τρόπους για να φτιάξετε τις πιο εντυπωσιακές και αεροδυναμικές σαΐτες! Η σαΐτα (Platyceps najadum) θεωρείται και είναι το πιο γρήγορο φίδι της Ελλάδας, σε βαθμό που να του αποδίδονται υπερφυσικές ικανότητες και υπερβολική ταχύτητα από τη λαϊκή παράδοση και τοπικές δοξασίες! | < μσν. σαΐτα < σαγίτα.

σαϊτεύω: ρίχνω, χτυπώ με τη σαΐτα. Βλ. & λιθάρι το, σαΐτα η.

σακαΐλα η: αρρώστεια των ζώων. Βλ. & παρμάρα η.

σακατλίκι το: ιδιότητα του σακάτη, η σωματική αναπηρία. Γκοτζ.: Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ᾿ ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι | < σακάτ(ης) -ιλίκι < τουρκ. sakatlιk -ι.

σακιάζω: βάζω, συσκευάζω σε σακιά. Βλ. & βατσινιά η, φουρνίζω.

σακοράφα η: μεγάλη και χοντρή βελόνα που χρησιμοποιείται για ράψιμο με σπάγγο. Βελόνες σακοράφες με κυρτή μύτη. Οι σακοράφες της Prym είναι βέλονες κατάλληλες για σούρα λάστιχου. Καρκ.: μεινε συχος κε πο καθόταν κα μόνον τ σακοράφα παραίτησε μισοπερασμένη στ παν κα στύλωσε τ μάτια στ θάλασσα, μ κάποιο γαμόγελο στ χείλη. Παρ.: «Βροντούν όλα τα σίδερα, βροντάει κι η σακοράφα» | < σακοράφ(ι) μεγεθ. -α < μσν. σακκοράφ(ιον) υποκορ. του ελνστ. σακκοράφος (ενν. βελόνη). Βλ. & τεζάρω, λόζιος ο.

σακουλεύομαι: υποψιάζομαι, υποπτεύομαι, ψιλιάζομαι, αντιλαμβάνομαι, ανθίζομαι, καταλαβαίνω μια απάτη, τις κακές προθέσεις, έναν κίνδυνο ή μια παγίδα που δεν φαίνεται με πρώτη ματιά. Ρεμπέτ.: Εγώ σου λέω για λάχανα / και συ μου λες για πράσα / αφού δεν σακουλεύεσαι / βρε, ασιχτίρ μπαγάσα. Βαμβ.: Όταν με βλέπεις και περνώ / από τη γειτονιά σου, / πρέπει να τη σακκουλευτείς / πως θα ᾿βρεις το μπελά σου -.Κι αφού με σακουλεύεσαι τι θες να ᾿σαι μαζί μου, / κι αφού δεν τσουβαλιάζεσαι άλλον να βρεις μικρή μου. Τσιφ.: Το οποίον πάνω στις κούτες έγραφε «πούρο» που θα πει στην εξήγηση «αγνό», καπνός να πούμε αχαρμάνιαστος. Το οποίον κάποιος γνωρίζων ανάγνωσιν και γραφήν τόκοψε και είπε πούρο ρε μάγκες. Το οποίον απόμεινε στη γλώσσα του πούρο. Σακκουλευτήκατε; | < τουρκ. şakull(e): μετράω το βάθος με βαρίδι, υπολογίζω – sakal: στάθμη, υπολογισμός. Βλ. & αλόγατο το.

σαλαβάτι το: ανακατωσούρα, φασαρία, οχλοβοή (Γέρμας Καστοριάς). Σιδ.: Ο Τάκας άκουσε ένα σαλαβάτι από ένα τσούρμο παιδιά που έπαιζαν έξω.

σάλαγος ο & σαλαγή η: η βουή, ο θόρυβος που κάνει ένα κοπάδι ζώων, θόρυβος, φασαρία, ορυμαγδός, οχλαγωγία. Πάλλ.: Σαν πιο μεγάλο σάλαγο τώρα αγρικάω απ᾿ τη μάχη. / Μον κάθου εδώ του λόγου σου κι ήσυχος πίνε μόνος. Καζαντζ.: …και των αντρών των χαλκοθώρακων η αντρεία, κι αντιχτυπούσαν / οι αφαλωτές ασπίδες, κι έβραζεν ο σάλαγος περίσσιος· (χαλκεοθωρήκων· τρ σπίδες μφαλόεσσαι / πληντ λλήλσι, πολς δ ρυμαγδς ρώρει. Κρυστ.: Κι οι γλήγορες μούλες, μόλις άκουσαν τη σαλαγή τ᾿ αγωγιάτη, έσφιξαν την περπατησιά τους και μας μάκραιναν από το καρβάνι. Βλ. & σαλαγώ.

σαλαγώ: με κραυγές, σφυρίγματα και χειρονομίες. παρακινώ κοπάδι ζώων να προχωρήσει ή να σταματήσει. Δημ.: λιο ν δώσεις στος γεωργούς, τν νεμο στος νατες, / κα τ φεγγάρι τ λαμπρό, ν δώσεις στος τσοπάνους / ν σαλαγον τ πρόβατα ν ψιλοτραγουδνε | ελνστ. σαλαγώ: ταρακουνώ (για τη θάλασσα), (Πβ. ελνστ. σαλαγή: κραυγή).

σαλακιάζω: ζαρώνει το δέρμα μου από την επαφή με νερό ή άλλα υγρά. Σαλάκιασαν τα χέρια απ᾿ τη μπουγάδα. Μτχ. σαλακιασμένος -η -ο, μετά το μπάνιο στη θάλλασσα, ή το πλύσιμο των ρούχων.

Σαλαμπριάς ο: ο ποταμός Πηνειός. Δημ.: Η Σαλαμπριά κατέβασε με ήλιο, με φεγγάρι. / Φέρνει δέντρα, φέρνει κλαδιά, δέντρα ξεριζωμένα. / Φέρνει και μια γλυκομηλιά με μήλα φορτωμένη | < Πιθανώς από τη σλαβική (ή σερβικά) славина (=βρύση, κάνουλα, νερό). Ο Νίκος Μαλαβάκης (Ετυμολογημένα τοπωνύμια Νομού Τρικάλων, περ. Τρικαλινά, 21, 2001, σελ. 139) γράφει: «Σαλαμπριά ή Σαλαμπριάς (ο Πηνειός): 1.λέξη βαρβαρική με θρακική κατάληξη -bria (=φρούριο). 2.(αρχαία ελληνική ) σαλάμβη (=τρύπα απ’ όπου μπαίνει φως).

σαλαμάρα: η ιδιότητα του σαλού, τρέλα, μούρλα, ζουρλαμάρα, μτφ. ψυχική νόσος. Τρανή σαλαμάρα.

σαλβάρι το & σιαλβάρι το: είδος παραδοσιακού, φαρδιού παντελονιού, που σουρώνει στον αστράγαλο και στη μέση. Θηλ. σαλβάρα η. Το σαλαβάρι (παντελόνι) στο πάνω μέρος είναι φαρδύ και στηρίζεται στη μέση με κορδόνι μέσα σε σούρα. Κάτω από τα γόνατα όμως στενεύει πολύ. Κολλάει, θα λέγαμε, στο πόδι. Δίνει την εντύπωση μιας επιγονατίδας. Σε αρκετές περιπτώσεις στην επιγονατίδα βλέπουμε και κουμπιά. Το σαλβάρι είναι κατά κανόνα από μάλλινο ύφασμα (τσιπούνι). Καζαντζάκ: Έρεψε το κορμί, άδειασε η τσέπη, τρίφτηκαν και χιλιοτρύπησαν τα σαλβάρια, μα η ψυχή του στέκουνταν όρθια στο στήθος. Καρκ.: Έβγαλεν από την ξυλοκασέλα της ένα ολοκαίνουργο σαλβάρι γαλάζιο, γαϊτανοκεντημένο. Μαλ.: Οι Βλάχοι, δηλ. Σερβιώτες έχοντες προέλευσιν από το Βλαχολείβαδο, φορούσαν «σιαλβάρι» από σαγιάκι μαύρο, κατειργασμένο από τις γυναίκες των, ή από έτοιμο ντρα, το γιορτινό τους | < τουρκ. şalvar (από τα περσ.) -ι.

σαλαμάντρα η: μικρό αμφίβιο ερπετό που ζει στη στεριά, έχει τη μορφή και το μέγεθος σαύρας, δέρμα μαύρο με κίτρινες κηλίδες και εκκρίνει ένα τοξικό υγρό. Καρκ.: Γοργόνα τ λένε ο νατες, λλ μοιάζει μ σαλαμάντρα· σαλαμάντρα κυματιστή, λογάλαζη, πέτρινο ξερονσι νάμεσα στ διάφανα νερ το Λιβόρνου | < αρχ. ελλ. σαλαμάνδρα.

σαλαμάρα η: τρέλα, η αλλοφροσύνη, η χαζομάρα, η ανοησία. Κουβαλάει πολλή σαλαμάρα. Συνθ. σαλομονέδα, σαλοσόι κ.α. Βλ. & σαλός ο.

σαλαμάστρα η: πλεχτό, χοντρό σκοινί των καραβιών· μονωτικό υλικό, συνήθως από ίνες (π.χ. βαμβακιού), που με την ειδική πλέξη και σχεδίαση, χρησιμοποιούνται ως παρέμβυσμα σε μόνωση – στεγανοποίηση αξόνων αντλιών ή πηδαλίων. Καββ.: Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί, / πλέκω σαλαμάστρα τα μαλιά σου. / Κάτω στα νερά του Port Pegassu / βρέχει πάντα τέτοια εποχή. Παπαδ.: Ο πλοίαρχος ηρκέσθη μόνον να είπει οργίλως: -Δάκω τη γλώσσα σ᾿, βρε στραβο-Χάραυλε… να μην αρπάξω τη σαλαμάστρα, τώρα… Και μετά δυσκολίας πολλής εμπόδισε τον αδελφόν του να μη τον αικίσει | < ιταλ. salmastra.

σαλαμούρα η: άλμη, διάλυμα από (μαγειρικό) αλάτι, που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση τροφίμων. Ηπίτ.: σαλαμούρα η: η εν τη σαλαμούρα (άλμη) ένθεσις ειδών· ως και η εν τοις πίθοις διατήρησις. Παρωνύμ.: Σαλαμούρας | < παλ. ιταλ. ή βενέτ. salamora.

σαλέπι το: κοινή ονομασία φυτού που είναι ποώδες, πολυετές και κονδυλόρριζο, και του οποίου οι ρίζες χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ενός θερμαντικού ποτού· το ποτό που παρασκευάζεται από το παραπάνω φυτό. Παπαδ.: σχάτως, ς κα νας σαλεπτζς κόμη μς λθεν ες τ χωρίον. Ο λίγοι μως πελάται του ριθμονται μεταξ το κινητο κα γοραίου πληθυσμο, καμμία δ οκοκυρ δν θ πέτρεπεν ες τν υἱὸν τν σύζυγόν της κατ᾿ οκον ν ζητήσ σαλέπι ν πι π τ χέρια το πλανοδίου ξένου | < τουρκ. salep (από τα αραβ.) -ι.

σαλεπιτζής ο: αυτός που πουλάει (ζεστό) σαλέπι, ως ρόφημα, συνήθως πλανόδιος. Ο σαλεπιτζής φοράει μια κάτασπρη ποδιά και σκούφο. Είναι τυλιγμένος στα ζεστά, με τη φουφού αναμμένη, ένα μικρό σκαμνί, το αστραφτερό χάλκινο γκιούμι, τα κουπάκια και το δίσκο και διαλαλεί στους παγωμένους δρόμους το αχνιστό και μυρωμένο σαλέπι | < Βλ. & σερμπέτι το.

σαλεύω & σαλαίνω: γίνομαι, συμπεριφέρομαι σαν σαλός, τρελαίνομαι, χάνω τα μυαλά μου, συμπεριφέρομαι αλλόκοτα, απρόσμενα, θυμώνω, οργίζομαι· τρελαίνω κάποιον, τον «καραφλιάζω», τον εκπλήσσω ευχάριστα ή δυσάρεστα· κάνω μια ελαφρά κίνηση, μετα τοπίζομαι ελαφρά μέσα σε έναν περιορισμένο χώρο. Θα μας σαλάνεις / σαλέψεις τελείως; – τους σάλαναν στο ξύλο – ντιπ σαλεμένος. Τους σάλανε όλους ο κλαριντζής. Πάλλ.: Βρε μη σαλέβεις κι άκουγε τους άλλους τί θα πούνε, / πούναι απ᾿ τα σένα ανώτεροι! Εσύ δειλός κι ανάξιος, / μες στη βουλή αλογάριαστος, αψήφιστος στη μάχη. Παρ.: «Αν δε φυσήξει άνεμος κλωνάρι δε σαλεύει.» | < σαλεύω (αρχ.): κραδαίνω / κινούμαι ασταθώς όπως στη θάλασσα/ συμπεριφέρομαι ασταθώς. Από την ίδια ρίζα ὁ σάλος: παλμική, επαναληπτική κίνηση [όπως στον σεισμό: «χθονὸς νῶτα σεισθῆναι σάλῳ» (ότι ταράχτηκαν από σεισμό οι ρίζες της γης), Ευριπίδη Ιφιγένεια εν Ταύροις 46)] / κλυδωνισμός πλοίου στην τρικυμία [η λέξη χρησιμοποιείται ως συνηθισμένη μεταφορά στους τραγικούς για να περιγραφεί η δυστυχία της πόλης, καθώς οι Αθηναίοι ήταν ναυτική δύναμη και χρησιμοποιούσαν πολλά σχήματα λόγου σχετιζόμενα με τη θάλασσα, «τὰ μὲν δὴ πόλεως θεοὶ πολλῷ σάλῳ σείσαντες ὤρθωσαν πάλιν» (οι θεοί αφού ταρακούνησαν την πόλη με τρικυμία την έστησαν πάλι όρθια) Σοφοκλή Αντιγόνη 162. Επίσης, «πόλις δ᾿ ἤδη σαλεύει κἀνακουφίσαι κάρα βυθῶν ἔτ᾿ οὐχ οἵα τε φοινίου σάλου» (γιατί η πόλη ήδη σαλεύει και δεν μπορεί ακόμη να σηκώσει κεφάλι από τη φονική τρικυμία), Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος 21-22]. Βλ. & σαλός ο.

σάλι το: η εσάρπα, μεγάλο μαντίλι· συμπλήρωμα της γυναικείας αμφίεσης που προστατεύει την πλάτη και τους ώμους και που συνήθ. είναι ένα τετράγωνο ύφασμα διπλωμένο τριγωνικά, μάλλινο, μεταξωτό, πλεκτό κτλ., με ή χωρίς κρόσια (Τριαντ.) | < ιταλ. sciall(e) -ι < γαλλ. châle (από τα περσ.). Βλ. & πασπατεύω.

σαλομιλώ: μιλώ επιπόλαια, ανάρμοστα, λες και είμαι σαλός | < σαλός, βλ.λ.

σαλομονέδα η: λέγεται για άνθρωπο ανήθικης διαγωγής, ανάξιο εμπιστοσύνης < σαλός + μονέδα, βλ.λ.

σαλός -ιά -ό: επιθ. ο χαζός, ο τρελός, ανισόρροπος, ηλίθιος. Ρ. σαλαίνομαι. Αορ. σαλάθηκα, σάλεψα, Συνθ. σαλομιλώ, σαλοφέρνω. ΦΡ. Μη λες σαλά: μη λες χαζά, πράγματα απίθανα. ΦΡ. Τρανέβοντας και σαλεύοντας: μεγαλώνοντας και χαζεύοντας, λέγεται για κάποιον που μεγαλώνει σε ηλικία, αλλά δεν φρονιμεύει, δεν πήζει το μυαλό του, όσο μεγαλώνει, τόσο χάνει τα μυαλά του. Ο Μιχαήλ Ψελλός καταγράφει την Παρ. «Από σαλού και μεθυστού την αλήθειαν άκουε»: από τρελό και μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια. Οι πιο γνωστοί ως «σαλοί δια Χριστόν» είναι οι άγιοι Ανδρέας και Συμεών. Χαρακτηριστικό των «δια Χριστόν σαλών» είναι ο «εμπαιγμός του κόσμου.» Μετά από μακροχρόνια άσκηση εγκαταλείπουν την έρημό τους και επιστρέφουν στις πόλεις, συμπεριφερόμενοι κάθε άλλο παρά σαν «καλοί Χριστιανοί.» Δημιουργούν προβλήματα στις ακολουθίες μέσα στους ναούς, αλλά και στους «ηθικούς ανθρώπους.» Αδιαφορούν για τους τύπους της κοινωνικής ζωής. Παρουσιάζουν μια εξωφρενική ελευθεριότητα συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι όμως προβληματίζονται όταν τους βλέπουν να θαυματουργούν ή να καθοδηγούν στην χριστιανική ζωή ανθρώπους που δεν είχαν σχέση μαζί της. (Lennart Ryden, Das leben des heiligen narren Symeon von Leontios von Neapolis. Uppsala, 1963. Μετάφραση: Γ. Μπουδούρης, & Π. Γιαχανατζής, εκδ. Το περιβόλι της Παναγιάς). Βυζαντ. Παρ.: «Από σαλόν και μεθυστήν μαθαίνεις την αλήθεια.» | πιθ. < αρχ. ελλ. σάλος[ᾰ], ὁ: οποιαδήποτε ασταθής κίνηση που προκαλεί δονήσεις, ταλάντωση, κλυδωνισμός, λέγεται για σεισμό αναταραχή ή τα φουσκωμένα κύματα της θάλασσας, θαλασσοταραχή, φουρτούνα· ομοίως στον πληθ., πόντιοι σάλοι· λέγεται για πλοία ή ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε πλοία, θαλασσοταραχή, κούνημα, κλυδωνισμός· μτφ., λέγεται για την πολιτεία που παρομοιάζεται με πλοίο, αναταραχή, κλυδωνισμός.· βρίσκομαι σε αναταραχή, ανησυχώ, αμφιταλαντεύομαι.

σαλοφέρνω: φέρομαι, συμπεριφέρομαι σαν σαλός, χαζοφέρνω. Βλ. & σαλός ο.

σαλιάρα η: μικρή πετσέτα σε σχήμα μηνίσκου που την δένουν μπροστά στο λαιμό ενός μωρού, για να μη λερώνεται το στήθος του· είδος ψαριού Ηπίτ.: σαλιάρα η: το σαλιόπανον των νηπίων· το ψάρι βλέννος ο ή γλίνος καθό περιβεβλημένο βλένναν | < σαλιάρης < σάλιο < μσν. σάλιον < σιάλιον < υποκορ. του αρχ. σίαλον.

σαλιάρια τα: τα μελομακάρονα.

Σαλονίκη η: Θεσσαλονίκη. Γεννήθηκα στη Σαλονίκη | < Η Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε από τον Κάσσανδρο και έλαβε το όνομά της προς τιμήν της συζύγου του, Θεσσαλονίκης, η οποία ήταν ετεροθαλής αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κόρη του Φιλίππου Β΄ και της πέμπτης συζύγου του, της Θεσσαλής πριγκίπισσας Νικησιπόλης. Το όνομά της προέρχεται από τη σύνθεση των λέξεων Θεσσαλν και Νίκη, σε ανάμνηση της νίκης των Μακεδόνων και του Κοινού των Θεσσαλών έναντι του τυραννικού καθεστώτος των Φερών και των συμμάχων της, Φωκέων, στο πλαίσιο του Γ᾿ Ιερού Πολέμου. Βλ. & απαυτός ο.

σαλταδόρος ο: αυτός που κάνει σάλτο, πηδάει. Ψαθ.: Ένα τεράστιο γερμανικό φορτηγό είναι σταματημένο κι έχει τα φώτα του αναμμένα. O γερμανός σκοπός έχει οργανώσει την άμυνά του για την περίπτωση επιδρομής των σαλταδόρων. Βλ. & σαλτάρω.

σαλτάρω & σαλτέρνω: κάνω, δίνω σάλτο, πηδώ· μτφ. τρελαίνομαι, χάνω το μυαλό μου. Καζαντζακ.: …τριζοκοπούσε η θρακιά, και μ᾿ ένα πήδο σάλτερνε μέσα ο παπα-Γιάνναρος και πίσω του το αδελφάτο όλο, οι πυροβάτες | < ιταλ. saltar(e) -ω· σαλτ(άρω) μεταπλ. -έρνω.

σάλτος ο & σάλτο το: άλμα, πήδημα. Την ώρα που κατάφεραν να ξετρυπώσουν το γατάκι, αυτό έδωσε σάλτο και μπήκε στην μηχανή άλλου αυτοκινήτου | < ιταλ. salto.

σάλωμα το: αγκάθι, αιχμηρό αντικείμενο. Παπαευαγγ.: Ω Μήτρου, μι τζούντσει ένα σάλουμα ιδώϊα.

σάμαλι το: είδος σιροπιαστού γλυκίσματος. Τσιφ.: Αγοράζανε και σάμαλι να το ματσουλίσουνε τη νύχτα, χρατς-χρουτς, σα κουνελάκια. Αυτό είναι το σάμαλι, όπως το έφτιαχνε η προγιαγιά μου στην Πόλη | < τουρκ. şamalι: από κερί (από τα αραβ.).

σαμάρα η: η νίκη σε ένα γύρο, σε μία φάση ομαδικών παιχνιδιών. Η ομάδα ή ο παίχτης έπρεπε να κερδίσει συγκεκριμένες σαμάρες-νίκες. Η ΦΡ. Πόσο είστε στις σαμάρες; σημαίνει μτφ. «πόσο είναι το αποτέλεσμα;» | < μσν. σαγμάριον < υποκορ. του αρχ. ελλ. σάγμα.

σαματάς ο: καυγάς, φασαρία, τσακωμός, συμπλοκή, δυνατός θόρυβος, αναστάτωση, μανούρα, λουμούρα. Δημ.: Ωχ, αμάν, Ελένη, σαματάς θα γένει / μες την κάμαρά σου, για τα ξανθά μαλλιά σου. Παπαδ.:Δν θά χουμε σαματ κα μαζώματα κάθε λίγο δ μέσα. Πηγαίνετε στ σπίτια σας ν μαζωχθτε· εναι μεσημέρι, καπετν Πέρρο. Τσιφ.: Αλλά τον σαματά και την διαδήλωση και τον καυγά και την φασαρία ποιός θα την κάνει; Παρ.: «Ο αδειανός ο τενεκές κάνει το μεγάλο σαματά.» | < τουρκ. şamata -ς. Βλ. & χωροφύλακας ο, λέρα η.

σάματις & σάματι: επίρρ. σάμπως, μήπως· παρομοιαστικό: σαν να, λες και, θάματς. Μαρ. Ιορδανίδου: Αυτή τη φορά πεντάρα δεν δίνει η Λωξάντρα για το νοικοκυριό της. Τι πρόκειται να χάσει σάματις; Τα γιούκα της ή τους κουρελόμπογούς της; Σάματις κι ο γιατρός δεν είχε ξεκάνει από λάθος κείνο το γεροντάκι που του ᾿δωσε το οξύ αντί το λάβδανο; Σάματις είμαι γάιδαρος να με φορτώνεις; σάματις ήξερα κι εγώ ο καψερός τι να του πω; | < μσν. ως + άματι (< φρ. άμα ότι: αμέσως όταν) Βλ. & θάματς, μάπας ο, γραμματικός ο.

σαμούρι το: είδος γουναρικού· αρπαχτικό ζώο, θηλαστικό, που ανήκει στην οικογένεια ικτιδίδες ή μουστελίδες. Ζει στη Β Ρωσία, τη Σιβηρία και τη ΒΔ Αμερική. Το σώμα του είναι μικρό και το τρίχωμά του πυκνό και γυαλιστερό. Το χρώμα του τριχώματος είναι υπόμαυρο ως καστανόχρωμο με γαλάζιες ανταύγειες, γι` αυτό το δέρμα του θεωρείται άριστο γουναρικό. Μαλ.: Οι μπόλκες, γύρω γύρω στο λαιμό και τις δυο μπροστινές είχαν γούνες (σαμούρια και μιλόγουνες), παραπλεύρως δε της γούνας, γύρω στο λαιμό και τις μπροσθινές ως και κάτω και γύρω οπίσω, ήταν στολισμένες με «χάρτζια», δηλαδή κεντήματα, τα οποία εγίνοντο με πεταλούδες και χάνδρα, διαφόρων σχεδίων. Το πλάτο των χαρτζίων ήταν 3-10 πόντους, αναλόγως της πολυτελείας της μπόλκας (Σέρβια Κοζάνης) | < τουρκική samur < αραβική (sammūr) < περσική.

σανατόριο το: θεραπευτήριο σε ορεινή περιοχή με ξηρό κλίμα, όπου νοσηλεύονταν ασθενείς με παθήσεις του θώρακα και κυρίως φυματικοί. Αναζητώντας φως και οξυγόνο στα σανατόρια της Κίνας. Στο σανατόριο υπάρχουν σήμερα ελάχιστοι γιατροί. Στο σφυρί βγαίνουν Ξενία, αρχοντικά, σανατόρια. Στην περιοχή της Αρκαδίας, συνολικά ιδρύθηκαν τέσσερα σανατόρια για την αντιμετώπιση της φυματίωσης. Τσιφ.: Όλα τα πράματα καταντήσανε να πουλιώνται. Ο καθαρός αέρας που παρέχεται στις εξοχές, ο ήλιος στα ελβετικά σανατόρια, η θάλασσα στις ατμοπλοϊκές Εταιρείες | < αγγλ. sanatori(um) -ον (< υστλατ. sanatorius: θεραπευτικός).

σανιδοκέφαλος ο: μτφ. ο βλάκας, που δεν του κόβει το μυαλό του, δεν παίρνει στροφές. Βλ. & μάπας ο.

σανιδώνω: λέγεται συνήθως για το γκάζι του αυτοκινήτου, πατάω τέρμα, όσο παίρνει, πλακώνω τα γκάζια· τοποθετώ, περνώ σανίδια σε πάτωμα· μτφ. πέφτω σα σανίδα, οριζόντια. Το σανίδωσε κι έπιασε 200 χιλιόμετρα. Τσιφ.: Εν σωτηρίω μετά Χριστόν έτει 1246, πάει ο άνθρωπος, σανίδωσε, κι επειδή παιδί δεν είχε, μπήκε στη θέση του τ᾿ αδελφάκι του ο Γουλιέλμος.

σαντές ο: περιστέρι τελείως γκρίζο. Σαντέδες και αλατζάδες (:άσπρα περιστέρια με πιτσιλιές).

σαντούρι το: έγχορδο μουσικό όργανο της Aνατολής, με ηχείο σε σχήμα τραπεζίου και μεταλλικές χορδές κατά μήκος των δύο παράλληλων πλευρών του, το οποίο παίζεται με δύο λεπτά ραβδάκια τυλιγμένα στην άκρη με βαμβάκι. Δυο άγνωστα για τους περισσότερους μουσικά παραδοσιακά όργανα, είναι το κανονάκι και το σαντούρι. Πραγματικά φυσικός ήχος από σαντούρι χωρίς ηχητικά κενά ανάμεσα στους καβαλλάρηδες. Σκαρ.: …μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια / οι παλιάτσοί μου -στον αέρα πηδώντας- / τα θούρια… | < τουρκ. santur (από τα αραβ.) -ι.

σαξάνι το: περιστέρι τελείως άσπρο, ολόλευκο. Ο οδηγός (:μεγάλο φτερό) στο σαξάνι που λες, ίσως να είναι φαγωμένος· μην ξεχνάς, τα πουλιά μαδάνε και θα ντυθούνε.

σαπλαϊαρκος -η -ο: γεμάτος πληγές, σε άσχημη σωματική κατάσταση. μτφ. ο κακόμοιρος | < πληγή.

σαπνίδια τα: σαπουνίδια, αφρός από απορρυπαντικό ή σαπούνι | < μσν. σαπούνι(ο)ν < ελνστ. υποκορ. του σάπων < λατ. sapo.

σαπούνι της γάτας το: αγριόχορτο με καθαριστικές ιδιότητες. Πβ. της γάτας τα σταφύλια.

σάρα η: τα σκουπίδια, αυτά που είναι για σάρωμα, για σκούπισμα· συρφετός ανθρώπων, ο.τιδήποτε δεν αξίζει. Στη φράση η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα | < Βλ. & σαρώνω.

Σαρακατσάνος ο: Οι Σαρακατσάνοι, γνωστοί και ως Καρακατσάνοι ή Σαρακατσαναίοι, είναι ελληνική νομαδική φυλή που βρίσκεται διασκορπισμένη σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των Σαρακατσάνων έχει εγκαταλείψει το νομαδικό βίο και ζει μόνιμα στα χωριά, όπου ασχολείται με την κτηνοτροφία, ενώ οι απόγονοί τους έχουν εγκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό στα μεγάλα αστικά κέντρα. Μικρός αριθμός Σαρακατσάνων βρίσκεται επίσης στη Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ. Τους Σαρακατσαναίους της Μακεδονίας τους λέγανε Γκούντηδες, και τους Τσουμερκιώτες Σαρακατσάνους Ντουφεκαλεύρηδες, επειδή στα Τζουμερκιώτικα βουνά είναι λίγο το αλεύρι και το κυνηγάνε με το ντουφέκι. Όσους πάνε στα βουνά του Βάλτου τους λένε Καψομούνηδες, επειδή αυτά τα βουνά είναι κοντοβούνια και δεν έχουν πολύ κλαρί όπως τα Ηπειρώτικα. Γενικά τώρα, οι Ηπειρώτες Σαρακατσαναίοι όλους τους Σαρακατσάνους της στερεάς Ελλάδος τους αποκαλούν Αγραφιώτες. Αλλά και οι Ηπειρώτες χωρικοί τους Σαρακατσαναίους της Θεσσαλίας και Μακεδονίας τους αποκαλούσαν Γράνηδες και Βλαχούληδες γιατί είχαν λιγότερα πρόβατα και περισσότερα γίδια | πιθ. < το όνομα Σαρακατσάνος έχει τουρκική προέλευση και είναι σύνθετη λέξη αποτελούμενη από το kara (καρά) που σημαίνει «μαύρος, μαυροντυμένος» και το kacan (κατσάν) που σημαίνει «φυγάς, ανυπότακτος.» Έτσι από το Karakacan (Καρακατσάν) προήλθε με παραφθορά η λέξη Σαρακατσάνος.

σαράκι το & σάρακας ο: έντομο που κατατρώει το ξύλο· (μτφ.) μακροχρόνιος ψυχικός πόνος, καημός, έγνοια που δεν εκδηλώνεται και γι΄ αυτό φθείρει. Το σαράκι της προδοσίας. Το σαράκι «έφαγε» τα κουφώματα. Σαράκι της δημοκρατίας η πολιτική διαφθορά. Μας έφαγε το σαράκι ρε μάγκες. Καρκ.: Γεροντομπασμένος, βασιλις το Λιβόρνου δν χει ρεξη γι τιμές, δν χει χέρι γι σκπτρο. Σάρακας τ χρόνια τν ρίξανε στ γηρατειά. Σκαρ.: Καπτάνιος ήταν αυτός κ᾿ έγινε τρατάρης για ελόγου του· άλλος έχει την τράτα (και τί τράτα!), τη Φλώρα τους, και χαίρεται τα κάλλη της και τ᾿ αγαθά της· άχ, αυτό το σαράκι θα τον έτρωγε. Άχ τέτοιο σκαρί.. τέτοια τράτα..» Κρυστ.: Σαν σάρακας είχε φωλιάσει μες τον κορμό της γυναίκας του η αρρώστεια και το κουφάλιαζε λίγο λίγο | < μσν. σαράκιον υποκορ. του ελνστ. σάραξ. Βλ. & ντελικάτος ο.

σαρακοφαγωμένος -η -ο: φαγωμένος, φθαρμένος από το σαράκι. Καρκ.: Δεν ήταν αληθινά βαρυστολισμένο το δωμάτιο. Ένα μόνον τραπέζι σαρακοφαγωμένο, στρωμένο με μάλλινο χρωματιστό τραπεζομάντηλο ακουμπούσε στον ένα τοίχο μ᾿ ένα κίτρινο σπειρωτό νεροκολόκυθο επάνω. Βλ. & σαράκι το.

σαρώνω: σκουπίζω, φροκαλώ· καθώς κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα, παρασέρνω με βιαιότητα ό,τι συναντήσω στο πέρασμά μου και το καταστρέφω, το αφανίζω. Σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Πάλλ.: Τότες λέει σπίτι μου θα γυρίσω απ᾿ όπου βγήκα. Κι έρχεται και το βρίσκει πούχει σκόλη, σαρωμένο και συγυρισμένο. Ηπίτ. σαρώνω: καθαρίζω διά σαρώθρου | < μσν. σαρώνω < ελνστ. σαρ(ῶ) -ώνω.

σαραντίζω & σαραντεύω: κλείνω σαράντα μέρες. Όταν πια σαραντίσει θ᾿ ασπρίσει το σπίτι, θα πλυθεί και θ᾿ αλλάξει. Όταν σημάνει εσπερινός, με μιά γειτόνισα που κρατά το βρέφος, πηγαίνει στην εκκλησία. Παρ.: «Όντας να σαραντέψεις, τότε άντρα μη γυρέψεις.» | < μσν. σαράντα < ελνστ. σαράντα (Πβ. Σαρακοστή η) < αρχ. ελλ. τεσσαράκοντα.

σαράντισμα το: η ολοκλήρωση χρονικού διαστήματος σαράντα ημερών από ένα γεγονός (γέννηση, θάνατο), «τα σαράντα», σαρανταήμερο, οι σαράντα ημέρες της νηστείας πριν από τα Xριστούγεννα· μνημόσυνο που γίνεται με τη συμπλήρωση σαράντα ημερών από το θάνατο κάποιου. Πβ. Παπαδ.: Κα τότε τ λαβεν μαμμ στν γκαλιά της, ψιθυρίζουσα κοί, κοί, κοί, εχήθη τν λεχ «Καλ σαράντιση, χαδούλα μ᾿», κ᾿ ξλθεν ες τ σκότος ξω.

σαράφης ο: έμπορος, αυτός που αγοράζει και πουλά νομίσματα· αργυραμοιβός. Μαύρο χρήμα άφθονο για τους σαράφηδες! Οι σαράφηδες με τα ξύλινα βιτρινάκια, τα χρυσαφικά, την ζυγαριά, τον μεγενθυτικό φακό, το κουρελάκι και το μπουκαλάκι με το ειδικό υγρό που τα γυάλιζαν. Πάλλ.: Και μπήκε στο ναό ο Ιησούς, κι έβγαλε όλους που πουλούσαν κι αγοράζανε μέσα στο ναό, και τα τραπέζια των σαράφηδων τ᾿ αναποδογύρισε και τους πάγκους των περιστεράδων | < τουρκ. sarraf -ης (από τα αραβ.).

σαράφικο το: μαγαζί κατάστημα του σαράφη, εμπορικό κατάστημα. Βλ. & σαράφης ο.

σαρίκι το: λεπτό ύφασμα που τυλίγεται γύρω από το φέσι. Παπαδ.: Μακάριος θνητός, μ τ σαρίκι περ τν κεφαλήν του, μ τν ψαρόξανθον μύστακα, μ τν ξυλίνην σφράν του, πο κούομεν τος κτύπους της π τν βάρκαν μας, νάμεσα ες τν φλοσβον τς ποθαλασσις | < τουρκ. sarιk -ι. Βλ. & μπουρνούζι το.

σαρμάντζα η & σαρμανίτσα η: κούνια για μωρά, λίκνο, παιδικό κρεβατάκι, κοίτη για βρέφη· κυλινδρικός κορμός κομμένος κατά μήκος που τον κουνούσαν με το πόδι. Μετά τρείς μέρες έρχονται οι μοίρες στη σαρμάνιτσα (κούνια) του μωρού και του δίνουν τις χάρες. Για να τις υποδεχθή του βάζουν ένα στέμμα στο κεφάλι. Το στέμμα γίνεται από μιά μαύρη κορδέλλα, πάνω στην οποία τοποθετούν τρία χρυσαφικά. ΦΡ. Θέλεις στην κούνια βάλε με, θέλεις στη σαρμανίτσα. Δημ.: [..] η σαρμανίτσα κι ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη. Γκοτζ.: Ένα φτηνό βραγκανίδι [: κουδουνίστρα] όλο όλο μας έπαιρναν οι δικοί μας όταν ήμασταν μικρά, στη σαρμανίτσα, να μας το βροντάν αποπάνω και να μερώνουμε, να παύουμε το κλάμα | < αρωμουνική sarmanitsa (sârmânítsǎ) < παλαιοαρμενική սերմն (sarmn).

σαρμάς ο: λαχανοντοντολμάς, με ρύζι ή και κρέας. Χοντροπέτσικο το λάχανο, δεν κάνει για σαρμαδάκια | < τουρκ. sarma -ς (αρχική σημ.: τύλιγμα). Βλ. & ντολμάς ο, σέσκουλο το.

σάρτι το: ο όρκος, ένορκη υπόσχεση, δέσμευση. Περρ.: Εγώ ο Αλή πασάς, με όλους τους Δαβαμπίδες μου, (αυλικούς μου) δίνομεν το σάρτι (όρκον) των Σουλιωτών όπου είναι κλεισμένοι εις στο Κούγκι, όσοι ακολουθήσουν τον Φώτον Τζαβέλλαν, ότι τους έδωκα την άδειαν δια να εύγουν ελεύθερα και να είναι απείρακτοι από το ασκέρι μου (στράτευμά μου), και από κάθε ένα, Γκερέκ (τόσον) στο εύγα τους, Γκερέκ (όσον) σε κάθε τόπον εδικόν μας όπου ορίζωμεν, και καθίσουν να είναι απείρακτοι, και όπου αλλού θελήσουν να καθίσουν από μέρους μου καμμίαν πείραξιν δεν έχουν εις τα κεφάλια τους, στο βιός τους (ιδιοκτησίαν των), στο ίρτζι τους (υπόληψιν των).

σάτα η: μικρή κόκκινη καυτερή πιπεριά. Πετρόπουλ.: …δε νοείται χωριάτικη φασουλάδα δίχως τσούσκα (μακριά κόκκινη καυτερή πιπεριά) ή σάτα (μικρή κόκκινη καυτερή πιπεριά).

σατράνι το: εργαλείο που μοιάζει με κλαδευτήρι, μεγάλο ψαλίδι. Μετά με το «σατράνι» που μοιάζει με κλαδευτήρι, τρώμε το νύχι από κάτω και το φέρνουμε ευθείο, αλλά το σατρανίζουμε μέχρι εκεί που να μη βγαίνει αίμα. Το σατράνισμα και η προετοιμασία του νυχιού, θέλει μεγάλη μαεστρία, τέχνη και προσοχή.

σαφράνι το: το φυτό κρόκος, ζαφορά· ουσία που λαμβάνεται από τα άνθη του Crocus sativus· γένος φυτών της οικογένειας των Iridaceae. Το σαφράν ή σαφράνι (κρόκος Κοζάνης, κατά το ελληνικότερον) είναι ίσως το πιο διαδεδομένο μπαχαρικό της ινδικής κουζίνας. Πβ. Καζαντζ.: Στην πάσα γης απάνω απλώνουνταν η Αυγή η κροκομαντούσα, / να᾿ ρθούν στου Ολύμπου του πολύκορφου την πιο αψηλή τη ράχη (Ἠὼς μν κροκόπεπλος κίδνατο πσαν π ααν, / Ζες δ θεν γορν ποιήσατο τερπικέραυνος / κροτάτ κορυφ πολυδειράδος Ολύμποιο·/ κι έκραξε ό Δίας ο κεραυνόχαρος τους αθανάτους όλους | < λατινική safranum < αραβική aṣfar < περσική zaʻfarān.

