26 Μαρτίου 2017 at 00:20

Μουσικός εναντίον φιλοσόφου – Συγγνώμη, κύριε Adorno

από

Μουσικός εναντίον φιλοσόφου – Συγγνώμη, κύριε Adorno

Το κείμενο Συγγνώμη, κύριε Αντόρνο περιλαμβάνεται στη συλλογή άρθρων του πιανίστα της τζαζ Σάκη Παπαδημητρίου, Τζαζ ιστορίες και ανησυχίες.

Συγγνώμη, κύριε Adorno

του Σάκη Παπαδημητρίου

Το 1984 κυκλοφόρησε το βιβλίο Τέχνη και μαζική κουλτούρα, εκδόσεις ‘Ύψιλον, στο οποίο περιλαμβάνονται δοκίμια του Herbert Marcuse, του Max Horkheimer, του Theodor Adorno και του Leo Lowenthal. Επιλογή, μετάφραση, εισαγωγή Ζήσης Σαρίκας. Σε αυτόν τον τόμο βρίσκεται και το κείμενο του Adorno «Τζαζ, η αιώνια μόδα» [1]. Ο Theodor W. Adorno (1903-1969), από τους κυρίους εκπροσώπους της Σχολής της Φραγκφούρτης, αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο σημαντικούς στοχαστές του εικοστού αιώνα. Μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σχέση του με τη μουσική γιατί ο Adorno ήταν μάλλον ο πρώτος που ασχολήθηκε εις βάθος με τις αναλογίες μουσικής και κοινωνίας. Η μητέρα του ήταν τραγουδίστρια της όπερας και η θεία του πιανίστα, επομένως ήταν αναπόφευκτο να αρχίσει από μικρός μαθήματα πιάνου. Αργότερα σπούδασε σύνθεση με τον Alban Berg και φυσικά επηρεάστηκε από το έργο και το πρωτοποριακό κλίμα της Σχολής της Βιέννης. Τον απασχόλησε επίσης η κριτική τής μουσικής και η έκδοση περιοδικού των νέων ρευμάτων. Από το 1938 έως το 1949 ζει στις ΗΠΑ όπου κατέφυγε λόγω των διώξεων του ναζισμού. Στη Νέα Υόρκη κάνει έρευνες γύρω από τη ραδιοφωνία και τη λειτουργία των μαζικών μέσων επικοινωνίας. Έχει γράψει πολλές μουσικολογικές μελέτες ενώ ένα βασικό άξονα του έργου του αποτελούν τα βιβλία του για τη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία της μουσικής.

Το πρώτο άρθρο του Adorno για την τζαζ δημοσιεύτηκε το 1936 στο Zeitschrift fur Socialforschurg και, όπως λέει ο ίδιος, αποτελεί «μια κοινωνιολογική ερμηνεία της τζαζ, η οποία σίγουρα έπασχε από έλλειψη εξοικείωσης με τη συγκεκριμένη αμερικανική κουλτούρα». Και συνεχίζει ότι τριάντα χρόνια αργότερα, όταν επανεκδόθηκε η εργασία αυτή για την τζαζ, προσπάθησε να αναφερθεί «πέρα από τις αδυναμίες της και στα θετικά στοιχεία». Δυστυχώς όμως, παρόλο που πέρασαν τόσο πολλά χρόνια από τις πρώτες του σκέψεις για την τζαζ, εξακολουθεί να επιμένει ότι «δεν είχε αντιληφθεί πόσο βαθιά είχε εισχωρήσει η “ορθολογική οργάνωση” και η προτυποποίηση στα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και ως εκ τούτου στην τζαζ, στην παραγωγή της οποίας είχαν τόσο μεγάλο ρόλο». Και προχωρεί ακόμα περισσότερο ομολογώντας ότι «δεν αντιλήφθηκε το πρόβλημα του υπολογισμένου και χειραγωγημένου ψευδο-αυθόρμητου, από δεύτερο χέρι, το οποίο του αποκαλύφθηκε από την εμπειρία του στην Αμερική». Ταυτόχρονα, δεν παύει, ακόμα και στη δεκαετία του ’60, να αναφέρεται στην τζαζ ως μια «μορφή ελαφράς μουσικής» και να ταυτίζει τις «τεχνικές της τζαζ […] με το φαινόμενο των τραγουδιών που γίνονται επιτυχίες (χιτς) στην Αμερική». (Αυτά και άλλα στο βιβλίο του Adorno Επιστημονικές εμπειρίες ενός Ευρωπαίου διανοούμενου στην Αμερική, εκδόσεις Ύψιλον, 1987, μετάφραση Βάσω Γκιντή.[2])

