13 Μαΐου 2017 at 10:46

Νίκος Τσιφόρος: Ο «Μαύρος θάνατος»

από

 Ο «Μαύρος θάνατος»

Κείμενο: Νίκος Τσιφόρος*

Ως τότε τα τόξα ήτανε κοντά και τα βέλη δεν κάνανε και μεγάλες ζημιές σε ιππότες ντυμένους με σίδερο. Ο Εδουάρδος ο Πρώτος, ο παππούς τουτουνού που ‘κανε τώρα τον πόλεμο, εδώ και πολλά χρόνια, τότε που πολεμούσε στην Ουαλία, είδε τους Ουαλούς που σαν βουνίσιοι είχανε μακριά τόξα και κάνανε ζημιές. Το μακρύ τόξο μπορούσε από εκατό μέτρα να περάσει ένα θώρακα από αλυσίδα.

Ο Εδουάρδος, λοιπόν, ο Πρώτος, αποφάσισε να γυμνάσει όλους τους υπηκόους του στο μακρύ τόξο. Αντί να κάνουνε άλλα παιγνίδια κι άλλα σπορ οι Άγγλοι, γυμναζόντουσαν από παιδιά στο μακρύ τόξο και το ξέρανε καλά. Όλοι οι Άγγλοι ήτανε γεροί τοξότες και σκοπευτές.

Τον Οκτώβριο του 1347, γενοβέζικα εμπορικά πλοία από το λιμάνι της Κάφας στην Μαύρη Θάλασσα, που προσέγγισαν το λιμάνι της Μεσσήνης στη Σικελία, γεμάτα ετοιμοθάνατους και νεκρούς, μετέφεραν στην Ευρώπη την ασθένεια της πανώλης.
Τον Οκτώβριο του 1347, γενοβέζικα εμπορικά πλοία από το λιμάνι της Κάφας στην Μαύρη Θάλασσα, που προσέγγισαν το λιμάνι της Μεσσήνης στη Σικελία, γεμάτα ετοιμοθάνατους και νεκρούς, μετέφεραν στην Ευρώπη την ασθένεια της πανώλης.

Οι Γάλλοι πολεμούσανε με τον παλιό τρόπο. Μπροστά οι ιππότες να σπάσουνε τη γραμμή με τα θωρακισμένα τους άλογα και πίσω ο στρατός με σπαθιά και δόρατα και ακόντια. Στο Πουατιέ, τραβήξανε μπροστά οι ιππότες, αλλά τούτοι με τα τόξα τους περιμένανε. Και μόλις ζυγώσανε. τους ταράξανε. Από κει και πέρα μόλις τους παίρνανε τον αέρα τους κάνανε γιούργια και αντίο Γάλλοι.

Έκτος τούτου, στα μέρη που πολεμούσανε, οι χωριάτες τους μισούσανε τους Γάλλους, γιατί φερόντουσαν πάντα δεσποτικά και τους τυραννούσανε, ενώ λέγανε ότι οι Άγγλοι βασιλιάδες δίνουνε ελευθερίες στο λαό.

Το χειρότερο, όμως, για τους Γάλλους ήτανε ότι δεν είχανε παρά. Το αγγλικό σύστημα της φορολογίας του κόσμου δεν ήτανε γνωστό στη Γαλλία. Εκεί τον πόλεμο τον κάνανε πάντα οι ιππότες με έξοδα τους.

Χωρίς λεφτά, λοιπόν, τι στρατά να μαζέψει; Δεν μπορούσε και τα έφερνε βόλτα δύσκολα. Τους ιππότες του τους τσακίζανε τα μακριά τόξα, το άλογο δεν πέρναγε πια, όλα για κλάματα.

Ο Φίλιππος πέθανε μέσα σε ήττες και τώρα βασιλιάς ήτανε ο Ιωάννης ο Καλός. Οι Εγγλέζοι πάλι είχανε, έκτος από το βασιλιά τους, και τον διάδοχο του αγγλικού θρόνου, που τον λέγανε ο Μαύρος Πρίγκιπας, γιατί φορούσε πάντα μια κατάμαυρη πανοπλία και περικεφαλαία και ήτανε πολύ παλικάρι και έκανε θραύση με τους ιππότες του όπου έπεφτε. Και αυτός ο Μαύρος Πρίγκιπας έπιασε αιχμάλωτο τον ίδιο το βασιλιά της Γαλλίας, τον Ιωάννη τον Καλό.

Απ’ αυτή τη στιγμή οι Γάλλοι αρχίσανε να συνέρχονται.