σάψαλο το & σαπούρι το: μειωτικός χαρακτηρισμός ανθρώπου πολύ γέρου, αδύνατου, ζαρωμένου και κυρτού, χούφταλο | < Ηπίτ.: σάψαλο και σαπούρι το (διάλεκτ. Ηπείρου): ο υπέργηρος όστις και σαπρόγηρος λέγεται, ως σεσηπώς ήδη από του γήρατος (γίνεται παρά του σαπίζω)· επίσης το σαπρόν & σάψαλος ο: ο χαύνος. Ή από τι τουρκ. şapşal: κακοντυμένος.

σβερκιά η: χτύπημα στο σβέρκο.

σβερκιάζω: ρίχνω σβερκιά, χτυπώ κάποιον στον σβέρκο, στο πίσω μέρος του λαιμού | < σβέρκος < αλβ. zverk -ος (αρσ. κατά το λαιμός).

σβάρνα η: γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο των σβόλων και για το ίσιωμα του χωραφιού μετά το όργωμα· ως επίρρ. σβάρνα: σβαρνίζοντας, στη σειρά. Ηπίτ.: σβάρνα η: η βωλοκόπος· σβάρνα ή ξύστρον ή λίστρον είναι όργανο γεωπονικό, αποτελούμενο εκ δοκίσκων φερόντων οδόντας, χρησιμεύει δ᾿ όπως αυλακίζει ελαφρώς την γην και θλα [: σπάει] την συνοχήν του εδάφους την οποίαν ο αγρότης λαμβάνει μετά την σποράν μικρών φυτών, ένεκα της μετά βροχήν ξηρασίας. Χρησιμεύει επιπλέον το οδοντωτόν λίστρον ή η σβάρνα ίνα συσσωρεύσει τ᾿ άχυρα και τα προνομάς, κλπ. σπαρέντα επί του εδάφους· εν τη τελευταία περιπτώσει σύρεται υφ᾿ ενός ζώου· παίρνω σβάρνα: παρασύρω, βαίνω ταχέως. Παπαδ.: …ήτο δε η σβάρνα βαρεία σανίς, την οποίαν έσυρον άλογα ή βόδια εις το αλώνι. Πάλλ.: Τι ομπρός στο κάστρο πέζεψαν και στο καραβοστάσι / οι Τρώες οι λιοντόψυχοι κι οι ξακουστοί σύμμαχοι / και μες στον κάμπο καιν πολλές φωτιές, και λεν πια τώρα / πως σβάρνα ως μες στα φτερωτά καράβια θα μας πάρουν. Πήρε σβάρνα τους δρομους. Παρ.: «Σβάρνα Λιάκο το χορό.» | < μσν. σβάρνα < σλαβ. barna.

σβαρνιάρης -α -ικο: ακατάστατος, αυτός που δεν τακτοποιεί τις δουλειές και τα πράγματά του, ο απεριποίητος. Ηπίτ.: σβαρνιάρης ο: όστις σύρει κατά γης τα φορέματα αυτού, ρυπαρός. Υπήρχε και χορός που λεγόταν σβαρνιάρα: Ο πηλειορίτικος, η καραγκούνα, το καγγέλι, η σβαρνιάρα και ο συρτός (στα τρία) είναι θεσσαλικοί χοροί, και ο ρόβας, ο ζαγορίσιος, ο μενούσης, το φυσούνι, ο πωγωνίσιος και ο τζουμερκιώτικος χοροί της Ηπείρου. Γκοτζ.: Μονάχα οι σβαρνιάρηδες, οι ανεπρόκοποι του παρουσίαζαν μουντζούρες κι έπαιρναν «σχεδόν καλώς» ή «μετρίως.» Μα εκείνους πάλι δεν τους ένοιαζε καθόλου, ούτε τον κοίταζαν καν το βαθμό | < μεσν. σβάρνα: γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για να σπάσουν οι σβώλοι του χώματος και να ισιώσει το χωράφι < σλαβ. svarna.

σβαρνίζω & σβαρνίζομαι: σέρνω στο χώμα, χρησιμοποιώ σβάρνα σε αγροτικές εργασίες. Ηπίτ.: σβαρνίζω (διάλεκτ. Ηπείρου) σύρω τι κατά γης· αλλά με τη λέξη σβάρνα σημαίνεται και το: εν γένει αδιακρίτως· ως: «σβάρνα θα ρίξουμε το δευτέρι», τουτέστιν μηδενός εξαιρουμένου της πληρωμής, άνευ διακρίσεως πτωχού και πλουσίου. Σβαρνίζω τα πόδια μου. Σβαρνίστηκε μέχρι την πόρτα. Καρκ.: …όργωναν κι εσβάρνιζαν τη γη, άνοιγαν τ᾿ αυλάκια κι έθαφταν το χρυσόκλωνο αραποσίτι, τρυφερά μιλώντας στους αλόγους συντρόφους. Καζαντζακ.: …μα με την κόχη του ματιού σβάρνιζε τον καφενέ, κι ύστερα όλα αφανίζονταν και δεν έβλεπε παρά το ιδρωμένο στήθος και την κοιλιά της φοράδας. Βλ. & σβάρνα η.

σβάρνισμα το: αγροτική εργασία με τη σβάρνα, το κωλοσύρσιμο, η γλύστρα· σβαρνιξιά η: το σημάδι της σβάρνας, το ίχνος του σβαρνίσματος. Γκοτζ.: Άλλη μας διασκέδαση, ακόμα πιο τραχιά απ᾿ τις προηγούμενες, ήταν το σβάρνισμα στο λαγκάδι. Βλ. & σβάρνα η.

σβέλτος -η -ο: γρήγορος, που κάνει τις δουλειές γρήγορα και σωστά. Σβέλτη εκδρομούλα. Σβέλτη σάλτσα για μακαρονάδες, φτιαγμένη στο φούρνο! Σβέλτες αποζημιώσεις ζητούν οι αγρότες. Ο Β. ήταν ωραίο πνεύμα, γοητευτική μορφή. Ήταν ζωηρός, σβέλτος, χωρατατζής, επικούρειος, πρόθυμος για παρέα | < σβέλτος: γρήγορος, ταχύς < ιταλ. svelto -ς. Βλ. & κουμαντέρνω.

σβελτάδα η: γρηγοράδα, ευκινησία, ταχύτητα στην κίνηση, τη δουλειά. Εφτ.: Ήταν τώρα γέρος ο μπαρμπα-Γιάννης μα κι ο Ψαρός ακόμα πιο γέρος. Δεν είχε πια ο Ψαρός την πρώτη σβελτάδα του. Βλ. & λαντζέρης ο, σβέλτος ο.

σβίγγος ο: μτφ. ο μικρόσωμος άνθρωπος | < ίσως από το σβίγγος: είδος γλυκίσματος που μοιάζει με λουκουμά.

σβιργιάζω & σβεργιάζω: σημαδεύω και ρίχνω, πετάω δυνατά, χτυπώ, πετώ αντικείμενο, εκσφενδονίζω. ΦΡ. Με σβίργιαξε μια σφαλιάρα | < ίσως από τη βέργα.

σβόλι το: σβόλος, μικρή μάζα ξεραμένης λάσπης από χώμα, μπαλάκι, μτφ. μικροκαμωμένος άνθρωπος.

σγκούλα η: καλά προφυλαγμένο, ασφαλές μέρος, πρόχειρο καταφύγιο, το τύλιγμα με τα σκεπάσματα στο κρεβάτι, το κρύψιμο. Έπιασε τη σγκούλα.

σγκουλώνω: σκεπάζομαι καλά, καλύπτομαι να μην κρυώνω, κουλουριάζομαι με τα στρωσίδια.

σγκούραβος -η -ο: επιθ. ο σκουριασμένος -η -ο.

σγκρουβάλι το: σβώλος, χοντρό ακανόνιστο τεμάχιο, σφαιροειδές κομμάτι.

σέβας το & σέβαση η: ο σεβασμός. Πάλλ.: Μα εσύ, από σέβας τάχατες, τον πιο καλό μη θέλεις / ν᾿ αφίσεις, και χειρότερο διαλέξεις, μήτε τήρα / φύτρα ή γενιά κι αν είναι τος πιο βασιλιάς μεγάλος. Μακρ.: …να προφυλάξη αυτό οπού τον μπιστεύτηκε ο Θεός και να κυβερνήση με τον φόβον εκεινού, οπού διορίζει βασιλείς ν᾿ αναστήνουν τα κράτη τους και να προικίζουν τους υπηκόγους τους ηθική κι᾿ αρετή και να ᾿χουν την σέβαση εις την πατρίδα τους. Εφτ.: -Εγώ δεν τις είδα. Μα και να τις έβλεπα, θα τους έβγαζα μα την αλήθεια το σκούφο μου, κι όχι από κοινή ευγένεια, παρ᾿ από σέβας, που γεννούν τέτοιους δράκους | αρχ. σέβας το: φόβος μαζί με σεβασμό, συναίσθημα φόβου, συστολή· γενικά, δέος, λατρεία, θαυμασμός· Δις σέβας: σεβασμός, ευλάβεια προς τον Δία· αντικείμενο ιερού φόβου, αντικείμενο σεβασμού, αγιότητα, μεγαλοπρέπεια, μεγαλείο· σέβας κηρύκων· τιμή που αποδίδεται σε κάποιον, όπως τα όπλα του Αχιλλέα στον Οδυσσέα.

σεβντάς ο: ερωτικός καημός, καψούρα, ντέρτι. Μαντιν.: Τριανταδυό λογιώ σεβντά τράβηξε το κορμί μου / για κείνο τό ᾿πα, αγάπη μου, καλλιά ᾿χα να μην ήμου! Δημ.: και ᾿ς το δικό μου το γυαλί ρίξε σπυρί φαρμάκι, / για ναν το πίνω βράδυ αυγή, αυγή και μεσημέρι, / να κατακάτση ο σεβντάς, σεβντάς που ᾿χω για σένα. Καζαντζ.: …τι πάει να πει θάνατος, τι πάει να πει ζωή και σεβντάς; Παπαδ.: -Ακούς εσύ, βρε αδελφέ!.. να έχει βάλει όλον το σεβντά της στο σπίτι, της, στο προικιό της, στο επάνω πάτωμά της! Να θέλει, και καλά, να το κάμει να μιλεί, να φέγγει, ν᾿ αστράφτει! Ρεμπέτ.: Κι όσοι από καρασεβντά / επήγανε στον Άδη / πες μας αν γιατρευτήκανε / ή λιώσαν στο σκοτάδι. Πυθαγόρ.: …κι είχανε και τα δυο σεβντά / κι ήπιαν δυο θάλασσες πιοτά / για μια γυναίκα τ᾿ Αϊβαλιού ωραία. Παπαδ.:Σεβντάς είν᾿ αυτός, δεν είναι τσορβάς..· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας. Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας.» Παραδοσ.: Πράσινο είν᾿ το ροζμαρί, μ᾿ άσπρα λουλούδια κάνει, γλυκά τα χάδια του σεβντά, μα μαύρα δάκρυα βγάνει | < τουρκ. sevda -ς.

σεβνταλίδικος ο: που ταιριάζει, χαρακτηρίζει τον σεβνταλή, παραπονιάρικος, καψούρικος, ερωτικός. Καζαντζάκ: Ένας Ρωμιός περνούσε, ξαναπερνούσε, με το σπαστό του φέσι, με τα λεβέντικα τσαρδίνια, κι έριχνε σεβνταλίδικες ματιές ψηλά κατά το καφασωτό μπαλκόνι.

σεβνταλής ο: αυτός που έχει σεβντάδες. Καζαντζ.: Λιγοστοί παρωρίτες γύριζαν ακόμα στα σοκάκια, λιγοστοί σεβνταλήδες έφερναν βόλτες κάτω από σφαληχτά παράθυρα. Βλ. & σεβντάς ο.

σέγα η: μικρό πριόνι χειρός. Σέγα μπαταρίας. Σέγες ξύλου. Σέγα με δυνατότητα ρύθμισης της ταχύτητας ηλεκτρονικά, ανάλογα με το υλικό στο οποίο εργάζεται ο χρήστης. Με τις σύγχρονες ηλεκτρικές σέγες πριονίζετε στενές καμπύλες και τεθλασμένες γραμμές τόσο απλά, όσο ποτέ άλλοτε, με μεγάλη ακρίβεια και χωρίς κραδασμούς. Σέγες για εύκολο πριόνισμα και κοπή ξύλου, δισκοπρίονα χεριού, αλεποουρές και πριόνια για εργασίες στον κήπο και στο σπίτι | < ιταλ. sega. Βλ. & λάμα η.

σέι το & σέγι το: το πράγμα, αντικείμενο δέμα. Βαμβ.: Φορτωνόμουνα και είχα μια χαμαλίκα και έφτασα να φορτωθώ εκατόν τριάντα πέντε οκάδες σέγια χάρτου. Ου Μήκας μπρουστά αρχηγός, καβάλα στου γουμάρ΄ μι τα σιέα φουρτουμένα, άλλ΄ παραπίσου μι τα πράματα, οι νιότιαρ΄ μι τα πουδάρια, στουν πάτου αντάμα κι ου Λιόλιους απ᾿ του Κιρμαριό (Κοζάνη). Παπαδ.: Η βάρκα είναι μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κι τριάντα νομάτοι, κι σαράντα νομάτοι, κι μ ούλες τις κουμπχνιές σάς, με τα σεγίχ σας, με τα πράματά σας. Γκοτζ.: Αυτή είχε ᾿ρθει από τον πέρα μαχαλά, όπου καθόταν, κουβαλώντας και τα σέγια της. Τα σέα μας, τα μέα μας. Βλ. & κουρέλα η.

σείω & σειέμαι: κουνώ, σείομαι, κουνιέμαι. Σειέται και κουνιέται. Πβ. Πάλλ.: …και κοντάρια διό χαλκοπλισμένα σειώντας / προκάλναε τάχα ομπρός να βγουν τα πρώτα παληκάρια. Δημ.: Εξήντα δράκους σκότωσα κι εξήντα έχω λαβώσει / και πέτυχα και το στοιχειό σε μιά ψηλή ραχούλα / που ᾿χε Σταυρό στα κέρατα, φεγγάρι στα καπούλια. / Σειέται και σειούνται τα βουνά, σειέται και σειούνται οι κάμποι. Παρ.: «Είσ᾿ ελεύθερος και σειέσαι, μα θα παντρευτείς να ξυέσαι.», «Όποιος έχει γρόσια σειέται.», «Όταν σειούσαν την αχλάδα, όσοι τύχαν τόσοι φάγαν.»

σεινάμενος -η -ο: αυτός που σειέται, κουνιέται, καμαρώνει. Αίν.: «Σεινάμενο, κουνάμενο στων γυναικών την τρύπα.» (το σκουλαρίκι, ενώτιο) | < σείομαι.

σείσιμο το: κούνημα. Παρ.: «Η Γιαννούλα με φουστάνι, ω! τι σείσιμο που κάνει.»

σείστρα η: ασταθές, υγρό, λασπώδες μέρος, τόπος με χαμηλή βλάστηση που βαλτώνει. Τοπωνύμ.: Σείστρα η | πιθ. < σείω, επειδή το έδαφος είναι βαλτώδες, ασταθές.

σεκλέτι το: στενοχώρια, βάρος. Κοτζ.: Στο σπίτι που ξοδεύτηκε θα μείνει το σεκλέτι, / τ᾿ αδέρφια τα μικρότερα θα πιάσουν το τσαπί. Σκαρ.: …πως αυτός κ᾿ η καψομάνα θ᾿ απόθαιναν από το σικλέτι το δικό του.» | < τουρκ. siklet.

σεκλετίζομαι: έχω, τραβώ σεκλέτι, στενοχωριέμαι, θλίβομαι, υποφέρω. Δε θέλω παράδες, μη σεκλετίζεσαι για τέτοια πράγματα. Αλήθεια, γιατί να σεκλετίζομαι, γιατί να βασανίζω το μυαλό μου, αφού τα δεδομένα είναι σαφή, δεν επιδέχονται αμφισβήτηση; Γκοτζ.: Ήταν απλοί οι άνθρωποι εκείνου του καιρού, / δε σεκλετίζονταν, τραβούσαν κουτουρού. Καζαντζ.: Μη σεκλεντίζεσαι, Μούρτζουφλε, είπε· ο Σταυρωμένος θα σε συχωρέσει, έχε τα θάρρη στο έλεος του. Παρ.: «Νους ασεκλέτιγος, κεφάλι κολοκυθένιο.» | < Βλ. & σεκλέτι το, κεντώ. Βλ. & πορεύω.

σεκλετίζω: δημιουργώ σεκλέτια, προβληματισμό, στενοχωρώ. Κάτι που σε παρασέρνει, σε διασκεδάζει, σε σεκλετίζει· όλα τα έχει αυτός ο δίσκος. Ηπίτ.: σεκλετίζω: ενοχλώ, ανιώ, φέρω εις αμηχανία | < Βλ. & σεκλέτι το.

σέκος ο: ξερός, άπνους, εμβρόντητος, άναυδος, με χαμένες τις αισθήσεις, πτώμα, νεκρός. Βεβαίως, θα σοκαριστείτε, θα τρομάξετε, θα μείνετε, σε πολλά σημεία, σέκοι. Τσιφ.: Να κι ο Γουλιέλμος ντα Βερώνα που του φώναζε η γυναίκα του. Αρπάζει μια τσεκουριά, σέκος. Πιάσανε αιχμαλώτους του κόσμου τα βαρωνάκια | < ιταλ. secco -ς.

σελάχι το: δερμάτινη ζώνη των παλαιών φουστανελοφόρων με διάφορες θήκες και πτυχές, κατάλληλη για την ανάρτηση των όπλων τους. Ηπίτ.: σελάχι το: πολύπτυχος ζωστήρ εκ δέρματος κατειργασμένου, ούτινος αι πτυχαί φέρονται έμπροσθεν. Στη μέση του είχε ένα παλιό γλιτσιάρικο σελιάχι, όπου φύλαγε ένα σκουριασμένο σουγιά, τον πριόβολο με την ίσκνα για ν᾿ ανάβει φωτιά και άσπρα απαλά ροκόφυλλα, κατάλληλα για τύλιμα τσιγάρου. Παπαδ.: Ο Πετρίτης, φερ᾿ ειπείν, είχε μάτι, ηδύνατο να διακρίνει από τεσσάρων μιλίων αποστάσεως, όχι μόνον αν ήτο Τούρκος ή Χριστιανός, αλλά την τρίχωσιν της φλοκάτας, το χρώμα του σελαχίου και την στιλπνότητα του οπλισμού | < τουρκ. silâh -ι: όπλο (από τα αραβ.).

σεμπριά η: η πρόσκαιρη συνεργασία οικογενειών σε αγροτικές ή άλλες δουλειές· η από κοινού καλλιέργεια των χωραφιών, καλλιέργεια κτημάτων βάσει συμφωνίας. Παρ.: «Ψόφησε το βόδι μας, πάει η σεμπριά μας

σεμπρεύω: συνεργάζομαι με κάποιον για να κάνω συγκεκριμένες δουλειές, π.χ. όργωμα, σπορά. Καρκ.: Όσοι είχαν ένα κεφάλι (σ.σ. ζώο) μονάχα θα ᾿πρεπε να σεμπρέψουν με άλλον, κι αυτό φέρνει πάντα σκοτούρες, γιατί του ενός δεν τραβάει καλά, του αλλουνού τρώει πολύ και τα παρόμοια | < σλαβ. sebru: ο επί συμβάσει καλλιεργητής ξένου κτήματος. Βλ. & σεμπριά η.

σέμπρος -η -ο: συνεργάτης, συνέταιρος στη σεμπριά, την από κοινού καλλιέργεια των κτημάτων. Παρ.: «Ακαμάτης καλό γείτονας και κακός σέμπρος.», «Άλλο σέμπρος και άλλο δούλος, άλλο ο γιος μου κι άλλο ο μούλος.» Βλ. & σεμπριά η.

σεντέφι το & σιντέφι το: ουσία σκληρή, στιλπνή και ιριδίζουσα που καλύπτει την εσωτερική επιφάνεια του οστράκου πολλών μαλακίων και που χρησιμοποιείται στην κατασκευή διακοσμητικών μικροαντικειμένων· μάργαρο. Μποστ.: …Τρία μπουζούκια, κεντημένα στο «σεντέφι» με πουλιά και καρδιές, αφημένα νωχελικά πάνω σε καρέκλες με μαξιλαράκια. Καβ.: …να σταματήσεις σ᾿ εμπορεία Φοινικικά, / και τες καλές πραγμάτειες ν᾿ αποκτήσεις, / σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ᾿ έβενους, / και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής | < τουρκ. sedef -ι.

σενιάρω: κάνω κάτι σένιο, όμορφο, βολικό, επιδιορθώνω, τακτοποιώ, ευπρεπίζω, μερεμετίζω. Βαμβ.: Και δεν ξέρω πως τα εκονόμησε, και ανοίγομε ένα μαγαζί εκεί στο σπίτι του. Έδωσε κάποια Άννα εβδομήντα χιλιάδες και το σενιάραμε, και κάθε βράδυ επαίζαμε. Βλ. & σένιος ο.

σένιος -ια -ο: όπως πρέπει, κατάλληλος· ωραίος, έτοιμος στη θέση του, σε τάξη, ευπρέπεια. Σένιο ρούχο, πράγμα | < ιταλ. a segno.

σεντούκα η: το μεγάλο σεντούκι, ξύλινο μπαούλο. Παρ.: «Όταν σ᾿ είχα στη σεντούκα, δε μου τα ‘λεγες ετούτα.» | < μσν. σεντούκιν < αραβ. sanduk -ιν.

σέντσα η: το κρέας. Οι μαστόροι (κουδαρέοι) χρησιμοποιούσαν τη ΦΡ. «σέντσα έχει;»: έχει κρέας το φαγητό;

σέπομαι: σήπομαι, σαπίζω. Δημ.: Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει | < αρχ. ελλ. σήπομαι, αόρ. βʹ ἐσάπην: είμαι ή γίνομαι βαθμηδόν σάπιος, σαπίζω, αποσυντίθεμαι, λέγεται για πτώματα στον Ομήρο.

σέπω: σαπίζω. Παρ.: «Το σάπιο λεμόνι σέπει και τα γερά.» Βλ. & σήπομαι.

σέρβιλο το & σέρβουλο: το λουκάνικο τύπου Φρανκφούρτης, βούρστ (γερμ. wurst). Παπαευαγγ.: Να είνι ένα τρανό εργουστάσιου απου δώια μέχρι.. ντ᾿ Μπαντή του σπίτ..! Από τη μια βάζουμι.. μ᾿σχάρια.. κι απού τ᾿ ν᾿ ᾿αλλ᾿ βγαίν᾿.. τα σέρβουλα!

σεργιάνι το & σιργιάνι το: ο περίπατος, η βόλτα, η γύρα, (άσκοπη) περιπλάνηση. Παπαγ.: Τον αρκουδιάρη τον θέλεις αρκουδιάρη, δεν μπορείς να σκέφτεσαι ότι είναι υπάλληλος τραπέζης που τις ελεύθερες ώρες του βγάζει σεργιάνι την αρκούδα. Μακρ.: Μι μέρα πήγαινα μ τν Γκούρα σεργιάνι καβάλλα. Παρ.: «Το σεργιάνι κι ο χορός, είναι σπιτοχαλασμός.» | < τουρκ. seyran: εκδρομή (από τα περσ.). Βλ. & αρκούδα η.

σεργιανίζω & σεργιανώ: βγαίνω σεργιάνι, τριγυρίζω, κόβω βόλτες. Καζαντζ.: Σαν κριάρι θα ᾿λεγα πυκνόμαλλο πως δείχνει τώρα εκείνος, / που σε τρανό κοπάδι ασπρομάλλες αρνάδες σεργιανίζειΕλύτ.: Κι όλα τα κρύα νησιά θ᾿ ανάψουν τα μαλλιά τους για να σεργιανίσουν / Με αθώες φλόγες και με βότσαλα τα ερωτικά πελάγη | < Βλ. & σεργιάνι το, βλάχα η.

σερέτης ο: ζόρικος, δύστροπος, ευέξαπτος, μοχθηρός. Ηπίτ.: σερέτης: φιλόδικος, στρεψόδικος, λογομάχος, φιλόνικος. Στίχ.: Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο σερέτης, έπαψε να ζει ρεμπέτης, / θέλει πλούτη και παλάτια και της Κάρμεν τα δυο μάτια. (Σπ. Περιστέρης) | < τουρκ. şirret < αραβ. (sharrat).

σερί το: η ακολουθία πραγμάτων σε σειρά, η συνεχόμενη, αδιάκοπη επανάληψη κάποιων ενεργειών. Σερί κορδόνι. Στο μπιλιάρδο βγάζει 12 καραμπόλες σερί. Το πήρα σερί, από τη δουλειά, κατευθείαν σπίτι και μετά στη θάλασσα.

σέρι το: κομμάτι, τμήμα του ναργιλέ. Βαμβ.: Μετά βάζανε το καλάμι που ήτανε ο λουλάς επάνω δηλαδή στο σέρι… έκαμαν λουλά από πέτρα που τη σκαλίζανε, από πουρί, ένα είδος τούβλο στρογγυλό με πέντε έξι τρύπες στη μέση, όσο το δεκάρικο τώρα. Σαν φλυτζανάκι. Το εβάζανε επάνω στο σέρι. Βλ. & λουλάς ο, ντουμανότρυπα η.

σερμαγιά η & σιρμαές ο: χρηματικό ή άλλο απόθεμα εμπόρου, κεφάλαιο, οτιδήποτε έχει συγκεντρωθεί σταδιακά και φυλάγεται με σκοπό να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά, καπιτάλι. Σκουζές: Eίχαν αργαστήριον πραγματεφτάδικον. O καθείς είχεν διά σερμαγήν του από γρόσια 100 μόνον. Καζαντζ.: «Έλα, κι εγώ θα σου βάλω συρμαγιά, να ζεις και να πορεύεσαι σαν άνθρωπος.» Του ᾿βαλε συρμαγιά, αγόρασε ο Καγιαμπής ένα γαιδουράκι, γέμισε δυο κοφίνια ψιλικά και γύριζε στα χωριά κι αηδονολαλούσε τις πραμάτειες του. Εφτ.: Όταν ο μπαρμπα-Γιάννης έχασε το περιβόλι του, άλλο δεν του έμενε παρά ο Ψαρός. Αυτός ήταν ο φίλος του, η σερμαγιά του, το στήριγμά του. Παπακ.: Ο Χαραλαμπίδης έλεγε πως η οικογένειά του ήξερε να κάνει χαλιά. Ζητούσε σιρμαγιέ, κεφάλαια, για να κάνει αυτή τη δουλειά | < τουρκ. sermay(e) (από τα περσ.).

σερμπέτι το: είδος πολύ γλυκού και αρωματικού ροφήματος, σιρόπι, ζαχαρωμένο ποτό· υπερβολικά γλυκός, γλυκαντζούρικος. Παπαδ.: Φαίνεται να χλώμιανες;… Είσαι πολύ καλά. Να πιεις δυο γλυκά σερμπέτια. Θα σου κάμω αύριο το πρωί χαλβά και μπογάτσα να φας. Καζαντζ.: Από τα ξημερώματα γυρίζει τα σοκάκια και ποτίζει τους Καστρινούς, το χειμώνα σαλέπι, να ζεσταθούν και το καλοκαίρι σερμπέτι, να δροσερέψουν. – Είχε αποθέσει χάμω το πανέρι του, με τ᾿ άχυρα όπου ήταν τυλιμένο το χιόνι, και την μπρούτζινη στάμνα, τη γεμάτη σερμπέτι από χαρουπόμελο. – Ες τν στίαν τος βραζε φασκομηλιά, δι ν τος κάμ σερμπέτι μ πετμέζι, ν τος περιποιηθ. Ρεμπέτ.: Ο λουλάς και το σερμπέτι μ᾿ έφεραν σ᾿ αυτή τη θέση. Τσιφ.: Ο Τούρκος κατακτητής ήθελε φόρους και καλοπέραση. Αυτή η ανατολίτικη καλοπέραση, με χαρέμια, σερμπέτια, τραγούδια, αφθονία και γλύκες διάφορες | < τουρκ. şerbet (από τα αραβ.) -ι.

σερπέσκικα: επίρρ. άνετα, ανεμπόδιστα, χωρίς ενοχλήσεις. Περρ.: …εις ταις σκάλαις όπου πηγαίνουν οι πραματευταί Παργινοί να μην έχουν να δίνουν έξω από το βασιλικόν γιουμπρούκι (Τελώνιον) τρια τα εκατό μόνον, και όχι άλλο τίποτες περισσότερον, και να κάμουν το αλησβερίσι τους (δοσοληψίαν) ανενόχλητα και σερπέσκικα (ανεμπόδιστα).

σερσέγκι το & σερσένι το: μεγάλη κίτρινη σφήκα ή σερσένι, ή σκούρκος ή κουρκούμπανος, μεγάλο έντομο, με επώδυνο δηλητηριώδες τσίμπημα. Τα σερσέγκια έκοβαν βόλτες μπροστά από τις εισόδους των κυψελών και άρπαζαν από μια μέλισσα και έφευγαν, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί αρκετά ο πληθυσμός τους. Ανδρέας Μήτσου: Ήμουνα πεντέμισι χρόνων την πρώτη φορά και κόντευα να φτάσω στα οχτώ την τελευταία. Η αιτία ήτανε, όπως είπα, η ίδια. Ένα έντομο. Λίγο πιο μεγάλο από σφήκα, με περίεργα βαθιά κόκκινα μάτια, σαν κονιάκ. «Το σερσέγκι!», ξεφώνισε πανικόβλητη. Παρ.: «Ούτε βουκέντρι, ούτε σερσέγκι τον κινεί.»

σέσι το: κόκκινο, κοκιννωπό περιστέρι. Έχω πολλά παρδαλά (σιλούπια), τσινιά, καρκανάτια, καραμπέρια και λίγα κόκκινα (σέσια). Βλ. & τσινί το, σουλούπι το, καραμπέρι το.

σέσκλο το & σέσκουλο το: είδος βρώσιμου λαχανικού. Στην Ελλάδα εκτός από το καλλιεργούμενο σέσκουλο υπάρχει και το αυτοφυές αγριοσέσκουλο που βρίσκεται σε παραθαλάσσιες κυρίως περιοχές. Τα σέσκλα έχουν καθαρτική δύναμη και είναι μαλακτικά για την κοιλιά όταν πίνει κανείς το ζουμί τους μαζί με λάδι, γάρο και λίγη σόδα. Ο χυλός από τα άβραστα σέσκουλα γιατρεύει την πιτυρίδα και τις ψείρες του κεφαλιού. Τα φύλλα του σέσκουλου γίνονται σαλάτες αλλά τρώγονται κυρίως μαγειρεμένα, ενώ οι ντολμάδες από σέσκουλα είναι παραδοσιακό πιάτο σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας. Παρ.: «Ή το σέσκλο να κρατώ ή νερό να βράζω.» | < μσν. σεύκλον· σεύκλον < αρχ. ελλ. σεῦτλον. Βλ. & παζί το.

σεφέρι το: στράτευμα, η εκστρατεία. Δημ.: Ακόμα τούτη την άνοιξη / ραγιάδες, ραγιάδες, / τούτο το καλοκαίρι, / Μοριά και Ρούμελη. / Όσο να ᾿ρθεί ο Μόσκοβος, (σ.σ. η Μόσχα, η Ρωσία) / ραγιάδες, ραγιάδες / να φέρει το σεφέρι | < sefer < αραβ. safar. Βλ. & χαντζάρι το.

σεφτές ο: η πρώτη αγοραπωλησία της ημέρας, είσπραξη χρημάτων· μτφ. κάτι που γίνεται πρώτο σε μια σειρά. Τσιφ.: Ο Ιννοκέντιος έκανε σεφτέ με πόλεμο, πήγε και κλείστηκε μέσα στο Καστέλλο ντ᾿ Άντζελο. Έκανε σεφτέ η Σεντ Ετιέν. Με ένα γκολ του Αμουμά τρία λεπτά πριν το φινάλε, η ομάδα των «στεφανουά» πήρε την πρώτη της νίκη στο πρωτάθλημα με 1-0, κόντρα στην Λοριάν εκτός έδρας. | < τουρκ. sift(ah) (από τα αραβ.) -ές

σηκούτε: σηκωθείτε (προστ.). Πβ. Μακρ.: Λέγω τν ξιωματικν· «Σηκτε ν φύγωμεν» | < μσν. σηκώνω < ελνστ. σηκ(ῶ): ζυγίζω στη ζυγαριά΄ -ώνω.

σήμαντρο το: ηχητικό αντικείμενο και ρυθμικό μουσικό όργανο, που αποτελείται από μια μακρόστενη σανίδα ή ένα σιδερένιο έλασμα, κρούεται αντίστοιχα με έναν ξύλινο ή σιδερένιο κόπανο και χρησιμοποιείται αντί για καμπάνα σε μοναστήρια και σε ξωκλήσια (Τριαντ.)· η καμπάνα. Δημ.: Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια / σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες. Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος. Καζαντζ.: Μακριά, γλυκό πολύ, μέσα στον υγρόν αέρα, ένα ξύλινο σήμαντρο λάλησε· έβγαλε το σκούφο του ο παπα-Γιάνναρος, έκαμε το σταυρό του: «θα ᾿ναι κάποιο μοναστήρι εδώ κοντά, σημαίνει τον όρθρο» συλλογίστηκε | < ελνστ. σήμαντρον: σημάδι.

σιάζω: ισιάζω, ισιώνω, διορθώνω, βελτιώνω, φέρνω τα πράγματα σε μια σειρά. Δημ.: Πού είναι, ξένε μ’, η μάννα σου και που είναι κ’ η καλή σου, / να κλάψουνε τα νιάτα σου να σιάσουν το κορμί σου; Παπαδ.: Τά μαθες, παπαδιά;… Τ σιάξαμε μ τν παπά… θ σς ρθω πάλι… Δν επα γ «βουν μ βουνό…»; Τώρα, πάω ν φέρω τ ροχά μου. Μακρ.: Ν μο δώσς τν ρκον σου δι᾿ ατ κ᾿ γ σάζω τ᾿ λλα.» Παπαδιαμάντ: …επέρνα τον καιρόν του διημερεύων εις τα παραθαλάσσια καφενεία, παίζων την ρωσικήν πρέφαν, επικρίνων αιωνίως τον δήμαρχον, τους τρεις παρέδρους και τους δώδεκα συμβούλους, σκώπτων εκείνους των συναδέλφων του, όσοι εφαίνοντο τρέφοντες την φιλοδοξίαν να «σιάξουν το χωριό», αρνητικώς πολιτευόμενος και ουδέποτε εκθέτων κάλπην. Κορ.: Φρονιμωτέραν άλλην συμβουλήν εις το έθνος να δώση τις δεν έχει παρά την συμβουλήν του χυδαϊσμού, ήγουν «να γράφη καθώς μιλεί και να μη γυρεύη να σιάση την γλώσσαν οπού έλαβεν από τους γονιούς του.» Πάλλ.: Σαν έσαξε κάθε αρχηγός τους λόχους τους δικούς του, οι Τρώες με φωνή κι αχό σαν όρνια ροβολούσαν. Παρ.: «Το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει.», «Όταν σιάζει [σ.σ. η τύχη;] γεννάει κι ο κόκορας.», «Τα στραβά μας παραθύρια τα χρυσά φλουριά τα σιάζουν.» Βλ. & ταμαχιάρης ο.

σιακάδι το: καλαμπούρι, αστείο, απίθανη, διασκεδαστική ιστορία, μασλάτι, μπέντι, κασμέρι. Παπαευαγγ.: Αφού άπλωσαν τις πλατανίες, ξεφόρτωσαν τα κατούνια, έκατσαν χαυδωτά κι έλεγαν σιακάδια – Τέτοια σιακάδια ήλιγι η Γκόγκους κι ήπνι τζιάμπα τσίπουρα.

Σιάκας ο: Αθανάσιος, Νάτσιος, Νάσιος, Νούλης.

σιακάτ: επίρρ. ίσια κάτω.

σιαλβάρι το & σαλβιάρα η: είδος παντελονιού από σκουτί, χοντρό μάλλινο ύφασμα, που σουρώνει στον αστράγαλο και στη μέση, η βράκα. Με σαλβάρια κεντημένα και χρυσά φλουριά.

σιαλίδα η & σιάλτσι το: πολύ αλμυρό, σε σημείο που να μην τρώγεται. Τυρί, φαγητό σιαλίδα | < αρχ. ελλ. άλας.

σιάμταλος -η -ο: ο ανισόρροπος, ασυλλόγιστος, μπόσικος, χαζός, ελαφρόμυαλος, τρελός, λαφροκάνταρος, αυτός που δεν δίνει σημασία σε τίποτα, αυτός που πράττει χωρίς να σκέφτεται πολύ. Παπαευαγγ.: -Ά ρα σιάμταλι, βουλούν τα βόδια μες στουν τρουβά; αρχινάει να τουν λαβίζει η Γιώρ΄ς. -Μ…ντέ…απηλουιέτι η Φώτς.

σιαπάν: επίρρ. ίσια πάνω, προς τα πάνω. Λίγου παραπάν’ του μπακάλ΄κου τ’ Θόδουρ’ κι απτικεί κι σιαπάν’ χιρνούσιν η Σκ’ρκα μι τα στινά τα σουκάκια κι τα γκαλντιρίμια (Κοζάνη).

σιαπέρα: επίρρ. ίσα πέρα, μακριά, έξω από το χωριό, στο δάσος. Ουσ. μτφ. σιαπέρας ο: ο φευγάτος, ο τύπος «πέρα βρέχει», που είναι στον κόσμο του.

σιαπίτης ο & σαπίτης ο: είδος δηλητηριώδους φιδιού με ασθενές δηλητήριο (επιστ. ονομ. Malpolon monspessulanus). Τα άλλα 2 δηλητηριώδη φίδια της χώρας μας είναι το Αγιόφιδο ή Γατόφιδο (Telescopus fallax) και ο Σαπίτης (Malpolon monspessulanus) τα οποία όμως είναι οπισθόγλυφα, που σημαίνει ότι πολύ δύσκολα μπορούν να καταφέρουν δάγκωμα με έκχυση στον άνθρωπο, αλλά και το δηλητήριό τους είναι ασθενές και δεν μπορεί να προκαλέσει θάνατο ή κάποια σοβαρή ασθένεια | < πιθ. < σαπίζω < αρχ. ελλ. σήπομαι, αορ. εσάπην.

σιάπκα η: φλεγμονή (Γέρμας Καστοριάς). Σιδ.: …έχε το νου σου μη ζεματιστείς κι η γλώσσα σου πότε θα σηκώσει σιάπκα δε θα καταλάβεις.

σιαπού: επίρρ. ίσια πού; πού; σε ποιό μέρος. Δημ.: «Σιαπού βάζεις τσ᾿ ακάλεστοι, σιαπού τσ᾿ καλεσμένοι; στην κόχη βάζω τσ ακάλεστοι, στη μέση τσ καλεσμένοι»

σιάργκαβος -η -ο: αυτός που έχει το φυσικό μαύρο χρώμα του μαλλιού, γκρίζος, γκριζωπός. Σιάργκαβη βελέντζα.

σιαρσάρω η: σιγανή, δροσιστική βροχή (Κοζάνη).

σιασέτι το: κακό, συμφορά, βάσανο, καταστροφή. Παπαευαγγ.: Απ΄λέτει μωρ᾿ γναίκεις, του σιασέτι που μι βρήκει δεν έχ΄ μουλουγμό! – Τ΄άφαγι η λύκους, άφκέμι Αντών΄κι μι βρήκι τρανό σιασέτι.

