5 Μαρτίου 2017 at 11:43

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Ξ & Ο

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Ξ & Ο 

Βιογραφικά του συγγραφέα και τα υπόλοιπα δημοσιευμένα λήμματα μπορείτε να τα δείτε εδώ.

Ξ

ξάγι το: η αμοιβή του μυλωνά σε είδος, δοχείο μέτρησης. Παρ. «Καθένας με τον πόνο του κι ο μυλωνάς το ξάγι (ή τ αυλάκι)» – «Ο κακός ο μύλος έχει και το ξάγι του κακό.» Μακρ.: Ζήτησα από αυτούς τους προεστούς και εμπόρους ένα δάνειον και με δάνεισαν πεντέξι-χιλιάδες γρόσια είχα και εγώ ως τότε καπετάλι εικοσιτέσσερα γρόσια, τα προστοίχησα εις τους χωργιάτες και έπιασα βρώμη τον χειμώνα, να την λάβω εις τ᾿ αλώνια. Την πιάνω τέσσερα γρόσια το ξάι, την σύναξα εις τ᾿ αλώνια (και ήταν έλλειψη) και την πουλώ δεκαέξι | < λατιν. exagium.

ξαγκουσεύω: εξυπηρετώ κάποιον, απαλλάσσω από την αγκούσια, την έγνοια, το βάρος, τον κόπο, αλαφρώνω κάποιον, τον βοηθάω. ΦΡ. Με ξαγκόσεψε: με βοήθησε σημαντικά, έκανε μέρος της δουλειάς, με ξαλάφρωσε. Παπαευαγγ.: Είχα κι γώ παντουχή να μας ξιαγκουσεύει τώρα που πήγι η Τάκς σ΄ν Ίλβιτία!

ξαίνω: κατεργάζομαι το μαλλί ή το βαμβάκι, ώστε να είναι έτοιμο για κλώσιμο· λαναρίζω. Παρ.: «Ήρθα για να ξανασάνω κι εύρηκα μαλλιά να ξάνω» | < αρχ. ελλ. ξαίνω, μέλ. ξᾰνῶ, αόρ. αʹ ἔξηνα· Παθήτ., αόρ. αʹ ἐξάνθην: χτενίζω ή λαναρίζω το μαλλί που προκύπτει από το κούρεμα των ζώων, ώστε να το κάνω κατάλληλο για γνέσιμο· λέγεται για ύφασμα, καθαρίζω ή κατεργάζομαι, ξαίνω τν πέπλον · μτφ., κατεργάζομαι, αλωνίζω, χτυπώ, δέρνω, άβδοις ξαινον τ σώματα.

ξακρίζω: καθαρίζω, μαζεύω, τα υπολείμματα από τις άκρες ενός υλικού· βάζω στην άκρη λεφτά, κομπόδεμα, αποταμιεύω, ξεχωρίζω μερίδιο για τον εαυτό μου. Ξακρίζω λεφτά, ζυμάρι, ζύμη, χωράφι κ.α | < ξ(ε)- άκρ(η) -ίζω.

ξάκρισμα το: η γεωργική εργασία στις άκρες των χωραφιών. Παρ.: «Θέλει το χωράφι ξάκρισμα κι όχι το σκαφίδι ξυάρισμα.»

ξάμηνο το: εξάμηνο. Γκοτζ.: Το περασμένο ξάμηνο καθόμουν σε μια γριά, / κάποια κυρά Δημήτραινα, πλύστρ᾿ από το Μωριά.

ξανά μανά: ως επίρρ. ξανά και ξανά, «φτου κι απ᾿ την αρχή», πάλι και πάλι.Τσιφ.: Ξανά μανά χήρος ο βασιλιάς, έψαχνε για νύφη. -Εμείς πολεμήσαμε, σκοτωθήκαμε, λαβωθήκαμε, ξανά μανά σκλάβοι θα γίνουμε;

ξανασαίνω: παίρνω μια ανάσα, ξεκουράζομαι, ξαποσταίνω. Βηλ.: Κι οι Μπακακάδες θάρρεψαν και χαμοξανασαίνουν / και με καινούργιες δύναμες τη μάχη πάλι σταίνουν. Βλ. & ξαίνω.

