18 Ιουνίου 2017 at 22:31

Αχαλίνωτος Προυστ

από

Αχαλίνωτος Προυστ

Αχαλίνωτος Προυστ

απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του Ερωτευμένος Προυστ

του Ουίλιαμ Κάρτερ

«Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα μου: Η ανάγκη μου να αγαπηθώ και, για να γίνω πιο σαφής, η μεγαλύτερη από το να με θαυμάσουν ανάγκη μου να με χαϊδέψουν και να με κακομάθουν.»

Ο Μαρσέλ Προυστ υπήρξε μαθητής του Λυκείου Κοντορσέ από το 1882 έως το 1889. Ο «στενός κύκλος» των συμμαθητών του περιελάμβανε έναν εκπληκτικό αριθμό μελλοντικών συγγραφέων. Ο Ντανιέλ Αλεβί έγραψε βιογραφίες του Φρειδερίκου Νίτσε, του Ζιλ Μισελέ και του Σεμπαστιέν Βομπάν• ο Λουί ντε Λα Σαλ, ο οποίος πέθανε σε νεαρή ηλικία, εξέδωσε μια ποιητική συλλογή και ένα μυθιστόρημα• ο Ρομπέρ Ντρέιφους έγινε ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς της Τρίτης Δημοκρατίας. Δύο άλλοι φίλοι από το λύκειο, ο ποιητής Φερνάν Γκρεγκ και ο θεατρικός συγγραφέας Ρομπέρ ντε Φλερ, εξελέγησαν μέλη της Γαλλικής Ακαδημίας, μια τιμή που δεν έγινε ποτέ στον Προυστ, το συγγραφικό επίτευγμα του οποίου έμελλε να επισκιάσει, έστω και καθυστερημένα, εκείνο των εξέχοντων συμμαθητών του.

Οι συμμαθητές του Προυστ δεν έβρισκαν πάντα ευχάριστη τη συντροφιά του. Ένιωθαν μεν δέος μπροστά στα προφανή λογοτεχνικά του χαρίσματα, αλλά η προσωπικότητά του, ειδικά η ζηλότυπη ανάγκη του για αποκλειστικότητα του ενδιαφέροντός τους, πολλές φορές τους απωθούσε. Ο Ζακ-Εμίλ Μπλανς, ο οποίος ζωγράφισε σε ελαιογραφία μια πολύ γνωστή προσωπογραφία του Προυστ, αναφέρει στα απομνημονεύματά του έναν κοινό παιδικό τους φίλο, ο οποίος του είχε εκμυστηρευτεί ότι, κάθε φορά που έπαιζε με τον μελλοντικό συγγραφέα, πάντα «με κυρίευε ο φόβος όταν αισθανόμουν τον Μαρσέλ ν’ αρπάζει το χέρι μου και να μου δηλώνει την ανάγκη του για απόλυτη και τυραννική κατοχή».1 Με τη σκληρότητα που συνήθως χαρακτηρίζει τα αγόρια στην εφηβική ηλικία, οι συμμαθητές του Προυστ πείραζαν και ταπείνωναν τον ευαίσθητο και φορτικό φίλο τους, απορρίπτοντας κοφτά τις προτάσεις του για μεγαλύτερη οικειότητα, γεγονός που τον πλήγωνε βαθιά.

Ο Ντανιέλ Αλεβί ήταν ένα όμορφο, κατάξανθο, γεμάτο φακίδες αγόρι, με καστανά μάτια, που, όπως και ο Προυστ, καταγόταν από μια φιλελεύθερη οικογένεια της παρισινής μπουρζουαζίας, με διακεκριμένο λογοτεχνικό και μουσικό γενεαλογικό δέντρο. Τα δύο αγόρια είχαν μια σταθερή αλλά δύσκολη φιλία. Ο Αλεβί, που του άρεσε να τον θεωρούν αυταρχικό και σκληρό, βασάνιζε τον δύσμοιρο Μαρσέλ με τις οργισμένες αντιδράσεις του και την ικανότητά του να μένει για μέρες αμίλητος. Σε κάποια συνέντευξη, πολλά χρόνια αργότερα, ο Αλεβί αναφέρθηκε στον «απάνθρωπο» τρόπο με τον οποίο ο ίδιος και οι φίλοι του μεταχειρίζονταν τον Μαρσέλ: «Εμφανιζόταν ανάμεσά μας σαν αρχάγγελος, ενοχλημένος και ενοχλητικός […] με τα μεγάλα ανατολίτικα μάτια του, τον τεράστιο λευκό γιακά του, το φουλάρι που ανέμιζε στο λαιμό του. Υπήρχε κάτι επάνω του που βρίσκαμε απωθητικό […]. Την ευγένειά του, τις τρυφερές περιποιήσεις του, τα χάδια του […] τις περισσότερες φορές τα χαρακτηρίζαμε ως μανιερισμούς, θεατρινισμούς, και δεν χάναμε ευκαιρία να του το λέμε κατάμουτρα […]. Ήμασταν πολύ σκληροί μαζί του. Τον κακομοίρη!».