σιαστώ: σαστίζω, χάνω την ψυχραιμία μου μπροστά σε κτ. απρόβλεπτο, περίεργο ή θαυμαστό· αισθάνομαι μεγάλη αμηχανία μπροστά σε κάτι, νιώθω σύγχυση και ταραχή γι΄ αυτό που πρέπει να πω, να κάνω ή να σκεφτώ. Μη σιαστάς, κοίτα μπροστά σου | τουρκ. şaşt(ι)- αόρ. του şaşmak -ίζω.

σιάτρας ο: ο τσαπατσούλης, αυτός που δεν προσέχει την εμφάνισή του, που κάνει πρόχειρα, όπως να᾿ ναι τις δουλειές του. Επώνυμ.: Σιάτρας | < ίσως από το τσάτρα πάτρα, βλ.λ.

σιγοντάρω: βοηθώ, υποστηρίζω, ενισχύω, κάνω σεγκόντο, υποστηρίζω με έμμεσο τρόπο την άποψη κάποιου, παίρνω το μέρος του. O Ντ. και το δολάριο σιγοντάρουν το βαμβάκι· σιγοντάρουν την προπαγάνδα· Παρ.: «Του Γενάρη το φεγγάρι την ημέρα σιγοντάρει.» | < βενέτ. segondar, ιταλ. secondar(e), παλ. ιταλ. sicondar(e) -ω.

σιδεροτήγανο το: σιδερένιο τηγάνι. Το χάλκινο τηγάνι λεγόταν χαλκωματένιο. Βλ. & χαλκώματα τα.

σίβος -α -ο: επιθ. σκουρόχρωμος, γκρίζος· σίβα η: γουρούνα, σκρόφα χρώματος γκρί.

σιγαλός -η -ο: σιγανός, ήσυχος, ήρεμος. Παρ.: «Βλάχος στο βουνό, σιγαλή θάλασσα.», «Στο σιγαλό ποτάμι σήκωνε ψηλά τα ρούχα.»

σιγανοπαπαδιά η: μτφ. λέγεται για κάποιον που κινείται αθέατα, κρυφά, υπογείως, δολίως· χαρακτηρισμός ανθρώπου πονηρού, που υποκρίνεται τον ήσυχο, το φρόνιμο, τον απονήρευτο. (Τριαντ.) Είναι κάποιες σιγανοπαπαδιές που βγάζουν προς τα έξω (ή έβγαλαν μέχρι τώρα) μια εικόνα σοβαρότητας και επαγγελματικότητας. Σιγανοπαπαδιές της πολιτικής που τις τελευταίες ημέρες αρχίζουν να τα δίνουν όλα, προκειμένου να κερδίσουν ψήφους. Σιγανοπαπαδιές υπέρ νέου φράγματος στον Άραχθο.

σιγουράρω: σιγουρεύω, κάνω κάτι σίγουρο, ασφαλές, όπως πρέπει. Κολ.: …βλέποντας τν δύναμιν τν Φραντζέζων κα τν δυναμίαν το μπραΐμη, κα τραβήχθηκαν μ σκοπ ν μιλήσουν μ μένα κα ν τος σιγουράρω τν διάβασιν π τ Δερβένι ν περάσουν τ Ρούμελην. Παπαδ.: Την φοράν ταύτην, ο καπετάν Πανάγος, είχε φροντίσει να σιγουράρει την δουλειά, και προ της ώρας ακόμη, «με διπλές γούμενες» – Επα, μαθές, τώρα, δόξα σοι Θεός, σιγουράραμε, δν εναι φόβος μν πέσ π᾿ τν κούνια κα κυλισθ κάτω στν κρεμνό, κα σκοτωθ, γάπη | < βενέτ. segurar -ω.

σιγουράντζα η: σίγουρη, ασφαλής δουλειά.

σιγουρεμένος -η -ο: αρκετά σίγουρος, εξασφαλισμένος, ασφαλής από κινδύνους και κακοτυχίες. Στις μέρες μας, κανείς δεν είναι σιγουρεμένος. Πβ. Παρ.: «Τα κακοσιγούρευτα, τα σκυλιά τα τρώνε.»

σιγκούνι το & σεγγούνι το: είδος χοντρού μάλλινου πανωφοριού που το φορούσαν κυρίως οι γυναίκες στα χωριά. Στίχ.: Απαράτησε τα γίδια / τα σιγκούνια τα στολίδια / στην Αθήνα μάνι-μάνι / έβανε κοντό φουστάνι (Ευτ. Παπαγιαννοπούλου). Δημ.: Καραγκούνα, καραγκούνα, / σένα πρέπουν τα σιγκούνια. Ηπίτ.: σεγγούνι το: ένδυμα εκ χονδρού μάλλινου υφάσματος, εσώγουνα, αλλ᾿ η ρίζα της λέξεως γκούνα, γούνα είναι μάλλον αλβανική· σιγγούνα η (Αιτώλ. ιδίωμα) το συγούνι, λευκόν μάλλινον μακρόν επανωφόριον γυναικός. Παρ.: «Από Μάρτη πουκάμισο κι από Αύγουστο σιγκούνι.» | < αλβ. sigun.

σ(η)κωμάρα η: η στύση, η σεξουαλική διέγερση. Πού οφείλονται οι πρωινές σου «σηκωμάρες»; Δες το βίντεο! Δεν είναι πάντα ώρα για σηκωμάρες.

Σίλαος ο: ο Αγησίλαος.

σιμά: επιρρ. κοντά, σε μικρή απόσταση, δίπλα, πλάι. Πάλλ.: Είπε και ρίχνει. Κι έστειλε του Δία η κόρη τ᾿ όπλο / στη μύτη, εκεί στο μάτι του σιμά, κι αντίκρυ ο στόκος / βγήκε στο σνίχι κόβοντας τα δυό σβερκοποντίκια. Παπαδ.: προβλεπτικς κάπηλος, δι ν ρχωνται σκανδαλίστως ν ψωνίζουν α καλα οκοκυράδες, α γειτόνισσαι, εχε σιμ ες τ βαρέλια κα τς φιάλας, πρς πίδειξιν μλλον, λίγον σάπωνα, κόλλαν, ρύζιον κα ζάχαριν. Παρ.: «Σιμά στ’ αμπέλια φύτευε και σε χωριό κατοίκα.» | < μσν. σιμά < αρχ. ελλ.σιμ(ός): αυτός που έχει σιμή, δηλαλή φαρδιά, πλακουτσωτή μύτη, όπως οι Τάταροι (ή Σκύθες, όπως τους αποκαλούσαν οι αρχαίοι), αντίθ. προς το γρυπός· το σιμ ως επίρρ. σημαίνει σκωπτικώς· λυγισμένος, κεκλιμένος προς τα πάνω, ανωφερής, ανηφορικός, η ανηφορική πλευρά ενός λόφου· πρὸς τὸ σιμὸν διώκειν: καταδιώκω σε ανηφορικό δρόμο. Βλ. & πεδικλώνω, καπότα η.

σιμώνω: έρχομαι σιμά, κοντά, πλησιάζω, προσεγγίζω. Ερωτ.: Εβράδιασεν, ενύκτιασεν, και πά᾿ να κοιμηθούσι, κοντά-κοντά σιμώνουσι, και σιγανά μιλούσι. Χριστόπ.: Χαίρετε, κήρυκες, Διός μηνύτορες κι ανθρώπων. / Σιμώστε· δεν με φταίτ᾿ εσείς, αλλά ο Αγαμέμνων. Πάλλ.: Κι εκείνες τις ημέρες βγαίνει ο Ιωάννης ο βαφτιστής, που κήρυχνε στην έρημο της Ιουδαίας λέγοντας «Μετανιώστε, γιατί σίμωσε η βασιλεία των ουρανών.» Καββ.: Μία μέδουσα σ ντίκρισε γαλάζια κα σιμώνει / κι νας βυθς πο βόσκουνε σαλάχια κα χταπόδια. Ελύτ.: Οι άνθρωποι μ᾿ αρνήθηκαν / κανείς δε μου σιμώνει / Μόνο μου κάνει συντροφιά / της νύχτας το τριζόνι. Παρ.: «Αν δεν κουνήσει η σκύλα την ουρά, δεν την σιμώνει ο σκύλος.» | < μσν. σιμώνω < σιμ(ά) -ώνω. Βλ. & μον.

Σινεκλί το: παλιά ονομασία του χωριού Μελίσσια Κοζάνης. Βλ. & Καρατζιλάρ το.

σινιάλο το: σήμα, κυρίως οπτικό. Τι σημαίνουν, όμως, όλα αυτά τα σινιάλα με τα χέρια; Τα σινιάλα, τα σήματα των εταιρειών τους, trademarks οικονομικών κολοσσών, αποτυπωμένα στις τσιμινιέρες των βαποριών, ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Επικοινωνεί με τον έξω κόσμο στέλνοντας σινιάλα στα περαστικά καράβια μ᾿ έναν καθρέφτη κόντρα στον ήλιο. Ελύτ.: Δροσερό μεσημέρι αφησμένο σαν βάρκα που έπλευσε όλο πάθος / Στοιβαγμένη τραγούδια και σινιάλα που τρέμουν σαν βουνοκορφές | < βεν. signala. Βλ. & χέρσος ο, μπαρμπουτιέρα η.

σινί το: μεγάλος χάλκινος σφυρήλατος δίσκος, πιο μεγάλος και πιο ρηχός από το ταψί, ταψί. Εκεί ήταν μαζεμένα όλα τα χαλκάδικα και τα σιδεράδικα, που τα είχανε αποκλειστικά οι γύφτοι. Τους έβλεπες μαύρους απ᾿ τους καπνούς που βγάζαν οι φωτιές που κρατούσαν πάντοτε αναμμένες και κάνανε γκιούμια και τεντζερέδες, σινιά, ταβάδες, μπακιρένια ποτήρια και κανάτες, ακόμα και στεφάνια σιδερένια για τις ρόδες των αραμπάδων. Καβάφης: …μήτε η χαρά σου, μήτε ο θρίαμβος θα μείνουν, / μήτε ανώτερος -τι ανώτερος; – άνθρωπος θα αισθανθείς, / όταν, στην Aλεξάνδρεια, ο Θεόδοτος σε φέρει, / επάνω σε σινί αιματωμένο, του αθλίου Πομπηίου το κεφάλι | < τουρκ. sini < περσ. Βλ. & γάστρα η.

σιουρμανάω: σφυρίζω δυνατά (Ήπειρος).

σιλαρώνω: κανονίζω σε βάρος κάποιου, δημιουργώ, προκαλώ ζημιά, συνηθ. χωρίς πρόθεση· Το ρήμα λέγεται ειρωνικά με πολλές παρεμφερείς αρνητικές σημασίες λ.χ. με σιλάρωσες καλά, έχυσες όλο το λάδι: μου έκανες ζημιά, ενώ δεν το περίμενα, ήμουν ησυχασμένος, ασφαλής. Ο Ηπίτ.: καθησυχάζω τινά, ιδίως επί βρέφους (ιλαρόω). O Αραβαντ. αναφέρει το λαρώνω: καθυσυχάζω, ιλαρόν ποιώ τινά· «λάρωσε το το παιδί» και λαρωμός: καθησύχασις, ιλαρωμός. Γκοτζ.: Μια μέρα έκλαιγα, όπως φαίνεται, δε σταματούσα, γιατ᾿ η μάνα μου αναγκάστηκε να με φοβερίσει: – Λάρωσε, μωρέ διάτανε, γιατί θα μας ακούσουν οι ζαπιτιέδες να μας κλείσουν μέσα. Κοίτα, δεν τον γλέπεις έναν μες στον τοίχο με κόκκινη σκούφια; | < λαρώνω: ησυχάζω < αρχ. ελλ. ἱλαρός· λᾱρός, -όν:. ευχάριστος στη γεύση, ηδύς, γλυκός· λᾱρώτατος οἶνος (χάριν μέτρου αντί λᾱρότατος)· λαρότερον, ως επίρρ.· ευχάριστος στην οσμή, εύοσμος· ευχάριστος στην όψη, αγαπητός· ευχάριστος στην ακοή, μελωδικός.

σιλναρίζω & σιλναρώ: λέγεται για υγρά, τρέχω, ρέω, με σχετικά μικρή ταχύτητα. ΦΡ. Σιλναράει το νερό: τρέχει το νερό, ρέει σε γραμμή. Παπαευαγγ.: Οι τραχλές γίγκαν παρδαλές καθώς σιλναρούσι η μαρκάτη | < πιθ. έχει σχέση με το σωλήνας | < μσν. σωλήνας < αρχ. ελλ. σωλήν.

σιλνάρσμα το: η ροή υγρού.

σιλναρσιά η: η ροή υγρού, το σημάδι που μένει μετά τη ροή σε τοίχους ή αλλού. Γέμισε ο τοίχος σιλναρσιές.

σιμποδαύλι το: εργαλείο παραδοσιακού φούρνου με ξύλα. Με αυτό σιμπούσαν, σκάλιζαν τα κάρβουνα | < σιμπώ < τσιμπώ.

σιμπώ & σιμπάω: υποδαυλίζω, σκαλίζω, φροντίζω, φυσώ τη φωτιά για ν᾿ ανάψει καλύτερα, συνδαυλίζω. Ηπίτ.: συμπώ και συμπάω: ερεθίζω τινά, όθεν και συνδαυλίζω, φυσώ τη φωτιά δια ν᾿ ανάψει. Παρ.: «Σίμπα, γριά, το μονοδαύλι, όσο να ᾿ρθει το τριδαύλι» | πιθ. < μσν. τσιμπώ < τσιμπίζω < εξεμπίζω < αρχ. ελλ. εμπ(ίς): κουνούπι.

σινάπι το: μονοετής ή πολυετής πόα που οι σπόροι της έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες και, σε μορφή αλεύρου, χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μουστάρδας· κατάπλασμα από σπόρους σιναπιού. Πάλλ.: Και μια άλλη ακόμα παραβολή τους είπε λέγοντας: «Μοιάζει η βασιλεία των ουρανών σπυρί σινάπι που το πήρε κι έσπειρε ένας άνθρωπος στο χωράφι του· πούναι πιο μικρός απ᾿ όλους τους σπόρους, μα σα μεγαλώσει, ξεπερνά τα χόρτα και γίνεται δέντρο, τόσο που παν τα πετούμενα τ᾿ ουρανού και φωλιάζουνε στα κλαδιά του.» Χατζ.: -Να πεις της Κούλας να σου βάλει σινάπια. -Με ζεμάτισε όλη νύχτα με τα σινάπια της. -Σ᾿ αγαπάει η καψερή και γι᾿ αυτό… Και να την τιμάς κ᾿ εσύ και να μη μεθάς | < ελνστ. σινάπιον υποκορ. του σίναπι (αρχ. ελλ. νάπυ).

σιόλι το: φλιτζάνι του καφέ (Κοζάνη).

σιόπι το: το στόμιο.

σιουγκάρι το: νεογιλό δόντι, το νεότερο παιδί, στερνοπαίδι, ζώο λίγων μηνών. Υποκορ. σιουγκαρούλι. Δημ.: Δεν παίρνεις το βλαχόπουλο πόχει βαρύ κοπάδι, / σφάζουν αρνιά την Πασχαλιά, σουγκάρι τον Αϊ-Γιώργη, / κι όντας μεσιάζει η Πασχαλιά κριάρι με κουδούνι.

σιούκλα η: η κουκουνάρα, το κουκουνάρι (Κοζάνη).

σιούλτσα: τρελάθηκα, έχασα το μυαλό μου, γύρισε ο νους μου ανάποδα. Το ρήμα χρησιμοποιείται κυρίως στον Αορ. ΦΡ. Σιούλτσις ντιπ;: τρελάθηκες τελείως;

σιούπα η: σημάδι ή βλάβη που προήλθε από χτύπημα χωρίς αιμορραγία, μελανιά, μώλωπας στο σώμα· το χτύπημα. Χτύπησα στη μέση κι έγινε σιούπα.

Σ(ι)ουρδία η: σκωπτικά η Κοζάνη | < Βλ. & σούρδος ο.

σιούσκα η: το καρούμπαλο που σχηματίζεται (στο κεφάλι), λόγω χτυπήματος ή πτώσης. Έβγαλε σιούσκα.

σιούτος -α -ο: επιθ. χωρίς κέρατα, λ.χ. σιούτα γίδα | πιθ. < αλβ. sut: χωρίς κέρατα.

σιρίτι το: διακοσμητικό κορδόνι μεταξωτό, χρυσοΰφαντο ή πλεχτό, που ράβεται επάνω σε ενδύματα, καπέλα, στολές ή έπιπλα. Μεγάλη ποικιλία από καθαριστικά, σιρίτια και τιρτίρια, αλυσίδες, εργαλεία, κομπολόγια και μπεγλέρια σε μοναδικές τιμές και online χονδρική | < τουρκ. şirit -ι. Βλ. & στόφα η, τζουμπές ο.

σιρκοβότανο το & σερνικοβότανο το: άγριο βότανο, παρόμοιο με κρίνο και με βολβούς που θυμίζουν αντρικά γεννητικά όργανα. Ηπίτ.: σερνικοβότανο το: εντόπιον ορχιδοειδές, ούτινος αι ρίζαι παριστώσι αρσενικό μόριον και όπερ κατά τας παρατηρήσεις των ποιμένων τρωγόμενων από ταις προβατίναις κάμνει αυτάς να γεννώσι άρρενα.

σιρκός -ιά -ό & σερνικός: αρσενικός. Τσιφ.: Μεγάλη υπόθεση να ᾿σαι ωραία κοπέλα! Ε, ρε! Περνάνε οι σερνικοί με φλογοματιές, τους πέφτουνε τα σάλια, αναστενάζουνε βορεινά και πετάνε την κουβέντα τους την καυτή: Αμάν μπαρμπουνάρα μου! Παρ.: «Εδώ γαμούνε σερνικούς κι εσύ γυρεύεις νύφη.» | < αρχ. ελλ. ἀρσενικός.

σισανές ο: ραβδωτό, αυλακωτό εμπροσθογεμές τουφέκι με κάνη εξάγωνη. Καζαντζ.: …άλλοι αγρίευαν και ξετρύπωναν απ` τα δοκάρια. όπου ήταν καταχωμένοι, και καθάριζαν τους σκουριασμένους σισανέδες | < τουρκ. sisane: πολεμικό τουφέκι < περσ.

σιταρήθρα η: είδος κορυδαλλού. Η σιταρήθρα, με χρώμα σαν τον καρπό του σιταριού, κελαηδάει κι αυτή κι είναι εποχιακή | < σιτάρ(ι) -ήθρα < μσν. σιτάρι < ελνστ. σιτάριον υποκορ. του αρχ. ελλ. σῖτος.

σιτεύω: λέγεται για κρέας που έχει γίνει τρυφερό, αφού έμεινε μερικές μέρες αμαγείρευτο· μτφ. σιτεμένος -η -ο: άνθρωπος κάπως προχωρημένης ηλικίας, μισότριβος, αλλά όχι γέρος. Ο στάνταρ κανόνας για κρέας που έχει ζωηρό κόκκινο χρώμα είναι να το σιτεύουμε μια εβδομάδα τουλάχιστον στη συντήρηση του ψυγείου μας. Οι «σιτεμένοι» playboys καμάρωναν σαν γύφτικα σκεπάρνια. Πληροφορούμε ότι ορισμένοι και μάλιστα σιτεμένοι ποδοσφαιριστές θέλουν αύξηση των αποδοχών των σε μια εποχή που η ανεργία έχει χτυπήσει κόκκινο. Κάποια στιγμή σιτεύουμε και παραιτούμαστε και αποβάλλουμε τον ενθουσιασμό | < αρχ. ελλ. σιτεύω: ταΐζω, παχαίνω.

σιχτίρισμα το: διώξιμο | < τουρκ. siktir: στα ξεκουμπίδια.

σιχτιρίζω: λέω σε κάποιον αι σιχτίρ, διαολοστέλνω, αποπέμπω, διώχνω με τρόπο βίαιο και υβριστικό. Μτχ. σιχτιρισμένος: διωγμένος, απόβλητος. Να δούμε πότε θα μας σιχτιρίσουν.

σ(ι)αουλιάζω: χρησιμοποιώ το σιαούλι, βλ.λ.

σ(ι)αούλι το: σαγούλι οικοδομικό νήμα της στάθμης, εργαλείο που αποτελείται από σπάγκο με ένα βάρος στην άκρη του και χρησιμοποιείται για να δείξει την κατακόρυφο.

σιβαίνω – σεβαίνω: μπαίνω, ανεβαίνω, εισέρχομαι, εισβάλλω. Λ.χ. σέβα στο δέντρο: ανέβα στο δέντρο, σέφκαμι στο κάρο: ανεβήκαμε στο κάρο, επιβιβαστήκαμε κ.α. Οκτακόσιοι ήταν άπαντες και ευγήκαν να κουρσεύουν / κ᾿ αφού βλάβη κάμνουσιν εις τους εχθρούς να σέβουν (Σάθας). Χρον. Μορέως: ρισεν κ᾿ σωρεύτησαν ο μεγιστνοι λοι, / εθ᾿ οτως κι λον τ κοιν τς πόλης Βενετίας· στν γιον Μάρκο σέβησαν, ρχισε ν τος λέγ.φότου γρ σέβησαν πέσω στν Συρίαν, / ες τ εροσόλυμα διέβησαν λόρθα· / τν χώραν πολέμησαν, σέβησαν πέσω. / πεν γρ πεσώσασιν ες το Χριστο τν τάφον, / δόξαν κα μνον δωκαν τν ποιητν κα πλάστην· Πβ. Ποντ.: Ανοίξετέ με, νε πορτάρ᾿, ανοίξτε να σεμπαίνω. / Ενοίξαν ατον οι πορτάρ᾿, εμπαίν᾿ απές Ακρίτας. Στίχ.: Να σέβω σε ψηλό βουνό, να πελεκήσω μάρμαρο. Αίν.: «Σιμπαίνου μέσα στουν ουντά κι κουντουγουνατίζω, κι παίρνουν του γκαφάσ᾿ οντά κι σι καλαφατίζου» (το σεντούκι – Μελένικο Μακεδονίας). Αινιγμ.: «Μουσκεμέν΄ σιβαίν᾿, στεγνωμένη βγαίνει.» (η βρεγμένη πάνα για φούρνο με ξύλα) | < αρχ. ελλ. εἰσβαίνω.

σιδηρόψαρος -η -ο: γκρίζος ανοιχτός. Σιδηρόψαρο μουλάρι.

σιμιτζής ο: αυτός που φτιάχνει, πουλάει σιμίτια, κουλούρια.

σιμίτι το: κουλούρι. Παρ.: «Άλλος βαστούσε την κοφίνα (ή το κάνιστρο) κι άλλος έτρωγε τα σιμίτια

σκαλνώ: σκαλίζω, πειράζω. Παρ.: «Σκάλνα σκάλνα η κότα μας, έβγαλε το μάτι της.»

σκάλος ο: το σκάλισμα. Γκοτζ.: Μας βοηθούσε στο σκάλο, στο πότισμα, στα ξεφλουδίσματα, πάντα με το γέλιο στο στόμα, πάντα με πρόσχαρη καρδιά.

σκαλωσιά η: προσωρινό κατασκεύασμα από οριζόντια και κάθετα στηρίγματα, για οικοδομικές κυρίως εργασίες, για την κατασκευή, την επισκευή ή τη συντήρηση ενός κτιρίου, ενός μνημείου κτλ.· ικρίωμα. (Τριαντ.). Σκαλωσιές στην αψίδα του Γαλέριου (Καμάρα). Σκαλωσιά στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Σκαλωσιές εξαιρετικής ποιότητας & ανθεκτικότητας για κάθε εργασία. Λειβ.: Θά θελ ν φωνάξω τ᾿ νομά σου, γάπη, μ᾿ λη μου τν δύναμη. / Ν τ᾿ κούσουν ο χτίστες π᾿ τς σκαλωσις κα ν φιλιονται μ τν λιο. | < μσν. σκαλωσία < σκαλωσ- (σκαλώνω) -ία > -ιά. Βλ. & μαδέρι το.

σκαμνάκια τα: παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι. Γκοτζ.: Άλλο συνηθισμένο παιγνίδι είταν τα «σκαμνάκια.» Έσκυβαν με τη σειρά ο καθένας και πηδιόνταν αναμεταξύ τους, αρχίζοντας από τη χαμηλότερη -σε σχήμα ορθής γωνίας- στάση, για να καταλήξουν στην πιο δύσκολη, που είταν να στέκεις σχεδόν ολόρθος με σκυμμένο μονάχα το κεφάλι και λίγο την κορφή του κορμιού. Εκεί θα φαίνονταν ποιός ήταν άξιος να πηδήσει | < μσν. σκαμνί < σκαμνίον < υποκορ. του ελνστ. σκάμνον < λατ. scamn(um) -ον.

σκαμπάζω: γνωρίζω, καταλαβαίνω, ξέρω να κάνω, νογώ, κατέχω μια γνώση ή μια δεξιότητα. ΦΡ. Δε σκαμπάζει τίποτα. Aπό ποδόσφαιρο δεν σκαμπάζω πολλά. Παρ.: «Άλλα σκαμπάζει ο γάιδαρος κι άλλα ο γαϊδούριάρης.» Γκοτζ.: -Άιντε του ᾿λεγε η Ρίνα που δε σκάμπαζε από ελληνικούρες | < μεσν. σκαμβάζω: βλέπω < ίσως από το μεταγν. επιθ. σκαμβός < ή από το ρ. κάμπτω.

σκαμπανεβάζω: ανεβάζω κάτι μία πάνω μία κάτω, ανεβοκατεβάζω ακανόνιστα. Ελύτ.: Ποιό μπουμπούκι ακόμη ανέραστο απειλεί τη μέλισσα. / Ο άνεμος βρίσκει μια παρέα φυλλώματα κυματιστά. / Η στεριά σκαμπανεβάζει.

σκαμπανέβασμα το: το ανεβοκατέβασμα, η άστατη, ακανόνιστη άνοδος και πτώση· η απότομη αλλαγή της διάθεσης ή μιας κατάστασης. Τα σκαμπανεβάσματα του δείκτη στο χρηματιστήριο.

σκαμπίλι το: δυνατό χτύπημα που δίνει κάποιος στο πρόσωπο άλλου με το εσωτερικό συνήθ. της παλάμης του· μπάτσος, χαστούκι· το ατού, το χρώμα της «αγοράς» σε χαρτοπαίγνιο (βίδα, μπουρλότ κ.α). Παπαγ.: λήθεια τν λόγων μς νήκει μόνον ν τήν ξαγοράζουμε μέ τό τομάρι μας. Σκαμπίλι γνευτο δέν παίζεται. Ατή εναι μόνη στέρεη παιδεία. Σύνθ. Βυζοσκάμπιλο το | < παλαιο-γαλλική brusquembille, συνένωση των λέξεων brusque en bille, απότομο (χτύπημα) στο πρόσωπο.

σκανιάζω: ζορίζω, στενοχωρώ κάποιον με λόγια, φράσεις ή χειρονομίες κοροϊδεύω, περιγελώ, πειράζω, προκαλώ την οργή ή το θυμό κάποιου. Ηπίτ.: σκανιάζω: δυσανασχετώ, λυπούμαι, θλίβομαι, «μην το σκανιάζεις το παιδί.» Γκοτζ.: Δεν το ᾿χω ᾿γώ το παιδί μου να μου το σκανιάζει ο αντίχριστος, έλεγαν οι νοικοκυράδες με μίσος για το δάσκαλο | < από το ρ. σκάνω: σκάζω < ή από το ουσ. σκάνια: ανία.

σκάνια η & σκάνιασμα το: λύπη, μελαγχολία· ζόρισμα, κορόιδεμα, πείραγμα, πικάρισμα. Ηπίτ.: σκάνιο (διάλεκτ. Ηπείρου): η στενοχωρία | < βλ. σκανιάζω.

σκαντζαλήθρα η: η σπίθα της φωτιά, ο σπινθήρας. Ηπίτ.: σκαντζηλήθρα η: ο σπινθήρ. Βλ. & προυκόβι το.

σκάντζα η: αλλαγή, ανταλλαγή, αντικατάσταση ενός πράγματος με κάτι άλλο. Κάναμε σκάντζα τα πουκάμισα | < Βλ. & σκαντζάρω.

σκαντζάρω: αλλάζω (φρουρούς, βάρδια ή πανιά)· αλλάζω κάτι με κάτι άλλο, ανταλλάσω. Παπαδ.: Κατ πσαν νύκτα, ς διηγετο διος, τακτικ δύο τρες φορς σηκώνεται, κα νάπτει τν πίπαν του. ναζ τς θαλασσινς ξεις του, τς κ περιτροπς φρουράς, κα σκάντζα-βάρδιες το καραβιο, πο το εχαν γίνει δευτέρα φύσις. Καββ.: σκαντζάρισες μα σε κρατάει λύπη μεγάλη | < βενέτ. scansar.

σκαντζοχέρι το: ο σκαντζόχοιρος. Καρκ.: Kαι για να το βρης, πρέπει να πιάσης τρίμερο σκαντζοχεράκι, να το κλείσης σε φράχτη περίγυρα καλή. H μάννα του η σκαντζοχερίνα, θέλοντας να το λευθερώση, θα περάση κάμπους και βουνά, λαγκάδια και κράκουρα, να φέρη το βοτάνι, να το βάλη στη φράχτη ν᾿ ανοίξη μονάχη της.

σκάνω: σκάζω. Βλ. & γλωσσού η, σκανιάζω.

σκάπετο το: ύψωμα, το βουναλάκι, μέρος που βρίσκεται ψηλά, μτφ. ο ουρανίσκος.

σκαπετώ: φεύγω μακριά και γρήγορα, απομακρύνομαι από κάπου, εξαφανίζομαι από τον οπτικό ορίζοντα κάποιου, πλαλώ. Γκοτζ.: Κοιτάτε ετούτον το σκυφτό στο παραγώνι, που εννιά χρονώ παιδί σκαπέτησε στα ξένα, για να φυλάξει ορφανεμένη φαμιλιά, να μην πεινάσουν οι αδερφές του από ψωμάκιΤι είναι το μεράκι του, τ᾿ άλογα του Παλιούρα. Όλο στον κάμπο σκαπετάει. Βηλ.: Σε τούτο ο Φουσκομάγουλος απέκει σκαπετάει. Παρ.: «Μερεμέτα και σκαπέτα.» | < ιταλ. scappata: διαφυγή) -ώ. Βλ. & γκαρτσαλιάνος ο.

σκαπέτημα: η φυγή, βλ. σκαπετώ. Πβ. Παρ.: «Καλήν αντάμωση στου σκαπιτουράχη

σκαπουλαριστός ο -η -ο: αυτός που τη σκαπούλαρε, σκαστός, φευγάτος, αδικαιολογήτως απών. Βγήκε σκαπουλαριστός απ᾿ το στρατόπεδο και τον ψάχνανε | < Βλ. & σκαπουλάρω.

σκαπουλαριστά: κλεφτά, σκαστά και γρήγορα | < Βλ. & σκαπουλάρω.

σκαπουλάρω: ξεφεύγω, το σκάω, δραπετεύω, «την κοπανώ» φεύγω, γλιτώνω, απομακρύνομαι (γυρίζω την πλάτη) Παπαδ.: Εμένα εύκολα δε με τσουρμάρεις…οι άνθρωποι δεν είναι μπαούλα για να τους μπατάρετε σεις όπως θέλετε, μπάτει από δω, μπάτει από κει…μη σας χρειάζεται ακόμα κανένας κάβος, καμμιά γούμενα, για να μας δέσετε, μη μπας και σας σκαπουλάρουμε; Τσιφ.: …ήξερε καλά ελληνικά και τη σκαπουλάρησε στην απολογία του – Και για να πούμε την αλήθεια, είχε πάρει μέρος και σε πολλές μάχες εναντίον των Βίκιγκς, κι επειδή είχε μυαλό τη σκαπουλάριζε, δεν καθότανε να τον κάνουνε παρελθόν | < ιταλ. scapolare. – λατ. scapulae: ωμοπλάτη ανθρώπου ή ζώου.

σκαρδαμπόλι το: άγριο ραπανάκι.

σκαρθί το: είδος μικρού, ωδικού πτηνού (serinus serinus)· τα σκαρθιά ανήκουν στην οικογένεια των στρουθιόμορφων. Είναι συγγενικά το πιο κοντινό στο καναρίνι. Είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα καναρίνια στην Ελλάδα χάρη στο ότι έχει ένα ωραίο πρασινοκίτρινο χρώμα και ένα μελωδικό τραγούδι. Το σκαρθί είναι ένα αποδημητικό είδος κυρίως της περιοχής της Μεσογείου. Από το 1880 άρχισε να επεκτείνεται βορειότερα, ώσπου το 1925 εμφανίστηκε να φωλιάζει από την Γερμανία μέχρι την Σκανδιναβία. Σήμερα παραμένει όλο το χειμώνα στα μέρη που αναπαράγεται λόγω των σύγχρονων κλιματικών αλλαγών. Το σκαρθί μοιάζει σχεδόν με το λούγαρο, με περισσότερο πράσινο χρώμα.

σκαρί το: ο ξύλινος σκελετός της ναυπηγικής κλίνης, επάνω στον οποίο στηρίζεται το καράβι όταν ναυπηγείται ή επισκευάζεται· σχάρα, σκάφος· μτφ. το ανθρώπινο σώμα, η σωματική διάπλαση. Γερό σκαρί· έχω στα σκαριά | < μσν. σκαρίον < σχαρίον < ελνστ. ἐσχάριον, ἐσχαρεῖον: πλατφόρμα, υποκορ. του αρχ. ελλ. ἐσχάρα: εστία, τζάκι, άσυλο ικετών, μαγκάλι με κάρβουνα, χάλκωμα που λειτουργεί με κάρβουνο· πυρὸς ἐσχάραι, οι φωτιές που ανάβουν στο στρατόπεδο, σε καιρό πολέμου, φωτιές επαγρύπνησης, περιφρούρησης· βωμός για ολοκαυτώματα.

σκαρίζω: βγάζω τα ζώα για νυχτερινή βοσκή. Ακούγαμε τα κουδούνια των προβάτων και τα κυπριά των γιδιών όταν τα σκάριζαν χαράματα και όταν γύριζαν το μεσημέρι από τη βοσκή. Βλ. & σκάρος ο.

σκαρκάλι το: η ακρίδα, ο καρκάτσιλας, το σκαθάρι· είδος ψαριού που θυμίζει ακρίδαν (Κοζάνη).

σκάρος ο: νυχτερινή βοσκή, ήρεμος, παραδοσιακός, ποιμενικός, μουσικός σκοπός στη φλογέρα ή το κλαρίνο. Η φλογέρα, το ποιμενικό μουσικό όργανο, δεμένο άρτια με την ζωή του σαρακατσάνου, γενιές και γενιές την κουβαλούσαν μαζί τους οι Σαρακατσαναίοι, το πουρνό με την παγάδα, το βράδυ με τον σκάρο, όταν πηγαίνει τα πρότα στον σταλό για να ξαποστάσουν, η το δειλινό στο κονάκι του, κοντά στην οικογένεια του | < αρχ. ελλ. σκαίρω: πηδώ, σκιρτώ, χορεύω. Από την ίδια ρίζα και ο σκάρος ο κρής: ψάρι που βοσκάει σε πετρώδη βυθό, καθώς και το σκίρτημα. Επίσης, μάλλον και τοπωνύμιο Σκῦρος που σήμαινε τον βραχώδη τόπο. Επιπλέον, ο Σκίρων άνεμος που έπνεε στον Ισθμό από την πλευρά των Σκιρωνίδων Πετρῶν (δηλ. της Κακιάς Σκάλας), καθώς και ο μυθικός ληστής Σκίρων που δρούσε σε αυτό το μέρος.

σκάρτος -η -ο: κακής ποιότητας, ελλατωματικός, «μάπα»· μτφ. ανήθικος, ανάξιος εμπιστοσύνης, κατώτερος των απαιτήσεων, ακατάλληλος. Σκάρτες εννέα υπουργικές λιμουζίνες. Βλέπει ποιοί κλείσανε, ποιοί δεν είναι καλά παιδιά και ποιοί βάλανε στα ράφια σκάρτο πράμα!… Τσιφ.: Σέβονται τις παραδόσεις κι ο βασιλιάς, καλός ή σκάρτος, είναι βασιλιάς. Τον μισούσε που της είχε φερθεί σκάρτα. Παπαγ.: Το χειρότερο απ᾿ όλα είναι ότι δεν ξεχωρίζουμε πια το τραγούδι από τα παρατράγουδα. Το σκάρτο είναι εύκολο, γι᾿ αυτό κυριαρχεί | < μσν. σκάρτος < ιταλ. scarto -ς.

σκαρτεύω: γίνομαι σκάρτος, φτηνός, κατώτερης ποιότητας, ψευτίζω. Προσπαθώντας να δείξουν ότι δεν σκάρτεψαν, ότι ακόμη μπορούν, ότι είναι αστείρευτοι, γράφουν σαχλαμάρες. Σκάρτεψε η τέχνη της μουσικής και του στίχου. Παπαγ.: Όσο για τους μεγάλους, ακούνε τα ηπειρώτικα και ντρέπονται για τα ρηχά -πλέον- αφτιά τους. Τι έγινε στο μεταξύ; Ο κόσμος σκάρτεψε; Όλα πήγαν κατά διαβόλου; Βλ. & σκάρτος ο.

σκαρταδούρα η: σκάρτο πράγμα, κατώτερης, κάκιστης ποιότητας· άχρηστο αντικείμενο, για πέταμα. Γέμισε η πιάτσα σκαρταδούρα και δευτεράντζα. Τσιφ.: Και είναι σχεδόν νόμος, από καλόν πατέρα βγαίνει σκαρταδούρα και δε συμμαζεύεται. Βλ. & σκάρτος ο.

σκαρφίζομαι: επινοώ, σκέφτομαι, σοφίζομαι. Παγωμένος θα είναι ο φετινός χειμώνας! Δείτε τι σκαρφίστηκαν για το πετρέλαιο θέρμανσης! Βηλ.: Θαρρώ να του σκαρφίστηκε την εδική μας φύση / να μιμηθή, μες στα νερά ναρθή να κολυμπήσεη / και δίχως πράξη και άμαθος ελάθεψε κι επνίγη. Δείτε τι σκαρφίστηκαν για να σηκώνουν πάνω από 600 ευρώ. Έξι ανθοί σκαρφίστηκαν να πλέξουν τ᾿ όνομα Εξάνθεια. Έτσι το θέλει της παράδοσης ο λόγος. Ψεύτικους πολιτισμούς, γίγαντες και χαμένες φυλές σκαρφίστηκαν οι ψευδο-επιστήμονες! Τι σκαρφίστηκε για να μην πληρώσει στο εστιατόριο; | < μσν. σκαριφίζομαι (πρβ μσν. σκαριφίσματα) < ελνστ. σκαριφ(ῶμαι): κάνω σχεδιάγραμμα, σκαρίφημα.

σκαρώνω: σχεδιάζω κρυφά, φτιάχνω στα γρήγορα. Και πηγαίνανε, κάθονταν, τρώγανε, πίνανε, πιάναν τα μπουζούκια τους και σκαρώνανε μελωδίες και στιχάκια. Τσιφ.: Ο Τιτάνας ο Ιαπετός, παντρεύτηκε μια ωκεανίδα, Κλυμένη τ᾿ όνομα και σκαρώσανε τέσσερα παιδιά, τον Άτλαντα, τον Μενοίτιο, τον Επιμηθέα και τον Προμηθέα | < σκαρ(ί) -ώνω. Βλ. & πρωιμάδι το.

