18 Απριλίου 2017 at 11:56

Το έργο και η στάση του Μακιαβέλλι

από

Το έργο και η στάση του Μακιαβέλλι

Κείμενο: Παναγιώτης Κανελλόπουλος*

Ο Μακιαβέλλι (Niccolo Machiavelli) ο τρίτος απ’ τους πιο άξιους Ιταλούς λογοτέχνες στα τέλη του ΙΕ’ και στις αρχές του επόμενου αιώνα, είναι ένα από τα ευφυέστερα, μα κι από τα πιο αλλόκοτα μυαλά που γνώρισε ο κόσμος. Η δράση του ήταν πολύμορφη. Ο Μακιαβέλλι ήταν πρακτικός πολιτικός και διπλωμάτης, ήταν ιστορικός σπουδαίος, και μάλιστα ο πρώτος στην Ευρώπη που ξεπέρασε απόλυτα το χρονογραφικό ύφος, ήταν πολιτειολόγος και κοινωνιολόγος (ο πρώτος που μελέτησε την ιστορία ανάγοντας πολλές εκδηλώσεις της σε οικονομικά ελατήρια και στους αγώνες των κοινωνικών ομάδων) ήταν μυθιστοριογράφος και θεωρητικός της στρατηγικής τέχνης, κι ήταν στα τελευταία και άριστος κωμωδιογράφος (τόσο καλός, ώστε ο Μακώλεϋ χαρακτηρίζει την κωμωδία του «Mandragora» ως ανώτερη από τα καλύτερα έργα του Γκολντόνι και ως κατώτερη μόνο από τα καλύτερα του Μολιέρου). Δεν τον αναφέραμε όμως μολοντούτο, πλάι στους τρεις που, όπως είπαμε, εγκαινιάσανε στην Ευρώπη το δαιμόνιο πνεύμα, το πνεύμα που ξέρει απ’ όλα και τα καταφέρνει όλα. Δεν τον αναφέραμε, ούτε μπορούσαμε να τον αναφέρουμε πλάι στον Δάντη, στον Λεονάρντο ντα Βίντσι και στον Μιχαήλ-Άγγελο.

Ο Νικολό Μακιαβέλι σε παλιά έκδοση του "Ηγεμόνα"
Ο Νικολό Μακιαβέλι σε παλιά έκδοση του «Ηγεμόνα»

Ο Μακιαβέλλι καταπιάστηκε μ’ όλα, αλλά δεν τα κατάφερε όλα. Ο Μακιαβέλλι ανήκει στους πιο «ευφυείς», μα όχι στους «μεγαλοφυείς» και στους δαιμόνιους. Το σπουδαιότερο πολιτειολογικό έργο του Μακιαβέλλι δεν είναι ο «Ηγεμών», που προκάλεσε μια σφαλερή και μονόπλευρη εντύπωση για την πολιτική συνείδηση του συγγραφέα του, παρά είναι οι «Λόγοι πάνω στην πρώτη δεκάδα των βιβλίων του Τίτου Λιβίου». Στον «Ηγεμόνα» εμφανίζεται ο Μακιαβέλλι υποστηρικτής της αρχής, ότι όποιος ηγεμονεύει πρέπει να ‘ναι πανούργος, μπορεί ν’ αθετεί το λόγο του, μπορεί για χάρη του σκοπού του ν’ αδιαφορεί για την ατομική ηθική. Οι απόψεις αυτές του Μακιαβέλλι —παρμένες ξεκρέμαστα και χωρίς να συνδυάζονται με τα’ άλλα του έργα ή και με τη βαθύτερη πρόθεση του «Ηγεμόνα», μια πρόθεση που αποκαλύπτεται στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου— έδωσαν αφορμή στη γένεση της έννοιας του «μακιαβελλισμού», μιας έννοιας που δυσφημεί τον Μακιαβέλλι. Οι περισσότεροι κι από τους διανοούμενους —όχι βέβαια ο Βάκων, ούτε ο Μακώλεϋ, που πρώτος έριξε απόλυτο φως στη φυσιογνωμία του Μακιαβέλλι —έπεσαν και πέφτουν ως τα σήμερα στο λάθος να θεωρούν τον Ιταλό σοφό ως τον θεωρητικό διδάσκαλο της πολιτικής ανηθικότητας. Χαρακτηριστικότατο για την ιστορία των ιδεών —ή μάλλον για την ιστορία των περιπετειών που περνάνε οι ιδέες— είναι το ακόλουθο επεισόδιο: Στη δίκη που έγινε τον Αύγουστο του 1936 στη Μόσχα κατά των παλαιών ιδεολόγων του κομμουνισμού, του Ζηνόβιεφ, του Καμένεφ και άλλων, ο δημόσιος κατήγορος —βασισμέvoς σε μια φράση που είχε γράψει άλλοτε ο Καμένεφ, και που έλεγε καθαρά αντικειμενικά, ότι ο Μακιαβέλλι ήταν «ένας μάστορης πολιτικών αφορισμών κι ένας λαμπρός διαλεκτικός»— ονόμασε τον κατηγορούμενο οπαδό του Μακιαβέλλι, ταυτίζοντας ρητά την έννοια του οπαδού του Μακιαβέλλι προς την έννοια του οπαδού της «ανηθικότητας». Αυτά όλα είναι επιπόλαιες κρίσεις, που δε βασίζονται στη μελέτη των κειμένων, αλλά στηρίζονται μόνο στις αδέσποτες φήμες.