Είναι φανερό ότι ο Adorno δεν έψαξε αρκετά. Δεν άκουσε Art Tatum, Dizzy Gillespie, Thelonious Monk, Miles Davis ή έστω τους παραδοσιακούς Coleman Hawkins, Roy Eldridge, Johnny Hodges, γιατί τότε δεν θα έφτανε σε τέτοια ανεδαφικά συμπεράσματα. Είναι δυνατόν να μιλάει για «ψευδο-αυθόρμητο, από δεύτερο χέρι» ή για «προτυποποίηση» και να είχε στο νου του την Billie Holiday ή τον Charlie Parker; Ίσως οι απόψεις του να έχουν εν μέρει εφαρμογή σε ορισμένες χορευτικές ορχήστρες, στα νυχτερινά κέντρα διασκεδάσεως και στα πάρτι των ραδιοσταθμών, αλλά αποκλείεται να έχουν ισχύ για όλους αυτούς που γνωρίζουμε από την ιστορία και τους δίσκους. Τότε για ποιους μουσικούς γράφει ο Adorno, παραμένει μυστήριο. Εύλογα αμφιβάλλει κανείς αν αυτός ο άνθρωπος είχε ακούσει ποτέ στη ζωή του έστω και ένα συγκρότημα να παίζει μπίμποπ.

Ας έρθουμε τώρα στο άλλο κείμενό του για την τζαζ που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1953 στο γερμανικό περιοδικό Merkur και που μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1984. Και πάλι δεν χρειάζεται να έχει κανείς μεγάλη μύτη για να καταλάβει ότι ο Adorno δεν είδε με καλό μάτι την τζαζ. Βρισκόταν στην Αμερική αλλά απέφυγε να την κοιτάξει κατάφατσα. Την αντιμετώπισε εξ αρχής με πολλές επιφυλάξεις και βιάστηκε να διαμορφώσει αρνητική στάση.

Μπορεί οι Γάλλοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι να είχαν ξετρελαθεί με την τζαζ και να την είχαν αγκαλιάσει ως την πιο αυθεντική έκφραση της εποχής, ο Adorno όμως είναι Γερμανός φιλόσοφος, λάτρης του Schoenberg και των μαθητών του Schoenberg και έβλεπε αλλιώς τα πράγματα. Όπως σημειώνει ο Paul Griffiths, στην Εγκυκλοπαίδεια της μουσικής του εικοστού αιώνα, εκδόσεις Thames και Hudson, ο Adorno έγραφε μ’ αυτές τις «διαβόητες περιελίξεις των φράσεών του», οι οποίες φυσικά δεν προσφέρονταν για άμεση κατανόηση. Επίσης, ότι οραματιζόταν το μέλλον της μουσικής να εξαρτάται από την «προοδευτική δυτική παράδοση, την οποία θεωρούσε κατά βάση γερμανική». Μήπως η τζαζ τού χαλούσε τα σχέδια; Ο Adorno δεν επέτρεπε στον εαυτό του να παρασυρθεί από οποιαδήποτε μορφή μαζικής κουλτούρας. Σωστά και δικαίωμά του, μόνο που χωρίς να αμφισβητήσει τις πρώτες του εντυπώσεις και κυρίως τις πρώτες πηγές του κάθισε και έβγαλε βεβιασμένα (αν και θεωρητικοποιημένα) το συμπέρασμα ότι η τζαζ είναι προϊόν της μαζικής κουλτούρας και γι’ αυτό «είναι πάντα της μόδας» αφού προσαρμόζεται και «υπακούει στις επιταγές της διαφήμισης». Μας λέει υπό τύπον αφορισμού ότι «κανένα κομμάτι της τζαζ δεν μπορεί να έχει μια ιστορία», ή ότι «αυτό που έχει να προσφέρει από άποψη ρυθμού είναι εξαιρετικά περιορισμένο». Τι να πει κανείς; Ας ανατρέξουμε σε έναν άλλο Ευρωπαίο διανοούμενο, τον Γάλλο Andre Hodeir και στις μελέτες του για την τζαζ που εκδόθηκαν στη δεκαετία του ’40. Θα δούμε λοιπόν ότι στο βιβλίο Hommes et problemes du jazz o Hodeir αφιερώνει ένα κεφάλαιο είκοσι σελίδων στην ανάλυση μιας τρίλεπτης σύνθεσης του Duke Ellington, ενός «αριστουργήματος», όπως υποστηρίζει, του «Concerto for Cootie».