σκασίλα η: σκάσιμο, στενοχώρια, ενόχληση, δυσανασχέτηση, έγνοια. – Ωχ, φαρμάκια και σκασίλες! Η Έλλη είναι έτοιµη να ερωτευτεί (κι είχα τρεις σκασίλες). Τσιφ.: Κατηραμένος να είσθε, σας αφορίζω. – Και είχα μια σκασίλα | < σκασ- (σκάω) -ίλα. Βλ. & έναργος.

σκαφίδι το: η σκάφη, ξύλινη λεκάνη για το ζύμωμα του ψωμιού. Υποκορ. σκαφιδούλι το. Πολλά νοικοκυριά είχαν το ζυµωτήρι στο υπόγειο. Σε µεγάλο τραπέζι υπήρχε το σκαφίδι µε το ξυστρί και δίπλα έτοιµες οι πινακωτές µε τα ολοκάθαρα καρό γαλαζόασπρα πισκίρια. Παπαδ.: …σοφράδες κα σκαφίδες μπορεύοντα, βδομάδες, μέρες, νύκτες ταξιδεύοντα. – Μία λλη γυν κυρτή, σχνή, σκαφιδιασμένη, κατήρχετο ες τν αλήν, κα νοιγε τν αλόπορταν. Αίν.: «Από πάνω σαν σκαφίδι κι από κάτω σαν πλαστήρι.» (η χελώνα – Β. Εύβοια). Παρ.: «Το αμπάρι θέλει γέμισμα, όχι το σκαφίδι ξύσιμο.»

σκάφη η: ξύλινο δοχείο, λεκάνη για διάφορες χρήσεις, σκαφίδι. Παρ.: «Βάλε αλεύρι μες τη σκάφη, και πολλούς σταυρούς μην κάνεις.», «Λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.» Βλ. & σκαφίδι το.

σκαφιδωτός ο -η -ο: με σχήμα που μοιάζει με σκαφίδι, βαθουλωτός. Τα μεγάλα καΐκια της λίμνης, σκαφιδωτά κι αργοκίνητα, ξεφόρτωναν εκεί. Χατζ.: Τα μεγάλα καΐκια της λίμνης, σκαφιδωτά κι αργοκίνητα, ξεφόρτωναν εκεί, απ᾿ τα χωριά που βρίσκονταν αγνάντια, καυσόξυλα, σφαχτά, τυριά, βουτύρατα και τα τέτοια.

σκαφτιάς ο: σκαφέας, αυτός που σκάβει. Καρκ.: Σκαφτιάδες έσκαφταν τους σωρούς, έχωναν τους λάκκους, ίσαζαν τα χαντάκια της ανασκαφής, με τραγούδια και γέλια. Παρ.: «Στις δεκαεφτά, στις δεκοχτώ, πέφτει η πούλια στο γιαλό, και πίσω παραγγέλει, μήτε κοπάδια στο βουνό, μήτε σκαφτιάς στ᾿ αμπέλι.» | < αρχ. ελλ. σκάπτω.

σκάφτω: σκάβω. Παρ.: «Άλλοι σκάφτουν και τρυγούν κι άλλοι πίνουν και μεθούν.»

σκεβρώνω: κυρτώνω, καμπυλώνω, χάνω το ίσιο σχήμα, χάνω την ευλυγισία μου· λέγεται για ξύλα και μτφ. για ανθρώπους. Καρκ.: Τ σκευρωμένο π τ χρόνια κα τ ψήλωμα κορμί του ρθώνεται λύγιστο· τ γελαστ κα δολο πρόσωπό του συγνεφιάζει σν μαρτιάτικος ορανός· Ηπίτ.: στρεβλούμαι, καμπυλούμαι· σκεδρόνει: λέγεται συνήθως περί των σανίδων, οίτινες ξηρανθείσαι αναπηδώσι και κυρτούνται. Καρκ.: Ήταν μικρό κι ελάχιστο γεροντάκι, κακοτράχαλο, ξερακιανό, με στήθος χωνεμένο, ράχη σκευρωμένη, κνήμες χοντρές, αλλ᾿ αδύνατες και ολότρεμες | < μσν. σκεβρώνω < σκεβρ(ός) -ώνω.

σκεβρός -η -ο: κυρτός, καμπυλωμένος, στρεβλωμένος | < Βλ. & σκεβρώνω.

σκέβρωμα το: η στρέβλωση, το κύρτωμα | < Βλ. & σκεβρώνω.

σκέδιο το: το σχέδιο, η μορφή, τα χαρακτηριστικά (πιθανόν κληρονομημένα) γνωρίσματα του προσώπου, το παρουσιαστικό ενός ανθρώπου. Την έφερε στο σκέδιο (: την αναγνώρισε), ήταν η θυγατέρα της Μαριγούλως.

σκέλεθρο το: ο σκελετός, σκελετωμένος άνθρωπος. Παπαδ.: ! θ τς μάθς ολα τ πάντα, μαθές, επεν φελς, ες τρόπον στε δν το πολ σαφς ν εχε πεισθ ν ερωνεύετο· κα γι τατο φερες, πουλάκι μ᾿, ολα τ σκέλεθρα ατ π᾿ τ Μνημούρια… κα τς κανναβένιες κλωστές, κα τς τρίχες τς λογίσιες, κα τς παπαρονες, κα τ μαϊολούλουδα;φαίνοντο τι ες πέντε τη λοι ο νέοι εχον γηράσει ς ν εχε παρέλθει εκοσαετία, κα λοι ο ρίμου λικίας εχον γίνει ψυχρο κα δύσκαμπτοι, ς παγωμένα σκέλεθρα | < ελνστ. σκελετός, ίσως από επίδρ. του αρχ. ελλ. σκελιφρός (ελνστ. σκελεφρός): στεγνός και αδύνατος.

σκέλια τα: τα πόδια του ανθρώπου ή τα πίσω, κυρίως, πόδια τετράποδου ζώου. Παρ.: «Έβαλε την ουρά στα σκέλια.»  | < αρχ. σκέλ(ος) –ια.

σκεμπές ο: η κοιλιά και το στομάχι, κυρίως όταν θέλουμε να τονίσουμε ότι είναι πλαδαρά και προτεταμένα· στομάχι σφαγμένου ζώου από το οποίο παρασκευάζεται πατσάς· δερμάτινος σάκος. Γιατί δεν χάνεις με τίποτα τον σκεμπέ; Δέκα ποδοσφαιριστές που αξίζουν τον «χρυσό σκεμπέ». Στα ντουζένια τους ήταν σωματάρες ή, στη χειρότερη, «βαρυκόκκαλοι». Ηπίτ.: σκεμπές ο: άνθρωπος ανωφελής, άχθος αρούρης [σ.σ.: βάρος της γης]. Παπαδ.: Παναγς φερε μαζί του, ες τ νυκτεριν π τν λεύκαν δεπνα, πότε 6 ως 7 δωδεκάδας χαψιά, πλέοντα ντς βαθείας πιατέλας μ κατν δράμια λάδι κα νάλογον τριανταφυλλόξιδο, κα λάκερους σκεμπέδες παραγεμιστούς, σκληρος ς πέτρα | < τουρκ. işkembe -ς.

σκεπάρνι το & σκιπάρι το / σκεπάρι το: μικρό κοπτικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και πεπλατυσμένη λεπίδα τροχισμένη στην εσωτερική πλευρά, για ξυλουργικές εργασίες μαραγκού, οικοδόμου. Καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι. Δημ.: Δευτέρα μέρα κίνησε να πάνει γι’ ασημόχωμα, / ασημόχωμα κι ασπρόχωμα, σκεπάρι δεν της άλαχε. / Κι με τα νύχια το ‘βγαζε και στην ποδιά το μάζευε. Παπαδ.: Γείτονα, μαστρο-Δημήτρη! – Πώς ηδύνατο να επαρκεί εις τα τρία, τρέχων από σκάφης εις σκάφην, μ᾿ ένα πήχυν εις την χείρα, με μίαν στάθμην και μ᾿ έν σκέπαρνον από του αυχένος κρεμάμενον με την λαβήν επί του στέρνου. Ηπίτ.: σκέπαρνον το: κοινώς σκεπάρνι· εργαλείον ξυλουργού, όπερ εκ του ενός άκρου φέρει κρόταφον, όπως η σφύρα, εκ δε του ετέρου είναι πεπλατυσμένον και κοπτερόν, δι᾿ ου κόπτουσιν ξύλα· σκεπάρνι τέκτονος, αμαξοπηγού, λιθοτόμου· σκεπαρνάκι ή σκεπάρνιον (μικρόν). Αίν.: «Ένα κουτί κουτόπουλο, γεμάτο σκεπαρνόπουλα.» (στόμα και δόντια – Λευκάδα). Παρ.: «Κόβει, λέει, σαν το σκεπάρνι το χαλβατζίδικο.» Βυζαντ. Παρ.: «Γυμνός τον πεύκον έδερνεν· θέλει το πελέκιν του έπαρε, θέλεις το σκεπάρνιν του.» | < μεσν. σκεπάρνιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. σκέπαρνον.

σκεντεύω: τυρρανώ, βασανίζω, επιβάλλω μαρτύρια. Παραδοσ.: Σε σκέντζευαν, Σε σταύρωναν ουπάν στο σταυροδρόμι / κι έτρεχε το αίμα Σου σα σιγανό ποτάμι | < πιθ. κεντώ, με τη σημασία τρυπώ.

σκεπαστή η: η σκεπή, η στέγη του σπιτιού.

σκέπω: σκεπάζω, προστατεύω, καλύπτω. Παρ.: «Το δέντρο που δε με σκέπει, ας ξεριζωθεί κι ας πέσει.» | < αρχ. ελλ. σκεπάζω.

σκερβελές ο: άχρηστος, αχαΐρευτος, ανίκανος, ανεπρόκοπος, χαραμοφάης, τεμπέλης, σκάρτος. Οι υπόλοιποι είναι σκερβελέδες, εντελώς άσχετοι και ανεπαρκείς για τέτοια σοβαρή δουλειά. Ας πετάξει τους ανόητους σκερβελέδες που έχει μαζέψει | < πιθ. γαλλική écervelé.

σκέρτσο το: προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, ιδίως γυναίκας, για να φανεί χαριτωμένη και ελκυστική και για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των άλλων· νάζι (Τριαντ.). Το μικρό σας Λιονταράκι εύκολα γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος με τα σκέρτσα και τα καμώματα του. Τα… παριζιάνικα σκέρτσα της μόδας. Πατριωτικά σκέρτσα και εθνικοί ναρκισσισμοί. Οικογενειακές στιγμές γεμάτες χαρά και σκέρτσα. Ρεμπέτ.: Θα σου χτίσω ένα σπίτι / γύρω με σκαλώματα / ν᾿ ανεβαίνεις να μου κάνεις / σκέρτσα και καμώματα | < ιταλ. scherzo.

σκερτσόζος & σκερτσόζα η: που συμπεριφέρεται με σκέρτσο, με χάρη και νάζια· επιθ. σκερτσόζικος -η -ο. Σκαρ.: Πόρτες και παρεθύρια τρίζανε στο διάβα τους, γρίλιες και κουρτινάκια ανοιγοκλείναν. Χαμογλεπούσες, κλειστοφρύδες πρόβαλαν στα παράθυρα, βεργολυγερές, σκερτσόζες αγνάντευαν.

σκήτη η: το σκήτος, η μονή· οργανωμένο σύνολο από ξεχωριστές μοναστικές μονάδες με δική τους διοικητική οργάνωση. Η Σκήτη Ευαγγελισμού της Θεοτόκου ή Ξενοφωντική Σκήτη, υπάγεται στη Μονή Ξενοφώντος. Παπαγ.: Κάποιος πού πηρετε τίς δέες του, πού τολμάει νά πάει στή σκήτη, νά νέβει στό βουνό –, ατός εναι σάν τά λόγια του, τόσο σωστός καί τόσο πλανημένος, πληρώνει τή νύφη μέ λεφτά παντελονάτα, ρα εναι φίλος καί ποδεχτός | < μσν. σκήτη < ελνστ. σκῆτ(ις) -η τοπων. της Aιγύπτου ή < < ελνστ. ἀσκητής.

σκιάδι το: σκιάδιον, πλατύγυρο ψάθινο καπέλο για προστασία από τον ήλιο, καπέλο. Ηπίτ.: σκιάδι το: ψάθινος πίλος, αλεξήλιον· σκιάδιον ή σκιαδίσκαι ελέγοντο το πάλαι τα νυν αλεξήλια καλούμενα, είχον δε τότε την σημερινήν μορφήν και κατασκευήν (ανοιγόμενα και κλειόμενα). Εκρατούντο συνήθως υπό δούλων, εν δε τοις Παναθηναίοις υπό των θυγατέρων των μετοίκων· παρά Ρωμαίοις δε το κρατείν την σκιαδίσκην ήτο εκ των συνήθων περιποιήσεων ας εποίουν εις τας νέας οι ερασταί των. Εν μεταγενέστεροις χρόνοις τα σκιάδια αντικαθίστων πολλάκις πλατύγυροι ψιάθινοι (θολίοι ή πέτασσοι). Παρ.: «Όποιος έφαγε το μέλι, έχει τη μύγα στο σκιάδι.», «Ο βλάχος αν δεν του πάρουν το σκιάδι δεν πληρώνει το κουμέρκι [σ.σ. τελωνείο, είδος φόρου των τελωνείων].» Αίν.: «Αρβανίτης με το σκιάδι και με το μονό ποδάρι.» (η ασπρομάνταρα, το μανιτάρι – Ήπειρος).

σκιάζουρο το: σκιάχτρο, μορμολύκειο. Παπαδ.: Εχε δυναμία τ Πετρ ν ρχεται ν περν τν ρα της δ, νάμεσα στ δενδράκια κα τ σκιάζουρ᾿ ατά (δειξε δύο σκιάχτρα, τ ποα εχεν νεσταυρωμένα π πασσάλων, λεξιτήρια κατ τν ρνέων). Βλ. & σκιάζω.

σκιάζω & σκιάζομαι: τρομάζω, φοβίζω· δημιουργώ σκιά· σκιάξιμο το: η τρομάρα, ο φόβος. Γκοτζ.: Σκιάχτηκες, μου φαίνεται, της είπε εκείνος, που μπορούσε να διαβεί και κατεβασμένο το ποτάμι, κολυμπώντας. -Εσένα να σκιαχτώ, μωρ’ αχαΐρευτε; τον αποπήρε. Εγώ με κυνηγούσε η τουρκιά και δε φοβήθηκα. Πάλλ.: Σαν ένιωσε όμως της θεάς τ᾿ αχτιδοβόλα μάτια. / τα χαριτόμορφα λαιμά, τα στήθια που μαγεύουν, / σκιάχτηκε τότες κι άνοιξε τα χείλια ναν της κρίνει. Παρ.: «Το τουφέκι τ᾿ αδειανό σκιάζει έναν κι έναν δυό.» | < αρχ. ελλ. σκιάζω γενικά, επισκιάζω, καλύπτω, αποκρύπτω.

σκιαχτερός -η -ο: αυτός που σκιάζει, τρομαχτικός, φοβερός. Πάλλ.: Πώς αμολάει ο κυνηγός μες σε λαγγάδι σκύλους / πίσω από ασερνικό καπρί ή σκιαχτερό λιοντάρι, / έτσι έστελνε κι ο Έχτορας τους αλογάδες Τρώες | < Bλ. & σκιάζω.

σκίζα η & σχίζα: χοντροκομμένη σανίδα που έμπαινε σε περιφράξεις, απέλα. Χριστόπ.: Διπλώνοντας, και έθεσε τα σπλάχν απάν σ᾿ εκείνα· / κι ο γέροντας τα έκαιγε στες σχίζες· κι από πάνω / μαύρο κρασί εράντιζε· οι νέοι δε σιμά του / κρατούσαν τα πεντόσουγλα εις τα δικά τους χέρια. Όμηρος: …καε δ᾿ π σχίζς γέρων, π δ᾿ αθοπα ονον / λεβε: νέοι δ παρ᾿ ατν χον πεμπώβολα χερσίν. (Σε σκίζες τα ᾿καιγεν ο γέροντας και στάλαζε από πάνω / κρασί φλογάτο᾿ και πεντόσουβλες οι νιοί σιμά του εκράτουν.- Κακριδ.) Σολωμ.: Κατατρώγει, σν τ σχίζα, / τόπους μετρα ψηλούς, / χρες, ρη π τ ρίζα, / ζα κα δένδρα κα θνητούς | < αρχ. ελλ. σχίζω.

σκιζάρι το: μικρή σκίζα, βλ.λ.

σκίνος ο & σκίνο το: γένος φυτών που περιλαμβάνει πολλά είδη που έχουν μορφή θάμνου ή δέντρου. Καζαντζ.: Είχε μπει ο παπα-Γιάνναρος σε μια λαγκάδα, στάθηκε αλλοπαρμένος· τι πρασινάδα, τι μυρωδιά, τι ερημία! Πουρνάρια ολούθε, σκίνα, μερτιές, κουμαριές, καστανιές θεόρατες. Γκάτσ.: Γι᾿ ατ λοιπν κι σες παλληκάρια μου μ τ κρασ τ φιλι κα τ φύλλα στ στόμα σας / Θέλω ν βγετε γυμνο στ ποτάμια / Ν τραγουδστε τ Μπαρμπαρι πως ξυλουργς κυνηγάει τος σκίνους | < αρχ. ελλ. σχοῖνος.

σκιόπη η: η σκέπη, είδος πέπλου που φορούσε η νύφη, κάλυμμα της κεφαλής σε παραδοσιακές ενδυμασίες, λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων και σπάνια το πρόσωπο νεογέννητων μωρών | < αρχ. σκέπη: σκέπασμα, προστασία. Πβ. Παπαδ.: Η σάρκα μου αναγάλλιασε σιμά σου κ᾿ η καρδιά μου. / Το χελιδόνι ηύρε φωλιά και το τρυγόνι σκέπη.

σκλαβάκια τα: ομαδικό παιδικό παιχνίδι. Παπαδ.: Και αι γυναίκες φορτωμέναι την στάμναν των, ανά δύο ή τρεις, επιστρέφουν φλυαρούσαι από την βρύσιν και τα παιδιά με τα τόπια των κυνηγούνται γύρω εις τα Λιβάδια ή τρέχουν και παίζουν το σκλαβάκι εις τα Αλώνια. – Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας, έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το σκλαβάκι και άλλας παιδιάς. Χατζ.: Από πατέρα ταμπάκο, από μάνα κόρη ταμπάκου. Εκεί γεννήθηκε. Εκεί έπαιξε τα κότσια και τη σκλέντζα -όπως λέγανε το ξυλίκι- τις ομάδες -όπως λέγανε τις αμάδες- τ᾿ αμπελοπήδημα και τα σκλαβάκια και χτυπήθηκε στον πετροπόλεμο με τα παιδιά απ᾿ τους γειτονικούς μαχαλάδες | < μσν. σκλάβος < εθν. Σκλάβος: Σλάβος (επειδή αρχικά είχαν μπει στο Βυζάντιο σαν υποτελείς).

σκλέντζα η: το ξυλίκι, σκληρό κρέας· Χατζ.: Από πατέρα ταμπάκο, από μάνα κόρη ταμπάκου. Εκεί γεννήθηκε. Εκεί έπαιξε τα κότσια και τη σκλέντζα -όπως λέγανε το ξυλίκι- τις ομάδες -όπως λέγανε τις αμάδες- τ᾿ αμπελοπήδημα και τα σκλαβάκια και χτυπήθηκε στον πετροπόλεμο με τα παιδιά απ᾿ τους γειτονικούς μαχαλάδες.

σκληκάρι το: σκουληκάρι, το σκουλήκι, μεγεθ. σκλήκαρος | < μσν. σκουλήκι < αρχ. ελλ. σκωλήκιον < υποκορ. του σκώληξ.

σκλίδα η: σκελίδα, καθεμία από τις επιμήκεις λωρίδες που σχηματίζουν τον αποξηραμένο καρπό του σκόρδου· επίρρ. σκλίδα: βρεγμένος, τελείως μούσκεμα. Σιδ.: Είχε γίνει σκλίδα, μούσκεμα ως το κόκκαλο απ’ το ζόρι | < μσν. σκελίδα < ελνστ. σκελίς. Βλ. & τούνα.

σκολιαρούδι το: μαθητής, παιδί που πηγαίνει σχολείο. Καζαντζ.: Δε θωράς τα χάλια του μπάρμπα σου του Τίτυρου, του δάσκαλου; που τον πήραν στο ψιλό τα σκολαρούδια;

σκόλη η & σχόλη η: αργία, μέρα χωρίς εργασία. Παπαδ.:Πο σκόλη κα γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, επεν· οτε καθισιό, οτε χουζούρι. Τ ι-Νικολάου δουλέψαμε, τ ι-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, τν Κυριακ προχθς δουλέψαμε. ρχουνται Χριστούγεννα, κα θαρρ πς θ δουλεύουμε χρονιάρα μέρα. Δημ.: Μηλιά, που σ᾿ εκαμάρωνα καθημερνή και σκόλη, / τωρά ‘πλεξες τα κλώνια σου σε ξένο περιβόλι | < μσν. σχόλη < σχολ(άζω. Βλ. & σαρώνω.

σκόνταμμα το: η πρόσκρουση με το πόδι σε κάποιο εμπόδιο και η στιγμιαία απώλεια της ισορροπίας. Παρ.: «Δεν πουλιέται τ᾿ άλογο μ᾿ ένα σκόνταμμα μονάχα.», «Του γέρου σκόνταμμα, του χάρου μήνυμα.» | < σκοντάφτω < μσν. σκοντάπτω < κοντάπτω ίσως < κοντ(ός) πάσσαλος + αρχ. ἅπτω: αγγίζω.

σκόντο το: έκπτωση, παραχώρηση μείωση της τιμής ενός εμπορεύματος κατά την αγοραπωλησία. Μας έκανε καλό σκόντο και το πήραμε | < ιταλ. sconto.

σκοντάρω: κάνω σκόντο, πουλώ με μειωμένη τιμή. Παρ.: «Απ᾿ τα καθυστερούμενα κι εγώ πολλά σκοντάρω.» | < Βλ. & σκόντο το.

σκόπι το: ξύλινο ραβδί (σαρακατσάν.) Έβλεπες… ραβδί, γίλα, γκλίτσα, βέργες, βίτσες, διάφορα σκόπια (ραβδιά), κλαδευτήρια για να κόβει ξύλα, κουροψάλιδα, πυρόβολο ή πριόβολο ή τσακμάκι για να ανάβει φωτιά, ακόνια για τα χαντζάρια και τα μαχαίρια | πιθ. < αρχ. ελλ. σκοπέω και σκοπέομαι: παρατηρώ ή επιτηρώ κάτι· θεώμαι, θεωρώ, ατενίζω, παρατηρώ, εξετάζω, ερευνώ.

σκορδάρι το: παραδοσιακό, γρήγορο φαγητό με βάση το σκόρδο. Σε γουδί λιώνουμε το σκόρδο με το αλάτι. Προσθέτουμε μια φέτα ψωμί, την ψίχα. Τα δουλεύουμε όλα μαζί και προσθέτουμε το ξύδι και το νερό. Το σκορδάρι σερβίρεται σε βαθύ πιάτο | < σκόρδο < ελνστ. σκόρδον < αρχ. ελλ. σκόροδον.

σκοτίδι το & σκοτίδα: το βαθύ, πυκνό σκοτάδι. Σκοτίδα: η βαθιά, μαύρη νύχτα. Σκοτίδα κι ανακατωσιά. Ερωτ.: …και πάντ᾿ αναζητά το φως, βαριέται το σκοτίδι, γιατί η τυφλάγρα βάσανα και πείραξες του δίδει. Παρωνύμ.: Σκοτίδας. Βλ. & μπουλντούκα η.

σκοτιδιάζω: σκοτεινιάζω, νυχτώνω, βραδιάζω. Δημ.: Σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξει θέλει, / σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος. – Πού ᾿σουν, τρανταφυλλένια μου, κι έλειπες τόσην ώρα / και σκοτιδιάσαν τα βουνά και θάμπωσεν η χώρα; | < αρχ. ελλ. σκότος.

σκοτίζω & σκοτίζομαι: παρενοχλώ, ζαλίζω, στενοχωριέμαι, λυπάμαι. Για τη ζωή μας σκοτίστηκαν. Όπως, λίγο πριν, σκοτίστηκαν για το πού θα ρίξουν τα απόβλητα ενός χημικού οπλοστάσιου. Τσιφ.: Όμως κανένας Έλληνας δεν σκοτίστηκε για την φτώχεια της γης του. Τη γλέντησε τούτη τη φτώχεια. Παρ.: «Αλλού φωτίζει ο Θεός κι αλλού σκοτίζει | < ελνστ. σκοτίζω: κάνω κάτι σκοτεινό.

σκοτούρα η: σκασίλα, στενοχώρια, βάσανο, μπελάς, έγνοια, φροντίδα. Σκοτούρα στο κεφάλι. Κολ.: Δυτικ Ρούμελη ( Τούρκικη), τότε εχε τν σκοτούρα το λ πασ, διατ ο Σουλιτες πιασαν τ Σούλι. Παπαδ.: Εχεν ερει γυνακα μ προκα, δίπλωμα χωρς κόπον, θέσιν χωρς σκοτούραν, κα προσέτι λαβε κα τν κληρονομίαν το ποκρύφου εεργέτου του | < μσν. σκοτούρα < σκότ(ος) -ούρα.

σκοτωτά: επίρρ. του σκοτωμού, με μεγάλη δύναμη, σφοδρώς, ταχύτατα. Τον έδειραν σκοτωτά, πήγε στον νοσοκομείο. Έφτασαν σκοτωτά στις πέντε, ίσα που πρόλαβαν.

σκουλιά η: χτύπημα με την ανάποδη μεριά του τσεκουριού, μτφ. δυνατό χτύπημα. Σκουλιές βαρούσαν στα δέντρα για να πέφτουν οι καρποί. Βλ. & σκουλιά η.

σκούζω: φωνάζω δυνατά, ξεφωνίζω, βογγώ. Έσκουζε σαν γουρούνι, με τον αγιασμό. Η άλλη πάλι έσκουζε σαν τρελή στην παραλία. Μωρέ, καλά που της είπε που έσκουζε! Να αγιάσει το στόμα του! «Έσκουζε η άτιμη» και τους ξεσήκωσε! Παρ.: «Σκούζει η Παναγιά και γελάει ο διάβολος.», «Άλλος σκούζει κι άλλος γα…άει.» | < ενεργ. του αρχ. ελλ. σκύζομαι: είμαι εξαγριωμένος. Βλ. & γκιώνης ο.

σκούλος ο: η πλατιά πλευρά του τσεκουριού, αυτή που δεν κόβει, η πίσω, ανάποδη· σκούλος λεγόταν και το κόκκινο μαλλί που έβαφαν τη Μεγάλη Πέμπτη. Βλ. & σκούλος ο.

σκουμπώνομαι & ανασκουμπώνομαι: μαζεύω τα μανίκια και ετοιμάζομαι για δουλειά, για δράση. Σκουμπώσου, έχουμε πολλά δουλειά. Βάρν.: Στις όχτες του ένα σωρό ανασκουμπωμένες γυναίκες καθεμιά γονατιστή απάνου σε μια πλάκα, πλένανε και κοπανούσανε τ᾿ ασπρόρουχά τους. Πβ. Παρ.: «Στ’ αντρός τ’ ανασκουμπώματα καυχιέται κι η γυναίκα.», «Ανασκουμπώνεται ο γαμπρός κι η νύφη καμαρώνει.» | < μσν. ανασκουμπώνω < ανασκομπώνω < ανακομπώνω < ανακομπ(ώ): σηκώνω το ρούχο μου, σηκώνω τα μανίκια < ανα- κόμπ(ος) -ώ.

σκούνα η: είδος δικάταρτου ιστιοφόρου με ψηλά κατάρτια. Παπαδ.: …άμα ενύκτωσε παρεκάλεσε τον επί του πλοίου μείναντα ναύτην, όστις, επειδή δεν ήτο εντόπιος, δεν είχε πού να υπάγει, κι έμεινε φύλαξ της σκούνας, να τον αποβιβάσει εις την ξηράν. Ελύτ.: Σκούνες γοργές του πόθου εξιστορήσετε το πέλαγος με ρόχθο και άνεμο | < ιταλ. scuna < αγγλ. Schooner.

σκούνι το: χοντρή, μάλλινη, πλεχτή κάλτσα. Φορούσαν μάλλινα χοντρά σκούνια και κάπες.

σκουντρώ: σκουντώ, τσουγκρίζω, κουτουλώ, σπρώχνω βίαια με το κεφάλι, χτυπώ. Καζαντζ.: Κι ως σκουντρούμε τα ποτήρια μας, αχούν σπαθιά, τινάζουνται μίση κι έρωτες, μεθούμε | < πιθ. σκουντώ < μσν. κουντώ ίσως < αρχ. κοντ(ός) πάσσαλος -ώ. Πβ. τη φράση «θα πιάσω κάνα κοντό»: κανένα κοντόξυλο, γερό ξύλο και θα σε χτυπήσω.

σκούξιμο: η φωνή κάποιου που σκούζει, διαπεραστική κραυγή, ουρλιαχτό, στριγγλιά. Γκοτζ.: Κι άμα άκουγε κανένα σκούξιμο απ’ το λαγκάδι (γιατί ο Πειρασμός έπαιρνε πολλές μορφές, γινόταν πέτρα που γυάλιζε, σκύλος π’ αλυχτούσε), φυλαγόταν να μη βγάλει φωνή τρόμου, γιατί θα ’χανε τότε τη λαλιά της. Βλ. & σκούζω.

σκουπιδαριό το: πολλά σκουπίδια μαζεμένα, σκουπιδότοπος. Σκουπιδαριό το Mυκηναϊκό Aνάκτορο των Θηβών. Εικόνες βρομιάς και σκουπιδαριού, σε γειτονιές εντός των αστικών περιοχών. Δεν αντέχω το σκουπιδαριό του διαδικτύου. Βλ. & ντούρος ο.

σκουρδουμπούλι το & σκαρδαμπόλι το: μικρός βολβός, σφαιρίδιο.

σκούρκος ο: μεγάλο μαύρο έντομο, νταβάνι, σερσέγκι, βλ.λ. Ο σκούρκος σκοτώνει τις ήμερες μέλισσες και προκαλεί ζημιές στις κυψέλες.

σκουτέρης ο: ο αρχηγός της στάνης, αρχιτσέλιγκας. Κρυστ.: Η στάνη αυτή είναι χωρίον, αλλά χωρίον μεταβάλλον θέσιν· εις την στάνην των δίδουσι και όνομα, το όνομα του αρχηγού, του πατριάρχου αυτών. Ούτω λέγουσι τα καλύβια ή η στάνη του Μπάρδα, του Τσιγγέλη, του Τσουμάνη, του Μίχα κλπ. Ο αρχηγός των λέγεται ελληνιστί σκουτέρης. Επώνυμ.: Σκουτέρης.

σκουτί το & σκτί το: χοντρό μάλλινο ύφασμα, ρούχο, φόρεμα. Σαμαροσκούτι το. Πβ. Δημoτ. Ξένοι σου πλένουν τα σκουτιά, ξένοι στα σαπουνίζουν. Μακρ.: Κι᾿ π κε, πγαν λλοι δι Βραχώρι κα Μισολόγγι, κα ο περισσότεροί τους πγα ες τν Κατούνα, κα γιόμωσαν τ σκουτιά τους κα ο γονες τος ψερες – Το λέγω το μπουρλοτιέρη τ λάθος κα τί κάνουν τ σκουτι ν τ πλερώσω ν πάψη τ κακό. «Τριακόσια γρόσια»! – κα μς γυμνώσετε, κα ες τ ποτάμι κιντυνέψαμε δι ν τος περάσουμε, κα μς πήρανε κα τ᾿ ρματά μας κα σκουτιά μας κα τρέμομε, κα θ πουντιάσωμε. Καββ.: Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω; / φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό. Γκοτζ.: Τα Γιάννενα δεν είχαν ακόμα λευτερωθεί, για ν᾿ αρχίσουν οι πραμάτειες με το σαμαροσκούτι, που έσωσαν αργότερα τόσες φτωχές κοπέλες (διαφορετικό το σκουτάρι: η ασπίδα). Παρ.: «Το αίμα νερό δε γένεται, κι αν γίνει σκουτιά δεν πλένει.» | < μεσν. σκουτίον < αρχ. ελλ. σκύτος: αργασμένο τομάρι. Βλ. & χράμι το, λόζιος ο.

σκτίσιος -ια -ιο: σκουτίσιος, φτιαγμένος από ύφασμα σκουτί | < Βλ. & μιντέρι το, σκουτί το.

σκορποχέρης ο: αυτός που σκορπίζει, σπαταλά τα λεφτά, το βιός του, ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος, τρυποχέρης, σπάταλος, χουβαρδάς. Είναι οι πρώτοι γλεντζέδες και σκορποχέρηδες με τα οργανα στην απέναντι πλατεία. Οι… σκορποχέρηδες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καρκ.: Ο Γιάννης, εκτός που ήταν καυγατζής και σκορποχέρης, είχε μητέρα να θρέψη και μια αδερφή να υπαντρεύψη. Παρ.: «Σκορποχέρη, τρυποχέρη, μάζευε τα δάχτυλά σου.»

σκράπας ο: άχρηστος, βλάκας, ακατάρτιστος, ανόητος, που δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει δε σκαμπάζει κάτι, αχαμπάριστος, βραδύνους. Τα κορίτσια είναι «σκράπες» στα μαθηματικά ή γονείς και εκπαιδευτικοί ασκούν ακόμη εις βάρος τους μια πολιτική διακρίσεων και χαμηλών προσδοκιών; Τσιφ.: Τέτοιος ήτανε ο Μπάκινχαμ, τα κατάφερε με το βασιλιά, αλλά από πολιτική και οργάνωση ήτανε σκράπας. Πβ. Ανακυκλώνουμε μη σιδηρούχα μέταλλα όπως: Σκραπ χαλκός, Σκραπ Ορείχαλκος | < αγγλ. scrap: ελάχιστο ή άχρηστο κομματάκι -ας.

σκρόπιος -ια -ιο: σκόρπιος | < αρχ. ελλ. σκορπίζω· μσν. σκορπώ < σκορπ(ίζω).

σκρόφα η: γουρούνα· μτφ. το παραισθησιογόνο, τοξικό και επικίνδυνο ποώδες φυτό datura, γνωστό και ως διαβολόχορτο. Περιέχει αλκαλοειδή και χρησιμοποιείται στην ιατρική, η λήψη του προκαλεί δηλητηρίαση και μπορεί να αποβεί θανατηφόρα. Τα παιδιά έπαιζαν σκρόφες με τους πράσινους αγκαθωτούς καρπούς. Υποκορ. σκροφούλι το. «Τι τα ήθελες της σκρόφας τα τραγούδια;»: Η φράση παραπέμπει στο γνωστό μύθο του Αισώπου, όταν η γουρούνα (σκρόφα) ζήτησε από το λύκο να πει ένα τελευταίο τραγούδι, πριν την καταβροχθίσει. Ο λύκος δέχθηκε και την πάτησε, αφού ένας κυνηγός άκουσε και γλύτωσε το υποψήφιο θύμα. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το τραγούδι ήταν συνθηματικό και ο λύκος φαγώθηκε από το κοπάδι των γουρουνιών που κατέφτασε. Λέγεται για κάποιον που ενώ έχει φέρει σχεδόν σε πέρας μια δουλειά (την έχει «σίγουρη»), πράττει απερίσκεπτα, με καταστροφικά αποτελέσματα. Αινιγμ.: «Η σκρόφα μας, η λούγγρα μας, η λουγγροφαγωμένη, όλον τον κόσμον έφαγε κι ακόμα δε χορταίνει.» (μύλος, νερόμυλος) | < λατιν. scrofa.

σκρούμπος ο: σβόλος, στάχτη· καμένο μαλλί· το καμένο φαγητό. Σκρούμπος να σε γένει. Γκοτζ.: Χρέη μαμής έκαμε η βάβω, συνηθισμένη απ᾿ τις θυγατέρες της. Έδεσε τον οφαλό χρησιμοποιώντας και σκρούμπο, θαρρώ, δεν ξέρω γιατί. Βλ. & πουκρόβι το.

σκούντρημα το: σκούντηγμα, σπρώξιμο, κεφαλιά, κουτουλιά | < Βλ. & σκουντρώ.

σκουντρώ: σκουντώ, τσουγκρίζω, κουτουλώ, σπρώχνω (με το κεφάλι). Καζαντζ.: Κι ως σκουντρούμε τα ποτήρια μας, αχούν σπαθιά, τινάζουνται μίση κι έρωτες, μεθούμε, οράματα σφαγής ανεβαίνουνε στα μάτια μας | πιθ. σκουντώ < μσν. κουντώ ίσως < αρχ. κοντ(ός): πάσσαλος -ώ.

σκούφούνι το: χειροποίητη μάλλινη (γυναικεία) κάλτσα. Μαλ.: Οι γυναικείες κάλτσες ήταν άσπρες, μάλλινες χειροποίητες, τα λεγόμενα «σκουφούνια», με λουλούδια χρωματιστά. Οι μύτες των εγίνοντο κόκκινες με ολίγα λουλούδια. (Σέρβια Κοζάνης).

σκύβαλο το: ό,τι μένει ύστερα από το κοσκίνισμα του σταριού και άλλων δημητριακών. Παρ.: «Αν δε ριπίσεις σκύβαλα, δεν τις μαυλάς τις κότες.» | < ελνστ. σκύβαλον: βρομιά για πέταμα.

σκυλιάζω: οργίζομαι, θυμώνω πολύ, επίμονα, σαν σκυλί. Σκύλιασαν από το κακό τους. Παπαδ.: … μπαρμπα-Πούπης ελόγως σκύλιασε. γινε πρ κα μανία, βγαζεν φρούς. ν τ μανί του πείλει ν φονεύσ τν ατρόν, βγαλε κ᾿ να μικρόν, γυρτν ξυραφάν, κα τν πέδειξεν… ντούτοις δν θ το κανς ν τ κάμ. Πάλεψαν έτρεξαν, σκύλιασαν, αλλά στο δεύτερο ημίχρονο δεν είχαν τις ανάλογες δυνάμεις, δεν τους βγήκαν και τα σουτ και υπέκυψαν. Εφτ.: …παρά τις χιλιάδες μόδια σιτάρι που κατέβασε και τα πρόσφερνε σε μέτρια τιμή, τ᾿ αφήκε και πουληθήκανε σε κεφαλαιούχους που το μεταπουλούσανε στους φτωχούς με τιμές φοβερές. Αυτά κι άλλα τέτοια τους σκύλιασαν τους κατοίκους της Αντιόχειας. Άλλο δεν άκουγες στους δρόμους παρά βρισίδι και περιπαιχτικά τραγούδια. Ως και τα γένεια του τα κορόιδευαν.

σκύλινος -η-ο & σκυλένιος -ια -ο: σκυλίσιος. Παρ.: «Καλό τυρί σε σκύλινο τομάρι.»

σκυλολόι το: υβριστικός, προσβλητικός χαρακτηρισμός για ομάδα ανθρώπων που θεωρούνται ανήθικοι, ανέντιμοι ή διεφθαρμένοι. Το «σκυλολόι» των πληρωμένων δημοσιογράφων. Πβ. Παπαδ.: Γιομώνουν στεριά και θάλασσα κι αγέρας από φυτολόι, ζωολόι, ανθρωπολόι και πνέματα, το αρχέγονο ζευγάρι μέσα στο κάθε ζωντανό.

