4 Απριλίου 2017 at 10:54

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Π

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Π

Βιογραφικά του συγγραφέα και τα υπόλοιπα δημοσιευμένα λήμματα μπορείτε να τα δείτε εδώ

Π

παγάλια: επίρρ. αγάλια, σιγά σιγά, χωρίς βιασύνη, «περίμενε.» Παγάλια να σε δώσω ένα σοκολατάκι. Παρ.: «Η γουρούνα αγάλια αγάλια και τα γουρουνόπουλα τρεχάλα», «Αγάλια αγάλια τα τούμπανα, τι είναι φτωχός ο γάμος.» | < αγάλια < μσν. επίρρ. γάλιν γάλιν < γαληνά < επιθ. γαληνός. Βλ. & αγάλια.

παγάνα η & παγανιά η: ιδιαίτερος τρόπος κυνηγιού, που συνίσταται στην ανίχνευση, καταδίωξη και παγίδευση θηράματος από ομάδα κυνηγών που ενεργούν βάσει σχεδίου. Οι μεγάλες παγάνες! Δείτε την ταινία με τους ατέλειωτους αγριόχοιρους. Εντυπωσιακές παγάνες στο Μαρόκο. Παγάνες για τις… ευρωεκλογές. Ο χάρος βγήκε παγανιά. Πάλλ.: …σα λιονταρού που, ενώ περνά το δάσος με μικρά της, / άξαφνα βρίσκει παγανιά στο δρόμο της, και στέκει / στα κουταβάκια ομπρός αντριά γιομάτη, κι όλο κάτου / τραβάει το φρυδοτόμαρο σκεπάζοντας τα μάτια· / έτσι κι ο Αίας στάθηκε μπροστά στο σκοτωμένο. Γκοτζ.: Θα ᾿βγουμε κι εμείς παγάνα, θα σας εύρουμε ως τον ένα, / και στην πόλη μέσα αν είστε και στ᾿ απόμερα χωριά | < μσν. παγαν(εύω) -α < παγαν(ός) -εύω ίσως με την έννοια ενέδρας που στήνουν οι άνθρωποι της υπαίθρου. Βλ. & ξεραΐλα η.

παγανό το: ο καλικάντζαρος, κωλοβελόνης. Παρ.: «Αγιάσαν τα νερά, παν τα παγανά

παγκάρι το: πάγκος για τη διάθεση κεριών, που βρίσκεται στην είσοδο των χριστιανικών ναών· πάγκος εμπόρου. Έκλεψαν παγκάρια από τη Μητρόπολη Αθηνών. Ακροβάτες διαρρήκτες έσπασαν και άδειασαν τα παγκάρια. Παπαδ.: Τί σε Παναγιώτη καλέσωμεν; κακολόγον τν παπάδων, κλειδωτν το παγκαριο, νδραγάτην τν ψαλτάδων, κακ γλσσα το χωριο· ζητοντα τ καλ κα τ συμφέροντα, τς λέξεις πο δν χουν ρ προφέροντα | < μσν. παγκάριον υποκορ. του πάγκ(ος) -άριον.

πάγκος ο: η αράχνη του σπιτιού, συνθ. παγκοφωλιές: αραχνοφωλιές. Στην Κοζάνη και αλλού λέγεται πάλιαγκας | ίσως < ιτάλ. ragno: αράχνη.

Πάδη η: τοπωνύμιο στην περιοχή Λιβαδερού Κοζάνης. Πάδες ή Πάδη (Βογγόπετρα) λεγόταν και χωριό της περιοχής, κατά την τουρκοκρατία. Το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Γερμανούς τον Αύγουστο του 1943.

παζί το: το φυτό σέσκουλο. Το σέσκουλο είναι στενός συγγενής με το παντζάρι, και το όνομά του είναι παραφθορά της αρχαίας λέξης «τεύτλο», που έγινε «σέσκλο» ή και «φέσκλο» σε κάποια νησιά. Οι Τούρκοι το λένε «παζί» και με το όνομα αυτό είναι γνωστό το χόρτο στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Τα σέσκουλα φυτρώνουν άγρια σε όλες σχεδόν τις χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο. Βηλ.: Δεν τρώγω ρεπανόπρασα, παζιά και κολοκύθια / αυτά είναι όλα για τ᾿ εσάς τραπέζια παινεμένα.

πάθια τα: πάθη, παθήματα, ό,τι παθαίνει κάποιος, ταλαιπωρίες, συμφορές, βάσανα. Πάλλ.: Μα κι όσο ζει και βλέπει ήλιου αχτίδα, πάλε ακόμα / πάθια τον δέρνουν. «Έπαθε του λιναριού τα πάθια.» Παπαδ.: Κ᾿ γρι κόμα μυρολογ / τ γεννοβόλια της τ παλιά. / Σν νά χαν ποτ τελειωμ / τ πάθια κ᾿ ο καημο το κόσμου. Βλ. & λυγαριά η.

παθός ο: αυτός που έπαθε. Παρ.: «Ρώτα τον παθό, όχι τον γιατρό.», «Ο παθός είναι γιατρός.», «Παθός και μαθός.»

παιδαρέλι το: μικρό παιδί, έφηβος, ανώριμος νέος, άγουρος, άπειρος. Τσιφ.: Είχε βέβαια κάτι ανίψια απ᾿ τ᾿ αδέρφια του, αλλά ήτανε όλα παιδαρέλια· πού να τους εμπιστευθείς βασίλειο; Βλ. & καπαρώνω.

παιδεμένος -η -ο: που έχει παιδευτεί, βασανιστεί, ταλαιπωρημένος, έχει περάσει δύσκολα. Χρον. Μορέως: Πολλ πεθύμουν ν σ δ, κύρης μου κι δελφέ μου, / διατ εσαι π τν Ρωμανίαν νθρωπος παιδεμένος / κ᾿ ξεύρεις κ τ τούρκικα ν μς τ συντυχαίνς. Παρ.: «Πάρε του γέροντα βουλή, του παιδεμένου γνώση.»

παιδεμός ο: παίδεμα, ταλαιπωρία, βασανισμός.

παΐδι το: τα πλευρά του σκελετού ανθρώπου ή θηλαστικού ζώου. Πρόσεχε μην τσακίσεις κανένα παΐδι. Θα σου σπάσω τα παΐδια. Αρνίσια παϊδάκια με κρούστα μυρωδικών. Παϊδάκια κοτόπουλου με πορτοκάλι και ανατολίτικα μπαχαρικά | < ελνστ. παγίδιον υποκορ. του παγίς < θ. παγ-: στερεώνω (πρβ. πάγος, παγίδα < ελνστ. παγίς: κάτι που συγκρατεί σταθερά.)

παίδεψη η: παίδεμα, ταλαιπωρία, τα βάσανα, οι κόποι. Παρ.: «Παιδιά έχεις, παίδεψη τραβάς.»

παιδιακίστικος -η -ο & παιδιακίσιος: παδικός, που ταιριάζει, συνηθίζεται σε παιδιά. Βαμβ.: Βριζόμαστε, σπάζαμε τα κεφάλια. Παίζαμε και κατεβαίναμε. Tρέχαμε, κάναμε, δείχναμε, πετάγαμε πέτρες, διάφορα παιδιακίστικα. Θα κλωτσήσεις κάτι στο δρόμο, κάποιον θα βρεις να τόνε κοροϊδέψεις, διάφορα. Εφτ.: …σαν άρχισε κι ένοιωθε στα γέρικα στήθια του την ανατριχίλα του χάρου, το ᾿καμε απόφαση και τράβηξε κατά τα παιδιακίσια λημέρια του. Βλ. & ανεγνωμιά η.

-παίδι: κατάληξη σε πολλές σύνθετες λέξεις όπως καψοπαίδι (: καημένο παιδί), παραπαίδι (υιοθετημένο, παιδί που θεωρείται αδικημένο από τους γονείς του), κωλοπαίδι, αποπαίδι, λιανοπαίδι κ.α.

παιδί το: αγόρι, το αρσενικό. Γκοτζ.: Οι γυναίκες στα χωριά το ’χουν σε καλό να ’ναι το πρωτογέννητο αγόρι, «παιδί» όπως το λεν. Κι εγώ γεννήθηκα Δευτέρα της Λαμπρής, άλλο χαϊρλίτικο. Παιδ. ταχτάρισμα: Έχει ο βασιλιάς παιδί, έχουμε κι εμείς κορίτσι / να συμπεθεριάσουμε, πάλι δεν ταιριάζουμε, ή λ.χ. λέγεται έχει δυο παιδιά και τέσσερα κορίτσια.

παιδοκομώ: φροντίζω, μεγαλώνω, ανατρέφω μικρό παιδί. Παρ.: «Όποια δεν παιδοκομάει ξέρει και κατηγοράει.» | < ελνστ. παιδοκομῶ.

πάιμα το & πάισιμο το: ο πηγαιμός, η διαδρομη, το να πηγαίνεις· ρ. πα(γ)αίνω. Πβ. Μακρ.: ταν ρθε ράπης, ατενοι λοι ταν πηγιωμένοι λλοι στ νησι κι᾿ λλοι στς σπηλις κα ταν σφαλισμένοι, κι᾿ γ μ᾿ κείνους πο θέλουν ν διώξουν σκοτωνόμαστε. Βηλ.: Και αν έχης όρεξη να ιδής αυτά που σου διηγούμαι / είν᾿ όφκολο το πάισιμο εκεί που κατοικούμε / σε παίρνω εγώ στις πλάτες μου, και ακίντυνα διαβαίνεις.

παίνια η & παινεψιά η: ο έπαινος, το παίνεμα, η παινεψιά. Κοτζ.: Αχ, ο καιρός μου θα περνούσε δίχως έννοιες. / Μα εγώ, αφχαρίστηγος ν᾿ ακούω μόνο παίνιες. Παρ.: «Καλύτερα μια παινεψιά, παρ᾿ η καλύτερη χαψιά.» Πάλλ.: Ντροπής, κιοτήδες Αχαιοί, φανταχτεροί ζορμπάδες! Πού παν ρε οι παίνιες, πως εμείς είμαστε τάχα οι πρώτοι, που τότες ρητορεύατε στη Λήμνο φαντασμένα; | < αρχ. ελλ. έπαινος.

παινιάρης ο: αυτός που παινιέται (μόνος του), ψωροπερήφανος. Θηλ. παινιάρω η, ουδ. παινιάρικο το | < αρχ. ελλ. έπαινος

παινώ: επαινώ, λέω παίνιες, επαίνους, παινέματα. Παρ.: «Παίνα το βουνό κι αγόραζε στον κάμπο.», «Μικρό άλογο παίνα και μεγάλο καβαλίκα.», «Αρχοντικά καμώματα, ή παίνα τα ή σώπα τα.», «Να μην παινέσεις την αρχή, αν δε δεις το τέλος.»

παινεσιάρης ο & παινεσιάρα η: αυτός που παινιέται, επαινεί τον εαυτό του, κοκορεύεται. Δημ.: Και την αυγή χαρούμενος στο φόρο κατεβαίνει. / Γεια σας, χαρά σας, άρχοντες κι όλο τ᾿ αρχοντολόγι. / Πού είν᾿ ντονε αυτός ο Μαυριανός, ο πολυπαινεσιάρης;

παινιούμαι: παινιέμαι. Παρ.: «Παντρέψτε με στα μακρινά, να ξέρω να παινιούμαι

παίρω: παίρνω. Παίρω τη βαλίτσα κι έρχομαι. Περρ.: Βεζύρης πέρει στο κοντό και μπέηδες κι αγάδες, / πέρει κι ασκέρι φοβερό, αμέτρητες χιλιάδες, / περνάει από τα Γρεβενά και πάει στο Μοναστήρι | < μσν. παίρνω < επαίρνω < αρχ. ἐπαίρω: σηκώνω και τοποθετώ.

παϊτόνι το: κλειστή ή σκεπαστή άμαξα που μεταφέρει επιβάτες. Μια άμαξα –ένα παϊτόνι μ᾿ ένα άλογο- ήταν στη μέση σταματημένη κι ένας άντρας ντυμένος με ρεντιγκότα φώναζε προς το μαζεμένο γύρω από την άμαξα πλήθος (Κοζάνη). Βλ. & χάμουρα τα.

πάκια τα: περιοχή του ανθρώπινου σώματος στο ύψος των νεφρών. Οταν κανείς σηκώσει ή προσπαθήσει να σηκώσει ένα μεγάλο βάρος και καταλάβει πόνους στη μέση του, λένε πως του έπεσαν τα πάκια. Μου τράβηξε τα πάκια. Όταν τρίξουν τα κόκαλα σημαίνει πως τα πάκια ξανάρθαν στη θέση τους. Τσιφ.: Τόσο πια έπεσε στο λιβάνι και στη μετάνοια, που της πιαστήκανε τα πάκια. – …πήγε να ξαπλώσει γιατί του είχε πιαστεί το πάκι που έκανε έρωτα στο όρθιο.

πακτώνω & παχτώνω: μπήγω ή εντοιχίζω κάπου κάτι για να το στερεώσω καλά: Δοκοί πακτωμένοι στους τοίχους | < παχτ-: αρχ. πακτ(ῶ): στερεώνω, καλαφατίζω -ώνω.

παλάβρα η: παλαβωμάρα, ανόητη, ασυλλόγιστη κουβέντα· παλάβρας ο: ο παλαβός. «Οι παλάβρες της κυρά Ροδαλίνας». Καζαντζάκ: παλάβρες που λες, καλόγερε; Πάει να πει να παρατήσω τα πλούτη μου, τα παλάτια μου, τις γυναίκες μου, να γίνω κουρελής σαν και σένα, να χτυπώ τις πόρτες. Α, μπορεί να είμαστε παλάβρες, αλλά είμαστε προσεκτικοί παλάβρες! Πάλλ.: Κι οι άλλοι κάθουντ᾿ ήσυχοι στις θέσεις τους και μένουν, / μόνος ακόμα ο φαφλατάς Θερσίτης θορυβούσε, / πούξερε πάντα ένα σωρό παλάβρες ν᾿ αραδιάζει | < αντδ. < ισπαν. palavra: λέξη (η νέα σημ. στα ισπανοεβραίικα) < λατ. parabola: παραβολή, λόγια του Χριστού < ελνστ. παραβολή (του Χριστού). Βλ. & φαφλατάς ο.

παλάγκο το: απλό σύστημα με τροχαλίες και σκοινιά· πολύσπαστο για την μετακίνηση φορτίων. Παλάγκο αλυσίδας χειρός. Παλάγκα ηλεκτρικά με συρματόσχοινο. Παπαδ.: Οι ναύται, οι ναυπηγοί και πολλοί των θεατών, ως σταφυλαί εις κλήμα, ως μολυβήθραι επί σαγήνης αλιευτικής, επιάσθησαν από το παλάγκο, και ήρχισαν να σύρωσι τον χονδρόν κάλων νεύοντες όλοι προς την θάλασσαν, επαναλαμβάνοντες εν ρυθμώ το κέλευσμα: «Ε! γιαλέσα! Ε! γιούργια!»- Εν τω μεταξύ είχαν αμματίσει το παλάγκο, και πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Αλλά δεν παρήλθον ολίγα λεπτά και το παλάγκο εκόπη εις άλλο μέρος, όχι εκεί όπου το είχαν αρτίως αμματίσε. Πετρ.: Αμέσως μετά, σηκώνουν το σφάγιο με παλάγκο και το κρεμάνε στα τσιγκέλια | < αντδ. < παλ. ιταλ. palangο < υστλατ. palanca < αρχ. ελλ. φαλαγγ- (φάλαγξ) στη σημ.: ξύλινοι κύλινδροι για μετακίνηση μεγάλων βαρών.

παλαμαριάζω: πιάνω, αγγίζω με την παλάμη, χουφτώνω. Εμένα με παλαμάριασε κανονικά και δεν με άφηνε να φύγω!

παλαμάρι το: χοντρό σκοινί καραβιού (καραβόσκοινο), ιδίως αυτό με το οποίο προσδένεται η πρύμνη στη στεριά· μτφ. μεγάλο πέος. Καρκ.: Κα τ λεγε ατ νθρωπος, πο φαγε τ ζωή του στ καράβι˙ πο πατέρας, πάππος, πρόπαππος, λοι ς τ ρίζα τς γενις ξεψύχησαν στ παλαμάρι. Δημ.: Τα μάτια σου με κάνανε λωλό και παιγνιδιάρη / κάνω να πιάσω το κουπί και λυώ το παλαμάρι. Στην Ελλάδα το πέος, ο φαλλός, λέγεται και ψωλή, τσουτσούνι, σαρμέλα, μαλαπέρδα, μαραφέτι, ματζαφλάρι, παλαμάρι, δοξάρι, ζαντζάρι, γουντσάρι, ναργιλές. Παρ.: «Όπου ρίξει παλαμάρι, κάνει μήνες να σαλπάρει.», «Το παλαμάρι του βαρκάρη» | πιθ. < αρχ. ελλ. παλάμη· παλάμη χεριού, χέρι· πάσχειν τι ὑπ᾿ Ἄρηος παλαμάων: από τα χέρια του Άρη· παλάμη βιότου: εφεύρημα με σκοπό τον βιοπορισμό κάποιου. Βλ. & μπαρούμα η.

παλαμαριά η: προστατευτικό εργαλείο που φορούσαν για να προστατεύουν τις παλάμες των χεριών στον θέρο. Ξύλινη παλαμαριά, με οπές για τρία δάχτυλα και οπή για κρέμασμα. Χρησιμοποιείται στο θερισμό των σιτηρών. Ξύλινο γάντι για την προστασία θεριστών από δάγκωμα φιδιού ή κτύπημα από το δρεπάνι, που τους βοηθούσε επίσης με την προεξοχή να πιάσουν μεγαλύτερη «χεριά». Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσαν ενίοτε και κουρέλια που τυλίγονταν στο αριστερό χέρι των θεριστών, για να μην τους κόβουν τα στάχυα. Δημ.: Κορίτσι γρεβενιώτικο στο θέρο κατεβαίνει, σέρνει δρεπάνι δημοσιού, παλαμαριά ασημένια. Και στο δεμάτι ακούμπησε να κάνει το παιδί της.

παλαμίζω: δουλεύω κάτι με την παλάμη, μτφ. λερώνω, μουντζουρώνω, αφήνω σημάδια, δαχτυλιές, λεκιάζω με τις παλάμες. Πρόσεχε, θα παλαμίσεις τα τζάμια. Παπαδ.: Πόσαι χείρες ανθρώπων πυρετωδώς εργασθείσαι άλλοτε εδώ δεν έκειντο ξηραί εις τα βάθη της γης, πόσαι κεφαλαί, τόσον έχουσαι εγκέφαλον, όσος θα ήρκει, καθ᾿ α έλεγε γηραιός ναυτικός, «διά να παλαμίσει τις ένα καράβι ολόκληρο» Παθήτ. παλαμίζομαι. Μτχ. παλαμισμένος -η -ο | < αρχ. ελλ. παλάμη

παλάμισμα το: πράγμα, δουλειά, που γίνεται με την παλάμη, με το χέρι· μτφ. λέρωμα επιφάνειας με την παλάμη. Παπαδ.: Εν τούτοις το παλάμισμα είχε συμπληρωθεί, τα βάζια ήσαν όλα καρφωμένα, η σκάρα με τα βουβά λίπος αλειμμένα, ήτο στρωμένη προ πολλού. – Εκείθεν του σκάφους, ο ήλιος ήτο ήδη δύο κοντάρια υψηλά, και ίσταντο οι τραχείς, οι σκληραγωγημένοι ναύται και χειρώνακτες, συμπληρούντες το παλάμισμα της καρίνας, αποκαρφώνοντες τα βάζια ή υποσκάπτοντες εις την βάσιν, όπως είναι έτοιμα προς πτώσιν τα κοντοστύλια.

παλαμιστιά η: ο λεκές, το σημάδι που δημιουργείται από την επαφή της παλάμης. Παλαμιστιές στον τοίχο.

παλάντζα η: είδος ζυγαριάς που αποτελείται από έναν κανόνα με κινητό αντίβαρο (βαρίδι) και ένα δίσκο. Πήγε στην πόλη των Τρικάλων σ’ ένα σιδηρουργό, ειδικό τεχνίτη, και του είπε να του φτιάσει δυό παλάντζες. Ζύγια για τις παλιές παλάντζες. Πβ.: Ατόϊας μους τολιγαν κυρίους γι το μνυαλ κι μα ζύϊαζι κάνας π᾿ τα λαφρις σμ παλάντζα στο καντάρ᾿. (Μικρόβαλτο Κοζάνης) | < λατιν. palanga < ελλ. φάλλαγξ. Βενετ. balanza.

παλαντζάρω: κινούμαι σαν παλάντζα, ζυγαριά, πέρα δώθε, γέρνω προς τη μια μεριά ή την άλλη μεριά, είμαι ασταθής. Τσιφ.: …ξεκόλλαγε μια πλάκα από το πεζοδρόμι. Την ξεκόλλαγε το λοιπό κι έβαζε από κάτου νερό κι ένα πετραδάκι να μπαλαντζάρει η πλάκα και να μη φαίνεται.

πάλε: πάλι. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Εφτ.: …μα πάλε από δω το γύριζε, από κει το γύριζε, δεν του πήγαινε.

παλαίουρας ο: χιουμοριστικά ο πολύ παλιός, επομένως έμπειρος, παλιά καραβάνα (φαντάρος, εργάτης, επαγγελματίας κλπ.)

πάλιαγκας ο: η αράχνη (Κοζάνη). Bλ. & πάγκος ο.

παλιακός ο: παλιός, παλαιϊκιός, παλαιών αρχών, άλλης εποχής, ξεπερασμένος. Παλιακό σπίτι, ρούχο, τραγούδι· Σου κάνει ένα κοστούμι παλιακό, έχει φαρδιά μανίκια και φαρδιά μπατζάκια; Χατζ.: Παλιό το σπίτι, σαραβαλιασμένο. Κι ο μαχαλάς εκείνος παλιός, από τους παλιούς μαχαλάδες στη μικρή μας πόλη. Παλιακή κ᾿ η θειά μας -όλα παλιά, παλιακά– λόγια, φερσίματα, ρούχα της.

παλιατζούρα η: σύνολο πραγμάτων που είναι πολύ παλιά, άχρηστα για ο,τιδήποτε. Αξίζουν τίποτα αυτές οι παλιατζούρες; Παλιατζούρες που γίνονται έργα τέχνης!

παλιατσαρία η: πράγμα παλιό, πολύ φθαρμένο, και χωρίς αξία· τα παλιά πράγματα που είναι σχεδόν άχρηστα, για πέταμα, παλιατζούρα. Ανάμεσα στις παλιατσαρίες ήταν και μια μεταχειρισμένη τηλεόραση, μια τοστιέρα και μια ηλεκτρική σκούπα. Λίγο αργότερα με ανεβάζει στη σοφίτα που είναι γεμάτη με τσίγκινα δοχεία και ένα σωρό παλιατσαρίες από την Ινδία τυλιγμένες σε καναβάτσο και χαρτί.

παλικάμσο το: παλιοπουκάμισο.

παλιούρι το: είδος αγκαθωτού θάμνου, ο ράμνος | < αρχ. πᾰλίουρος, ὁ ή ἡ, ακανθώδης θάμνος (παλιούρι), Λατ. Rhamnus paliurusρος. Αίν.: «Ι παππούς ι Κουντουθόδουρους παλιούρια φουρτουμένους.» (σκαντζόχοιρος, αρίτσιος – Χαλκιδική). Παρ.: «Ν᾿ αφήσουμε το γάμο να πάμε για παλιούρια.», «Αλωνίζει παλιούρια

παμπατζιάνω η: γεροδεμένη, ογκώδης, ικανή γυναίκα, αντρογύναικα | < μπαμπάτσικη, βλ.λ.

παμπόρι το: χαρταετός. ΦΡ. Το πας παμπόρι: κάνεις γρήγορα, με άνεση και ταχύτητα. Την Καθαροδευτέρα θα πετάξουμε παμπόρι μεγάλο. Στην πόλη της Κοζάνης, παμπόρι λέγεται ο χαρταετός | < πιθ. βαπόρι.

Παναής ο: Παναγιώτης, Ιώτας, Γιώτης. Τσιφ.: Κι επιπλέον έδινε κι ορισμένα αγόρια της να γίνουνε αυτοκρατορικοί στρατιώτες και ναύτες. Φεύγανε, δεν ξαναγυρίζανε, και μην είδατε τον Παναή;

Πανάιω η & Πανάγιω η: Παναγιώτα. Ιώταινα & Ιώτινα: Παναγιώταινα, σύζυγος του Παναή.

πανακόλα: στην κάπως ήπια υβριστική έκφραση: «Γ..ω την πανακόλα σου» | πιθ. ευφημιστικά, για να μη βρίσουν τα θεία, την Παναγία.

πανιάζομαι: τυφλώνομαι, δεν βλέπω καθαρά από το δυνατό φώς ή την κούραση. Πανιάστηκες, όλη μέρα μπροστά στην τηλεόραση.

πανιάζω: τυφλώνω κάποιον, τον κάνω να μη βλέπει καθαρά, φωτίζω υπερβολικά. βλ. πανιάζομαι. Πανιάζει ο ήλιος, βάλε γυαλιά.

πανίζω: καθαρίζω με πανιά. Πανίζω τον φούρνο. Παρ.: «Αλλού πανίζει κι αλλού φουρνίζει.»

παντάξενος -η -ο: εντελώς, απολύτως ξένος. Αίν.: «Ήρθε ξένος, παντάξενος π᾿ δε ματάρθε.» (το νεογέννητο μωρό – Καρδίτσα).

παντέρμος -η -ο: εντελώς έρημος, μόνος, κατάμονος. Καζαντζ.: Έρμος, παντέρμος τώρα που να πάει; Στέκονταν αναποφάσιστος, στη μέση του δρόμου κι έπεφτε η νύχτα· κι ούτε ένα φως, να πάει να χτυπήσει μιαν πόρτα, να βρει ζεστασιά ανθρώπου. Βλ. & έρμος ο.

παντέχω & παντεχαίνω: προσδοκώ, ελπίζω, νομίζω, περιμένω, προσμένω, υπολογίζω, κατανοώ, έχω αντίληψη, καταλαβαίνω. O Λάζαρος τα άκουσ᾿ αυτά και το βράδυ έβαλ᾿ ένα κούτσουρο και το εσκέπασε με την κάπα του. Tο βράδυ εκτύπησαν το κούτσουρο όλοι από μνια και το έκαναν κομμάτια και πάντεχαν πως τον εσκότωσαν. Κρυστ.: Πίσω μου είσαι, διάτανε! αμ᾿ που μ᾿ έφερες εδώ, ωρέ κουμπάρε; πάντεχα που ήμουν πεσμένος μέσα στην κόλαση; Ακόμα βουίζουν τ᾿ αυτιά μ᾿ απ᾿ την αχλαλουή των κολασμένων. Μπα, π᾿ να τους κάψ᾿ η αστραπή ντε. Παρ.: «Αλί απ᾿ τον παντεχούμενο στης γειτονιάς το δείπνο», «Ό,τι βλέπεις στη γειτονιά σου πάντεχε και στη γωνιά σου» ή «Παν τα σύννεφα στη Μάνη, πάντεχε νερό δεν πιάνει, παν τα σύννεφα στην Πάτρα, πάντεχε νερό γεμάτα.» Μακρ.: κούγοντας ατν τν καυγά, πγα ν τν συχάσω κα κιντύνεψα κα τν διαν μου ζωή, κα ο καπεταναγοι κα ο νοικοκυραοι μ σώσαν π ατν τν κίντυνο τν Νυδραίων, πο παντήχαιναν τ᾿ μουν ατιος το κακο γώ. – Κα ο Μπαυαρέζοι παντήχαιναν τ᾿ εναι ο Καπουτζίνοι τς Ερώπης, δν ξεραν τ᾿ εναι σεμνο κι᾿ γαθο νθρωποι κα μ τ ργα τν χεριν τος πόχτησαν ατά, γωνίζοντας κα δουλεύοντας τόσους αώνες· κα ζοσαν μαζί τους τόσοι φτωχο κ᾿ τρωγαν ψωμί. Γκοτζ.: – Α, μωρέ ζαλοταραμένα! Δε θα σας βοδώσω πουθενά; Τι παντεχαίνετε! | < μεσν. παντέχω < υπ-αντέχω. Βλ. & ταγάρι το.

παντιέρα η: ναυτική, πολεμική σημαία, μπαϊράκι, φλάμπουρο. Σηκώνω παντιέρα: επαναστατώ, στασιάζω, εξεγείρομαι ή συνηθέστερα γίνομαι απείθαρχος, ανυπάκουος· τρελοπαντιέρα η: μτφ. ο τρελός. Bλέπεις για την ελληνικιά παντιέρα, χρειάζονται πολλές λουρίδες, άσπρες και γαλάζιες, χώρια ο σταυρός στη μια γωνιά, και ήθελε δουλειά το κόλλημα. Μακρ.: …παρατιώντας ατς κα μπαίνοντας Μαυροκορδάτος, γινε κόμμα γγλικν κα Γαλλικν κα σ λες τις παντιέρες καταγραμμένος. Περρ.: Παντιέραν να έχει ο τόπος εις τα καίκια την τουρκικήν, και εις το Κάστρον να είναι η τουρκική και του τόπου αντάμα, και εις ταις σκάλαις όπου πηγαίνουν οι πραματευταί Παργινοί να μην έχουν να δίνουν έξω από το βασιλικόν γιουμπρούκι (Τελώνιον) τρία τα εκατό μόνον, και όχι άλλο τίποτες περισσότερον, και να κάμουν το αλησβερίσι τους (δοσοληψίαν) ανενόχλητα και σερπέσκικα (ανεμπόδιστα) | < μσν. παντιέρα < ιταλ. bandiera. Βλ. & ζουρλοπαντιέρα η.

