14 Απριλίου 2017 at 16:57

Κωστής Παπαγιώργης – Γεια σου, Ασημάκη

από

Κωστής Παπαγιώργης – Γεια σου, Ασημάκη

Ο Κωστής Παπαγιώργης έγραψε το βιβλίο Γεια σου, Ασημάκη για τον φίλο του Χρήστο Βακαλόπουλο. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα (ή να το κατεβάσετε σε pdf), παρμένο από τη συλλογή κειμένων του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Χρήστος Βακαλόπουλος.

Γεια σου, Ασημάκη

Εξωτερικά, η θωριά του ανθρώπου ήταν πάντα περιποιημένη και άθιχτη. Το ψαρό μαλλί, φροντισμένο και σταθερό, ζητούσε κάθε τόσο ένα ελαφρό πέρασμα του δεξιού χεριού. Χωρίς γένια -ξυριζόταν καθημερινά-, με μακό φανελάκι, καθαρό πουκάμισο, μπλουτζίν και, τους κρύους μήνες, πλεχτό και σακάκι. Αν τον έκρινες «ρουχομορφικά», έβλεπες έναν άνθρωπο που έχει μια σωστή αναλογία με τα ρούχα του. Μην ξέροντας τη στενή σχέση του με το σπίτι, τον ρωτούσα πόθεν η τόση καθαριότητα· και η απόκριση ήταν ένα σταθερό και αυτάρεσκο χαμόγελο. Πάνω του δεν είχε καμιά από τις κινήσεις του παρορμητικού, του σουρουκλεμέ ή της φύσης που, τάχα, δεν βολεύεται με τον εαυτό της. Καθόταν λίγο σκυφτός στο τραπέζι, έπαιζε το γόνατο πάνω-κάτω, και το δεξί χέρι πήγαινε διαρκώς στον αντίστοιχο μηρό. Ίσως τα πόδια του περίσσευαν λίγο. Δεν ξέρω αν έδινε την εντύπωση πως υπήρχε ειδικός λόγος, πάντως η κινησιολογία του είχε κάτι το μελετημένο, λες και όλα είχαν σταθμιστεί άπαξ διά παντός.

Βάδιζε με βήματα λίγο πιο μεγάλα απ’ το συνηθισμένο και έστρεφε τη μύτη του παπουτσιού ελαφρά προς τα έξω, αν και μικρός είχε παίξει ποδόσφαιρο. Στους ώμους παρουσίαζε ένα ανάλαφρο κύρτωμα, όπως όταν πιάνουν τα πρώτα κρύα και βρεθείς νύχτα μόνο με το πουκάμισο, αν και νομίζω ότι όλα ξεκινούσαν από τη μέση. Το πανωκόρμι του είχε μιαν ανεπαίσθητη κλίση προς τα μπρος, όπως όταν φτύνουμε με σφιγμένα χείλη και σημαδεύουμε προσεχτικά το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού. Στομάχι ούτε κατά διάνοια, χνώτο καθαρό και βλέμμα που κοίταζε λίγο κατάματα κι ύστερα χανόταν «εκτός πεδίου», σάμπως να παρακολουθεί τους θαμώνες ενός φανταστικού μπαρ. Όταν γελούσε, έδειχνε ούλα και δόντια πέρα πέρα, όπως οι αμερικανοί ηθοποιοί, αλλά οι οδοντοστοιχίες του δεν είχαν τίποτα το αμερικάνικο. Λίγο προτού πεθάνει, μετά από ένα αποκαλυπτικό χαμόγελο, τον ρώτησα αν έφτιαξε τα δόντια του· και με συστολή απάντησε ότι βρήκε καιρό και γι’ αυτό. Να ζεις με πολλά χαλασμένα δόντια -από τις χημειοθεραπείες, όπως έμαθα- και να πεθαίνεις με το στόμα λαμπίκο, είναι φλέγμα αμιγώς βακαλοπουλικό.