σκλιές οι & σκυλιές οι: η μυρωδιά, η οσμή του σκύλου μτφ. η άσχημη μυρωδιά, δυσωδία. Παρ.: «Σκύλο πλύνεις, σκύλο λούσεις, πάλι σκυλιές θα μυρίζει.» | < σκύλος < ελνστ. ή μσν. σκύλος < αρχ. θ. σκυλ- (Πβ. σκύλαξ, σκυλάκιον: κουτάβι) -ος.

σκυλομάλλια τα: τα μαλλιά γύρω από το σβέρκο.

σκφούνι το: κάλτσα μάλλινη, πλεχτή, με στολίδια |σκούφια < παλ. ιταλ. scuffia ή βενέτ. scufia (Πβ. μσν. σκουφία).

σκώτι το: συκώτι. Πάλλ.: …και τ᾿ όπλο του τον Απισά κάτου χτυπά απ᾿ τη σκέπη / στο σκώτι, και τον προβοδάει, ένα άντρα πολεμάρχο, / που πέρα απ᾿ τη χοντρόσβωλη την Παιονιά ᾿χε φτάσει. Πβ. Καρκ.: Aλλά οι δίκες, έγραφε τώρα ο δικηγόρος, δεν είνε κρασί να το τελειώση κανείς σε μια ημέρα· ούτε πουλόσκωτο να το φάγει με μια χαψιά | < μσν. συκώτι < συκώτιον υποκορ. του συκωτόν ουσιαστικοπ. ουδ. επιθ. < φρ. ήπαρ συκωτόν: συκώτι ζώου θρεμμένου με σύκα < συκωτός: θρεμμένος με σύκα < σύκ(ον) -ωτός.

σλούπας ο & σουλούπι το: το παρδαλό περιστέρια. Είχε σλούπες και σαξάνια (άσπρα).

σλούπι το & σουλούπι το: η γενική εξωτερική όψη, εμφάνιση, τα γενικά χαρακτηριστικά και κυρίως το σχήμα του προσώπου ή και του σώματος· το πρόσωπο, η φάτσα | < σουλούπι < τουρκ. üslûp: συμπεριφορά, στιλ.

Σλουπώνω & σουλουπώνω: φτιάχνω καλό, ωραίο σουλούπι, συμμορφώνω εξωτερικά, καλλωπίζω | < Βλ. & σλούπι το.

σμιγατάρης ο & σμίχτης ο: αυτός που σμίγει το κοπάδι του. Παλαιότερα τα καλύβια αυτά γινόταν μονάχα στις μεγάλες στάνες από πλούσιους τσελιγκάδες και σμίχτες. Παπαευαγγ.: Ήταν τα Γιωργιού που οι σμιγαταραίοι ενώνουν τα γαλάρια τους και κάνουν γαλομέτρο | < σμίγω < αρχ. ελλ. μίσγω.

σμάρι το: σμήνος, ομάδα μελισσών, άλλων εντόμων, πουλιών. Σμάρια μέλισσες από τον κόσμο όλο πέσανε απάνω μας και μας τσιμπολογούσαν λυσσασμένες που μάτωσε όλο το τομάρι μας! Καββ.: …σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα / και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά. Κ. Καραστάθ.: …οπότε και τα παιδιά ξεσέρνανε σμάρι ξοπίσω του, τα περισσότερα για να χαρούν οπτικά μονάχα το πολύτιμο φορτίο, αφού δεν μπορούσαν αλλιώτικα | < μσν. σμάρι < εσμάριον υποκορ. του αρχ. ελλ. ἑσμός.

σμήνος το: ομάδα μελισσών, άλλων εντόμων, πουλιών, ιπτάμενος αντικειμένων, σμάρι. Με την ανατολή του ήλιου άρχιζε η εναέρια κίνηση. Σμήνη πουλιών, τα λεγόμενα μπουλούκια, γεμάτα ζωή, πετούσανε -μ᾿ έναν αρχηγό μπροστά- οπότε έπεφταν στο δεντράκι-παγίδα! Παπαγ.: Το τραγούδι πήρε την κατηφόρα, παρότι οι νέοι τραγουδιστές λανσάρονται κατά σμήνη | < Βλ. & σμάρι το.

σμιθιρός ο: συμπέθερος. Το «σμιθιριό»: η συμπεθεριά.

σμπαραλιάζω: σπάζω, καταστρέφω, κάνω κάτι θρύψαλλα, προκαλώ μεγάλη φθορά, σαραβαλιάζω. Σμπαράλιασε τους κουλοχέρηδες με τσεκούρι! «Ξαναμμένος» ελέφαντας σμπαράλιασε δύο αυτοκίνητα. Βλ. & σμπαράλι το.

σμπαράλι το: σπασμένο κομμάτι, θρύψαλλο, συντρίμι. Σμπαράλια έγιναν μια Lamborghini και μια Ferrari σε σήραγγα της Κίνας. Πόσο ν᾿ αντέξεις; Γίναν τα νεύρα σμπαράλια | < παλ. ιταλ. θηλ. sbaraglia: σκόρπισμα.

σμπόκι το: το ξύλινο στέλεχος του καλαμποκιού.

σμπουρνώ / ζμπουρνώ / σμπουρίζω: συγκρούομαι, χτυπώ με το κεφάλι, μετωπικά, με τα κέρατα αν πρόκειται για κερασφόρα ζώα. Παθήτ. Σμπουρνιέμαι. Παρ.: «Κέρατα με κέρατα δεν σμπουρνιούνται.» | < σερβ. ajbor (;). Βλ. & ασμπούριστος ο.

σνάζω & σνάζομαι: τινάξω, κουνώ. Νέοι του χωριού σχηματίζουν ομάδες, όπως ο Αλής με την Μπούλα ζωσμένοι κουδούνια και κυπριά, που τα «σνάζουν και τα κρούουν» και μέχρι τ᾿ απόγευμα, γυρίζουν όλα τα σπίτια του χωριού, χορεύοντας και τραγουδώντας.

σνομπάρω: συμπεριφέρομαι ως σνομπ, περιφρονώ, κοιτάζω αφ᾿ υψηλού, δε δίνω σημασία. Τα παιδιά, τα παιδιά, / τα φιλαράκια τα καλά / τα σνομπάρεις κι ούτε δίνεις / σημασία πια καμιά.

σνομπαρία η: ο σνομπ, για πρόσωπο που από ματαιοδοξία θαυμάζει και υιοθετεί τις απόψεις και τη συμπεριφορά ατόμων των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, περιφρονώντας συγχρόνως όποιον ή ό,τι δεν προέρχεται από αυτούς, καθώς και για την αντίστοιχη συμπεριφορά (Τριαντ.) | < αγγλ. snob.

σινάφι το / ισνάφι το & σνάφι το: το σινάφι, η συντεχνία, άτομα που ανήκουν στην ίδια κοινωνική ομάδα, το σόι, η γενιά. Σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας υπήρχαν ως τα τελευταία χρόνια συντεχνίες, δηλαδή κλειστές επαγγελματικές ομάδες, που λέγονταν εσνάφια ή ισνάφια ή σινάφια· τέτοιες ήταν: των χαλκωματάδων, ασημουργών, γουναράδων, βυρσοδεψών (ταμπάκηδων ή ταμπάκων) κ.ά. Το επόμενο έτος κανόνισε τα λεγόμενα ισνάφια, πλην των αρτοποιών και των υφαντών. Χατζ.: Κανένας δεν έφυγε απ᾿ το επάγγελμα και κανένας ξένος δεν έμπαινε —η παράδοση του σιναφιού, που ᾿ταν κι από τα παλιότερα της πόλης, λεν οι αρμόδιοι, δεν είχε αλλάξει ακόμα | < τουρκ. esnaf, πληθ. sinif (από τα αραβ.).

σοβάς ο: αμμοκονίαμα για την επίχριση των τοίχων ή άλλων επιφανειών· μτφ. η υπερβολική πούδρα, κρέμα σε πρόσωπο. Έπεσαν οι σοβάδες του σπιτιού | < τουρκ. sova (& suva) -ς.

σοβατζής ο: αυτός που σοβατίζει, τεχνίτης που φτιάχνει σοβάδες. Λειβ.: Ένας γέρος μισοκοιμάται / ένας σοβατζής με τη φόρμα του χιονισμένη απ᾿ ασβέστη. Παπαδ.: τον μάστορης κ᾿ παιρνε σπίτια, κουτουράδα μεροκάματο, ν τ ξανασύρ· κατεσκεύαζε πόρτες, παράθυρα, περνοσε τζάμια, σουβάντιζε κα χρωμάτιζε. Βλ. & σοβάς ο.

σοδειάζω: μαζεύω τη σοδειά. Γκοτζ.: Όσοι έχουν χέρια και μυαλό για προκοπή, δουλεύουν τον καλόκαιρο και το χινόπωρο σοδιάζουν. Βλ. & πυρομάχος ο.

σόζα η: σάλτσα για ζυμαρικά ή κρέας σε σκόνη. Η λέξη εισήχθη στη νεοελληνική από Έλληνες μετανάστες στις χώρες της Ευρώπης, κυρίως στην Ελβετία και τη Γερμανία | < γερμ. sauce: η σάλτσα.

σόγιασμα το & σόιασμα το: η συγγένεια | < Βλ. & σόι το.

σοδειάζω & σοδεύω: μαζεύω τη σοδειά, συγκεντρώνω πράγματα ή χρήματα, εξοικονομώ. Παρ.: «Όποιος εξόδευεν εκατόν κι εσόδευε σαράντα / ποτέ δεν του περίσσεψαν να βάλει και στην μπάντα, / διαβόλοι τον τραβούσανε και δεν ήγερε γιάντα.»

σόι & σόγι: σύνολο ανθρώπων με συγγενικούς δεσμούς αίματος ή αγχιστείας· οι συγγενείς, γενιά, ράτσα, ποικιλία, είδος. Παρ.: «Όσο σε τιμούν τα ρούχα δε σε τιμά το σόι σου.» Κολ.: …ήτον γίγαντας, νέος, μαύρα μαλλιά, σόι άνθρωπος άσπρος, 37, 38 χρονών | < τουρκ. soy: το γένος.

σοϊάζω: σογιάζω, έχω σόι, συγγένεια με κάποιον, αναγνωρίζω, σέβομαι τα σόγια, τους συγγενείς | < Βλ. & σόι το.

σοϊλής ο: άνθρωπος από μεγάλο, σημαντικό σόι. Παπαδ.: …δεν ξέρω αν οι σοϊλήδες, αυτοί που κάνουν τον άρχοντα, στρέγουν να τους κουμαντάρουν οι γυναίκες τους· μα ημείς οι βοσκοί δεν το καταδεχόμαστε με κανέναν τρόπο! ς εναι, μαθές, χει δίκιο Τσονος, επεν γριά. Κα σύ, βράμη, δίκιο χεις. σ σοϊλής, κι ατς ξεσόϊαστος, κ᾿ ο δυ εσθε μπομπ το χωριο, πο περιγελ τος διαβάτες.

σολδί το: σολδίο, ο σόλιδος, χρυσό βυζαντινό νόμισμα του 6ου μ.Χ. αι.· είχε βάρος 4.48 γρ., καθαρότητα 24 καράτια και ισοδυναμούσε με 24 αργυρές siliquae ή 1/72 της Ρωμαϊκής λίτρας ή 24 κεράτια ή 6000 λεπτά. Το κεράτιο και το λεπτό ήταν μονάδες υπολογισμού. Πολλαπλάσια του σόλιδου κυκλοφόρησαν μόνο μερικές αναμνηστικές κοπές. Υποδιαιρέσεις του σόλιδου ήταν το σημίσιο (semissis, ένα δεύτερο) και τρημίσιο (tremissis, ένα τρίτο). Κόπηκαν και ελαφροί σόλιδοι από Ιουστινιανό μέχρι τον Κων/νο Δ΄ με ένδειξη σε siliquae. Παρ.: «Οι υστερνοί μετανιωμοί πενήντα πάνε στο σολδί.» | < solidus: σταθερός.

σολάρω: παίζω σόλο, αυτοσχεδιάζω. Τα μέλη της ομάδας είναι ελεύθερα ν᾿ αυτοσχεδιάζουν, γι᾿ αυτό και κάθε έκθεση είναι σαν μια συναυλία. Δεν ξέρουμε ποιός θα «σολάρει» περισσότερο, ποιός θα πάρει περισσότερο χώρο, τι έργα θα βάλει και πώς… Όπως και στις μπάντες. Άλλοτε σολάρει ο ντραμίστας και άλλοτε ο μπασίστας. Σολάρουν στο Twitter οι χρήστες για τη συνέντευξη του υπουργού | < Βλ. & σόλο το.

σόλο το: μουσικό κομμάτι, σύνθεση ή μέρος σύνθεσης που εκτελείται από ένα άτομο μόνο· ο μόνος. Σόλο μπουζούκι. Το σόλο ντεμπούτο του Will Butler. Ο Billy Gibbons σχημάτισε του θρυλικούς ZZ Top το μακρινό 1969, αλλά τώρα αποφάσισε πως θέλει να κάνει κι έναν σόλο δίσκο! Τσιφ.: Μαζί με τον ήλιο, το σόλο του πετροκότσυφα τον γέμισε τρυφερότητα | < ιταλ. Solo.

σον το: η τελευταία χαρτωσιά, μπάζα, φυλλωσιά σε παιχνίδια της τράπουλας (βίδα, μπουρλότο κ.α.) | πιθ. < αρχ. ελλ. σον, κτητ. αντων.: δικό σου.

σούγλα η & σουγλί το: σούβλα, μικρή σούβλα. Δημ.: Πηδάνε, παίζουν και γλεντάν και ρίχνουν στο σημάδι, / γυρίζουν και στη σούγλα τους τα παχουλά τα κριάρια, / ποκεί οι Τούρκοι δεν πατάν, φοβούνται τα κλεφτόπλα. Πβ. Παρ.: «Χιόνι στο σουβλί κι αέρα στο πηρούνι.» | < μσν. σούβλα < λατ. subula. Βλ. & σχίζα η.

σουγλερός -η -ο: σουβλερός. Πάλλ.: Μα σαν ξεράθηκε η πληγή και τούπαψε το αίμας / κι άρχισαν πόνοι σουγλεροί ναν του μασούν τα σπλάχνα | < Βλ. & σούγλα η.

σουγλιά η: η σουβλιά, μτφ. ο έντονος πόνος μικρής διάρκειας. ΦΡ. Με ρίχνει σουγλιές.

σουγλίζω: σουβλίζω· σουγλιά η: σουβλιά, οξύς, δυνατός πόνος· με ρίχνει σουγλιές. Πάλλ.: Αυτόνε ο Αίας σούγλισε στου ζουναριού τα μέρη· / και κάτου κάτου στην κοιλιά του μπήκε το κοντάρι. Δημ.: …πόχουν αρνιά και ψένουνε, κριάρια σουγλισμένα, / όπ᾿ έχουν και γλυκό κρασί από το μοναστήρι, / κ᾿ έχουν την Γκόλφω ᾿ς το πλευρό και τους κερνάει και πίνουν | < μσν. σουβλίζω < σούβλ(α) -ίζω < μσν. σούβλα < λατ. subula.

σουγλιμάδα η: κρέας ψημένο σε μικρή σούβλα, είδος κεμπάπ. Παπαευαγγ.: Η σουγλιμάδα, η μαρκάτη, του τυρί, του κρασί για τσ᾿ τρανοί κι του λιβαδίσιου ταζέθκου νιρό για τα κούτσκα καρτιρούσαν. – Η Γκουντίνινα ανακάτουνι του ριζόγαλου κι η παππούς γύρζι τ΄ σουγλιμάδα.

σουγκριάζω & ζουγκριάζω: κάνω κόμπους· σουγκριάζομαι: μπερδεύομαι.

σούδα η: το χαντάκι, μικρό ρέμα, μικρή χαράδρα, η κοίτη μικρού χειμάρρου. Γέμισαν οι σούδες νερά | < λατιν. suda: το χαράκωμα.

σούζουμος -η -ο: μαζί με το ζουμί του· ωμός, νωπός. Παρ.: «Κάλλια κρέας σούζουμο, παρά ψάρι ψημένο.»

σουκόρφι το: εσωκόρφι, εσωτερική ή και εξωτερική τσέπη στο ύψος του στήθους. Τα τσιγάρα στο σουκόρφι | < έσω + κόρφος < ελνστ. κόλφος < αρχ. κόλπος.

σούκος ο: βρωμιά, λέρα. Επίσης είναι σκουρόχρωμο υγρό που το έπαιρναν ξεπλένοντας το μαλλί των προβάτων. Περιείχε λίπος και χρησιμοποιούνταν ως απορρυπαντικό για κατασάρια και μάλλινα.

σουλατσάρω: κάνω σουλάτσο, κόβω βόλτες, γύρες, περιφέρομαι για διασκέδαση. Κι εκεί που σουλατσάρεις σε κεντρικό βιβλιοπωλείο της πόλης συναντάς μια γνώριμη, χαρακτηριστική φυσιογνωμία. «Η πονηρή αλεπουδίτσα» σουλατσάρει στη Λυρική. Ποντίκι «σουλατσάρει» στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. «Το hip hop της Μεσογείου σουλατσάρει στα στενά της Μασσαλίας ακροπατώντας πάνω σε ρυθμούς απ᾿ το Μαγκρέμπ. Λειβ.: …φυσάει στις καμινάδες στις στέγες κάτω απ᾿ τις γέφυρες / φυσάει μες απ᾿ τ᾿ αχαμνά σκέλια των κατάδικων / που σουλατσάρουν στα προαύλια των φυλακών. Βλ. & κόφτει.

σουλάτσο το: βόλτα, άσκοπο περπάτημα, σεργιάνι, η γύρα, αργοπορία. «Σουλάτσο» της τουρκικής κορβέτας στο Αιγαίο. Σουλάτσο, Εναλλακτικό Καφέ στη Βόρεια Παραλία. Παπαδ.: ν ες ατν νετίθετο ν συντάξ τν κανονισμν τς βδομάδος, θ ριζε τν Κυριακν δι σχόλην, τν Δευτέραν δι χουζούρι, τν Τρίτην δι σουλάτσο, τν Τετάρτην, Πέμπτην κα Παρασκευν δι ργασίαν, κα τ Σάββατον δι ξεκούρασμα. Γκιών.: Θα ᾿ρθεις και θα βάλεις το κεφάλι κάτω να κάνεις λεφτά. Βιβλία, κινηματογράφο, φίλους, σουλάτσα ξέχασέ τα…» | < ιταλ. sollazzo διασκέδαση.

σουλ(ου)ντούμι το: σπάνιο είδος βελανιδιάς με μικρότερα φύλλα και καρπούς. Λίγα δέντρα σώζονται αυτοφυή στην τοποθεσία Παλιοχώρι, Ναβρικά, στο Λιβαδερό Κοζάνης.

Σούλης ο: Θεοδόσιος.

σουλότα η: η ψιλή, σιγανή, γλυκειά βροχή. Μας έπιασε σουλότα στο δρόμο.

σουλοτόχιονο το: το νερουλό, ψιλό χιόνι, το χιονόνερο.

σουλταρής ο: ρέμπελος, ανεπρόκοπος, που γυρίζει, σουλατσάρει, γκιζιράει εδώ κι εκεί, σουρτούκης (Κοζάνη).

σούμα η: άθροισμα λογαριασμού, λογαριασμός, πρόσθεση. Κάνε τη σούμα να πληρώσουμε. Μακρ.: τοιμάζονταν τ καράβια ν προφτάσουνε τν Σάμον, κα ταν κόσμος λος κάτου ες τν γιαλό, ες τ παζάρι, ν ψωνίσουνε, κε ρριξε νας Νυδραος κα σκοτώνει ναν Στεργιανόν, ρίχνει νας λλος Στεργιανός, σκότωσε τν ατιον, σούμα σκοτώνονται ξι | < μσν. σούμμα < λατ. summa & μέσω του βενέτ. suma. Βλ. & ούλος ο.

σουμαλνώ: κάνω θόρυβο, γραβαλνώ.

σουμάρω: λογαριάζω, αθροίζω, προσθέτω διάφορα επί μέρους ποσά και εξάγω το τελικό άθροισμα | < σούμ(α) -άρω ή βενέτ. sumar -ω. Βλ. & σούμα η.

σουμιές ο & το σομιέ: τελάρο με πλέγμα για το κρεβάτι, σούστα· στρώμα μαζί με ελατήρια. Έτριζαν οι σουμιέδες όλη νύχτα· δεν ησύχαζε. Ο νέος καλείται να κάνει την αράχνη. Τον ιστό πλέκουν η σκληραγωγία και η αντοχή. Πέφτει κάτω από το κρεβάτι. Πιάνει με τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών του το συρμάτινο πλέγμα του κρεβατιού (σομιέ). Τσιφ.: Το δικό μου σωμιέ δεν μπορεί να ᾿ναι πια λευκό. Το μόνο που του μένει να κάνει είναι να κοκκινίσει από ντροπή | < γαλλ. sommier.

σούμπασης ο: υπεύθυνος για την είσπραξη φόρων στην οθωμανική αυτοκρατορία, φοροεισπράκτορας, υπενοικιαστής φόρων. Παρ.: «Ο καλός ο σούμπασης τα δυό βόδια κι ο κακός το ένα.» Επώνυμ.: Σούμπασης.

σουμπέτι το: μελωδία σε ρυθμό ελεύθερο. Με τον όρο σουμπέτι αναφέρονται οι μελωδιές σε ελεύθερο ρυθμό, οι οποίες τραγουδιούνται είτε φωνητικά, ως πολύστιχα τραγούδια, είτε οργανικά. Δημ.: Μέσα σε τούτο τον σοφρά, σε τούτο το σουμπέτι / τρεις μαυρομάτες μας κερνούν και τρεις καλές κοπέλες / Η μια κερνά με το γυαλί, η άλλη με την κούπα / κι η τρίτη η μικρότερη με μαστραπά ασημένιο.

σουμπιές ο: η ανησυχία, η έγνοια. Παπαδ.: Σακελλάριος τν κοίταξε μελαγχολικς μειδιν. Άιντε τώρα, να μην βάνουν σιουμπιέ (ανησυχούν) απ᾿ το σπίτι σου. Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς.

σούμπιτος -η -ο: όλος, ολόκληρος, με μιάς, όλος μαζί και ακαριαία, σε μια στιγμή, μονομιάς· ως επίρρ. σούμπιτο: εντελώς, αμέσως, γρήγορα, βιαστικά. Αύριο πρωί πρωί… σούμπιτη στα P. Παίρνεις ενα συγκεκριμένο σοκολατένιο αυγό …και μπαίνεις σε κλήρωση να κερδίσεις έναν δίσκο του Κ. Σούμπιτοι φύγαμε μετά τη δουλειά για την ταβέρνα. Είναι δυνατόν, ενώ έχετε στα χέρια σας όλα τα στοιχεία που τον στέλνουν σούμπιτο στη φυλακή, να του επιτρέπετε να περιφέρεται ειρωνευόμενος; Αν δεν κάνει σύντομα κάποιες σοβαρές κινήσεις ο Δήμαρχος, θα πάνε όλοι σούμπιτοι στον πάτο. Να αποσυρθεί σούμπιτο ο κοινός οργανισμός του νοσοκομείου. Χωρίς μηχανισμό, σούμπιτο στο ΔΝΤ | < ιταλ. subito: αμέσως -ς.

σουνέτι το: η περιτομή, η αφαίρεση, με κυκλική τομή, του άκρου της πόσθης που καλύπτει τη βάλανο του πέους, για θρησκευτικούς λόγους (στους Εβραίους, στους μουσουλμάνους, αλλά και σε άλλους λαούς.)· κλειτοριδεκτομή. «Μουσουλμάνος χωρίς σουνέτι δεν γίνεται, όμως μόνο σε μας γίνονται τέτοιες τελετές» λέει ο Κεμάλ Ο. Το 1562 έγινε για πρώτη φορά σουνέτι. Τότε το γλέντι διαρκούσε 40 ολόκληρες μέρες. Κολ.: νας νεψις το λ Φαρμάκη, ταν ταν κλεισμένοι ες τν πύργο το θείου του, λεγε πρς τν Κολ.η: «Κρίμας πο δν εσαι Τορκος, μέγας φέντης θ γίνουσουν.» – «ν γίνω Τορκος, θ μ σουνετεύσουν;.» – «Βέβαια!..» – «μς, ταν μς βαπτίζουν, μς κόβουν π τ μαλλι τς κεφαλς μας τρίχες κα τς βάζουν ες τ εκόνισμα το Χριστο. ν γίνω Τορκος, ες τν λλον κόσμον θ μ τραβον Χριστς π τ μαλλι κα Μωάμεθ π τν.. π…α κα δν θέλω ν βάλω ες παρόμοια διαφορ δύο τέτοιους προφητάδες». Αναφέρεται ότι κάθε χρόνο τρία εκατομμύρια μικρά κορίτσια από μουσουλμανικές οικογένειες υφίστανται το βάρβαρο ισλαμικό έθιμο του σουνέτι, δηλαδή της κλειτοριδεκτομής | < τουρκ. sünnet (από τα αραβ.).

σουντώ: ορμώ με δύναμη και αποφασιστικότητα, εφορμώ. Αορ. σούντσα. ΦΡ. Σουντώ τα σκυλιά: τα διατάζω, τα παρακινώ να ορμήξουν. Οι στρατιώτες σούντσαν στο πλιάτσικο και δεν άφηκαν τα δυό αντάμα, σαν το λύκο μες την αντάρα.

σουπούλι το: βούλωμα σωληνάκι σε φτσέλα, τάπα, πώμα, γενικά το μικρό σωληνάκι που προσαρμόζεται στο στόμιο ενός δοχείου για να ελέγχεται η ροή του νερού. Ξύλινο σουπούλι.

σούρα η: καθεμία από τις ακανόνιστη πτυχή που σχηματίζει ένα κομμάτι ύφασμα (ένδυμα κτλ.), όταν το έχουν μαζέψει κατά τη μία διάστασή του, πτυχή, πιέτα· το μεθύσι, κατάσταση υπερβολικής μέθης από κατανάλωση οινοπνευματώδους ποτού. Οι σούρες της κουρτίνας. Φόρεμα με σούρες στη μέση. Τσιφ.: Κάθησε, λοιπόν, σ᾿ ένα καπηλειό το βράδυ, τάπιε και πάνω στη σούρα του άνοιξε τη γλώσσα του: – Τον αφέντη Θεόδωρο εγώ θα τον φάω. Βαμβ.: Μισές τραβάει, ποτήρια σπάει / σκίζεται για μια μελαχρινή / μα στη σούρα του ζητάει / και καμιά ξανθή | < μσν. σούρα. / σουρ(ώνω) ή από ανατολ. γλ. (Πβ. σανσκρ. Surā: κρασί). Βλ. & σακοράφα η.

σούργελο το: γελοίος, ρεζίλης, άξιος χλευασμού, ρεντίκολο, περίγελος. Πού πάνε έτσι τα σούργελα; Τα περιφερόμενα σούργελα! Δεν θέλουμε σούργελα στο κόμμα! | πιθ. < σούρνω + γελώ + -ο.

σουρώνω: συμπτύσσομαι, μαζεύω, κατά τη μία διάσταση, έτσι ώστε να σχηματίζω ακανόνιστες πτυχές· [< μσν. σούρα < σουρ(ώνω)]· κάνω σούρες ή σούρα· κάνω το υγρό υλικό, που περιέχεται σε ένα μείγμα ή σώμα, να περάσει από σουρωτήρι για να διαχωριστεί από ουσίες ή υλικά που είναι σε στερεά μορφή· μεθώ πολύ (πίνοντας οινοπνευματώδες ποτό)· γίνομαι σούρα (στο μεθύσι). (Τριαντ.)· γεμίζω πλήρως, μέχρι τα χείλη του ποτηριού, του δοχείου. Σουρώνετε σωστά τα μακαρόνια; Αφήστε τα να βράσουν για 20 λεπτά. Τα σουρώνετε και προσθέτετε ζάχαρη ή μέλι. «Σούρωσαν» με τη νίκη! Σούρωσαν και έπιασαν τα μαχαίρια! «Σούρωσε» και έπεσε από το μπαλκόνι. Μία προσκεκλημένη του γάμου σούρωσε για τα καλά. Σούρωσε τα ποτήρια κρασί. Ελύτ.: Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής. Μια σουρωμένη καταιγίδα χιμάει μες στο νεανικό στήθος που σπαταλάει την ανεξήγητη φεγγοβολή του | Βλ. & σούρα η.

σουραύλι το: η φλογέρα, ποιμενικό πνευστό μουσικό όργανο από καλάμι ή αναλόγου σχήματος μακρύ κούφιο κύλινδρο με επιστόμιο συνήθ. λοξά κομμένο. Παπαδ.: -Έτσι όλο τραγουδείς!;. Δε σ᾿ άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!.. Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!.. Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή· – …νεαρς βοσκός, πιστρέφων μ τ μικρν κοπάδι του π τος γρούς, καί, χωρς ν᾿ ναλογισθ τ πένθιμον το τόπου, εχε βγάλει τ σουραύλι π τ μαρσίπιόν του, κα ρχισε ν μέλπ φαιδρν ποιμενικν σμα. Γκάτσ.: δια παντο θά ναι ζω μ τ σουραύλι τν φιδιν στ χώρα τν φαντασμάτων / Μ τ τραγούδι τν ληστν στ δάση τν ρωμάτων | < μσν. σουραύλιον ίσως < συμφυρ. αρχ. σῦρ(ιγξ): φλογέρα + αυλ(ός) -ιον. Βλ. & βοσκαρούδι το, τζιράδι το.

σούρβα τα: τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. Μαλ.: Το ίδιον επαναλαμβάνετο οκτώ ημέρες μετά τα «Κόλιαντα», κατά τα λεγόμενα «Σούρβα», ότε παιδιά κατά την παραμονην του Νέου Έτους χτυπούσαν και πάλιν τις πόρτες των σπιτιών, αγγέλοντα την έλευσιν του Νέου Έτους, με τις κραυγές «Σούρβα, Σούρβα, Σούρβα κ᾿ Αϊβασίλης και χαρά μεγάλη. Χρόνους πολλούς.» Κατά τον ίδιο τρόπο, οι νοικοκυρές μοίραζαν τα δώρα στα παιδιά. Σύμφωνα με το Φυτολογικό Λεξικό του Γεννάδιου, σούρβα, ούρβα ή αυγαριές λέγονται οι καρποί της Σουμπριάς, Σουρβιάς, Σκαρούπας, Σκαρουχιάς, Ούβας, Τροκκίας, Αγριοκυδωνιάς ή Αγριομηλιάς· πρόκειται για είδος που έχει στενή συγγένεια με την απιδιά· οι καρποί του τρώγονται υπερώριμοι και πιθανόν παλαιότερα δίνονταν ως φιλοδώρημα, κέρασμα σε παιδιά που τραγουδούσαν τα κάλαντα.

σουρβάλα η: η άφθονη και συνεχής ροή υγρού. Ως επίρρ. στη ΦΡ. Το αίμα έτρεχε σουρβάλα: χωρίς σταματημό, ακατάσχετα | < σλαβ. suvala: έλος.

σουρβαλνώ & σουρβαλίζω: ρέω άφθονα, έχω διαρροή, αναβλύζω.

σουργούνι το: εξορία, εκτόπιση, διώξιμο, ρεζίλεμα, διαπόμπευση, κράξιμο. Γκοτζ.: –Θέλεις και βρετίκια, ε; Θα βγω στο χωριό να σε κάμω σουργούνι, κλέφταρε, θεομπαίχτη, τον μάλωσε με όλο της το δίκιο η βάβω. Περρ.: Κι οι Χάιτες τον τριγύριζαν με το σπαθί στο χέρι, / για τούτο τον εσούγγρισα, τον έκαμα σιουργούνι, / τ᾿ οι Χάιτες τον Χακή πασά τον έκαμαν ζαμπούνη. Μακρ.: Κα το παράγγειλε ν πάγη ες τ ρος Λιονταρίδης, πο ταν κι᾿ Πατριάρχης κε σιργούνι, ν᾿ νταμωθον. Βλ. & σουργουνίζω.

σουργουνίζω: ενοχλώ επίμονα για ένα θέμα, ζητάω φορτικά κάτι από κάποιον, διώχνω, εξορίζω. Ουσ. σουργούνι: λεγόταν κατά το μεσαίωνα η εξορία, το ξεσπίτωμα ολόκληρων οικογενειών, συνήθως λόγω πολέμων. Οι διωγμένοι περιπλανώμενοι ονομαζόταν σεργούνιδες. Συχνά ξενιτεύονταν ολόκληρος ο πληθυσμός ενός χωριού. Ο Ηπίτ. αναφέρει σεργούνα η: γυνή δύστροπος ή ανήθικος, αρσ. σεργούνος < τουρκ. surgun < σουργούνι: η εξορία.

σουρδαμάρα η: ιδιότητα, χαρακτηριστικό του σούρδου, του παλιού Κοζανίτη, παλαβομάρα, τρέλα, ασυλλογισιά, χαζαμάρα. Βλ. & σούρδος ο.

σούρδος o & σιούρδος ο: σκωπτικά ο ντόπιος Κοζανίτης, ο κάτοικος της Κοζάνης· κουφός, αυτός που κάνει πως δεν ακούει, ακούει αυτά που θέλει. Χρησιμοποιείται και ως επίθετο με την γενική σημασία του χαζός, τρελός, παλαβός κτο. Μτφ. συνθ. σουρδοντάμαρο το | < πιθ. λατ. surdus: κουφός, αυτός που δεν ακούει ή κάνει πως δεν ακούει. Η ικανότητα των εμπόρων της Κοζάνης ήταν παροιμιώδης.

σουρδίζω / σιουρδίζω & σουρντίζω: συμπεριφέρομαι σαν σούρδος, είμαι αφηρημένος, αφαιρούμαι. Σιδ.: …κάθε τόσο μου λες πως αστουχώ και σουρντεύω. Βλ. & σούρδος ο, αστοχώ.

σουρίζω & σιουρίζω: παίζω φλογέρα, σουραύλι, σφυρίζω με το στόμα, φωνάζω, δημιουργώ, προκαλώ έντονο και οξύ ήχο, σφύριγμα. Δημ.: Να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγκους, / να βρω λημέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνων, / και να σουρίξω κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους. Γκοτζ.: -Τι πουλιά είν’ αυτά, βάβω; τη ρωτούσα ζωηρά. -Τσώπα, παιδί μου, τσώπα! Είναι καψιούρηδες. -Και γιατί λαλούν τέτοια ώρα; -Δε λαλούν· σιουράν, πανάθεμά τους. Καζαντζ.: Γέλασε πάλι ο Λουκάς, έκλεισε το μάτι στους συντρόφους· στράφηκε στον καπετάνιο: -Εδώ σε θέλω, κάβουρα… σούριξε, μα δεν πρόλαβε να τελειώσει. Παρ.: «Εσύ φιλείς και λειτουργάς, κι εγώ να μη σιουρίζω.» | < αρχ. ελλ. συρίζω.

σούριγμα το: ο ήχος, το παίξιμο φλογέρας, αυλού. Όρθιος μέσα στην κάπα του κάτω από την βροχή συνταιριάζει το σούριγμα της φλογέρας με τον ρυθμό της βροχής.

σούρλος ο & σούρλα η: μύτη, μουσούδα, ρύγχος, μουτσούνα, μούρη. Έχει το σούρλο σιαπέρα. Παρ.: «Όλα τα γουρούνια τον ίδιο σούρλο έχουν.» | < πιθ. σλαβ. сурла.

σουρλωτός -η -ο: που έχει τη μορφή σούρλου, ρύγχους, μουσούδας, μυτερός, οξυκέφαλος. σουρλουλού η: ελαφρόμυαλη, τρελιάρα, γλωσσού. Πβ. Αίν.: «Η θειά μου η τουρλουλού στέκεται στη μέση του περιβολιού και σει τα φουστανάκια τση και πέφτουν τα κονιδάκια τση.» (σοφράς, χαμηλό τραπέζι – Κύθηρα). Παπαδ.: Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ᾿ όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα. -Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκουρού ! … η χαρχαλού, η πετειναρού !.. η μουρλουλού, η ζουρλουλού !.. Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ού.»

σουρλωτός -η -ο: επιθ. μακρόστενος.

σουρντίνα η: μικρό εξάρτημα που προσαρμόζεται σε πνευστά ή έγχορδα μουσικά όργανα για να «πνίγει» τον ήχο και να μεταβάλλει τον τόνο του. Κατασκευασμένη από υψηλής ποιότητας αλουμινίο. Οι σουρντίνες έχουν σχεδιαστεί και δοκιμαστεί για να ανταποκρίνονται ομοιόμορφα σε όλη την έκταση του οργάνου. Όπως και στα άλλα χάλκινα πνευστά, έτσι και στην τρομπέτα χρησιμοποιούνται διάφορα είδη από σουρντίνες, που αλλοιώνουν το ηχόχρωμα. | < γαλλ. sourdin(e) -α < ιταλ. sordina. Βλ. & ταμάχι το.

σουρούκι το: η μύτη, μούρη, το ρύγχος ζώου.

σουρουκλεμές ο: σουρτούκης, άνθρωπος που γυρίζει από εδώ κι από εκεί, αχαΐρευτος, αλητόβιος. Αυτός ο σουρουκλεμές, πού στον κόρακα βρέθηκε έξω από το υπουργείο; Σας το εξομολογούμαι: σουρουκλεμές είμαι. Δύο δράμια μυαλό να είχα, θ’ άνοιγα ζαχαροπλαστείο. Γιάννης Σουρουκλεμές | < τουρκ. surtuklemek : παρασύρω.

σουρτούκος -α -ο & σουρτούκης: αυτός που τριγυρίζει συνέχεια, κόβει βόλτες· θηλ (η) σουρτούκω. Μακρ.: …νας λεγόμενος Στέφανος Βαλλιάνος εχε κάμη μίαν ταιρίαν δι τν μεγάλην δέαν, τ ξω, κα βάνει λους τος σουρτούκηδες· κα τος γέλαγε κα τος λεγε χει καράβια, πλα, τζεπχανέδες πλθος κα στρατέματα κα πεντακόσες χιλιάδες τάλλαρα. Παπαδ.: τρίτος γυιός της, σουρτούκης, τ χαμένο κορμί, ξενιτεύθη, κα ερίσκετο, λεγαν, ες τν μερικήν | < τουρκ. sürtük: γυρίστρα, ανήθικη γυναίκα.

σουρτουκεύω: γίνομαι, φέρομαι ως σουρτούκης, τριγυρίζω εδώ κι εκεί, αλητεύω, ρεμπελεύω, παίρνουν τα μυαλά μου αέρα. Κι εδώ θα είμαστε να τα λέμε· και να σουρτουκεύουμε παρέα! Παπαδ.: …στις τν εχεν ποπλανήσει, κα το «εχε σηκώσει τ μυαλό, γι ν γυρεύ κι ατς ξενιτεις κα καζάντια, κ᾿ ρημις κα σκοτεινιές, κ᾿ τσι πλι πάει τ παιδί, σουρτούκεψε.

σούσουρο το: θόρυβος, ήχος από ψιθυρισμούς πολλών ατόμων· φήμη, διάδοση, πληροφορία, είδηση που κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Μαρ.: Αυτά τα ερωτευμένα κορίτσια δεν ξέρουν βλέπετε τι κάνουν. Είναι και αρραβωνιασμένη μ᾿ αυτό το Δημητριάδη και καταλαβαίνετε… Έγινε σούσουρο. Παρ.: «Ο κόσμος το ᾿χει σούσουρο και μεις κρυφή κουβέντα.» | < βενέτ. ρ. sussùr(o): φωνάζω, απειλώ (ουσ. sussùro: ψίθυρος).