πάνω / παγαίνω & πααίνω: πάω, πηγαίνω. Δημ.: Τα έρημα τα ξένα να κάψουν να καούν, πάνουν τα παλικάρια και πίσω δε γυρνούν. Πάλλ.: Κι αυτός στους φίλους πάγαινε, και χάρηκαν οι φίλοι / άμα τον είδαν ζωντανός που ζύγωνε κι ακέριος. –  Κι εκάλεσα τις εύμορφες κι όλες τις μαυρομάτες, όλες κινούνε κι έρχονται, όλες κινούν και πάνουν, / και μια λιανή μελαχρινή δε θέλησε για νάρθει. Βλ. & σφουγγίζω, απλάδα η, παλαντζάρω.

πανωβράκι το: το παντελόνι. Παπαδ.: Τας ημέρας του γήρατός του τας εδαπάνα παριστάμενος θεατής των ναυπηγουμένων πλοίων, ερχόμενος κατά πάσαν εσπέραν με την τσιμπούκαν του, με την μακράν καπνοσακκούλαν του κρεμαμένην επί του τσοχίνου επανωβράκου, διά να καμαρώσει τους κόπους και τας ελπίδας των άλλων.

πανωγόμι το: επιβάρυνση, επιπλέον φορτίο, βάρος, άχθος. Δεν πάω πανωγόμι στο σπίτι του άλλου. Παρ.: «Φτάνει το κακό που γίνηκε, θέλει και πανωγόμι.» Βλ. & γομάρι το.

πανωγράφω: γράφω επιπλέον, «φουσκώνω»υτ ένα χρηματικό ποσό, αυξάνω το λογαριασμό.

πανωκέφαλα: επίρρ. πάνω απ᾿ το κεφάλι. Παπαδ.: Πανωκέφαλά μας, πρς νατολάς, το καλύβη το παπα-Σεραφείμ, Βουλγάρου, μλλον Γραικοβουλγάρου.

πανωπροίκι το: η επιπλέον προίκα. Παρ.: «Η γριά δεν έλπιζε παντρειά και πανωπροίκι ήθελε.»

πανώριος -ια -ο: πάρα πολύ ωραίος, όμορφος· πανέμορφος, πάγκαλος. Δημ.: Σαράντα δυο αρχοντόπουλα μια κόρη ναγαπούσαν, / κόρη πανώρια κι όμορφη και στα φλωριά χωσμένη. Πάλλ.: Κι άμα στου Πάρη φτάσανε τον τρισπανώριο πύργο, / τρέξανε αμέσως στη δουλιά οι άξιες παρακόρες. Πβ. Χρον. Μορέως: ο Τορκοι γρ πέσωσαν κ᾿ πιάσασιν κατονες, / που τ λέγουσιν Μουντράν, χει πανώραιαν βρύσιν. Πάλλ.: Και βρήκε του Λυκά το γιο, λεβεντονιό πανώριο, / πούστεκε, κι είχε τους γερούς των ασπιστάδων λόχους. Παρ.: «Παραζούζουλη είναι η μάνα και πανώρια η θυγατέρα.» | < μσν. πανώραιος με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < παν- + ωραίος.

παόκι το: οπαδός, φίλαθλος του ΠΑΟΚ, παοκτζής. Ο Μούκος είναι παλιό παόκι.

παπαδιά η: σύζυγος, η γυναίκα του παπά. Παρ.: «Κέρνα παπαδιά κι ας είν᾿ και ξίδι.» Βλ. & μολογώ, σιάζω, φελόνι το, χηροπούλα η, σιγανοπαπαδιά η.

παπάρα η: κομμάτια ψωμιού βουτηγμένα σε νερό, γάλα, γιαούρτι, σούπα κτλ. «Παπάρα» σε σαλάτα με φέτα και ελιές. ΦΡ. μτφ.: έφαγε παπάρα: την πάτησε. Για το αδυνάτισμα, για την πίεση και άλλες αρρώστιες, έφτιαχναν ξυδοπάπαρα και νηστήσιμα φαγητά | < ιταλ. (διάλεκτ.) pappara < λατιν. pappo – papparo: εσθίω, τρώγω ή από το σλαβ. popara.

παπάρας ο: ο βλάκας, ανόητος, ανυπόληπτος. Τι συζητάμε με τους παπάρες; Ρε παπάρες, τι μας κράζετε ανώνυμα; Βλ. & παπάρα η.

παπάρι το: το πέος· αρχίδι· ενοχλητικό αντικείμενο, άνθρωπος ανυπόληπτος, βλάκας. Ρήμαξε τους πολίτες και στα… παπάρια του. Παπάρια συγκλονίστηκες (: δεν συγκλονίστηκες καθόλου, δεν σου καίγεται καρφί). Ο Νικόλας μας έγραψε όλους στα παπάρια του (: αδιαφόρησε προκλητικά). Παρ.: «Είδες άθρωπο κοντό, ή φωνή στον ουρανό, ή παπάρι στα γόνατα.» | < ίσως παπάρ(α) υποκορ. -ι.

παπαριά η: μτφ. πράγμα ανάξιο λόγου, ασήμαντο, ευτελές, η βλακεία, κοτσάνα, αστόχαστη, άστοχη κουβέντα. Άρχισε να λέει τις γνωστές παπαριές. Δυο δεξαμενές γεμάτες παπαριές. O «υπέροχος λαός» και άλλες παπαριές. Υποκορ. παπαρίτσα η: βλακειούλα.

παπαρώνω: μτφ. δέρνω κάποιον, τον πατάω κάτω, τον κάνω παπάρα, βλ.λ.

παπατζίδικος -η -ο: που ταιριάζει σε παπατζή, ψεύτικος, κάλπικος.

παπατζιλίκι το: η ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά του παπατζή, μικροαπατεωνιά, επιτηδειότητα στην εξαπάτηση άλλων. Πρωτομάστορες στο παπατζιλίκι. Η κοροϊδία και το παπατζιλίκι έχουν και όρια. Βλ. & παπάς ο.

παπάς ο: τυχερό, ταχυδακτυλουργικό παιχνιδι της τράπουλας. Τρώω παπά / παπατζιλίκι: πέφτω θύμα παπατζή, τρώω παραμύθι.

παπατζής ο: αυτός που παίζει τον παπά, με τις κάρτες της τράπουλας· μτφ. επιτήδειος, ξυπνός, καταφερτζής. Βαμβ.: Το λοιπόν εκεί είπαμε βρισκόμαστε στη βρωμολίμνη, τη Ζέα δηλαδή. Εκεί βούιζε η κλεψιά, ήτανε οι παπατζήδες, οι πορτοφολάδες, οι λαχανάδες κι οι χασικλήδες κι οι διάφοροι, οι μάγκες, οι εγκληματίες και τα κουτσαβάκια | < παπάς: μτφ. ο ρήγας της τράπουλας.

παπαφίγκος ο: τετράγωνο πανί σε ιστιοφόρα πλεούμενα. Παρ.: «Ο γεμιτζής είναι καλός, μα ο παπαφίγκος είναι παλιός.» | < βενέτ. papafigo -ς.

παπλιάτσι το: παπούτσι (Κοζάνη).

παπουδιασμένος -η -ο: παγωμένος απ᾿ την επαφή με κρύο νερό, μαργωμένος. Παπαδ.: Α μαθήτριαι βούτηξαν τ χέρια μέσα ες τ κρύον νερόν! –Κρατήσατε λαι τς χερας ντός, επεν δασκάλα· ποία π σς ποσύρ πρώτη τν χερα, κείνη εναι κλέπτρια. Δν ξεύρω πόσην ραν διήρκεσεν δοκιμασία. Νομίζω τι πολλα συγχρόνως ναγκάσθησαν ν᾿ ποσύρουν τ τρυφερ παπουδιασμένα χεράκια τους, κα νοχος δν νεκαλύφθη.

παππίλα η: εξάνθημα γύρω από τα χείλη, ο έρπης· μτφ. στενοχώρια, σκασίλα, άγχος, αγανάκτηση, φορτική έγνοια. Τον έφαγε η παππίλα | πιθ. < παππούς, επειδή παρατηρείται πιο πολύ στους γέρους.

παππιλιάζω: κάνω κάποιον να στενοχωρηθεί πολύ, να βγάλει παπίλα, σπυράκια (ή έρπη) στα χείλη. Με παππίλιασε απ᾿ το πρωί, δεν ακούει τίποτα.

παππίλιασμα: η αγανάχτηση, στενοχώρια, έντονη ενόχληση λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς κάποιου. Δεν αντέχω άλλο παππίλιασμα.

παπίτσα η: χαϊδευτικά η πάπια, μικρή πάπια. Δημ.: Παπίτσα γίνομαι, στη λίμνη πάω και μπαίνω, / κυνηγός θενά γενώ, πάλι σε κερδίζω εγώ.

πάππος ο: παππούς, πρόγονος. Σας ευχαριστώ που μνημονεύσατε τον ιερέα πάππο μου. Παπαδ.: …χρειάσθη ν χ μέγα φρόνημα κα θάρρος Χρήσταινα, χηρεύουσα νέα, ναγκασμένη ν εναι κα πατέρας κα μάννα δι τ ρφανά της. πειτα, ταν υός της πέθανε κα τς φησε δευτέραν ρφάνια, κα πάππος κα μάμμη δι τ γγόνια της. Παρ.: «Τ’ άι – Μηνά εμήνυσεν ο πάππος ο χειμώνας.» | < αρχ. ελλ. πάππος, ὁ (συγγενές προς το πάππας)·: παππούς, σε Ηρόδοτο, Αριστοφάνη· στον πληθ., οι παππούδες κάποιου, πρόγονοι· μικρό πουλί.

παπούρι το: πέος, το ανδρικό μόριο, τσούρα (Κοζάνη.)

παπουτσωμένος -η -ο: αυτός που φοράει παπούτσια. Παπουτσωμένος γάτος. Παρ.: «Κάλλια ξυπόλητος παρά ασχημοπαπουτσωμένος

παπούτσα η: το (μεγάλο) παπούτσι. Παρ.: «Όπου πεινά ψωμιά θωρεί, κι όπου διψά πηγάδια / κι όπου ᾿ναι και ξυπόλητος θωρεί παλιοπαπούτσες

παπουτσής ο: τεχνίτης, μάστορας που φτιάχνει, επισκευάζει παπούτσια, τσαγκάρης, υποδηματοποιός. Παρ.: «Ο παπουτσής ξυπόλητος κι ο ράφτης μπαλωμένος.»

παραγιός ο: νεαρός μαθητευόμενος ή βοηθός τεχνίτη, επαγγελματία, τσιράκι, κάλφας· υιοθετημένος, θετός γιός, ψυχογιός. Καζαντζ.: –Τον κακό σου τον καιρό! ακούστηκε η βροντερή φωνή του κι οι παραγιοί του ξέσπασαν στα γέλια. Βλ. & βάζω, ζαρώνω.

παραγκώμι το: παρατσούκλι, παρωνύμιο, παρανόμι. Παπαδ.: Η μεγαλύτερη δουλειά της ήτον να λέει τραγουδάκια, να βγάζει παραγκώμια για τον καθένανεΌλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα. -Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκουρού ! … η χαρχαλού, η πετειναρού !.. η μουρλουλού, η ζουρλουλού ! Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ού» – στ στερνά της βάλθηκε κι ατ ν᾿ ποσών τς κουβέντες, τ μανττα, κα τς δουλεις τν λλωνν. Κ᾿ πέρναε τν καιρό της ν κρέν κα ν ξεστομίζ σχόλια γι κάθε τι. μεγαλύτερη δουλειά της τον ν λέ τραγουδάκια, ν βγάζ παραγκώμια γι τν καθένα. – Κ᾿ βγαζαν τς καθεμις κα τ παραγκώμι της. Τν μίαν τν νόμαζον πολυποδαροσα, τν λλην φταλουτρού, τν λλην γυφτοκόνισμα, τν λλην ναρροσα, ξωτικό, τν λλην μαυροτσούκαλο, παλαβομανίτα | < από συμφυρμό των λ. παρωνύμι και εγκώμιο. Βλ. & ξόμπλι το.

παραγώνι το & παραγωνιά η: γωνιά του σπιτιού, δίπλα στο τζάκι. Παπαχαρίσ.: Στο παραγώνι κάποιος φύσαε ν᾿ ανάψει φλόγα. Σε λίγο έλαμψε μια φλόγα, και νά η Λένη μ᾿ ένα δαδί αναμμένο στο χέρι. Καρκ.: Καθόμαστε όλοι στο παραγώνι, διπλοπόδι στα μάλλινα στρωσίδια, ντυμένοι με τα ζεστά φορεματάκια μας, που τα έραψε της μάνας μας η φροντίδα και της αδερφής μας, της ομορφούλας τα πιδέξια χέρια. Παρ.: «Όποιος δεν ακούει του γονιού, παραγωνιάς καθίζει.»

παραδάκι το: ο παράς, το χρήμα, τα λεφτά· θηλ. η παράδα· βρήκε πολλές παράδες. Φυσάει το παραδάκι: είναι πολύ πλούσιος, έχει πολλούς παράδες. Τσιφ.: Άμα έπεφτε παραδάκι, ο τοπικός διοικητής έδινε δίκιο σ᾿ εκείνον που τον πλήρωνε | < Βλ. & παράς ο, κελεπούρι το.

παράδεισος η: ο παράδεισος | < αρχ. ελλ. παράδεισος: κλειστό πάρκο Πέρση άρχοντα < περσ. pardēz: κήπος (παλ. περσ. pairi-daēza: περιτοιχισμένος χώρος) στην ελνστ. σημ.: κήπος της Εδέμ. Βλ. & τάβλα η.

παραδόπιστος -η -ο: που πιστεύει, αγαπά τους παράδες, το χρήμα, τσιγκούνης, τσιφούτης, τσιμπρός, σπαγκοραμμένος, καβουροτζέπης. Γκοτζ.: …κι όμως χαψιά ψωμί δε βρίσκεις να χαλέψεις ούτε στουμπισμένο πορτοκάλι από τους παραδόπιστους εχούμενους.

παραθάρρεια η: το υπερβολικό θάρρος, η υπέρμετρη, υπερβολική οικειότητα. Παρ.: «Δε με χάνει η μοναξιά, με χάνει η παραθάρρεια» | < παρά + αρχ. ελλ. θάρρος.

παρακόρη η: υιοθετημένη, θετή κόρη, ψυχοκόρη, υπηρέτρια· κόρη από προηγούμενο γάμο. Μυρ.: Τη λέγανε Παγώνα. Μάνα πατέρα δε θυμόταν. Από τα μικράτα της, παρακόρη του γιατρού. Τήνε πήραν από το προσφυγικό τ᾿ ορφανοτροφείο, μωρό πράμα. Στα χέρια τους μεγάλωσε. Σα δούλα και σαν ψυχοκόρη

παραμερνώ & παραμερώ: παραμερίζω, κάνω στη μεριά, στην άκρη. Παρ.: «Ο ζουρλός παραμεράει, όταν βλέπει μεθυσμένο.»

παραμυθιάζω: λέω παραμύθια, ψέμματα, ξεγελώ, παρασύρω κάποιον με παραμύθια, φανταστικά γεγονότα, ψεύτικα στοιχεία, εξαπατώ· παραμυθιάζομαι: ξεγελώ τον εαυτό μου, φαντάζομαι πράγματα που δεν υπάρχουν, «τρώω το παραμύθι», ψαρώνω. Με παραμύθιασε ένας απατεώνας ατζέντης ότι θα με κάνει να τα οικονομήσω. Παλαβοί αρχαιολόγοι παραμύθιαζαν τον υπουργό. Παραδέχτηκε καθαρά ότι παραμύθιασαν τον ελληνικό λαό. Παραμύθιασε τον σύζυγο ότι πάει σε ΑΤΜ και γλένταγε με τον εραστή | < παραμύθ(ι) -ιάζω. Βλ. & πατόκορφα.

παρανομιάζω: βγάζω παρανόμι, παραγκώμι, παρατσούκλι, παρωνύμιο. Φώσκολος: Γνωρίζεις την κερα-Πετρού, εκείνη την ξοξίνα / Που την παρανομιάζουσι και λεν τηνε Ντροντίνα;

παρανόμι το: επώνυμο ή παρατσούκλι, παρωνύμιο. Το παρανόμι του ήταν Ζαχαρέας | < μσν. παρανόμι.

παρακάλεση η: παράκληση, παρακαλητό, παρακάλι. Παρ.: «Του ανθρώπου η παρακάλεση, ομοιάζει την αγγάρεια.»

παρακαλετός -η -ο: που θέλει παρακάλια. Παρακαλετός έρχεται και υπογράφει ο Έκι! Παρακαλετός παίκτης, ξινή μεταγραφή. Παρ.: «Παρακαλετό μάγουλο, ξινό φίλημα.»

παρακάλι το: οι παρ᾿ακληση, ικεσία. Τα «παρακάλια» της Τουρκίας στη Ρωσία. Απ’ τα τσακάλια δεν γλιτώνεις με ευχές και παρακάλια. Με παρακάλια, δε γεμίζεις γήπεδο. Καβ.: Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, / σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι, / πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο, / κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ᾿ όχι / με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, / τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, / κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις. Βλ. & φοβέρα η.

παρακατιανός ο: που βρίσκεται παρακάτω, κατώτερος, που είναι κατώτερης (κοινωνικής, οικονομικής) θέσης, ποιότητας, αξίας. Τσιφ.: Δεν μπορούσε να δουλέψει ούτε το εμπόριο, ούτε την βιοτεχνία, ούτε την απλή τέχνη. Δεν τον ένοιαζε, τα θεωρούσε ίσως και παρακατιανά για το μεγαλείο του και τη δύναμή του. Βλ. & τσομπάνος ο.

παρακεντές ο: μεροκαματιάρης σε τσιφλίκι (Θεσσαλία)· παρατρεχάμενος, στην υπηρεσία κάποιου, αυτός που εργάζεται κάνοντας βοηθητικές αγροτικές δουλειές σε χωράφια άλλων. Έτσι, συναντά κανείς στα ελληνικά έγγραφα του 18ου αιώνα όρους όπως «κολλήγοι», «τσιφτσήδες», «ορτακτσήδες» και «περακεντέδες», όροι που παραπέμπουν σε ενοικιαστές μοναστηριακών ζευγαρίων, μισακάρηδες αγρότες, ανειδίκευτους εργάτες που πληρώνονται με ημερομίσθιο, ή συνδυασμό των παραπάνω. Δεμένοι με τα τσιφλίκια ήταν και οι λεγόμενοι προλετάριοι της υπαίθρου – παρακεντέδες και κουλουκτσήδες – που ήταν ακτήμονες χωρικοί, οι οποίοι χρησιμοποιούνται και από τους τσιφλικάδες, αλλά και από τους κολίγους, είτε ως εργάτες γης, είτε ως βοσκοί ή και για άλλες δουλειές. Παρακεντέδες της εξουσίας. -Νάτοι, λοιπόν! Όλοι, πλην ελαχίστων, τιμητικών, εξαιρέσεων. «Παρακεντέδες της εργοδοσίας και των εκδοτών» είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, κάποια «στελέχη της δημοσιογραφίας.» | πιθ. < τουρκ. perakende: λιανικό εμπόριο (από τα περσ.) -ς.

παραλής ο: αυτός που έχει παράδες, πλούσιος, λεφτάς. Περνιόταν για παραλής, αλλά δεν είχε φράγκο. Είμαστε όλοι τόσο απίστευτα βολεμένοι, πετυχημένοι, παραλήδες, καλοπαντρεμένοι, πουλημένοι στα κυκλώματα μέχρι τα μπούνια. Γκοτζ.: Εκείνος αδιάφορος στο νταηλίκι του μας ξεκαλημέριασε όλους μια φορά κι εμείς φύγαμε γλήγορα, αδιαφορώντας για ποιόν παραλή, για ποιον πραματευτή απ᾿ τα πέρα χωριά είχε στήσει το στρατοκαρτέρι ο κλέφτης ο Ξεροβουνιώτης. Μαρ.: …δεν ήξερε τίποτε άλλο από το να κουνιέται μπροστά σε χοντρούς παραλήδες γεροπαραλυμένους. Τσιφ.: Έπρεπε να σαι πολύ τσικ λεβέντης για να ανήκεις στη Στρογγυλή Τράπεζα. Πολεμιστής, παραλής και δυνατός αριστοκράτης | < τουρκ. parali. Βλ. & λογάς ο.

παραμάνα η: νταντά, γυναίκα που θήλαζε ξένα παιδιά με αμοιβή και που (συχνά) παρακολουθούσε την ανατροφή τους στη νηπιακή ηλικία· μάνα από δεύτερο γάμο του πατέρα· μτφ. πολύ μεγάλος δίσκος για σερβίρισμα. Θηλάστρια, τροφός, παραμάνα ή βυζάστρα ή βυζάχτρα είναι λέξεις που δεν υπάρχουν πλέον στο καθημερινό λεξιλόγιό μας, αλλά κάποτε πρωταγωνιστούσαν στη ζωή του ελληνικού λαού. Έσπασε η παραμάνα του σερβιτόρου στην ταβέρνα και δεν είχε με τι να σερβίρει.

παραμάνα η: είδος καρφίτσας, λυγισμένης κατά τρόπο που να σχηματίζει έλασμα με τα δύο του σκέλη παράλληλα, έτσι ώστε η αιχμή του ενός άκρου με ελαφρά πίεση να μπαίνει στην πεπλατυσμένη κεφαλή του άλλου· χρησιμοποιείται για να συνδέει ή να στερεώνει κάτι (Τριαντ.). Παιδική παραμάνα από επιχρυσωμένο ασήμι με χειροποίητα στοιχεία. Παραμάνα διακοσμητική με αστέρι φίλντισι και ματάκια ιδανικό για διακόσμηση μπομπονιέρας | < βεν. paraman (εργαλείο προστατευτικό του χεριού κατά το ράψιμο των πανιών).

παραμετρώ: μετρώ λάθος, παραπάνω, καταμετρώ. Δημ.: Βάνω, ξεθλικώνω τα᾿ αργυρά τς κουμπιά / φάνκαν τρεις ελίτσες και τις μέτρησα, καν σαράντα, καν σαρανταδυό, / καν σαρανταπέντε παραμέτρησα.

παρανιός -ιά -ό: πολύ νέος. Δημ.: Έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν την πρέπει.

παρανομιάζω: βγάζω, κολλώ σε κάποιον παρανόμι, παραγκώμι, παρατσούκλι, παρομοιάζω. Καζαντζ.: …αυτές είχαν παρανομιάσει τον καπετάν Μιχάλη, Κάπρο.

παραπαινώ: επαινώ υπερβολικά. Παρ.: «Μη μας τον παραπαινάς, βράδυ τόνε βλέπουμε.»

παραπανίσιος -ια -ιο: που είναι παραπάνω, περισσευούμενος, περιττός. Παραπανίσια έξοδα. Έχετε παραπανίσιες καμπύλες, αλλά θεϊκές γάμπες. Έχει κιλά παραπανίσια. Τσιφ.: Οι ευγενείς είχανε μείνει πολύ λίγοι για να τον πολεμήσουνε. Ο λαός πάλι ήτανε με το μέρος του. Γιατί, λοιπόν, να πληρώνει σωματοφύλακες παραπανίσιους; Κουτός ήτανε;

παραποταμιά η: μέρος, τόπος δίπλα σε ποτάμι, όχθη. Δημ.: Δέντρο της παραποταμιάς, χαμήλωσε τις κλώνοι, / να με τις πάρεις τους καημούς και τις περίσσοι πόνοι.

παράς ο: τουρκικό νόμισμα μικρής αξίας· το χρήμα, τα λεφτά, άσπρα, φράγκα, όβολα· «ρίχνω έναν παρά»: μτφ. αδιαφορώ για κάτι, το περιφρονώ, δε μουκαίγεται καρφί, δε νοιάζομαι. Παρ.: «Κάλπικος παράς δε χάνεται.» «Πέντε παράδες φαί και δέκα χέσιμο.» «Να ᾿καναν οι μύγες μέλι, τρεις οκάδες στον παρά.», «Στραβά φορεί το φέσι του, παρά δεν έχει η τζέπη του.», «Με τον παρά σου, κάθεσαι παραπάνω.», «Το ακριβό το πράμα έχει τον παρά του μέσα.» Παπαδ.: Έχουν αξία όλα τ᾿ άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που μόνον οι παράδες έχουν τιμή; | < τουρκ. para: χρήματα -ς. Βλ. & κεσάτι το, μάπας ο, αγάς ο, αυγαταίνω.

παραμαζώνω: παρασέρνω κάτι στο διάβα μου, παίρνω σβάρνα, σπρώχνω, μαζεύω περισσότερο απ’ όσο χρειάζετα· μτφ. μαλώνω, αποπαίρνω κάποιον. Ο αέρας παραμάζωξε την ομπρέλα.

παρασόλι το: η ομπρέλα, το αλεξήλιον. Τα παρασόλια πριν από κάμποσες δεκαετίες, ήταν απαράβατη συνήθεια για τις καλοντυμένες κοπέλες. Παρασόλια και αλεξιβρόχια της κρίσης. Καζαντζάκ: …πίσω τους δυο χανούμισσες με μαύρες μιλάγιες, με τα παρασόλια τους ανοιχτά, και κουβέντιαζαν ψιλογελώντας. Παπαδ.: οι οφθαλμοί σου ήσαν προσκεκολλημένα εις εκείνην ήτις εφόρει τότε λινομέταξον θερινήν εσθήτα κι εσκιάζετο από το κόκκινον παρασόλι | < ιταλ. para-sole.

παραστάθι το: παραστάτης, το μέρος μπροστά στην εξώπορτα, πλατύσκαλο της εισόδου, το κατώφλι του σπιτιού. Στέκεται στο παραστάθι. Πβ. Παπαδ.: Την άλλην ημέραν ήλθεν ο πρώην σύζυγος, εστάθη εις την αυλόπορταν, σιμά εις τον παραστάτην, και της έψαλε τα εξ αμάξης.- Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε! O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Παρ.: «Βάρα τη θύρα, ν᾿ ακούσει το παραστάθι| < παρά + στέκομαι < παρά + ἵσταμαι.

παραστέκω: στέκομαι (συνέχεια) δίπλα, φυλάω, συμπαραστέκομια, συμπαρίσταμαι. Δημ.: Τούρκοι τον παραστέκουν και Ρωμιοί τον κλαίν, / κι απάρθενα κορίτσια τον μοιρολογούν. Παρ.: «Άλλος έψενε τ᾿ αυγό, άλλος το παράστεκε, κι άλλος ήρθε τό ᾿φαγε.» Βλ. & μπαταριά η.

παραστιά η & πυροστιά η: εστία, παραδοσιακό χτιστό τζάκι για ξύλα. Παπαδ.: Και το σπιτάκι τους απόμεινε ρείπιο και χάλασμα με δυο μισούς τοίχους εδώ παραπάνου, στης εκκλησιάς το μαχαλά, και μ᾿ ένα μαύρο βαθούλωμα στη γωνιά που ήτον έναν καιρό η παραστιά τους | < αρχαία ελληνική παρέστιος < παρά + ἔστιος < ἐστία. Βλ. & ντουζένι το.

παραστώ: παριστάνω, μιμούμαι, μιμούμαι κάποιον κοροϊδευτικά, σκωπτικά. Παραστάει τον μπάρμπα του.

παρα(ν)ταριά: επίρρ. σβάρνα, φαλλάγι, παραμάζωμα, με τη σειρά. Τους πήραμε παραταριά, αν και ήταν περισσότεροι. Παπαευαγγ.: Φουνάζου κι τουν ξάδιλφο τουν Κώτσιου κι αρχινούμι να παίρνουμι παρανταριά όλα τα σπίτια. Του τραγούδ᾿ αρχινούσαμι, καλημερά σας άρχουντις.. αν είνι ο ορισμός σας, κανα δυό λέξεις ακόμα,.. κι τ᾿ χρόν΄!

παρατουρνώ: παραμερίζω, απομακρύνω, κάνω στην άκρη, διώχνω, απωθώ, τρομάζω και φεύγω, φεύγω μακριά από το φόβο μου. Ουσ. παρατόρισμα το: η φυγή, απώθηση. Ως ενεργ. ρ. τον παρατόρσε, τον έδιωξε, τον απώθησε, τον έκανε πέρα. Πβ.: λλ᾿ πάλι πιρναν κι κάναδγυ τρίχις π᾿ ᾿ν ρκούδα γι λιάτσ᾿. πουταύτου πουλλς ρκοδις τότι εχαν ντάμκις ντάμκις ψαλδιές. Τοχαν ξέταγμα. ταν καλό, λιγαν ο μπάμπις. σις τς πατοσι το σκιουμα, καψάλτζαν τς τρίχις κι καπνίζουνταν μιτιατό, κι τσιας παρατόρζι το σκιουμα. (Μικρόβαλτο Κοζάνης) | < ίσως από το τορός: ίχνος.

