26 Απριλίου 2017 at 17:42

Τα επιγράμματα του Φιλόδημου

από

Τα επιγράμματα του Φιλόδημου

Η μετάφραση είναι του Γ.Ε. Καραμανώλη, από το βιβλίο «Φιλόδημος – Τα επιγράμματα, η ποίηση ενός επικούρειου» (εκδόσεις Θύραθεν). Στο βιβλίο περιλαμβάνεται εκτενής εισαγωγή.

Το παίξιμο της άρπας και η ομιλία της Ξανθίππης,

το εύγλωττο βλέμμα και το τραγούδι της και η φλόγα που αρχίζει να σιγοκαίει

θα σε κάψουν ψυχή μου. Δεν ξέρω γιατί, πότε και πώς θα συμβεί.

Θα το μάθεις δύσμοιρη ψυχή μου όταν θα τσουρουφλίζεσαι.

Είμαι ένα μήλο. Με ρίχνει κάποιος που σ’ αγαπά. Έλα λοιπόν

Ξανθίππη, πες το ναι· μαραινόμαστε κι εσύ κι εγώ.

-Ξανθώ, κέρινη ευωδιαστή κουκλίτσα, όμορφη σαν τις Μούσες,

με τη γλυκιά φωνή, καμάρι των φτερωτών Πόθων,

παίξε μου με τα τρυφερά σου χέρια έναν χαριτωμένο σκοπό. “Πάνω

σε πέτρινο μονό κρεβάτι θα κοιμηθώ αναπόφευκτα κάποτε

τον αιώνιο ύπνο”. Έλα, μικρή μου Ξανθώ, έλα τραγούδησέ μου

και πάλι αυτό το γλυκό τραγούδι.

-(Ξανθώ) Δεν καταλαβαίνεις, μίζερε τοκογλύφε. Εσένα σου πρέπει,

δύστυχε, να ζήσεις για πάντα σε πέτρινο μονό κρεβάτι.

Κοντεύω πια τα τριανταεφτά και οι σελίδες του βιβλίου

της ζωής μου έχουν αρχίσει πια να σχίζονται.

Άσπρα μαλλιά άρχισαν να με σκεπάζουν, Ξανθίππη,

αγγελιοφόροι της ώριμης ηλικίας.

Όμως ο ήχος της άρπας και τα γλέντια με συγκινούν ακόμα,

και στην άπληστη καρδιά μου ακόμα καίει η φλόγα.

Ελάτε δέσποινες Μούσες, βάλτε το γρηγορότερο ένα τέλος στην

τρέλα μου δίνοντας μου για σύντροφο αυτήν την αγαπημένη.

Ερωτεύτηκα· αλλά και ποιος δεν ερωτεύτηκε. Γλέντησα· αλλά και ποιος δεν ξέρει

από γλέντια. Έκανα κάθε λογής τρέλα· αλλά ποιος φταίει παρά ο θεός;

Φτάνει όμως τώρα με όλα αυτά. Τα μαύρα μου μαλλιά γίνονται

ολοένα και πιο γκρίζα, αγγελιοφόροι της ώριμης ηλικίας.

Όσο ήταν καιρός για παιχνίδι, έπαιξα. Τώρα δε μένει πια καιρός.

Ας σοβαρευτούμε λοιπόν.

Δε θέλω άλλο πια μενεξεδένιες γιρλάντες και τραγούδια με άρπα,

ούτε άλλο Χιώτικο κρασί και μύρο από τη Συρία,

και ξανά γλέντια και ξανά για συντροφιά μια μέθυση πόρνη.

Τα μισώ πια όλα αυτά που με φέρνουν στην τρέλα.

Ελάτε, με νάρκισσο στεφανώστε με, κάντε τον πλαγίαυλο

να ηχήσει, αλείψτε τα μέλη μου με μύρο από κρόκο,

δροσίστε τα πνευμόνια μου με κρασί Μυτιλινιό

παντρέψτε με και μ’ ένα νοικοκυροκόριτσο.

Αφού με του λαδιού τη δρόσο μεθύσεις το λύχνο, το σιωπηλό

μάρτυρα των ανομολογητών ερωτικών μας στιγμών,

φύγε, Φιλαινί. Στον Έρωτα δεν αρέσει να έχει ζωντανούς μάρτυρες.