σούστα η: μεταλλικό κούμπωμα, το φερμουάρ, ζάβα, κούμπωμα σε ρούχο· άμαξα, ο αραμπάς· ελατήριο. Σούστα του παντελονιού. Είναι πολλά επαγγέλματα που έχουν σβήσει όπως οι σαμαρτζήδες (σαγματοποιοί), οι αλμπάνηδες (καλλιγωτάδες), οι σουστιέρηδες, οι αγωγιάτες | < ιταλ. susta.

σουτέρνω: σουτάρω | < αγγλ. shoot: το λάκτισμα της μπάλας προς το τέρμα.

σουτζούκι το: είδος γλυκίσματος από μουσταλευριά και καρύδια σε σχήμα μακριάς κυλινδρικής ράβδου· αλλαντικό λουκάνικο ή με κιμά· υποκορ. σουτζουκάκι το. Σπάμε τα καρύδια σε χοντρά κομμάτια και περνάμε στη ψίχα τους με τη βελόνα. Μόλις το σουτζούκι πάρει το επιθυμητό πάχος, το κρεμάμε στον ήλιο. Σουτζουκάκια πολίτικα με κιμά κοτόπουλου. Σουτζουκάκια με κιμά. Σουτζούκι παραδοσιακό και μουσταλευριά από την Καρυστία. Μπουρεκάκια με σουτζούκι. Σουτζούκι τύπου Καισαρείας. Αυγά με σουτζούκι για πρωινό | < τουρκ. sucuk -ι. Βλ. & παστουρμάς η, κοκόσα η.

σουφιρκό το: σοφερικό, το μπροστινό μέρος του οχήματος, εκεί που κάθεται ο σοφέρης, η σοφεράντζα, ο οδηγός. Παπαευαγγ.: Δεν χάλιβει να ρθεί μι του λιουφουρείου αλλά μι του φορτηγό τ΄ Καραπέτσα, μόνου κι μόνου να είνι στου σουφιρκό. Αντύθκει κι πουλιτικά | < σοφέρ < γαλλ. chauffeur.

σούφρα η: η ζάρα, το δίπλωμα σε ύφασμα, μτφ. η απόληξη του παχέος εντέρου. ο σφιγκτήρας του πρωκτού, η απίθανη καλοτυχία σε τυχερό παιχνίδι. Η μπλούζα είναι σούφρα στη σούφρα: εντελώς τσαλακωμένη | < μσν. σούφρα, ίσως < υστλατ. sup(p)la: γονυκλισία < λατ. supplicare: ικετεύω.

σουφράης ο: αρρώστεια των προβάτων.

σούφρα η: η απόληξη του παχέος εντέρου, ο σφιγκτήρας του πρωκτού· μτφ. η τύχη· το τσαλάκωμα, η ακανόνιστη τσάκιση υφάσματος. Καρκ.: Έσυρε το σακκούλι του εμπρός, άνοιξε με τρεμάμενα και αργοκίνητα χέρια τις σούφρες του θέλοντας να κεντήση όσον ημπορούσε περισσότερο την ανυπομονησία των γυναικών κι έβγαλεν έξω ένα μικρό σακκουλάκι | < μσν. σούφρα ίσως < υστλατ. sup(p)la: γονυκλισία < λατ. supplicare: ικετεύω.

σούφρας ο & σουφρατζής: τυχεράκιας, κωλόφαρδος· μικροκλέφτης, μακρυχέρης.

σουφρώνω: τσαλακώνω, τσαλακώνομαι, κάνω ρυτίδες, συμπτύσσομα, αποκτώ πτυχές, ζάρες, ζαρώνω· κλέβω, λουφάρω, ξαφρίζω, ζουλάρω. Σούφρωσαν χρηματοκιβώτιο με 15.000 ευρώ από φαρμακείο. Σούφρωσαν ρούχα αλλά… ατύχησαν! Σκαρίμπ: Για να ξέρουν οι κακοί / που γυρίζουν δω κ᾿ εκεί / κάτι να σουφρώσουν. Καζαντζ.: Σούφρωσε τα μούτρα της η κυρά Πηνελόπη, ξαπόστειλε το δουλάκι στις άλλες γειτόνισσες. Μαβίλ.: …θα σουφρωθούν τα πέλαγα / κι αργά σαν λαμπυρίδες.. Καρκ.: Άλλος εστριφογύρισε στη θέση του σαν κοπροσκούληκο· άλλος εσήκωσε ψηλά τη μύτη κι εσούφρωσε τα χείλη. Τσιφ.: Κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του ο μοσσιέ Ταβούσης, καθόλου δεν τον εκτιμούσε τον Παεικιέλα κι είχε και το νου του μην του σουφρώσει τίποτες πράμα… το επίδομα κάποιοι το σούφρωναν -οι υπεύθυνοι της διανομής, ποιοί άλλοι;- και πλαστογραφούσαν την υπογραφή της! Ναι, τέσσερα μηνιάτικα ως τότε τους είχαν ροκανίσει. Βλ. & χνώτο το.

σοφάς ο: είδος χαμηλού ανατολίτικου καναπέ, συνήθ. χτιστού, για περισσότερα από ένα πρόσωπα· μιντέρι· (σε παλιές ή παραδοσιακές κατοικίες) ιδιαίτερος χώρος στο εσωτερικό δωματίου με υπερυψωμένο δάπεδο, ο οποίος προορίζεται για κατάκλιση | < τουρκ. sofa (από τα αραβ.) -ς. Βλ. & τσάρκα η.

σοφεράντζα η: ο σοφέρ, οδηγός αυτοκινήτου ή άλλου μηχανοκίνητου οχήματος. Χλιδάτες κουρσάρες με τις σοφεράντζες. Οι σοφεράντζες της Βουλής. Πετρ.: Το γήπεδο, ορισμένοι επαγγελματίες (π.χ. οι σοφεράντζες), το μπαρ, οι σημερινοί νέοι, ο κόσμος των ομοφυλοφίλων, ο στρατός και άλλα κοινωνικά γκρουπ γεννοβολούν λογής-λογής τυποποιημένες εκφράσεις | < γαλλ. chauffeur.

σοφράς ο: ανατολίτικου τύπου τραπέζι φαγητού, στρογγυλό, ξύλινο και πολύ χαμηλό. Καρκ.: …ο σοφράς και τα ξυλοπίνακα και ακόμη τα φορέματα και τα στρωσίδια· όλα τα φτωχικά εσωθέματα καραγκούνικου σπιτιού. Καζαντζάκ: Σφάξε τρεις όρνιθες, ετοίμασε μεζέδες, ζύμωσε. Συγύρισε το υπόγειο, βάλε το σοφρά, τα σκαμνιά, τα ποτήρια. Λουκόπ.: Χρησιμοποιούνται, σπανιώτατα, και χάλκινοι σοφράδες· όλη η επιφάνεια του τοιούτου σοφρά φέρει εγκεχαραγμένα διάφορα κοσμήματα, ίσως ουχί άνευ ενδιαφέροντος καλλιτεχνικού· οι χαλκωματένιοι σοφράδες φέρουσιν εγκεχαραγμένον το όνομα του ιδιοκτήτου. Πάντες δε, όσους είδον, είναι παλαιάς κατασκευής, προερχόμενοι πάντες εκ κληρονομίας· τοποθετείται ο κόθρος του κόσκινου και επάνω αυτού τίθεται ο χαλκωματένιος σοφράς. Ο τοιούτος σοφράς θεωρείται ως είδος πολυτελείας. Δημ.: Εδώ, σε τούτον το σοφρά, γραμμένα μάτια και παρδαλά, / σε τούτο το τραπέζι, τρεις μαυρομάτες μας κερνούν και τρεις καλές κοπέλες | < τουρκ. sofra (από τα αραβ.).

σπάζομαι: τρυπιέμαι, νευριάζω, εκνευρίζομαι, θυμώνω, δυσανασχετώ, πεισμώνω, «τα παίρνω στο κρανίο.» Σιγά με το βελόνι, θα σπαστείς. Σπάστηκε και δεν πήγε ούτε στο γάμο τους. «Σπάστηκε» με την ερώτηση του δημοσιογράφου ο Β. Σπάστηκαν μερικοί στα Τρίκαλα με την κεντρική γέφυρα. Παρ.: «Στο σπασμένο το σακί, θέλεις βάλε, θέλεις μη.» | < αρχ. ελλ. σπάω· λέγεται για ξίφος, τραβώ το ξίφος από τη θήκη, εξάγω, βγάζω τραβώντας, σύρω.

σπαθάτος ο -η -ο: ίσιος σαν σπαθί, ευθύς, ευθυτενής· μτφ. ειλικρινής, έντιμος, ξηγημένος. Σπαθάτες κουβέντες. «Σπαθάτες» διαιτησίες. Σπαθάτες εξηγήσεις. Πιπεριές σπαθάτες γεμιστές στο φούρνο. Βαμβ.: Ήταν όμορφη, σπαθάτη γυναίκα, μελαχρινή, όμορφα μάτια κι όλα όμορφα. Τσιφ.: Κείνος ο μούργος ο Γιαννάκης της Γραβίνας, ξεσηκώθηκε νάρθει να γλιτώσει τον τόπο. Νάτος λοιπόν, καμαρωτός και σπαθάτος. Παρ.: «Βόδι κοιλάτο κι άλογο σπαθάτο.» | < σπαθ(ί) -άτος· μσν. σπαθίν < ελνστ. σπαθίον υποκορ. του αρχ. σπάθη η.

σπαθένιος -ια -ιο: επιθ. λέγεται για σπαθί χαρτί της τράπουλας, για χαρτί που φέρει επάνω ένα μαύρο τριφύλλι· που παίρνεται, αποκτιέται «με το σπαθί», έντιμα, γενναία. Σπαθένιος βαλές. Σπαθένια νίκη του Ατρόμητου.

σπάλα η: το οστό της ωμοπλάτης σφαγίου ζώου, κομμάτι κρέας από την ωμοπλάτη. Αρνάκι σπάλα με σύκα και αμύγδαλα. Κοπές για εστιάτορες: ολόκληρο, πλάτες, μπούτια, σπάλες, ελιές, κόντρα μπριζόλες. Δημ.: Φάγε κι εσύ, καλό πουλί, απ᾿ αντρειωμένου σπάλα, / να κάνεις πήχη το φτερό, να φτερουγίσεις πάλι. Βάζουμε τις ξεκοκαλισμένες σπάλες σε ένα ταψί με την εξωτερική πλευρά προς τα πάνω. Αλατίζουμε και σοτάρουμε τις σπάλες σε μία κατσαρόλα με το μισό ελαιόλαδο να πάρουν ωραίο χρώμα απ᾿ όλες τις μεριές | < μσν. σπάλα, αντδ. < ιταλ. spalla < υστλατ. spatula < αρχ. ελλ. σπάθη: πλατιά λάμα.

Σπανιόλος ο & Σπανιόλα η: Ισπανός. Τσιφ.: Όλοι μαλώσανε και κανένας δεν έλεγε τίποτα για το γάμο της με τον Σπανιόλο. Βλ. & γιόκας ο.

σπανός ο -η -ο: χωρίς καθόλου τρίχες., άντρας που από τη φύση του δεν έχει καθόλου γένια και μουστάκι. Δημ.: Τρεις σπανοί από την Πόλη / πέντε τρίχες είχαν όλοι / κι ήρθε κι ένας Τηνιακός / πέντε τρίχες μοναχός. Παρ.: «Φυλάξου από άνθρωπο σπανό και μαλλιαρή γυναίκα.», «Από σπανόν άνθρωπο μακριά τα ρούχα σου.», «Από σπανό, δύσκολα να βγάλεις τρίχα.», «Έβγαλ’ ο σπανός δυό τρίχες και τον έφαγαν τα γένεια.» | < μσν. σπανός σύντμ. του ελνστ. σπαν(οπώγων): που έχει αραιά γένια -ός. Βλ. & ζάρκος ο, ξουράφι το.

σπάνω: σπάζω, σπάω, τσακίζω. Εφτ.: Σπάνουν τέλος τις θύρες οι στρατιώτες, και πέφτουν τα βέλη μέσα βροχή.

σπάργανα τα: η μακριά και πλατιά ταινία με την οποία άλλοτε τύλιγαν τα βρέφη, φασκιά. Στον αργαλειό ύφαιναν και απαλό άσπρο ύφασμα για σπάργανα των μωρών, για φούστες γυναικών και για φανέλες αντρών (κατασάρκου). Έτσι έφτιαχναν διάφορα υφάσματα, φλοκάτες, ντούσκες (χωρίς φλόκο), στρωσίδια, κουβέρτες κλπ. και γενικά όλα ήταν φτιαγμένα χειροποίητα στον αργαλειό | < πληθ. < αρχ. σπάργανον.

σπαρίλα η: βαρεμάρα, τεμπελιά, ραθυμία, βαριεστημάρα, μουργέλα. Άλλωστε ξέρει ότι μένω μόνη και όλο αυτό το διάστημα είχα τις σπαρίλες μου. Να κατεβώ λοιπόν να πάρω μία εξάδα νερά, δυστυχία μου με τέτοιες σπαρίλες | < σπάρ(ος) -ίλα.

σπαρίλας ο: τεμπέλης, ράθυμος, που έχει σπαρίλες.

σπαρματσέτο το: φωτιστικό κερί· στεατικό κερί, αλειμματοκέρι. Παπαδ.: ξεφόρτωσε τ ζεμπίλι μ τ τρόφιμα, κα τν φλάσκαν μ τ κρασί. βγαλεν π τ ζεμπίλι ν κηρίον σπαρματσέτο, τριψε πυρεον κα τ ναψεν | < αντδ. < ιταλ. spermaceti αρσ. εν. που θεωρήθηκε πληθ. οι σπερματσέτοι > εν. σπερματσέτος < μσνλατ. sperma ceti: σπέρμα φάλαινας < αρχ. σπέρμα + αρχ. κῆτος.

σπαρτό το & ο σπαρτός: χωράφι, τόπος που μπορεί να σπείρει κάποιος· έκταση γης που σπέρνεται (συνήθως με) δημητριακά. Πάλλ.: …και ρίχνει το σπιθόβολο κοντάρι, και τον Άρη / σκοτώνει, του Σελάγου γιο, που στην Παισό ᾿χε πύργο / κι είχε σπαρτά και βιός πολύ, μα να στην Τροία η μοίρα / τον έστειλε του βασιλιά βοηθό και των παιδιών του. Ελύτ.: Δε λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά γεμίζει τις φωλιές των ήχων | < αρχ. ελλ. σπαρτός, -ή, -όν (σπείρω): αυτός που έχει σπαρεί, που έχει φυτρώσει από σπόρο, σπαρμένος, φυτεμένος· μτφ., σπαρτῶν γένος: «οι υιοί των ανθρώπων», το ανθρώπινο γένος· Σπαρτοί, οἱ,: οι Σπαρμένοι, αυτοί που θεωρούνταν ότι έχουν φυτρώσει από τα δόντια του Δράκοντα που έσπειρε ο Κάδμος, οι Καδμείοι, οι Θηβαίοι. Παρ.: «Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει.»

σπαστρεύω: ξεπαστρεύω, σκοτώνω, αφανίζω· τακτοποιώ, καθαρίζω, κάνω δουλειές του σπιτιού, συμμαζεύω. ΦΡ. Σπάστρα κακιά: με την αρνητική σημασία να πας να χαθείς. Μακρ.: Δι ν τ πάρωμε μως χρειάζεται ν κάμωμε να πράμα, ν παστρέψωμε καμμιν εκοσιαρι γκάθια π τούτους τος γκαγκαραίους / Πρα τ γιαταγάνι κα γκρεμίστη κάτου π τν σκάλα κα γλύτωσε· εδ θ τν πάστρευα | < μσν. παστρεύω < σπαστρεύω < σπάρτ(ον) (που χρησιμοποιόταν για σκούπισμα) -εύω. Βλ. & παστρεύω.

σπάτουλα η: εργαλείο του χεριού από λεπτό και πλατύ έλασμα με λαβή, που συνήθ. το χρησιμοποιούν για να απλώνουν επάνω σε μια επιφάνεια χρωστικές ή άλλες ουσίες. σπατουλαριστός ο: που έχει δουλευτεί με σπάτουλα, πριν βαφτεί. Σπάτουλες πλαστικές και μεταλλικές σε διάφορα πλάτη. Ειδικές σπάτουλες τεχνοτροπιών, σπάτουλες τριγωνικές, οβάλ, σπάτουλες μυστριά, σπάτουλες γωνιακές. Σπάτουλες και κουτάλες σερβιρίσματος. Σπάτουλες ζαχαροπλαστικής | < αντδ. < βεν. spatola < υστλατ. spatula < αρχ. ελλ. σπάθα.

σπατουλάρισμα το: η δουλειά με σπάτουλα· μτφ. το βάψιμο του προσώπου. Η παρετίνα είναι ένα λεπτόκοκκο κονίαμα (στόκος) που όταν ανακατευτεί με νερό δημιουργεί έναν παχύρευστο πολτό κατάλληλο για το σπατουλαρίσμα του τοίχου. Το σπατουλάρισμα των εσωτερικών επιφανειών γίνεται πλέον με έτοιμα προς χρήση υλικά όπως η σπατουλίνη, που είναι μια προεργασμένη σκόνη σπατουλαρίσματος. Βλ. & σπάτουλα η.

σπατουλάρω: δουλεύω κάτι με σπάτουλα, κάνω λεία, επίπεδη, σπατουλαριστή μια επιφάνεια. Γενικά, για το καλύτερο αποτέλεσμα πρέπει να σπατουλάρουμε τον τοίχο στην ποιότητα αρεσκείας μας και έπειτα να βάφουμε με πλαστικά ή ακρυλικά χρώματα. Βλ. & σπάτουλα η.

σπαχής ο & σπαής ο: ονομασία Tούρκων φεουδαρχών· ονομασία ιππέων πολεμιστών της Οθωμανικής Aυτοκρατορίας· ονομασία ιππέων του γαλλικού αποικιακού στρατού. Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ: Όλοι οι Τούρκοι της Μακεδονίας που φέρουν όπλα, είναι Γιουρούκοι, Σπαχήδες ή Γενίτσαροι. Οι Σπαχήδες είναι το ιππικό που ιδρύθηκε από τους κατόχους των ζαϊμιών και των τιμαρίων, όταν ζητήθηκε από την κυβέρνηση. Π.Π. Γερμανός: Συγχρόνως άλλοι Καλαβρυτινοί εφόνευσαν δυο σπαχήδες Τριπολιτζιώτες εις τα χωριά του Λιβαρτζιού και πάλιν άλλοι εις τον Φενεόν τους γυφτοχαρατζήδες. Περρ.: …έδιδον προς τον σπαχήν των τον εξής φόρον. Πας νυμφευμένος έδιδε φόρον τριάντα οβολών κατ᾿ έτος, οι δε άγαμοι δέκα. Σπαχήδες ή Τιμαριώται ονομάζονατο εις την Τουρκία όσοι ανθραγάθησαν εν διάφοραις μάχαις και ένεκα τούτων ανταμείβει αυτούς ο σουλτάνος να λαμβάνωσι κατά κληρονομίαν τα δέκατα χωρίων και επαρχιών. Δημ.: Άλλοι έφευγαν κι άλλοι έλεγαν «Πασά μου, ανάθεμα σε! / Μέγα κακό μας έφερες τούτο το καλοκαίρι, / εχάλασε τόση Τουρκιά, σπαΐδες κι Αρβανίτες.» | < μσν. σπαχής (Πβ. μσν. σπάχης) < τουρκ. ispahi (από τα περσ.) -ς.

σπέρω: σπέρνω.

σπιούνος ο: πληροφοριοδότης, χαφιές, κατάσκοπος, ρουφιάνος, αυτός που «καρφώνει», που κρυφά και ύπουλα παρακολουθεί, καταδίδει. Ο ηθοποιός Αρτέμης Μάτσας ταυτίστηκε στη μνήμη του κοινού ως ο σπιούνος, ο ρουφιάνος, ο συνεργάτης του κακού. Ρουφιάνοι, κομματοφύλακες και σπιούνοι του καθεστώτος. Τσιφ.: Κάθε νύχτα μέσα στα καλντερίμια της βρίσκονται πέντ᾿ έξι σκοτωμένοι, όλοι παιδάκια με λαμπρό παρελθόν, σπιούνιοι, δολοφόνοι, λαθρέμποροι, τέτοιοι. Μακρ.: τι θ τν γλύτωνες π τος λύκους. Τώρα, ταν λύκοι, φκειασες κι᾿ ρκούδια. λα τ εχαμεν, σπιγούνους δν εχαμεν. – Τν γωνιστν πολλν τος λέτε· «Σύρτε διακονέψετε.» Τότε λοι θ γένουν σπιγονοι | < ιταλ. spion(e) -ος.

σπιτάλι το: νοσοκομείο. Εφτ.: Μόλις πάτησε πόδι στη χώρα εκείνη, κι ίσια στο Σπιτάλι μαζί με το έχει του | < σπιτάλι < μεσαιωνική ελληνική σπιτάλιν < ὁσπιτάλιον < μεσαιωνική λατινική hospitale. Βλ. & χάρβαλο το.

σπιτώνω: εξασφαλίζω σε κάποιον σπίτι, στέγη, κατοικία, φιλοξενώ, δέχομαι μόνιμα κάποιον στο σπίτι, δίνω σε κάποιον σπίτι. Ποιά παρουσιάστρια ζει με τους γονείς της και τώρα σπίτωσε τον φίλο της; Καρκ.: Ο άντρας της παιδεύτηκε να την σπιτώσει κι ο γιος της την ξεσπίτωσε! Τι καταφρόνια στη γυναίκα του Ευμορφόπουλου να πεθάνει σε ξένα χέρια. Πβ. Παρ.: «Κάλλια ξεριζωμένος παρά ξεσπιτωμένος.» Βλ. & ζήτουλας ο.

σπολλάτη η: επιφ. ευχή, εις πολλά έτη. ΦΡ. Περιμένεις να σε ᾿πει και σπολλάτη. Γκοτζ.: Η άλλη δεν έπιανε δεκάρα στα χέρια της, ούτ᾿ έβανε τίποτε στην άκρη, μόνο έλεγε σπολάτη, άμα έτρωγαν δυο φορές την ημέρα. – …σα να ήταν φταίχτης ο ίδιος που τους τάγιζε ολουνούς, νομάτους δέκα, χώρια οι γύρα κι όλο έδινε χωρίς ν᾿ ακούσει ένα σπολλάτι από τρανόν ή κούτσικο, άσ᾿ τα θηλυκά.

σπουρλίτι το: σπουργίτι· σπούργος ο: αρσενικός, μεγάλος, σπουργίτης· κοινότατο στην Ελλάδα μικρόσωμο, συνήθ. γκρίζο και καφέ πουλί με παχύ ράμφος. Πβ. Ο αγριόσπουργος… Όλα τα σπουργίτια ελευθερώνονταν εκτός, εκτός κι αν έπεφταν σε πουλολόγους φαγάδες που, το βράδυ, τα πήγαιναν στην ταβέρνα!

σπουργίτης ο: το σπουργίτι, τζιρτζιάνι. Ο σπουργίτης με το κόκκινο γιλέκο. Ο σπιτοσπουργίτης (Passer domesticus) είναι ένα είδος στρουθιόμορφου πουλιού της οικογένειας Πασσερίδες. Εμφανίζεται σε μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, της Μεσογείου, και ένα μεγάλο μέρος της Ασίας. Κολ.: Ανταμώθηκα με τον μπουλούμπαση, του είπα: θα μας βάλουν να τζακίσουμε τα στουρνάρια, τα ήμερα δε θα διώξουν τα άγρια· όλα φεύγουν, ο σπουργίτης πάντοτε μένει | < σπουργίτης < πυργίτης.

σπρεχάρω: μιλώ, λέω, κατέχω μια γλώσσα. Τα σπρεχάρει καλά τα Εγγλέζικα. Και τα Κογκολέζικα τα σπρεχάρω φαρσί. Αγοράκι μου, έλα να σου σπρεχάρω δύο φωνήεντα | < γερμ. sprechen: ομιλώ.

σταλέ το: το χρήμα στα κουδαρίτικα. Στα πανηγύρια με «χαρτούρα», οι οργανοπαίχτες έλεγαν την είσπραξη «ο σταλός»· σταλίζω: πληρώνομαι. «Στάχυα» έλεγαν τα ψιλά, τα χαρτονομίσματα μικρής αξίας. Βλ. & σταλός ο.

σπυρί το: στη ΦΡ. ένα σπυρί: πολύ λίγο, ελάχιστα, ψίχα. Δημ.: Κέρνα μας, σκλάβα, κέρνα μας γεμάτα τα ποτήρια, / και κείνονε νοπού αγαπάς για διπλοκέρασέ τον, / και στο δικό μου το γυαλί ρίξε σπυρί φαρμάκι | < μσν. σπυρί < ελνστ. σπυρίον υποκορ. του αρχ. σπυρός, πυρός: κόκκος σταριού.

σταβάρι το: εξάρτημα που εξάρτημα που συνδέει τον ζυγό με τα αλετρόποδα. Βαλ..: Tα ξύλα του κομμένα / πάντα, σε χάση φεγγαριού, δεν είχανε κανένα / ποτέ τους ρόζο ή σκεύρωμα. Ήθελ᾿ από πρινάρι / το χερουλάτη, τα φτερά, τον κέρο, το σταβάρι· / ζυγό και σπάθη από φτελιά. Καρκ.: Tα χέρια του δεν θα γνωρίσουν ποτέ το σταβάρι του αλετριού το άγριο και το στειλιάρι της αξίνας | < μεσν. ελλ. λ. σταβάριον (αμάρτυρος τύπος ιστοβοάριον < αρχ. ελλ. ιστοβοεύς: το μακρύ ξύλο του άροτρου που συνδέει το ζυγό με το υνί).

στάκα & στέκα: προστ. στάσου, περίμενε· είδος κρητικού τυριού. Στάκα να δούμε τι θα κάνουμε. Σιδ.: Στέκα, παιδάκι μου, προτού βγεις όξω να σου ρίξω το μονόκερο να σε ξεματιάσω. Βηλ.: Εις του πόθου το βρασμό, / στάκα σε συλλογισμό, / μη η βιά σε καταφέρει, / κάμεις ό,τι δε συμφέρει. Στο Νομό Χανίων την κορυφή του γάλακτος ονομάζουν «αθόγαλο» και μετά την ζύμωση της «στάκα», όπως και το μετά την έψηση της στάκας στις οικίες παραμένον υπόστημα καζεΐνης, αλευριού και ποσότητας βουτύρου. Στο Νομό Ρεθύμνης η κορυφή του γάλακτος καλείται «τσίπα», το μετά την ζύμωση προϊόν «αθόγαλο» και το μετά την έψηση υπόστημα «στάκα.»

σταλνώ & σταλίζω: μαζεύω τα βοσκήματα για στάλο, ξαποσταίνω. Γκοτζ.: …επειδή ήταν αμαρτία να σταλίζουν απανώστρατα, χωρίς σκεπή για ύπνο, χωρίς κανένα συγύριο, μια που τα παράτησαν όλα τρυπωμένα εκεί στο χωριό τους.

στάλος ο: μεσημεριανή ανάπαυση των ζώων που βόσκουν στην ύπαιθρο. Πβ. Παπαευαγ.: Μέχρι του γελαδόσταλου η Μήτρους μι τ᾿ Βάγγιου γιατρεύουνταν… (τα παρακάτ᾿ δεν λέγουντι). Κρυστ.: …ηκούομεν από τα δάση μέσα εξερχόμενον τον ήχον των κωδωνίσκων, των προβάτων και των αιγών, τα οποία οι βοσκοί σιωπηλοί και κάθιδροι, ένεκε της θερμότητος του ηλίου, ωδήγουν σωρηδόν υπό τας σκιάς (στο στάλο) | στάλος < ίσως από το ίστημι: στέκομαι· ἱστάνω, μεταγεν. τύπος ισοδ. του ἵστημι: τακτοποιώ, παρατάσσω ανθρώπους, κάνω κάποιον να σταματήσει, σταματώ, αναχαιτίζω, εμποδίζω, στέκομαι ακίνητος, αδρανώ, σταματώ ή το αρχ. ελλ. ἁλίζω· αόρ. αʹ ἥλῐσα -Παθήτ. αόρ. αʹ ἡλίσθην· μτχ. Ιων. παρακ. ἁλισμένος· (ἁλής)· συναθροίζω, συγκεντρώνω, λέγεται για στρατιωτικές δυνάμεις· Παθήτ.: συνέρχομαι, συνάγομαι.

σταλός ο: οι εισπράξεις λαϊκής, δημοτικής ορχήστρας σε πανηγύρι, τα κεράσματα στα κλαρίνα, μεροκάματο πλανόδιου μουσικού, χρηματικό αντίτιμο | πιθ. από το στάζω· Πβ. τη φράση «στάξε το χρήμα, τα λεφτά» κ.α. Βλ. & σταλέ.

σταλτός ο: σταλμένος. Καζαντζ.: …σύντας ετράβηξε μαντάτορας σταλτός απ᾿ τους Αργίτες.

σταλώνω: στέκομαι στα πόδια μου, συνέρχομαι, δυναμώνω, στανιάρω. Καρκ.: – Ωχ, λίγο ρακί· δώστε μου λίγο ρακί πρώτα, να σταλώσ᾿ η καρδιά μου.. απαλό ακόμη και αστάλωτο βρέφος, το έπιασεν η μαμή.

στάμπα η: αποτύπωμα σφραγίδας· χρωματιστό σχέδιο αποτυπωμένο επάνω σε ύφασμα το οποίο έχει υποστεί προηγουμένως μια κατάλληλη προετοιμασία· λεκές, σημάδι, τατουάζ, δερματοστιξία. Μοναδικές στάμπες σε μπλουζάκια άριστης ποιότητας. Τα σχέδια διατίθονται σε διάφορα μεγέθη, κατάλληλα για μικρές και μεγάλες επιφάνειες (μπλουζάκια), ενώ κάποιες στάμπες είναι ανάγλυφες ή glitter. Πετρ.: Στο τέλος, για σιγουριά, κάνει και μια επάλειψη με χρώμα πάνω στη γρατσουνισμένη στάμπα. Σε λίγες μέρες η πληγή πιάνει κουκούδι. Όταν απολεπιστεί το κουκούδι, ο τσαμπουκάς είναι έτοιμος | < μσν. στάμπα < ιταλ. stampa.

σταμπάρισμα το: η εφαρμογή στάμπας· μτφ. ο εντοπισμός, το σημάδεμα. Σταμπάρισμα μετάλλων.

σταμπάρω: σημειώνω με στάμπα, εντοπίζω, σημαδεύω. Παίκτη του Απόλλωνα στάμπαρε ο Αστέρας. Ακτιβιστές στάμπαραν με πυρωμένο σίδερο το δέρμα τους. Χατζ.: Τότες διάβασέ μας εδώ πέρα τι γράφει. Του γύρισε τα πισινά του και χτυπούσε με τις δυο του τις παλάμες τα μεγάλα γράμματα της ξενικής μάρκας που ᾿τανε σταμπαρισμένα στο πανί του βρακιού του. Οι ταμπάκοι γελούσανε δυνατά, γελούσαν κι οι γυναίκες απ᾿ τα παράθυρα. Βλ. & στάμπα η.

στάνη η: περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη αιγοπροβάτων κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σεφ.: Μς φαίνεται παράξενο πο κάποτε μπορέσαμε ν χτίσουμε τ σπίτια τ καλύβια κα τς στάνες μας. Κι᾿ ο γάμοι μας, τ δροσερ στεφάνια κα τ δάχτυλα γίνουνται ανίγματα νεξήγητα γι τ ψυχή μας. Παρ.: «Αυτή η στάνη αυτό το τυρί βγάζει.» | < ελνστ. στάνη (πβ. ελνστ. βουστάνη: στάβλος για βόδια) Βλ. & μουσαφιρλίκι το, καρδάρα η, κορφάδα η, σκουτέρης ο.

στανιάρω: συνέρχομαι, έρχομαι σε κανονική φυσιολογική κατάσταση, σταματώ, ηρεμώ, χαλαρώνω. Ήπια δυο γουλιές καφέ, να στανιάρω. Στάνιαρε, θα το προλάβουμε το τρένο. Μακρ.: Πγα ες Μισολόγγι πούντιασα ες τν δρόμον κι᾿ π τ κιντέρι μου ρρώστησα κα πγα ν πεθάνω. Εχα πέντε γιατρούς. νοιξε μύτη μου κα δν στανιάριζε, τ αμα πήγαινε λεγένια κα μόβαιναν φτήλια μέσα. Μτχ. στανιαρισμένος ο.

στανιός ο & στανιό το: το ζόρι, η πίεση να γίνει κάτι. Παρ.: «Με το στανιό ο σκύλος κοπάδι δεν φυλάει» και «Με το στανιό, πιε, γάιδαρε αγιασμό.» Γνωστή και η βρισιά Γ..ω το στανιό. Παρ.: «Το πράμα που ᾿ναι στανικώς ογρήγορα σχολάζει.», «Το στανιό ο Θεός το ᾿δειξε.», «Η φακή με το στανιό της βράζει.» Παπαδ.: –μς τος δύο θέλουν κα καλ ν μς πνε στν παράδεισο. -Γω! καμεν ρνητικς κύων. –Μ τ στανι θέλουν ν μς γιάσουνε. Μακρ.: Τότε γυρεύει να μ᾿ αφήση εις το σπίτι του εμένα δεν ήθελα να κάτζω. Μου είπε «Θα κάτζης και με το στανιόν.» Αυτό δεν μπορούσα να το αποφύγω, ότ᾿ είχε την δύναμη. Έκατζα με συμφωνίες ότι εγώ ως δούλος δεν κάθομαι | < μσν. στανιό ίσως < αρχ. ελλ. ἀσθενῶς: χωρίς δύναμη ή < στενεύω: ζορίζω.

σταράτος -η -ο: ευθύς στους τρόπους, ντόπρος, ξηγημένος· που διατυπώνεται χωρίς υπονοούμενα και υπεκφυγές· σαφής, ξεκάθαρος, ειλικρινής. Τα λέει σταράτα κι έξω απ’ τα δόντια. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση να μιλήσουν σταράτα. Βαμβ.: Σταράτο παιδί ο Ιωσήφ. Ο πατέρας του ήταν εργάτης, έκανε διάφορες δουλειές | πιθ. < αστεράτος < αστέρ(ι) -άτος.

στασίδι το: καθένα από τα ξύλινα καθίσματα, τα οποία είναι τοποθετημένα κατά μήκος των τοίχων ενός ορθόδοξου ναού και έχουν σπαστό συνήθ. κάθισμα, ψηλό ερεισίνωτο και υπερυψωμένους βραχίονες, για να μπορούν οι πιστοί να στηρίζουν το σώμα τους σε όρθια στάση (Τριαντ.) Δημ.: θα πας μέσα στην εκκλησιά με την καρδιά καμένη, / θα ιδής τις νιές, θα ιδής τους νιούς, θα ιδής τα παλληκάρια, / και θα στραφείς στη μια μεριά, και θα στραφείς στην άλλη, / θα βρεις τον τόπο μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον | < μσν. στασίδι < στασίδιον υποκορ. του αρχ. στάσ(ις): τοποθέτηση -ίδιον. Βλ. & παστρικός ο.

στατέρι το: ο στατήρας, το καντάρι, η ζυγαριά.

«στα τσέγκια»: εντελώς στην άκρη, στο ακρότατο όριο, το τσέγκι, στο τσιγκρί· σ᾿ ετοιμότητα, σε οχυρωμένο μέρος, σε ταμπούρι. Λ.χ. Ο μάστορας καθόταν στα τσέγκια της σκεπής και παραλίγο να πέσει· μτφ. κάθεται στα τσέγκια ή στο τσιγκρί: είναι έτοιμος να φύγει. Παπαευαγγ.: Πιρπατάει στα τσέγκια (νύχια των ποδιών). Αλλα ιγώ τουν ζιάρζα κρυφά, έκανα τ΄ πιθαμένη. Δημ.: Και τα πρωτοπαλίκαρα λουφέν να τ᾿ αυγατίσει / που στέκονται στον πόλεμο, οπού βαστούν στο τζέγκι.

στατήρι το: στατήρας, είδος ζυγού, καντάρι. Παπαδ.: ς Παρασκευς τς Νταρνταγίτσας τς κράτησ᾿ να κόσκινο πο τς γύρεψε δανεικό… κα τς Ματς τς Χαβίναινας, πάει τ στατήρι της, πο τς τ εχε γυρέψει γι ν ζυγιάσ κάτι τι | < αρχ. στατήρ, αιτ. -ῆρα: μονάδα βάρους, επίσημο νόμισμα.

σταυροκόπημα το: το να κάνει κάποιος το σταυρό του. Πασχαλινά σταυροκοπήματα.

σταυροκοπιέμαι: κάνω το σημείο του σταυρού. Γκοτζ.: Με μάθαινε να μη βγαίνω όξω τη νύχτα μοναχός μου κι ύστερ’ από το φαΐ μ’ έβανε να σταυροκοπιέμαι πολλές φορές ή, όταν ήταν σαρακοστή, να κάνω και μετάνοιες. Παρ.: «Αλλού κοιτάζεις, δέσποτα, κι αλλού σταυροκοπιέσαι.» | < σταυρο- + -κοπώ, -ιέμαι.

σταυροπόδι: επίρρ. με «σταυρωμένα» τα πόδια, το ένα πάνω στο άλλο. Βλ. & κατάχαμα, καραβούλι το, φίλντισι το.

σταυρώνω: μτφ. συναντώ κάποιον, διασταυρώνεται η πορεία μου με την πορεία, το δρόμο, τη διαδρομή κάποιου άλλου. Δημ.: Παπαδοπούλα σταύρωσα στη μέση από το δρόμο. / Φέρνει τα μήλα στην ποδιά, τα κίτρα στο μαντίλι. Μόλ.: Κι εγώ, Καραγκιόζη μου, έχω δέκα μέρες να σταυρώσω δεκάρα στην τσέπη μου. Εσύ όμως δεν πρέπει να παραπονείσαι και τόσο, γιατί έχεις το θείο σου, τον Μπαρμπαγιώργο, που έχει τόση περιουσία, και, δεν αμφιβάλλω, θα σε μπαλώνει. Γυρίζαμε απ᾿ τον ίδιο δρόμο αλλά δεν τον σταύρωσα. Τις σταύρωσα κοντά στη βρύση· & παθ. σταυρώνομαι· σταυρωθήκαμε χωρίς ν᾿ αλλάξουμε κουβέντα.

σταχτολόγος ο: το μέρος του τζακιού ή της σόμπας, όπου συγκεντρώνεται η στάχτη. Γκοτζ.: – Γιατί δεν έχουν, βάβω; -Δεν παν πουθενά να δουλέψουν. Θέλουν να κάθονται στο σταχτολόγο. Έτσ’ είναι μαθημένοι, από μιας αρχής.

σταυράτι το: το πουλί σταυραετός.

σταφιδιάζω: μτφ. γίνομαι σαν σταφίδα, μαραζώνω, γερνώ και κάνω ρυτίδες. Τσιφ.: Μικρή ήτανε ομορφούλα. Αργότερα που μεγάλωσε και γεροντοκόριασε, τότε σταφίδιασε.

σταφνιά η: σωρός με τρία ή τέσσερα στημένα δεμάτια.

σταφύλια της γάτας τα: ομικροί σφαιροειδείς καρποί από ένα είδος αγριόχορτου, δεν τρώγονται.

σταχτομπαμπαλιάρης ο & σταχτομπαμπαλιάρα η: υπερβολικά ευαίσθητος, λεπτεπίλεπτος, που ενοχλείται με το παραμικρό, φοβιτσιάρης | < πιθ. αυτός που ενοχλείται ακόμα και από τα μπάμπαλα, τη σκόνη της στάχτης. Βλ. & μπάμπαλο το.