Είναι κρίμα που ο Adorno παρερμήνευσε τόσο πολύ την τζαζ και δεν αντιλήφθηκε τις δυνατότητες εξέλιξής της. Παρερμηνεία από κάθε πλευρά: καθαρά μουσικολογική, κοινωνική, φιλοσοφική και ψυχαναλυτική. (Με αυτά τα τέσσερα επίπεδα κριτικής ασχολείται και ο Φώτης Τερζάκης στο επίμετρο του βιβλίου Τρία κείμενα μουσικής κοινωνιολογίας τού Theodor W. Adorno, μετάφραση Θοδωρής Λουπασάκης και Φώτης Τερζάκης, εκδόσεις Πρίσμα, 1991.) Οι ερμηνείες ή παρερμηνείες του Adorno σήμερα δεν έχουν καμία ισχύ. Κατέπεσαν μόνες τους χωρίς να χρειαστεί να τις πολεμήσει κάποιος άλλος φιλόσοφος. Απλώς αυτοκαταργήθηκαν γιατί ιστορικά εδραιώθηκαν ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που με τόση εμπάθεια υποστήριξε ο Γερμανός της Σχολής της Φραγκφούρτης.

Η τζαζ, όμως, δεν είναι μόνο «η αιώνια μόδα». Να ’ταν μόνο αυτό, φτηνά τη γλιτώσαμε! Αλλά ο Adorno παίρνει φόρα και δεν τον σταματά κανείς και με τίποτα. Βαράει απανωτά και ανελέητα — και συνήθως κάτω από τη ζώνη:

  • η τζαζ είναι η ψεύτικη εκκαθάριση της τέχνης·
  • η τζαζ προωθεί σχήματα κοινωνικής συμπεριφοράς με τα οποία οφείλει να συμβιβαστεί ο κόσμος·
  • με την τζαζ αποκτούν αίγλη οι αμόρφωτοι που κάθονται μπροστά στο πιάνο·
  • ο σκοπός της τζαζ είναι η μηχανική αναπαραγωγή ενός υπόστροφου στοιχείου, ενός συμβολισμού του ευνουχισμού. «Παράτα τον ανδρισμό σου, δέξου τον ευνουχισμό», κοροϊδεύει και προτείνει μαζί ο ήχος της τζαζ μπαντ που μοιάζει με τη φωνή ενός ευνούχου.

Ε! ως εδώ, κύριε Adorno! Φτάνει! Έλεος! Τους κάνατε σκόνη όλους τους τζάζμεν και τις οικογένειές τους και τους φίλους και τους μετρημένους ακροατές τους! Είμαστε μάζα, είμαστε μόδα, είμαστε υποταγμένοι, είμαστε αμόρφωτοι, είμαστε και ευνούχοι; Τελειώσαμε οριστικά. Πάμε για φουντάρισμα. Ευτυχώς που δεν του έδωσαν σημασία οι θιγόμενοι γιατί αρχίζω να φαντάζομαι κιόλας μερικές σκηνές. Αν π.χ. τα μάθαιναν όλα αυτά ο Miles Davis και ο Charles Mingus θα τον πλάκωναν στο ξύλο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο Duke Ellington θα τον κοιτούσε αφ’ υψηλού περιφρονητικά και θα συνέχιζε τη δουλειά του. Ο καημένος ο Paul Desmond θα κατέβαζε το κεφάλι ενοχλημένος γιατί θα ντρεπόταν για λογαριασμό ενός Γερμανο-εβραίου. Ο Steve Lacy, πολύ σοβαρός και συγκρατημένος, θα προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι πέφτει έξω…

