12 Απριλίου 2017 at 23:18

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Ρ

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Ρ

Βιογραφικά του συγγραφέα και τα υπόλοιπα δημοσιευμένα λήμματα μπορείτε να τα δείτε εδώ

Ρ

ρα: το μόριο ρε, λέγεται συνηθ. για άρρενες. ΦΡ. Πού πας ρα; | < αρχ. μωρέ: κουτέ (μωρός) με σύντμ. ωρέ > ρε.

ραβαΐσι το: γλέντι, γιορτή, ξεφάντωμα. Το Ραβαΐσι – ταβερνοχώρος. Τζιώτικο ραβαΐσι. Κωμειδύλλιο του Γεωργίου Μεταξά εις πράξεις τρεις. Π. Τούντας: Σ᾿ ένα τέτοιο ραβαΐσι, ποιος μπορεί να μη μεθύσει; / Άλλος τραγουδα, χορεύει, κι άλλος έρωτα γυρεύει.

ραγιαδιλίκι το: η ιδιότητα, η κατάσταση του ραγιά, σκλαβιά, υποδούλωση· δουλικό, υποταχτικό φρόνημα. Πβ. Περρ.: Λοιπόν εσείς να είστε ραγιάδες Βασιλικοί, και να γυρεύετε βοήθεια από μέρος των εχθρών του Βασιλέως μου, τι ραγιαλήκι είναι αυτό το εδικόν σας; | < Βλ. & ραγιάς ο.

ραγιάς ο: μη μουσουλμάνος υπόδουλος υπήκοος της Οθωμανικής Aυτοκρατορίας, υπόδουλος, δούλος. Κάποιοι θέλουν να μας μετατρέψουν σε ραγιάδες. Μακρ.: …κα τότε πατρς λάβαινε τν τύχη τς ες ατ – ο λληνες ραγιάδες ατεινν κι᾿ ατενοι φεντάδες. Δι᾿ ατος κάψαμε τ σπίτια μας, δι᾿ ατος χάσαμε τος νθρώπους μας, δι᾿ ατος σκοτωθήκαμεν.- ς πότε, τουρκοραγιάδες, ς πότε ν σς βυζαίνουν ο Τορκοι κα ο παδο τος κοτζαμπασδες κα τουρκοκαπεταναγοι;» Θούριος: Τους μπούφους και κοράκους καθόλου μην ψηφάς / με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς. Δημ.: Ακόμα τούτη η άνοιξη / ραγιάδες, ραγιάδες, / τούτο το καλοκαίρι, / Μοριά και Ρούμελη. / Όσο να ᾿ρθεί ο Μόσκοβος, (σ.σ. η Μόσχα, η Ρωσία) / ραγιάδες, ραγιάδες, / να φέρει το σεφέρι | < τουρκ. raya (από τα αραβ.) -ς. Βλ. & περίγελο το.

ραΐζω: ραγίζω. Δημ.: Να σας το ειπώ, ψηλά βουνά, φοβάμαι μη ραΐστε, / να σας το ειπώ, ψηλά κλαριά, το Μάη δε θ᾿ ανθίστε, / να σας το ειπώ, βρυσούλες μου, φοβάμαι μη στερφέψτε.

ρακί το & ρακή η: το τσίπουρο, οινοπνευματώδες ποτό που παρασκευάζεται με την απόσταξη σταφυλιών | < τουρκ. raki < ινδικ. arrak: οινόπνευμα από ρύζι. Παρ.: «Εικοσι δυό χρονώ ρακί να πιεις να σ᾿ αναδράμει.» Βλ. & μισερώνω, κιοτής ο.

ρακοκάζανο το: καζάνι, συσκευή για απόσταξη με το καπάκι της. Μετά τον τρύγο, στήνονται τα ρακοκάζανα | < τουρκ. kazan -ι. Βλ. & ρακί το.

ρακοπότηρο το: ποτηράκι για ρακή, μικρό ποτήρι για ηδύποτα. Τα ρακογιάλια και τα ρακοπότηρα είναι στην άρκλα. Ακούμπησε στο τραπέζι ένα μπουκάλι ρακή και δύο μικρά ρακοπότηρα. Βλ. & ρακί το.

Ραμαζάνι το: γιορτή των μουσουλμάνων (σε ανάμνηση της παράδοσης του Kορανίου στους ανθρώπους) που διαρκεί όλο τον ένατο μήνα του μουσουλμανικού έτους. Ραμαζάνι: Ο ιερός μήνας των μουσουλμάνων | < τουρκ. Ramazan -ι (αραβ. Ramadān).

ράμμα το: ειδική, ανθεκτική κλωστή, νήμα για ράψιμο υφασμάτων ή τραύματος. Στα εξωτερικά ιατρεία, του έβαλαν ράμματα στο σκίσιμο, που θα χρειαστεί να αφαιρεθούν μετά από 10 μέρες. Πάλλ.: Μα το στρατό πολύ βαριά τον πλάκωσε φουρτούνα, / τι από ᾿να ράμμα κρέμεται η τύχη μας πια τώρα. Παρ.: «Σέρνει ο λαγός το λέοντα, με το χρυσό το ράμμα | < αρχ. ελλ. ῥάμμα.

ραμαζανλής ο: μουσουλμάνος που γιορτάζει το ραμαζάνι. Παπαδ.: Την είχαν στρώσει εκεί την ψάθαν, επί της άμμου, την ώραν που είχε νυχτώσει, ως Τούρκοι ραμαζανλήδες, οι τρεις, ο Αντώνης ο Παβιώτης, ο Προκόπης της Μαρούδας, κι ο Σταμάτης ο Αρβανίτης, κι ο γερο-Καλοειδής, τέταρτος, ο ιδιοκτήτης του μικρού καπηλείου. Βλ. & ραμαζάνι το.

ραμαντζάνα η: νταμιτζάνα. Πβ. Παπαδ.: …αι ολίγαι δαμετζάνες, όσας είχε πλήρεις παραπλεύρως των κενών και προς επίδειξιν μόνο τεταγμένων βαρελίων πας κάπηλος, εκενώθησαν προς τιμήν των υποψηφίων | < βενετ. damegiana < γαλλ. dame-jeanne.

ραμάθα η: αρμαθιά, αριθμός, σύνολο όμοιων ή ομοειδών πραγμάτων μικρών διαστάσεων, που είναι περασμένα (στη σειρά) από νήμα, σύρμα. Ραμάθα σύκα, αραποσίτια, καπνά | < αρχ. ελλ. ὁρμαθός.

ραματιάζω: περνώ φύλλα καπνού σε ράμμα, για να απλωθούν.

ραμολιμέντο το: άνθρωπος που θεωρείται προχωρημένος στην ηλικία, στη δύση της νιότης ή της δραστηριότητάς του, απόμαχος, μισότριβος, μεσόκοπος· λέγεται και «ραμολί.» Αν και είναι ραμολιμέντα και βαψομαλλιάδες, όλη μέρα χαλβαδιάζουν τις πιτσιρίκες.

ρανίδα η: στάλα, σταγόνα, ελάχιστη ποσότητα. «Μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός μου.» | < αρχ. ελλ. ρανίς.

ράντζα η: τιράντα, ταινία από ύφασμα ή ελαστικό, που περνάει πάνω από τους ώμους και χρησιμεύει για να συγκρατεί το παντελόνι ή άλλο ρούχο | τιράντα < ιταλ. (νότ. διάλ) tirant(e).

ράσπα η: είδος φαρδιάς, μεγάλης λίμας, χοντρή λίμα για ξύλα με μεγάλα και χοντρά δόντια. Ξύλινη ράσπα ποδιών σκληρή, μεγάλης αντοχής, δύο όψεων. Πλένεται και ψεκάζεται με αντισηπτικό σπρέι, χωρίς να αλλοιώνεται. Την πρώτη φορά μου έκανε ράσπα και τη δεύτερη πήγε να μου κάνει τροχό, αλλά επειδή γαργαλιόμουν μου έκανε και πάλι ράσπα. Η ράσπα ποδιών αφαιρεί τις σκληρύνσεις της επιδερμίδας και εξομαλύνει το σκασμένο δέρμα στα πόδια αλλά και στου αγκώνες τα γόνατα ή τις παλάμες | < ιταλ. raspa. Βλ. & αρνάρι το.

ράφταινα η: ράπτρια, μοδίστρα, ράφτισσα. Παρ.: «Η βελόνη κι η κλωστή κάνουν ράφταινα σωστή.»