«Πολύ σπάνια οι άνθρωποι είναι ολότελα κακοί ή πέρα για πέρα καλοί»

Νικολό Μακιαβέλι

Το μόνο που μπορούμε να πούμε για τον Μακιαβέλλι, είναι τούτο: ότι ως πολιτειολόγος, είναι ο πιο «ρεαλιστής» απ’ όλους τους πολιτειολόγους που ακμάσανε ως τις μέρες του, και πάλι όχι, όπως λένε σχεδόν όλοι οι ιστορικοί των ιδεών, ο «πρώτος» ρεαλιστής (πλήθος ρεαλιστικά στοιχεία υπάρχουν στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη ή και σ’ αυτόν ακόμα τον Πλάτωνα των «Νόμων» καθώς και μερικών σελίδων της «Πολιτείας») αλλά ο συστηματικότερος μονάχα και πιο συνειδητός ρεαλιστής απ’ όλους. Ο ρεαλισμός του πολιτειολόγου Μακιαβέλλι επηρέασε βαθιά στην πολιτειολογία τους τον Μποντέν (Bodin ή Bodinus) τον Βάκωνα (Bacon) και τον Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes) καθώς και τον Σπινόζα (Spinoza). Πάντως κι ο υπέρμετρος ρεαλισμός που διέπει τον «Ηγεμόνα», υπηρετεί, όπως βγαίνει από το τελευταίο κεφάλαιο, ένα πολιτικό ιδεώδες. Ο Μακιαβέλλι ζητάει την εκδίωξη των «βαρβάρων» από την Ιταλία και την αναγέννηση της ανεξάρτητης Ιταλίας. Για χάρη αυτού του σκοπού, ο Μακιαβέλλι ήταν διατεθειμένος να δικαιολογήσει τη χρησιμοποίηση κάθε μέσου. Γι’ αυτό ακριβώς δε μπορεί το έργο του «Ο Ηγεμών», αφού υπηρετεί ένα συγκεκριμένο και χρονικά περιορισμένο σκοπό, να θεωρηθεί (όπως το θεωρούν σχεδόν όλοι) ως το σπουδαιότερο πολιτειολογικό σύγγραμμα του Μακιαβέλλι. Το σπουδαιότερο είναι το άλλο του έργο που αναφέραμε πιο πάνω. Στο άλλο αυτό πολιτειολογικό έργο, όπου σχολιάζει ο συγγραφέας τη ρωμαϊκή ιστορία του Τίτου Λιβίου, μπορεί να μην υπάρχει βέβαια η ενότητα ή και η λογοτεχνική ίσως αρτιότητα του «Ηγεμόνα», υπάρχει όμως μια σκέψη ουσιαστικά πλουσιώτερη, ευρύτερη και ανεξάρτητη από κάθε πρακτική πολιτική σκοπιμότητα. Ο Μακιαβέλι, παίρνοντας αφορμή από τους κοινωνικούς αγώνες της Ρώμης (και ανάγοντας μάλιστα σ’ αυτούς —πράμα σπουδαιότατο— τη δύναμή της) κάνει παρατηρήσεις και διατυπώνει θεωρίες μεγάλης