ξανοίγω: αρχίζω να μιλώ, να τραγουδώ. Κρυστάλ.: Και σ’ όποιο δέντρο κι αν σταθούν, σ’ όποιο κοντρί [σ.σ. κοτρόνι, πέτρα] ακουμπήσουν, / εις το μουρμούρι του κλαριού, εις τη θωριά του βράχου / γλυκόν γλυκό και πρόσχαρον χαιρετισμό ξανοίγουν: / «Γεια και χαρά στον κόσμο μας, στον όμορφό μας κόσμο!»

ξανοίγομαι: πλέω, ταξιδεύω στ’ ανοιχτά της θάλασσας, απομακρύνομαι· κάνω παράτολμες κινήσεις· «ανοίγω» την καρδιά μου, εκδηλώνομαι χωρίς δεύτερη σκέψη. Παρασύρθηκαν με τη βάρκα τους όταν ξανοίχτηκαν από τα παράλια της Τουρκίας. Μπήκαν να κολυμπήσουν και ενδεχομένως ξανοίχτηκαν. Γκοτζ.: Εκείνον τον καιρό όμως η αγορά ήταν κλειστή και οι γυναίκες δύσκολα ξανοίγονταν σε στράτες μακρινές. Μην ξανοίγεσαι, οι καιροί είναι δύσκολοι.

ξαποσταίνω: ξεκουράζομαι, αναπαύομαι, κάνω διάλειμμα για ξεκούραση. Σεφ.: ...θ ξαποστάσουμε μαζ / κάτω π᾿ τ θόλο τν πλατάνων / σιγ-σιγ θ ρθον κοντά σου / τ περιβόλι κι ο πλαγιές σου. Βλ. & αποσταίνω.

ξαραθυμώ: βλ. & αραθυμώ.

ξάργου & ξαργού: επίρρ. επίτηδες, γι᾿ αυτό το σκοπό. Παπαδ.: -Σιώπα, Λενιώ μου! επε κα γραα. γ ρθα ξαργο γι ν σ σηκώσω ταχι τ πουρνό, ν σ πάω στν ι-Λιά, ν σ μεταλάβω, κορίτσι μου… Παπαευαγγ.: Όλου μουλουγούσι ικί στου καφινείου τ΄ Αρδουβαγγέλ᾿ που κάθουνταν καμιά δικαριά τρόιρα απού τ΄ξυλόσουμπα, κι τόφκιανι ξαργού, να πιεί κάνα τσίπουρου. – Μια μέρα η Τζέλας, έκρυψει μια μπλιόρα μι του τσιουκάν, ξαργού, κι η Μήτρους ξιπουδαργιάσκει να τ΄ βρεί.

ξαρμυρίζω & ξαλμυρίζω: κάνω κάτι λιγότερο αρμυρό· ξαλμυρίζω μπακαλιάρο, τυρί, παστά ψάρια κ.α | < ξ(ε)- αρμυ ρ(ός), αλμυρ(ός) -ίζω

ξαρρωστικό το: τρόφιμο, παρασκεύασμα, βοτάνι κλπ. που δίνεται σε αρρώστους, για να γίνουν καλά, δυναμωτικό. Κακριδ.: Τέτοιας λογής βοτάνια φύλαγε θαματουργά η Ελένη, / ξαρρωστικά· τα ᾿χε απ᾿ την Αίγυπτο, της Πολυδάμνας δώρο, / της γυναικός του Θώνα· αρίφνητα φυτρώνει η γης κει πέρα, / μισά ξαρρωστικά, αξεδιάλεχτα, μισά φαρμακωμένα (τοα Δις θυγάτηρ χε φάρμακα μητιόεντα, / σθλά, τά ο Πολύδαμνα πόρεν, Θνος παράκοιτις / Αγυπτίη, τ πλεστα φέρει ζείδωρος ρουρα).

ξαστουχμένος ο: αυτός που ξαστοχάει, δεν θυμάται, λησμονή, ξεχασιάρης, αφηρημένος | < ελνστ. αστοχώ, βλ.λ.

ξάργου & ξαργού: επίρρ. επίτηδες, γι᾿ αυτό το σκοπό. Ήρθαμε ξαργού.