-Να τους πολεμήσουμε με μάχη δε γίνεται, μας αλλάξανε τον αδόξαστο. -Και τι θα κάνουμε; -Άλλη ταχτική.

-Δηλαδή;

-Θα οχυρωθούμε στα φρούρια.

Όλα τα φρούρια ήτανε πάνω σε δρόμους και σε περάσματα και έπρεπε να πάρεις το φρούριο για να ανοίξεις το δρόμο και να πας πιο κει. Γιατί. άμα το ‘χες στις πλάτες σου. δε σ άφηνε ήσυχο.

Τα φρούρια, όμως. δεν μπορούσαν να τα πάρουν οι Άγγλοι, γιατί δεν ξέρανε πόλεμο πολιορκίας. Έτσι κάπως αλλάξανε τα πράματα.

Οι Άγγλοι, σε μικρά σώματα στρατού, ξεπερνάγανε το φρούριο και τραβάγανε πιο μέσα. Μόλις προχωρούσαν, όμως, βρίσκανε μπροστά τους άλλο φρούριο, τους πολέμαγε. Όσο πολεμάγανε, βγαίνανε από το φρούριο που ‘χανε αφήσει πίσω τους οι άλλοι και τους χτυπάγανε στα νώτα.

Ένας Γάλλος ιππότης, που τον λέγανε Ζακ Μπονόμ, τους έπιανε και δεν τους έπαιρνε λύτρα, όπως συνηθιζότανε μέχρι τότε, αλλά έσφαζε αμέσως τους ευγενείς αιχμαλώτους του. Μύλος η δουλειά, άκρη δεν έβγαινε και είδανε κι απόειδανε από τις δυο μεριές, μέχρι που στο τέλος. 1361 ήτανε, αποφασίσανε και κλείσανε ειρήνη και δώσανε στους Άγγλους κάτι επαρχίες (Ακουιτάνια, Πόντιε, Καλαί κ.λπ.) και ησυχάσανε για κάμποσο καιρό.

Η Αγγλία με τον πόλεμο και τις λεηλασίες είχε κονομήσει πολύ πλούτο. Οι χωριάτες τοξότες που πολεμάγανε τόσα χρόνια δε μένανε πια στα χωράφια, ήτανε πολεμιστές. Και για να μη στέκονται τα χωράφια ακαλλιέργητα, μισθώνανε οι ίδιοι οι χωριάτες, κόσμο που τα καλλιεργούσε. Τους πληρώνανε με τη ρεμούλα που κάνανε. Όταν, λοιπόν, γυρίσανε οι στρατιώτες στα χτήματα τους, είχανε άλλους υποτακτικούς και δεν ήτανε τόσο υποδουλωμένοι στους άρχοντες, αφού τόσον καιρό ήτανε σύντροφοι στη μάχη.

Θέλουμε, δηλαδή, να πούμε ότι ο πόλεμος άρχισε κι έδινε πια ελευθερίες στον κόσμο, ακόμα και των χωρικών. Τώρα, δε σηκώνανε πολλά. Σου λέει:

-Εμείς πολεμήσαμε, σκοτωθήκαμε, λαβωθήκαμε, ξανά μανά σκλάβοι θα γίνουμε;

Κι επειδή ο στρατός είναι η δύναμη, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να κάνει έναν καταστατικό χάρτη και να δώσει ελευθερίες στους χωριάτες.

Μαζί μ’ όλ’ αυτά ήρθε κι ένα άλλο τρομερό για τον κόσμο, αλλά και κακό για την ελευθερία του ατόμου. Μια επιδημία πανούκλας που την είπανε τότε «η Μαύρη Πανώλης».

Ύστερα από τη μάχη του Κρεσύ, έπεσε μια επιδημία τρομερή, που δεν ξέρουνε ακόμα τι ακριβώς ήτανε. Την είπανε «Μαύρο θάνατο». Το κορμί του αρρώστου γέμιζε βούλες μαύρες και σε λίγες ώρες μέσα πέθαινε.

Το κακό το φέρανε οι Σταυροφόροι από την Ασία και σιγά σιγά έφτασε στην Αγγλία, αφού θέρισε όλη την Ευρώπη. Λένε ότι χάθηκε το ένα τρίτο του πληθυσμού της Ευρώπης. Τότε. δηλαδή, πεθάνανε είκοσι πέντε εκατομμύρια άνθρωποι.

Την Αγγλία την τάραξε περισσότερο, γιατί χανότανε και ξαναφαινότανε τον άλλο χρόνο.