Πρόσεξε όμως Φιλαινί την πόρτα καλά να κλείσεις.

Έλα λοιπόν Ξανθώ, δωσ’ μου φιλιά· εσύ φιλέραστο κρεβάτι μου

γνωρίζεις τα υπόλοιπα ερωτικά μας παιχνίδια.

Ερωτεύτηκα κάποια Δημώ από την Πάφο· δεν είναι περίεργο·

μετά κάποια Δημώ από τη Σάμο· τίποτα σπουδαίο·

τρίτη πάλι μια Δημώ από τις Υσίες· δεν είναι πια παιχνίδι·

τέταρτη ήρθε η Δημώ από την Αργολίδα.

Οι ίδιες οι Μοίρες πρέπει να με ονόμασαν Φιλόδημο

για να φλογίζει την καρδιά μου πάντα κάποια Δημώ.

Η Δημώ και το Θέρμιον είναι θάνατος για μένα. Η μια είναι εταίρα,

ενώ η Δημώ δεν έχει γνωρίσει ακόμα τις χαρές της Αφροδίτης.

Τη μια μπορώ και τη χαίρομαι, την άλλη όμως δεν επιτρέπεται.

Στ’ ορκίζομαι Κύπρι, δε ξέρω ποιά από τις δυο ποθώ περισσότερο.

Θα πω τη μικρή Δημώ, την παρθένα. Γιατί δε θέλω από τα έτοιμα,

αλλά αντίθετα ποθώ ό,τι κρατούν προσεκτικά κρυμμένο.

Κύπρι, θεά προστάτιδα της γαλήνης των νυμφευμένων, Κυπρί

σύμμαχε των δικαίων, μητέρα των φτεροπόδων Πόθων,

Κύπρι, εμένα που με έχουν διώξει από το γαμήλιο κρεβάτι

και νιώθω την ψυχή μου παγωμένη σαν από Κέλτικη χιονοθύελλα,

Κύπρι, εμένα τον φιλήσυχο που δεν αραδιάζω ποτέ ανοησίες

σε κανένα, και τώρα είμαι ναυαγός στο πορφυρό σου πέλαγος,

Κύπρι, προστάτιδα όσων ψάχνουν για λιμάνι, θεά των μυστηρίων,

βοήθα με αφέντισσα να βρω καταφύγιο στο λιμάνι της Ναϊάδος.

«Ξέρω, γλυκεία μου, ν’ αγαπώ αυτόν που αγαπάει,

αλλά ξέρω και να δαγκώνω αυτόν που δαγκώνει.

Μη με τυραννάς λοιπόν εμένα που σ’ αγαπώ πολύ και μη προκαλείς

τις Πιέριες Μούσες που είναι φοβερές όταν θυμώνουν.»

Αυτά έλεγα συνεχώς και προειδοποιούσα, αλλά εσύ πρόσεχες

τα λόγια μου όσο το Ιόνιο πέλαγος.

Τώρα λοιπόν κλαις και ξεφωνίζεις σπαραξικάρδια,

ενώ εγώ αναπαύομαι στην αγκαλιά της Ναϊάδας.

Η ψυχή μου με συμβουλεύει να πνίξω τον πόθο μου για την

Ηλιοδώρα, γιατί δεν ξεχνάει τις ζήλειες και τα δάκρυα που έχυσα.

Έτσι με προστάζει, όμως εγώ δεν έχω τη δύναμη να ξεφύγω.

Η ξεδιάντροπη συμβουλεύει αλλά δεν παύει ν’ αγαπάει.

Κάθε φορά που βρίσκομαι στην αγκαλιά της Κυδίλλης, είτε μέρα

είτε νύχτα τολμήσω να την αναζητήσω,

περπατώ στο χείλος του γκρεμού και το ξέρω, ξέρω ότι κάθε φορά παίζω το κεφάλι μου στα ζάρια.

Και τι με ωφελεί που ξέρω; Γίνεσαι θρασύς όταν με σέρνεις Έρωτα,

και παίρνεις από την καρδιά μου τη σκιά του φόβου.