ραχάτι το & ραχατιλίκι το: χουζούρι, τεμπελιά, κατσιό, αραλίκι, ησυχία. Παπαδ.: λλ᾿ εχε συνήθειαν σπανιώτατα, ν χι ποτέ, ν φέρν μίαν δουλειν ες πέρας. το «ντελμπεντέρης», κι γαποσε πολ τ «ραχάτι.» τον Τουρκομερίτης κ᾿ γνώριζε καλς τς λέξεις ταύτας κα τ σημαινόμενά των- ς πνε στ χωράφια τους, ν θέλουν, μ τ ραχάτι τους ν μαλώνουν, πήντησε μεγαλοφώνως. Σκαρ..: Λοιπόν δεν ξέραν. Τσιμπημένοι από την αλογόμυγα της υποψίας τους, τινάχτηκαν μες στο ανατολίτικο ραχατλίκι τους και τους ρίχτηκαν – κι ας ολότελα αθώους | < τουρκ. rahat (αραβ. rāhat) -ι.

ραχατεύω: το ρίχνω στο ραχάτι, την τεμπελιά, αργοσχολώ, χουζουρεύω, ψιλοτεμπελιάζω, δουλεύω αργά, με πάσο | < Bλ. & ραχάτι το.

ραχατλής ο: αυτός που ραχατεύει, τεμπέλης. Βλ. & ραχάτι το, ραχατεύω, φίλντισι το.

ράχη η: κορυφή βουνού ή λόφου. «Κάνω τον κάμπο ράχη»: η φράση λέγεται όταν επιχειρούμε κάτι αδύνατο και ανώφελο, όταν ουσιαστικά δεν κάνουμε τίποτα, ματαιοπονώ, καταπιάνομαι με πράγματα που δεν γίνονται. Παρ.: «Δεν γίνεται ο κάμπος ράχη και το νερό σωρό» | < μσν. ράχη < αρχ. ῥάχ(ις) -η· ράχ(η) -ούλα.

Ράχοβο το: παλιά ονομασία του Πολύρραχου Κοζάνης. Λιούφ.: Τα μέλη της οικογένειας ήταν πάντα γνωστά με το όνομα Μεσδιάνοι· και πατρίδα τους ήταν έναν χωριό στην επαρχία Σερβίων, το καλούμενο Ράχοβον | < Ράχοβο: «τόπος με καρυδιές», πιθ. βουλγ. Гайка: καρύδι.

ραχοβούνι το: μικρό βουνό, λόφος, η ράχη του βουνού. Πάλλ.: Κι όπως ο νότος καταχνιά στα ραχοβούνια απλώνει, καταραμένη απ᾿ τους βοσκούς, καλή για νυχτοκλέφτη.

ρεβανάτος -η -ο: για άλογα συνηθ., με γρήγορο γρήγορο, ρυθμικό, περήφανο και σταθερό βάδισμα | < Βλ. & ριβάνι το.

ρεβάνι το & ριβάνι το: το γοργό, γρήγορο, ρυθμικό, σταθερό βάδισμα του αλόγου, η μαθημένη στρωτή περπατησιά, ο σταθερός ήσυχος καλπασμός, τριποδισμός. Ηπίτ.: ραχβάνι το: πλαγιοποδισμός. Παρ.: «Οκνό άλογο ρεβάνι δεν μαθαίνει.» Το ραβινάτο άλογο δεν «τσινάει» | < τουρκ. rahvan: άλογο μαθημένο σε ειδικό βηματισμό.

ρεβεράντζα η: ευγενική, επίσημη υπόκλιση που εκδηλώνει υποταγή, δουλικότητα, διάθεση για κολακεία· τεμενάς· μτφ. οποιαδήποτε εκδήλωση ψεύτικης και υποκριτικής ευγένειας ή κολακείας (Τριαντ.) Μόλις μ᾿ είδε να σκάω μύτη από την πόρτα, τσακίστηκε στις χαιρετούρες και στις ρεβεράντζες. Της έκανε κι άλλες ρεβεράντζες και χειροφιλήματα. Άρχισαν να χαιρετούν όλο χαμόγελα και ρεβεράντζες: «Κι εσείς εδώ;» | < ιταλ. reverenza.

ρέβω: εξαντλούμαι, αδυνατίζω από χρόνια υπερβολική κόπωση, λιώνω. Αορ. έρεψα. Πώς έρεψες έτσι; Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος. Πάλλ.: Αν ρίξω εγώ όμως, τ᾿ όπλο μου και μιά σταλιά αν αγγίξει, / κόβει βαθιά! Σαν αστραπή σου παραλεί τα σπλάχνα· σούχει τα δυό της μάγουλα νυχόσκιστα η γυναίκα, / μένει η φαμίλια σου αρφανή· ρέβεις κι εσύ και βάφεις / το χώμα, μ᾿ όρνια πιο πολλά παρά γυναίκες γύρω. Καρκ.: …την λιμόκαψαν, επίβουλην αρρώστιαν, η οποία ρέβει τον άνθρωπον και τον αφανίζει ολίγον κατ᾿ ολίγον, όπως το σκουλήκι που φωλιάζει εις τον κορμόν του δένδρου. Ηπίτ.: ρεύω, μελλ. ρεύσω: φθείρομαι, φθίνω, κουράζομαι, κοπιάζω πολύ και ρεύω (διαλεκτ. Ηπείρου): ρέω, καταρρέω, ρεύει: καταρρέει | πιθ. < αρχ. ελλ. ρέω· στον Όμηρο: πέφτω, λιγοστεύω, μειώνομαι, π.χ. για τα μαλλιά ή για τις τρίχες του σώματος· καταρρέω ή λιώνω τελείως, διαλύομαι, φθείρομαι, χάνομαι, σε Σοφοκλή και Πλάτωνα. Βλ. & άμπουρας ο, κασμάς ο, σαλβάρι το.

ρεγάλο το: χρηματικό ποσό που δίνει κάποιος σε άλλον από ευχαρίστηση για εξυπηρέτηση που του πρόσφερε· δώρο, φιλοδώρημα. Καζαντζακ.: …κράτα του και κανένα ρεγάλο, καμιά καλή ταμπακιέρα να πούμε, καμιά χοντρή ρώγα κεχριμπάρι, για το τσιμπούκι του. Τσιφ.: Την Εύβοια, όπως είπαμε, την είχε ταράξει ένας Λικάριο και την είχε δώσει ρεγάλο στους Βυζαντινούς | < ιταλ. regalo.

ρέγγι το: το χρώμα. Δημ.: Έχεις δυο μάτια γαλανά σαν τ᾿ ουρανού το ρέγγι. / ωσάν η πούλια την αυγήν το ᾿να και τ᾿ άλλο φέγγει. Ηπίτ.: ρέγγι το: ιδίως χρωματισμός αμφίβολος· της πορδής το ρέγγι, το άχρουν, χλωμόν επί ανθρώπου.

ρέγουλα η & ρέγουλο το: ομαλός και κανονικός ρυθμός κατά την εκτέλεση πράξης, ενέργειας, μέτρο, κανόνας, οικονομία, φειδώ, μετριοπάθεια. ΦΡ. Με ρέγουλα πίνανε το κρασί | < μεσν. ρέγουλα < λατιν. regula.

ρεγουλάρω: φέρνω τα πράγματα σε ρέγουλα, στα σωστά, κατάλληλα μέτρα, ρυθμίζω, ομαλοποιώ, κανονίζω. Ρεγουλάρισε την κατάσταση. Με τα καινούρια γυαλιά ρεγουλάρω καλύτερα. Ρεγουράρισε τον κινητήρα. | < Βλ. & ρέγουλα η.

ρεζίλης ο: αυτός που έχει γίνει ή γίνεται ρεζίλι, ρεντίκολο, ξεφτίλας, που παθαίνει ρεζιλίκια. Τσιφ.: Έβαλες παρά στην μπάντα και διέταξες κόσμο κάντε έτσι ρε μερμήγκια ασήμαντα, και σε πιάνει ένα κόψιμο και είσαι ρεζίλης στην λεκάνη του καμπινέ. – Άρχισε, λοιπόν, μια νέα μηχανή, ο βασιλιάς έδινε προνόμια κι έπαιρνε προμήθεια. Να οι γυναίκες από δω, να οι λοβιτούρες από κει, τα κατάφερε και ξανάκανε περιουσία ο μεγαλειότατος… Ο ρεζίλης | < τουρκ. rezil -ι. Βλ. & μπαίγνιο το.

ρεζιλίκι το: πάθημα που προκαλεί τη χλεύη, που ντροπιάζει, εξευτελίζει, γελοιοποιεί· ρεζίλεμα, ντρόπιασμα, εξευτελισμός, γελοιοποίηση· πράξη, συμπεριφορά, εμφάνιση κτλ. που ντροπιάζει ή που γελοιοποιεί (Τριαντ.). Τσιφ.: …κοντολογής, τόσα πολλά που έτσι και τάξερε όλα τούτα κάνας θεατρικός κριτικός, από κείνους που κάνουνε τον σπουδαίο και χάσανε το μαλλί τους δήθεν στη μελέτη, μπορεί και να παράταγε το ρεζιλίκι και νάγραφε κι έργο, αντίς κριτική. Βλ. & φτήνια η, ρεζίλης ο.