παρατσούκλι το: πρόσθετο όνομα, συνήθ. σκωπτικό ή ειρωνικό· παρωνύμιο, παρανόμι, παραγκώμι. Τα παρατσούκλια των Ελλήνων. Τα παρατσούκλια δεν δίνονται τυχαία σ’ αυτούς που δίνονται, αλλά εκφράζουν κάποιες αποκλειστικές και χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες. Παπαδ.: Τέλος Παπς -τοιοτον παρατσούκλι φερεν ες κηπουρός, στις το ες κενο τ μέρος, δν ξεύρω διατί ατς καλετο κα Σκαρλτος, λλ τ καθαυτ νομά του δν κατώρθωσα ν τ μάθω. Ιωάνν.: Κυρίως αυτός διαλαλούσε τα απειράριθμα παρατσούκλια μου, παριστάνοντας μάλιστα, όσο μπορούσε πιο γελοία, και τον τρόπο που μιλούσα. Η αληθεια είναι: ότι νέα παρατσούκλια δεν μου έβγαζε γιατί δεν ήταν σε θέση, έδειχνε όμως ιδιαίτερο ζήλο για τη διάδοση των ήδη γνωστών. Τσιφ.: Πέρναγε ζωή και κότα ο βασιλιάς Γουλιέλμος ο Νόθος, που από Νόθος του αλλάξανε το παρατσούκλι και τον είπανε «Καταχτητή». Έτρωγε πλούσια και τρέχανε παχιές λίγδες στα γένια του | < μσν. παρατσούκλιον ίσως < παρατίτλιον υποκορ. του ελνστ. παράτιτλον: σχόλιο στο περιθώριο (< παρα – τίτλ(ος) -ον).

παράχαρος -η -ο: πάρα πολύ άχαρος, χωρίς καμιά χάρη, κακάσχημος. Παράχαρος γαμπρός, νύφη | < παρά+άχαρος.

παραχρονιά η: χρονιά που τα δέντρα ή τα χωράφια δεν αποδίδουν καρπούς· κάθε φορά το μεθεπόμενο έτος. ΦΡ. Χρονιά παραχρονιά.

παραχώνω: θάβω, σκεπάζω με χώμα. Παρ.: «Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), Άη Σάββας σαβανώνει, Άη Νικόλας παραχώνει.» Εφτ.: Μα να πεθάνεις στα ξένα; Να σε παραχώσουνε, λέει, μέσα στην κρύα εκείνη τη λάσπη, και σύγκαιρα οι πατριώτες του να γλυκοκοιμούνται μέσα στο μοσχομυρισμένο τους χώμα—αυτό δεν μπορούσε να το βαστάξει ο γέρος | < παρά + αρχ. ελλ. χώννυμι. Βλ. & σαβανώνω.

παρδάγκαλο το: αδένας κάτω από το αυτί. Πρησμένα παρδάγκαλα.

πάρεδρος ο: πρόεδρος. Βλ. & πισιλί το, λιοπύρι το, αχούρι το.

Παρέκεια & παρέκει: επίρρ. δίπλα, παραδίπλα, αλάργα, αντίπερα, παρακεί, πιο πέρα. Πβ. Δημ.: Κα παρεκε πο πάγαιναν κι λλα πουλι τος λένε. Παρ.: «Τυφλός στον τοίχο ακούμπησε, δεν είν’ παρέκει τόπος.»

παρμάρα η: ασθένεια των προβάτων· προκαλεί προβλήματα στην όραση. Μαλ.: …των δε ζώων αρρώστειες ήσαν: η παρμάρα, η γκλαμπάτσα και το σακαΐ.

παρτάλι το: κουρέλι, τσιόλι, παλιό φθαρμένο ρούχο· μειωτικός χαρακτηρισμός για άνθρωπο, «χαμένο τσόλι.» Η κωμική παράσταση «Τα Παρτάλια». Πβ. Παπακ.: Στ᾿ Άη Δημήτρη τον σχολειό πααίν᾿ τα παρταλόπλα / για να μάθουν γράμματα, ν᾿ αφήσουνε τα όπλα | < τουρκ. partal -ι.

παρτάλας ο & παρτάλω η: κουρελής, κακοντυμένος, απεριποίητος, σβαρνιάρης. Αίν.: Μάνα μ᾿ παρτάλου κι στ᾿ ν ικλήσσιά δεν πααίνει (το λάχανο – Σουφλί Θράκης).

πάρτη η: το προσωπικό συμφέρον, όφελος, ο ιδιοτελής εαυτός. Καθένας για την πάρτη του. Η ομάδα μας, οι παίκτες και οι προπονητές, θα παίξουν για την πάρτη τους. Το θέλουν πολύ αυτό το ματς, ως έπαθλο για την εξαιρετική πορεία. Παίζω για την πάρτη σου. Παρ.: Ανύπαντρος προξενητής για πάρτη του (ή για λόγου του) γυρεύει.» | < ιταλ. parti, πληθ. του θηλ. parte: μεριά.

παρτσάκι το: μικρό τμήμα, κομμάτι χωραφιού, μικρό χωράφι. Παρτσάκι στο ριζό.

παρτσακλός -η -ο: αλλοπρόσαλλος, άτακτος, βλαμμένος, ανισόρροπος, κακοντυμένος, ατημέλητος. Έχει σαλτάρει εντελώς, ρε, αυτός ο παρτσακλός. Δημήτρης Παρτσακλός. Καζαντζ.: …ο πασάς τινάχτηκε από τις περασμένες γλύκες, ξανακατέβηκε κι αυτός στο κάστρο, είδε το Μητροπολίτη και με τα παρτσακλά του ρωμαίικα | < πιθ. τουρκ. λ. parcali: μπαλωμένος

πάσα η: στη διάλεκτο των χτιστάδων λεγόταν ο τρόπος μεταφοράς υλικών σε αλυσίδα, χέρι με χέρι. Τα μαστουρούλια (άγουρα παιδιά συνήθως) υπέφεραν, καθώς έμπαιναν στη σειρά με τους ενήλικους άντρες. ΦΡ. Τα ᾿φαγε η πάσα κι η κουπάνα τα καημένα.

πασάλι το: ο (μικρός) πάσαλος, παλούκι· χοντρό ξύλο ή ανάλογη κατασκευή από μέταλλο ή τσιμέντο, με αιχμηρή τη μία άκρη που μπήγεται στο έδαφος· χρησιμοποιείται για περίφραξη, στήριξη ή θεμελίωση | < αρχ. ελλ. πάσσᾰλος: παλούκι στο οποίο κρέμωνται ρούχα, όπλα· Όμηρος: π πασσαλόφι ζυγν ρεον, π πασσάλου ανυτο τόξον.

πασαπόρτι το: διαβατήριο. Στίχ.: Το πλαστό το πασαπόρτι / σαν και την καρδιά σου μόρτη / σαν την κάλπικη καρδιά σου / τη σκληρή. (Λευτ. Παπαδόπουλος). Παπαδ.: – Σου είπε τ᾿ όνομά του; – Στα χαρτιά τον επέρασα ως Τζων Στόθισον, με αμερικάνικο πασαπόρτι | < ιταλ. αρσ. passaporto (< γαλλ. passeport).

πασατέμπος ο: ψημένος κολοκυθόσπορος. Στίχ.: Φύγε λοιπόν αφού το θες αλλού να πας / Άσ᾿ τις μουρμούρες και τις κλάψες και τις τρίχες / Κι όταν θα σμίξεις με τον μάγκα π᾿ αγαπάς / Να μην του πεις ότι για πασατέμπο μ᾿ είχες. (Γιώργος Γιαννακόπουλος). Παπαδ.: Ες τ καροτσάκια τν λεμοναδοποιν πήγαινε βοηθός. Ες τς ρετσίνες δούλευε, τν καιρν το τρύγου. πωλοσε πασατέμπο. καμε τν λοταρτζν μ φιστίκια | < ιταλ. (νότ. διάλεκτ.) passatempo (αρχική σημ.: διασκέδαση για να περνά η ώρα < γαλλ. passetemps).

πασιάς ο: πασάς, ανώτατος τίτλος οθωμανού αξιωματούχου, πολιτικού ή στρατιωτικού. Μακρ.: Τέλος πάντων σ κι᾿ Μαμούρης σου θ γίνης Μεμεταλς, σύ, κι᾿ ατς Μπραΐμης· κ᾿ μς θ μς πάρετε ελωτες! Ν τν χέσω τέτοια λευτεριά, πο θ κάμω γ σένα πασι! | < μσν. πασάς < τουρκ. paşa.

πασούμι το & πασουμάκι το: είδος παπουτσιού και ιδίως παντόφλας. Δημ.: Μάννα μ᾿, ο νιος οπ᾿ έρχεται του κάμπου καβαλάρης, / παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη, / παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα. Παπαδ.: …ο νδρες μ τ πανωφόρια π μου, α γυνακες νυπόδητοι, μ τ πασουμάκια τους μέσα ες τ καλαθάκι, τ ποον κρέματο κ το ριστερο γκνός των | < τουρκ. paşmak -ι.

πασπαλίζω & πασπαλώνω: ρίχνω πασπάλη. Μερεντοπιτάκια – αν θέλετε τα πασπαλίζετε με ζάχαρη άχνη. Παπαδ.: Η χιών έπιπτεν όλην την νύκτα, και μέχρι της πρωίας. Το είχε «πασπαλώσει» εις τα βουνά, τώρα το «έστρωνε» και εις τον κάμπον, εις τα λιβάδια, επάνω εις τας στέγας και τα δώματα των οικιών, και κάτω εις τους δρομίσκους της μικράς πόλεως | < Βλ. & πασπάλη η.

πασπάλη η: ελαφρύ λεπτό στρώμα χιονιού, σκόνης κλπ. Λ.χ. Έριξε μια πασπάλη χιόνι. Βαλ..: …εγ᾿ ο φτωχός ο μυλωνάς, που ζω σ᾿ αιώνια ζάλη / και παίρνω κέρδος, πληρωμή, προσφάγι την πασπάλη, / που δεν ορίζω το παιδί, που πάντα ζω με τρόμο | πασπάλη[ᾰ], ἡ,: παιπάλη, πολύ ψιλό αλεύρι· μεταφ., πνου οδ πασπάλη, ούτε υποψία ύπνου, σε Αριστοφάνη πάλη: λεπτή σκόνη, αλεύρι· (η) παλή: η τέφρα, στάχτη < παλύνω: πασπαλίζω· παιπάλη[ᾰ], (αναδιπλ. από πάλη, Λατ. pollen), το πολύ αλεσμένο αλεύρι ή κριθάρι. Στα ομηρικά έπη το ρήμα χρησιμοποιείται συνήθως στο πλαίσιο της περιγραφής θυσιών και χοών. Οδύσσεια λ. 25-28 (ο Οδυσσέας έχει φτάσει στα πέρατα του Ωκεανού και, στη συμβολή των ποταμών του Κάτω Κόσμου, καλεί τις ψυχές από τον Άδη για να πάρει χρησμό: σκάβει έναν λάκκο και προσφέρει χοές για όλους τους νεκρούς, πρώτα μέλι, μετά γλυκό κρασί, στη συνέχεια γλυκό κρασί και, στο τέλος, πασπαλίζει λευκό κριθάρι): βθρον ρυξ σσον τε πυγοσιον νθα κα νθα, / μφ ατ δ χον χεμην πσιν νεκεσσι, / πρτα μελικρτ, μετπειτα δ δι ον, / τ τρτον αθ δατι· π δ λφιτα λευκ πλυνον. Βλ. & αγιάζω.

πασπατεύω: αγγίζω προσεκτικά, θωπεύω, αγγίζω, πιάνω κάτι με τ᾿ ακροδάχτυλα, ψαχουλεύω, χαϊδεύω. Πλησίασε την είσοδο και πασπάτεψε την αλυσίδα. Μια γυναίκα με ένα σάλι άπλωσε το χέρι της, κι αυτός πασπάτεψε την τσέπη και της πέταξε ένα νόμισμα. Έστριψε το χέρι του και πασπάτεψε την πλάτη του. Παντρεμένος παρουσιαστής, πασπατεύει συνάδελφο του! Καρκ.: Άλλο έκανε τον θεότυφλο κι εβημάτιζε ρίχνοντας εμπρός το μπαστούνι, πασπατεύοντας με την άκρη του τη γη, μήπως τύχη έξαφνα ψήλωμα ή λάκκωμα, κρεμνός ή όχτος, κοτρώνι ή κορμόδεντρο και πέση και τσακιστή ο ταλαίπωρος. Ελύτ.: Κι εγώ σκαλίζοντας την καρδιά της καρυδιάς, πασπατεύοντας την άμμο της ακρογιαλιάς, βυθομετρώντας το απέραντο διάστημα έχασα τα σημάδια που θα σε γεννούσανε | μσν. πασπατεύω < πιθ. < αρχ. ελλ. πασπάλη, βλ.λ.

παστάδα η: το δωμάτιο της νύφης, το συζυγικό δωμάτιο, το κρεβάτι των νιόπαντρων. Νυφική παστάδα, τόσο στους αρχαίους χρόνους αλλά και μέχρι τις μέρες μας, ονομάζεται το συζυγικό δωμάτιο και ιδιαίτερα το κρεβάτι του ζευγαριού. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας ονομάζεται παστός ή μπαστός ή νυφιό. Μαλ.: Και συνήθως τα σπασμένα τα επλήρωνεν η νύφη, με αποτέλεσμα να φτάσει στην νυμφικήν παστάδαν η μισή απ᾿ ότι ήτο όταν αρραβωνιάσθηκε. (Σέρβια Κοζάνης).

παστός ο & παστό το: το λίπος των σφάγιων ζώων, κυρίως των χοιρινών. Κρέας τις Κυριακές (όχι πάντα, ούτε όλοι) και τις μεγάλες γιορτές. Απ΄τα γουρούνια που έτρεφαν όλα σχεδόν τα σπίτια, έφτιαχναν πατσά, παστό, λουκάνικα, οματιές, λίγδα, τσιγαρίδια, γιαπράκια (με παστό, τραχανά και λάχανο τουρσί). Επίσης πάστωναν τα κόκκαλα (πλιβριμιές) και τα μαγείρευαν με λουβίδια (φασολάκια αποξηραμένα). Παρ.:»Το γουρούνι εκεί που παχαίνει αφήνει και τον παστό.» Βλ. & λίγδα η.

πάστρα η: καθαριότητα, νοικοκυροσύνη, τάξη. Σαπούνι για την προσωπική υγιεινή αλλά και για την πάστρα του σπιτιού. Πβ. Καρκ.: Eπίστευε τον εαυτό της κατασκλαβωμένον για το καλό που της έκαμε. Nα διώξη πλέον τα θηλυκά! Nα μην ιδή άλλες παστρογωνιές στο σπίτι της! Παρ.: «Η πάστρα είναι μισή αρχοντιά.» | < μσν. πάστρα < σπάστρα < σπαστρ(εύω) -α.

παστρεύω: καθαρίζω, τακτοποιώ, κάνω δουλειές του σπιτιού, συμμαζεύω· μτφ. καθαρίζω, σκοτώνω, εξολοθρεύω. Καζαντζ.: …η Αρήτη πλάι του κι ο θεόμορφος Αλκίνοος εκαθόνταν, / κι ήταν ακόμα οι τραπεζάρισσες, που πάστρευαν τις τάβλες ( ρ δέ ο ρήτη τε κα λκίνοος θεοειδς / σθην: μφίπολοι δ᾿ πεκόσμεον ντεα δαιτός). Ελλ. Νομ.: …μένει μέσα ν πελεκ μερικ ξυλαράκια δι ν παστρεύ τ τία του. Πάλλ.: Μόνε σα φτάσω μιά φορά ως στα γοργά καράβια, / το νου σας! έχετε έτοιμη φωτιά, κι εγώ τους κάνω / στάχτη τα πλοία, κι όλους τους σα γίδια τους παστρέβω.

παστρικός -ια -ο: καθαρός, νοκοκυρεμένος, ηθικά άψογος, τακτοποιημένος καθαρός, που δεν υποκρύπτει δόλο. νοικοκύρης άνθρωπος. Λέγεται και για άντρα ή γυναίκα αμφίβολης ηθικής διαγωγής. Γκοτζ.: Η Γιαννάκαινα όμως ήταν γερόντισσα όπως η βάβω μου και τυπική σαν αυτήν. Παστρική με το παραπάνω, νοικοκυρά σε όλα της, δεν είχε ούτε παραγλεπιές ούτε κουρκουσουριά. Μακρ.: Μς στειλε Κυβέρνηση ν φυλάξωμεν τ νησ κα μς δίνουν παστρικ ψωμ κα γεμεκλίκια. Πιάστηκαν μ᾿ ρματα. Κολλήσαμεν, τος πιάσαμεν. Τος ρριξα να ξύλο παστρικ κα τος διάταξα διατ ν φέρνωνται τοιούτως κα τυραγνικς ες τος νθρώπους· πς θ πμε μπρς μ᾿ ατό; Παπαδ.: …επειδή έβλεπε καμπόσες γυναίκες, οπού αυτή τις είχε για κλεφτρίνες και για «παστρικές», να έρχονται κοντά στο στασίδι που ακουμπούσε, και να κάνουν μακριούς σταυρούς και στρωτές μετάνοιες, σκανδαλίσθηκε, και δεν επατούσε πλια στην Εκκλησιά«Ήταν τάχα, Θεός να μας σχωρέσει, και παστρικά τα χέρια του;» Ατ δν τ κούω γώ, το λέγει· σ μο επες πς εσ ργένης· γι ργένη σ βαλα. ν ννος ν μο φέρς δ καμμι παστρικιά, πολ σ παρακαλ ν μο δειάσς τν κάμαρα… σν τελειώσ μήνας πο χεις πληρώσει. Παρ.: «Παστρική καλή η Θοδώρα, το τσαρούχι στο τσουκάλι.» | < μσν. παστρικός < πάστρ(α) -ικός. Βλ. & τσανάκι το.

παστουρμάς ο: κομμάτι παστού κρέατος από καμήλα ή από άλλο μεγάλο ζώο, που το αρωματίζουν με διάφορα καρυκεύματα και το καλύπτουν με τσιμένι. Πως να παρασκευάσετε τον δικό σας παστουρμά. Ο Μπαρμπαδήμος ξέρει από κεμπάπ, σουτζούκια και παστουρμάδες. Ο παστουρμάς (ή παστρουμάς) είναι αλλαντικό που είναι διαδεδομένο σε όλη την κεντρική και δυτική Ασία. Παρ.: «Ο λύκος παστουρμά δεν κάνει.», «Δε φοβάται ο παστουρμάς τ’ αλάτι.» | < τουρκ. pastιrma -ς. Βλ. & άλας το, χλωροτύρι το.

πασχάλια τα: κυριολεκτικά πράγματα που έχουν σχέση με τον εορτασμό του πάσχα, πασχαλιάτικα· στη ΦΡ. Έχασε τα᾿ αυγά και τα πασχάλια: τα έχασε όλα, εντελώς, μπερδεύτηκε.

πασχαλεύω: γιορτάζω τη γιορτή του Πάσχα.

πασχίζω & πασκίζω: καταβάλω μεγάλη προσπάθεια, εργάζομαι, προσπαθώ πολύ, με όλες τις δυνάμεις μου, με κάθε μέσο να καταφέρω κάτι. Για έναν ολόκληρο μήνα οι γιατροί πάσχιζαν να καταλάβουν τι της είχε συμβεί. Τζάμπα οι γονείς πάσχιζαν να μάθουν στα παιδιά τους πώς βγαίνουν τα λεφτά | < μσν. πασχίζω < αρχ. πάσχ(ω): υποφέρω. Βλ. & μπούρδα η, βάλσαμο το.

παταριά η: χαστούκι με ανοιχτή παλάμη, σφαλιάρα, ο μπάτσος, φούσκος· έφαγε παταριές: έφαγε ξύλο, τον έδειραν | πιθ. ηχομιμ.

πάταγος ο: δυνατός ήχος, θόρυβος. Παγετώνας πέφτει με πάταγο δημιουργώντας μεγάλο κύμα. Οι γυμνές ποδηλάτισσες που έκαναν πάταγο. Παπαδ.: Κα μως, τ τς οκίας κυβέρνων γραα κα α δύο κόραι, λαι δ α φωνα το γέροντος σαν μόνον χος κα πάταγος δι ν κούεται | < αρχ. ελλ. πάταγος.

παταγώνω: παγώνω (από τον φόβο, την τρομάρα, το σκιάξιμο). Γύρισε απ᾿ το βουνό κρύος, παταγωμένος. Δημ.: Παρασκευή ξημέρωνε, κρύα, παταγωμένη / κι ο Γρίβας όταν ξύπνησεν εβρέθηκε κλεισμένος. Παρ.: «Πήγαμαν να σκιάξουμε και μας επατάγωσαν.» | πιθ < παγώνω, πάταγος.

παταριά η: δυνατό χτύπημα, παταριά, σφαλιάρα, σκαμπίλι, μπάτσος, φούσκος, βουλωσιά, πλήγμα. Είναι για παταριές: για ξύλο.

πάταρος ο: η δυνατή σφαλιάρα, το γερό χαστούκι· μεγάλος πάτος: μεγάλος κώλος, λέγεται για κάποιον που θεωρείται κωλόφαρδος, τυχεράκιας. Στα παιδιά έδειχναν απειλητικά την παλάμη του χεριού λέγοντας: Βλέπεις τι γράφει εδώ; –Άγιος πάταρος. Βλ. & παταριά η.

παταρώνω: δέρνω (με παταριές). Ήθελε μαγκιές και τον πατάρωσαν. Βλ. παταριά & πάταρος.

πατατούκα η: πανωφόρι, χοντρό, κοντό αντρικό παλτό. Καρκ.: …κύλησε από τη σκάλα κάτω ο Κώστας ο θερμαστής, βαρυτυλιγμένος στην πατατούκα του. Έκανε κρύο δυνατό. Παπαδ.: Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων | < βενέτ. patatuc(o) -α.

πατερίτσα η: το δεκανίκι, η ράβδος που κρατούν οι αρχιερείς· ποιμαντορική ράβδος, μπαστούνι. Βαδιστικά, Περιπατητήρες, Βακτήρια Αγκώνος, Πατερίτσες, Τετράποδο, Μπαστούνια. Επίσης με τις πατερίτσες βελτιώνεται η κινητικότητα του ατόμου και είναι πιο λειτουργικό. Πατερίτσες μασχάλης αλουμινίου | < ίσως (ο) πάτερ -ική, θηλ. του -ικός > πατερική (ενν. ράβδος ή βακτηρία) > πατεριτσή > πατερ(ιτσή) επίθημα -ίτσα. Βλ. & δεκανίκι το.

πάτερο το: ξύλο, δοκάρι της σκεπής του σπιτιού. Καρκ.: Nα μιλήσουμε· και τι να ειπούμε; Kολοκύθια στο πάτερο. Γεια σου, πάρεδρε, τι κάνουν τα ζωντανά; Πώς πάει το καλαμπόκι; Kι όλο στα χέρια σε κοιτάζει. – Kαι τα δέντρινα ξύλα της οροφής, τα πατερά και ο γίγαντας καβαλλάρης και τα ψαλίδια. Μακρ.: κενοι ταν πολλοί, κα σκοτωθήκανε κι᾿ π τ δυ μέρη. Τότε βαλα να πάτερον στν κούλια κα κολλήσαμε πάνου, τι δν εχε πάτωμα, κα κολλώντας πάνου τος βαρούγαμε ες τ κρέας.

πατήθρα η: εξάρτημα του αργαλειού το οποίο πίεζαν με τα πόδια καθώς ύφαιναν | < πατώ.

πατικώνω: πατώ, πιέζω κάτι πολύ. Ξανάριξε το χώμα από πάνω με τα χέρια του και το πατίκωσε ώστε να γίνει επίπεδο. Πατίκωσε τα ρούχα και χώρεσαν όλα στη βαλίτσα. Πατίκωσε σιλικόνες στη μούρη έγινε σαν ροφός.

πατικωτός ο: πλακουτσωτός, πατημένος. Καζαντζ.: …ήταν ένα γεροντάκι εφταμηνίτικο, κοντό, με φτενό πατικωτό κεφάλι, με στρογγυλά ματάκια σταχτιά και γοργοκίνητα | < πατώ.

πατινάδα η: η εκτέλεση ερωτικών τραγουδιών στους δρόμους· είδος ερωτικού τραγουδιού (που αρχικά τραγουδιόταν στον πάτο, στο τέλος του γλεντιού· μτφ. κλωτσοπατινάδα η: ξύλο με κλωτσίδια. Παπαδ.: Μέσα ες τοιοτον κατακλυσμόν, ν χ τ θάρρος ν ξέρχεται ες τν δρόμον ν κωμάζ! Ατ τον ν εδος ρωισμο. κουσίως γέλασα, λαβα θάρρος κα επα: ―Δν θ μς χαλάσ᾿ Θεός, φο Καλούμπας χει κουράγιο, μ τέτοιον καιρόν, ν βγαίν πατινάδα στν δρόμον. – λλοτε ξήρχετο ες πατινάδαν ν τν πόλιν. νέβαινε στν πάνω Μαχαλάν, που πνεεν ασθηματικς ἀὴρ κάπως, σταμάτα ες πσαν γωνίαν, κ᾿ λεγε μερακλίδικα τραγούδια.

πατινή η & πατινά τα: λέγεται για κάτι που γίνεται τελευταίο, αργότερα, που φυλάσσεται για τον πάτο, το τέλος, για όποτε προκύψει ανάγκη· μτφ. καβάντζα, λεφτά στην άκρη, κομπόδεμα για περίπτωση ανάγκης· η τελευταία φυλλωσιά σε παιχνίδια της τράπουλας, το λεγόμενο «σον». Κράτησε τον άσσο κούπα για τα πατινά. Είχε πατινή τρεις τρεις χιλιάδες ευρώ.

πατιρντί το: ταραχή, θόρυβος, φασαρία, αναστάτωση, σαματάς, καυγάς. Οι ευγένειες κόπηκαν όταν παρενέβη στο δελτίο ο κατηγορούμενος και άρχισε το πατιρντί. Παπαγ.: Τελικά, η κοινότητα θα καταλήξει σε ένα άγριο πατιρντί όπου οι άντρες δεν έρχονταν στα χέρια δυο δυο, διότι γίνονταν μάχες τρομερές όπου μπλέκανε ολάκερα μπουλούκια κι όπου ο καθένας μαχόταν για λογαριασμό του και μόνο. Πβ. Μακρ.: Εις το κατάστημα οπού συνάζονται οι Βουλές είχαν βάλη μπαρούτι κρυφίως από κάτου να τους αναποδογυρίσουν, όταν συναχτούν. Αυτό μαθεύτηκε, έγινε ένα μεγάλο πατριντί | < τουρκ. patιrdι.

πατλάκι το: το καλαμπόκι ποπ κορν, φούσκα, μπουμπουλίτσα.

πατλιά η: πατουλιά, πατημασιά, το πέλμα, βήμα, το μήκος του ανθρώπινου βήματος ως εμπειρική μονάδα μέτρησης· απόκρυφο μέρος, κρυψώνα στο δάσος. Με πόνεσαν οι πατλιές απ᾿ την ορθοστασία. Δέκα πατλιές χωράφι: με μήκος περίπου 10 βήματα, μικρό χωράφι. Καρκ.: H πατουλιά ήταν κούφια και θεοσκότεινη. Ημέρες ημπορούσε να κρυφθεί εκεί ολόκληρη συμμορία ληστών και κανείς να μη την ενοχλήσει. O Tζιριτόκωστας ηύρε τέλος το μέρος που θα κρύψει άφοβα τους θησαυρούς του.

πατλιτζάνα η: η μελιτζάνα | < μσν. μελιντζάνα < αραβ. bādinğan (από τα περσ.).

πατόζα η: μεγάλο αγροτικό μηχάνημα, αλωνσιτική μηχανή· μτφ. η μεγαλόσωμη γυναίκα. Στο τέλος, όλα αυτά τα δέματα, τα φόρτωναν στο κάρο και τα πήγαιναν στα αλώνια. Εκεί υπήρχε η πατόζα. Μια μεγάλη μηχανή, πάνω σε 4 ρόδες, που δούλευε με τη βοήθεια του τρακτέρ! Ένας μακρύς ιμάντας (λουρί) μετέφερε την κίνηση από τη μηχανή του τρακτέρ στους άξονες της πατόζας. Επάνω, άλλοι τα έπαιρναν τα έλυναν από το δέσιμο και τα έριχναν στο μηχανισμό της πατόζας που τα έτριβε και ξεχώριζε τον καρπό από τα άχυρα.