Κι επειδή πολλοί πεθάνανε, οι χωριάτες πήρανε τα χτήματα των πεθαμένων, μια και ξεκληριστήκανε οικογένειες ολόκληρες, και πλουτίσανε. Τα καλλιεργήσανε, τα αυγατίσανε και το ρίξανε και στην κτηνοτροφία, αυτή την κτηνοτροφία που πλούτισε αργότερα την Αγγλία. Από την άλλη μεριά, λείψανε τα εργατικά χέρια, πόλεμος και πανούκλα μαζί, και οι εργάτες, οι χωριάτες, οι τεχνίτες γίνανε μεγάλοι και τρανοί, όλοι τούς γυρεύανε. Η πανούκλα, λοιπόν, φτώχυνε τον άρχοντα και πλούτισε τον φτωχό. Οι αφέντες για να μη μένουνε τα χτήματα τους ακαλλιέργητα, πληρώνανε όσα όσα να βρούνε εργατικά χέρια. Και κάνανε και νόμους να δουλεύουνε οι άνθρωποι μέχρι εξήντα χρονών υποχρεωτικά.

Ο λαός άρχισε, λοιπόν, να καλοπερνάει. Κι οι άρχοντες δεν ήτανε πια δούλοι του βασιλιά σαν πρώτα. Είχανε τώρα στρατό δικό τους, τους χωριάτες τους και αποχτήσανε κι αυτοί δύναμη απέναντι στο βασιλιά, που τώρα του «νοικιάζανε» το στρατό τους. Και μέσα στον πόλεμο κάναν του κεφαλιού τους, κλέβανε, βιάζανε, σκοτώνανε, δεν αναγνωρίζανε κανένα νόμο και καμιά βασιλική δικαιοσύνη.

Όλοι πιο ελεύθεροι, λοιπόν, μέχρι που καταργήσανε τους «σερίφηδες» και ‘βαλαν ειρηνοδίκες για όλους τους Άγγλους. Η δικαιοσύνη έγινε κοινό κτήμα και οι άρχοντες μέσα στους πύργους τους κάνανε πια ό,τι θέλανε χωρίς έλεγχο.

Από την άλλη πάλι μεριά, ήτανε οι τεχνίτες με τις συντεχνίες που θεριέψανε κι αυτοί. Ενωθήκανε πολλοί και άρχισε ν’ ανθίζει κάθε δουλειά, όχι πια σαν βιοτεχνία, αλλά σαν βιομηχανία. Άλλο καλό για την κατοπινήν Αγγλία.

Η πανδημία προκλήθηκε πιθανώς από το εντεροβακτήριο Yersinia pestis, που ενδημεί σε πληθυσμούς της κεντρικής Ασίας. Η δημοφιλέστερη θεωρία για την έναρξή της είναι ότι προήλθε από τις στέππες της Μογγολίας αλλά και σταυροφόροι που επέστρεφαν από την μέση ανατολή αν και υπάρχει επίσης η άποψη ότι προήλθε από τη βόρεια Ινδία. Pieter Bruegel’s, The Triumph of Death (1562)
Η πανδημία προκλήθηκε πιθανώς από το εντεροβακτήριο Yersinia pestis, που ενδημεί σε πληθυσμούς της κεντρικής Ασίας. Η δημοφιλέστερη θεωρία για την έναρξή της είναι ότι προήλθε από τις στέππες της Μογγολίας αλλά και σταυροφόροι που επέστρεφαν από την μέση ανατολή αν και υπάρχει επίσης η άποψη ότι προήλθε από τη βόρεια Ινδία. Pieter Bruegel’s, The Triumph of Death (1562)

Με τη βιομηχανία μεγάλωσε η παραγωγή και το εμπόριο. Άλλη τάξη αυτή που πήρε τ’ απάνω. Περιουσίες σχηματιστήκανε, καράβια χτιστήκανε. εφοπλιστές δημιουργηθήκανε. όλα αυτά τα καλά τα γέννησε το κακό της Μαύρης Πανώλης.

Ένα σωρό πλούσιοι βγήκανε μέσα από το λαό. Ένας Χούτινγκτον δάνειζε λεφτά ακόμα και στο βασιλιά. Ένας άλλος που λεγότανε Κάνιγκ έφτασε, άμα πήγαινε ο βασιλιάς στο Μπρίστολ, να τον φιλοξενεί αυτός. Κι όλοι ήτανε παιδιά χωριατών που δημιουργηθήκανε μέσα στην κατάσταση.