ρείκι το: κοινή ονομασία ορισμένων αυτοφυών θάμνων με άνθη που έχουν διάφορα χρώματα. Παρ.: «Τον γύφτο κάναν βασιλιά κι αυτός γύρευε ρείκια.» | < ελνστ. ἐρείκιον < υποκορ. του αρχ. ελλ. ἐρείκη.

ρεκάζω: φωνάζω δυνατά, όπως ο τράγος. Γκοτζ.: κι ο δάσκαλος είχε συνηθίσει, θαρρείς, να τον δέρνει κάθε μέρα. Εκείνος βέλαζε, ρέκαζε, ούρλιαζε, γινόταν κυνηγητό μεταξύ δασκάλου και μαθητή μέσα στο σκολειό, σηκώνονταν όλοι στο ποδάρι, οι φωνές έφταναν όξω, πέρα. Ηπίτ.: (διάλεκτ. Ηπείρου) ρέκασμα το: η του τράγου αγρία φωνή. Επίσης ο κρωγμός ορνέου.

ρεκλάμα η: διαφήμιση (για διαφημιστικό ταμπλό, επιγραφή τίτλων κτλ.). Τσιφ.: Τούτες οι μετοχές πουλιόντουσαν και με τη ρεκλάμα και το κακό ανεβαίνανε όλην την ώρα. Πβ. Παπαδ.: …ρεκλαματζν ξιέραστον κα χαμπαρτζν προθυμότατον. σύχασε, μ ταράσσς τς ψυχς μν | < γαλλ. reclame.

ρέλι το: τα πλευρικά κιγκλιδώματα και η κουπαστή του πλοίου· ειρολαβή ή συρματόσχοινο ασφαλείας· η ραφή στην άκρη ενός υφάσματος, το τελείωμα. Καββ.: Τρελς μουσώνας ράγισε μεσονυχτς τα ρέλια | < αγγλ. rail.

ρεμάλι το: κάθαρμα, αλήτης, άνθρωπος χωρίς ηθικούς φραγμούς, άθλιος, ελεεινός, αχρείος, τιποτένιος, λέρα. Τσιφ.: Έχω όμως κάτι ρεμάλια, ένα κι ένα, αληταριό πρώτης, παιδάκια φίνα που πουλάνε τ᾿ άντερα της μάνας τους για μια γόπα | < τουρκ. remmal (από τα αραβ.): μάντης από σχήματα στην άμμο -ι.

ρεμούλα η: μικρή ή μεγάλη απάτη κατά τη διαχείριση μιας οικονομικής ή άλλης υπόθεσης, αρπαγή, κλεψιά. Έγραψαν, μπορεί να ειπή κανείς, τον πρόλογο της γενικής διαρπαγής και ρεμούλας, που σαν επιδημία και κατάρα παρακολούθησε τα εχθρικά στρατεύματα. Χρόνια και χρόνια απάτης και ρεμούλας μας κράτησαν μακριά από την ευτυχία και τον πολιτισμό και μας ρίξανε μέσα στην εξαθλίωση, την πείνα, την κακομοιριά και τη δυστυχία. Πβ. Τσιφ.: Από τα λεφτά που ρεμουλιάζανε πάλι, οι δούκες χτίζανε καμιάν εκκλησία ή δίνανε του Πάπα κι έτσι τα ᾿χανε καλά και με την Εκκλησία της Ρώμης. Βλ. & λωποδύτης ο.

ρεμπελεύω: περνώ τον καιρό μου σαν ρέμπελος, ακαμάτης, τεμπελιάζω, ζω χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, στόχο, δίχως πολλές έγνοιες, υποχρεώσεις και φροντίδες· στασιαστής, επαναστάτης. Τσιφ.: Πέρασε στην Ισπανία απ᾿ το Περινιάν, ρεμπέλεψε κάμποσο στις επάνω πολιτείες, ίσα ίσα μέχρις ότου να ξεχαστεί η «δουλειά», μετά κατηφόρισε με κείνα τα ασπρογάλαζα λεωφορεία το δρόμο της Γκρανάντας | < μσν. ρεμπελεύω < ρεμπέλ(ος) -εύω < βενέτ. rebelo: επαναστάτης, ρέμπελος.

ρεμπελιό το: η τεμπελιά, το αραλίκι, το να ζεις δίχως σοβαρό σκοπό, ασυλλόγιστα, χωρίς να δουλεύεις· στάση, εξέγερση. Το έριξε στο ρεμπελιό. Με την ονομασία ρεμπελιό των ποπολάρων (εκ της ιταλικής: ribellione: εξέγερση) φέρεται στην ιστορία της Επτανήσου μια λαϊκή εξέγερση των ποπολάρων της Ζακύνθου, κατά των αρχόντων της νήσου που σημειώθηκε επί Ενετοκρατίας, το 1646 και η οποία τελικά πνίγηκε στο αίμα. Τσιφ.: Κι όπως ξέρετε, η πόλη της Ζάρας αρχίζει να μας μπαίνει στο ρουθούνι με κάτι ρεμπελιά που μας κάνει. Να την πολεμήσουμε εμείς οι Βενετσιάνοι.

ρέμπελος ο: τεμπέλης, ρεμπεσκές, ακαμάτης, ανεπρόκοπος. Φτωχή και ρέμπελη ζωή.

ρεμπεσκές ο: τεμπέλης, ανεπρόκοπος, ασυλλόγιστος, άσωτος, άνθρωπος φυγόπονος και ανεπρόκοπος, ρέμπελος· αχαΐρευτος, χαραμοφάης, «άχθος αρούρης»: βάρος της γης. Τι μαγειρεύετε βρε ρεμπεσκέδες; Πρέπει να χρησιμοποιηθούν νέοι και όχι ρεμπεσκέδες. Πβ. Καρκ.: Mας πήρε πια για ρεμπάσκια! Δεν ξέρω σαν τι είναι ο τόπος κι η γενιά του.

ρεμπέτης ο & ρεμπέτισσα η: οργανοπαίκτης και τραγουδιστής που καλλιέργησε, κυρίως στις πόλεις της M. Aσίας, το 19ο και ως τις αρχές του 20ού αιώνα, ένα ιδιαίτερο είδος λαϊκού αστικού τραγουδιού της ταβέρνας. άνθρωπος που κάνει μια ζωή ανέμελη και μάλλον περιθωριακή, αψηφώντας τις επίσημες ή κοινώς αναγνωρισμένες αξίες και τα ήθη της κοινωνία. Είμαστε ρεμπέτ ασκέρ. Πετρ.: Στ λσια μπρτσα τν ρεμπτηδων συχν βλπω κεντημνη μι καρδι μ φυλλοκρδια, που στ μση της χει τ νομα τς πολυαγαπημνης | < ίσως θ. της σλαβ. λ. rebyonok, rebyata· ρεμπέτ(ης) -ισσα.

ρέντα η: συνεχής καλοτυχία, εύνοια της τύχης, συνήθ. σε τυχερά παιχνίδια. Έχει… ρέντα ο ψαράς στον Αστακό. Ο Γ. Λ. μπορεί να μην είχε ρέντα στα παρκέ με τη φανέλα του Παναθηναϊκού, είχε όμως στο καζίνο, αφού με μια επίσκεψή του σε αυτό έγινε κατά 150.000 ευρώ πλουσιότερος! | < ίσως μσν. ρέντα: εισόδημα < γαλλ. rent(e) -α.

ρεντέβω: αρεντεύω, τρέχω, γυρίζω, κάνω γρήγορα, κοσεύω. Παρ.: «Ακούω αδράχτι πού βροντά, σφοντύλι που ρεντεύει, τρέχατε, βρέ γειτόνισσες, μην πα και πλακώσουν.» Βλ. & κοσσεύω.

ρεντίκολο το: ρεζίλης, άνθρωπος που έχει γελοιποιηθεί, ντροπιασμένος, ξεφτιλισμένος. Έγινε ρεντίκολο μπροστά σε όλους. Μια φορά την είχα πάθει μικρός, κατά το ᾿40. Με είχε στείλει ο πατέρας μου για μεροκάματο κι εγώ πήγα για στήσιμο, έπεσε καρφωτή. Ήρθε, με βρήκε, μου τράβηξε τις μπάτσες μου, αλλού κλουβιά κι αλλού ξόβεργα, όλο το δρόμο με κοπάναγε κι έγινα ρεντίκολο στη γειτονιά | < ιταλ. ridicolo.