σταχυάζω: βγάζω στάχυα, καρπίζω. Παρ.: «Αδικιάς σπυρί σπαρμένο, κι αν φυτρώσει δε σταχυάζει.» | < στάχυ < ελνστ. ή μσν. στάχυον υποκορ. του αρχ. στάχυς, ὁ.

στέζιαρης ο: κεντρικός στύλος στο αλώνι.

στεναρίκι το: μακρύς και στενός δρόμος, δρομάκι, χωράφι, πέρασμα, μακρόστενο τμήμα γης, οικοπέδου· μακριά και στενή λωρίδα, μικρός, στενός χώρος.

στερεύομαι: στερούμαι. Παρ.: «Όποιος εντρέπεται, πολλά στερεύεται

στέργω & στρέγω: συγκατατίθεμαι, δέχομαι, ανέχομαι, στρέχω. Παπαδ.: «Κοιμάσαι, πλάσμα που λατρεύω…» Ω, σχολαστικότης! / Δεν ήσαν τραγούδια αυτά, και ο ορίζων δεν τα έστεργε. Ούτε υπήρχε κοινόν δια να τους ακούσει. Τα κορίτσια της γειτονιάς εκλειδώνοντο ενωρίς, όμοια με τα πουλιά που κατιάζουν ενωρίς εις τας φωλεάς των. Βηλ.: Ωστόσο, βλέπει ο Ουρανός, το άδικο δε στρέγει / και ξεπλερώνει σε καιρόν εκείνον που του φταίγει.Στην καλή του μάνα τρέχει· έχω από καιρό της λέγει, / που ο τρόπος δε με στρέγει. Παρ.: «Τι ρίχνει ο Θεός και δεν στέργει η γης;» | < αρχ. στέργω: δείχνω αγάπη.

στεριανός -η -ο: άνθρωπος που ζει, κατοικεί στη στεριά, όχι σε νησί ή δίπλα σε θάλασσα. Παρ.: «Χάλασε το καράβι, κουβέντιαζε κι ο στεριανός ο βλάχος για τη φουρτούνα που το ᾿πνιξε.» | < στεριά < μσν. στεριά < ελνστ. στερεά με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. (στη νέα σημ.) ουσιαστικοπ. θηλ. του αρχ. επιθ. στερεός.

στέρνα η: κατασκευή, είδος χτιστής δεξαμενής, που χρησιμοποιείται για αποθήκευση υγρών, ιδίως νερού. Παπαδ.: Κάτω από την ρίζαν του βράχου αντηχεί ο ρόχθος του νερού, οπόθεν εκβλύζον το ρεύμα μορμυρίζει εν μέσω βρύων και χόρτων κατερχόμενον εις την στέρναν, ήτις έχει δύο διεξόδους, την μίαν σιγανήν και έντεχνον προς τους κήπους και τας αιμασιάς ολόγυρα – …άρχισε να χύνει τόσα δάκρυα απ΄ τα μάτια της, ως να είχε μέσα της ολάκερη στέρνα βουλωμένη, που δεν είχε δουλευτεί ποτέ, και τώρα μόνο άρχιζε να ξεχειλίζει. Στρατήγ.: …να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι / σ᾿ εκείνον που᾿ χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη. Πβ. Καζαντζ.: …η καρδιά της Κρήτης στέρνιαζε την καταφρόνια, την αδικιά, τον πόνο, φούσκωνε, ξεχείλιζε. Δημ.: Να μουν βρύση, να ᾿μουν στέρνα, να ᾿μουν γάργαρο νερό, / να σου πλύνω τα χεράκια και τον άσπρο σου λαιμό. Σεφ.: Δν χουμε ποτάμια δν χουμε πηγάδια δν χουμε πηγς μονάχα λίγες στέρνες, δειες κι᾿ ατές, πο χον κα πο τς προσκυνομε. Παρ.: «Σταλαγματιά σταλαγματιά γεμίζει η στέρνα η πλατιά | < μσν. στέρνα < κιστέρνα (που ίσως θεωρήθηκε κι η στέρνα) < λατ. cisterna. Βλ. & πάλε.

στερνός -η -ο: τελευταίος, έσχατος. Καββ.: …μα το ᾿χουνε προτιμότερο να πιούνε τα λεφτά, / πριν φύγουν και να τους τραβούν στερνή στιγμή οι λοστρόμοι. – Κοπέλες απ᾿ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι / κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά / σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι / μέσα απ᾿ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά. Πβ. Χρον. Μορέως: τον στερνότερος π τος δύο αταδέλφους, / κάτι πιδεξιώτερος κα φρονιμώτερός τους. Παρ.: «Η πρώτη μου γυναίκα μου, η δεύτερη κυρά μου, η τρίτη η στερνότερη ραβδί του κεφαλιού μου.», «Ό,τι κάνεις κι ό,τι πεις τα στερνά να στοχαστείς.», «Η στερνή μετάνιωση τίποτα δεν αξίζει.», «Τα στερνά τιμούν τα πρώτα.» | < μσν. υστερνός < υστερινός < αρχ. ελλ. ὕστερ(ος) -ινός.

στερνά: ως επίρρ. τα τελευταία· τα γεράματα. Παρ.: «Τα στερνά τιμούν τα πρώτα.», «Αφέντη απόκτησες; Κακά είν’ τα στερνά σου.» Καζαντζ.: Υγιέ του Ατρέα και σεις οι επίλοιποι των Αχαιών αρχόντοι, τώρα στερνά πολλοί μακρόμαλλοι σκοτώθηκαν Αργίτες, και σκόρπισε το μαύρο γαίμα τους ο γαύρος Άρης γύρω | < Βλ. & στερνός ο.

στερνοπαίδι το: τελευταίο παιδί στη σειρά γέννησης, το μικρότερο σε ηλικία. Τσιφ.: Αλλά τούτο το στερνοπαίδι, μια και δεν τα κατάφερνε καλά από σιδερικό, έπεσε στη μελέτη. Ελύτ.: Θα ᾿βρει μεγάλα χέρια διακλαδωμένα στο άπειρο / Έρημα φύκια στερνοπαίδια του γιαλού / Χρόνια πετράδια πράσινα. Βλ. & κούφαλος ο.

στερφεύω: στερεύω. Βλ. & στέρφος, ραΐζω.

στέρφος -α -ο: ο στείρος, αυτός που χαρακτηρίζεται από στειρότητα, από αδυναμία αναπαραγωγής. Παπαδ.: Ήτον ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα και μου εφαίνετο να ομοιάζη με την μικρήν στέρφαν αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα ονομάσει Μοσχούλαν. Καρκ.:Στερφοβότανο μπας κι έχεις, αρέ; ερώτησεν έξαφνα η Κράπαινα. Δώδεκα παιδιά είχε γεννήσει έως τώρα η χωριάτισσα και ήταν μόλις τριανταδύο χρονών. Εκαταλάβαινε και ίδια πως είχε διάθεση να γεννήσει άλλα τόσα ακόμη. Πβ. Αίν.: «Φίδι τρυπά τη θάλασσα κι η θάλασσα στρεφεύει, και στο κεφάλι του φιδιού ο ήλιος ανατέλλει (το λυχνάρι – Λευκάδα).» Στέρφα γη, στέρφα προβατίνα, στέρφα γυναίκα. Παρ.: «Κι από στέρφα γίδα γάλα.» | < αρχ. ελλ. στέριφος.

στειρομάντρι το: μαντρί για τα στείρα ζώα. Πβ. γιδομάντρι | < στείρος < αρχ. ελλ. στεῖρος.

Στέφος ο: ο Στέφανος. Παπαδ.: Ποίαν ν εχε καλν τύχην καπετν Στέφος Γιαρούς, κα το ρχοντο λα βολικ ες ατν τν κόσμον;

στ(ει)λιάρας ο: μτφ. γερός σαν στειλιάρι, ευθυτενής, ψηλός, γεροδεμένος άνδρας, ικανός για σκληρή σωματική εργασία.

στειλιάρι το & στλιάρι: κυλινδρικό κομμάτι ξύλου που χρησιμοποιείται ως λαβή μεταλλικών εργαλείων· μτφ. το ξύλο, ο ξυλοδαρμός· μτφ. αγράμματος άνθρωπος. Γκοτζ.: …και του ᾿βαλαν απανωσάμαρα (άλλο σχώριο, ο βουλευτής) κείνη την ανηφόρα της Φανερωμένης, που θέλουν γράμματα κι οι βλάχοι, τα στιλιάρια. Παρ.: «Κούτσουρο πήγε, στειλιάρι γύρισε.», «Αν χάσουμε το τσεκούρι, μας μένει το στειλιάρι.» | < μσν. στειλειάριον υποκορ. του ελνστ. στειλει(ός) (αρχ. ελλ. στειλεός) -άριον. Βλ. & αξινάρι το.

στ(ει)λιαρώνω: δέρνω με το στειλιάρι, ξυλοκοπώ.

«στη γκορτσιά το σύνορο»: όπως είναι γνωστό, συχνά τα όρια των χωραφιών ορίζονταν από δέντρα. Συνήθως, γκορτσιές, δηλαδή άγριες αχλαδιές, και άλλα δέντρα όριζαν τα σύνορα των χωραφιών ή καραγάτσι. Η φράση λέγεται μτφ. για τον αμετακίνητο στις θέσεις του, τον ισχυρογνώμονα.

«στην πέτρα να φυτρώσει»: πρόποση για εκλεκτό τσίπουρο και αμπέλι.

«στις πέτρες και στα ξύλα»: Η φράση λέγεται για κάποιον που είναι πολύ ζωηρός και ατίθασος, που βγάζει το ζωνάρι του για καβγά.

στιβανάς ο: τεχνίτης τσαγκάρης που φτιάχνει στιβάνια, βλ.λ. Καζαντζ.: …σηκώνουνται οι έμποροι κι οι στιβανάδες να τον καμαρώσουν. Παρακολουθώντας έναν παλιό στιβανά να δουλεύει νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε μιαν άλλην εποχή. Τα «νούμερα» δεν έχουν θέση στο λεξιλόγιο του.

στιβάνι το: χαρακτηριστική (μαύρη ή λευκή) χειροποίητη μπότα της τοπικής Κρητικής φορεσιάς Καζαντζάκ: …τα μαύρα στιβάνια του καπετάν Μιχάλη, αλύγιστα, τεντωμένα πάνω στις σκάλες. Ο πελάτης βγάζει τα παπούτσια ή τα παλιά στιβάνια του, πατά σε ένα καθαρό στρατσόχαρτο, και ο στιβανάς παίρνει το «χνάρι» του, δηλαδή το περίγραμμα της πατούσας.

στμόνι το & στημόνι το: είδος ανθεκτικής κλωστής που είχε ο αργαλειός σε παράλληλες κατακόρυφες σειρές ανάμεσα από τις οποίες περνούσαν την κλωστή για να υφαίνουν, παράλληλα τοποθετημένα νήμάτα, ανάμεσα στα οποία πλέκεται κάθετα το υφάδι. Καζαντζ.: Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: Είμαι η σαγίτα που θέλει να σκίσει το στημόνι, να τιναχτεί όξω από τον αργαλειό της ανάγκης | < αρχ. ελλ. στημόνιον υποκορ. του στήμων.

 «στο κράνο στο γυαλί»: η φράση λέγεται για κάποιον που καλλωπίζεται, βάφεται στον καθρέφτη, το «γυαλί.» «Κράνο» (:καρπός της κρανιάς) σημαίνει μτφ. το έντονο κόκκινο χρώμα στα χείλη η τα μάγουλα.

στ(οι)χιέμαι: προσλαμβάνομαι βοσκός, τσοπάνης, μαθητευόμενος για ένα εξάμηνο, με συμφωνημένο μισθό σε είδος ή χρήμα. Μαλ.: Τα παιδιά, αφού ετελείωναν το Δημ. Σχολείον, ή μάλλον μέρος αυτού κατά κανόνα, στοιχήνονταν, εγίνοντο δηλαδή «τσιράκια» ή «δούλοι», στα διάφορα μαγαζιά, αντί ελαχίστης αμοιβής | πιθ. < αρχ. ελλ. στοιχίζω: τοποθετούμαι, μπάινω σε στοίχο, σε σειρά.

στοιχειό το: φάντασμα, ον υπερφυσικό, δαίμονας, η ψυχή σκοτωμένου ανθρώπου ή ζώου, που επιβιώνει με ποικίλες μορφές στον τόπο όπου χύθηκε το αίμα του και που τον προστατεύει με τις υπερφυσικές δυνάμεις που διαθέτει· μτφ. άνθρωπος άσχημο στην όψη, τρομακτικός. Πάλλ.: Την Κύπρη πρώτα πλήγωσε από κοντά στο χέρι, / έπειτα ακόμα σαν στοιχειό μου ρίχτηκε κι εμένα. Στοιχειό του Αγίου Λαζάρου. Καρκ.: O πατέρας μου—μύρο τ κμα πο τν τύλιξε—δν εχε σκοπ ν μ κάμ ναυτικό. —Μακριά, λεγε, μακριά, παιδί μου, π τ᾿ τιμο στοιχειό! Δν χει πίστη, δν χει λεος | < μσν. στοιχείον: δαίμονας < αρχ. ελλ. στοιχεῖον, τό (στοῖχος): ένα από αυτά που αποτελούν σειρά· στο ηλιακό ρολόι: η σκιά του γνώμονα που προχωρούσε από ώρα σε ώρα. Βλ. & αφκριούµαι.

στοιχειώνω: θυσιάζω άνθρωπο ή ζώο (το θάβω ή το σφάζω) στα θεμέλια ενός κτίσματος, για να γίνει στοιχειό που θα το προστατεύει· γίνομαι στοιχειό, φάντασμα· λέγεται για κάτι κακό, για μια νοσηρή κατάσταση που αναβιώνει ή επιβιώνει (Τριαντ.) Τα στοιχειωμένα σπίτια & οι αστικοί μύθοι της Θεσσαλονίκης. Το μπούστο της Ελένης στοίχειωσε τους θεατές! «Στοίχειωσε» τις αγορές η ελεύθερη πτώση του πετρελαίου. Η κούκλα που στοίχειωσε και θα σας τρομάξει όσο τίποτα άλλο. Δημ.: «Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει· / και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη, / παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα, / πόρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα».

στοιχμένος -η -ο: μτχ ο μισθωμένος βοσκός. Ρ. στ(οι)χιέμαι: προσλαμβάνομαι για ένα εξάμηνο για δουλειά σε κοπάδι, με μισθό. Λ.χ. Είναι στοιχμένος στο Γιδά: δουλεύει ως βοσκός στην περιοχή του Γιδά (: Αλεξάνδρεια Ημαθίας), βλ. στ(οι)χιέμαι.

στόκος ο: μτφ. βλάκας, ανόητος· εύπλαστη μάζα από μείγμα ασβεστολιθικής σκόνης και λινελαίου, που γίνεται σκληρή όταν μείνει στον αέρα και που τη χρησιμοποιούν για να κλείνουν μικρές ρωγμές ή για να καλύπτουν μικρές ανωμαλίες σε μια επιφάνεια (Τριαντ.) Στόκοι σπατουλαρίσματος – επισκευής & εξοπλισμοί ξηράς δόμησης. Έτοιμοι στόκοι, ακρυλικοί στόκοι, στεγανοποίησης, αρμολόγησης γυψοσανίδων, γάζες αρμών, οικοδομικοί γύψοι ταχείας πήξεως, σφραγιστικά ακρυλικά. Σιδηρόστοκος, πολυεστερικός στόκος σπάτουλας δύο συστατικών κατάλληλος τόσο για μεταλλικές όσο και για ξύλινες και πολυεστερικές επιφάνειες. Ακρυλικός ξυλόστοκος νερού | < βεν. stuco -ς. Βλ. & ντουγάνι το.

στόμας ο: το στόμα. Βαμβ.: …το γλυκό ήταν ότι έπρεπε. Κανένα μπακλαβά, κανένα καταΐφι, γλύκαινε ο στόμας σου.

στομαχιάζω: φουσκώνει, πρήζεται, γεμίζει υπερβολικά το στομάχι μου, παθαίνω δυσπεψία, έχω ενοχλήσεις στο στομάχι από πολυφαγία· κάνω στομάχι, σκεμπέ, μπάκα. Στομαχιάσαμε με τους αστακούς. Στομαχιάσαμε όλοι στις γιορτές Τσιφ.: Αθάνατος ήτανε βλέπεις ο Προμηθεύς, γυιός Τιτάνα, σου λέει θα στομάχιαζε κι ο αητός όλο συκώτι, συκώτι, έκανε τον μεγαλόψυχο.

στουκάρισμα το: δυνατή, απότομη σύγκρουση (οχημάτων), τρακάρισμα, χτύπημα. Τρελό «στουκάρισμα» για Nissan GTR σε κόντρα με μια Ferrari. Στο κανάλι μας για ακόμη περισσότερα βίντεο με τράκες και απίθανα στουκαρίσματα.

στουκάρω: πέφτω με ορμή, με φόρα πάνω σε κάτι, τρακέρνω, συγκρούομαι, σκοντάφτω και πέφτω. Στούκαρε σε βράχο. Παρκαδόρος «στούκαρε» Λαμποργκίνι! Αμάξι στούκαρε σε τοίχο και ήρθε τούμπα. Στούκαρε το «λεωφορείο χωρίς οδηγό» στα Τρίκαλα! Έχω μπερδέψει το «ωθήσατε» με το «έλξατε» κι έχω στουκάρει σε πόρτα | < ιταλ. stoccar(e) -ω: χτυπώ με μυτερό όπλο.

στούκας ο: έτσι έλεγαν παλιά και τα φτηνά χύμα τσιγάρα· σημαίνει και την σκάρτη, φτηνή ποιότητα, την τελευταία διαλογή ενός προϊόντος· μούφα. Κρατούσε τα καλά τσιγάρα και στους τρακατζήδες έδινε στούκας.

στουμούχα η: κάλυμμα για το στόμα ζώων, φίμωτρο. Καζαντζ.: …θα σου βάλω, μα τα γένια του Προφήτη, στουμούχα, ως καθώς βάζουν στους δαγκανιάρηδες σκύλους, να σωπάσεις.

στουμπίζω: δουλεύω, χρησιμοποιώ τον στούμπο, κοπανίζω, θρυμματίζω, τσιατσιαλίζω. Στουμπίζετε σ’ ένα γουδί το σκόρδο με το αλάτι, το ξύδι και λίγο ελαιόλαδο μέχρι να γίνουν ένας πολτός | < Βλ. & στούμπος ο.

στούμπος ο: κοντόφαρδος ξύλινος κύλινδρος, ξύλινος, κόπανος, μτφ. ο κοντός, κοντόφαρδος άνθρωπος. ΦΡ. Άλλαξε θέση ο στούμπος. Στούμπος Χρήστος | < σλαβ. stonpa(;).

στουπέτσι το: ανθρακικός μόλυβδος.

στουπί το: μάζα από υφαντικές ίνες, συνήθ. καννάβινες ή λινές, που χρησιμοποιείται σαν πανί για τον καθαρισμό από υγρές και λιπαρές ουσίες ή για το φράξιμο ανοιγμάτων, για το καλαφάτισμα κτλ. (Τριαντ.). Μτφ. στουπί στο μεθύσι: εντελώς μεθυσμένος, σκνίπα, λιάρδα, αλοιφή, ντίρλα, τσιούρλα. Πέταξαν μέσα στουπί με εύφλεκτο υγρό. Στουπιά χύμα ή συσκευασμένα για κάθε χρήση. Τιμές Χονδρικής! Στουπιά & πανιά καθαρισμού, βαμβακερά 100%, σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τις απαιτήσεις του πελάτη. Μαθητές έγιναν στουπί στο μεθύσι, πήγαν ξημερώματα στο σχολείο τους και τα έσπασαν όλα. Παρ.: «Τα στουπιά και τα κροκίδια βρίσκουν ριζικό και μοίρα.» | < μσν. στουπί < ελνστ. στουππίον < αρχ. ελλ. στυππεῖον.

στουρνάρα η & στιρνάρα η / το στουρνάρι: στουρναρόπετρα, τσακμακόπετρα, γκρίζα ή άσπρη, ημιδιαφανής, κοφτερή και άγρια πέτρα. Δημ.: Κάνω την πλάκα πεθερά τη μαύρη γης γυναίκα / κι αυτά τα λιανοστέρναρα αδέρφια κι αξαδέρφια. Βαλ..: Kαι συ τους τρέμεις, βούβαλε! Παιδί μες στη φωτιά σου, που τρίβεις στουρναρόπετρα μ᾿ αυτά τα δάχτυλά σου, / πώχεις τετράδιπλα νεφρά και ριζιμιό στα στήθια. Κολ.: …τότε οι προεστοί μας έφεραν οι ίδιοι ζαερέ (σ.σ. εφόδια) και μπαρουτόβολο και στουρνάρια εις τον Άγιον Ηλία, πλησίον της Βαλανιδιάς. – Ανταμώθηκα με τον μπουλούμπαση, του είπα: θα μας βάλουν να τζακίσουμε τα στουρνάρια, τα ήμερα δε θα διώξουν τα άγρια· όλα φεύγουν, ο σπουργίτης πάντοτε μένει. Πβ. Καζαντζ.: Κι οι ψυχές που κατοικούσαν ανάμεσα στις πέτρες ετούτες ήταν σκληρές κι αυτές κι αφιλόξενες. Βουνό, σπίτια, άνθρωποι, όλοι ήταν από την ίδια στουρναρόπετρα. Τσιφ.: Οι σπουδαίοι υπουργοί του που τους εμπιστευότανε ήτανε ντιπ στουρνάρια και αμόρφωτοι. – Κι έτσι η Αγγλία βρέθηκε μ’ ένα βασιλιά στουρνάρι, μ’ ένα πρωθυπουργό μισοπάλαβο και με υπουργούς που δεν ξέρανε τι τους γίνεται | < στουρνάρι < ίσως < στορυνάριον < υποκορ. του ελνστ. στορύνη: νυστέρι, με επέκτ. της σημ. για κοφτερές πέτρες. Βλ. & σφίξη η.

στούρνος ο: μτφ. ο βλάκας, αυτός που «δεν παίρνει τα γράμματα», δεν καταλαβαίνει. Ντιπ για ντιπ στούρνος. Θέλουμε όταν δεν θέλουν. Δεν θέλουμε όταν θέλουν. Τόσο στούρνοι είναι πια; Γερνάνε γρηγορότερα οι… στούρνοι. Νέα γκάφα από τον στούρνο!

στόφα η: είδος πολυτελούς υφάσματος· βαρύ, γυαλιστερό ύφασμα πολύ μεγάλης αντοχής, που χρησιμοποιείται για ταπετσαρίες, καλύμματα επίπλων και κουρτίνες· ποιότητα, τα στοιχεία του χαρακτήρα που συγκροτούν την προσωπικότητα ενός ατόμου· μαγειρική κουζίνα, που χρησιμοποιείται και σαν σόμπα, και καίει ξύλα. Το βράδυ των αρραβώνων «έκοβαν και τα προικιά.» Πόσες κάπες, με κεντητά, μάλλινα εγχώρια, γελέκια με κόκκινα σιρίτια, μάλλινα φουστάνια, στόφες, πουκάμισα,, κάλτσες, ποδιές, μαξιλάρια θα έδίνε η νύφη. Στην έκθεσή μας υπάρχουν μοντέλα αερόθερμα, αλλά και στόφες – λέβητες, που θερμαίνουν το νερό των σωμάτων του καλοριφέρ· Στόφα- θερμοθάλαμος ηλεκτρικός με υγραντήρα. Χωρητικότητα 16 ταψιών 60×40 cm. Πολυτελής εμφάνιση με διαφανείς πόρτες. Ισχύς 2,6 KW· Αλλά, αν θυμάμαι καλά, ο τρίτος εκεί είναι καλό παιδί, ο Β Άτομο με γνώσεις και ενημέρωση, από καλή στόφα, ανήκει στους σοφούς του υπουργείου. Ο Ψ. δεν διαθέτει τη στόφα του ηγέτη που μπορεί να επιβληθεί στο κόμμα του ή την κοινωνία | < ιταλ. stoffa.

στραβάδι το: (εντελώς) στραβός, που δεν βλέπει καλά | < αρχ. ελλ. στραβός: λοξός.

στραγκιστάρι το: σουρωτήρι.

στράκα η: ξερός και διαπεραστικός ήχος, σφαλιάρα, καρπαζιά. Έκανε άλλη μια στράκα χτυπώντας τον αντίχειρα με τον παράμεσο. Μόλις τους είδε να πλησιάζουν, άρχισε να κάνει στράκες με τα δάχτυλά του. Έκανε στράκες με το καμουτσίκι. Τσιφ.: Τι καμαρώνεις ρε νταηφιόγκο με το πατούμενο; Αφού η μάνα σου ήτανε χελώνα! Και τούσφιγγε στα ξαφνικά μια στράκα ξεγυρισμένη. Ο Σπόρος θύμωνε μπαρούτι! – Κοίτα, παιδί μου, στη ζωή να γίνεις δυνατός, αλλιώς θα σε παίρνουνε από πίσω τα παιδιά και θα σε ταράζουνε στη στράκα | < πιθ. ηχομιμ. τρακ.

στράνια τα: ρούχα, φορέματα, ενδύματα γενικώς. ΦΡ. Έπλυνα τα στράνια. Έχω τα στράνια στο λάκκο | πβ. βλαχ. stranju: ρούχο.

στραπατσάδα η: τηγανητά χτυπημένα αυγά, με ντομάτα και τυρί φέτα. Ντομάτες με αυγά και φέτα (στραπατσάδα, καγιανάς). Στραπατσάδα ή κοσκοσέλα κυκλαδίτικη. Μέσα σ’ όλη αυτή την αυγοκατάσταση που με καταδιώκει λοιπόν έκανα και μια στραπατσάδα (ή αλλιώς καγιανάς). Φαγητό εύκολο, γρήγορο, ελαφρύ (ιδανικό και για καλοκαίρι) και νόστιμο | < βενέτ. strapazzada: στραπάτσο (Πβ. ιταλ. uova strapazzate: αυγά στραπατσάδα).

στραπάτσαλος -η -ο: επιπόλαιος, καταστροφικός, ζημιάρης. Παρωνύμ.: Στραπάτσαλος | < στραπάτσο το.

στραπάτσο το: σοβαρή ζημιά, μεγάλη αποτυχία, δυστυχία. Παπαγ.: Με τα χρόνια παρατηρείται μια εσωτερική διάβρωση, ένα ψυχικό στραπάτσο, που συχνά δεν επιδέχεται καμιά εύλογη εξήγηση | < ιταλ. strapazzo.

στραποκαμένος -η -ο: ο αστραποκαμένος, χτυπημένος από αστραπή, δύστυχος· ανεπρόκοπος, ανάποδος άνθρωπος. Καζαντζ.: Μια στριμμένη, θεόρατη ελιά μπροστά του, χωρίς φύλλα, χωρίς ανθούς, αστραποκαμένο κούτσουρο, και κρέμονταν στους κλώνους της αλλόκοτοι καρποί, τουφέκια και φυσεκλίκια και χαντζάρια και μαύρα μαντίλια. Δημ.: Ο μάνες ο ταλαίπωρες πν ξεγυμνωμένες, / τς πόλης ο πολίτισσες ξανασκεπασμένες, / πλούσιες πτωχς νάκατα, μ τ σκοιν δεμένες, / τς πόλης ο εγενικές, ο στραποκαϊμένες.

στράτα η: ο δρόμος, μονοπάτι, βόλτα, δρομολόγιο. Παπαδ.: φο κουβάλα τ πρω σα σακκία λεύρου σπρίων σαν δι κουβάλημα λλο μπόρευμα ποιονδήποτε, κ παιρνε τν κόπον του, «μ τν στράτα» «ξεκοπή», κατ τν συμφωνίαν, μβαινεν ες το λέξη το Γατζίνου τ καφενεδάκι. Στράτα στρατούλα: λέγεται για μωρά που βαδίζουν, βολτάρουν, περπατούν. Καζαντζ.: …έφερναν πρόσφορα, έκαναν κόλλυβα, ξομολογούνταν και μεταλάβαιναν, γυναίκα δε σήκωνε τα μάτια της να κοιτάξει ξένον άντρα, άντρας δε σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει ξένη γυναίκα, όλοι ακλουθούσαν τη στράτα του Θεού. Παρ.: «Πέτρα πελεκημένη, στη στράτα δεν απομένει.», «Το χρέος θέλει δόσιμο κι η στράτα θέλει περπάτημα.», «Ούτε ντροπή ούτε στράτα.» Βλ. & λυγκιάζω, έμπα το, βαένι το.

στρατά τα: χιουμοριστικά τα στρατεύματα. Τσιφ.: Κάτι άλλοι απ᾿ όλη την Ευρώπη, την Απουλία, τη Φλάντρα, την Αραγκόνα, το Ανζού, μαζευτήκανε με τα στρατά τους να φάνε κι αυτοί.

στρατήγημα το: πολεμικό τέχνασμα, μέσο ή τρόπος για εξαπάτηση. Στρατηγήματα των κλεφτών. Περρ.: Ο Αλής [..] μετεχειρίσθη άλλο στρατήγημα, διατάξας να κινηθώσι δι᾿ άλλης οδού τα στρατεύματα, ενώ δε την δευτέραν μέραν εστρατοπέδευσαν, έδωκε μυστικάς εις στους διαταγάς να συλλάβωσι, αφοπλίσωσι και χειροδέσωσι ζώντας όλους τους Σουλιώτας·δεν ηγνόει όμως ο πασάς ότι ήταν δύσκολο και επικίνδυνο να τους συλλάβει και αφοπλίσει διά της βίας ζώντας· όθεν επενόησεν να τους βάλη να πηδήσουν ταις τρεις (το άλμα) μετά των ιδικών του στρατιωτών (τούτο συνηθίζεται έκπαλαι στην Ελλάδα)· αφήσαντες λοιπόν τα όπλα ένθεν κακείσε κατεγίνοντο εις το πήδημα προς το οποίον ο Φώτος Τζαβέλας, υιός του Λάμπρου Τζαβέλα, υπερέβη όλους. Οι δε Τούρκοι εν ταύτη τη αλληλομιξία και αοπλία επιπεσόντες εκ συνθήματος συνέλαβον και εχειροπέδεσαν αυτούς, διασπαρμένους όντας. – Το στρατήγημα τούτο εις ουδένα άλλον αποδίδεται, παρ᾿ εις μόνον τον Μάρκον Βότσαρην, όστις και ανδρείος και στρατηγηματικός εδείχθη εις τον περί ου ο λόγος πόλεμον | < αρχ. ελλ. στρατήγημα το.

στρατολάτης ο: αυτός που βαδίζει, γυρίζει σε στράτες, περπατητής, οδοιπόρος, τακτικός ταξιδιώτης. Καρκ.: Γυρίζει τα σπίτια και απλώνει χέρι σε κάθε διαβάτη. Ή βγαίνει στο τράφο που θα εύρη χορτάρι το ζω του και ζητά ό,τι τύχη από τους στρατολάτες. Λουντ.: Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης / ένας αποσταμένος περπατητς / που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς / ν᾿ ακούσει το τραγούδι των γρύλων.

στρατσόχαρτο το: χοντρό χαρτί για περιτύλιγμα, φτηνό και κακής ποιότητας χαρτί. Ο πελάτης βγάζει τα παπούτσια ή τα παλιά στιβάνια του, πατά σε ένα καθαρό στρατσόχαρτο, και ο στιβανάς παίρνει το «χνάρι» του, δηλαδή το περίγραμμα της πατούσας | < στράτσο το < βενέτ. strazzo: στρατσόχαρτο. Βλ. & στιβάνι το.

στράφι το: σε φράσεις όπως πήγε στράφι: πήγε στα χαμένα, χαραμίστηκε, δεν αξιοποιήθηκε όπως έπρεπε, καταστράφηκε, ζημιώθηκε. Πήγαν στράφι τα προγνωστικά; Πήγαν… στράφι 240.000 μπουκάλια μπίρας. Δώδεκα χρόνια δουλειάς πήγαν στράφι. Τσιφ.: Οι Ναπολιτάνοι του περίμεναν παραδάκι, αλλά παραδάκι γιόκ. Κι άμα είσαι γενναίος και δεν τρως, η γενναιότης σου πάει στράφι | < τουρκ. israf: σπατάλη (από τα αραβ.).

στραφταλίζω: αστράφτω, λαμπυρίζω, λαμποκοπώ, γυαλίζω, είμαι στιλπνός και λαμπερός, ακτινοβολώ. Καινούριο χιόνι στην κορφή, λάμπει και στραφταλίζει. Σιδ.: …οι ακτίνες του ήλιου αστραφτερά πετράδια που λαμπύριζαν και στραφτάλιζαν στα μάτια του Ανέστη | < στράφτ(ει) + (γυ)αλίζει.

στρέκλιαρης ο: είδος αλογόμυγας, μεγάλο έντομο που τσιμπάει τα βοοειδή.

στρέφα η: γίδα δύο ετών.

στρέχω: στέργω, συμφωνώ, δέχομαι τους όρους, συγκατατίθεμαι, δέχομαι, ανέχομαι, αποδέχομαι ευχαρίστως, είμαι ή μένω ευχαριστημένος, ικανοποιημένος, ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι, συναινώ, συγκατατίθεμαι. Μακρ.: «Ν μο δώσεις τ χρήματα κα ν σο δώσω τ βρετικά σου, τι τβρες, δν τ κλεψες, κα ν φμε ψωμ μαζ κα ν πς ες τν δουλειά σου.» Ατς δν στέργεταν μ κάναν τρόπον, ν μ μαθευτ τ᾿ εναι κλέφτης – Το επε ν βγάλη τν Πετρόμπεγη κα τος λλους π τν χάψη· κα στρέχτη Κυβερνήτης ν τος βγάλη, ν᾿ γαπηθον – ρθαν μου μίλησαν πολλο ν μν παρατηθ· δν στρέχτηκα κι᾿ παρατήθηκα Στίχ.: Ο Σουλιώτισσες δν μάθαν γι ν ζονε μοναχά, / ξέρουνε κα ν πεθαίνουν ν μν στέργουν τν σκλαβιά. Καζαντζ.: Άμοιρη εσύ, μη μου πικραίνεσαι μες στην καρδιά σου τόσο· κανείς, αν δεν το στρέγει η μοίρα μου, στον Άδη δε με στέλνει. Παπαδ.: …δν ξέρω ν ο σοϊλδες, ατο πο κάνουν τν ρχοντα, στρέγουν ν τος κουμαντάρουν ο γυνακές τους· μ μες ο βοσκο δν τ καταδεχόμαστε μ κανέναν τρόπο! | < αρχ. ελλ. στέργω: δείχνω αγάπη· στέρξον: θα με υποχρεώσεις, κάνε μου τη χάρη· στέργω τὴν τυραννίδα: την υπομένω.

στριβάδι το: άσπαρτο χωράφι, έκταση που αφήνεται ακαλλιέργητη. «Στριβάδι» λέγεται και είδος χόρτου.

στρίζω: τρίζω. Στρίζει τα δόντια. Παρ.: «Παρ.: «Αντί να στρίξουν τα θεμέλια, στρίζουν τα κεραμίδια.»

στριμόκωλος -η -ο: στριμωγμένος, ζόρικος, δύσκολος, δυσχερής· λέγεται για καταστάσεις πίεσης, έντασης, που απαιτούν επιπλέον προσπάθειες, θυσίες ή κόπους· επίρρ. στριμόκωλα. Τιμές 40 λίρες το άτομο, καλή εξυπηρέτηση, χώρος στριμόκωλος αλλά ζεστός. Ρε Ακη, όσο γερνάς τόσο πιο στριμόκωλος γίνεσαι. Ο προϋπολογισμός μας είναι κάπως στριμόκωλος. Στριμόκωλος νέος χρόνος! Τώρα, που είναι στριμόκωλα τα πράγματα, θα φανεί ποιός θα γίνει ενεχυροδανειστής και ποιός αλήτης πολυτελείας. Στριμόκωλα κι ο κυρ-Φώτης; | < στριμ(ώνω) -ο- + κώλ(ος) -ος. Βλ. & μπούγιο το.

στριμπάδα η & στρουμπάδα η: ανωμαλία σε επιφάνεια, μτφ. η αναποδιά, η απρόσμενη εξέλιξη, η αλλαγή της αναμενόμενης εξέλιξης των πραγμάτων· στριμπάδα μέρα: που δεν έχει παραγωγή, ημέρα χωρίς μερακάματο, στραβή, αργία. ΦΡ. Έγινε στριμπάδα: ήρθαν τα πράγματα αλλιώς, διαφορετικά απ᾿ ότι θα περίμενε κάποιος. Λ.χ.΄Εγινε στριμπάδα και δεν τρυγήσαμε κανονικά φέτος | πιθ. < στρίβω < αρχ. ελλ. στρέφω η στραβώνω < αρχ. ελλ. στραβός: λοξός.

στριμπός -η -ο: στραβός, φθαρμένος, χαλασμένος. σπασμένος.

στριμπώνω: στραβώνω, χαλώ, φθείρομαι, σπάω, ραγίζω. Σιδ.: …μάτωσαν, ξεροπάγιασαν, έκοψαν και ξερίζωσαν δέντρα μ’ ένα στριμπωμένο τσεκούρι, μια μισοφαγωμένη τσάπα και κουτσιουμπούς κασμάδες. Βλ. & στριμπάδα η.

στριμπό το: αλλιώς το τσουκάλι. Παρ.: «Αν δε φάω απ᾿ το στριμπό, δεν είναι βολετό να πέσω [σ.σ. για ύπνο].»

στριντζώνομαι & στριτζώνομαι: νευριάζω, θυμώνω, τσατίζομαι, στραβομουτσιουνιάζω. Εγώ όμως τους άφηνα να με κρατούν χαλαρά, δίχως να στριτζώνομαι. Τσιφ.: Πήρε τώρα ο Βελλαρδουίνος την Κορώνη, αλλά πέρα στη Βενετιά τόμαθε ο δόγης και στριτζώθηκε.

στρίντζω η: η στριμμένη γυναίκα, που θυμώνει, νευριάζει, μουτρώνει, αρπάζει εύκολα, στρίγγλα.

στριφτάρι το: οποιοδήποτε μηχανικό εξάρτημα κινείται περιστροφικά, στριφτά, ο καθένας από τους περιστρεφόμενους μικρούς μοχλούς με τους οποίους ρυθμίζεται το τέντωμα των χορδών μουσικού οργάνου. Το στριφτάρι της βρύσης. Βαμβ.: Αυτοί παίζανε μπουζούκια, και δεν είχε κλειδιά, αλλά στριφτάρια από ξύλο | < στριφτ(ός) -άρι.

στρογγύλι το: στρογγυλό κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, συνήθως κομμάτι από κορμό δέντρου. Τα στρογγύλια είναι ξυλεία διαμέτρου από 18-30 εκ. και μήκους από 1,2-2 μέτρα. Προέρχεται από το ανώτερο τμήμα του κορμού και εκτός από πολλούς ρόζους δεν παρουσιάζει άλλα αξιόλογα σφάλματα. Κάνουν για πλακάτ, παλέτες και κιβώτια | < μσν. στρογγυλός < αρχ. στρογγύλος: ομαλός, μακρουλός.

στρούγκα η: χώρος περιφραγμένος πρόχειρα, για το άρμεγμα γιδοπροβάτων. Αίν.: «Έχω μια στρούγκα, χωράει χίλια πρόβατα και ποδάρι απ’ αρνί δε χωράει.» (μυρμηγκοφωλιά) | < βλάχ. strunga. Βλ. & μαξούλι το.

στρουμπάρα η: ασθένεια προβάτων.