ξαρρωστικό το: αυτό που σε ξαρρωσταίνει, σε κάνει καλά, ό,τι δίνουν στους αρρώστους. Κακριδ.: Τέτοιας λογής βοτάνια φύλαγε θαματουργά η Ελένη, / ξαρρωστικά· τα ᾿χε απ᾿ την Αίγυπτο, της Πολυδάμνας δώρο, / της γυναικός του Θώνα· αρίφνητα φυτρώνει η γης κει πέρα, / μισά ξαρρωστικά, αξεδιάλεχτα, μισά φαρμακωμένα (τοα Δις θυγάτηρ χε φάρμακα μητιόεντα, / σθλά, τά ο Πολύδαμνα πόρεν, Θνος παράκοιτις / Αγυπτίη, τ πλεστα φέρει ζείδωρος ρουρα)

ξαστουχμένος ο: αυτός που ξαστοχάει, δεν θυμάται, λησμονεί, ξεχασιάρης, αφηρημένος | < ελνστ. αστοχώ, βλ.λ.

ξαστοχώ: Βλ. & αστοχώ.

ξαφρίζω: βγάζω, παίρνω, συλλέγω, αφαιρώ τον αφρό από υγρό (που βράζει)· κλέβω, λουφάρω, ζουλάρω, τσεπώνω. Παπαγ.: Οπλισμένοι με καλάσνικοφ, εισέβαλαν σε έναν γάμο και ξάφρισαν ό,τι είχαν και δεν είχαν οι εορτάζοντες. Τσιφ.: Το λοιπό κείνο το βράδι ήτανε στο λωφορείο ένας χοντρός της λαχαναγοράς και πως έκανε και του ξάφρισε το μασούρι από τη τσέπη τη κοφτή. Γερό μασούρι, μέχρι είκοσι και κάτι ψιλά.

ξάφρισμα το: το μάζεμα του αφρού, κλοπή, κλεψιά, ζούλα, λούφα. Ροΐδης: Το έθνος ημών υφίσταται πολιτικήν τινά ζύμωσιν, καθ᾿ ην τα ακαθαρτότερα στοιχεία ανέρχονται και επιπλέουσιν εν είδει εξαφρίσματος, επί της επιφανείας. Ο τοιούτος αφρός, κατέχων, κατά τους νόμους της φυσικής, τα ανώτατα στρώματα, θέλει κυβερνά, φλυαρεί και κλέπτει ασυστόλως την Ελλάδα, μέχρις ου τελειώσει η ζύμωσις και λάβη ανά χείρας ο λαός την μεγάλην εξαφριστικήν κουτάλαν.

ξεβγαίνω: αποκτώ εμπειρία, μαθαίνω με τον καιρό· βγαίνω από κάποια υποχρέωση, ανάγκη· ξεψαρώνω. Παρ.: «Τα παπιά και τα παιδιά όσο που να ξεβγούν είναι.» | < μσν. εξεβγαίνω < εξ- (> ξε-) βγαίνω.

ξεγίνομαι: το αντίθετο του γίνομαι, αναιρούμαι· ό,τι γίνεται δεν ξεγίνεται· λέγεται για πράγματα που έγιναν και δεν αλλάζουν. Βηλ.: Ωστόσο το τι γίνηκε, πλιο δεν μπορή να ξεγένη.

ξεγλεντώ: διασκεδάζω κάποιον· περνώ την ώρα μου ευχάριστα, άνετα, χαρούμενα.

ξεγλιτωμός ο: η ξελευθερία, «απελευθέρωση» σε παιδικά ομαδικά παιχνίδια, συνηθ. στο κρυφτό. Σφύριξε για ξεγλιτωμό | γλιτώνω < μσν. γλυτώνω < εγλυτώνω < εκλυτώνω < ελνστ. ἔκλυτ(ος): αφημένος ελεύθερος, χωρίς χαλινάρι (αρχ. σημ.:: χαλαρός).

ξεγλιτώνω: γλιτώνω κάποιον από κάτι, απελευθερώνω. Πάλλ.: Ατρείδη, τώρα θα γυρίσουμε λέω στην πατρίδα πίσω / με άδεια τα χέρια, αν ξεγλιτώσουμε μονάχα από το Χάρο.