ρεντιγκότα η: είδος επίσημου ανδρικού σακακιού που κουμπώνει σταυρωτά και φτάνει μέχρι το γόνατο· βελάδα. Κάθε που περνούσε δίπλα στο φως, τα χρυσόκουμπα της κομψής ρεντιγκότας του γυαλοκοπούσαν. Μια περίεργη κι επιβλητική φυσιογνωμία με μακριά γενειάδα που, με τη ρεντιγκότα και το γιλέκο με τη χρυσή αλυσίδα που φορούσε, θύμιζε μάλλον αυλικό παρά παράγοντα του υποκόσμου. Τρεις ιπποπόταμοι ιππότες φοράνε μαύρες ρεντιγκότες | < παλ. ιταλ. redingotta < αγγλ. riding-coat: σακάκι ιππασίας.

ρεπάνι το & ραπάνι το: ονομασία διάφορων φυτών με σαρκώδη τραγανή ρίζα και η ίδια η ρίζα τους, η οποία τρώγεται ως ορεκτικό ή σαλάτα. Τα ραπανάκια είναι από τα πιο υποτιμημένα λαχανικά κι όμως τα οφέλη τους είναι τεράστια. Τα ραπανάκια έρχονται σε μια ποικιλία μεγεθών και χρωμάτων, ώστε να μπορείτε να μάθετε ποιός τύπος σας αρέσει περισσότερο. Παρ.: «Έχει τέχνη το ρεπάνι, κάθε τόπος δεν το κάνει.», «Τον Ιούνιο αφήνουν το δρεπάνι και σπέρνουν το ρεπάνι.» | < μσν. ραπάνι (Πβ. μσν. ρεπάνι) < ελνστ. ῥαπάνιον < υποκορ. του αρχ. ελλ. ῥάπανος. Βλ. & παζί το.

ρέπι το: ερείπιο.

ρέστος -η -ο: άφραγκος, μπατίρης, πανί με πανί, στερημένος· έμεινε ρέστος και ταπί. Φοβερά πράγματα. Άνθρωποι κοιμούνται στο αυτοκίνητο. Αυτό είναι το σπιτικό τους. Το υπνοδωμάτιό τους. Έμειναν ρέστοι, από σπίτι, δουλειά, λεφτά. Μακρ.: Ύστερα τον κακομεταχειρίστη ο Αρμασπέρης και τον είχε ρέστο και μάλλωσα δι᾿ αυτόν με τον Αρμασπέρη και τον απόλυσε.

ρετάλι το: το τελευταίο υπόλοιπο από ολόκληρο τόπι υφάσματος, που είναι λιγότερο από όσο χρειάζεται κανονικά για τη ραφή ενδύματος (Τριαντ.)· απολειφάδι, απομεινάρι· άνθρωπος ασήμαντος, ανεπαρκής, ξοφλημένος, ακατάλληλος, ραμολιμέντο. Ρετάλια και υφάσματα για κάθε ανάγκη και γούστο σε χαμηλές τιμές. Τώρα μπορείτε να ανανεώνετε τη διακόσμηση του σπιτιού σας τακτικά. Τσιφ.: Οι τζέντλεμεν ήτανε κάτι ρετάλια ευγενείς που λέγανε ότι είναι ιππότες και είχανε κάνα χτηματάκι και βολευόντουσαν | < ιταλ. αρσ. ritaglio (ή διάλεκτ. retaglio), πληθ. ritagli.

ρετάρισμα το: κόμπιασμα, αρυθμία του κινητήρα συνήθως στο ρελαντί. Η πλάκα είναι ότι δεν κάνει συνέχεια ρετάρισμα.Το έκανε πριν από ένα μήνα περίπου και το ξανάκανε χθες. Βλ. & ρετάρω.

ρετάρω: δεν έχω ομοιόμορφη, αναμενόμενη, ομαλή κανονική λειτουργία, κομπιάζω στην ομιλία. Βάζω μπροστά, ρετάρει και σβήνει. Όταν ξεκινάει ο κινητήρας, οι στροφές πέφτουν στα 500 περίπου και ρετάρει. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα σταθεροποιείται. Βλ. & κομπιάζω | < ίσως γαλλ. retard: καθυστέρηση -ω.

ρετουσάρω: διορθώνω με το χέρι φωτογραφία ή φιλμ για να καλύψω ατέλειές τους ή για να τα κάνω καθαρότερα, επιδιορθώνω, κάνω τελικές διορθώσεις | < γαλλ. retouch(e) -άρω.

ρετουσάρισμα το: η διόρθωση, βελτίωση, το να καλύπτεις τις ατέλειες ενός πράγματος, έλεγχος και διόρθωση πιθανών σφαλμάτων· λίφτινγκ, επεξεργασία, δεύτερο χέρι λογοτεχνικού ή καλλιτεχνικού έργου για να πάρει τελειότερη μορφή. Χρειάζεται ρετουσάρισμα. Σήμερα θα ξεκινήσουμε μ’ ένα βασικό ρετουσάρισμα στην παραπάνω φωτογραφία, με την βοήθεια του Photoshop | < Βλ. & ρετουσάρω.

ρέφα η: ρουφηξιά καπνού, τζούρα. Τελευταία ρέφα. Δώσε μια ρέφα. Πήρε δυο ρέφες.

ρεφάρω: ξανακερδίζω ό,τι έχασα (σε τυχερό παιχνίδι ή σε επιχείρηση), αντισταθμίζω μια ζημιά. Στίχ.: Μάγκες μου, βάλτε / μπρος πίσω πάτε / να σας τα πάρω / για να ρεφάρω | < ιταλ. rifar(e): αντισταθμίζω ζημιές, -ω.

ρεφενές ο: η συμμετοχή σε κοινά έξοδα, σε λογαριασμό. το ποσό που αναλογεί στο καθένα από τα πρόσωπα μιας ομάδας (παρέας κτλ..) για τα έξοδα κοινού γεύματος, διασκέδασης· ως επίρρ.: ρεφενέ. Σαν σήμερα, οι παρέες μαζεύονται, οργανώνονται, βάζουν τους ρεφενέδες, χαίρονται που το πανηγύρι ξεκινά. Ας την αγκαλιάσουμε για να μην ξαναζήσουμε ρεφενέδες στην κερκίδα για να πληρώνουμε τους διαιτητές. Γκιών.: Πάρτι κάνανε και τ᾿ αδέρφια μου. Πάρτι-ρεφενέ, όπως τα λέγανε, όπου ο κάθε καλεσμένος έφερνε το ποτό και τα φαγώσιμά του (συνήθως ξηρούς καρπούς, φρούτα -τέτοια). Τσιφ.: Θα παντρέψουμε μ᾿ αυτόν τον Ερρίκο το μάπα την Ελισάβετ, την κόρη του Εδουάρδου του Τέταρτου. Έτσι βάζετε ρεφενέ εσείς το γαμπρό κι εμείς τη νύφη | < τουρκ. (διάλεκτ.) refene -ς (< herifane, από τα περσ.).

ρεφενίζω: αφήνω, βάζω ρεφενέ. Παρ.: «Ρεφενίζοντας και μη αμαρτάνοντας» | < βλ. ρεφενές ο.

ρεχέμι το: ο όμηρος, το πρόσωπο, συνήθως συγγενικό, που κρατείται ως εγγύηση για την εκτέλεση μιας συμφωνίας, απαίτησης κτλ.. Μακρ.: Κα μ τατο μείναν εκαριστημένοι ο Τορκοι κα πγαν λοι ες τ Ζιτούνι κα κάθισαν κάνα δυ μήνους κε. Κα διαλύθηκαν. Φύγαν κα τ ρεέμια κρυφ κα ρθαν ες τν Δυσσέα.

ρήγας ο: τραπουλόχαρτο που παριστάνει γενειοφόρο γέρο, παπάς· θηλ. ρήγισσα, ρήγαινα (συνήθ. στη γλώσσα των παραμυθιών) ο βασιλιάς. Στίχ.: Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν / αυτοί οι ρηγάδες τ᾿ ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι, / τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν / να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει. (Μπωντλέρ, μεταφρ. Αλέξανδρος Μπάρας). Καζαντζ.: Του Τελαμώνα υγιέ αρχοντόγεννε, τρανέ ρηγάρχη, αχ όχι, / μη θες να με τρομάξεις, άπλερο παιδί λες κι είμαι τάχα. Χρον. Μορέως: πο χω φέντην κα γαβρόν, τν ργαν τς Φραγκίας / σαύτως κα τς ρήγαινας που νι δελφή μου. Σεφ.: Τζουν Βισκούντης εχε γράψει τν λήθεια. / Πς πλέρωσε μαυλίστρες κούντη Τερουχς / πς βρέθηκαν ντάμα ατς κι ρήγαινα / πς ρχισε τ πράμα, πς ξετέλειωσε. Παρ.: «Ο κάβουρας στην τρύπα του μεγάλος ρήγας είναι.» | < μσν. ρήγας < ελνστ. αιτ. ῥῆγα < λατ. rex· μσν. ρήγισσα < ρήγ(ας) -ισσα. Βλ. & αχαμνός ο, αψύς ο, φιλντισένιος ο.