αξίας, που δε μας επιτρέπουν να τον χαρακτηρίζουμε μονάχα σαν τον πατέρα του «ανήθικου» μακιαβελλισμού. Πλούσιες επίσης παρατηρήσεις βρίσκουμε και στις «Φλωρεντινές Ιστορίες». Και στο έργο τούτο, που στις διαλεχτές σελίδες του περιγράφει ο Μακιαβέλλι την ιστορία της πατρίδας του, δείχνεται το πνεύμα του «κοινωνιολογικά φωτισμένο. Μπορεί βέβαια ο Μακιαβέλλι, ως ιστορικός, να μη δείχνει την απόλυτη αμεροληψία, την ακρίβεια και το κριτικό δούλεμα των πηγών, που έδειξε ο νεώτερος φίλος του Φραγκίσκος Γκουϊτσιαρντίνι (Guicciardini) στην «Ιστορία της Ιταλίας» — το συνθετικό όμως ιστορικό πνεύμα του Μακιαβέλλι, βοηθημένο από τη θεωρητικά ξακαθαρισμένη συνείδησή του, είναι πολύ ανώτερο. Το πνεύμα του Μακιαβέλλι ήταν από τα πιο φωτισμένα που γνώρισε ο κόσμος. Μα η καρδιά του —κι εδώ ακριβώς θα διαπιστώσουμε κάτι το τραγικό— δε γνώρισε, όπως το πνεύμα του, τον ήλιο. Ο Μακιαβέλλι είναι στην ιστορία της Ευρώπης ο πρώτος «décadent», ο πρόδρομος όλων εκείνων, που κάμποσους αιώνες αργότερα προσπάθησαν να δώσουν μια πνευματική έκφραση στην «παρακμή» και στην «πλήξη» που βασίλευε μέσα τους. Η καρδιά του είναι απαισιόδοξη και κουρασμένη. Ο Μακιαβέλλι ξέρει όλα τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, και όμως η κουρασμένη του καρδιά ζητάει καταφύγιο στην ύπαρξη ενός δυνατού ηγεμονικού χεριού, που χωρίς να τα λύσει τα προβλήματα, θάταν σε θέση να τα παραμερίσει με τη δολιότητα και την αυθαιρεσία του. Έτσι εξηγείται το πώς ένας τόσο φωτισμένος γιος της Φλωρεντίας έστρεψε τα μάτια της καρδιάς του, που είχαν κουρασθεί από το υπερβολικό φως του πνεύματός του, στον Καίσαρα Βοργία, στο σατανικό εκείνο τύπο που και τον Λεονάρντο ντα Βίντσι είχε καταφέρει να πάρει ως αρχηγό του πολεμικού μηχανικού στην υπηρεσία του. Η οικογένεια Βοργία, που δεν ήταν ιταλική (όσο κι αν ήθελε να εμφανίζεται ως ιταλική) έκανε μερικά χρόνια την Ιταλία, και προπάντων τη Ρώμη, να ζήσει τις πιο τρομακτικές νύχτες που γνώρισε ο κόσμος.