Ο Theodor W. Adorno έπεσε έξω. Ευτυχώς δεν τον ακολούθησαν και άλλα μεγάλα πνεύματα. Χτυπητό παράδειγμα τρεις γεροί στοχαστές, που έχουν επίσης μεταφραστεί στα ελληνικά: ο Eric J. Hobsbawm, ο Herbert Marcuse και ο Ernst Fischer. Αφήνουμε κατά μέρος τον Hobsbawm γιατί τα λέει όλα καθαρά και αναλυτικά στο βιβλίο του Η σκηνή της τζαζ, εκδόσεις Εξάντας, 1988, μετάφραση Τάκης Τσήρος. Ας πιάσουμε τους υπόλοιπους δύο στους οποίους η τζαζ μόνο περιστασιακά εμφανίζεται στο έργο τους και ιδίως όταν γράφουν για το πνεύμα του Μάη του ’68.

Ο Herbert Marcuse στο δοκίμιό του Για την απελευθέρωση, εκδόσεις Διογένης, 1971, μετάφραση Νικηφόρος Αιγινήτης, αναφέρεται αρκετές φορές στην τζαζ και στη σόουλ σε σχέση με τη νέα αριστερά, την εξέγερση της νεολαίας και τη μαύρη επανάσταση. Μιλώντας για το Μάη του ’68 γράφει ότι «ο μουσικός της τζαζ στάθηκε άξια στα οδοφράγματα». Σε ένα άλλο σημείο αναλύει τη ρήξη με τα γλωσσικά δεδομένα και φέρνει ως παράδειγμα την έννοια της «ψυχής» [soul], η οποία από λέξη «ενοχλητική, κοινότυπη, κίβδηλη στο κατεστημένο σύμπαν του λόγου» πέρασε στους μαύρους «διαποτίζοντας και τον πολιτισμό των λευκών». Κι έτσι η ψυχή γίνεται «βίαιη, οργιαστική […] δεν ενυπάρχει πλέον στον Beethoven, στον Schubert, αλλά στο μπλουζ, στην τζαζ, στο ροκ εντ ρολ […] η μαύρη μουσική είναι αρχικά η μουσική των καταπιεσμένων […] οι καταπιεσμένοι καταργούν την Ενάτη Συμφωνία και προσδίδουν στην τέχνη μια απεξιδανικευμένη, αισθησιακή μορφή φοβερής αμεσότητας, κινώντας, ηλεκτρίζοντας το σώμα και την ψυχή».