πατόκορφα: επίρρ. από τον πάτο ως την κορφή, από πάνω έως κάτω, σε ολόκληρο το σώμα· «από την κορφή ως τα νύχια.» Μην σας παραμυθιάζουν, μαυρίστε τους πατόκορφα. Άκουσα τους βουλευτές να λούζουν πατόκορφα τον Παπαδόπουλο. Ξέρετε κάτι; Χέστηκα πατόκορφα για τη γνώμη στενόμυαλων ανθρώπων. Βηλ.: Με γληγοράδα απίστευτη εδώ κι εκεί κινιούνται / αρματωσιές πολεμικές πατόκορφα στολνιούνται.

πάτος ο: μτφ. ο κώλος. Ωραίος πάτος.

πατούμενο το: μτφ. το παπούτσι, υπόδημα. Τσιφ.: Ο Σπόρος ήθελε καινούργια παπούτσια. Έλεγε λοιπόν το Χιωτάκι που ᾿χε μυαλό: -»Κοίτα πως θα κάνουμε να κονομήσουμε πατούμενο»

πατούνα η: το πέλμα, η πατούσα, η πατλιά. Με τρώει (:ξύνει, φαγουρίζει) η πατούνα.

πατούνας ο: πατούχας μαντράχαλος, αυτός με τα μεγάλα πόδια.

πατραχήλι το & πετραχήλι το: ιερό άμφιο στενό και μακρύ, το οποίο φορεί ο πρεσβύτερος γύρω από τον τράχηλο όταν ιερουργεί. Παπαδ.: Οι δύο ιερείς, πρώην ναυτικοί, οίτινες είχαν αναρρίψει τα επιτραχήλια επί τον δεξιόν ώμον, και είχαν αναβεί ελαφροί εις το κατάστρωμα, τελειώσαντες τον αγιασμόν. – παπς φόρεσε τ πιτραχήλι του, κα ρχισε ν τν περωτ ν νθυμετο τί μαρτίας εχεν. Δημ.: Άσπρο τριαντάφυλλο φορώ βουλιούμαι να το βάψω / κι αν το πετύχω στη βαφή πολλές καρδιές θα κάψω / θα κάψω νιους, θα κάψω νιές, θα κάψω παλικάρια / θα κάψω και να νιό παπά να χασ᾿ το πετραχήλι | < μσν. πετραχήλι < ελνστ. περιτραχήλιον.

πατριλούια: επίρρ. που λέγεται όταν πιάνουμε κάποιον από τα πόδια ή τα χέρια και τον μεταφέρουμε οριζόντια. Προέρχεται πιθανότατα από την ευαγγελική ΦΡ. «Πάτερ αλληλούια», που παραπέμπει σε σκηνή ταφής, καθώς ο νεκρός μεταφέρεται από τέσσερα άτομα. Τον πήραμε πατριλούια και τον ρίξαμε στη θάλασσα.

πατσιαούρα η & πατσαβούρα η: κουρέλι·κομμάτι (συνήθ. παλιού, άχρηστου) υφάσματος που το χρησιμοποιούν για να καθαρίζουν, να σκουπίζουν· υβριστικός, περιφρονητικός χαρακτηρισμός για γυναίκα πρόστυχη, ανήθικη, χυδαία. Κολ.: Οι πατζαούρες (της λαβωματιάς) ήτον μέσα. Παπαδ.: -Ακούς! να διώχνει, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας κουβαλήσει εδώ την παλιοπατσαβούρα! | < βενέτ. spazzadura: βρομιά για σκούπισμα.

πατσιά τα: ο πατσάς.

πατσιούρης ο: με μικρές και φαρδιές μύτες, σιμός. Αίν.: «Τ᾿ αρμυρό, τ᾿ ανάλατο, το πατσιουρομύτικο.» (το ρεβύθι – Πελοπόννησος | < πιθ. πατώ.

πατσιούρικος -η -ο: επιθ. αυτός με την πλατιά, φαρδιά μύτη.

πατσουλί το: δυνατό αλλά φτηνό άρωμα, συνήθως όχι ευχάριστο· αιθέριο έλαιο από εξωτικό φυτό, που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία. Τσιφ.: Ο Μιχάλης πιά ήτανε να πετάξει από τη χαρά του. Ξούρισε τετράγωνα τη γενειάδα του, έβαλε πατσουλιά, έβαλε καθαρά εσώρουχα, έκανε γαργάρες και περίμενε | < γαλλ. patchouli < αγγλ. patchouli.

πάφιλας ο & πάφυλλας ο / παφίλι το: φύλλο μεταλλικό, λαμαρίνα, ορειχάλκινο έλασμα, το έστρωναν συνήθως κάτω από τις ξυλόσομπες. Επιθ. παφιλένιος -ια -ιο. Παφίλια λέγανε και τα ασημόχρυσα στολίδια των αρματωλών. Ζαρκαδοπαφίλια έλεγε ο Καραϊσκάκης τους Βαλτινούς, επειδή έμοιαζαν με τα ήμερα ζαρκάδια που συνήθιζαν να έχουν μαζί τους οι αρματολοί, στολισμένα με πολλά παφίλια | < τουρκ. pafla: μικρή μεταλλική πλάκα.

πάχνη η: η πρωινή παγωμένη δροσιά. Παρ.: «Θέλουν ν᾿ ανθίσουν τα κλαριά κι η πάχνη δεν τ᾿ αφήνει..», «Πικρή μελιτζάνα πάχνη δεν την πιάνει.» Δημ.: Μηδέ και τ᾿ άχυρο βραχεί μηδέ και το σιτάρι, / μηδέ την πάχνη τ᾿ αλωνιού αέρας να την πάρει, / τότε κι εγώ τον Κωσταντή θα τον επάρω γι᾿ άντρα. – Από τα ξένα που βρεθώ, μηνύματα σου στέλνω / με τη δροσιά της άνοιξης, την πάχνη του χειμώνα, / και με τ’ αστέρια τ’ ουρανοϋ, τα ρόδα του Μαΐου | < αρχ. ελλ. πάχνη. Βλ. & τσιάφι το.

παχνί το: ξύλινη κατασκευή στην οποία τρώνε τα ζώα τριφύλλι και καρπό. Πάλλ.: Έξι πουλάρια του ᾿καναν στους στάβλους του οι φοράδες· / τέσσερα ο ίδιος στο παχνί κρατάει κι ακριβοθρέφει. Αίν.: «Δώδεκα άλογα, δεκατρία παχνιά» (Μήνες και φεγγάρια του έτους – Σάμος) | < πανθίον < υποκορ. του πάθνη < αρχ. ελλ. φάτνη. Βλ. & καμήλι το.

παχνίζω: βάζω τροφή για τα ζώα στο παχνί. Έπρεπε επίσης να παχνίζει τα ζα και να πηγαίνει να τα δέσει στο παλούκι καθώς και να ρίχνει φαΐ στις κότες ή στις κατσίκες. Βλ. & παχνί το.

Παχνιστής ο: ο μήνας Νοέμβριος. Παπαευαγγ.: Ήταν Παχνιστής. Η μπαρμπα Φώτ΄ς στουν Αγιώρ΄ στα σφαχτά κι η μπαρμπα Γιώρ΄ς σμάζιβει ξύλα απ΄τ΄ανήλιου στου Βούτσια για να ξιχειμουνιάσ΄ν | < Βλ. & παχνί το.

πέγκα η: μικρό σημάδι, στίγμα, τελεία, βούλα ή σχέδιο πάνω σε μια επιφάνεια, λεκές. Επώνυμ. Πέγκας.

πεδικλώνω & πεδουκλώνω: προσαρμόζω πέδικλο στα πόδια ζώου, δένω τα πόδια κάποιου, τον κάνω να σκοντάψει· παθήτ. πεδικλώνομαι: σκοντάφτω, μπερδεύω τα πόδια μου. Πάλλ.: …αφήνει αφτόν, κι άντρα γερό λεβέντη, το Δημούχο, / πεδούκλωσε, μια κονταριά στο γόνα σφίγγοντάς του. Χρον. Μορέως: τ λογο θυμώθηκε, τν καβαλλάρη πρε / κε σιμ στν πρίγκιπα πέσω ες ναν βάτον· / πεδουκλώθην τ λογο, πέσασιν κ᾿ ο δύο. Παρ.: «Για καλό κακό, τον παπά περδουκλωμένο.» | < μσν. πεδικλώ < πέδικλ(ο) -ώ > -ώνω.

πεδολόγος ο: πάνινο στεφάνι, κουλούρα από ύφασμα που τοποθετούσαν στο κεφάλι για να μεταφέρουν πιο άνετα φορτία | πιθ. < μσν. πέδη(σις): δέσμευση των ποδιών < αρχ. ελλ. ρ. πεδη- (πεδῶ).

πέδουκλας ο: πέδικλο, ποδοπέδη, σκοινί το οποίο έβαζαν στα μπροστινά πόδια των ζώων για να μην απομακρύνονται, να μην τρέχουν ελεύθερα· μτφ. ανάποδος άνθρωπος, αυτός που δεν συνεργάζεται και προκαλεί προβλήματα συνεχώς. Παπαευαγγ.: Βρήκε έναν πέδουκλα απ τό γουμάρι, δένει το ζερβί του πουδάρι απο το φράχτη. Συνθ. αμπέδουκλας ο | < μεσν. πέδικλον < λατιν. Pediculus. < αρχ. ελλ. πέδη, ἡ: ζεῦγος, ζευγάρι δεσμών. Ηρόδοτος: πέδαι χάλκευτοι, δεσμά από σίδερο, λέγεται για το ένδυμα μέσα στο οποίο μπερδεύτηκε ο Αγαμέμνονας, σε Αισχύλο: τρόπος εξημέρωσης του αλόγου· αρχ. ελλ. πεδάω: δένω με ποδοπέδες, δένω γερά, κάνω κάτι ακίνητο, στερεώνω. Βλ. &.πεδολόγος ο.

πεδώθε: & εδώθε: επίρρ. από εδώ, δώθε, προς τα εδώ. Κλώστε πεδώθε, να σας κεράσουμε. Κολ.: Τν νύκτα τραβήξαμε κατ τν κάμπον το Λεονταριο, κούσαμε πολλς μπαταρις κα πεφταν π λα τ μέρη κα δν ξεύραμε τί τον. μπαταρι το σημεον τι δθεν πάγουν ο κλέφται.

πεζούλα η: τοίχος (συνήθ. από ξερολιθιά) που χτίζεται για να συγκρατήσει το χώμα σε καλλιεργούμενες πλαγιές, πεζούλι. Παπαδ.: νέβα κε στν πεζούλα, κι νοιξε τ στόμα σου ν μς ξηγήσς, ν μς φωτίσς – σως κα νοιώσουμε κ᾿ μες τίποτα | < πεζούλι < μσν. πεζούλλιν υποκορ. του ελνστ. πέζ(α): μπορντούρα υφάσματος (αρχ. ελλ. σημ.: τέλος ενός σώματος).

πεζούρα η: οι πεζοί, το πεζικό στράτευμα. Πάλλ.: Κι όλες οι πόρτες άνοιξαν, κι όλοι, πεζούρα αμάξια, / χύθηκαν όξω, και βουή σηκώθηκε μεγάλη.

πεθαμενατζής ο: αυτός που θάβει, ασχολείται με πεθαμένους, νεκροθάφτης, εργαζόμενος σε γραφείο τελετών, κηδειών | < πεθαμένος.

πεθαμός ο: ο θάνατος, ό,τι ταλαιπωρεί, κουράζει, βασανίζει πάρα πολύ. H οικονομία μας δεν είναι του… πεθαμού! Μακρ.: Πγα κα τν πιασα κα τὸ᾿ δωσα να ξύλο δι πεθαμόν, κι᾿ ν δν πήδαγε π τ παλεθύρι κάτου διοικητής, δν ξέρω ν μενε ζωντανός. Παπαδ.: Σου είπα, θεια-Σκεύω, ποιος ερωτά εδώ ποιος θα ζήσει και ποιος είναι για πεθαμό; Παρ.: «Είδε κι η αλούπου τον κώλο της κι έπεσε του πεθαμού» | < μσν. απεθαμός.

πεθεράδες οι: πεθερές. Παρ.: «Όσες πράσινες φοράδες, τόσες καλοπεθεράδες.»

πεθνήσκω: πεθαίνω | < μεσν. απεθαίνω < αρχ. ελλ. αποθνήσκω. Παπαδ.: Επί τέλους, ας εκολλούσε την χολέραν, δεν την έμελεν. Ας εζούσε το παιδάκι της, και ας απέθνησκεν αυτή. Παρ.: «Αμαρτίες που έχεις άντρα, ή εγώ να χήρευα ή εσύ να πέθνησκες

πεθυμώ: επιθυμώ, θέλω. Δημ.: Καλώς τον ήθελα να δω, τον πεθυμούσα νά ρθη, / καλώς τον το βασιλικό με τα χρυσά του τ’ άνθη.

πείμα το: το απαρέμφατο ειπείν, αυτό που θα πούμε, κουβέντα, συζήτηση προφορική, το λέγειν, προφορικός λόγος. Από πείμα, χορτάσαμε – αλλά χαΐρι δε βλέπουμε | < αορ. είπα. (αρχ. ελλ. β΄ αόριστος εἶπον του ρ. λέγω. ἔπος: λόγος).

πελαγώνω: πλέω στην ανοιχτή θάλασσα, στο πέλαγος· μτφ. τα χάνω, σαστίζω, βρίσκομαι σε αμηχανία, σε αδιέξοδο, δεν ξέρω τι να κάνω ή να πρωτοκάνω, «τα παίζω», χάνω τον έλεγχο των πραγμάτων ή μιας κατάστασης, πελαγοδρομώ. περιέρχομαι σε κατάσταση σύγχυσης, επειδή συναντώ πολλές και μεγάλες δυσκολίες., ζόρια, δυσχέρειες, εμπόδια. Πελάγωσαν οι Γάλλοι που θα αναδιάρθρωναν την κρατική μηχανή. Διάβασαν ξεκάθαρα τα αποτελέσματα στο διαδίκτυο και δεν κατάλαβαν τι έγινε, πελάγωσαν ως συνήθως, έχασαν τ’ αυγά και τα πασχάλια. Κάνω ένα σχέδιο στον υπολογιστή, ώστε να δω ακριβώς τις μοίρες στα τσακίσματα -να μην παιδεύομαι και χαλάω σωλήνες- και ξαφνικά πελάγωσα! Οι Γερμανοί πελάγωσαν στα… χιόνια των Σπάτων | < πέλαγ(ος) -ώ > -ώνω κατά το θαλασσώνω (διαφ. το ελνστ. πελαγῶ: πλημμυρίζω). Βλ. & αυγοκόβω.

πελέκι το: όργανο (εργαλείο ή όπλο) από πλατιά, παχιά και κοφτερή λεπίδα προσαρμοσμένη σε ξύλινη ράβδο· τσεκούρι, πέλεκυς (Τριαντ.). Παρ.: «Τα ‘χει η μοίρα στο χαρτί, πελέκι δεν τα κόβει.» | < μσν. πελέκι < ελνστ. πελέκιον υποκορ. του αρχ. πέλεκυς. Βλ. & αστροπελέκι το.

πελεκούδι το: τα μικρά, κομμάτια ξύλου που έχουν αφαιρεθεί με πελέκημα· σχίδακας. Στο γάμο της, κάηκε το πελεκούδι: έγινε μεγάλο γλέντι, ξεφάντωμα, χορός, γιορτή, φαγοπότι. Παπαδ.: Όλη η μακρά και πλατεία αμμουδιά η απλουμένη μεταξύ της λίμνης και του λιμένος, δεν είχεν ουδέ ένα κόκκον άμμου αμιγή από πριονίδια, ουδέ ένα χάλικα ελεύθερον από την γειτονίαν πελεκουδίου. Καρκ.: ταν ραία μέρα—ρχ το πόθου μου. ταρσανάς γεμτος μαδέρια, κατάρτια, σανίδες, πελεκούδια, ροκανίδια. Παρ.: «Όταν υπάρχουν κούτσουρα, υπάρχουν και πελεκούδια.» | < μσν. πελεκούδ(α): κομμάτι πέτρας, υποκορ. -ι < πελεκ(ώ) -ούδα.

πελλός ο -η -ο: τρελλός. Παρ.: «Του φρονίμου χάριζε και του πελλού μολόγα.»

Πενοβρέκια τα: τοπωνύμιο στην περιοχή Λιβαδερού Κοζάνης | < πιθ. πάνω + βρέκε: κορυφή βουνού στα αρβανίτικα.

πεντάγνωμος ο: με πέντε γνώμες, αυτός που αλλάζει εύκολα γνώμες και αποφάσεις. Παρ.: «Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος πέντε φορές εχιόνισε.»

πενταδείλινος ο: με πέντε δειλινά, με απογεύματα που διαρκούν πολύ. «Ο Μάης ο πενταδείλινος και πάλι δείλι θέλει.» | < ελνστ. δειλινόν: βραδινό φαγητό, ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. ελλ. επιθ. δειλινός: που ανήκει στο βράδυ.

πεντάρα η: νόμισμα, κέρμα αξίας πέντε λεπτών της παλιάς δραχμής· πλήθος πέντε μονάδων: πέντε φορές, πέντε γκολ, πέντε μήνες, χρόνια, φυλακή κ.α.· «δε δίνω πεντάρα (τσακιστή)», αδιαφορώ τελείως για κάτι. Έχουμε Ευρωπαίους μέσα στο συμβούλιο, αλλά η Ευρώπη δεν δίνει ούτε πεντάρα | < πέντ(ε) -άρα. Βλ. & δυάρα η.

πεντούλι το: παλιό κέρμα, ίσο με μισή δραχμή. Παπαευαγγ.: Κάνα δυό σπίτια έδουναν, πιντούλια, δικάρις, εικουσάρις, δραχμές μόνου οι νούνοι.

πεπέ το: λέγεται για κάτι ψεύτικο, στημένο, κάλπικο. Ο διαιτητής σφύριξε πέναλτι πεπέ· το χαρτονόμισμα ήταν πεπέ.

πέραση η: μτφ. το κύρος, η αξιοπιστία· λέγεται για κάποιον ή κάτι που θεωρείται αναγκαίο ή σημαντικό, σοβαρό. Φαίνεται πως η μυριόδοξη η Πνύκα δεν είχε πέραση στην Αθηναίικη πολιτεία σε κείνους τους χρόνους. Τα καλά παιδιά δεν έχουν πέραση. Τελικά, οι αθλητές έχουν πέραση! Πολλές διάσημες του έχουν ερωτευτεί κατά καιρούς διάσημους αθλητές. Τα ξυλάγγουρα έχουν … πέραση! Οι καθηγήτριες έχουν πέραση | < περα- (περνώ) -ση (πρβ. αρχ. ελλ. πέρασις= πέρασμα)

περβάζι το: το κάτω, συνήθως και πλατύτερο, τμήμα του πλαισίου ενός παραθύρου ή μιας πόρτας. Αίν.: «Αν και θρόνος μου ταιριάζει, θέση μου είναι το περβάζι (ο βασιλικός).» | < τουρκ. pervaz (από τα περσ.) -ι.

περγέλιο το: περίγελος, καταφρόνια, κοροϊδία, χλευασμός. Παρ.: «Της νύχτας δουλειά, της μέρας περγέλι(ο).» Καζαντζ.: Τα μάτια του Νουρήμπεη άστραψαν, όλο περγέλιο· ας περιμένει ο γκιαούρης, αν δε βαριέται· ως τα γόνατα του, ως τα χώματα, θα ποταμίσουν τα γένια του [..] μα η Κρήτη, όχι, λευτεριά δε θα δει! Λασκ.: Εγώ ευχαριστούμαι να υποφέρω το ηλίθιο περιγέλιο τους, για να περάσω ανάμεσα και να φτάσω εις τους λίγους νοήμονας, οι οποίοι γνωρίζουνε | < ελνστ. περίγελ(ως).

περγελώ: περιγελώ, κοροϊδεύω. «Και τα σκυλάκια περγελάν το λύκο, σαν γεράσει.»

περδίκα η & περδίκι το: πέρδικα. ΦΡ. «Θες το λαγό, θες την περδίκα»: ή το ένα ή το άλλο, ένα από τα δυό, δυοίν θάττερον· έγινε περδίκι: γιατρεύτηκε, έγιανε, έγινε καλά, ανάρρωσε. Παρ.: «Με λαγούς και με περδίκια, τ᾿ άδικα τα κάνεις δίκια.» Βλ. & νταβάς ο | < μσν. πέρδικα < αρχ. πέρδιξ, αιτ. -ικα.

περδικούλα η: μτφ. η καρδιά – Το λέει η περδικούλα του: το λέει η καρδιά του. Παρ.: «Αν του βαστά η περδικούλα, εδώ τα λένε ούλα.»

Πέρης ο: Περικλής.

περίγελο το & περίγελος ο: για πρόσωπο που όλοι το περιγελούν, το χλευάζουν. Παλαμ.: Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, / ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, / κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, / των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι | < Βλ. & περγέλιο το.

περιδρομιάζω: τρώω πάρα πολύ, τον περίδρομο, βλ.λ.

περίδρομος ο: σε φράσεις που δείχνουν λαιμαργία, βουλιμία: έφαγε τον περίδρομο: μεγάλη ποσότητα. Παρ.: «Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο.», «Της μάνας τον περίδρομο η κόρη τον επήρε.» | < περίδρομος δαίμων: δαίμονας που περιφέρεται και που είναι αίτιος της λαιμαργίας, ή αρχ. ελλ. περίδρομος: σκοινί που δένει το πάνω μέρος του διχτυού, με την έννοια πως κάποιος έφαγε όλο το περιεχόμενο ακόμη και το σκοινί του διχτυού (Τριαντ.).

περικαλώ: παρακαλώ. Μακρ.: Ένα σας περικαλώ, όλους τους αξιότιμους αναγνώστες, δεν έχετε το δικαίωμα να φέρετε καμμίαν κρίση ούτε υπέρ, ούτε κατά, αν δεν το διαβάσετε όλο -και τότε είστε νοικοκυραίοι να κάμετε ό,τι κρίση θέλετε ή υπέρ, είτε κατά.

περισσεβούμενος -η -ο: αυτά που περισσεύουν, περιττός, αχρείαστο, παραπανίσιο. Τα περισσευούμενα τα βάζαμε στην άκρη.

περίσσιος ο: περισσός, περιττός, που περισεύει, άφθονος, μπόλικος· ως επίρρ. περίσσια. Παρ.: «Τα πολλά και τα περίσσια μας χαλάσανε τα ίσια.» Καζαντζ.: Περίσσια κόκκινα έκαναν τα μάγουλα του Χριστού, περίσσια καλοθρεμμένους και καλοντυμένους τους αγίους· γιατί κι αυτοί που τους ζωγράφιζαν καλοπερνούσαν | < μσν. περίσσιος < αρχ. ελλ. περισσός. Βλ. & μπαμπέσης ο.

περιστερώνας ο: κτίριο, κατασκευή, κουμάσι για περιστέρια. Ελύτ.: Είναι κοντά η πτυχή του ανέμου που θροεί τον γαλάζιο της περιστερώνα – η χυμώδης πτυχή / Που ζυγίζει στο χνούδι της ερεθισμένες αιώρες.

περνιέμαι: θεωρούμαι, νομίζουν, πιστεύουν οι άλλοι για μένα. Παρ.: «Κι αν στόλισες το γάιδαρο, γι᾿ άλογο δεν περνιέται.», «Αμίλητος τρελός, για φρόνιμος περνιέται.» | < μσν. περνώ < αρχ. ελλ. περῶ.

περονιάζω: τρυπώ με πηρούνι, μτφ. προκαλώ οξύ και έντονο πόνο, μτφ. το κρύο τρυπάει μέχρι το κόκαλο, περονιάζω. Το κρύο περονιάζει. Ο πόνος στο κεφάλι τον περόνιαζε. Τον περόνιασε η υγρασία της νύχτας και ανέβασε το φερμουάρ ως τον λαιμό. Το πρωινό αγιάζι του περόνιασε τα κόκαλα. Περόνιασε τις καρδιές το κλάμα της μάνας του Αλέξανδρου! Γκοτζ.: Τη θυμάμαι και με πιάνει ακόμα τρεμούλα. Αυτή μας μπόλιασε το αίμα, μας περόνιασε ως το μεδούλι. Καζαντζ.: Στο αρχοντικό του Δία, στον Όλυμπο το μέγα, ανέβη, κι είχε / πίκρα τρανή που τον πιρούνιζαν οι πόνοι, τι η σαγίτα / μέσα τον είχε βρει στο στέριο του τον ώμο και πονούσε | < αρχ. ελλ. περόνη < πείρω: τρυπώ.

περπατσιά η & περπατησιά η: βάδισμα, ο τρόπος που περπατεί κάποιος, το βήμα· ίχνος που μένει από το περπάτημα. Μόνο που νέοι δρόμοι δεν ανοίγουν με παλιές περπατησιές. Το «εμπορικό μας δαιμόνιο» έχει τελειώσει προ πολλού. Παρ.: «Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη. θέλει λαγού περπατησιά, πουλιού γρηγοροσύνη.», «Παλιό μουλάρι, καινούρια περπατησιά.» Βάρν.: Απάνου στη σκηνή ακουγόντανε ακόμα οι περπατησιές των ηθοποιών, που φεύγανε. Οι περπατησιές στην άμμο αφήνουν αποτυπώματα. Ελύτ.: Πίσω απ᾿ το λόφο υπάρχει το μονοπάτι που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά της διάφανης εκείνης κόρης. Βλ. & κορδώνομαι.

περπατούρα η: ειδική κατασκευή που στηρίζει και βοηθά στο περπάτημα άτομα με σοβαρό πρόβλημα στήριξης και ισορροπίας ή βρέφη που επιχειρούν τα πρώτα τους βήματα· λέγεται και στράτα. Βρεφικές περπατούρες με ανθεκτικούς τροχούς, μουσική, πάνελ παιχνιδιών και φωτάκια. Οι στράτες περπατούρες, διαθέτουν ρόδες και μουσικό παιχνίδι και βοηθούν το παιδί να περπατήσει γρηγορότερα | < περπατώ < μσν. περπατώ < αρχ. περιπατῶ.

περπερίζω: μτφ. ανοιγοκλίνω γρήγορα τα βλέφαρα., παίζω τα μάτια, όπως ο πέρπερας, η πεταλούδα τα φτερά της. Παπαευαγγ.: Τουν τηρούσι στα μάτια κι πιρπέρζει τα ματοτσίνορα – σαν να χάλιβι. Η Γκουντής τ᾿ στοχάσκει τι χαλεύει.

πέρπερο το: υπέρπυρο, χρυσό βυζαντινό νόμισμα (3ος αι. μ.Χ). Παπαδ.: ρεξη πο εχα ν κάμω τέτοια κουταμάρα. Φταίγω γώ; ς λειπε ατς κα τ πέρπυρά του. Κέφι πο τ χετε ν τρώγεσθε τσι τόσην ρα! Παρ.: «Προίκα από χίλια πέρπερα και κακαϊδού αν πάρεις, / τα χίλια παν, δεν έρχονται, κι η κακαϊδού απομένει.»

πέρπιρας ο & πέρπερας ο: πεταλούδα. ΦΡ. μτφ. Έχει πέρπιρα στο κεφάλι: δεν έχει μυαλό, δεν έχει φρονιμάδα, έχει τρέλα, είναι χαζός, αλαφρός | < αρωμουν. paperuna < λατιν. papilio.

περπερούνα η & πιρπιρούνα η: η πεταλούδα | < Βλ. & πέρπιρας ο.

πεσκέσι το: δώρο, δώρισμα, χάρισμα, φιλοδώρημα. Μακρ.: Τν γέρο Λόντο, πο δν χει οτε να δόντι, τν παλάβωσε Ρίτα Μπάσσω το θεάτρου κα τν φάνισε τόσα τάλλαρα δίνοντας κι᾿ λλα πισκέσια. Παπαδ.: Τότε θα έχανε μια δεκάρα. Διότι, βέβαια, δεν θα της έδιδε παραπάν᾿ από δυό δραχμές, ο νοννός, διά το πεσκέσι της – Τί σε νομάσω Γρηγόριε; προβατίνες μπολοντα μ κομμένες τς ορές, γαϊδουράκια καβαλοντα κότες φέροντα πεσκές χι, χι, επε μετ λλοκότου σπουδς γραα, τ δικό της φυλάει καθεμι νοικοκυρ δι τ Φτα, τ πεσκέσι τρώγεται | < τουρκ. peskes.

πεσκίρι το & πισκίρι το: πετσέτα, προσόψι. Καρκ.: …δύο πισκίρια στενά και μακρύτατα, που ημπορούσε να σκεπάσουν τα γόνατα δώδεκα τραπεζοκαθισμένων | < τουρκ. peskir. Βλ. & σκαφίδι το.

πέστρο το: μαύρο τραγί, τράγος, με λίγες άσπρες βούλες.

πεταμός ο: το πέταγμα, το ρίξιμο στα σκουπίδια, στα άχρηστα. Πολιτική πεταμού για τους μικρομεσαίους αγρότες. Τον είχαν του πεταμούτου πεταματού), δεν τον υπολόγιζαν καθόλου. Πβ. Η ζωή είναι αλλού και η τηλεόραση του πεταματού. Του πεταματού μας έχουν οι αντίπαλοι μας στο πρωτάθλημα. Καζαντζ.: Της Αφροδίτης της πανέμορφης μη μου χτυπάς τα δώρα / τι ό,τι ακριβό οι θεοί μας χάρισαν του πεταμού δεν είναι, (ο τοι πόβλητ στ) / ατοί τους σαν το δίνουν μόνος του κανένας δεν το παίρνει.