Φυσιογνωμικά, ήταν το αντίθετο του στρογγυλοπρόσωπου και του baby face. Η μορφή του άρχιζε με ένα μάλλον στενό μέτωπο και ολοκληρωνόταν μετά από ώρα σε ένα ισχυρό πιγούνι. Είχε κάτι το σκελετωμένο αυτό το πρόσωπο; Πιθανώς άφηνε την εντύπωση ότι είχε δεχθεί μια ύπουλη επίθεση από τα μέσα, που σταμάτησε -ευτυχώς- προτού κάνει εμφανείς καταστροφές. Για να θυμίσουμε κριτήρια του 19ου αιώνα που έχουν πλέον εγκαταλειφθεί, εφόσον η έμφαση συγκεντρωνόταν γύρω από το στόμα και όχι στα μάτια, θα πρέπει να ανήκε στην κατηγορία των ατόμων που ανακάλυψαν τον νου τους λόγω χαρακτήρα, αντί να σπαταλήσουν το μυαλό τους για να φέρουν σε λογαριασμό έναν ανοικονόμητο ψυχισμό. Χωρίς σπλήνα τα τελευταία χρόνια και με ένα χρώμα που θύμιζε καμιά φορά μεσογειακή αναιμία, ήταν ένας άνδρας γοητευτικός, που δεν κοκκίνιζε ποτέ. Γενικά, οι συγκινήσεις του, κι αν προδίδονταν, έψαχναν τον προδότη τους στον τόνο της φωνής ή στις αμήχανες χειρονομίες. […]

Ήταν χαρακτήρας δηλωτικός, με ισχυρό κέντρο και εξπρεσιονιστικά κίνητρα, όχι ψυχισμός άμορφος, που μετά από κάθε συνάντηση κουβαλάει στην πλάτη του, όπως πολλοί από μας, την ξένη σφραγίδα. Μιλούσε με κάποια χαρτοπαικτική υστεροβουλία: στο τέλος, το καλό χαρτί ήταν συνήθως στα δικά του χέρια· και το γέλιο, στα χείλη του…

Κωστής Παπαγιώργης

Απόσπασμα από το βιβλίο ‘Γεια σου, Ασημάκη’, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1993

Παραθέτουμε και μερικά ακόμα αποσπάσματα, όπως τα βρήκαμε στον ιστότοπο mesaellada:

«Η δημιουργικότητα στον Χρήστο δεν παρουσίαζε τίποτα το παλιρροϊκό. Φύση στυφή, δαμασμένη από πολύ νωρίς, υπάκουη σε έναν άκρατο διανοητισμό, δεν θα μπορούσε να θυμίζει ελέφαντα, που γεμίζει την προβοσκίδα του και μετά ξεσπάει σε εκατοντάδες σελίδες, ή υπομονετικό κατασκευαστή, που επί χρόνια ξεμπερδεύει υπομονετικά το κουβάρι μιας αφήγησης (για να αναφέρω δύο από τους πιο άξιους συναδέλφους του της Καλλιδρομίου, τον Αρανίτση και τον Τατσόπουλο). Πιθανότατα του έλειπε το καθαρόαιμο λογοτεχνικό μεράκι. Δεν ήταν γραφομανής ούτε ερωτευμένος με το γράψιμο. Τα γραφτά του  εμφανίζονται σαν αποτέλεσμα ενός μόνιμου νοητικού βασάνου, που μπολιαζόταν τελικά στην λογοτεχνία, για να βρεί πρόσωπο και ανακούφιση. Ανάλογες φύσεις, επειδή δεν μπορούν να καλλιεργήσουν με πληρότητα ένα είδος, στα ώριμα, ανακαλύπτουν μιά παραλλαγή για καθαρά προσωπική χρήση. Έτσι γράφτηκε η Γραμμή του ορίζοντος.» [σελ. 143]