Το 1888, σε ηλικία δεκαεπτά ετών, ο εν λόγω κακομοίρης, έμπλεος λογοτεχνικών φιλοδοξιών και έντονων εφηβικών σαρκικών επιθυμιών, ανεπηρέαστος από τις προηγούμενες προσβλητικές απορρίψεις προχώρησε ακόμα περισσότερο και άρχισε να στέλνει στους συμμαθητές του ποιήματα και γράμματα όπου εξυμνούσε τον έρωτα μεταξύ αγοριών, προσφέροντας πρόθυμα τον εαυτό του στο παιχνίδι της ερωτικής μύησης. Ο Μαρσέλ εστίασε το ενδιαφέρον του στον κατά τι νεότερο ξάδελφο του Αλεβί, τον Ζακ Μπιζέ, γιο του διακεκριμένου συνθέτη Ζορζ Μπιζέ, ο οποίος είχε πεθάνει το 1875, λίγους μήνες μετά την πρεμιέρα της Κάρμεν, όταν ο Ζακ ήταν μόλις τριών ετών. Η χήρα του Ζενεβιέβ, κόρη του διάσημου συνθέτη Φρομεντάλ Αλεβί, παντρεύτηκε αργότερα τον δικηγόρο Εμίλ Στράους. Η Ζενεβιέβ έμελλε να γίνει η πολυαγαπημένη κυρία Στράους του Προυστ, η έμπιστή του και το πρότυπο από το οποίο δανείστηκε την οξύτητα του πνεύματος της δούκισσας ντε Γκερμάντ στο μυθιστόρημά του. Παρόλο που ο Ζακ είχε κληρονομήσει την ψυχασθένεια που αποτελούσε κατάρα για την οικογένεια Αλεβί, και η οποία τελικά τον οδήγησε στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά και την αυτοκτονία, τίποτα ακόμη δεν πρόδιδε τα ίχνη της στο κεφάτο, όμορφο, δημοφιλές αγόρι που λάτρευε τις υπαίθριες δραστηριότητες και την πεζοπορία.

Σε κάποιο γράμμα που έγραψε στον Ζακ, ο Μαρσέλ έλεγε ότι, επειδή αντιμετώπιζε πάρα πολλά οικογενειακά προβλήματα, είχε ανάγκη από διαβεβαιώσεις για τη φιλία του. Ελπίζοντας να κερδίσει τη συμπάθεια και —προπάντων— τη στοργή του, ο Προυστ τού εκμυστηρεύτηκε ότι οι γονείς του απειλούσαν να τον στείλουν πολύ μακριά, σε κάποιο οικοτροφείο της επαρχίας. Τον εκλιπαρούσε να γίνει η «δεξαμενή» του, ο αποδέκτης της πλημμύρας των καημών και της αγάπης του: «Η μοναδική παρηγοριά μου, όταν είμαι πραγματικά λυπημένος, είναι ν’ αγαπήσω και να αγαπηθώ». Τελείωνε τη σύντομη, απεγνωσμένη έκκλησή του, δηλώνοντας: «Σε φιλώ και σ’ αγαπώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου».

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Προυστ, μεταξύ δύο μαθημάτων στο σχολείο, έχωσε ένα γράμμα στο χέρι του Μπιζέ, ζητώντας του να κάνουν έρωτα. Στο επόμενο διάλειμμα, ο Μπιζέ έδωσε την απάντησή του στον Προυστ, που κατευθυνόταν προς την αίθουσα για το μάθημα της Ιστορίας. Μόλις κάθισε στο θρανίο του, διάβασε βιαστικά το γράμμα και στη συνέχεια, απογοητευμένος αλλά ανυποχώρητος, πήρε μια κόλα χαρτί και έγραψε την απάντησή του. Προσποιούμενος ότι δεχόταν την άρνηση του Μπιζέ, εγκωμίαζε τα πνευματικά χαρίσματα του φίλου του, ενώ επέμενε διακριτικά να κάνουν έρωτα, υποστηρίζοντας ότι, προς το παρόν, μια τέτοιου είδους συμπεριφορά θα ήταν πραγματικά τελείως ακίνδυνη, εφόσον ήταν ακόμη νέοι, αθώοι και άπειροι:

“Αγαπητέ μου Ζακ,

Υπό το βλοσυρό βλέμμα του κυρίου Σουβλιέ, από το φόβο μου δεν κατάφερα να ρίξω παρά μια πολύ βιαστική ματιά στο γράμμα σου. Θαυμάζω τη σύνεσή σου και συγχρόνως την αποδοκιμάζω. Οι λόγοι σου είναι άριστοι, και χαίρομαι διαπιστώνοντας πόσο εμπεριστατωμένος και γρήγορος, πόσο κοφτερός και διεισδυτικός έχει γίνει ο τρόπος που σκέφτεσαι. Εντούτοις, η καρδιά —ή το κορμί— έχει τους δικούς της λόγους, τους οποίους αγνοεί η λογική, κι έτσι με θαυμασμό για το πρόσωπό σου (δηλαδή, για τον τρόπο που σκέφτεσαι και όχι για την άρνησή σου, διότι δεν είμαι ανόητος σε βαθμό που να πιστεύω ότι το κορμί μου είναι ένας θησαυρός τόσο πολύτιμος, ώστε η απάρνησή του να απαιτεί ιδιαίτερη δύναμη χαρακτήρα), αλλά και με λύπη επίσης, αποδέχομαι το απεχθές και ανελέητο βάρος του ζυγού που μου επιβάλλεις. Ίσως να έχεις δίκιο. Ωστόσο εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι κρίμα να μην κόψουμε το υπέροχο άνθος που σύντομα δεν θα μπορούμε να κόψουμε.

Γιατί τότε θα έχει γίνει πια καρπός… και θα είναι απαγορευμένος.”

[μπορείτε να διαβάσετε το υπόλοιπο του πρώτου κεφαλαίου εδώ]

 

(Εμφανιστηκε 149 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)
Ετικέτες