πετεινάρι το: ο πετεινός, κόκορας, κόκοτας. Κοτέτσι με κότες και πετεινάρια. Ξεκλήρισαν τα… πετεινάρια. Πώς ξέρουν τα πετεινάρια πότε να λαλήσουν; Αινιγμ.: «Ουρανός και γης κουβάρι, τσικνικάτον πετεινάρι, σαν ανοίξει τα φτερά του, δεν μπορείς να πας κοντά του.» (ανεμόμυλος – Σύμη). Βλ. & κατίνι το.

πετιμέζι το: πολύ γλυκό και παχύρρευστο υγρό που παρασκευάζεται κυρίως από το βράσιμο του μούστου· οτιδήποτε έχει υπερβολικά γλυκιά γεύση. Το πετιμέζι δρα και ως συντηρητικό στη χωριάτικη κουζίνα, ιδίως στα γλυκά του κουταλιού με μελιτζάνα και κολοκύθα. Το πετιμέζι περιχύνεται πάνω σε ψημένο ψωμί. Για να φτιάξουμε δύο λίτρα πετιμέζι, χρειαζόμαστε 5 λίτρα φρέσκου μούστου και 2 κύβους 5 εκ. από μπαγιάτικο ψωμί. Ρίχνουμε τον μούστο σε μια μεγάλη κατσαρόλα μαζί με το ψωμί. Τα ζεσταίνουμε σε πολύ χαμηλή φωτιά. Μόλις αρχίζει να σιγοβράζει, ξαφρίζουμε την επιφάνεια με ένα μεγάλο κουτάλι. Πετάμε τον αφρό. Το κάνουμε συνεχώς, καθώς σιγοβράζει ο μούστος. Εφτ.: Ήταν τρυγητός, καιρό δεν είχανε να χάνουν, τα σταφύλια περίμεναν στ᾿ αμπέλι κομμένα, να κουβαληθούνε, να ζουληχτούνε, να γίνουν πετμέζι, μούστος κρασί | < τουρκ. pekmez -ι. Βλ. & σερμπέτι το.

πέτομαι: πετώ. Δημ.: Η νυχτερίδα πέτεται, λαγός δροσολογιέται / ο πόχει αγάπη στην καρδιά, τη νύχτα δεν κοιμιέται. Παρ.: «Όσα πέτονται δεν τρώγονται.» Βλ. & ρουπίζω.

πέτος ο: ο πετεινός, κόκορας. Παρ.: «Κάλλια πέντε μέρες πέτος παρά δέκα μέρες κότα», «Τα κέρδη μας τα φέρναμε στον πέτο φορτωμένα.», «Πάντα θε να ξημερώνει, κι αν ο πέτος δε φωνάξει.», «Πότε όρνιθα βρεμένη, πότε πέτος κορδωμένος.» | < ελνστ. πετεινός, αρχ. σημ.: πετούμενος.

πετούγια η: μικρό μάνταλο πόρτας, θύρας ή παραθύρου, που ανοίγει κι από μέσα κι από έξω.

πετούμενο το: το πουλί, ό,τι πετάει, ίπταται, ιπτάμενο. Τα 10 πιο παράξενα πετούμενα ζώα. Παγίδα για πετούμενα έντομα. Δημ.: Εσείς πουλιά πετούμενα / εκεί ψηλά που πάτε, / τα καημένα τα παραπονεμένα, / και πού θα στήσουν τη φωλιά. Ελύτ.: οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά / και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα / ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα / τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες / λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες. Σεφ.: ξαφνα περπατοσα κα δν περπατοσα / κοίταζα τ πετούμενα πουλιά, κι εταν μαρμαρωμένα / κοίταζα τν αθέρα τ᾿ ορανο, κι ετανε θαμπωμένος. Βλ. & σινάπι το, μισοπετούμενος ο.

πέτουρο το: φύλλο πίτας που φτιάχνεται με τον πλάστη· είδος παραδοσιακού ζυμαρικού, χυλοπίτα. Πέτουρα με κόκκινη σάλτσα. Οι χυλοπίτες (πέτουρα) είναι ένα πανεύκολο και νόστιμο παραδοσιακό φαγητό που έβγαζε τις παλιές νοικοκυρές από την δύσκολη θέση όταν είχαν ξαφνικούς επισκέπτες. ΦΡ. μτφ. Έφαγε πέτουρο: έφαγε «χυλόπιτα»· λέγεται για κάποιον που τον απέρριψε μια γυναίκα, μια νύφη (πιθανόν επειδή στον ανεπιθύμητο υποψήφιο γαμπρό φίλευαν προχειροφτιαγμένη πίτα, με μονό, χοντρό πέτουρο.) Φτιάξτε σπιτικό τραχανά και πέτουρα! Παπαδ.: – Να, ψυχούλα μου, πάρε, κουμπί μου! με καλόπιαναν εμένα προσφέροντάς μου κομμάτια από ζητιανεμένες λαχανόπιτες με πέτουρα, νόστιμες όμως, καθαρές, ενώ στη βάβω μου ευκιόνταν ολοένα πάνω στο φαΐ «καλόν Παράδεισο.»

πετριά η: το πέταγμα της πέτρας με το χέρι· μτφ. ιδιοτροπία του χαρακτήρα, τρέλα, λόξα, ιδιόρρυθμο γούστο (υποτίθεται «έχασε» το μυαλό μετά από χτύπημα με πέτρα). «Έχεις φάει πετριά;», είπε ο παρουσιαστής για να έρθει η απορία της τραγουδίστριας. Απίστευτο· σκότωσε φευγάτο λαγό με …πετριά! Πάλλ.: …κι όσονε δρόμο πάει πετριά τόσο θωράει το μάτι. Έφαγε πετριά, δεν ξέρει τι λέει.

πεύκος ο: το μεγάλο πεύκο. Δημ.: Χαίρεται ο πεύκος τις δροσιές κι ο έλατος τα χιόνια, / χαίρεται ο Τούρκος τ᾿ άλογο κι ο Φράγκος το καράβι, χαίρεται κι ένας νιός καλός, σ᾿ ένα χρυσό τραπέζι.

πεχλιβάνης ο & μπεχλιβάνης ο: παλαιστής. αυτός που σε δημόσιες, συνήθ. υπαίθριες, παραστάσεις, επιδεικνύει τις σωματικές ικανότητές του για βιοπορισμό· άνθρωπος δυνατός, παλικαράς. Η παραδοσιακή, ελεύθερη πάλη των «πεχλιβάνηδων» είναι το πιο δημοφιλές έθιμο του φημισμένου πανηγυριού στο Σοχό. Η πάλη με λάδι είναι ένα είδος ελληνορωμαϊκής πάλης και η λέξη πεχλιβάνης σημαίνει στα περσικά «ήρωας» ή «πρωταθλητής». Στίχ.: Μια νύχτα θα `ρθει από μακριά, βρε αμάν αμάν / αέρας πεχλιβάνης / να μην μπορείς να κοιμηθείς, βρε αμάν αμάν / μόλις τον ανασάνεις (Θαν. Παπακωνσταντίνου). Παρ.: «Γιάννη, Γιάννη, μπεχλιβάνη, τα᾿ άντερα σου στο τηγάνι.» Τσιφ.: Η ίδια η φύση του, του έδωσε δύναμη μπεχλιβάνη, αλλά τον έκανε όπως όλους τους μπεχλιβάνηδες, να μην έχει ανάγκη από σκέψη. Η δύναμη του έφτανε | < τουρκ. pehlivan (από τα περσ.) -ης.

πηγαιμός ο: το να πηγαίνεις, η διαδρομή προς κάπου, το ταξίδι. Ο μακρύς πηγαιμός για το σπίτι. Καβ.: Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ᾿ναι μακρύς ο δρόμος.

πηγαινέλα το: η μετάβαση κάπου και η επιστροφή από εκεί, το να πηγαινοέρχεται κάποιος, να πάει μπρος πίσω· κίνηση, συνήθ. ανθρώπων. Παρ.: «Το πολύ το πηγαινέλα την τρελαίνει την κοπέλα.»

«πηδάω τις τρεις» & αμπντώ τις τρεις: κάνω πήδημα με τρία πατήματα, βήματα, άλμα τριπλούν. Η ΦΡ. λέγεται και περιπαικτικά σε κάποιον. Κολοτρών.: Οι Αρβανίται όπου τον φύλαγαν επηδούσαν εις τας τρεις και ο μπουλούμπασης του είπε, αν πηδά να του βγάλει τας αλύσους. Περρ.: …όθεν επενόσησεν να τους βάλη να πηδήσουν ταις τρεις (το άλμα) μετά των ιδικών του στρατιωτών (τούτο συνηθίζεται έκπαλαι στην Ελλάδα)· αφήσαντες λοιπόν τα όπλα ένθεν κακείσε κατεγίνοντο εις το πήδημα, προς το οποίον ο Φώτος Τζαβέλας, υιός του Λάμπρου Τζαβέλα, υπερέβη όλους.

πηλοφόρι το: δοχείο με το οποίο μεταφέρεται λάσπη για το χτίσιμο, ξύλινη επίπεδη σανίδα με χερούλι, πάνω στην οποία τοποθετείται και μεταφέρεται λάσπη για οικοδομικές εργασίες. Στίχ.: Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες / η δουλειά κάνει τους άντρες / το γιαπί το πηλοφόρι το μυστρί (Λευτ. Παπαδόπουλος) | < μσν.(;) πηλοφόριον υποκορ. του ελνστ. πηλοφόρ(ος) -ιον < αρχ. ελλ. πηλός. Βλ. & κοπάνα η.

πηχάκι το: λεπτή και επιμήκης σανίδα. Τοίχος με πηχάκια.

πήχη η: ο πήχης παλαιότερο μέτρο μήκους· Εμπορικός πήχης μήκους εξήντα τεσσάρων εκατοστών του μέτρου· εκτονικός πήχης μήκους εβδομήντα πέντε εκατοστών· το τμήμα του χεριού από τον αγκώνα ως τον καρπό. Παπαδ.: Μήπως έστειλες και συ δυό πήχες χρυσάφι, ή το ποδογύρι το χρυσό, ή το φουστάνι τ᾿ ατλαζένιο ή της έβαλες την κορώνα, ή της έστειλες κανένα ακριβό διαμαντικό ή άλλο τίποτες; Μακρ.: λος κόσμος δν τν χώραγε, λα τ πλούτη το κόσμου δν το φτάναν, ννι πχες παν το φτασε κα το περίσσεψε. Παρ.: «Τρεις πήχες χώμα φτάνουν και για τον μεγαλύτερο άνθρωπο.» | < αρχ. ελλ.πῆχυς (αρχικά 0,46 μ)· με βάση αρχ. σημ.: ξύλο μήκους ενός πήχη, σαν βάση μέτρησης.

πήχτη η: πηχτή, ο παγωμένος πατσάς. Πβ. Βυζαντ. Παρ.: «Ως εδέξω τας πηκτάς, δέξου και τα εμπηκτάς.»

πιάζι το: τρόπος που μαγειρεύονατι τα φασόλια· βραστά, σαλάτα με ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Πετρ.: Οι τέως φαντάροι της εποχής του Ανταρτοπολέμου έφεραν στην πρωτεύουσα το τζατζίκι, το πιάζι, την μελιτζανοσαλάτα και την ταραμοσαλάτα που είχανε γευτεί κατά κόρον στις ταβέρνες της Θεσσαλονίκης. – …μόνο που το πιάζι θέλει μπόλικο ψιλοκομμένο κρεμμύδι.

πίβουλας ο: λέγεται για μικρό ζωηρό παιδί, το παλιόπαιδο | πιθ < αρχ. ελλ. επίβουλος: δόλιος, ύπουλος.

πιγκώνω: κομπιάζομαι, ξεροκαταπίνω (Γέρμας Καστοριάς). Σιδ.: Ο Ανέστης είναι πατέρα, είπε κι ένας κόμπος πίγκωσε το λαιμό του. Βλ. & γκαρτσαλιάνος ο.

πιδικλώνομαι: μπερδεύω τα πόδια μου, σκοντάφτω. Βλ. & πιδουκλιά η.

πιδουκλιά η: η τρικλοποδιά

πίθηκας ο: ο πίθηκος.

πικέ το & πικές ο: είδος υφάσματος, χτύπημα στο μπιλιάρδο, με τη στέκα σχεδόν κάθετη στο τραπέζι | < γαλλ. pique.

πίκλα η: λαχανικό (αγγουράκι, πιπεριά, κουνουπίδι κτλ.) και αρωματικοί σπόροι διατηρημένο μέσα σε ξίδι ή άρμη· το τουρσί. Πίκλες του φθινοπώρου. Μπαίνουν σε σάντουιτς, σε σαλάτες και συντροφεύουν πικάντικα µια πιατέλα µε αλλαντικά και τυριά. Πίκλες είναι ένα είδος νηστίσιμου ορεκτικού που σερβίρεται και ως μεζές για τσίπουρο και ούζο. Πρόκειται για ένα φαγητό με βάση τα λαχανικά, ουσιαστικά συνώνυμο του τουρσιού, αναφέρεται δηλαδή στον τρόπο συντήρησης των λαχανικών σε άλμη με νερό, αλάτι και ξίδι. Οι πίκλες μετά την παρασκευή τους φυλάσσονται και συντηρούνται σε γυάλινα βάζα που κλείνονται αεροστεγώς | < αγγλ. pickles.

πικραλίδα η: ταραξάκον το φαρμακευτικόν ή αγριοράδικο, αγριομάρουλο ή πικραφάκα· το λατινικό του όνομα είναι taraxacum officinale. Η πικραλίδα έχει μακρά ιστορία χρήσης στην παραδοσιακή ιατρική των βοτάνων με τους ιθαγενείς της Αμερικής να τη χρησιμοποιούν για τη θεραπεία της νεφροπάθειας, τη δυσπεψία και την καούρα. Η παραδοσιακή αραβική ιατρική την συνταγογραφούσε για την αντιμετώπιση της ηπατικής νόσου. Και η παραδοσιακή κινεζική ιατρική τη χρησιμοποιεί σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα για τη θεραπεία της ηπατίτιδας και τις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, συμπεριλαμβανομένης της βρογχίτιδας και της πνευμονίας.

πιλατεύω: ταλαιπωρώ, παιδεύω, βασανίζω, ασχολούμαι με κάτι. Παπαγ.: Μπορείς από το πρωί ως το βράδυ να πιλατεύεις τον εαυτό σου και να περιμένεις να κατεβάσει ιδέες; | < μσν. πιλατεύω (Πβ. μσν. πιλάτεμα) < Πιλάτ(ος) -εύω.

πιλάφι το: φαγητό που παρασκευάζεται από ρύζι βρασμένο με βούτυρο ή λάδι, χωρίς ζουμί | < τουρκ. pilâv (από τα περσ.) -ι. Βλ. & πνάκι το, γιαχνί το.

πιλιγόδος ο & πιδολόγος ο: υφασμάτινη, στρόγγυλη κατασκευή, σαν μαξιλαράκι, που προσαρμόζεται στο κεφάλι πανιά διπλωμένα ρολό, σε σχήμα κουλούρας που έμπαιναν στο κεφάλι, για να μεταφέρονται πιο εύκολα φορτία (γκιούμια, ταψιά κλπ). Μπορεί να ήταν κι ένα στεφάνι από σκόρδα τυλιγμένο με ύφασμα.

πιόμα το: το πιοτό, η πόση, ό,τι πίνεται. Πλωτό μπαρ για ατελείωτα πιόματα. Κάθε μία συσσώρευε τις δικές της εμπειρίες και τη δική της ιδιαίτερη γνώση πάνω σε ό,τι κληρονομούσε μάγια, ξόρκια, σκόνες, πιόματα, δεσίματα και αμποδέματα. Βάρν.: Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι! / Θα μου δώσουνε μια κόχη, / λίγο πιόμα και σανό, / σύνταξη τόσω χρονώ! Παπαδ.: -Αχ! είπεν η γερόντισσα, είναι «αποκαής»· θα πάει να πιεί πάλι και θα ξαναγίνει. Τι να κάμω; τι να γίνω η άμοιρη; Φυλάξου από πιόμα, αφού είσαι για ναύλο! | < πίωμα.

πιότερος -η -ο: περισσότερος. Πάλλ.: Όπου ντροπής, και πιότεροι γλυτώνουν παρά πέφτουν.

πιοτής ο: αυτός που πίνει οινοπνευματώδη ποτά, που αγαπάει να πίνει, ο συστηματικός, τακτικός πότης, μεθούκας, κρασοκανάτας, κρασογλεντζές, οινόφιλος. Καζαντζ.: …έπρεπε να πάρω έναν παλικαρά, φαγά, πιοτή, νταβραντισμένο, που να μού κάνει μια ντουζίνα παιδιά, να μερώσω.

πιοτί το: το πιοτό. Για φαΐ μέχρι σκασμού, για πιοτί μέχρι πνιγμού και για χορό μέχρι τελικής πτώσεως, σας καλούμε στο φανό Κρεβατάκια.

πίπιζα η & πιπίζα η: ξύλινο πνευστό μουσικό όργανο, που μοιάζει με φλογέρα και που παράγει ισχυρό και διαπεραστικό ήχο. Γκάτσ.: Mε ντέφια τούμπανα και βιολιά με πίπιζες και λαγούτα / Mε φλάμπουρα και με θυμιατά με βότανα και μαγνάδια / Mε της αρκούδας το βρακί στην παγωμένη κοιλάδα | < αλβ. pipëza.

πιπίγκι το: μικρή πίπιζα, σφυρίχτρα | < Βλ. & πίπιζα η.

πιράτου σι πιράτου: από τα πέρατα ως τα πέρατα, πέρα για πέρα, πολύ μακριά, παντού. Λ.χ. Ακούστηκε από πιράτου σι πιράτου. Καρκ.: Kαι όταν έφθανεν η ώρα που ο μεγαλόδωρος κομματάρχης έκραζεν από περάτων έως περάτων τους πιστούς να φανερώσουν στην κάλπη την αφοσίωσή τους.

πιργιλατζής ο: αυτός που περιγελάει, καλαμπουρτζής. Δημ.: Τα μάτια σ᾿ τ᾿ αμυγδαλάτα να ᾿μαν κλέφτης να τα κλέψω, πιργιλατζής να τα γελάσω, να τα δώσω χίλια γρόσια. να τα πάω στο παζάρι.

πίρος ο: ξύλινος ή μεταλλικός κύλινδρος που τον χρησιμοποιούν για να συνδέουν μεταξύ τους κομμάτια ή εξαρτήματα μιας κατασκευής ή ενός μηχανισμού· ξύλινο πώμα βαρελιού. Παρ.: «Θα δούμε τι θα βγάλει ο κάτω πίρος (η κάτω τάπα του βαρελιού, απ’ όπου βγαίνουν στο τέλος τα κατακάθια).» | < ιταλ. piro -ς.

πισαγύριστο το: που δεν γυρίζει πίσω, δεν επιστρέφεται. Λεφτά δανεικά και πισαγύριστα | < πίσω+γυρίζω.

πισθάγκωνα: επίρρ. με τους αγκώνες, τα χέρια πίσω, στο πίσω μέρος του κορμού. Στίχ.: …δεμένος πισθάγκωνα στο μεσιανό κατάρτι / ο Χιώτης ο τυφλός τραγουδιστής βραχνός προφήτης / μασώντας τη μαστίχα του παινεύει την Ελένη (Κ. Μύρης).

πίσκοπος ο: επίσκοπος. Βλ. & διάκος ο.

πιστρόφια τα: η επιστροφή· επιστροφή στο σπίτι της νύφης, έθιμο του παραδοσιακού γάμου στη Μακεδονία. Την τρίτη μέρα μετά το γάμο πάνε οι νιόπαντροι στο σπίτι της νύφης με συντροφιά και άλλους συγγενείς. Τρώνε, διασκεδάζουν και τραγουδάνε. Παίρνουν και διάφορα αντικείμενα έτσι για «γούστο.» Αυτή η επιστροφή στο σπίτι της νύφης λέγεται «πιστρόφια Κολ.: ρχετο ες τ πιστρόφια νύφη του, γίναμε διακόσιοι. Ες τ Μαγούλια νταμώνονται ο νθρποι μας.

πιρπιρούνα η: παπαρούνα | < μσν. παπαρούνα < ύστερη λατ. (Πβ. λατ. papaver, ιταλ. papavero, ρουμ. paparoană) ή < παλιά μεσογειακή λ., συγγ. του λατ. papaver.

πισάντρι το: εξάρτημα του αργαλειού.

πισιλί το: κοντό, τσόχινο μανικωτό ζακέτο. Καρκ.: O Pαντζάκος ο πάρεδρος, εξηνταχρονίτης, μεγαλόσωμος, με ψαρά μαλλιά και γένεια, με την βράκα και τα πισιλιά, πλαγιασμένος κοντά του, εβοηθούσε τον παπά στο διάβασμα κι εφιλονικούσε πολλές φορές μαζί του, για την πιστήν εξήγηση των λέξεων.

πισινή η: εναλλακτική λύση, μέτρο για κάθε ενδεχόμενο, λύση, διέξοδος, επιλογή σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πάνε καλά ή έρθουν απρόβλεπτα και άσχημα· συνήθως στη φράση «κρατάω πισινή»: εξασφαλίζω μια (έσχατη) εναλλακτική λύση για περίπτωση ανάγκης. Τσιφ.: Ε, κρατάς μια πισινή, να πούμε, δεν ξέρεις τι γίνεται, και δίνεις κάνα δίφραγκο στο ζητιάνο και κάνα παλιό παντελόνι στον θυρωρό της πολυκατοικίας.

πισινός ο: κώλος, ποπός, πάτος, τα οπίσθια· που βρίσκεται πίσω από κάποιον ή από κάτι. Παρ.: «Κάλλια εφτά στον πισινό, παρά μια στην κεφαλή..», «Των μπροστινών πατήματα, των πισινών γεφύρια.»

πισνίκι το: το τελευταίο καρβέλι· φάγαμε και το πισνίκι (Γρεβενά) | < πιθ. πίσω, δηλαδή στο τέλος.

«πιτς φιτίλι»: ως επίρρ. σημαίνει γρήγορα, ταχέως, σβέλτα, γοργά, χωρίς χρονοτριβή, καθυστέρηση, σε όσο χρόνο κάνει ν’ ανάψει ένα φιτίλι. Έρχομαι στο πιτς φιτίλι!

πιττάκι το: σημείωμα, μικρό γράμμα, ραβασάκι. Παπαδ.: …είχε κοσμηθεί με δύο μικρά κιβώτια φέροντα πέντε κάλπας παμπαλαίας, βαναυσουργείς, μετ᾿ ακόμψων πιττακίων, φερόντων των υποψηφίων τα ονόματα – Θεόδωρος λαβε τ πιττάκιον, λλ δν γίνωσκε γράμματα κα δν δύνατο ν ναγνώσ τν π το μοναχο γραφεσαν λέξιν. ν τούτοις ναγκάσθη ν μεταβιβάσ τ τεμάχιον το χάρτου πρς τν Πλήθωνα. Χρον. Μορέως: Τ πιττάκια που βάσταζαν, πρτα το προσκομίσαν, / κι πέκει τν σύντυχεν μισρ Ντζεφρς κενος | < μεσν. λατιν. pittakium: το έγγραφο. Βλ. & φιλοδωρώ.

πιτήδειος -α -ο: επιτήδειος, κατάλληλος, ικανός, επιδέξιος. Γκοτζ.: …τεχνίτης, βαγενάς και μαραγκός, ο μάστρο Κώστας, άξιος και πιτήδιος (λίγο αράθυμος μονάχα), πο᾿ψελνε κιόλα, στο ζερβί στασίδι, κάθε Κυριακή για την ψυχή του | < αρχ. ελλ. ἐπιτήδειος: κατάλληλος για κάποιο σκοπό.

πιτλίδα η: είδος σπιτικού λουκουμά, λαγκίτα (Κοζάνη).

πίτσι πίτσι: ως επίρρ. η κουβέντα, συναναστροφή, φλερτ, κρυφή συννενόηση, συνομιλία κατ᾿ ιδίαν, χωρίς να την αντιληφθούν άλλοι, παρέα. Τσιφ.: Πίτσι – πίτσι στην κουβέντα, κάτι φουστανάκι, κάτι σούπα μούπες, ψήθηκε η Γεραλδίνη.

πιτσικάρω & πετσικάρω: ξεφλουδίζομαι· λέγεται για επιφάνεις σοβατισμένες, βαμμένες ή για τοίχους που χάνουν την αρχική φόρμα τους, ξηλώνονται σε κάποια σημεία, λυγίζουν, κυρτώνουν, στρεβλώνονται· λέγεται & για μηχανικά μέρη, για βίδες που χαλαρώνουν, χάνουν τη σταθερότητά τους. Πιτσικάρισε η μπογιά, ο σοβάς, η μόνωση. Σπρώξε λίγο προς τα μέσα, γίατι έχει πιτσικάρει η πόρτα. Οι πλαστικές εσωτερικές επενδύσεις έχουν πιτσικάρει και δεν εφαρμόζουν ακριβώς με τη λαμαρίνα της πόρτας  | < ιταλ. pizzicar(e) τσιμπάω –ω.

πιτσιρής ο: πιτσιρίκος. Τσιφ.: Ο Σπόρος να πούμε ήτουνα βοηθός του κι ιδού μάγκες μου οι πιτσιρήδες πως την είχανε βολέψει τη φτιάξη.

πίτσκο το: το μικρό παιδί, το πιτσιρίκι | < τουρκ. pic.

πιτσούνι το: μικρό περιστέρι, νεοσσός· μτφ. χαϊδευτική προσφώνηση, που απευθύνεται σε μικρό παιδί, ερωτικό σύντροφο κλπ. Άντε, Γιάννη, φτιάξε κάνα κουμάσι, γιατί μόλις βγάλεις πιτσούνια δεν θα ξέρεις πού να τα βάλεις. Σκαρ.: …τα χάλκινα -με τρεις οπές- σουράβλια είχαν στα χείλη, / όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες / –ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το ᾿να το άλλο εφίλει. Τσιφ.: Της έπεσε δίπλα «μάνα μου, τι πιτσουνάκι είσθε εσείς», της έστειλε κάτι διαμαντάκια, της έστελνε κάτι παραδάκια, της έστελνε ό,τι είχε η αγορά | < ιταλ. piccion(e): περιστέρι (σαν φαγώσιμο) -ι ή ιταλ. διάλεκτ.. (νότ. διάλ) pic(c)iuni.

πιτυράδια τα: ψωμιά για σκύλους φτιαγμένα από πίτουρα, σκυλοψώμια, πλαστάρια. Καθώς τα κοπάδια είχαν πολλά σκυλιά, τα πιτυράδια παρασκευάζονταν τακτικά και σε ικανές ποσότητες.

πίτυρο το & πίτουρο το: ο φλοιός από τους σπόρους αλεσμένων δημητριακών, που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή. Παρ.: «Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρων οι κότες.», «Εμείς ψωμί δεν είχαμε, τα σκυλιά μας πιτυρόπιτα.», «Για το ταγάρι αναδεύουν τα πίτυρα.» | < αρχ. ελλ. πίτυρον.

πλαγιάζω: γέρνω στο πλάι, ξαπλώνω για ύπνο, για ξεκούραση. Απόψε θα πλαγιάσουμε σε δροσερό χορτάρι. Δημ.: Ολίγος ύπνος μ᾿ έπιασε και πάω για να πλαγιάσω, / κι όντας θε νά ᾿ρθει η νύφη σου, να ᾿ρθείς να με ξυπνήσεις.

πλάκα η: ξύλινη πλάκα στην οποία παλιότερα έγραφαν με το κονδύλι, το πλακοκόντυλο· το μάρμαρο του τάφου· δίσκος γραμμοφώνου, δίσκος βινυλίου· αστείο, φάρσα, ευτράπελη κατάσταση. Εναι τ᾿ ρματά μου ατά, / τ᾿ κριβά τ᾿ γαπητά: / Τ κοντύλι μου κι πλάκα, / τ βιβλίο μου στ σάκα. Συνθ.: πλακοκόντυλο. Δημ.: Χαρείτε νιοί, χαρείτε νιές τα δροσερά σας νιάτα / γιατί θε νάρθει ένας καιρός να τα πλακώσει η πλάκα. Πήρε την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα. Παπακ.: Ο Νικατσιός, που είχε κατάστημα στον κεντρικό δρόμο, έπαιζε όλες τις καλές πλάκες της εποχής στο γραμμόφωνο και μαζεύονταν ο κόσμος και τ᾿ άκουγε. Τσιφ.: Μπρρρ… ο γάμος μοιάζει με μια πλάκα γραμμοφώνου που τη βαριέσαι όσο παλιώνει.

πλακαρός -η -ο & πλακατός -η -ο: σαν πλάκα, πλακουτσωτός, επίπεδος. Παπαδ.: Και ποια είμ᾿ εγώ ! … Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του, ο χαμένος! … Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ | < πλάκα < μσν. πλάκα < ελνστ. πλάξ, αιτ. -κα, αρχ. σημ.: επίπεδο έδαφος.