«Αφ’ ής στιγμής ο Χρήστος άρχισε να θέτει στο εαυτό του τα βαθύτερα πνευματικά ερωτήματα, η θρησκεία τον σταμάτησε ως φυλετική βαθύτητα και ως μια μορφή αυθεντική ζωής που του ήταν αδύνατο να συναντήσει άλλου. Του συνέβη, δηλαδή, το αντίθετο απ’ αυτό που παρατηρείται συνήθως. Ενώ κατά κανόνα οι πιστοί αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να υποστηρίξουν την αλήθεια που πιστεύουν, στην περίπτωση του Χρήστου οι τρόποι των προχωρημένων πιστών του έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση από τη θεολογική αλήθεια αυτή καθαυτή. Δεν του διέφευγε ότι η ελληνική γλώσσα διασώθηκε μέσα στην ιστορική κιβωτό της θρησκείας, όπως, από την άλλη, διέθετε το αναγκαίο μυαλό για να δεί ότι ένας μοναχός ζεί πολύ βαθύτερα από κάθε «τεχνοκράτη», «επιστήμονα», «σοφό των εφημερίδων». Η ορθοδοξία του, αν υπήρχε, ήταν εκτίμηση ανθρώπινων μεγεθών, όχι αποφασισμένη πίστη.

Απόδειξη, οι προσανατολισμοί του βιβλίου του…» [σελ. 150-151]

«Γράφοντας ότι «κανείς δεν αρέσει πιά σε κανέναν», είχε την επίγνωση ότι αυτή η πατρίδα, η άσκημη φάρσα που λέγεται νεοελληνική ζωή, δεν μπορεί να έπεσε από την καλαθούνα του Σατανά. Θα υπάρχει μια αρχή που την συνέχει ή μπορεί να την προστατέψει από τον εαυτό της.

Μιλώντας για «αόρατους Έλληνες» και για «αόρατα νησιά», επεδείκνυε ένα ρεαλισμό που δεν έκρυβε τη λαχτάρα μιας άλλης πραγματικότητας. Είναι δυνατό το σπαταλημένο αίμα των νεοελλήνων να μην ταμιεύεται; Είναι δυνατό να μην υπάρχει μια κιβωτός της φυλής; Άραγε η μεγάλη χορεία των επιφανών και αφανών, που έφθειραν την καρδιά τους γι’ αυτά τα χώματα – ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από αυτούς, όπως και ο μοναχός Χριστόδουλος, που έχτισε το μοναστήρι εκεί που ήταν ο ναός της Αρτέμιδος – δεν απαρτίζουν μια ορατή και αόρατη αδελφότητα που γνέφει στα μύχια του κάθε υποψιασμένου; Όσο κι αν ο λαιμός της καμηλοπάρδαλης δεν αλλάζει, όσο κι αν οι Έλληνες παραμένουν «ξέφτια της ουτοπίας», ο Χρήστος είχε το σθένος να ξεπεράσει την ατομικότητά του και να συνθέσει ένα βιβλίο που – εξομολόγηση, συναξάρι, παρωδία – μιλάει για την κοινή μοίρα.

«Σκατά με χιόνι», θα απαντήσουν οι επαγγελματίες δύσπιστοι. Από κοντά, οι επιτήδειοι που εμπορεύονται το αόρατο, σε μια παρόμοια συγγραφή που προφητεύει, κλαίει ή συναξαρίζει περιπαικτικά το έθνος, θα αναγνωρίσουν μια ισχνή πνευματική προσπάθεια, ανήμπορη να αναμετρηθεί με το πρόβλημα που συνέλαβε. Εν τούτοις, αυτό είναι το καλό του Βακαλόπουλου. Με καθαρά προσωπικό τρόπο, μιλώντας πάντα για τα αγαπημένα του θέματα – Κυψέλη, Πάτμο, γυναίκες – κατόρθωσε να δεξιωθεί μέσα στο λιγοσέλιδο γραφτό του κάτι που θυμίζει αντηλιά της αιωνιότητας.

«Με τα χείλη που’ χω σε φιλάω», λένε στην Νάξο, για να θυμίσουν ότι ο καθένας δίνει ό,τι έχει. Μολονότι έγραψε την Γραμμή του ορίζοντος με οδηγό τον Ιωάννη της Κλίμακας, ο Χρήστος δεν μίλησε για «απαγωγή εις Κύριον», δεν φιλοδόξησε να διακρίνει πάνω στο γυαλί του κόσμου το χνότο του Θεού. Είρωνας ως τα τελευταία του, κυνικός, ρεαλιστής, ασπάστηκε πνευματικά – με τα χείλη πού ’χε – την μόνη πραγματικότητά του: τον τόπο που έζησε.» [σελ. 156-157]

(Εμφανιστηκε 146 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)