ξεγουλεύομαι: παραφέρομαι, ξεπερνώ τα ενδεδειγμένα όρια, παραβιάζω τα χρηστά ήθη, γίνομαι θέαμα, νούμερο. (Μεταμόρφωση Κοζάνης).

ξεδιαλεγμένος ο -η -ο: αυτός που επιλέχθηκε προσεχτικά· μτφ. άνετος, λ.χ. Μετά από τρεις ώρες, εμφανίστηκε καλός ξεδιαλεγμένος: λέγεται για κάποιον που επέστρεψε ακμαίος μεν, αλλά χωρίς να τελειώσει τη δουλειά που είχε αναλάβει.

ξεζεύω: βγάζω τα ζώα, βόδια ή άλογα, από το ζυγό. Παρ.: «Όταν ξεζεύγουν οι γεωργοί, ζεύγουν οι κερατάδες.»

ξεζώνομαι: βγάζω τη ζώνη μου, μτφ. τρώω πολύ, όσο τραβάει η όρεξη μου, μέχρι να λύσω, να χαλαρώσω τη ζώνη μου. Λ.χ. ξιζώθκαμι κρουμμδουκεφτέδις: φάγαμε πάρα πολλούς. Δημ.: Σελλώνω τάλογό μου, ξεσελλώνεται, / ζώνομαι το σπαθί μου και ξεζώνεται, / πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.

ξεθυμαίνω: λέγεται για υγρά ή στερεά τα οποία χάνουν τις πτητικές τους ουσίες, για κάποια νοσηρή κατάσταση που αρχίζει να υποχωρεί· (μτφ.) εκτονώνομαι από κάποιο πιεστικό συναίσθημα· δίνω διέξοδο στο θυμό, στην οργή ή στη λύπη μου (Τριαντ.) Γεύση από ξεθυμασμένη σαμπάνια. Ξεθύμανε το κρασί, η κολώνια. Εύχομαι να ξεθύμανες τουλάχιστον. Ο λαός είναι αποφασισμένος για μια πολιτική αλλαγή και δεν φοβάται την ξεθυμασμένη προπαγάνδα. Βαμβ.: Tράβηξε η καρδιά μου να γράψω την ιστορία μου. Θέλω να την ιδώ γραμμένη και να τη διαβάσω απ᾿ την αρχή ως το τέλος σα να ήταν κάποιου άλλου. Πιστεύω πως έτσι θα ξεθυμάνει το φούσκωμα της καρδιάς που μου σταλάξανε τόσα πολλά και διάφορα, τέτοια που ο καθένας δεν θα ήθελε να τα ᾿χει στη δική του την ιστορία | < μσν. ξεθυμαίνω < ελνστ. ἐκθυμαίνω (ἐκ- > ξε-) επιτατ. του αρχ. θυμαίνω: είμαι θυμωμένος.

ξεΐσκιωμα το: το ξεμάτιασμα. Επίσης όταν το μωρό κλαίει χωρίς λόγο το ξεϊσκιώνουν. Για να γίνη το ξεΐσκιωμα πρέπει να φέρουν μιά κούπα νερό, που θα το πάρουν από τα «ξωνέρια» του χωριού, και θα το φέρουν στο σπίτι χωρίς να μιλήσουν καθόλου στο δρόμο.

ξεϊσκιώνω: ξεματιάζω. Βλ. ξεΐσκιωμα το.

ξειχμάδι το: ξεχειμάδι, ζώο ενός έτους, που έχει ζήσει έναν χειμώνα.

ξέκαμα το & ξεκάμωμα το: η εξόντωση, η ανθρωποκτονία, σκοτωμός, σκότωμα, φόνος, εξουδετέρωση, βαριά κόπωση, υπερβολική κούραση, κάματος, μεγάλος κόπος. Τον είχαν για ξέκαμα αλλά γλίτωσε από τύχη | < ξεκάνω, βλ.λ.