Η Χαριτώ κλείνει τα εξήντα της χρόνια, όμως οι πλεξούδες της

παραμένουν ακόμα μαύρες και μακριές,

τα δυο της στήθια στέκουν στο στέρνο της ολόρθα σαν αλαβάστρινα

χωνάκια χωρίς να χρειάζονται στηθόδεσμο,

ενώ το δέρμα της αρυτίδωτο αποπνέει ακόμα αμβροσία, σαγήνη

ακατανίκητη και χίλιες ακόμη χάρες.

Όσοι εραστές δεν πτοείστε από φλογερούς πόθους σπεύστε,

λησμονώντας πόσες δεκαετίες την βαραίνουν.

Κοντούλα και μαυριδερή είναι το Φιλαίνιον, όμως τα μαλλιά της

είναι πιο σγουρά κι από σέλινο, το δέρμα της πιο απαλό από χνούδι

κι η φωνή της πιο σαγηνευτική από ερωτικό τραγούδι· σου κάνει

όλες τις χάρες, άσε που συχνά ξεχνά να σου ζητήσει πληρωμή.

Ας είναι ένα τέτοιο Φιλαίνιον η αγαπημένη μου, μέχρι να βρω,

χρυσή μου Κυπρί, άλλη καλύτερη απ’ αυτή.

Τι πόδια, θεέ μου, τι γάμπες και τι μηροί (θα λιποθυμήσω),

τι πισινά, τι εφηβαίο και τι λαγόνες

τι ώμοι, θεέ μου, και τι στήθη, και τι λεπτός λαιμός είναι αυτός,

τι χέρια και τι μάτια (θα τρελαθώ τελείως),

μα και με τι τέχνη κουνιέται και τι φιλιά υπέροχα μοιράζει

και τι φωνούλα είναι αυτή (πάρτε με για θυσία)·

Τι κι αν είναι μια Ιταλίδα Φλώρα που δεν ξέρει να τραγουδά τους στίχους της Σαπφούς·

κι ο Περσέας ερωτεύτηκε κάποτε την Ινδή Ανδρομέδα.

Δεν πρόβαλε ακόμα ο καρπός από τον ανθό ούτε μαύρισαν ακόμα

τα τσαμπιά που θα προβάλουν την παρθενική σου χάρη.

Όμως οι νεαροί Έρωτες, Λυσιδίκη, ήδη τροχίζουν τα τόξα τους που βρίσκουν

γρήγορα στόχο, και μια κρυφή φωτιά σιγοκαίει μέσα μας.

Ας φύγουμε δύστυχοι εραστές πριν τα βέλη των Ερώτων πάρουν θέση στη χορδή.

Προβλέπω να ξεσπά μεγάλη φωτιά σε λίγο.

Φώτισε δικέρατη, νυχτερινή, φιλεύωχη Σελήνη, φώτισε

γλιστρώντας μέσα από των παραθυριών τις γρίλιες·

λούσε με το φως σου το ξανθό Καλλίστιον. Κανείς δε σε φθονεί,

αθάνατη, εσένα που θωρείς από ψηλά τα έργα των εραστών.

Ξέρω, Σελήνη, μακαρίζεις κι εκείνη κι εμένα,

άλλωστε και τη δική σου ψυχή πυρπόλησε κάποτε ο έρωτας του Ενδυμίωνα.

Εγώ που παλιά το έκανα πέντε κι εννιά φορές, τώρα, Αφροδίτη,

από το πρωί ως το βράδυ μετά βίας τα καταφέρνω μία.

Κι αυτή η μία, αλίμονο, κρατάει λίγο και συχνά αυτό το καταραμένο

το εργαλείο πεθαίνει εξαντλημένο.

Αχ γηρατειά, γηρατειά, τι θα γίνει όταν έρθετε,

αν από τώρα κιόλας έτσι μαραίνομαι;

Βάζεις τα κλάματα, με παρακαλάς να σε λυπηθώ, με κοιτάς επίμονα

ζηλεύεις, με αγγίζεις και με φιλάς όλη την ώρα.

Όλα αυτά δείχνουν πως είσαι ερωτευμένος. Όταν όμως πω «να, ξαπλώνω δίπλα σου»

και συ μένεις άπραγος, φέρεσαι σα να μην είσαι διόλου ερωτευμένος.