Ο Καίσαρας Βοργίας (Cesare Borgia, 13 Σεπτεμβρίου 1475 - 12 Μαρτίου 1507) ήταν γιος του Ροδρίγου Βοργία (μετέπειτα Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄). Από τον πατέρα του διορίστηκε καρδινάλιος.
Ο Καίσαρας Βοργίας (Cesare Borgia, 13 Σεπτεμβρίου 1475 – 12 Μαρτίου 1507) ήταν γιος του Ροδρίγου Βοργία (μετέπειτα Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄). Από τον πατέρα του διορίστηκε καρδινάλιος.

Ο Αλέξανδρος ο Ϛ’, που «αγόρασε» το αξίωμα του Πάπα στα 1492 και που κάνει πολλούς να ξεχνούν ότι η Αναγέννηση ανάδειξε κι άλλους άξιους ηγεμόνες του Βατικανού, ο γιος του ο Καίσαρ και η κόρη του η Λουκρητία, ύψωσαν τη διαφθορά και το έγκλημα σε νόμο και σε σύστημα. Δεν περνούσε νύχτα χωρίς ο Καίσαρ με τις ορδές του να σκορπάει το θάνατο σε κάμποσους εκκλησιαστικούς ή άλλους αξιωματούχους. Κι όσες φορές έπρεπε να τηρηθούν οι τύποι της ευγένειας και της κοινωνικής φιλοφροσύνης, δρούσαν, αντί για το ξίφος, τα δηλητήρια, κάτι περίτεχνα φαρμάκια που έφερναν αργά ένα βέβαιο θάνατο. Αν στα 1503 ο Πάπας δεν έπεφτε στην παγίδα που είχε στήσει σ’ έναν πλούσιο καρδινάλιο και δεν έπινε από απροσεξία το φαρμάκι που είχε προετοιμάσει γι’ άλλον (κι αν λίγο ύστερ’ από το θάνατο του Πάπα δεν έβρισκε κι ο γιος του ο Καίσαρ ένα τέλος άδοξο) ποιος ξέρει τι θα γινόταν στην Ιταλία και στον κόσμο με τα σατανικά σχέδια του Καίσαρα Βοργία, που και τον πατέρα του τον Πάπα κατάφερε να κάνει υποχείριό του. Ο Καίσαρ, για νάχει τον Πάπα αποκλειστικά δικό του, δε δίστασε να σκοτώσει και τον πιο αγαπημένο γιο του πατέρα του, καθώς και το γαμπρό του. Τέτοιος ήταν ο Καίσαρ Βοργίας, που την επικράτησή του στην Ιταλία επιθυμήσανε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και ο Μακιαβέλλι. Το μυστήριο της κουρασμένης καρδιάς του Μακιαβέλλι είναι μεγάλο. Υπάρχει βέβαια κι η εκδοχή ότι ο Καίσαρ Βοργίας είχε συλλάβει το μεγάλο σχέδιο να πραγματοποιήσει την κρατική ενότητα της Ιταλίας. Νάταν τάχα αυτή η ιδέα, που έκανε τον Μακιαβέλλι ν’ αδιαφορήσει για την ηθική ποιότητα του Καίσαρα; Ο Μερεσκόφσκυ, στο έργο του για τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, παρουσιάζει τον Καίσαρα Βοργία σαν έναν ήρωα… Ποιος ξέρει! Ίσως ήταν πραγματικά συνυφασμένος στο πρόσωπό του ο εγκληματίας με τον ήρωα. Η Λουκρητία έχασε το φως της ψυχής της όταν έμαθε το θάνατο του αδερφού της. Βαθύτατο ψυχικό κλονισμό έπαθε κι ο Μακιαβέλλι.

Παναγιώτης Κανελλόπουλος (Πάτρα, 13 Δεκεμβρίου 1902 – Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 1986) υπήρξε Έλληναςφιλόσοφος, πολιτικός και ακαδημαϊκός. Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος. Τόμος Α’, εκδόσεις Αετός Α.Ε., Αθήνα, 1942.

(Εμφανιστηκε 199 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)