στροφάρω: παίρνω στροφές· μτφ. σκέφτομαι γρήγορα κι έξυπνα, «κόβει», «στροφάρει» το μυαλό μου, είμαι «σπίρτο», αντιλαμβάνομαι αμέσως. Οι επιστήμονες, πιστεύουν ότι η αδρεναλίνη και ο καθαρός αέρας, βοηθούν τον εγκέφαλο να στροφάρει καλύτερα.

στυλώνω: στηρίζω, στερεώνω, δυναμώνω, τονώνω, κρατώ ακίνητο, ακινητοποιώ, προσηλώνω. (Τριαντ.) Στύλωσε τα πόδια του και δεν κουνιόταν· στύλωσε το βλέμμα του. Σεφ.: νοιξε τ μάτια καλ στύλωσε τ μάτια / προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις πς τ μαρο παν ξεδιπλώνεται | < μσν. στυλώνω < ελνστ. στυλ(ῶ) -ώνω.

συβάζομαι: συμβιβάζομαι, συμφωνώ με κάποιον. Παρ.: «Ακριβός (: τσιγκούνης) και ψεύτης γρήγορα συβάζονται

σύβραση η: βράσιμο υλικών μαζί. Μια τέτοια επινόηση είναι η «σύβραση»: κρεμμύδια λεπτοκομμένα σε φέτες, τηγανισμένα σε χαμηλή φωτιά μέχρι να ροδίσουν λίγο, που τα περιχύνεις επάνω σε μακαρόνια, σε όσπρια, σε λαχανικά, σε χόρτα, καρυκεύοντας έτσι ένα κατά τα άλλα άχαρο πιάτο. Σύβραση με κεφτέδες και ξερά κρεμμύδια. Οπότε ετοιμάζομεν την σύμβρασιν όπως περιγράφεται ανωτέρω και για τα άλλα γιαχνιά και στραγγίζομεν τα φασόλια και τα ρίπτομεν να βράσουν μέχρι τέλους. Βλ. & μελώνω.

συγκαθώ: χορεύω αδέξια. Κι όταν κάποιος αυθόρμητα συγκαθούσε, το έστηναν στο χορό. Παρ.: «Όσο σου λεν καλοχόρευε, συ αρχίζεις να συγκαθάς.» Βλ. & φουκαλώ.

συγκαλά τα: η κανονική, καλή, ομαλή, υγιή κατάσταση· στον πληθ. στη φράση έρχομαι στα συγκαλά μου: συνέρχομαι, είμαι όπως πρέπει. Η κυβέρνηση πρέπει επιτέλους να έρθει στα συγκαλά της! «Είτε οι Ευρωπαίοι θα έρθουν στα συγκαλά τους, είτε η Ευρώπη θα καταλήξει στα σκυλιά.» Το φυσικό είναι τόσο μεγάλο και τόσο ωραίο, ώστε παραμερίζει κάθε τι «μεταφυσικό»: στην τρέχουσα γλώσσα, αυτό πάει να πει ότι έχω έρθει στα συγκαλά μου. Βλ. & τσάρκος ο.

σύθαμπο το: αμφιλύκη, βράδιασμα, θαμπόφωτο, λυκόφως, μούχρωμα, σκιόφως, σκοτείνιασμα, σουρούπωμα, σούρουπο το ημίφως της δύσης του ήλιου. Καρκ.: Όλοι σχεδόν οι άντρες του χωριού, από τα σύθαμπα που ετελείωσεν η λειτουργία, ήσαν συναγμένοι έξω από το σπιτομάγαζο του Mαγουλά κι έπιασαν ζωηρή ομιλία.

σύγκρυο το: ρίγος. Παρ.: «Αρχιμηνιά, καλή χρονιά, με σύγκρυα και παγωνιά.»

συκαμιά η: η μουριά.

συλλοή η & συλλογιά η: συλλογισμός, έννοια, σκέψη, φροντίδα για κάτι. Δημ.: Μια φορά ήμουν πουλί / και με ζηλεύανε πολλοί, / πουλί και κελαηδούσα, / στους μπαχτσέδες σιργιανούσα. / Πρώτα κοιμόμουν την αυγή, / χωρίς καμμία συλλοή. Σιδ.: Ο Διάκος μπήκε σε συλλογιά μεγάλη. Ύπνος δεν τον έπιανε και το κεφάλι του βούιζε σαν ροϊσμένο μελλίσι που χαλεύει τόπο να σταθεί.

συμμαζωχτός -η -ο: ο συμμαζεμένος, μτφ. αυτός που μαζεύει χρήματα, ο τσιγκούνης, τσιμπρός, μαντζίρης, σπάγκος, τσιφούτης, καβουροτζέπης.

συμπάθειο το: η συμπάθεια, συγχώρεση. Βλ. & ορθώνω.

συμπέθερος ο & συμπεθέρα η: ο πατέρας / η μητέρα του συζύγου (γαμπρού) ή της συζύγου (νύφης), στη σχέση του με τον πατέρα / τη μητέρα του συζύγου ή της συζύγου· συγγενής εξ αγχιστείας. Παρ.: «Όλα τα ᾿παμε με τον συμπέθερο, μόνο για τη νύφη δεν είπαμαν τίποτα.», «Όταν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, παραέξω οι συμπεθέροι.», «Τον όμοιο σου συμπέθερο, τον κάλλιο σου κουμπάρο.», «Συμπέθερε, συμπέθερε, η μοίρα μας που σ’ έφερε.», «Όσο πίν᾿ η συμπεθέρα, τόσο καλοκουβεντιάζει.», «Από κόκκορα εγγονή, από γίδα συμπεθέρα.» | < μσν. συμπέ(ν)θερος < ελνστ. συμπενθερός · μσν. συμπε(ν)θέρα < ελνστ. συμπενθερά. Βλ. & ομοιάζω, προσφάι το.

συμπράγκαλα τα: οι αποσκευές, τα πράγματα, τα κατούνια, τα σέα. Εξοπλισμός κατασκήνωσης και συμπράγκαλα. Τους πέταξε τα συμπράγκαλα στη θάλασσα. Τσιφ.: Τέλος πάντων, μάζεψε τα συμπράγκαλά της η Θεοδώρα, παέι διά ξηράς και κατέφυγεν εις το φρούριο των Αγράφων | < ίσως συμ- βεν. branc(a): χεριά -αλα.

συμφάδα η & συννυφάδα η: λέγεται για γυναίκες, νύφες, που έχουν παντρευτεί αδελφούς. ΦΡ. Δεν το τρών ντιπ, μαλώνουν σαν συμφάδες: μαλώνουν συνεχώς, με κάθε αφορμή. Πάλλ.: Για ακούστε, σκλάβες, μιά στιγμή και πέστε την αλήθεια. / Πούθε η κυρά σας έκανε σα βγήκε από τον πύργο; / Μην πάει στις συνυφάδες της ή σε καμιά αντραδέρφης; / για μήπως πάει στην εκκλησά της σεβαστής Παρθένας;

συνάζομαι & σνάζομαι: συγκεντρώνομαι σε ομάδα, παρέα, όμιλο· τινάζομαι, χοροπηδώ, χορεύω πηδηχτά. Πάλλ.: Όλη η βουλή των προεστών στο μόλο συναγμένη / είπε πως όξω στη στεριά τους Τούρκους θα προσμένει.

συνάμα: επίρρ. ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή, συγχρόνως. Παπαγ.: Συνάμα ξυπνάει καί μία λλη ασθηση, πού μεθυσμένος δυνατε νά τήν ξηγήσει, παρότι εναι τό μέγα πάθος του | < ελνστ. συνάμα.

συναξάρι το: διήγηση που αναφέρεται στο βίο και στο μαρτύριο αγίου ή μάρτυρα του χριστιανισμού ή και σε άλλα θέματα σχετικά με την εκκλησιαστική ζωή (Τριαντ.) Παπαγ.: Αν δεις τα συναξάρια, τον τρόπο που είναι γραμμένα, θα ανακαλύψεις μια γλώσσα κατανοητή – είναι κράμα βέβαια, αλλά την καταλαβαίνεις κι εσύ, και η γιαγιά σου ακόμα | < μσν. συναξάριον < σύναξ(ις) -άριον (επειδή διαβαζόταν σε συγκεντρώσεις μοναχών).

συναπάντημα το: η (τυχαία) συνάντηση. Καρκ.: Για μια στιγμή εσκέφθηκε ν᾿ ανεβή στο δωμάτιό του και ν᾿ αποφύγη έτσι το συναπάντημα. Aλλ᾿ ο εγωισμός δεν τον άφηκε. Σεφ.: Κλείνω τ μάτια γυρεύοντας τ μυστικ συναπάντημα τν νερν / κάτω π᾿ τν πάγο τ χαμογέλιο τς θάλασσας τ κλειστ πηγάδια / ψηλαφώντας μ τς δικές μου φλέβες τς φλέβες κενες πο μο ξεφεύγουν | < μσν. συναπάντημα < συναπαντη- (συναπαντώ) -μα.

συναπαντώ: συναντώ τυχαία. Σεφ.: Τάχα θ τ συναπαντήσω τ γρι γυναίκα τσι πο κατεβαίνω; / Μο επε σν φυγα: «Ποις ξέρει πότε θ ξαναβρεθομε.» | < αρχ. ελλ. συναπαντῶ.

συνδρομώ & συνδρομίζω: παροτρύνω, παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι, συμβουλεύω, φροντίζω. Ως πότε θα είμαι να σας συνδρομώ; Ηπίτ.: συδρομίζω: (διάλεκτ. Ηπείρου) διευθετώ εργασίαν τινά, ισοδρομίζω.

σύνεργα τα: τα εργαλεία, αντικείμενα, πράγματα που χρειάζονται, χρησιμοποιούνται για μια δουλειά. Τα σύνεργα ενος ζωγράφου. Σύνεργα κουζίνας. Άρπαξε ελαιόλαδο και σύνεργα για τη συγκομιδή της ελιάς. Δοκιμές με τα σύνεργα του σκηνογράφου. Παρ.: «Ο κακός ο μάστορης με τα σύνεργά του τα βάζει.» | < ελνστ. σύνεργον.

συνερίζομαι: παραδειγματίζομαι, παραβγαίνω, συναγωνίζομαι. Τριαντ: δίνω υπερβολική σημασία σε κάτι, πειράζομαι, ενοχλούμαι από τα λόγια ή από τις ενέργειες κάποιου, παραβλέποντας ότι ειδικές συνθήκες επιβάλλουν να αναγνωρίσω στο άτομο αυτό κάποια ελαφρυντικά. ΦΡ. Μην τον συνερίζεσαι: μην ακολουθείς το παράδειγμά του, μην δίνεις απόλυτη σημασία σε λόγια ή πράξεις άλλου. Κακριδ.: Με όλους τους άλλους συνερίζουμαι, δεν αψηφώ κανέναν / να τον γνωρίσω θέλω, αντίκρυ του να μετρηθώ· πολλά ᾿ναι / λέω των αντρών τα συνερίσματα, κακός δεν είμαι σε όλα· ξέρω καλά το καλοτόρνευτο δοξάρι να δουλεύω (τν δ᾿ λλων ο πέρ τιν᾿ ναίνομαι οδ᾿ θερίζω, / λλ᾿ θέλω δμεν κα πειρηθήμεναι ντην / πάντα γρ ο κακός εμι, μετ᾿ νδράσιν σσοι εθλοι) – Πβ.: …που και με αθάνατους παράβγαιναν στου δοξαριού την τέχνη (ο α κα θανάτοισιν ρίζεσκον περ τόξων) Παρ.: «Συνερισθήκαν τα τραγιά και παίζουν με τα γίδια.» | < ελνστ. συνερίζω: μάχομαι εναντίον < μσν.(;) συνερίζομαι· αρχ. ελλ. ἐρίζω: αντιμάχομαι, αντιπαλεύω, τσακώνομαι, τινί, με κάποιον· συναγωνίζομαι με κάποιον σε κάτι· συμμετέχω σε διαγωνισμό, διατηρώ το συναγωνισμό.

συνέρια η & συνέριο το: ο ανταγωνισμός, οι ενέργειες που έχουν ως βασικό κίνητρο τις ανταγωνιστικές επιδόσεις ενός «αντιπάλου» και ουδ. συνέρισμα, συνέριο. Κακριδ.: Με τους παλιούς ηρώους δε θα ᾿θελα να μπω σε ξεσυνέρια, / τον Ηρακλή για και τον Εύρυτο, της Οιχαλίας το ρήγα (νδράσι δ προτέροισιν ριζέμεν οκ θελήσω, / οθ᾿ ρακλι οτ᾿ Ερύτ Οιχαλιι) Γκοτζ.: Ο Παυλόπουλος ήταν ο πρώτος δάσκαλος που άρχισε να βαθμολογεί. Μας έπαιρνε τα τετράδια και μας έβανε βαθμό. Αυτό ήταν κάτι το καινούριο για μας. Έτσι φροντίζαμε ποιός να γράψει ομορφότερα, πιο καθαρά. Γινόταν μια ξεσυνέρια μεταξύ μας, ένας ανταγωνισμός που είχε αποτέλεσμα να συνηθίζουμε στην καλλιγραφία. Πάλλ.: Είπε, και σ᾿ όλους έβαλε απόφαση και θάρρος. Τότες συνέρια τέντωσαν σκυλίτικη πολέμου / εδώ ο λεβέντης Έχτορας, εκείθε ο γιος του Κρόνου, / βοηθός ο ένας Αχαιών, βοηθός ο άλλος Τρώων. Παπαδ.: Γιατί δεν ακούς τ᾿ μάννα; Σ᾿ τα ᾿λεγα, ένα κιριμέ. Τώρα, σα μεγάλωσες, ποιος φταίει; Κι μοναχή σ᾿ τάχα είσι; Είν᾿ άλλες μεγαλύτερις. Του Μυγδαλιώ τς Μάχους, κι του Κρουσταλλιώ τς Γιώργινας, τι σ᾿νέριο τς έχεις εσύ; | < Βλ. & συνερίζομαι.

συνήθειο το: η συνήθεια, το έθος. Τσιφ.: – Θα ορκιστείτε ότι θα σέβεστε τα συνήθεια της χώρας; – Και δεν ορκίζουμαι; Το ᾿χει συνήθειο, από τα χρόνια του πατέρα του ακόμα, ν᾿ ανοίγει χαράματα το καφενείο. Το είχε συνήθειο να μην μιλάει, ούτε να χαιρετάει κανέναν πριν να πλύνει τα μούτρα της.

σύντεκνος ο & συντέκνισσα η: κουμπάρος, κουμπάρα. Δημ.: Ν᾿ αλλάξει και να στολιστεί, σαν πέρδικα γραμμένη, να `ρθει ο γαμπρός και ο σύντεκνος. Παρ.: «Τον σκύλο κάνε σύντεκνο και το ραβδί σου βάστα.» | < ελνστ. σύντεκνος: θετός αδελφός.

συντεχνίτης ο & συντεχνίτισσα η: αυτός που ασκεί την ίδια τέχνη, το ίδιο επάγγαλμα με κάποιον άλλο, που ανήκει στην ίδια συντεχνία, ομοιότεχνος, μάστορας που κάνει την ίδια δουλειά. Παρ.: «Συντεχνίτη ο συντεχνίτης πάντοτε τον κακοβλέπει.»

συννεφόκαμα το: Παπαδ.: Είτα επήρχετο σιωπή και ησυχία, βαρεία ως κουφόβρασις, ως συννεφόκαμα και βεβαρημένη ατμόσφαιρα, κυοφορούσα βροχήν.

συντοπίτης ο & συντοπίτισσα η: που κατοικεί, ζει στον ίδιο τόπο, συγχωριανός, συμπολίτης. Σύριος μετέφερε λαθραία συντοπίτες του. Πέντε συντοπίτες ζητούν την ψήφο σας. Τρομοκρατημένοι οι συντοπίτες μας στην Γαλλία. Καρκ.: Ο Βαλαχάς τα ήξευρεν αυτά κι είχεν εναντίον τους την αγανάχτηση που έχουν όλοι οι συντοπίτες του.

συντραμπάκος ο: πολύ ψιλό σπυρωτό λευκό χαλάζι, κάτι ανάμεσα σε χιόνι και χαλάζι. Έριξε συντραμπάκο.

συντροφιάζω: έχω σύντροφο, παρέα. συντροφιασμένος -η -ο. Παρ.: «Κάλλιο μοναχός παρά κακά συντροφιασμένος

συντρόφι το: ο σύντροφος· μτφ. το σώβρακο, το εσώρουχο. Στίχ. Σ᾿ έν᾿ απ᾿ αυτά είχε θάλασσα / κι μι ήρθε να βουτήξω / με το συντρόφι ρίχνομαι / τον πάτο για ν᾿ αγγίξω. (Το ματσιφτάρι, Θανάσης Παπακωνσταντίνου).

συντυχαίνω: συναντώ, συναναστρέφομαι, βρίσκομαι στον ίδιο χώρο ή τόπο. Παπαχαρίσ.: Καμιά φορά συντυχαίναμε τη μάνα μας στο δρόμο, καθώς γυρνούσε από το χωράφι κανενός, όπου δούλευε εργάτισσα όλη την ημέρα για ένα κομμάτι ψωμί. Καρκ.: Ποιός, ο Πέτρος Bαλαχάς, ο καλύτερος τραγουδιστής του Mεσολογγιού, ο ξακουσμένος αντίπαλος του Mπαταριά να κάθεται πού, στο Nυχτερέμι· να συντυχαίνει πάντοτε με Kαραγκούνηδες, που δεν έχουν άλλο θεό από τον μπέη και άλλον κόσμο δεν γνωρίζουν από τα ζώα και τα σπαρτά τους!»

συντυχιά η: συνάντηση. Κακή συντυχιά.

Συπιτός ο: τοπωνύμιο της περιοχής, μέρος με φυσικό τρεχούμενο νερό, με βρύση (Λιβαδερό). Ηπίτ.: συρμητός ο: η ροή των άφθονων όμβριων υδάτων επί του εδάφους | πιθ. βλάχ. sopotu: η βρύση· βλαχ. κώμη στην Ήπειρο Σόποτσελ: υδρότοπος.

συγγένιο το: η συγγένεια, το σόγιασμα, οι συγγενείς. Έχουμε συγγένιο με τους Παπαδοπουλαίους.

συπιτούρα η: η βρύση, η πηγή, η φυσική ροή νερού.

συρικέλα και σηκωβάρα: παιγνιώδεις λέξεις που σημαίνουν αντιστοίχως σύρε και έλα, σήκω και βάρα. Οι μεγαλύτεροι έκαναν πλάκα στους πιτσιρικάδες και τους έστελναν στο μπακάλη να ζητήσουν μια συρικέλα και μια σηκωβάρα.

συρμαές το: σερμαγιά, χρηματικό ή άλλο απόθεμα εμπόρου, φορτίο εμπορευμάτων.

συρμί το: συνάχι, επιδημική αρρώστια. (Γέρμας Καστοριάς) Σιδ.: Δεν έχω τίποτα σοβαρό, μη φοβάστε, κάνα συρμί θα μ’ έπιασε. Τώρα την άνοιξη όλο και μας κουβαλιέται η θερμασιά.

συρτοπαίδι το: το παιδί που εργάζεται ως βοηθός, μαθητευόμενος ή κάλφας, μτφ. το παραμελημένο παιδί.

σύσταση η: ταχυδρομική διεύθυνση, οι πληροφορίες σχετικά με τον τόπο διαμονής κάποιου. Γράψε τη σύσταση στο φάκελο. Παπαδ.: Γυνακες, γέροντες τς γορς, θαλασσινο κα χερσαοι νδρες, που μ᾿ ερισκαν, μ᾿ φορτώνοντο ν τος κάμω τ «σύσταση», ν τος γράψω δηλαδ τν δρέσσα (: ταχυδρομική διεύθυνση) τ πανώγραμμα γγλιστ δι τς διαφόρους Πολιτείας κα πόλεις τς Βορείου μερικς.

συφάμελος -η -ο: μαζί με τη φαμελιά, όλη την οικογένεια. Καρκ.: Oι κάτοικοί του εσυνήθιζαν συφάμελοι να βγαίνουν στο ταξίδι | < Βλ. & φαμπλιά η.

συφωνία η: συμφωνία. Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή.

συφτάνω & συφτάνομαι: προφταίνω, προλαβαίνω, μπορώ, μου φτάνουν, έχω ότι χρειάζεται για να κάνω κάτι. Παπαδ.: Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ᾿ το πρωί ως το βράδυ; Και πού συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ;

σφαγάρι το: σφαχτάρι, σφάγιο ζώο, για σφάξιμο. Παρ.: «Κάλλια σφαγάρι, παρά ψοφίμι.»

σφάλτσα η: άχυρο μαζί με στάχυα, καλαμιές, μικρά δεμάτια από βρίζα ή κριθάρι που χρησιμοποιούνταν για να κατασκευαστούν ποιμενικές καλύβες. Η σφάλτσα λέγεται και «βριζαμιά.» Παπαευαγ.: Ετοιμάζ᾿ν δυο σφάλτσις. Φουρτών᾿ η Μήτρους τη μια. Νταϊακώνει η Βάγγιου, φουρτών᾿ κι τ᾿νάλλη η Μήτρους. Ξανα᾿μπδούν κι οι δυο πανουσάμαρα.

σφαγιάης ο: σφαγέας, σφάχτης αυτός που σφάζει ζώα, δουλεύει σε σφαγείο, εκδορέας, χασάπης, κρεοπώλης | < αρχ. ελλ. σφαγεύς.

σφαλώ / σφαλνώ / σφαλίζω: ασφαλίζω, κλείνω, κλειδώνω. Σιργιανούσαν ουώσπου σφάλ᾿τσαν τα πιρίφτιρα. (Κοζάνη). Καζαντζ.: …δεν είχε σφαλίσει μάτι όλη τη νύχτα· η καρδιά του ήταν αγριεμένη και σκοτεινή, δεν είχε ακόμα κατακαθίσει μέσα της η ταραχή. Πάλλ.: …περνάει στα όρη, και πολύς από βοσκούς και σκύλους / κρότος κι αχός, και δε σφαλνούν το μάτι μια στιγμούλα. Καββ.: Γέροντας ναύτης μ τ μοτρα πισσωμένα / βάρκα φορτώνει μ τν πι φτην πραμάτεια. / χει τ χέρια π καιρ ψηλ κομμένα. / Κι θελε τόσο ν σο σφάλαγε τ μάτια | < μσν. σφαλ(ίζω). Βλ. & κρόσσι το.

σφάχτης ο: σφαγιάης, αυτός που σφάζει, σφαγέας· μτφ. ο οξύς, έντονος, ανυπόφορος πόνος, με μικρή διάρκεια. ΦΡ. Τον βάρεσε σφάχτης. ΦΡ. μτφ. Βρίσκω τον σφάχτη: εντοπίζω ένα ευαίσθητο και καίριο σημείο κάποιου. Καρκ.: Άξαφνα τον ετάραξε η θέρμη· σφάχτες είχε σ᾿ όλο του το κορμί.. Παπαδ.: …«εχε λυθ φαλός της» π να «σφάχτη», δριμν πόνον πο τν πιασεν ξαφνα σ᾿ λα τ σωθικά της, π τ «χουλιαράκι» της κα κάτω. Πβ. Παρ.: «Αλλού με τρίβεις, Μάρω μου, κι αλλού με σφάζει ο πόνος.», «Πού τον πονεί και πού τον σφάζει ούτε ο ίδιος δε γνωρίζει.» | < μσν. σφάχτης < ελνστ. σφάκτης.

σφαχτό το & σφαχτάρι το: σφάγιο ζώο, που προορίζεται για σφάξιμο Παπαδ.: Σφαχτά και σπληνάντερα και κοκορέτσια και κρασοβόλια άφθονα!-..ευθύς ως έγινεν ανθρακιά, έτεινε παραλλήλους δύο σούβλας με δύο άλλα σφαχτά. Χατζ.: Τα μεγάλα καΐκια της λίμνης, σκαφιδωτά κι αργοκίνητα, ξεφόρτωναν εκεί, απ᾿ τα χωριά που βρίσκονταν αγνάντια, καυσόξυλα, σφαχτά, τυριά, βουτύρατα και τα τέτοια. Πάλλ.: …τι άλλαξε ο γιος του Κρόνου γνώμη. / Του Έχτορα ίσως πιο πολύ λογιάζει τα σφαχτάρια. – Κι όπως λιοντάρι που ψοφάει της πείνας δε μπορούνε / βοσκοί λαγκαδοκοίμητοι από σφαχτό να διώξουν, / έτσι κι οι Αίϊδες, οι δυο χαλκόφραχτοι ασπιστάδες, / τον Έχτορα απ᾿ τον Πάτροκλο να σκιάξουν δε μπορούσαν. Γκοτζ.: Ρώτησαν από δω, ρώτησαν από κει, τον βρήκαν τον κλέφτη. Τον μάντεψαν καλύτερα, γιατί δεν τον έπιασαν με το σφαχτό. Τσιφ.: Άμα βρίσκανε κομμάτι λαρδί το ᾿χανε πανηγύρι και το πολύ πολύ να τους έδινε κάνας άρχοντας κάνα κεφάλι από σφαχτάρι ή τα εντόσθια για να δοκιμάσουνε το κρέας.

σφεντάνι το & σφενδάμι το: Ο σφένδαμος, είναι γένος δένδρων ή ημίθαμνων με την επιστημονική ονομασία Acer. Η επιστημονική ονομασία του σφένδαμου οφείλεται στα χαρακτηριστικά φύλλα του με τρεις ή πέντε μυτερές απολήξεις (acer στα λατινικά σημαίνει οξύς, αιχμηρός). Οι περισσότερες φλογέρες ήταν φτιαγμένες από ξύλο ελιάς, κουμαριάς, ελάτου, δρυός, οξιάς ή από σφεντάμι | < αρχ. ελλ. ἡ σφένδαμνος. Βλ. & γάβρος ο.

Σφίλτσι το: παλιά ονομασία του χωριού Χρώμιο. Λιούφ.: Εκτός απ᾿ αυτούς, μεμονωμένα κι άλλοι έποικοι προσέρχονταν από την Κάλλιανη, το Σφίλτσι, την Καταφυγή, τη Σιάτιστα, τον Άγιο Ιωάννη (κώμη άλλοτε δίπλα στον Αλιάκμονα, κοντά στα σημερινά Χάντοβα), τα Χάσια και τα χωριά προς τα βόρεια, απόγονοι των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα.

σφίξη η: το σφίξιμο, η (επείγουσα) ανάγκη, δύσκολη, εντονη προσπάθεια, ζόρικη κατάσταση. Πλάκωσαν οι μεγάλες σφίξες. Μακρύγ.: …ήταν παντού δύναμες μεγάλες του Σουλτάνου και βάλαν και σφίξη και μάζωναν και τ᾿ άρματα των Ρωμαίγων και να βουλώσουνε και τον πάλτο της μπαρούτης, του μολυβιού, των στουρναριών της Άρτας. Παπαδ.: Πότε θ στεφανωθς, Στάθη; Μ βιάζεσθε, χει Θεός. Τί σφίξη εναι; λλα λόγια ν᾿ γαπιόμαστε. Πβ. Παρ.: «Σφίγγει η μύγα το γομάρι το διαβαίνει το μουλάρι.» Παρ.: «Η σφίξη βγάζει το λάδι.» Βλ. & γελέκι το.

σφιχτοκώλης ο & σφιχτοκώλα η: με σφιχτό, σφριγηλό κώλο· που δεν έχει ακράτεια· τσιγκούνης, τσιμπρός. To μηχανάκι είχε σέλα για γκόμενες σφιχτοκώλες, οι άντρες είχαν ανατομικό πρόβλημα με την πολύωρη οδήγηση και ειδικά καλοκαίρι. Παρ.: «Χαρά στο νιο τον τσίρλιαρη, τον γέρο σφιχτοκώλη

σφιχτοχέρης ο & σφιχτοχέρα η: φιλάργυρος, τσιγκούνης, τσιφούτης, οικονόμος. Περισσότερο σφιχτοχέρηδες γίνονται σταδιακά οι άνθρωποι εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Σφιχτοχέρηδες στο φιλοδώρημα οι Έλληνες. Πιο γαλαντόμοι νέοι και γυναίκες -σφιχτοί οι ηλικιωμένοι. Βλ. & μαντζίρης ο.

σφοντυλιά η: χτύπημα με το σφοντύλι της ρόκας. Παρ.: «Ούτε τον διάβολο ν᾿ απαντήσεις, ούτε σφοντυλιά να του δώσεις.»

σφοντύλι το: στρογγυλό και βαρύ σώμα που το στερεώνουν στη βάση του αδραχτιού, για να διευκολύνει την κανονική περιστροφή του νήματος. ΦΡ. μου έρχεται ο ουρανός σφοντύλι: ζαλίζομαι από απότομο χτύπημα ή ταράζομαι πολύ από κάποιο απρόοπτο και δυσάρεστο γεγονός. Σιδ.: … έφυγε το σφουντύλι και από πάνω του και γκυλίστηκε στις πέτρινες πλάκες. Παρ.: «Ακούω αδράχτι που βροντά, σφοντύλι που ρεντεύει, τρεχάτε, βρε γειτόνισσες, μην πα και με πλακώσουν.» | < μσν. σφοντύλιν < ελνστ. σφονδύλιον < υποκορ. του αρχ. ελλ. σφόνδυλος. Βλ. & βατσινιά η.

σφοντυλιά η: χτύπημα με το σφοντύλι. Παρ.: «Ούτε το διάβολο να συναντήσεις, ούτε σφοντυλιά να του δώσεις.»

σφόρα η: σπάγκος, ανθεκτικό λεπτό σκοινί από καννάβι. Δέστε το γερά, με σφόρα, να μην κόβεται.

σφουγγάτο το: γρήγορο παραδοσιακό σπιτικό φαγητό κατσαρόλας, κυρίως με λαχανικά ή άλλα πρόχειρα υλικά. Παρ.: «Τι ξέρ(ει) ο βλάχος τ᾿ ειν᾿ το σφουγγάτο

σφουγγίζω & σφουγγίζομαι: στεγνώνω ή και συγχρόνως καθαρίζω κάτι τρίβοντάς το με στεγνό πανί, σφουγγάρι ή με το χέρι· σκουπίζω. Δημ.: Πετρόμπεης καθότανε ψηλά στο Πετροβούνι, / κ᾿ εσφούγγιζε τα μάτια του μ᾿ ένα χρυσό μαντήλι. Βηλ.: Και με το πρόσωπο σκυφτό προς το θρονί παγαίνει· / στέκεται ορθός· δυό, τρεις φορές τα μάτια του σφουγγίζει. Πβ. Καζαντζ.: Σφουγγίχτε τα μάτια σας, γυρίστε πίσω στις σπηλιές σας, καλέστε σε σύναξη τους άντρες, τις γυναίκες, ανοίχτε το στόμα, φωνάχτε. Παρ.: «Όποιος σφουγγίζει το παιδί μου με φιλεί στο πρόσωπο.» | < ελνστ. σφογγίζω < σφόγγος (αρχ. ελλ. σπογγίζω). Βλ. & φουκαράς ο.

σφώλι το: προσφώλι· μτφ. δόλωμα, κάτι που μπορεί να τραβήξει κάποιον, να τον παρασύρει. Τσιφ.: Του τη στήσανε λοιπόν, ωραία και καλά, άρχισε η κυρία «αχ» και «βαχ» και στεναγμικά, του ρίχνει το σφόλι: -Έρχεσαι αύριο που θα λείπει ο άντρας μου, να σφάξω μια χήνα περί μεζέ και να βάλω και καλό κρασί; Βλ. & προσφώλι το.

συγγενολόι το: οι συγγενείς, το σύνολο των συγγενών κάποιου. Καρκ.: Αμέσως έδωκε διαταγή στους στρατιώτες και σε λιγάκι κουβαλήσαν στο μεσοχώρι όλο το συγγενολόγι του Πάλλα.

συμφεράτος -η -ο: αυτός που κοιτάζει, φροντίζει μόνο το συμφέρον του.

συνάζω: μαζεύω, συγκεντρώνω· ρίχνω, πετώ κάτι, μτφ. ενεργώ, κινούμαι γρήγορα, δυναμικά και αποτελεσματικά. Καρκ.: O Mήτρος Πατσούρας έρριχνε με τη γολέτα του κάθε νύχτα δέκα-είκοσι δέματα καπνού σε όλην την αντικρυνήν ακρογιαλιά, από τον άγιο Θανάση έως την Kαυκαλίδα, κι εσύναζαν παρά με ουρά. -Πέντε-δέκα λεφτά να συνάξη· ένα κομματάκι ψωμί, δυο εληές, ένα σαπιοκρέμμυδο να ρίξη στον κόρφο του. ΦΡ. Σαν το σύναξα, σε μισή ώρα ήμουνα στην πόλη. Παρ.: «Απ᾿ τα καλά συναγμένα παίρνει ο διάβολος τα μισά, κι απ᾿ τα κακά συναγμένα παίρνει και τον νοικοκύρη αντάμα.» Βυζαντ. Παρ.: «Ανεμοσυνάγματα δαιμονοσκεδάσματα.» | < Βλ. & συνάζομαι, οκνεύω.

συνάζομαι: μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι. Ρίτσ.: …τότες τους βλέπουμε που συνάζονται τρεις τρεις, πέντε πέντε, / σα στα παλιά τα χρόνια στις μπαρουταποθήκες του Μεσολογγιού | < μσν. συνάζω < αρχ. συν(άγω) μεταπλ. -άζω.

συφλιάρης ο: συφιλιάρης, που πάσχει από σύφιλη, χρόνια λοιμώδη νόσο που μεταδίδεται κυρίως σεξουαλικά | < λόγ. σύφιλ(ις) -η < λατ. syphilis (< Syphilus όνομα ήρωα σε μυθιστόρημα της Aναγέννησης).

συχώριο το & σχώριο: συγχώρεση αμαρτιών. «Μπουκιά και συχώριο.»: λέγεται για κάτι πολύ νόστιμο, εξαιρετικό. Μακρ.: Τότε αφού έμαθα όλα αυτά λύθηκαν τα κόκκαλά μου όλα. Γιομίζω δυο κούπες κρασί, του λέγω «Να το πιούμεν εις συχώριον εκεινών οπού σκοτώθηκαν δια την πατρίδα παράγωρα κι᾿ άφησαν χήρες γυναίκες κι᾿ αρφανά παιδιά. Βλ. & λάπατο το.

σχοινιάζομαι: μπλέκομαι, μπερδεύομαι με σκοινί. Παπαδ.: Συγχρόνως μ᾿ εκυρίευσε και φόβος από την φιλοστοργίαν την οποίαν έτρεφα προς την πτωχήν αίγα μου. Το σχοινίον με το όποιον την είχα δέσει εις την ρίζαν του θάμνου ήτον πολύ κοντόν. Τάχα μην «εσχοινιάσθη», μην εμπερδεύθη και περιεπλάκη ο τράχηλος της, μην ήτον κίνδυνος να πνίγη το ταλαίπωρον ζώον; Αλλ᾿ εγώ επλήρωσα τα λύτρα διά την ζωήν της. Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι «εσχοινιάσθη»· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη! Μετρίως ελυπήθην, και την έκαμα θυσίαν προς χάριν της.

σώγαμπρος ο: λέγεται για κάποιον που παντρεύεται και πηγαίνει να ζήσει, να μείνει μαζί με τη γυναίκα του στα πεθερικά· ήταν συνήθως υποτιμητικό να γίνεται αυτό. Παρ.: «Η αλεπού γδαρμένη και ζωντανή απ᾿ το σώγαμπρο καλύτερα», «Κάλλιο στο παλούκι, παρά σώγαμπρος

σωθικά τα: τα σπλάχνα. Παπαδ.: – Άσπρο σινδόνι.. να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού.. ν᾿ ασπρίσουν τα σωθικά μας.. να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας. Ελύτ.: Βγήκες από τα σωθικά βροντής / Ανατριχιάζοντας μες στα μετανιωμένα σύννεφα Αίν.: «Στέκ᾿ η μούλα μουλωμένη και μιλούν τα σωθικά της.» (σπίτι με τους ενοίκους) | < μσν. σωθικά < έσωθ(εν) -ικά, ουδ. πληθ. του -ικός. Βλ. & αντάρα η, γούρνα η, σφάχτης ο, κατσάβραχο το.

σωκάρδι το: γιλέκο, κολόβιο. Ηπίτ.: κολόβιον το: εσωτερικόν ένδυμα μετά βραχείων χειρίδων, μανικιών καθηκουσών μέχρι του βραχίονος ή άνευ χειρίδων, ως και το σημερινόν κοινώς λεγόμενον γελέκο, όπερ και εσωκάρδιον καλείται. Καββ.: Σκουφί, σωκάρδι βυσσινί φορώ, μακρύ στιλέτο.

σωκόρφι το: η εσωτερική τσέπη, η δίπλα, σε σακάκι ή άλλο ρούχο. Τις παράδες στο σωκόρφι | < Βλ. & κόρφος ο.

σωλήνα η: ο σωλήνας. Σιδερένια σωλήνα.

σωμός ο & σωσμός o: η σωτηρία· το τέλος. Ο σεισμός ήταν σωσμός για μερικούς. Παρ.: «Για σωμός, για κομμός.» Μαβίλ.: Δείχνει της ευτυχιάς το ουράνιο ψέμα / Και ο δρόμος της, θαρρείς, σωμό δεν έχει.

σώνω: σώζω, κάνω γρήγορα. τελειώνω, ολοκληρώνω, καταναλίσκω, ξοδεύω, φτάνω, επαρκώ. Λ.χ. σώνε να φύγουμε αλλά και μτφ. τον έσωσε κρούουντα: τον αποτελείωσε χτυπώντας, τον έδειρε άσχημα. Γκοτζ.: -Πέσε τώρα να κοιμηθείς. Έχει κι αύριο μέρα ο Θεός. Δε σώνονται οι δουλειές. Εφτ.: Θεόρατες μηχανές κι ανάλογα υψώματα έκτισε ο Σύλλας αντίκρυ στα τειχίσματα του Πειραιά. Κι όταν οι πέτρες και το χώμα τριγύρω δεν τούσωναν, έπαιρνε υλικό κι από τα «Μακρά τείχη». – Δεν τούσωνε η Αθήνα, ήθελε και τη Δήλο, πλούσια τότες ακόμα. Μακρ.: Τ βράδυ πήγαμε, ποσκέθηκαν σα τος επαμε. Κι᾿ φόδιασαν τ κάστρο κ᾿ δωσε Δυσσέος χίλιους μαμουτιέδες ξ δίων του, τι δν σωσαν τ χρήματα, κα το λείπουν ς σήμερα κα τος ζητάγει φαμελιά του. Κολ.: Εχε τν φαντασία ν εναι ρχηγς (κεφαλή), πλν τ μυαλό του δν το σωνε ναλόγως μ τς περιστάσεις πο ερέθηκε. Σώσ᾿ και μ᾿ αραββώνιασαν;: λες να μ᾿ αρραβώνιασαν; Σώσ᾿ κι έχεις μαζί σου το βιβλιάριο;: μακάρι, ελπίζω να το έχεις. Παρ.: «Η ώρα σώνει τη μέρα.», «Σώσε λεβέντη μου το χορό.» | < μσν. σώνω < αρχ. ελλ. σῴζω.

σώψυχα τα: τα εσώψυχα, ο αόρατος, απροσπέλαστος κόσμος της ψυχής, ενδότερες σκέψεις ή συναισθήματα, ο εσωτερικός κόσμος. Παπαγ.: Άλλο πράγμα είναι «να κεντάς με μετάξι» το σώψυχό σου και άλλο, ριζικά διαφορετικό, να το χαζοκεντάς με κοινό μαλλί.

(Εμφανιστηκε 1.513 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)