Ξεγέλασα τον άνδρα μου κι ήρθα μες στη νύχτα,

μούσκεμα από τη δυνατή βροχή.

Ταιριάζει λοιπόν να μένουμε έτσι άπραγοι, αντί να μιλάμε

και να πλαγιάζουμε μαζί όπως κάνουν οι ερωτευμένοι;

Ο άλλος δίνει πέντε τάλαντα σε κάποια για να του κάνει μια φορά τη χάρη,

τρέμει απέ φόβο όταν την πηδάει και δεν είναι κι όμορφη,

ενώ εγώ δίνω πέντε δραχμές στη Λυσιάνασσα που μου κάνει δώδεκα φορές τη χάρη,

άρα και καλύτερα πηδάω και χωρίς να κρύβομαι.

Ή εγώ δεν είμαι στα καλά μου ή θα πρέπει του άλλου να του τα κόψουν με πελέκι.

ΑΝΤΡΑΣ. Γεια σου.

ΓΥΝΑΙΚΑ. Γεια και σε σένα.

ΑΝΤΡΑΣ. Πώς σε λένε;

ΓΥΝΑΙΚΑ. Εσένα πώς σε λένε;

ΑΝΤΡΑΣ. Μην είσαι τόσο βιαστική.

ΓΥΝΑΙΚΑ. Ούτε και συ.

ΑΝΤΡΑΣ. Είσαι με κανέναν;

ΓΥΝΑΙΚΑ. Πάντα μ’ όποιον μ’ αγαπά.

ΑΝΤΡΑΣ. Θέλεις να έρθεις σπίτι μου να φάμε σήμερα;

ΓΥΝΑΙΚΑ. Αν το θέλεις κι εσύ.

ΑΝΤΡΑΣ. Πολύ καλά. Και πόσα θες;

ΓΥΝΑΙΚΑ. Δε θέλω τίποτα μπροστά.

ΑΝΤΡΑΣ. Περίεργο.

ΓΥΝΑΙΚΑ. Δώσε όσα νομίζεις, αφού πρώτα κοιμηθείς μαζί μου.

ΑΝΤΡΑΣ. Καλά ξηγιέσαι. Πού μένεις για να στείλω να σε φωνάξουν;

ΓΥΝΑΙΚΑ. Εύκολο να το μάθεις.

ΑΝΤΡΑΣ. Και τι ώρα θα έρθεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ. Ό,τι ώρα θες εσύ.

ΑΝΤΡΑΣ. Εγώ θέλω τώρα.

ΓΥΝΑΙΚΑ. Εμπρός λοιπόν.

Περίμενέ με ομορφούλα. Ποιο είναι τ’ ονοματάκι σου;

Πού μπορώ να σε βρω; Θα σου δώσω ό,τι θες. Δε μιλάς;

Πού μένεις, να στείλω να σε καλέσουν. Μήπως είσαι με κανέναν;

Γεια σου σοβαρή μου εσύ. Ούτε ένα «γεια σου» δε λες;

Θα ’ρθω να σε βρω ξανά και ξανά. Ξέρω να καταφέρνω

πολύ πιο δύσκολες από σένα. Για την ώρα, άντε γεια.

Ο Αρτεμίδωρος μας έφερε λάχανα, ο Αρίσταρχος παστό ψάρι,

ο Αθηναγόρας πάλι μας έφερε κρεμμύδια,

ο Φιλόδημος ένα μικρό συκώτι κι ο Απολλοφάνης δύο οκάδες

χοιρινό (είχαν μείνει και τρεις από προχθές).

Φέρε μας, παιδί μου, μια κούπα και στεφάνια και σανδάλια

κι αρώματα. Στις τέσσερις ακριβώς θέλω να σερβιριστεί το δείπνο.

Αύριο, αγαπητέ μου Πείσων, ο φιλόμουσος φίλος σου θα σε φέρει

στο φτωχικό του κονάκι από τις τρεις το απόγευμα

για να σου παραθέσει δείπνο για την ετήσια επέτειο στις είκοσι του μηνός.