ρημάδα η: έρημη, έρμη, χαρακτηρισμός ουσιαστικού σε εκφράσεις δυσφορίας, αγανάκτησης. Να έρθει η ρημάδα η Κυριακή. Πόσο γλυκιά είναι αυτή η ρημάδα η καρέκλα, ρε πρόεδρε; Γκοτζ.: Πώς χάλασε ο ντουνιάς, πώς άλλαξε η ρημάδα η πλάση, αυτά τα χρόνια τα γραμμένα στο κιτάπι του Διαβόλου, και πώς απ᾿ του ουρανού το βάθος ο Μεγαλοδύναμος, πώς το επιτρέπει αυτός ο Κοσμοκυβερνήτης, να του καταπατούν το νόμο οι δόλιοι, οι άρπαγες, οι αδιάντροποι.

ρημάδι & ρημαδιό το: για κτίσμα ή άλλου είδους κατασκευή που έχει καταστραφεί ή φθαρεί από το χρόνο και την εγκατάλειψη· ερείπιο· σύνολο ερειπίων ή κατεστραμμένων πραγμάτων. Ξεκόλλα από το ρημάδι το κινητό. Τα έκανε όλα ρημαδιό. -Τι θα γίνει με κείνον το ρημάδι το διαμέρισμα; Φίλοι της τοξοβολίας και σπουδαστές της σχολής καλών τεχνών, μεταμόρφωσαν ένα ρημαδιό σε χώρο προπόνησης | < μσν. ρημάδι < ερημάδιν < ερημάδιον υποκορ. του ελνστ. ἐρημάς, αιτ. -άδα. Βλ. & χειμαδιό το.

ριζές ο & ρεζές ο: μεντεσές, μεταλλικό εξάρτημα πόρτας ή παραθύρου, πάνω στο οποίο αυτά στηρίζονται και ανοιγοκλείνουν, στρόφιγγα. Ο υαλοπίνακας εφαρμόζεται σ᾿ ένα πλαίσιο συνδεμένο πίσω με ρεζέδες. Έψαχναν κι έβρισκαν παλιούς ρεζέδες από παλιόπορτες | < τουρκ. reze -ς.

ριζοβούνι το: η ποδιά του βουνού, οι πρόποδες όρους, η υπώρεια. Δημ.: Και παίρνω δίπλα τα βουνά, κοντά στα ριζοβούνια. / Βλέπω λαγό που έρχεται, ρίχνω και τον σκοτώνω. Το Ριζοβούνι είναι ένα από τα πεδινά χωρία του Δήμου Μουζακίου και βρίσκεται σε απόσταση 22 χιλιομέτρων από το Μουζάκι | < Βλ. & ριζό το, χλωροσιά η.

ριζός ο & ριζό το: η ρίζα του βουνού, υπώρεια όρους, τα ριζώματα. Μακρ.: Απ τν Μπουμπουνίστρα κι᾿ ς τ ριζ το κάστρου Μαμούρης μ᾿ νθρώπους το Γκούρα κα χωργιάτες· Γκοτζ.: Θέλω να γράψω ένα τραγούδι μ᾿ αντοχή, / και συλλογίζομαι ολοένα εσάς, φτωχοί. / Σκυφτοί στο γούπατο γιά σκόρπιοι στο ριζό, / με τον καημό σας ανασταίνομαι και ζω. Βλ. & απόσκιο το.

ριζικό το: η μοίρα, το γραφτό, το γραμμένο, η τύχη κάθε ανθρώπου στη ζωή. Πάλλ.: Δε σούναι ακόμα ριζικό να κατεβείς στον Άδη, / γιατί έτσι εγώ άκουσα φωνή θεών παντοτινώνε. Πβ. Χρον. Μορέως: Λοιπν ς τ χει ριζικν χάρις τν νθρώπων, / κι οδν μοιάζουν ο δελφο ες πρόσοψιν κα χάριν. Παρ.: «Ο φτωχός εις τ᾿ όνειρό του έβλεπε το ριζικό του.», «Αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό καρτέρει.», «Το ριζικό του κάθεται κι η μοίρα του δουλεύει.» Βλ. & προικιό το, μπαλωθιά η.

ριζιμιός -ια -ιο: αυτός που είναι βαθιά ριζωμένος στη γη. Παπαδ.: Και η οικία του μακαρίτου του Μπονά, οπού την είχεν αγοράσει προ χρόνων ο καπετάν Γιωργής ο Παμφώτης, και την είχεν επισκευάσει και καλλωπίσει, ήτο κτισμένη επάνω εις πέτραν ριζιμιάν, σύρριζα εις τον βράχον, και προς τα κάτω εξετείνετο αυλή με σαράντα σκαλοπάτια. Μακρ.: καμε Θες κα πρε φωτι πρν ν ζυγώσουμεν κα σήκωσε ες τν γέρα λιθάρια ριζιμιά | < μσν. ριζιμαίος.

ριμπούρι το: κρύος δυνατός αέρας, βόρειος άνεμος. Πβ.: Τώραϊας κα᾿ το Μάη πχιανι κάνα γιρ ριμπορ κι ρχνι χαλάζ᾿ μ το καρδάρ᾿. Τφκιανι λα σιουμα. Μαζ μ τλλα τσάκζι κι τ γιννήματα. (Μικρόβαλτο Κοζάνης).

Ρίνα η: Ρηνιώ, Αικατερίνη.

ρινί το: η ρίνα, μύτη. Παρ.: «Ο λόγος πρώτα στο ρινί και ύστερα στο στόμα.» | < αρχ. ελλ. ῥίν(η).

ριπίδι το: κουρέλι, απολειφάδι υφάσματος. Ελύτ.: Τότε θ᾿ ανοίξεις μέσα μου τα ριπίδια των συναισθημάτων. Δάκρυα συνειδήσεων πολύτιμες πέτρες επιστροφές κι απουσίες. Βλ. & ριπιδόνι το, τεφτέρι το.

ριπιδόνι το & ριμπιδόνι το: κουρέλι, κομμάτι παλιό ύφασμα, λουρίδα υφάσματος | μσν. ριπίδιν < ελνστ. ῥιπίδιον < αρχ. ελλ. ῥιπίς.

ριτζάς ο: η παράκληση, ικεσία. Περρ.: …εδώ ήρθεν ο Χασάν αγάς Τζαπάρης και με έκαμεν ριτζά (παράκλησιν) δια τεσένα κι εγώ δια το χατήριν του (δια χάριν του) μάταμ (επειδή) και έχεις ευρεθεί τζιράκι μου (ευεργετημένος) όλα τα σουτζά σου (τα σφάλματα σου) τα εχάρισα. Όθεν λαμβάνοντας το παρόν μου δίχως κανέναν σουμπεχιέ (υπόνοια), να κινήσεις και να έλθεις εδώ, ότι είσαι τζιράκι μου, και σε αγαπώ καλύτερα από κάθε άλλον, μόνε μουτλάκ (αφεύκτως) να έλθης και να μη βάλεις τίποτα εις το νου σου, και όχι άλλο. Υγίαινε.

ρίφι το: ερίφιο, το κατσίκι. Παπαδ.: Όσην υπακοήν και αν είχαν προς εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου διά να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν, δυσάγωγα και άπιστα όσον και τα μικρά παιδιά. Παρ.: «Τα στραβά τα ρίφια βόσκουν στο φεγγάρι.», «Απ᾿ του διαβόλου το μαντρί, μήτε ρίφι μήτε αρνί.» | < λόγ. < ελνστ. ερίφιον υποκορ. του αρχ. ελλ. έριφος (ο, η).

ρίχω: ρίχνω. Έξω ρίχει πολύ χιόνι. Παρ.: «Ρίχει άδεια, να πιάσει γιομάτα.», «Ρίχει λάδι στη φωτιά.»

ρόβι το & ρόβη η: ψυχανθές δημητριακό φυτό που καλλιεργούνταν στην περιοχή από τα αρχαία χρόνια. Ηπίτ.: ρόβι το: όροβος, το όσπριον ορόβιον, λέγεται δε ούτω και ο καρπός και το φυτόν. Χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή και η επιστημονική του ονομασία είναι Vicia ervilia (L) Wild | < υποκορ. του ορόβιον < αρχ. ελλ. όροβος.