Κλείνοντας ας ξεχάσουμε τον Adorno και ας ακούσουμε τον Ernst Fischer από το βιβλίο του Η επανάσταση είναι αλλιώς, εκδόσεις Γλάρος,1975, μετάφραση Τίμος Παπακώστας. Πρόκειται για απαντήσεις του Fischer σε δέκα ερωτήματα που του υπέβαλαν γραπτώς δεκαεπτάρηδες μαθητές. Ερωτήματα για το μέλλον του μαρξισμού-λενινισμού, για το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, για τον αθεϊσμό, για το Beat, για τα καθήκοντα των κριτικά σκεπτόμενων μαθητών κ.ά. Μας ενδιαφέρει το ένατο κεφάλαιο που επιγράφεται «Διόνυσος» και το οποίο δίνει απάντηση στο ερώτημα «Ποια η λειτουργία του Beat και από πού προέρχεται». (Το ίδιο κεφάλαιο έχει επίσης δημοσιευτεί, σε μετάφραση Τ. Στεργίου, στο περιοδικό Ηριδανός, τεύχος 2-3 του 1973.) Ο Ernst Fischer βλέπει θετικά την τζαζ και δέχεται αυτό που είπε ο Γερμανός κριτικός Joachim-Ernst Berendt, ότι δηλαδή η τζαζ «είναι η απόδραση από το σύστημα της σύγχρονης οργάνωσης». Ο Fischer         σημειώνει ότι η μουσική που αρχικά έρχεται να επιβληθεί με επιθετικότητα και απρέπεια και να προκαλέσει σοκ («και το βαλς ήταν κάποτε ένα σοκ — ξενικό, ηδονικό, έξω από τα ήθη, βακχικό— για να καθιερωθεί αργότερα σε αστικό χορό»), τελικά δεν ξεφεύγει από την ενσωμάτωση, όπως και η παλιά τζαζ, οι Beatles και η ποπ. Καταλαβαίνει όμως, ή διαισθάνεται, κάτι πολύ σημαντικό, ότι «ο νέος ρυθμός ζωής που είχε εξαγγείλει η τζαζ παράγει στη συνέχεια όλο και καινούριες μορφές, όταν οι παλιές μπαίνουν στην κατανάλωση».

Στο κεφάλαιο αυτό ο Fischer φαντάζεται τον Διόνυσο να επιστρέφει στην εποχή μας και να φέρνει μαζί του, εκτός από το θύρσο, τον ήχο της τζαζ και το ρυθμό του Beat. Ο Διόνυσος ως ανατρεπτική δύναμη, ως ενσαρκωτής μιας νέας (ουτοπικής έστω) κοινωνίας που θα προέλθει από το νέο ρυθμό και τις αξιώσεις της νέας γενιάς. Η διονυσιακή εξέγερση απλώνεται. «Η διονυσιακή διαμαρτυρία ενάντια στο κύρος της εξουσίας και στην παράδοση».

Ας κλείσουμε πια οριστικά το θέμα με μία παράγραφο του Ernst Fischer που την απευθύνει στους δεκαεπτάρηδες του 1970, δηλαδή στους σημερινούς πενηντάρηδες. «Ίσως να ήταν το Beat το πρώτο χτύπημα του ηττημένου, από τους πουριτανούς Money-Makers, Διόνυσου ενάντια στον κόσμο των προνομιούχων. Όποιος είναι νέος ακούει την καρδιά που πάλλει τον πρώτο χτύπο. Η jazzy διαπερνάει μέχρι τα κόκαλα το φρακοφορεμένο συρφετό, το συρφετό των αφεντάδων και με το ρυθμό του Beat στα πισινά και του σουίνγκ χτυπάει κατάμουτρα τους θιγμένους εκπροσώπους του Νόμου και της Τάξης. Beat και σουίνγκ, και όχι πια έντιμος, καθωσπρέπει και δειλός, αλλά jazzy με φανταχτερά πουκάμισα και παρδαλά ρούχα και όχι πια το «Αιώνιο θηλυκό» και το αλαζονικό αρσενικό, μα πολύ περισσότερο το παρδαλό των φύλων, το ξεσήκωμα της φαντασίας ενάντια στο πατριαρχικό στοιχείο, την ανατροφή και την κοσμιότητα. Όποιος δεν βγαίνει έξω από τον εαυτό του, δεν μπορεί να έρθει στον εαυτό του, σ’ αυτόν τον κόσμο του νόμου, της εξουσίας και της κατάχρησης, της λογοκοπίας και του εμπορίου».

[1] Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο του Αντόρνο «Τζαζ, η αιώνια μόδα» εδώ.

[2] Μπορείτε να διαβάσετε ή να κατεβάσετε αυτό το βιβλίο εδώ.

Κατεβάστε αυτό το άρθρο μαζί με άλλα δύο από το βιβλίο Τζαζ ιστορίες και ανησυχίες, εδώ.

Περισσότερα e-books στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του Ερανιστή, ΕΔΩ.

(Εμφανιστηκε 772 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)