ξεκάνω: εξοντώνω, σκοτώνω, αφανίζω· εξαντλώ σωματικά, φθείρω ή καταστρέφω, πουλάω όσο όσο, κυρίως όταν βρίσκομαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση· χαλάω κάτι που είχα φτιάξει, Πβ. λέω-ξελέω. Παπαδ.: Ετα μετ καιρν πώλησε τ λογο, κ᾿ γόρασε μουλάρι. Κα μετ᾿ λίγον κόμη ξέκαμε τ μουλάρι, κ᾿ γόρασε γαϊδουράκι | < μσν. ξεκάνω < ξε – κάνω.

ξεκαπίστρωτος -η -ο: επιθ. χωρίς καπίστρι, χωρίς έλεγχο και όρια. Γαϊδούρι ξεκαπίστρωτο. Βλ. & καπίστρι το.

ξεκαπνίζω: διώχνω, απομακρύνω την καπνιά, συνήθ. από τζάκι, μπουρί κλπ.· μτφ. διώχνω την ανία, την πλήξη, το άγχος από κάποιον· γκαζώνω υπερβολικά ένα μηχάνημα, αυτοκίνητο κλπ.

ξεκατίνιασμα το: μτφ. το κουτσομπολιό· η σωματική καταπόνηση της μέσης λόγω βαριάς εργασίας. Καρκ.: Άλλοι το απόδωκαν στο νερό, άλλοι στους κόπους, άλλοι στο στραβοπλάγιασμα και το ξεκατίνιασμα των γυναικών τους.

ξεκατινιάζομαι: πονούν τα κατίνια μου, η μέση μου, κουράζομαι από βαριά σωματική εργασία, εξαντλούμαι, τελείως από βάρος ή κούραση· κουτσομπολεύω. Ενεργ. ξεκατινιάζω: μτφ. κουράζω κάποιον με υπερβολικό βάρος ή πίεση στα κατίνια, βλ. κατίνι το. Μας ξεκατίνιασαν τα τσουβάλια, τα βαρέλια· όλη μέρα ξεκατινιάζεται με τις γειτόνισσες.

ξεκληρίζω: λέγεται για έθνος, γενιά ή οικογένεια που αφανίζεται, που χάνεται ολοκληρωτικά χωρίς να αφήσει απογόνους. Ένα ολόκληρο χωριό ξεκλήρισαν μαχητικά αεροσκάφη, στην περιοχή του βορείου Ιράκ. Ξεκληρίστηκε οικογένεια σε συντριβή ιδιωτικού αεροπλάνου | < ξε- κλήρ(ος) -ίζω. Βλ. & κλήρα η, φθισικός ο.

ξεκλιάζομαι: ξεκοιλιάζομαι, τρώω ή και πίνω πάρα πολύ, μέχρι να γεμίσει η κοιλιά μου, όσο τραβάει η όρεξή μου. Ξεκλιάστηκε κοκορέτσι.

ξεκλιαστάης ο: αυτός που τρώει μέχρι να γεμίσει η κοιλιά του, ο φαγάς, που έχει το νου του στο φαί και το πιοτό. Μαζεύτηκαν όλοι οι κρυώνηδες κι οι ξεκλιαστάηδες, δεν έμεινε ψίχουλο | < μσν. κοιλιά < αρχ. ελλ. κοιλία.

ξεκουκουδιάζομαι: βγάζω τα κουκούδια από τη μύτη, καθαρίζω το εσωτερικό της μύτης. Βλ. κουκούδι.

ξεκουκούδιασμα το: σκάλισμα σε κουκούδι, βλ.λ.

ξεκουκουτσωτής ο: εργαλείο που αφαιρεί κουκούτσια από καρπούς.

ξεκουμπίζομαι: φεύγω κακήν κακώς, παίρνω δρόμο, αποχωρώ, λέγεται προσβλητικά για για κάποιον που υποχρεώνεται να φύγει από κάπου, όπου είναι ανεπιθύμητος ή τον διώχνουν. Ξεκουμπίδια τα: λέγεται σε κάποιον του οποίου η παρουσία είναι πολύ ενοχλητική. Όπως βλέπετε, πάτερ, τα καταφέραμε. Ξεκουμπίζονται ένας ένας! Ξεκουμπίστηκε ο Λ. από το Υπουργείο Υγείας. Τη Δευτέρα ξεκουμπίζονται. Πάει, ξεκουμπίστηκε ο εξαποδώς. Καλά ξεκουμπίδια! Καλά ξεκουμπίδια, μηχανορράφοι! | < ίσως αρχ. ελλ. ἐκκομίζω: μεταφέρω προς τα έξω.