πλακατάρι το: κουδούνι, κυπρί με δύο αντικρυστές επίπεδες επιφάνειες, πλακατό, πλακέ. Βλ. & γαργαλέτσι το.

πλακί: τρόπος παρασκευής λαδερού φαγητού στο φούρνο. Πετρ.: …ξέχασε να μας πει ότι μιλάει για την θεσπέσια ταβαδοφασουλάδα, και, αφετέρου, ότι τα φασόλια πλακί τα ψήνουν στο φούρνο | < αρχ. ελλ. πλακίον: μικρή πλάκα, στη μσν. σημ.: πλάκα όπου έψηναν πίτα.

πλακιά η: το ρίξιμο πλάκας, πέτρας εναντίον κάποιου, λ.χ. τον έμασε στις πλακιές: άρχισε να του ρίχνει πέτρες, να τον πετροβολεί. Καρκ.: …του παρέδρου ήταν δεμένο το κεφάλι, καταιματωμένα τα λαιμοτράχηλα και το πουκάμισο από την κακή πλακιά ενός στρατιώτη. Πβ. Γκοτζ.: Τις έβαναν απάνω σε μια μυτερή πέτρα πατικωμένες κι ύστερα, έριχναν με τις πλάκες, ποιός θα «στρώσει» καλύτερα τη δική του και ποιά ζωγραφιά θα του πέσει πιο κοντά, να την πάρει | < μσν. πλάκα < ελνστ. πλαξ, αρχ. σημ.: επίπεδο έδαφος.

πλακίδα η: πουλακίδα, η νεαρή κότα. Παρ.: «Κουκουβάγια, γιατί ᾿ναι το κεφάλι σου μεγάλο; – Γιατί είμαι γερόντισσα. – Γιατί είσαι κολοβή; – Γιατί είμαι πουλακίδα.», «Αξίζει μια γερόκοτα σαράντα πουλακίδες.» | < μσν. πουλί < πουλλίον υποκορ. του ελνστ. πούλλος < λατ. pullus: μικρό ζώο, πουλάκι, κοτόπουλο.

πλάλμα το & πλαλτός ο: η πηλάλα, ο καλπασμός, γρήγορο τρέξιμο, τρεχαλητό, γρήγορη φυγή. Παπαευαγγ.: Απ΄ του πουλύ του πλάλμα έβγαλα μια λούγκα (αδένας) χουντρή σαν κουκόσια (καρύδι). Πβ. Παπαδ.: Απ᾿ το άλλο κόμμα σκύλιασαν… Δεν είδες τι πηλάλα την έχουν; Βλ. πλαλώ.

πλαλώ & πιαλώ: πηλαλώ, τρέχω γρήγορα, καλπάζω, κινούμαι, ενεργώ, πράττω με ταχύτητα. Μτχ. (τα) πιαλούντα: πιλαλώντας, καλπάζοντας, τρέχοντας. Παρ.: «Αλί στον Αλή, που ᾿χασε το άλογο και πιλαλείΚαι πηλαλώντας με χαρά, σ᾿ το Δούσκο ξημερώνουν (1612, Ήπειρος) | Καζαντζ.: Απ᾿ τους Αργίτες τότε, αρίφνητοι κι ας ήταν, τ᾿ άλογα του / ποιός θα παινιόταν πως πιλάλησε πιο μπρος απ᾿ το Διομήδη, / κι άνοιξε πόλεμο διαβαίνοντας πιο πρώτα το χαντάκι; Παπαδ.: Το εκαβαλίκεψε πάλιν, το επηλάλησε. Το εκαμάρωνεν, ως καινούργιο κόσκινο. Πβ. Καρκ.: Tι έχει τάχα να χάση; Tα παληόρρουχά του τα φορεί· πηλαλομούτρη τον έκαμεν η φύσις, σαν να τον είχεν αποκλειστικά γεννημένον γι᾿ αυτό το έργον· το χέρι ξέρει να τ᾿ απλώνη με αμίμητη ευκολία και δεξιοσύνη | < αρχ. ελλ. πιλαλώ < από τον αορ. απηλάλησα ή μεσν. επι-λαλώ ή επ-ελαύνω.

πλαστάρι το: μεγάλο πλαστό ψωμί, ακέριο, καρβέλι. Τράνεψε και δεν χορταίνει πλαστάρια. – Πρέπει να φας πολλά πλαστάρια ακόμα: λέγεται για κάποιον που είναι μικρός στην ηλικία, άπειρος. Παρ.: «Η νύφη κάνει τα στραβά πλαστάρια» | < πλάθω < αρχ. ελλ. πλάσσω.

πλατανία η & πατανία η: στρωσίδι με σχέδια που έχει υφανθεί σε αργαλειό. Βλ. & σιακάδι το..

πλατέα η: πλατεία. Παπαδ.: …κι έβγαιναν κατά την πλατέα, κι εφοβέριζαν τον Όθωνα | < πλατεία < αρχ. ελλ. πλατεῖα (ενν. ὁδός), δρόμος.

πλατομάνικο το: το φαρδύ, πολυτελές μανίκι. Παρ.: «Καλά είν᾿ τα πλατομάνικα, μον᾿ το πανί δε φτάνει.»

πλατούρι το & πλατάρι το: τμήμα, κομμάτι της πλάτης, το ένα μέρος της πλάτης· πλατούρια: οι πλάτες. Έχω ένα σφάχτη κάτω απ᾿ το πλατούρι. Ζερβί, δεξί πλατούρι | < πλάτη < αρχ. ελλ. πληθ. πλάται (εν. πλάτη: πλατύ αντικείμενο).

πλατύ το: ζυμάρι από ψωμί πλαστάρι, με τυρί ή χωρίς, που το έψηναν στη θράκα του φούρνου, έμοιαζε με λαγάνα, μικρή λεπτή τυρόπιτα.

πλατώνα η: εργατική, προκομένη γυναίκα. Παραδοσ.: Πέντε μήνες, πέντε αδράχτια, πότε τα ᾿νεσε η πλατώνα, / που να πάει να τα κρεμάσει; -Μες τον πύρο απ᾿ το βαγένι | < ίσως από την πλάτη, επειδή η δουλειά, στον αργαλειό ειδικά, χρειάζεται δυνατές πλάτες.

πλειότερος -η -ο: περισσότερος. Δημ.: Πέντε ημερούλες πολεμούν και πέντε μερονύχτια / δίχως ψωμί, δίχως νερό, δίχως κανέν᾿ ιντάτι / Στον Άθωνα γυρίσανε πενήντα δυό συντρόφοι / οι πλειότεροι απέθαναν με το σπαθί στο χέρι. Παπαδ.: Τις πλειότερες φορές συνενοηθήκαμε με κάτι λίγα ιταλικά που ξέρω κι εγώ. – Τις Κυριακές, που έβλεπε και πλειότερον κόσμο (γιατί το στενό κατηφορικό καλδερίμι, ήτον πρώτο σοκάκι κατά το γιαλό, δίπλα στην πιάτσα) άλεθε το διπλό η γλώσσα της. – Μπορες μόνον ξωση ν μο κάμς, μ προθεσμία… Μ γ σ παρακαλ μ τ γλυκό, πειδ πλιότερο ψωμ τρώεται μ τ μέλι, πο λέγει λόγος, γι νά μαστε ξηγημένοι φιλικς. Παρ.: «Ο τρελός ο νοικοκύρης ξέρει πλειότερα απ’ όλους.» | < αρχ. ελλ. πολύς, συγκρ. ὁ πλείων: περισσότερος.

πλειότερο: επιρρ. περισσότερο. Πβ. Ερωτ.: Κ᾿ επάψασιν οι λογισμοί οι πρώτοι, κ᾿ ήρθαν άλλοι, θεμελιωμένοι πλιά βαθιά, και πλιότερα μεγάλοι | < αρχ. ελλ. πλείων.

πλέκω: πλέω, επιπλέω. Δημ.: Μια κοντή, κοντούλα, μια μελαχρινή / σαν την πάπια πλέκει μέσα στο γιαλό. / Σαν τον ήλιο βγαίνει στην ανατολή / κίτρινο τσεμπέρι φορούσε και χρυσό φλουρί. Πβ. Εμπ.: Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις / Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες / Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων.

πλεμόνι το: ο πνεύμονας. Παρ.: «Για δέστε με, γειτόνισσες, πλεμόνια τηγανίζω.» Δημ.: Η αγάπη είναι βελόνι / κι αγκυλώνει στο πλεμόνι | < πλευμόνιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. πλεύμων. Βλ. & χασές ο.

πλερωμή η & πλέρωμα το: πλήρωμα, πληρωμή· η καταβολή ενός χρηματικού ποσού ως ανταλλάγματος, αντίτιμου για την αγορά εμπορεύματος, για την αμοιβή εργασίας ή υπηρεσίας ή για την εξόφληση οφειλής (Τριάντ). Πάλλ.: Γιατί απ᾿ το σόϊ που χάρισε του Κρόνου ο γιος στον Τρώα / για του παιδιού του πλερωμή, του Γανυμήδη, τι είταν / τα πιο περίφημα άλογα σ᾿ ανατολή και δύση | < μσν. πληρωμή ίσως < αρχ. ελλ. πλήρωμα, -ατος, το: γέμισμα· πλήρωμα δαιτός: κορεσμός ευωχίας, πανδαισίας· πλήρωμα τυρῶν: χορτασμός από τυρί· λέγεται και για αριθμό, το όλο, το σύνολο.

πλερώνω & πλιαρώνω: πληρώνω. Μακρ.: τι ατενοι πλερώνονται βαρυος μιστούς, θαλασσινο κα στεργιανοί, κα τ᾿ ναγκαα το πολέμου, πλα κα καράβια κα ζωοτροφίες, εναι θνικά. φο εναι λα ξένα ατ κα πλερώνονται κι᾿ ο διοι, τί πληρεξούσιους θέλουν; Ατενοι εναι κοπέλια, μιστωτο το θνους τους. Παρ.: «Τα χρέη του Φλεβάρη, ο Μάρτης τα πλερώνει.», «Άλλος τα ‘φαγε τα σύκα, κι άλλος τώρα τα πλερώνει.» Βλ. & φταίγω, κρούω.

πλευρίτης ο: κρυολόγημα, πνευμονία. ΦΡ. Άρπαξε τον πλευρίτη: κρυολόγησε. Καρκ.: Μία φορ πγα ν ψοφήσω π πλευρίτη στ Γερμανικ νοσοκομεο τς Πόλης. λλη μία φορ στν καραντίνα τς Σινώπης καμα δύο μνες π χολέρα.

πλευριτωμός ο: δυνατό κρύο, ψύχος, ξεπαγιασμός. Έξω κάνει πλευριτωμό, πάρε μπουφάν. Βλ. & πλευριτώνω.

πλευριτώνω: κρυώνω πολύ, ξεπαγιάζω, παθαίνω πνευμονία, πλευρίτη. Ντύσου καλά, θα πλευριτώσεις.

πλέψιμο ο: η πλεύση, το ταξίδι του πλεούμενου, ο πλους. Παπαδ.: Ήρχισε να κυκλοφορεί το ποτήριον της ρακής, και οι ναυπηγοί όλοι και οι περιπατηταί έλεγαν τας συνήθεις ευχάς: «Καλορρίζικο! μάλαμα το καρφί τ᾿, καπετάνιο! Καλό πλέψιμο| < αρχ. ελλ. πλέω.

πλέχτρα η: πλεξούδα, πλεγμένα σκόρδα, κρεμμύδια, καλαμπόκια κλπ.

πληγιασμένος -η -ο: γεμάτος πληγές. Βλ. & αψύς.

πλησίος ο: που βρίσκεται πλησίον, κοντά, σε μικρή απόσταση, ο συνάνθρωπος, ο διπλανός. Παπαδ.: Τί λέγει τ ερ Βγαγγέλιο; γαπήσεις τν πλησίο σου ς σεαυτόν. πειδς πλησίος, γείτονάς σου, εναι δελφός, μ τ ν χ να πατέρα, τν Θεόν, κα μία μάννα, τν γς, γουν θ π πς εναι σν δερφός σου, σωστς δερφός σου | < αρχ. πλησίον, ὁ πλησίον.

πλιά: πλέον, πιά. Παπαδ.: Ζερβ μεριά, στ κάτω σκαλοπάτι το παλιο σπιτιο το Γιάννου τ᾿ γιώτη (μι φορ τον το Γιάννου τ᾿ γιώτη, ταν μακαρίτης ζοσε κ᾿ μεθοσε κόμα· τώρα δν ξέρω πλι τίνος εναι, γιατ πέρασαν τόσα χρόνια!) καθέταν Μορισ τ Γιαλινάκι, μ τ ρόκα της, μ τ᾿ δράχτι της, μαζ μ δυ λλες, κι λεθε γλσσά της.

πλιάγκουρας ο: αυτός που πίνει πολύ νερό, «σαν νεροφίδα.»

πλιακατώ: πλατσουρίζω, παίζω με νερά, περπατώ σε νερά, παράγω ήχο που μοιάζει με τον ήχο του νερού. Πλιακατούσε τα χείλη | < ίσως ηχομιμητικό.

πλιατσαρνώ: πλατσουρίζω, βρέχω, λερώνω με βρώμικα νερά. Μας πλιατσάρισε το αμάξι.

πλιάτσικο το: λαφυραγώγηση, αρπαγή, λεηλασία. Από αυτούς που παρακολουθούν το στρατό για μικρεμπόριο και πλιάτσικο. Κάνουν χρυσές δουλειές. Αλλοι παρακολουθούν μόνο για πλιάτσικο κι άλλοι απλούστατα, από τυχοδιωκτικό πνεύμα. Παπαδ.: Τν δίαν στιγμν κούσθη πωσον τραχεα φων το νς τν χωροφυλάκων, το γεροντοτέρου:-! νισάφι, βρ παιδιά, φώναξε… Πέσατε μ τ μοτρα, πάλι, στ πλιάτσκο! | < αλβ. plaçkë: το πράγμα· plaçkë e luftës: λάφυρο πολέμου. Βλ. & βέρος ο, νισάφι το.

πλιατσικολογώ: κάνω πλιάτσικο, λεηλατώ, λαφυραγωγώ, αρπάζω. Επιτέλους, ας πληρώσουν αυτοί που πλιατσικολόγησαν την περιουσία του Συλλόγου.

πλιατσικολόγος ο: αυτός που κάνει πλιάτσικο. Οι πλιατσικολόγοι σύρανε το περιεχόμενο των ιδιωτικών βιβλιοθηκών στους δρόμους, όπου ολάκερες μέρες μούσκευαν στη λάσπη κώδικες, μυθιστορήματα, δικογραφίες, λεξικά, χωρίς να γυρίσει κανείς να τα κοιτάξει. Βλ. & πλιάτσικο το.

πλιθί το: πλίνθος, οικοδομικό υλικό από λάσπη (και άχυρα), που χύνεται σε καλούπια σχήματος παραλληλεπίπεδου και αφήνεται να στεγνώσει χωρίς να ψηθεί. Το χτίσιμο με πλιθιά δεν διαφέρει από το χτίσιμο με τούβλα, με μόνη διαφορά το συνεκτικό υλικό που είναι η λάσπη αντί για τσιμέντο. Κάθε χωριό είχε ένα σημείο απ᾿ όπου μάζευαν χώμα για τα πλιθιά των σπιτιών του χωριού. Πβ. Παπαδ.: Κατεσκευασμένος με πλίνθους, με ξυλοτοίχους, στεγασμένος με ξύλα και με κεράμους, αφάτνωτος, ανώροφος, ευήλιος, αθέρμαστος, ευήνεμος, σχεδόν υπαίθριος | < αρχ. ελλ. πλινθίον (υποκορ. του πλίνθος).

πλίκος ο: χαρτοφάκελος· κυρίως για χαρτονομίσματα, δεσμίδα, μάτσο, μασούρι· είχε πλίκο τα χιλιάρικα. Σιδ.: Ο Διάκος φίλησε το χέρι του Δεσπότη κι εκείνος του έδωσε έναν πλίκο σφραγιστό με μια βούλα που πάνω της φαινόταν καθαρά ο δικέφαλος αετός του Βυζαντίου | < ιταλ. plico «φάκελος, πτυχή» < λατ. plico «διπλώνω.» Βλ. & μπρίκλα η.

πλιο: πλέον, πια. Ερωτοκρ,: H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα, / πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα. Παπαδ.: Ούλο θα κλαις, πλιο;… Τα! τι λογάτε;… Σα σ᾿ ακούω, δυχατέρα!…ξεχωρίσαμε απ᾿ τον κόσμο, πλιο… Τι, μοναχή σ᾿ είσι;… Όντις σ᾿ εγυρεύανε, τότες που ήτανε σ᾿νέχ᾿, που πήε σ᾿ ν Αμέρικα ου προκομμένους, γιατί δε θέλησες κανένανε;-…είδα να γράφεις πως βαρέθηκες πλια να στέλνεις της γυναίκας σου. Βλ. & ξεγίνομαι.

πλοκάρι το: το ποκάρι, κομμάτι μαλλί. Γκοτζ.: Έτσι διαφόρευαν κάτι κι αυτές, αγόραζαν κάνα ποκάρι παραπάνω για τον εαυτό τους. Μ᾿ αυτόν τον τρόπο κάναν σιγά σιγά τα προικιά τους | < ποκάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. πόκος.

πλόσκα η: ξύλινο φλασκί. Παπαδ.: Η πλόσκα ετελείωσε δώδεκα κύκλους περί τους συνδαιτυμόνας, από χειρός εις χείρα μεταβαίνουσα, ο ξενιζόμενος ηυθύμησεν, εφαιδρύνθη, κατενύγη (σ.σ. συγκινήθηκε βαθιά, ένιωσε κατάνυξη), εσκυθρώπασε. Γιάννης Πλόσκας. Παρ.: «Απ᾿ όλα τα λαλούμενα κάλλιο λαλάει η πλόσκα» | < σλαβ. ploska < ιταλ. flasca. Βλ. & τσιότρα η.

πλουμίδι το: κεντητό, περίτεχνο στολίδι. Δημ.: Μετά χαράς, ξαδέλφη μου, πλουμίδια να σε μάθω, / πλουμίδια και κεντίσματα κι απ΄ ό,τι θέλει ο νους σου.

πλουμίζω: διακοσμώ με πλουμίδια, στολίζω. Κι ήταν πλουμισμένο γύρω-γύρω μ’ ένα σωρό ξόμπλια και πάνω-κάτω πολιτεία ολάκερη με πύργους και παλάτια να τη χαρούν τα μάτια!

πλουμιστός -η -ο: στολισμένος με πλουμίδια, περίτεχνος, καλοκαμωμένος. Η πλουμιστή χήνα. Αυτή είναι η ωραιότατη πλουμιστή αφίσα του 16ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2014.

πλοχειρίζω: πιάνω στα χέρια μου όσο χωράει το χέρι, η χούφτα, η παλάμη. Πβ. Αραβαντ.: απλοχερίζω και απλοχεράω: κινώ την χείρα, ινά κτυπήσω τινά «Μην απλοχεράς απάνω μου.»

πλόχειρο το: πρόχειρο μέτρο μικρής ποσότητας, το κοίλο της παλάμης, η χούφτα, όσο πιάνω με το ένα χέρι, όσο χωράει περίπου η απλωμένη παλάμη. Ένα πλόχειρο φακές, ρύζι, αλεύρι. Γκοτζ.: Ας περάσουμε γρήγορα το γιοφύρι, ας ριχτούμε απέναντι στη Γκρεμενίτσα, όπου δουλεύουν οι μπαμπάδες μας οι μαραγκοί, να φάμε συκάμενα με το πλόχερο, χωρίς να πληρώσουμε δεκάρα, χωρίς να μας προγκήξει κανένας.

πλουταίνω: πλουτίζω. Παρ.: «Κανένας δεν πλουταίνει αν δεν τον φάει ξένη ψείρα.», «Όποιος πλουταίνει με τον νουν, ογλήγορα φτωχαίνει.», «Ο χωριάτης κι αν πλουταίνει, το τσαρούχι δεν τ’ αφήνει.»

πλύμα το: πλύσιμο· πλύματα τα: τα αποφάγια, τα υπολείμματα φαγητού που δίνονταν ως τροφή σε γουρούνια ή άλλα ζώα. Δημ.: …κι με το νου του έλεγε κι με το νου του λέγει: / -Κι να ‘βρισκα τη μάνα μου στο πλύμα για να πλένει! / -Κι να ‘βρισκα τον κύρη μου στ’ αμπέλι να κλαδεύει! Ρίξε τα πλύματα στις σκρόφες. Γέμισε το γκαμπράνι πλύματα | < αρχ. ελλ. πλύμα < πλύνω. Βλ. & ζαλίκι το.

πλυσταριό το: βοηθητικός χώρος, δωμάτιου του σπιτιού όπου πλένονται ρούχα, σκεύη κλπ. Βάρν.: Ήτανε, θυμάμαι, μεσημέρι κι η μητέρα μου τηγάνιζε στο πλυσταριό κεφτέδες.

πλύστρα η: γυναίκα που αναλαμβάνει με αμοιβή το πλύσιμο ξένων ρούχων· λεκάνη, κατασκευή για πλύσιμο ρούχων. Χιώτισσες πλύστρες. Στις πλύστρες έπλεναν παλιά οι νοικοκυρές στα χωριά. Λειβ.: …ν τ᾿ κούσουν ο πρωτεύουσες το κόσμου κα ν τ ξαναπονε μ λες τς καμπάνες τους / ν τ κουβεντιάζουνε τ βράδια ο πλύστρες χαϊδεύοντας τ πρησμένα χέρια τους | < πλύσ(η) -τρα. Βλ. & γκιόσα η.

πνάκι το: το πινάκι, πινάκιο, πιάτο, ξύλινη σκάφη, ξύλινο δοχείο για τυρί που κλείνει αεροστεγώς. Πβ. Πουλήθηκε αντί πινακίου φακής: πουλήθηκε για λίγα χρήματα, με ευτελές αντίτιμο, σχεδόν τζάμπα. Παπαδ.: Κα ν κάνς τ δικο ατό, ν μο πατς τν γκωνίτσα μου, τν κληροδοσά μου –να π᾿νάκι τόπο, πέντε σπιθαμς γς- σο γι ν φέρ μι προβατίνα τρες φορς γύρω στ ρίζα τς λις. Δεν είχε πλέον δύναμιν. Είχαν κοπεί τα ήπατά του. Δεν ηδύνατο ουδέ να θίξει τα πινάκια τα παρατιθέμενα εις την τράπεζανωνόμαζε το πιάτο πινάκι, την σουπιέρα λοπάδα, το μπαρμπούνι τριγλί, το τσεκούρι αξινάρι, την πουλάδα νοσσίδα, και την κουμπάρα, εις την οποία ωμίλει, την προσηγόρευε «συντέκνισσα» – …ήρχισε να κενώνει εις πλατέα βαθουλά πινάκια το πιλάφι, να κόπτει δε εις μεγάλα τεμάχια τα δύο ψητά. Πινάκι κα τρυβλίον στολισμένο, / δν χω ν σο φέρω, δν σο φερα, / μ᾿ λίγους στίχους μόνον τ λευκν χαρτ κέντησα. / Θεράπευσε κ᾿ μ τν δολόν σου / π τν πυρετόν, Κυρίου Πρόδρομε | < υποκορ. του αρχ. ελλ. πίναξ. Βλ. & χερόμυλος ο, σαγάνι το.

πνακωτό το: πινακωτό, ξύλινη σκάφη που έβαζαν το ψωμί μέσα για να πάρει τη φόρμα.

ποδαράτος -η -ο: με τα πόδια, πεζός· που έχει πόδια. Η Κατίνα με τα κορίτσια κατέβηκαν για μια βόλτα ποδαράτες. Ήρθε ποδαράτος μέχρι εδώ. Παρ.: «Ήλιος ποδαράτος, αγέρας φουρτουνάτος.»

πόδας ο: το πόδι, ποδάρι. Παρ.: «Άη Γιώργη, βόηθα μου· και συ τον πόδα σάλευε.» | < αρχ. ελλ. πόδιον (υποκορ. του ποῦς).

ποδάρι το: πόδι· δουλειά του ποδαριού: πρόχειρη δουλειά, προσωρινή. Βαμβ.: Ο πατέρας ήταν ένας καλός εργάτης, άτεχνος. Έκανε δουλειές του ποδαριού. Ως πρωτότοκος υιός, αφού ολίγο κατ᾿ ολίγο εμεγάλωνα, άρχισα ν᾿ ακολουθώ τον πατέρα μου σε διάφορες δουλειές. Παρ.: «Είναι τόσο παστρικός, σαν της κότας το ποδάρι.», «Άμα δε σε κάνει τ’ άλογο σου καβαλάρη, άδικα ταράζεις το ποδάρι.», «Όποιος τρώει ξένο δίκιο, τρώει τα ποδάρια του.», «Άπλωσε τα ποδάρια σου κατά το πάπλωμά σου.» | < μσν. ποδάρι < αρχ. ποδάριον (υποκορ. του πούς).

ποδαρίζω / ποδαρώνω & ποδίζω: πατώ (πρώτη φορά) στα πόδια μου, περπατώ, βαδίζω, κουνώ, χτυπώ τα πόδια μου· μτφ. μεγαλώνω, ανατρέφω παιδί. ΦΡ. Άρχισε να ποδαρίζει το μικρό. Σιδ.: …με τι βάσανα, τι πίκρες τους ποδάρωσε, τους έκανε άντρες ψημένους στη δουλειά. Πάλλ.: Μόν έλα πια ας ποδίσουμε με τ᾿ άτια, και μην τρέχεις / ομπρός έτσι ασυλλόγιστα και τη ζωή μού χάσεις.

ποδεμή η: τα υποδήματα, παπούτσια, ό,τι μπορεί να φορεθεί στα πόδια. Γκοτζ.: Κι αν ρωτάς από ποδεμή, άλλος είχε στο ποδάρι του μια πόχα, άλλος φόραγε τομάρι με λουριά κι άλλος περπατούσε ξυπόλητος σαν το γίδι.

ποδένομαι: φορώ υποδήματα, παπούτσια, παπουτσώνομαι. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ᾿ ένα χωράφι σπαρμένο.

ποδένω: φοράω υποδήματα, παπούτσια, κάλτσες· συνήθως λέγεται για τη νύφη. Τα μπρατίμια ποδένουν τη νύφη. Παρ.: «Οι παπουτσήδες είναι πάντα οι πιο κακοποδεμένοι.» | < μεσν. ποδένω < αρχ. ελλ. υποδέω. Βλ. & κλούτσα η.

πόδημα το: υπόδημα, παπούτσι, γενική ονομασία για καθετί που καλύπτει και προστατεύει εξωτερικά το κάτω μέρος του ποδιού. Καρκ.: Τα χοντρά ποδήματα και τα κασκέτα και οι χρωματιστοί σκούφοι έδειχναν το χώρισμα καλογερικό κελί.Τί ν ερης, τί ν συνάξς! Μεροδούλι, μεροφάϊ. να ζευγάρι ποδήματα, νας μισθός. Κ. Καραστάθ.: Κι όταν τις Κυριακές ο Άγγελος, το μικρό γειτονόπουλο, φορούσε τα κόκκινα παπούτσια του, και πάλι ο Φώτης άρχιζε κλαψουρίζοντας να γυρεύει ποδήματα για τα γυμνά πόδια του. Εφτ.: Τους αφάνιζε η πείνα τους δύστυχους Αθηναίους. Ποδήματα κι άδεια τουλούμια έβραζαν κ᾿ έτρωγαν, λέει ο Πλούταρχος. Του Αριστίωνα ως τόσο μήτε του πουλιού το γάλα δεν τούλειπε. Παρ.: «Τον Μάη με τα ποδήματα, τον Αύγουστο δυό κάπες.» | < αρχ. ελλ. ὑπόδημα, -ατος, τό (ὑποδέω): σόλα προσδεμένη κάτω από το πόδι με λουριά, σανδάλι· ποσὶν ποδήματα δοῦσα (δηλ. δέουσα)· σανδάλι ή πέδιλο. Βλ. & τζουμπές ο.

ποδόγυρος ο: το κάτω μέρος του υφάσματος των γυναικείων ρούχων, που γυρίζει προς τα μέσα και γαζώνεται. Από τις ίδιες ουτράδες γίνεται και το φούντωμα του πουκάμισου με πυκνές μακριές μαύρες φούντες ολόγυρα στον ποδόγυρο και πολλές πολύχρωμες φούντες σε κάθε μανίκι.

πολιτσμάνος ο: αστυνομικός. Κάτω στο λιμάνι κατεβαίνουν πολιτσμάνοι. Για τον φόβο των Πολιτσμάνων | < αγγλ. policeman. Βλ. & τζες ο.

πόλσα η: προκαταβολή χρημάτων, μπροστάντζα· την προκαταβολή αυτήν την έπαιρναν οι γυναίκες αυτών που δούλευαν στην πόλη από τους κυρατζήδες (Γρεβενά).

πολυβούλης ο: αυτός που βούλεται, θέλει, επιθυμεί πολλά. «Άνθρωπος ο πολυβούλης και ο θεός ο κοψοβούλης.»