Μπορεί να μη γευτείς μαστάρια ζώων και χιώτικο κρασί,

όμως θα δεις πιστούς συντρόφους και θ’ ακούσεις απαγγελίες και τραγούδια

πολύ πιο γλυκά κι από αυτά που άκουσαν οι Φαίακες.

Κι αν κάποια στιγμή γυρίσεις τα μάτια σου και προς εμένα, Πείσων,

η φτωχική επέτειος θα γίνει πιο πλούσια.

Τα τριαντάφυλλα έχουν κιόλας ανθίσει, τα ρεβίθια ωρίμασαν

και τα πρώτα λάχανα, Σώσυλε, είναι έτοιμα για κόψιμο.

Έχουμε ακόμα για το γεύμα μας φρέσκες σαρδέλες, φρέσκο

αλμυρισμένο τυρί και λεπτά φύλλα ώριμου σγουρού μαρουλιού.

Σήμερα όμως, Σώσυλε, δε θα πάμε ούτε στην παραλία ούτε στο

λόφο με θέα τη θάλασσα, όπως κάνουμε από παλιά.

Μόλις μέχρι χθες εκεί έπαιζαν ο Αντιγένης και ο Βάκχιος, σήμερα όμως πηγαίνουμε να τους θάψουμε.

Μην κοιτάξεις τα φαγώσιμα που προσφέρθηκαν ως θυσία,

ούτε καν να περάσεις από δίπλα.

Καλύτερα δώσε μια δραχμή και πάρε τίποτα λουκάνικα.

Με μια δραχμή παίρνεις κι ένα σύκο, κι αν περιμένεις λίγο,

χίλια. Ο χρόνος είναι θεός για τους φτωχούς.

Ο Αντικράτης γνώριζε αστρονομία πολύ καλύτερα από τον Άρατο,

αλλά δεν ήξερε πότε γεννήθηκε ο ίδιος.

Δεν ήταν δηλαδή σίγουρος αν γεννήθηκε στον αστερισμό του Κριού,

των Διδύμων ή των Ιχθύων.

Είναι πασιφανές ωστόσο ότι έχει χαρακτηριστικά κι από τους τρεις:

είναι ακόλαστος αλλά και ανόητος, θηλυπρεπής και αιδοιολείκτης.

Η πέτρα αυτή παριστάνει τρεις αθανάτους: η κεφαλή

παριστάνει περίτρανα τον Πάνα με τα κατσικίσια κέρατα,

το στήθος και η κοιλιά τον Ηρακλή, ενώ το υπόλοιπο κορμί,

δηλαδή οι μηροί και οι κνήμες, τον φτερωτό Ερμή.

Μην αρνηθείς ξένε να προσφέρεις θυσία. Εμείς οι τρεις θεοί

θα δεχτούμε την προσφορά σου.

Μελικέρτη, γιε της Ιούς, και εσύ πρασινογάλαζη Λευκοθέα,

βασίλισσα της θάλασσας, θεά που διώχνεις το κακό,

χοροί των Νηρηίδων και κύματα κι εσύ Ποσειδώνα

και Θρακήσιε Ζέφυρε, που είσαι ο πιο ήπιος από τους αέρηδες,

ας είστε ευνοϊκοί μαζί μου να με οδηγήσετε σώο στο γλυκό

ακρογιάλι του Πειραιά με κύματα πλατιά.

Εδώ βρίσκεται θαμμένο το απαλό κορμί του τρυφερού βλασταριού,

εδώ βρίσκεται το Τρυγόνιον, το αφοσιωμένο στους νωθρούς Σαλμακίδες

που είχε κάνει περίφημα το ιερό και τη σύναξη της Κυβέλης, που φλυαρούσε

χαριτωμένα κι ήταν η αγαπημένη της μητέρας των θεών.

Μόνο αυτή από τους αρσενικοθήλυκους αγαπούσε τις τελετές της

Αφροδίτης κι ασχολούνταν με τα ερωτικά φίλτρα της Λαΐδος.

Ιερό χώμα, προς τιμή της αγαπημένης του Βάκχου κάνε να μη

φυτρώσουν αγκάθια γύρω από τη στήλη της αλλά λευκές βιολέτες.

 

(Εμφανιστηκε 391 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)