Οι ξένοι τραπεζίτες, Φλωρεντινοί και Λομβαρδοί, που ήταν στην Αγγλία δανείσανε το βασιλιά και τους ευγενείς με τόκο για τον πόλεμο, αλλά μέσα στην αναμπουμπούλα τους σκάσανε τα δανεικά κανόνι και φτωχύνανε. Φύγανε, λοιπόν, και τις τράπεζες τις πήρανε τώρα στα χέρια τους οι Εγγλέζοι.

Άρχισε, λοιπόν, ο πλούτος να φέρνει και την πολυτέλεια. Δημιουργηθήκανε καινούργιες τάξεις αστών και αυτοί γίνανε δυνατοί σαν τους άρχοντες, γιατί είχανε το χρήμα.

Βέβαια οι φτωχοί, φτωχοί μένανε, οι κουτοί και οι φουκαράδες, φουκαράδες. Κάνανε και διατάγματα και τους κλείσανε απ’ όξω να μην ενοχλούνε τους καινούργιους πλούσιους, γιατί ο πιο κακός άνθρωπος είναι πάντα ο καινούργιος πλούσιος. Κι οι κατεργαραίοι αρχίσανε τις κομπίνες και τις λοβιτούρες.

Να πούμε ένα περιστατικό: Ο βασιλιάς Εδουάρδος ο Τρίτος είχε ένα μικρό γιο, που τον λέγανε Ιωάννη της Γάνδης. Γέρος ο βασιλιάς, απασχολημένος με πόλεμο και φασαρίες άλλες, του ‘χε αναθέσει να ασχολείται με τα φορολογικά εξαγωγής μαλλιού.

Ένας κατέργαρος έμπορος που λεγόταν Ρίτσαρντ Λάιον του κόλλησε του νεαρού πρίγκιπα. Να κάτι περιποιήσεις από δω, να κάτι… κοριτσάκια που του φέρνε από κει, να κάτι δώρα και καλοπιάσματα, τον έκανε τον μικρό του χεριού του.

Το ένα τους λοιπόν, πρίγκιπας της Γάνδης και Λάιον, του τη ρίχνει μια μέρα ο Λάιον:

-Πρίγκιπα μου, όλο το μαλλί που βγάζει η Αγγλία βγαίνει από το λιμάνι του Καλαί (τότε το λέγανε Εστάπλ).

-Ναι. Και εκεί πληρώνει φόρο εξαγωγής.

-Ναι, αλλά, πρίγκιπα μου, μαζεύεται πολύ μαλλί και δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά μου. Δε με ευκολύνεις;

Είχε και μια ανεψιά που τη λέγανε Καίτη ο Λάιον και πολύ δεν ήθελε με την Καίτη ο νεαρός, κάτι φιλάκια από δω, κάτι χαδάκια από κει, την έφαγε τη φόλα ο πρίγκιπας.

-Τι θέλετε, μωρέ;

-Δεν κάνετε ένα διαταγματάκι να βγάζει ο θείος μαλλί κι από άλλα λιμάνια, να μην ταλαιπωρείται ο καημένος που τόσο σας αγαπά;

-Να κάνω. μάνα μου.

Του ‘δωσε, λοιπόν, την άδεια να βγάζει κι από άλλα λιμάνια και το ‘βγαζε ο Λάιον χωρίς φόρο και τρελάθηκε στα λεφτά. Και μ’ αυτά τα λεφτά συνεταιρίστηκε μ’ ένα λόρδο, τον Λάτιμερ, και φέρνανε αφορολόγητα τρόφιμα στην Αγγλία και τα μοσκοπουλάγανε και βγάζανε κι άλλα. Μέχρι που βρέθηκε πολυεκατομμυριούχος ο Λάιον.

Κοντά στον Λάιον κι άλλοι κάνανε τέτοιες πανουργίες κι αποχτήσανε λεφτά. Τα λεφτά βρεθήκανε σε λίγα χέρια κι ο βασιλιάς πια τους είχε ανάγκη. Οι έμποροι, λοιπόν, είπανε:

-Θα δώσουμε, αλλά θα μπούμε και μεις στη Βουλή, στα Παρλαμέντα. Έχουμε συμφέροντα, δεν μπορούμε να διοικούνε τα λεφτά μας άλλοι.

Ο βασιλιάς, που ‘χε ανάγκες χρηματικές, τι να κάνει; Τους έμπασε και στα Παρλαμέντα… Το οποίον σημαίνει ότι όλα τα κάνει το άτιμο το χρήμα…

Black Death
Black Death

*Από το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου «Ιστορία της Αγγλίας», εκδ. Ερμής, ειδική έκδοση για την εφημερίδα «Τα νέα», Αθήνα 2000.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B7_%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BB%CE%B7

(Εμφανιστηκε 449 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)