πολυψηφία η: πλειοψηφία. Καρκ.: κε πήραμεν κατν γδοήντα ψήφους· πήραμεν τν πολυψηφία.

πομάδα η: αλοιφή, κρέμα (κυρ. προσώπου) με φαρμακευτικές και ιδίως καλλυντικές ιδιότητες. Τσιφ.: Σιδερώσανε τα κοντοβράκια του οι κυράδες, βάλανε πομάδα και πούντρα, πασαλείψανε τις μουστάκες τους με μαντέκα οι κύριοι και γενικά κάναν όλα τα κοσμικά και μεγάλα | < βεν. pomada.

πομόνα η: μεγάλη σωλήνα, αντλία για νερό που χρησιμοποιείται στην άρδευση, αντλία βαθέων υδάτων. Το πρόστιμο για την πρώτη χρονιά που η πομόνα θα είναι αδήλωτη, θα φθάσει τα 200 ευρώ. Στροβιλοφόρες αντλίες βαθέων φρεάτων (Πομόνες) | < όνομα της αμερικάνικης εταιρείας The Pomona Pump Company. Η περιοχή Πομόνα της Καλιφόρνιας ονομάστηκε έτσι προς τιμή της ρωμαϊκής θεότητας Pomona (λατ. Pōmōna), όνομα το οποίο προέρχεται από το λατ. pōmus / pōmum: οπωροφόρο δέντρο, φρούτο.

πομπεύομαι: διαπομπεύομαι, ρεζιλεύομαι, γίνομαι αντικείμενο δημόσιου χλευασμού και περιφρόνησης. Παρ.: Όντας η γριά επομπεύθη, ύστερα εμανταλώθη.»

πομπεύω: κοροιδεύω. Παρ.: «Βγήκεν η πομπή στο δρόμο και πομπεύει τους διαβάτες.», «Αντί να κρύβεται ο πομπεμένος, βγαίνει φουριωμένος.» Βλ. & πορεύω.

πομπή η: διαπόμπευση, ρεζίλεμα, κατηγόρια, χλεύη, κορόιδεμα. Πβ. Μακρ.: Τότε ο πομπιωμένοι μας πολιτικο στειλαν ες τν Πελοπόννησον κα ρέθισαν τος κατοίκους· τος επαν ν σηκωθον ν χαλέψουν δικιώματα. Παρ.: «Άντρας ψηλός σαν άγγελος, κοντός πομπή και γάνα.», «Εμακρύναν οι ποδιές σου, σκεπαστήκαν οι πομπές σου.», «Τ᾿ ολόχρυσο το πάπλωμα κάθε πομπή σκεπάζει.», «Πάω να πω τον πόνο μου και λέω την πομπή μου.» Βλ. & ξεχειμάζω.

ποδονάρι το & πουδουνάρι το: το μπατζάκι του παντελονιού, ο σωλήνας, το τμήμα που καλύπτει τα πόδια. Παπαδιαμ.: Και ο Χριστοδουλής έτρεξεν ελαφρόπους, με το εν μπουδονάρι του ανασηκωμένον ακόμη έως το γόνυ, με το άλλο καταβιβασμένον εις τον αστράγαλον, ξυπόλυτος, με τα πόδια παπουδιασμένα, μαύρα, ψημένα από την άλμην του κύματος. Παρ.: «Θέλω να σύρω λεβεντιά και καταντιά δεν έχω / μου λείπει η σέλα του βρακιού, τα δύο τα πηδουνάρια

πονήρω η: πονηρή. Τσιφ.: Πάει κι αυτό κι από την άλλη μεριά η άλλη η πονήρω, ο δόγης της Βενετίας, έκανε κι αυτός το λογαριασμό του | πονηρός < αρχ. ελλ. πονηρός: καταπονημένος, άχρηστος. Βλ. & λέζα η.

πόνι το & πονίδι το: ο πόνος, συνήθως στον πληθ. τα πόνια: συχνοί αλλά όχι πολύ έντονοι πόνοι. Μ᾿ έπιασαν τα πόνια. Σιδ.: Όλα είναι θαυματουργά ιλιάτσια για τα πονίδια, το κόψιμο και την αντράλα.

πόπουρδα η: είδος μη βρώσιμου μανιταριού.

πορδαλάς ο & πορδαλού η: αυτός που (συνηθίζει να) κλάνει συχνά, κλανιάρης. Θηλ. η πορδαλού. Και χαραμοφάηδες και τεμπέληδες και πορδαλάδες.

πόρδος ο: η δυνατή, ηχηρή πορδή, θορυβώδης κλανιά | < αρχ. ελλ. πορδή. Παρ.: «Πόρδου άκουσμα, σκατού μαντάτο.», «Σπίτι μου σπιτάκι μου, πορδοκαλυβάκι μου.», «Στον πόρδο μη θαρρεύεσαι και χέσεις το βρακί σου.» | < αρχ. ελλ. πέρδομαι (μια κωμική περίπτωση απαντά στους Βατράχους του Αριστοφάνη, όπου, καθώς ο Διόνυσος διαπλέει με βάρκα τη λίμνη του Άδη, η κωπηλασία τον κάνει να πέρδεται).

πορδού η: πορδαλού, κλανιάρα. Παρ.: «Μια γριά μονοδοντού άντρα γύρευε η πορδού

πορδοφάσουλο το: σκωπτικά το φασόλι. Γίγαντες ή πορδοφάσουλα; Τα δεύτερα με προσοχή γιατί είναι άμεσης καύσης.

πόρεμα το: η πόρεψη. Πβ. Κακριδ.: …κι εκείνος χάρηκε ζεστά λουτρά σαν είδε· τόση δεν είχε καλοπόρεψη συχνά μαθές, αφόντας / της Καλυψώς της καλοπλέξουδης παράτησε το σπίτι ( δ᾿ ρ σπασίως δε θυμ / θερμ λοέτρ᾿, πε ο τι κομιζόμενός γε θάμιζεν, / πε δ λίπε δμα Καλυψος υκόμοιο) | Βλ. & πορεύω.

πορεύω & πορεύομαι: περνώ ένα διάστημα, βγάζω τον καιρό, ζω, αρκούμαι, ζω. Συνθ. γιατροπορεύω, κουτσοπορεύω, καλοπορεύω, ψιλοπορεύω κ.α. ΦΡ. Θα πορέψουμε και με λίγα. ΦΡ. Πορέψαμε τρεις μήνες με το λάδι που έμεινε. Στίχ. του Λευτέρη Παπαδόπουλου στο «Ανεστάκι»: Δε θέλω ᾿γω παινέματα, παρηγοριές και ψέματα, να γιατροπορευτώ. Μακρ.: π κε τος πγα ες τ Σπαρτοβούνι, κα πέρναγαν ο καϊμένοι ο Καραγκούνηδες μ τ πράτα τους, κι᾿ γόρασα πεντέξι σφαχτ κα μς δώσαν κι᾿ ατενοι λλα τόσα κι᾿ λεύρι κα τος πορέψαμεν. Γκοτζ.: Έτσι ήταν όλοι οι παλιοί, δούλευαν λίγο και πόρευαν με το τίποτα. Είχαν όμως σταφύλια τότε, έβγαζαν κρασί και το ᾿πιναν με τ᾿ ασκιά. Καρκ.: Πήγαινε να βρης τους άντρες μας, τα ζωντόβολα, να καλοπορέψεις. Παρ.: «Αρχοντικά πορεύομαι και σκύλινα περνάω.», «Όποιος βρίσκει και πορεύεται ποτέ του δεν παντρεύεται.», «Ξύσου και κακοπόρεψε και την Λαμπρή αλλάζεις.», «Έβγα έξω και πομπέψου, έμπα μέσα και πορέψου.», «Και τα ορφανά πορεύονται κι οι χήρες οικονομώνται.» | < αρχ. ελλ. πορεύω (πόρος): στέλνω, φέρω, μεταβιβάζω· λέγεται για πράγματα, φέρω, παρέχω, παραχωρώ, βρίσκω· διαβαίνω, διέρχομαι· βαδίζω, βαίνω, δηλαδή ζω.

πόρνος ο: άνθρωπος που θεωρείται ασελγής, ακόλαστος, σεξουαλικά έκφυλος, ασύδοτος. Πβ. πορνόγερος, πορνοβοσκός, πόρνη, πορνοβοσκέω: διατηρώ πορνείο (οίκο ανοχής). Πόρνος βιντεοσκοπούσε κρυφά στις τουαλέτες. Παρ.: «Ο Θεός σιχαίνεται τον φτωχό περήφανο και το γέρο πόρνο.» | < αρχ. ελλ. πόρνος: παθητικός ομοφυλόφιλος.

πορτομανές ο: το πορτοφόλι. Παπαευαγγ.: –Η Κώτσιους τσ΄ Θουμίνινας που σκώθκει πρώτους βρήκει έναν προυτουμανέ (πορτοφόλι). Σήκου πρώτους να βρείς κι σύ ! -Τι λές μα τσιτσιάκου! πρώτους σκώθκει αυτός που τόχασι! | < ακλιτ. γαλλ. porte-monnaie: πορτοφόλι.

πορτί το: η πόρτα. Πάλλ.: Μόν πάμε, κι όλους στα πορτιά θα σμίξουμε τους άλλους / με τους φρουρούς μαζί, τι εκεί να συναχτούν τους είπα· στην Κέρκυρα λέγεται πορτόνι.

πόσι το: μεταξωτό μαντίλι κεφαλής με κρόσσια. Στίχ. ακριτ.: Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν / [..] κι εκάηκε το πόσι μου κι η φούντα του σπαθιού μου.

πόστο η: η θέση, το μέρος που πρέπει να κάθεται, να κρατάει κάποιος, σημαντική θέση, σημείο. Έχουν πιάσει τα πόστα στις μεγάλες τράπεζες. Έντιμος και συνεπής σ’ όλα τα πόστα. Καζαντζακ.: Εδώ, στον Κάστελο, είναι το πόστο μου, εδώ θα πολεμήσω άνθρωπος κι εγώ μαζί με τους ανθρώπους. Στίχ.: Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός / ξεχνάω τη μιλιά μου / είμαι το νούμερο οχτώ / με ξέρουν όλοι με αυτό (Γ. Σκούρτης). Τσιφ.: Δεύτερο κάστρο έχτισε στο Ματαπά, για να κρατάει τα πόστα ο Γουλιέλμος | < ιταλ. posto. Βλ. & αγρικώ, φκιάνω.

ποταμιά η: περιοχή δίπλα σε ποτάμι, παραποτάμιο βοσκοτόπι. Δημ.: Παπάκι πάει στην ποταμιά.

πόταμος ο: μεγάλο δοκάρι που συνέδεε τις γριντιές. Τον κάρφωναν πάνω από τις γριντιές, πάνω στον πόταμο κάρφωναν τους παπάδες, γερά κοντόχοντρα δοκάρια, εκεί κάρφωναν στη συνέχεια τον καβαλάρη, ένα μεγάλο δοκάρι, παράλληλο με τον πόταμο.

ποτούρι το: καθημερινό ένδυμα παρόμοιο με το σαλβάρι.Το επάνω μέρος σχημάτιζε τρεις πιέτες από τα αριστερά και τρεις πιέτες από τα δεξιά. Μπροστά έχει άνοιγμα το οποίο ονομάζεται «τσιλτιφίρ» και κάτω στένευε μέχρι τον αστράγαλο. Στα δύο πλαϊνά των αστραγάλων εσωτερικά η εξωτερικά είχε σχισμές 10 εκ. για να μπαίνει εύκολα το πόδι. Το ποτούρι γινόταν από βαμβακερό ύφασμα ή λινάτσα σε σκουρόχρωμες αποχρώσεις. Μαλ.: Υπήρχε και επίσημος στολή των ευποροτέρων εντοπίων, το σιαλβάρι, φαρδύ παντελόνι σαν βράκα, που στις κνήμες στένευε και επ᾿ αυτών εφορούντο τα «ποτούρια», εφαρμοστά κάπως επί των κνημών. (Σέρβια Κοζάνης). Βάρν.: Ο Κακαγιάννης ήταν ένας κοντός ανθρωπάκος με ποτούρια και φέσι | < τουρκ. potur -ι.

πουγγί το: σακουλάκι από ύφασμα ή δέρμα μέσα στο οποίο έβαζαν χρήματα· λεφτά, κομπόδεμα, χρηματικές οικονομίες, λεφτά στην καβάντζα. Δημ.: Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσια, / το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη, / γιατί θα σβήσει την Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι. Παρ.: «Όποιος σηκώνεται πρωί έχει χρυσάφι στο πουγκί.», «Αποθαμένου το πουγγί ανάποδα γυρίζει.», «Το πουγγί μου το λυτό κάνει το γείτονά μου κλέφτη.», «Φίλοι κι αδέρφια να είμαστε και τα πουγγιά να παίζουν.» | < μσν. πουγγί < πουγγί(ο)ν υποκορ. του μσν. λατ. punga (από τα παλ. γερμ.).

πουκαμίσα η: πολύ μακρύ και φαρδύ πουκάμισο που φοριέται εξωτερικά και που κουμπώνει συνήθ. μόνο στο πάνω μέρος· είδος παραδοσιακού νυχτικού. Γυναικεία πουκαμίσα μαύρη από μουσελίνα. Γυναικεία πουκαμίσα κόκκινη με διακοσμητικά λαχούρια | < μσν. πουκάμισον < ποκάμισον < υποκάμισον: ρούχο κάτω από την καμίσα < υπο- + καμίσ(α) (πβ. μσν. καμίσιον): λινό ρούχο -ον < υστλατ. camisia (από τα αραβ.) Βλ. & αλατζένιος ο.

πουκρόβι το: κλινοσκέπασμα, στρωσίδι από πρόβειο ή γιδίσιο μαλλί (Γέρμας Καστοριάς). Σιδ.: Μια σκαντήθρα πετάχτηκε απ’ το τζάκι και μάνι μάνι μύρισε το πουκρόβι απ’ τον καμένο σκρούμπο.

πουλάδα η: κότα μικρής ηλικίας· μτφ. διακριτικό των στρατιωτικών που θυμίζει πουλί. Η εταιρεία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία νεοσσών αυγοπαραγωγής 1 ημέρας & πουλάδων 16 εβδομάδων που προέρχονται απο ιδιόκτητα πατρογονικά κοπάδια ορνίθων. Πουλάδες αυγοπαραγωγής άσπρες 4 μηνών. Στικτοπουλάδα. Νανοπουλάδα. Μικροπουλάδα. Σουλτανοπουλάδα (Porphyrio porphyrio). Παρ.: «Η γριά η κότα έχει το ζουμί, μα η πουλάδα κάνει τον πετεινό και λαλεί!» Πήρε πουλάδα στους αλεξιπτωτιστές.

πούλι το: μικρός μεταλλικός ή πλαστικός δίσκος με τρύπα στη μέση και σε διάφορα χρώματα, που ράβεται ως διακοσμητικό στοιχείο κυρίως σε γυναικεία ενδύματα ή σε κεντήματα. Στο τάβλι, κάθε παίκτης κατέχει 15 πούλια. Και σαν να μην ήταν αρκετά τα τόσα θέλγητρα τους, σκορπίζουν επιπλέον εδώ κι εκεί αντί για ελιές αστέρια, φτιαγμένα από χρυσαφένιες πούλιες, λες κι ήταν το ουράνιο στερέωμα | < ίσως πούλια, πληθ. του πούλι, που θεωρήθηκε θηλ. εν. < τουρκ. pul: λεπτός στρογγυλός δίσκος για στόλισμα. Βλ. & πούλια η.

Πούλια η: ο αστερισμός των Πλειάδων· πούλια η: μικρός μεταλλικός ή πλαστικός δίσκος με τρύπα στη μέση και σε διάφορα χρώματα, που ράβεται ως διακοσμητικό στοιχείο κυρίως σε γυναικεία ενδύματα ή σε κεντήματα· μτφ. το γραμματόσημο. Σκορπίζουν επιπλέον εδώ κι εκεί αντί για ελιές αστέρια, φτιαγμένα από χρυσαφένιες πούλιες, λες κι ήταν το ουράνιο στερέωμα. Γκοτζ.: Άλλους δεν είχαν οι έρμες στράτες τόσο ταχτικούς από τους αγωγιάτες και τον ταχυδρόμο τον πεζό, που κόλλαε πούλια στα κακογραμμένα φάκελά τους. Παρ.: «Όντας η πούλια βασιλεύει, ο ζευγολάτης αποσπέρνει / κι ούτε τσομπάνος στο βουνό, ούτε ζευγάς στους κάμπους.» | < μσν. Πούλια < αρχ. ελλ. Πλειάς.

πούλος ο: το μεγάλο πουλί· μτφ. το ανδρικό μόριο, το πέος. Πήρε τον πούλο: δεν πήρε τίποτα, «την πάτησε», ηττήθηκε, έχασε.

πούλπα η: είδος ζωοτροφής που παράγεται από ζαχαρότευτλα, μτφ. πράγμα μικρής αξίας, ασήμαντο.

πουλτέρα η: πολυκοσμία, κοσμοσυρροή, συνάθροιση πολλών ανθρώπων | < πιθ. πολύς.

πούπος ο: τσαλαπετεινός | πιθ. < από την κραυγή του τσαλαπετεινού, ο ήχος της μοιάζει σαν «ουπ-ουπ.» Βλ. & κατσούλιαντρος ο.

πουρί το: ασβεστούχο υπόλειμμα που επικάθεται ως επίστρωμα σε μαγειρικά σκεύη, σε σωλήνες, σε είδη υγιεινής κλπ. Πώς να καθαρίσετε το πουρί στη λεκάνη της τουαλέτας | < ελνστ. πωρίον < υποκορ. του αρχ. ελλ. πῶρος: ασβεστόλιθος.

πουρνάρι το: είδος θάμνου με ξυλώδη βλαστό, αγκαθωτά φύλλα και καρπό όμοιο με της βαλανιδιάς. Παρ.: «Λύκος πεινασμένος, πουρνάρι τρώει.» | < μσν. πουρνάριον < πιρνάριον < πρινάριον < υποκορ. του αρχ. πρῖνος (πρβ. πρινάρι). Βλ. & ζγκούλα η, σκίνος ο, τομάρι το.

πουρνό το: το πρωί, το πρωινό. ΦΡ. Πουρνό πουρνό: χαράματα, ξημερώματα, με τα κοκόρια. Άξαφνα μπήκαν κι έφτασαν μέσα στα περιβόλια / κι άναψε εκεί ο πόλεμος, απ᾿ το πουρνό ως το βράδυ. Καζαντζ.: Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη, να γύρουν στα φαρδιά ξανοίχτηκαν των Αχαιών λημέρια. / και πρίμο αγέρα ο μακροδόξαρος Απόλλωνας τους στέλνει. Δημ.: Πουρν φιλε τ μάνα του, πουρν ξεπροβοδιέται. Παπαδ.: μα βγαινε τ πουρν π᾿ τν κκλησιά, π τ στερν φορ πο εχε ξαναρχίσει ν πηγαίν, τ στρων᾿ κε στ σκαλοπατάκια, χι μακρι π᾿ τ σπίτι της, κ᾿ πιανε λακριντ μ τς γειτόνισσες. Παρ.: «Το θυμό τον βραδινό κράτα τον για το πουρνό | < μσν. πουρνό(ν) < ελνστ. πρωϊνόν. Βλ. & σκάρος ο.

πούρος -α -ο: γνήσιος, αυθεντικός, ανόθευτος, καθαρός, αμιγής απόλυτος, άκαμπτος· συχνά λέγεται μειωτικά, επιτιμητικά, ειρωνικά. Πούρος επαναστάτης. Τσιφ.: Καμμια σχέση δεν έχουνε με τους πούρους κριστιάνους, όπως είμαστε εμείς – το Σταυρό σας ρε!- τους αγαθούς και τους ακολουθούντας τας προσταγάς του Κυρίου – ματά το Σταυρό σας παρακαλώ | < ιταλ. puro -ς. Βλ. & σακουλεύομαι.

πουρτσιάδι το: αρσενικό κατσίκι.

πούρτσιος ο: κορίτσι που φέρεται σαν αγόρι, αγοροκόριτσο· αρσενικό γίδι (Κοζάνη).

πουτί: μόριο ερωτ., από τι, γιατί, επειδή, για ποιο λόγο; Λ.χ. πουτί δεν ήρθες; Παπαευαγγ.: Πουτί κλαίς μα γραμμένη μ ΄ άρχισαν να την παρηγορούν όλες… Ευτυχώς ήρθε ο Μπαρμπανικόλας (ο πατέρας μου) κι πήρι λίγου τουν απόθουρου.

πουτούρι το: παραδοσιακό ρούχο που φορούσαν στις κνήμες. Μαλ.: Στις κνήμες και αυτοί φορούσαν «πουτούρια» από το ίδιον ύφασμα. Τα ποτούρια ήταν στενά και έσφιγγον τις κνήμες με κουμπιά ή κόπτσες, έως τα γόνατα επάνω και τα σαλβάρια αυτά ήσαν φαρδιά σαν βράκες. Βλ. & σαλβάρι το.

πουτσαρώνω η: μεταφορικά η δυναμική γυναίκα, η αντρογύναικα. Παπαευαγγ.: Η Γιωρς μας έφιρι νύφ΄ απού Τσαλουνίκ΄ κι έρχουνταν να δούν τ΄νύφ! Νάσου κι η θειά μ΄ η Χαρίκλου! Άι πουτσαρώνου νύφ΄, τουν κατάφιρις του Γιώρ΄. Άι να ζήστι, χαριλίθκα | < πούτσος < τουρκ. puç: σχισμή ανάμεσα στους γλουτούς ή ιταλ. puzzo.

πουτσούλας ο: περιπαιχτική έκφραση, λέγεται για κάποιον που καλοπερνάει, ευχαριστιέται με κάτι | < υποκορ. πούτσος < τουρκ. puç: σχισμή ανάμεσα στους γλουτούς ή ιταλ. puzzo: βρόμα.

πουχειρίζω: αφήνω τη ζύμη του ψωμιού στο πνακωτό να φουσκώσει, ώστε να είναι έτοιμο για ψήσιμο | < από + χείρ: χέρι.

πράμα το: λέγεται για μεγάλα ζώα όπως μουλάρια, άλογα και γαϊδούρια. Πβ.: Τον Σιπτέμβριου γένουνταν στ Σέρβγια Νιάημιρους κι Νιαημιρούλτς. Κατέβηναν π᾿ τ χουργιά μας κι ψούντζαν ᾿ κι ντί. λλ᾿ μους πλοσαν ᾿ εχαν. λλ᾿ πάηναν πουδαρτ᾿ κι λλ᾿ καβάλα στ πράματα τς. (Μικρόβαλτο Κοζάνης) Κίν᾿τσαν απ᾿ τα χουριά τς Πριμιτής, σήκουσαν ουό, τ΄ νοικουκυριό μπουρούσαν να πάρ, κι τί βαστούσαν τα πράματα φουρτουμένα. (Κοζάνη). Παπαδ.: ποβραδύς –φθασα παράωρα, κα δν μπόρεσα ν σ᾿ νταμώσω- εδα τ πράματα το γυιο τς Γαροφαλίνας, κ᾿ καμαν γιούργια μς στν λιώνα, κα σο φαγαν λα τ νέα φυτέματα. Βλ. & μπιστιρ(ι)ά η.

πραμάτεια η: τα εμπορεύματα, το σύνολο των πραγμάτων προς πώληση. Η αγορά είχε πλημμυρίσει από καινούργιες πραμάτειες. Σε μικρή απόσταση η σκεπαστή αγορά, γεμάτη με πολύτιμες και πολύχρωμες πραμάτειες. Γκοτζ.: Τα Γιάννενα δεν είχαν ακόμα λευτερωθεί, για ν’ αρχίσουν οι πραμάτειες με το σαμαροσκούτι, που έσωσαν αργότερα τόσες φτωχές κοπέλες. Παρ.: «Καράβι π’ αργάει να ΄ρθει σκατοπραμάτεια φέρνει.», «Η πραμάτεια θέλει μάτια.», «Μάθε τέχνη για να ζήσεις και πραμάτεια να πλουτίσεις.» Βλ. & σφαλώ, φίλντισι το.

πραματευτής ο: αυτός που πραγματεύεται, εμπορεύεται, έχει εμπορικές δοσοληψίες, έμπορος. Βαλκάνιος πραματευτής. Παρ.: «Αλογάριαστος πραματευτής, καθάριος διακονιάρης.», «Πραματευτήν εγύρευα και κουμερκιάρη [: τελωνειακός] βρήκα.», «Από καινούριο πραματευτή κι από παλιά πουτάνα ο Θεός να σε φυλάει.»

πρασιά η: ο ακάλυπτος, άχτιστος χώρος δίπλα σε σπίτι, συνήθως μικρός κήπος, παρτέρι. Παπαδ.: Μεγάλη πελατεία πρχε, συντυχίαι ασθηματικα γίνοντο, ς κα μιλίαι σοβαραί, γύρω ες τς πρασις κα τος καλαμνας. Ελύτ.: Άπλωσε μια πρασιά στοργής / για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του / ν᾿ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες | < αρχ. ελλ. πρασιά: παρτέρι κήπου.

παραστιά η: εστία, χώρος μπροστά στο τζάκι όπου ζέσταιναν νερό για τα καζάνια ή έψηναν πίτες | < μεσν. πυρ-εστία.

πρατίνα η: η προβατίνα. Πβ. Παπαδ.: …με την αριστεράν κρατούσα εις την αγκάλην το τελευταίον της τρίμηνον νεογνόν, με την δεξιάν συλλέγουσα χόρτα διά την προβατίναν ή λάχανα διά το εσπερινόν δείπνον. Βλ. & πρότο το.

πρατσαλνώ: λέγεται όταν κάτι καίγεται με θόρυβο, πετώντας σπίθες, σκαντζαλήθρες | < πιθ. ηχομιμητική λέξη.

πραχαλίζω: φτιάχνω, ψήνω, μαγειρεύω, στα «μαστόρικα»· Θα μας πραχαλισ᾿ η αγγίδα ζούμπινα: θα μας φτιάξει η κοπέλα πίτα. Βλ. & ζούμπινα η.

πρέκι το: το ανώφλι, δοκάρι στην τοιχοποιία των σπιτιών, υπέρθυρο. ΦΡ. «Γα…ώ τα πρέκια.»: γ…ώ το σπίτι, ταλαιπωρώ, εξουθενώνω. Τα οριζόντια πρέκια στις πόρτες και τα παράθυρα των λιθοδομών κατασκευάζονταν από ξύλο, μέταλλο, μάρμαρο ή λαξευμένες πέτρες. Βλ. & ανώφλι το.

πρέκνα η: οι φακίδες, μικρά σημάδια στο πρόσωπο. Επιθ. πρεκνιάρικος -η -ο. Ένα κοκκινομάλλικο κορίτσι με πρέκνες στο πρόσωπο | < αρχ. ελλ. επιθ. περκνός: αυτός που έχει κηλίδες στο πρόσωπο.

πρεκνιάρης ο: αυτός που έχει φακίδες, σημάδια στο πρόσωπο. «Άσε, μεγαλώνοντας γέμισα πρέκνες, εγώ που ποτέ δεν ήμουν πρεκνιάρα» | Βλ. & πρέκνα η.

πρέπον το: αυτό που πρέπει να γίνεται, το δέον, το ταιριαστό. Παρ.: «Και δυό και τρεις τα πρέποντα καλόν είναι να λέγονται.»

πρέπω: αρμόζω, ταιριάζω, είμαι κατάλληλος, άξιος. Δημ.: Καραγκούνα, καραγκούνα, σένα πρέπουν τα σεγκούνια / Καραγκούνα το σαγιά σου και γλυκό ειν᾿ το φιλημά σου. Σολωμ.: Μν επον στ στοχασμό τους / τ ξένα θνη ληθινά: «Ἐὰν μισονται νάμεσό τους / δν τος πρέπει λευθεριά.» Καββ.: Tης Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι. – Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια, / δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι. Πβ. Χρον. Μορέως: Κι φν τν Πάτραν πήρασι, τς φύλαξες βάλαν, / τ κάστρον σωτάρχισαν, εθ᾿ οτως κα τν χώραν / π λαν κα ρματα, ς πρεπεν κι ρμόζει.

πρέφα η: παιχνίδι της τράπουλας. Παπαδ.: έβαλεν εις την Tράπεζαν χιλιάδας τινάς ταλλήρων, όσας είχεν αποκτήσει θαλασσοπορών, επέρνα τον καιρόν του διημερεύων εις τα παραθαλάσσια καφενεία, παίζων την ρωσικήν πρέφαν, επικρίνων αιωνίως τον δήμαρχον, τους τρεις παρέδρους και τους δώδεκα συμβούλους· παίρνω πρέφα: καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, υποψιάζομαι κάτι, ανθίζομαι, ψυλλιάζομαι | < γαλλ. préférence.

πρηξαρχίδης ο & πρηξαρχίδω η: μτφ. ο πολύ ενοχλητικός, φορτικός, εκνευριστικός, βαρετός άνθρωπος. Βρε παλικάρι, πες το απλά και σταμάτα να γίνεσαι τόσο πρηξαρχίδης | < πρήζω + αρχίδι < μσν. αρχίδι < ελνστ. ὀρχίδιον, υποκορ. του αρχ. ὄρχις ὁ.