ροβίθι το: ρεβίθι | < μσν. ρεβίθι (Πβ. μσν. ροβίθι) < ελνστ. ἐρεβίνθιον υποκορ. του αρχ. ελλ. ἐρέβινθος.

ροβολώ: κατεβαίνω τρέχοντας την πλαγιά ενός υψώματος· κατρακυλώ, κατηφορίζω. Ηπίτ.: ρόβολος ο: τόπος κατωφερής. Πβ. Χρον. Μορέως: μανττα τν φέρασιν το πρίγκιπος Γουλιάμου, / ο Σκορτινο ρροβόλεψαν κ᾿ πν μ τος Ρωμαίους. π τν αριον λθασιν λον τ ρχοντολόγι, / που σαν π τ Σκορτά, λοι ροβολεμένοι· / λεημοσύνην το ζητον συμπάθειον ν τος ποιήσ.- Πολυλάς: Ψάλλε, θεά, τν τρομερν θυμν το χιλλέως, / πς γινε στος χαιος ρχ πολλν δακρύων· / πο νδράγαθες ροβόλησε πολλς ψυχς στν δη / ρώων, κι δωκεν ατος ρπάγματα τν σκύλων. Κακριδ.: Και ξάφνου απ᾿ το βουνό το απόγκρεμο ροβόλησε κινώντας / με πόδι γρήγορο· τα τρίψηλα βουνά και τα ρουμάνια / σείστηκαν κάτω απ᾿ τα ποδάρια του τ᾿ αθάνατα, ως δρομούσε. Δημ.: Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν. / Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια, / -η κλεφτουριά τ᾿ αρνήθηκε και ροβολάει στους κάμπους | ίσως < λατ. revolare: επιστρέφω γρήγορα.

ρόγα η: ο συμφωνημένος μισθός, η αμοιβή που δίνεται σε κτηνοτρόφο για τη φύλαξη και την βοσκή ζώων (συνήθως η εργασία ήταν εξάμηνης διάρκειας). Δημ.: Κυρά μ᾿ δωσ᾿ μου τη ρόγα μου, δωσ᾿ μου τη δούλεψή μου, / παράγγειλαν τ᾿ αδέρφια μου να πάω να με παντρέψουν. Παρ.: «Σύψωμα και δίχως ρόγα, κι απ᾿ την πλάτη του τσαρούχι.» | < μεσν. ρόγα: ελεημοσύνη, απλοχεριά < λατιν. erog(o).

ρόγγι το: καμμένο ή εκχερσωμένο δάσος, καψάλι, έκταση θαμνώδης που την καίνε για να γίνει χωράφι. Ηπίτ.: ρόγγι το: δασώδης τόπος εκχερσωθείς ή πθρποληθείς (παρ᾿ ημίν) καψάλα, εφ᾿ ου σώζονται και στελέχη των δέντρων, ίνα χρησιμοποιηθεί ως βοσκή των ποιμνίων [εν Ηπείρω λέγουσι τα ρόγγια, και κατ᾿ επέκτασιν ρόγγι λέγεται η δεινή περι πάντα καταστροφή]. Γκοτζ.: Κάτσε μπάρμπα, του ειπε, κάτσε να φωνάξω τον άντρα μου απ᾿ το ρόγγι, εδώγια παραπάνου, κι έφτακα η κουρούνα, δεν αργώ.

ρογιάζομαι: προσλαμβάνομαι ως βοσκός με ρόγα, μισθό. Δημ.: Από μικρός ορφάνεψα απού μάνα, απού πατέρα / κι πήγα κι ρογιάστηκα σε μια κυρά-Βουργάρα. Βλ. & ρόγα η.

ρογιασμένος -η -ο: επιθ. μισθωμένος με ρόγα, βλ.λ.

ρογκάλα η: το ρέψιμο.

ρογκατσάρια τα: παλιό έθιμο της πρωτοχρονιάς. Βλ. & λογατσάρια τα.

ρογόζι το: φυτό με πράσινα φύλλα, λεπτά, κυλινδρικά και επιμήκη. Φυτρώνει μέσα σε βάλτους ή κοντά σε μέρη με νερό. Ηπίτ.: ραγάζι το: είδος καλαμωτού αγριόχορτου.

ροδαλός -η -ο: ρόδινος, ρόζ, ροδοκόκκινος, που έχει απαλό, ελαφρό κόκκινο χρώμα. Ροδαλό πρόσωπο, μάγουλο | < ελνστ. ῥοδαλός.

ροδαμός ο: νέος βλαστός που αναπτύσσεται γρήγορα, το λεπτό κλωνάρι ενός φυτού. Ο ξενώνας Ροδαμός βρίσκεται στην καρδιά του δάσους. Σεφ.: Μέσα στος φρέσκους ροδαμούς / στθος γυμν ς τς φλέβες / πέρα π᾿ τ νύχτα τ στεγν / πέρα π᾿ τος σπρους γέροντες / πο συζητοσαν σιγαν | Βλ. & αστοχώ.

ροδάνι το: ρόδα τροχός που γυρίζει, ανέμη. Η γλώσσα του πάει ροδάνι: μτφ. για κάποιον που μιλάει πολύ, «κόβει» γρήγορα πολλά λόγια. Το βιβλίο Γλώσσα Ε΄ δημοτικού: Της γλώσσας ρόδι και ροδάνι των εκδόσεων Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (Ο.Ε.Δ.Β.). Ηπίτ.: ροδάνι το: ο βέμβιξ και περιαγωγός, ο ρόμβος· η γλώσσα του πάγει (σαν) ροδάνι [γλώσσης ακρατής], ροδάνι του γαϊτανά.

ρόδο το: τριαντάφυλλο. Τα ρόδα της ερήμου. Το όνομα του ρόδου. Ελύτ.: Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε / Να γεννηθεί κάτω απ᾿ τη δυναστεία των ρόδων! Παρ.: «Ο άτυχος και στα ρόδα να πέσει, σπάζει τη μύτη του.» | < αρχ. ελλ. ῥόδον. Βλ. & κρεμεζής ο, χαμηλοβλεπούσα η.

ροδωπός -η -ο: ρόδινος στην όψη, ροδαλός, ροδόχρους, ωραίος, ευειδής, ροδοκόκκινος.

ροζάρι το & ο ρόζος ο: σκλήρυνση που εμφανίζεται στο δέρμα της παλάμης και των δακτύλων, κάλος· σκλήρυνση σε ορισμένο σημείο μάζας ξύλου. Παρ.: «Δεν είναι σανίδι δίχως ρόζο.» | πιθ. < αρχ. ελλ. ὄζος: κλαδί, βλαστάρι. Βλ. & σταβάρι το.

ροΐ το: ροΐ του λαδιού, ελαιοδοχείο, λαδικό, η ελαιορρόη· ψηλόλιγνο τενεκεδένιο δοχείο που έχει κι έναν λαιμό σα βέργα και χρησιμοποιείται για να ρίχνουν σιγά-σιγά το λάδι στα καντήλια. Παρ.: «Εχύθηκε το λάδι μας και μπήκε στο ροΐ μας.» Βλ. & ρουπάκι το.

ρόιδο το & ρόιδι: ρόδι. ΦΡ. μτφ. Τα ᾿κανε ρόιδo: δεν τα έκανε σωστά, όπως πρέπει· της καλής τα ρόιδα. Κακριδ.: …και μέσα εκεί ψηλά κι ολόχλωρα φυτρώνουν δέντρα πλήθος / εκεί αχλαδιές, μηλιές χρυσόκαρπες, ρογδιές φυλλομανούνε (νθα δ δένδρεα μακρ πεφύκασι τηλεθόωντα, / γχναι κα οια κα μηλέαι γλαόκαρποι). Παπαδ.: Μέσα ες ν᾿ σπρο δέμα θ βρς σταφίδες, κοφέτα κα ρόιδα. Τσιφ.: Ήταν ένα πούρο και στην άκρη του πούρου κρεμόταν ένας παχουλός κύριος, ένας καλοθρεμμένος και λιπαρός κύριος, με κατακόκκινα μάγουλα, του βάραγες το ένα κι έσκαζε ρόιδι το άλλο.