πρησκάρι το: το σημείο του κορμού που φουσκώνει· από εκεί έβγαζαν ειδικό ξύλο, τον κούτουλο | < πρήζω < αρχ. ελλ. πρήθω.

πρησκοκοίλι το: σκωπτικά το φασόλι.

πρίτσι & πριτς: όχι, δηλώνει έντονη, παιγνιώδη άρνηση· μτφ. κλανιά, πορδούλα· Πριτς Μαρτς: πολύ βιαστικά, γρήγορα κι επιπόλαια, λέγεται για κάποιον που κάνει κάτι στα γρήγορα ή υπολογίζει ότι ο καιρός περνάει πολύ εύκολα· Παρ.: «Πριτς Μαρτς, τα ξεχείμασε η μπάμπω τα κατσίκα.», «Ολωνών οι κώλοι ας κλάσουν κι ο δικός μου μήτε πρίτσι.», «Άλλος προυτς, άλλος πριτς, κι άλλος παίρνει το φλουρί.» «Πρίτσι, Μάρτη, σ᾿ έβγαλα» – ο Αραβαντινός ερμηνεύει ως εξής την τελευταία παροιμία: Γραία προς επίτευξιν ανδρός έστερξε διελθείν εν υπαίθρω πάσας του Μαρτίου τας νύκτας, και κατά την τελευταίαν εσπέραν υπερχαίρουσα εξεφώνει την παροιμιώδη ταύτην φράσιν. Αλλά χιόνος και ψύχους δριμυτάτου επιπεσόντων κατά το μεσονύχτιον ευρέθη το πρωί άπνους. Η παροιμία αινίττεται το μηδένα μακαρίζειν πριν του τέλους.

προβάζω: προβιβάζω, προωθώ κάποιον σε ανώτερη βαθμίδα ιεραρχημένης κλίμακας. Λ.χ. Σε πρόβασε ο δάσκαλος;: σε πέρασε στην επόμενη τάξη; | < αρχ. ελλ. προβιβάζω.

προβάτα η: χτιστός σταύλος για πρόβατα και άλλα ζώα. Κελιά στην Προβάτα Αγίου Όρους.

προβατίνα η & πρόβατο το: ζώο τετράποδο, θηλαστικό, μηρυκαστικό με πυκνό και σγουρό τρίχωμα. Το ξάπλωμα αυτό ειναι κακό σημάδι για τη ζωή της προβατίνας. Διατροφή και σιτηρέσια προβατίνων γαλακτοπαραγωγής. Παπαδιαμαντ.: Το καλό αρνί, κυρ-Μανόλη, απήντησεν ο Γιάννης της Κ᾿σάφους, τρώει από δυο προβατίνες. Παροίμ: «Πρόβατο χωρίς μαλλί κι όμορφη χωρίς φιλί.» Βλ. & τροκάνι το.

προβοδώ & προβοδίζω: ξεπροβοδίζω. Δημ.: Άντρες, γυναίκες και παιδιά, ακούστε τον Αλή Πασά / που τους Τόσκηδες ορίζει και την Άρτα φοβερίζει· γράφει χαρτιά και προβοδά στους Παργινούς και χαιρετά. Βηλ.: Εθάμπωσαν τα μάτια του· τον προβοδάει στον Άδη. Πάλλ.: Κι ο Φοίβος τους προβόδισε με ένα αγεράκι πρίμο, / και τότε οι ναύτες έστησαν απάνου το κατάρτι | < μσν. προβοδ(ώ) και μεταπλ. -ίζω· ίσως < προ-ευοδώ (Πβ. κατευοδώνω).

πρόγκα η: αποδοκιμασία, χλευασμός, δούλεμα, κορόιδεμα γιουχάισμα, πικάρισμα. Αν έκαναν το λάθος και σε ξεσκέπαζαν, η πρόγκα στη δουλειά δεν θα ήταν τίποτα συγκριτικά με την πρόγκα που τους περίμενε. Παπαγ.: Καταρρακωμένος, ανίσχυρος μπροστά στην πρόγκα των άλλων, ο Τζόυς αναλύεται σε περιπαθείς εξομολογήσεις | < σλαβ. poroga. Βλ. & τεμπεσίρι το.

προγκώ / προγκάρω / προγκίζω: αποδοκιμάζω, χλευάζω ομαδικά, με φωνές και θόρυβο· γιουχαΐζω. Πρόγκηξαν τον Μ. στην Πολωνία. Πίεσαν, εξανέστησαν, την πρόγκηξαν αλλά δεν τους έκανε τη χάρη. Παρ.: «Άλλοι προγκάνε το λαγό κι άλλοι τον μαγειρεύουν.» | < πρόγκ(α) -άω, -άρω, -ίζω.

προγούλι το: οι δίπλες που σχηματίζει το δέρμα σε έναν παχύ λαιμό λόγω του λίπους που υπάρχει από κάτω. Έγιναν Γραμματείς και Φαρισαίοι κι έκαναν προγούλια και κοιλιές και κάτι σβέρκα πιο χοντρά κι από τις ιερές αγελάδες του Ήλιου στη Θρινακία πριν τις φάνε οι άντρες του Οδυσσέα. Καζαντζ.: Κοτσονάτος, χοντροκόκαλος, άντρακλας ως εκεί πάνω, βαρύ σαγόνι, διπλό προγούλι, μύτη χοντρή, καμπουρωτή, και το μάτι του γκρίζο, κρύο, σάν του γερακιοϋ | < γούλα η: ο πρόλοβος των πουλιών < μσν. γούλα < λατ. gula: λαιμός.

προεστός ο: αιρετός τοπικός άρχοντας στις αυτοδιοικούμενες χριστιανικές κοινότητες κατά την Tουρκοκρατία· κοτζάμπασης, πρόκριτος, δημογέροντας. Κολ.: …είχαμε συμπεθεριό μ᾿ έναν ντόπιον προεστό, του τουφεκιού άνδραν, τον έλεγαν Γεωργάκην Μεταξάν. Έδωκε τη θυγατέρα του, έφτιαξε σπίτι | < λόγ. εν. < αρχ. ελλ. πληθ. οἱ προεστῶτες (μετοχή του προΐστημι, προΐσταμαι): οι οδηγοί.

προζύμι το: μικρή μάζα από αλεύρι που έχει υποστεί ζύμωση και που χρησιμοποιείται ως μαγιά για την παρασκευή ψωμιού. Το σπιτικό ψωμί είναι ό,τι καλύτερο και για να απολαύσετε το τέλειο σπιτικό ψωμί χρειάζεστε οπωσδήποτε προζύμι! Το καλοκαίρι είναι η πιο εύκολη εποχή για να «πιάσουμε» προζύμι λόγω της αυξημένης θερμοκρασίας περιβάλλοντος. Παρ.: «Άκουε ζύμη και φούσκωνε προζύμι.» | < ελνστ. προζύμιον.

προικιό το: η προίκα, αντικείμενο, πράγμα που δίνεται ως προίκα, το σύνολο των ειδών ρουχισμού, των σκευών, των επίπλων που αποτελούν το κινητό μέρος της προίκας. Κολ.: κτισα σπίτια, πρα προικι λιές, μπέλι, γινα νοικοκύρης, φύλαγα κα τ βιλαέτι. Παρ.: «Η μάνα τάζει τα προικιά, πατέρας τα χωράφια.», «Η νύφη με χωρίς προικιά μιλεί και συλλογιέται.», «Η μοίρα κάνει τα προικιά, το ριζικό τα κάλλη.», πβ. «Η γριά δεν έλπιζε παντρειά κι απανωπροίκι ήθελε.» Βλ. & στόφα η, νταχτιρντί το.

προκάνω: προλαβαίνω, προφταίνω. Ο παππούς δεν πρόκανε. Δεν πρόκαναν για τη διοικητική μεταρρύθμιση. Δεν πρόκαμαν να βαλουν πλυντήριο. Ελύτ.: Πρόκανα μια στιγμή να δω μεγαλωμένη τη διχάλα των ποδιών κι όλο το μέσα μέρος με το λίγο ακόμη σάλιο της θαλάσσης. / Ύστερα μου ᾿ρθε η μυρωδιά της / όλο φρέσκο ψωμί κι άγρια βουνίσια γιάμπολη. Πάλλ.: …κι άπλωσε ομπρός του απ᾿ το λαμπρό μιά δίπλα φόρεμά της / ναν τον φυλάξει απ᾿ τις ριξές, μην τύχει οχτρός προκάνει / και της τον σφάξει μπήγοντας στα στήθια το κοντάρι. Μόλ.: Δεν προκάνω να του πω καλημέρα και με βάνει στο κυνήγι. Μου λέει: «Φεύγα γιατί θα μολήσω τα σκυλιά να σε φάνε». | < αρχ. ελλ. προ-κάμνω, μέλ. -καμοῦμαι, αόρ. βʹ προέκᾰμον: εργάζομαι ή μοχθώ από πριν· κοπιάζω για χάρη ή για την υπεράσπιση κάποιου, τινός· κουράζομαι, εγκαταλείπω, μὴ πρόκαμνε· μὴ προκάμητε πόδα· έχω προηγούμενη ασθένεια· θλίβομαι εκ των προτέρων.

προξενιά η: το προξενιό· η μεσολάβηση κάποιου ώστε να έρθουν σε επαφή, να γνωριστούν ένας άντρας και μια γυναίκα με στόχο να παντρευτούν και οι συνεννοήσεις, οικονομικής κυρίως φύσεως, ανάμεσα στο μεσολαβητή και στους συγγενείς των μελλονύμφων· συνοικέσιο (Τριαντ.) Μαντινάδες για προξενιές. Βροχή έπεφταν οι προξενιές καθε μέρα, όχι μόνο από το χωριό αλλά κι από τα διπλανά χωριά. Οι προξενιές της θυγατέρας του ποντικού. Παπαδ.: Νιόνιος, μ᾿ να ρολόγι χρυσό, κα μ μίαν προξενι παραφουσκωμένην, εχε κάμει τν γριν ν πιστεύσ τι εχε λεπτά. γινε δεκτς ς γαμβρός. στεφανώθη, κα βολν δν εχε | < προξενεύω < αρχ. ελλ. πρόξεν(ος): κάποιος που χειρίζεται υποθέσεις άλλου.

προπάσκιο το: το χειρότερο από τα πρόβατα, ζημιάρικο, προβληματικό· μτφ. άχρηστος άνθρωπος, σκερβελές.

προσήλιο το & προσηλιακό το: μέρος που το βλέπει, το χτυπάει ο ήλιος, που το φως, οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν επάνω του για μεγάλο διάστημα της ημέρας. Εξιχνίαση κλοπής στο Προσήλιο Κοζάνης. Πβ. Καρκ.: Επήρεν όμως την προσηλιακή πλευρά του χωριού, όπου τα σπίτια είχαν τις πόρτες και τα παραθύρια τους. Παρ.: «Κάλλιο Μάρτης στα δαυλιά, παρά στα προσηλιακά.» | < αρχ. ελλ. επιθ. προσήλιος.

προσκέφαλο το & προσκεφάλι το: μαξιλάρι, ό,τι μπαίνει κάτω απ’ το κεφάλι στον ύπνο. Όμορφα προσκέφαλα για γυναικείους χώρους. Προσκέφαλα αυτοκινήτου με οθόνη. Αδειανό το προσκεφάλι. Ο χαροκαμένος πατέρας εξομολογείται τις δύσκολες ώρες που πέρασε στο προσκεφάλι του παιδιού του τις τελευταίες μέρες. Παρ.: «Κατά το ξεροκέφαλο και το προσκέφαλο.», «Σε σκύλου το προσκέφαλο ψωμί δεν ξημερώνει.»

προσκυνημένος -η -ο: που έχει προσκηνύσει, έχει υποταχθεί, υποκύψει στην εξουσία κάποιου· συμβιβασμένος, υποτελής. Λεγόταν κυρίως για τους κλέφτες που προσκυνούσαν την οθωμανική εξουσία. Παρ.: «Προσκυνημένο κεφάλι δεν κόβεται.». Περρ.: Κι οι Χριστιανοί της Τσαμουργιάς, γυναίκες άνδρες, ούλοι, / παρακαλούν στην εκκλησιά να μην παρθεί το Σούλι. / Και λεν: «Θεέ μου, Παναγιά, γλίτωσ᾿ το το καημένο, / γιατί δεν ήταν στο ντουνιά ποτέ προσκυνημένο

προσόψι το: η πετσέτα, πεσκίρι. Τώρα σου ‘ρθε η λόξα με την καθαριότητα; Από πότε σ’ έπιασε; Πάρε το προσόψι και σκούπισε τη μούρη σου! Χαρούμενος ο Ιβάν, τύλιξε το ψωμί σ’ ένα προσόψι και το πήγε στον πατέρα του, όπου βρήκε και τ’ άλλα του αδέλφια με τα ψωμιά τους. Παπαδιαμάντ: …ετύλιγον μεγάλα τεμάχια άρτου και τυρού εις λευκόν ή χρωματιστόν προσόψιον Μτερ Επραξία, επεν Λαμιαος, καθς ξήλθομεν π τν ναόν, πάρε κενο τ προσόψι τ δεμένο, π τ κοφίνι τ Τριεστίνικο, κα τν δίσκον πο εναι μέσα, κα λάβε τν κόπον ν στολίσς τ κόλλυβα | < προς + όψη < μεσν. επιθ. προσόψιος· αρχ. ελλ. προσ-όψιος, -ον όπως το ἐπ-όψιος: ολοφάνερος.

προσφάι το & προσφάγι το: πρόχειρο, λιτό φαγητό, συνήθ. ελιές, τυρί, κρεμμύδι, ντομάτα, ψωμί κτλ.. Γκοτζ.: Εμείς βάνουμε κι ένα τρίμμα προσφάι στο στόμα μας· αυτοί το τρων ξερό. Καρκ.: Tις άλλες όμως ημέρες έχουν για προσφάγι τα σκορδοκρέμμυδα και τα οσπριοφάσουλα, το τυρί, το γαλοτύρι, το μπλιγούρι, τον τραχανά και κάποτε τις επίσημες ημέρες τη μαμαλίγκα. – Άμα πολυφωνάζαμε στις μανάδες μας και θέλανε να μας ξεφορτωθούν, έβγαζαν λίγη αρμύρα απ’ τον τάλαρο με το τυρί και βουτώντας μέσα ψωμάκι προσφαΐζαμε σα βασιλιάδες. Πάλλ.: …τους βάζει μια μελόπιτα, και βάζει ᾿να κρομμύδι / προσφάϊ να πίνουν, και κοντά σταρόψωμο τους βάζει, / βάζει κι ολόλαμπρο καυκί που ᾿χε απ᾿ την Πύλο ο γέρος. Παπαδ.: …πρε τ καλαθάκι της, βαλε τ λαδικ μέσα, κα τρία κηριά, κι λίγο λιβάνι στ χαρτί – κόμη κα μικρ προσφάγι, ψωμ κ᾿ λιές, πειδ το Παρασκευή, κα κολούθησε τν Κουμπίναν. Δημ.: Είχε λεβέντες σα θεριά, γυναίκες αντρειωμένες, / πο᾿ τρωγαν βόλια για ψωμί, μπαρούτι για προσφάι. Παρ.: «Όσο ο συμπέθερος γενιά, τόσο τ᾿ αυγό προσφάι.», «Αν είχα τυρί, προσφάι δε ζητούσα.»

πρόσφορο το: ό,τι προσφέρεται στην εκκλησία, η λειτουργιά. Βλ. & λιανοτάρι το, χαράμι το.

προσφώλι το & πρόσφωλο: το αυγό που βάζουν σε συγκεκριμένο μέρος, για να γεννήσει εκεί η κότα. Παρ.: «Η κότα θέλει πρόσφωλο, το σπίτι θέλει αλεύρι.»

προσφώλι το & φώλι το: το αυγό που βάζουν για να γεννήσει η κότα στο ίδιο μέρος. Παρ.: «Φώλι έβαλες αυγά θα μάσεις.», «Μήτε φόλι, μήτε αυγό έχει.»

προσώπατο το: χιουμοριστικά, ειρωνικά το πρόσωπο, άνθρωπος που θεωρείται σπουδαίος. Tα χρήματα είναι χρήματα και τα προσώπατα είναι προσώπατα! Τα προσώπατα συζητούσανε. Σίγουρα θά ‘τανε κόντρα μεταξύ τους. Παπαδ.: Δν χει κανες τόπο, κα μηδ τρόπο, τ ρμο, γι ν φιλέψ μ τσεριμόνια, κατ πς πρέπει, τέτοια προσώπατα, σν λόγου σας, πο εστε, πάει ν π, τ καμάρι το χωριο μας.

προσωπίδα η: (αποκριάτικη) μάσκα, ομοίωμα προσώπου, προσωπείο. Στον ταφικό κύκλο των Μυκηνών βρέθηκαν συνολικά πέντε χρυσές προσωπίδες. Προσαρμογέας φίλτρου για προσωπίδες αναπνευστικής συσκευής. Μακρ.: τι τ περισσότερον μέρος δν τν γνωρίζει κόμα· δν βκε προσωπίδα ν γνωριστον τ πατριωτικ το φρονήματα. Κα κατ πο τος δήγησε ταν ο περισσότεροι μ τ πνεμα του κα κόλακες· κι᾿ κανε ,τι θελε – καλ δικό του, ζημι τς πατρίδας. Παπαδ.: Η ανατολική θύρα της οικίας δεν επρόφθανε ν᾿ ανοίγει και να κλείει. Εισήρχοντο κατά ζεύγη, κατά ομάδας, άνδρες, γυναίκες, μετημφιεσμένοι και άλλοι, προσωπίδες και πρόσωπα. – ...ο ξανθομούστακος, είχε θυμώσει, στο χορό απάνου, με έναν που φορούσε προσωπίδα.. που είχε πειράξει μιά κόρη.. ξαδέρφη των κοριτσιών, καλέ! – Ποίας φυλής, ποίου κλίματος ήτο, δυσκόλως ηδύνατο να εικάσει τις. Εφαίνετο αποκτήσας οιονεί επίχρισμα επί του προσώπου, ως προσωπίδα τινά άλλου κλίματος, ευζωίας και πολιτισμού, υφ᾿ ην ελάνθανε κρυπτομένη η αληθής καταγωγή του. Οι Καλόγεροι είναι μεταμφιεσμένοι με δέρματα ζώων, προσωπίδες από δέρματα, και φέρουν κουδούνια και δοξάρι. Ελύτ.: Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ. / Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου | < ελνστ. προσωπίς, αιτ. -ίδα.

πρόσωπος ο: το πρόσωπο. Παρ.: «Γουμαρνός πρόσωπος, χαριτωμένη ζωή.» | < αρχ. ελλ. πρόσωπον.

πρότο το: το πρόβατο. Το ρήμα προβατώ (: περπατώ) σε σκωπτικό τραγουδάκι.: Μην προβατείς περήφανα και σειούνται τα βυζιά σου, γιατί το ξέρει η γειτονιά πως λίγα ειν᾿ τα προικιά σου (βόρεια Κέρκυρα). Πβ. βυζαντ. Παρ.: «Κάλλιον ανθράκων πέντε, ή προβάτων δισμυρίων.» | < αρχ. ελλ. πρόβατον· πρόβατ(ο) -ίνα. Βλ. & σκάρος ο.

προτοψάλιδο το: προβατοψάλιδο, μεγάλο ψαλίδι, που κούρευαν τα πρόβατα.

προυστούρα η: το στομάχι του ανθρώπου ή ζώων, η καμπύλη της κοιλιάς, η μπάκα, ο σκεμπές. < ίσως από το εμπρός. Παπαευαγγ.: Ύστρα απού μ᾿σή ώρα, αρχινάει η Γιουργούλας να πιάν᾿ τ᾿ προυστούρα κι να πλαλάει πίσου απού τα τσιπότια να ξιφυράσει, πουτί τουν έκουψι …λουβουδιά κι ξιρνούσει.!

προυτσιαλνιέμαι και προυτσιαλνώ: οχεύω, αναφέρεται στη γεννετησια πράξη της αναπαραγωγής, κυρίως για γίδια. Γκοτζ.: Έμεναν μόνο τα θηλυκά, οι κατσικάδες, που θα μεγάλωναν κι αυτές, θα προυτσιαλιόνταν στον καιρό τους και θα γίνονταν γίδες.

πρώιμα: επίρρ. πριν την ώρα, νωρίτερα, εγκαίρως. Παρ.: «Πρώιμα, βλάχε, την ταγή, τώρα θέλεις βάλε, θέλεις μη.»

πρωιμάδι το: ζώο που γεννιέται νωρίτερα από τη συνηθισμένη εποχή. Κατσίκι πρωιμάδι. Πάντα πρώτο ωρίμαζε το πρωιμάδι και οι πρώτες κόκκινες ρόγες εμφανίζονταν τον 15αύγουστο. Ήταν για μας πανηγύρι. Παπαδ.: θεια-Μορισ σχολίαζε, τώρα, κατ τν δικόν της τν τρόπο, τ φταμηνίτικο τ πρωιμάδι, πο εχεν ρθει στν κόσμον ατόν. – Και να εγκαθίσταται μετά τον αρραβώνα στης πενθεράς το σπίτι, και να «σκαρώνη» έξαφνα «πρωιμάδι». Κι όλον τον καιρόν «κόττα-πίττα».

πρώιμος -η -ο: για καρπό που ωριμάζει νωρίτερα από τη συνηθισμένη εποχή. Πρώιμα σύκα, κεράσια, ζέρδιλα, γκόρτσα | < αρχ. ελλ. πρώιμος.

πρωιμίζω: ανθίζω, καρποφορώ πρώιμα, νωρίτερα. Παρ.: «Αν πρωιμίσει η αμυγδαλιά κι ανθίσει το Δεκέμβρη, βαρύς χειμώνας κι όψιμος θε να ᾿ρθει να μας εύρει.» Βλ. & θράκα η.

«πρώτο αίμα»: παιδική φράση που έλεγε αυτός που ήθελε να πιει πρώτος νερό από μια βρύση.

πρωτοΰπνι ο: ο πρώτος ύπνος, αμέσως μόλις κοιμόμαστε. Με ξύπνησαν πάνω στο πρωτοΰπνι.

πτιά η: πυτιά, μαγιά, φυσική ή τεχνητή, που βάζουν στο γάλα για να πήξει, να γίνει τυρί ή γιαούρτι. Παρ.: «Χωρίς ψέμα, δεν πυτιάζει η δουλειά.» [σ.σ μτφ. δεν γίνεται, δεν ολοκληρώνεται] | < αρχ. ελλ. πυτία.

πυξάρι το: είδος δέντρου της περιοχής, από το οποίο κατασκευάζονται κλούτσες (γκλίτσες). Πβ. Καζαντζάκ: …τον πυξαρένιο ευτύς κατέβασαν αφαλωτό ζυγό τους / που στο καρφί ψηλά ανακρέμουνταν, με τα καλά κρικέλια.

πύρα η: η ζέστη της φωτιάς, της σόμπας, του τζακιού, μεγάλη θερμοκρασία. Παρ.: «Από μπρος με δέρνει η πύρα κι από πίσω η κλαδευτήρα.» | < αρχ. ελλ. πυρά η: βωμός για έμπυρες θυσίες.

πυριόβολος ο & πριόβολος: μεταλλικό εξάρτημα που χρησιμοποιούσαν για να ανάψουν φωτιά. Πριν από τα σπίρτα οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν έναν άλλο τρόπο για να ανάψουν φωτιά. Φύλαγαν στην τσέπη τους μια σακουλίτσα που είχε μέσα τρία πράγματα: ένα κομματάκι ατσάλι που το ονόμαζαν πυροβόλο ή πριόβολο, μια μικρή στουρναρόπετρα ή τσακμακόπετρα και ένα μικρό μαλακό πράγμα που έμοιαζε με σφουγγαράκι, την ίσκα, το κατεργασμένο πράσινο επίφυτο που ονομάζεται και λειχήνα ή πολύπορο στη φυτολογία | < αρχ. ελλ. πυροβόλος. Βλ. & ρουσούμπελη η.

της πυρκαγιάς & της φωτιάς: κακής ποιότητας, μάπα· μτφ. σε φράσεις όπως «γιατρός της πυρκαγιάς»: αλμπάνης, ατζαμής, άσχετος. Βαμβ.: Από εμφάνιση είμαστε άστα, γιατί πηγαίναμε στα κάρβουνα. Μουτζούρες. Ένα ντρίλινο παντελόνι, ένα πουκάμισο, ένα σακάκι της φωτιάς. Και βέβαια, όταν κάναμε τη δουλειά μας και πηγαίναμε στα σπίτια μας και ντυνόμαστε, κάπως ήμαστε συμμορφωμένοι.

πυρομάχος ο: το εσωτερικό του τζακιού το πίσω μέρος της εστίας, στα κάρβουνα. Γκοτζ.: Όσοι έχουν χέρια και μυαλό για προκοπή, δουλεύουν τον καλόκαιρο και το χινόπωρο σοδιάζουν, για να ᾿χουν άμα πάρουν οι βροχάδες τ᾿ Αηδημήτρη και τα χιόνια του Αντριά, που ᾿ναι καλά ν᾿ ακούς την τέντζερη να βράζει στη γωνιά, κι εσύ ν᾿ ανάβεις μια χοντρή τσιγάρα σε δαυλί, με τα ποδάρια σου απλωτά στον πυρομάχο.

πυροστιά η: η εστία της φωτιάς στο τζάκι, παραστιά, τριγωνική βάση για ψήσιμο. Χρηστοβασίλ.: Η γριά έβαλε τότε στην πυροστιά τη χύτρα, γεμάτη ζωμί τετράπαχης όρνιθας, που είταν καταντεμένη από την άλλη την ημέρα, θέλοντας να φκιάσει τη μανέστρα, όσο νάρθει ο παπάς από την εκκλησιά. Παπαδ.: Μακάρι να μου χε κι εμέ η Πανάγαινα απόψε στην παραστιά μου τη φωτιά πού θεν έχουν αυτοί.- Δι το παραθύρου εσλθε κα πάλιν, ρριψε τς δύο κοιλίας μέσα ες τν ζωμόν, νέβασε τν χύτραν ες τν πυρεστιάν. – Το προικοσύμφωνόν της, ως τόσον, έγραφε λεπτομερώς ότι της είχαν δώσει τόσες φορεσιές ρούχα, τόσα υποκάμισα, τόσες προσκεφαλάδες, όπως και δύο χαλκώματα, ένα τηγάνι, μίαν πυροστιά, κτλ. Ακόμη και μαχαιροπείρουνα και κουτάλια ανέγραφε το προικοσύμφωνον.

πυρώνω: καίω, ζεσταίνω στην πυρά, στη φωτιά, θερμαίνω πολύ, πυρακτώνω· ως παθ. ζεσταίνομια πολύ, θερμαίνομαι, έχω πυρετό, κάψα, πύρα, κοκκινίζω, ερυθριώ από ντροπή. Εφτ.: «Ποιός αρρωστάει και δεν αρρωστώ; ποιός σκανταλίζεται κ᾿ εγώ δεν πυρώνω; Αν πρέπει να παινιέμαι, για την αδυναμία μου θα παινεθώ.» Πάλλ.: Σε δυό απ᾿ τους πρώτους έριξα ως τώρα, στο Διομήδη / και το Μενέλα, και τους δυό τους βρήκα, κι αίμα μαύρο / τους έβγαλα, μα πιο πολύ τους πύρωσα μονάχα. Αίν.: «Ένας καλόγερος πυρώνει την κοιλιά του στη φωτιά» (η μπακούρα), «Ψοφισμένη καρκατσούλα ζωντανά πουλιά πυρώνει» (παπούτσι ή τσαρούχι) | μσν. πυρώνω | < αρχ. ελλ. πυρ(ῶ) -ώνω.

πυρώνομαι: ζεσταίνομαι, θερμαίνομαι, πλησιάζω στη φωτιά, τη σόμπα, την πύρα. Ρίξε κάνα ξύλο στο τζάκι να πυρωθούμε.

πυτιάζω: βάζω στο γάλα πυτιά για να πήξει, τυροκομώ· πύτιασε τρεις κασούλες τυρί· μτφ.: το πύτιασε αμέσως το ψέμα, τη δικαιολογία, την πρόφαση [:το βρήκε, το σκαρφίστηκε, το σκέφτηκε, το ετοίμασε]. Σιδ.: Η Τάκινα, ώσπου να απλώσει η μέρα πύτιασε το τυρί, το έβαλε στις τσαντίλες, και καταπιάστηκε με τα πράγματα του Ανέστη. | Βλ. & πτιά η.

πυτιασμένος -η -ο: τυρί που έχει γίνει, είναι έτοιμο με την πυτιά του | < Βλ. & πτιά η.

πχί: απαρεμφ. το ποτό, η πόση. Λ.χ. Το νερό δεν είναι για πχι: δεν είναι πόσιμο | < πιθ. απαρέμφ. πίνειν.

πχός ο: η φυσική ροή νερού, φλέβα νερού που αναβλύζει | < πίνω (;).

(Εμφανιστηκε 214 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)