ρόκα η: ειδική ράβδος πάνω στην οποία στερεώνουν το μαλλί ή το μπαμπάκι για να το γνέσουν με το χέρι, η αρχαία ηλακάτη· είδος λαχανικού· καλαμπόκι, αραποσίτι, η «κούκλα» του καλαμποκιού.. Παπαδ.: …πλην ταύτα ήσαν λόγια των γραϊδίων της γειτονιάς, των γλωσσαλγών, όπου μεταχειρίζονται την ρόκαν μόνον ως συνόδευμα των κινήσεων της γλώσσης, ή έχουν την κακολογίαν οιονεί ως κέλευσμα προς ανακούφισιν του κόπου της ρόκας. Ποιός μπορεί να πει όχι στην πικάντικη γεύση της τρυφερής ρόκας; Η ρόκα καλλιεργείται τόσο με απευθείας σπορά στο έδαφος ή σε μεγάλη γλάστρα-ζαρντινιέρα όσο και με φύτευση σπορόφυτων που θα βρούμε στην αγορά. Παρ.: «Στο μύλο βάστα ρόκα και στον πόταμο κομμάτα.», «Βάσανα πολλά τ᾿ αδράχτι, όσο να γεμίσει η ρόκα» | < μσν. ρόκα < ιταλ. rocca. Βλ. & ψωμώνω.

ρόκος ο: γερασμένο, γηραλέο βόδι· περιφρονητικά για ηλικιωμένους, γέρους (Ήπειρος). Παρωνύμ.: Ρόκος.

ρόμπουλο το: δέντρο που μοιάζει με πεύκη, άγριο πεύκο που παράγει άριστη ξυλεία.

ροποτόπι το: μτφ. ένα χέρι ξύλο, μεγάλη αναστάτωση, καυγάς. Έφαγε ένα ροποτόπι | πιθ. < ρουπουτώ: κάνω θόρυβο.

ροποτός ο: θόρυβος, χτύπος, ήχος που επαναλαμβάνεται. Σιδ.: …μια μικρή τρεμούλα έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Για μια στιγμή νόμισε πως το ρόποτό της θ’ άκουγε ο Δεσπότης όταν ζύγωσε κοντά του. Πβ. Τρουπουτώ.

ρούγα η: στενό σοκάκι μεταξύ δύο σπιτιών, ο δρόμος (εντός της πόλης), καντούνι. Παρ.: «Τ᾿ ασχημότερο της ρούγας, τ᾿ ομορφότερο της μάνας.» «Άχαρο παιδί στην κούνια, όμορφο παιδί στη ρούγα.» Γκοτζ.: Έτσι και τώρα, στεριώνοντας τα γυαλιά στο λιγνό πρόσωπο της, άφησε κάτι που κρατούσε καταγής και πέρασε ανάλαφρα τη ρούγα. Δημ.: Γι πές μας Γιργο μ᾿ ποι γαπς / στν πέρα ρογα πο λο πς. / Μι᾿ ργιτοπούλα γαπ / κα θέλω ν τν παντρευτ / (κι ν δν τν πάρω θ χαθ) – Κόρη μου, εσένα η μάνα σου στη ρούγα κουβεντιάζει. Καζαντζ.: Με τα καράβια πίσω ας γύρουμε στην ποθητή πατρίδα, / τι πια την Τροία δε θα την πάρουμε με τις φαρδιές τις ρούγες (φεύγωμεν σν νηυσ φίλην ς πατρίδα γααν·/ ο γρ τι Τροίην αρήσομεν ερυάγυιαν) | < μσν. ρούγα < ιταλ. ruga.

ρουθούνι το: το καθένα από τα δύο ανοίγματα της ρινικής κοιλότητας από τα οποία εισπνέουμε και εκπνέουμε, μυκτήρας, ρώθωνας. Μήπως είναι βουλωμένο το ένα σας ρουθούνι; Δεν έμεινε ρουθούνι: δεν επέζησε, ξέφυγε, γλίτωσε κανείς, από σφαγή, θάνατο κλπ. Μακρ.: …αλλά τον ήθελαν νικητή να τους λευτερώση, αυτός ο τύραγνος να φέρη το Ρωμαίγικον και την λευτεριά της πατρίδος -και αν έβγαινε αυτός, δεν θ᾿ άφινε μήτε ρουθούνι από ᾿μάς. Τσιφ.: Τους τσάκισε τους Νορβηγούς και δεν άφησε ρουθούνι από δαύτους. Καζαντζακ.: Άξαφνα πήραν τα ρουθούνια της, μέσα από το μαγερειό, μυρωδιά σαν κάτι να τηγάνιζαν, «θα βρήκαν μανιτάρια» συλλογίστηκε «θα τα τηγανίζουν, ας πάω να δω.» | < μσν. ρωθώνιον υποκορ. του ελνστ. ῥώθων: μύτη, πληθ. ῥώθωνες: ρουθούνια. Βλ. & τουρκομερίτης ο, φρουμάζω, όχεντρα η.

ρουμάνι το: πυκνό δάσος. Μέρα χαράς σήμερα, καθώς έχουμε προγραμματίσει να επισκεφτούμε το δάσος του χωριού μας, το Ρουμάνι. Πάλλ.: Τα πραγματικά περιστατικά της ζωής του πνίγονται μέσα σε πυκνό και φοβερό ρουμάνι φανταστικών άθλων και περιπετειών. Εφτ.: Μα τότες, όσο κι αν κρυφόχυνε το φαρμάκι της η τέχνη αυτή της ψευτοσύνης, δεν μπορούσε και να ριζώση καθώς ρίζωσε στο έθνος αργότερα, και τούπνιξε ό,τι ζωή του απόμνησκε, καθώς τα ρομάνια πνίγουνε γέρικα κι ακλάδευτα κλήματα. Παρ.: «Άλλοι βγάζουν το λαγό απ᾿ το ρουμάνι κι άλλοι τόνε τρώγουνε.» Βλ. & αρμάνι το, ροβολώ.

ρούμπω η: η χοντρούλα, η γεματούλα., στρουμπουλή. Υποκορ. ρουμπούλα η. Πβ. Στρουμπουλός ο. Στίχ.: «Πάει η ρούμπω για νερό, σταύρωσε τον πεθερό με τα γρόσια στο λαιμό.»

ρούντος o: λεπτό, κοντό μαλλί ζώων | < σλαβ. ruda.

ρουπάκι το: είδος βελανιδιάς, δρυός· Ηπίτ.: ρουπάκι το: είδος χονδρής δρυός, στρεβλής και χαμηλής. Καρκ.: Kιβωτοί θεόσταλτοι τα ρουπάκια έφερναν τους φτερωτούς ταξιδώτες ανάμεσα από θεόρατα βουνά και άγρια φαράγγια. νέα ζω πολυθόρυβη, μεγαλοφάνταστη, ντρειωμένη σκορπ τριγύρω του, φεύγει κα χάνεται σν γάργαρο νερό, πο τρέχει κάτω π ρουπάκι κατάξερο. Βαλ..: Mες στο σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι / φοβέριζε τον ουρανό με τ᾿ αγριομανητό του. Παρ.: «Καλά είν᾿ τα ρουπακόφυλλα με το ρογί το λάδι.» < μεσν. < υποκορ. του αρχ. ελλην. ρώπαξ· ῥώψ, ῥωπός, ἡ: χαμόδενδρο, θάμνος.

ρούπι το: υποδιαίρεση του (παλαιού) εμπορικού πήχη, ίση με το ένα όγδοό του ή με οκτώ εκατοστά του μέτρου. ΦΡ. Δεν το κουνάω ρούπι. Δεν το κουνάει ρούπι ο Μ., παρά την κατακραυγή. Η κυβέρνηση δεν θα υποχωρήσει ούτε ρούπι από τις κόκκινες γραμμές | < τουρκ. urup (< rub από τα αραβ.).

ρουπίζω: γίνομαι άφαντος, εν ριπή οφθαλμού, εξαφανίζομαι. Ηπίτ.: ερρούπισε και πάει. Δημοτ: Μην πέτεσαι στην κλεφτουριά, ούτε σ᾿ αυτήν την Τοσκαριά, γιατί όλοι θα ρουπίζουν, και μονάχον θα σ᾿ αφήσουν.

ρουπώνω και ρουπίζομαι: βουλώνω και βουλώνομαι, γεμίζω και γεμίζομαι, λέγεται κυρίως πιθάρια. Ηπίτ.: λέγεται διά τους πίθους, ων αι σανίδαι ξεραί ούσαι διά θερμού ύδατος ρουπώνουσι, ιδίως επί κάδου συσφιγγομένου.

Ρουσαλιός ο: η χρονική περίοδος από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή | < κουτσοβλάχικη Russali < λατιν. Rusalii: Πεντηκοστή.

ρούσος -α -ο: κόκκινος, ερυθρός. Δημ.: Ποιά είναι η μαύρη, ποιά είναι η ρούσα, ποιά η γαϊτανοφρυδούσα. Έψαχναν το πεντάφυλλο τριφύλλι εκεί που κατούρησε ρούσο μουλάρι. Στη βρύση στέκω και διψώ, ζεστό νερό δεν πίνω / κοιτάζοντα τες όμορφες, κοιτάζοντα τες ρούσες. / Μου κλέψαν το κανάτι μου, μου πίνουν το νερό μου. Ρούσος: όνομα κόκκινου αλόγου ή κοκκινομάλλη. Πβ. Καράς, Ψαρρής, Ντορής, Μπάλιος, Μελίσσης κ.α. Παρ.: «Ρούσα και γαλανή, έξυπνη και πονηρή.» | < αρχ. ελλ. ούσιος, -ον: κοκκινωπός, Λατ. russus.

ρουσούμπελη η: λοιμώδης δερματική πάθηση, το ανεμοπύρωμα. Καρκ.: Εκτός της ρουοούμπελης, εγήτευε τον σπλήνα, τις παραμαγούλες, τον στυλίτην, τον πονοκέφαλον, τον στρόφον, το λίθωμα των βυζών – Φεύγα, ρουσούμπελη· σε κυνηγά η φωτιά, το στουρνάρι, και ο πρυόβολος· – σύρε στ᾿ άγρια όρη, στ᾿ άγρια βουνά!

ρουσφέτι το: χαριστική παροχή ή εξυπηρέτηση, που προσφέρει πολιτικός σε κάποιους με αντάλλαγμα την εύνοιά τους, την υποστήριξή τους ή πολιτικό, οικονομικό κτλ.. Όφελος (Τριαντ.) Τέλος στα ρουσφέτια – Υποχρεωτική η πεντάμηνη θητεία στην παραμεθόριο. Ρουσφέτια και «κρυφές» προσλήψεις. Παπαδ.: Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν | < τουρκ. rüşvet (από τα αραβ.) -ι. Βλ. & μανούλα η.

ρούτα η: ο απήγανος. Παρ.: «Όποια έχει ρούτα και παιδί, στο χορό να μην εμπεί.» (ο απήγανος, η ρούτα, χορηγείτο στις γυναίκες που είχαν περίοδο). Επιστημονική ονομασία: Ruta graveolens, ρούτα η βαρύοσμη.

ρουφιανεύω: γίνομαι, φέρομαι σαν ρουφιάνος, δίνω κρυφά πληροφορίες για κάποιον. Μας ρουφιάνεψε η ΔΕΗ 500.000 ονόματα· μια τεράστια λίστα πολιτών που δεν πλήρωσαν το χαράτσι έστειλε η ΔΕΗ στο υπουργείο Οικονομικών. Ρουφιάνεψαν τα μέλη τους με αντάλλαγμα χρηματική μίζα. Αυτόν που με ρουφιάνεψε αν τύχει και γνωρίσω. Βλ. & ρουφιάνος ο.

ρουφιάνος ο & ρουφιάνα η: σπιούνος, καταδότης, αυτός που μαρτυράει, καταδίδει, δίνει κρυφά, ύπουλα πληροφορίες· άτιμος· λέγεται και «ρούφ»· μεγάλος ρούφ. Τσιφ.: Πάει η Ζάρα με προδοσία. Κάστρο χωρίς ρουφιάνο δεν παίρνεται, λέει η φράγκικη παροιμία. Όλοι οι ρουφιάνοι δουλεύουνε μαζί· έτσι θα χάσουν την δουλειά τους οι ρουφιάνοι· οι ρουφιάνοι της μαφίας αποκάλυψαν· Επιστράτευσαν ακόμη και βίντεο από κάμερα-ρουφιάνα!· Δεν τις ανεβάζει τις ρουφιάνες! 250€ μνήμες και δεν παίζουν ούτε το XMP Profile τους· η ρουφιάνα η μπάλα τον «πούλησε». Παρ.: «Χωρίς ρουφιάνο, κάστρο δεν παίρνεται.» | < ιταλ. ruffiano -ς· ρουφιάν(ος) -α. Βλ. & γαλιφιά η.

ρουφιανιά η: κάρφωμα, ό,τι κάνει ο ρουφιάνος, ιδιότητα του ρουφιάνου, απάτη. Την ρουφιανιά πολλοί αγάπησαν, τον ρουφιάνο ουδείς. Μαλλιοτραβήγματα και ρουφιανιές στα ρημαγμένα κανάλια. Ο Σ. δεν μασάει από ρουφιανιές. Οι ρουφιανιές έφαγαν τον Θ. Β. από τη θέση του Διοικητή του Νοσοκομείου. Τσιφ.: Πέστε του, ρε, να τον συχωρέσω και να τον φέρω στον Όλυμπο, θα καθήση φρόνιμα ή θ᾿ αρχίση πάλι τις ρουφιανιές; | < Βλ. & ρουφιάνος ο.

ρόχαλο το & η ροχάλα: απόχρεμμα, απόπτυσμα, φλέγμα αποπτυόμενο, φτύσμα, βλέννα στο λαιμό. Έφαγε την ροχάλα ο Θ. και τώρα σκούζει. Τον διώχνουν κλοτσηδόν με ροχάλες και φτυσίματα | < αρχ. ελλ. ουσ. ρόγχος.

ρυμούργκα η: όχημα ρυμουλκό, το συρματόσκοινο και ο μηχανισμός έλξης άλλων οχημάτων σε σειρά, ειδικά όταν το όχημα δεν μπορεί να κινηθεί λόγω βλάβης, βαρύ φορτηγό όχημα που ρυμουλκείται από άλλο | < ελνστ. ῥυμουλκῶ.

ρωμέικος ο & ρωμαίικος -η -ο: με τα χαρακτηριστικά του Ρωμιού, της ρωμιοσύνης, ελληνικός. Παπαδ.: …μ δν τον τ μυαλό του ρολόι δι ν τ νθυμται λα· νας νος, κι ατς ρωμαίικος. Παρ.: «Ρωμέικος καυγάς, τούρκικος χαλβάς.», «Αλλάχ κερίμ τούρκικα, κι έχει ο Θεός ρωμαίικα

ρωμέικα τα: η γλώσσα που μιλούν οι Ρωμιοί, Ελληνικά, γραικικά. Παπαδ.: Μου φάνηκε σαν Εγγλέζος, σαν Αμερικάνος, μα όχι πάλι σωστός Εγγλέζος ούτε σωστός Αμερικάνος· τα ολίγα λόγια που μου είπε ρωμέικα, τα είπε μ᾿ έναν τρόπο δύσκολο και συλλογισμένο, όχι και πολύ ξενικό, σαν να ήξερε μια φορά ρωμέικα και τα ξέχασε.

Ρωμέικο το & Ρωμαίικο: οι Ρωμιοί, οι Έλληνες και η Ελλάδα. Σώζεται το Ρωμέικο; Καρκ.: Έχουν, βλέπεις, τον πρόξενο που πατάει ποδάρι. Έπειτα γνωστή είναι η τουρκοφιλία που πάσχουν όλες στη Λάρισα οι αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές, λες και με δέκα-δεκαπέντε μπέηδες θα σωθή το Pωμέικο! Παπαγ.: Οι εγγλέζοι ιστορικοί παρατηρούν ότι το ρωμαίικο εκείνη την εποχή ήταν οικονομική αυτοκρατορία. Απλούστατα διότι είχε στα χέρια του το εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου. Βλ. & Ρωμιός ο.

Ρωμιός ο: Έλληνας. Παρ.: «Οι Ρωμιοί έχουν τη γνώμη κάτω απ᾿ το φέσι.», «Πέντε Ρωμιοί, δέκα γνώμες.» Χρον. Μορέως: Διαβόντα γρ χρόνοι πολλο ατενοι ο Ρωμαοι, / λληνες εχαν τ νομα, οτως τος νομάζαν, / – πολλ σαν λαζονικοί, κομ τ κρατοσιν / –π τν Ρώμη πήρασιν τ νομα τν Ρωμαίων | < μσν. Ρωμαίος: πολίτης του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους < ελνστ. Ῥωμαῖος: πολίτης της Ρώμης (Πβ. μσν. Ρωμανία το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος, ελνστ. σημ.: ρωμαϊκό κράτος < λατ. Romanus: Ρωμαίος. Βλ. & τουρκομερίτης ο.

ρωμιοσύνη η: ο νεότερος ελληνισμός. Ρωμιοσύνη, Κοραής και νέος Ελληνισμός. Ο καημός της ρωμιοσύνης. Τι είναι τελικά η Ρωμιοσύνη; Τι σημασία έχει για τους Έλληνες σήμερα; Αποτελεί μια παλιομοδίτικη πατριωτική ιδεολογία ή εθνική ταυτότητα; Ρίτσ.: Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις / εκεί που πάει να σκύψει / με το σουγιά στο κόκκαλο / με το λουρί στο σβέρκο / Νάτη πετιέται απο ξαρχής / κι αντριεύει και θεριεύει / και καμακώνει το θεριό / με το καμάκι του ήλιου.

(Εμφανιστηκε 737 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)