ξεκουπάρ(ι)κο το: λέγεται και ξεκοπό· είδος χορού, κατά τον οποίο ο χορευτής είχε το περιθώριο να αυτοσχεδιάσει με καθίσματα, στροφές, χτυπήματα κ.α. Βλ. & μπεράτι το. | < ξεκόβω: απομακρύνομαι από τη σειρά.

ξεκουτιαίνω & ξεκουτιάζω: ξεμωραίνομαι, θολώνω, χάνω τη σπιρτάδα του μυαλού, την πνευματική διαύγεια, κυρίως λόγω γηρατειών, περασμένης ηλικίας. Γκοτζ.: Μα άλλοι από κείνους που ᾿ξερε είχαν πέσει ασήκωτα στη γης, άλλοι είχαν ξεκουτιάνει, δεν τους λογάριαζαν τα παιδιά | < ξε- κουτ(ός) -ιαίνω, -ιάζω.

ξεκούτης ο & ξεκούτα η / ξεκουτιασμένος -η -ο: ξεκουτιάρης, ξεμωραμένος, που έχει χάσει, έχει φυράνει το μυαλό του. Μαγκούφηδες και ξεκούτηδες, σχολιάζουν την επικαιρότητα και γκρινιάζουν με τα πάντα. Γεροξεκούτης. Πάλλ.: …έστεκε, χάμου βλέποντας, με μάτια στυλωμένα / στη γης, και το ραβδί μπροστά για πίσω δεν κουνούσε, / παρά το βάσταε ασάλεφτο σαν άπραχτος κανένας· / λες είταν άθρωπος ζαβός, ξεκουτιασμένος έτσι.

ξεκωλώνω: μτφ. καταπονώ, εξαντλώ. Μας ξεκώλωσε η ανηφόρα, η δουλειά.

ξεκωλώνομαι & ξεκωλιάζομαι: μτφ. καταπονούμαι υπερβολικά, μού «φεύγει ο κώλος», εξαντλούμαι από μια δραστηριότητα· είμαι υπερβολικά τυχερός, κωλόφαρδος, φάφας. Ξεκωλωθήκαμε να τρέχουμε. Ξεκωλώθηκε να βρέχει ο παλιόκαιρος. Παρ.: «Είπαν της γριάς να χέσει, κι εκείνη ξεκωλώθηκε

ξελογιάζω & ξελογιάζομαι: ξεμυαλίζω, κάνω κάποιον να χάσει τα λογικά του, να φέρεται όπως επιθυμώ· εμπνέω έρωτα παράφορο· λέγεται συνήθ. για ερωτική παραπλάνηση, γοητεία. Ο βαρυποινίτης που ξελόγιασε την ξανθιά. Ξελογιάστηκε και χωρίζει ο Κώστας | < μσν. ξελογιάζω. Βλ. & ξελογιάστρα η.

ξελογιάστρα η: αυτή που ξελογιάζει, γοητεύει ερωτικά. Πάλλ.: Είπε, και λει απ’ τα στήθια της το κεντητό ζουνάρι / μυριόχρωμο, πούναι όλα της τα μάγια εκεί πλεγμένα. / Εκεί είναι ο Πόθος κι Έρωτας, εκεί είναι η ξελογιάστρα / Γλυκομιλιά που και το νου τον πιο γερό τρελαίνει. Οι ξελογιάστρες της μεγάλης οθόνης. Είναι μερικές γυναίκες πραγματικά ξελογιάστρες. Βλ. & ξελογιάζω.

ξεμαθαίνω: ξεχνώ ό,τι έμαθα, ξεσυνηθίζω, αφήνω τις συνήθειές μου, αλλάζω τρόπους. Ξέμαθα από δουλειά, το γράψιμο. Παρ.: «Κώλος πούμαθε να κλάνει εύκολα δεν ξεμαθαίνει.» | < μσν. ξεμαθαίνω < ξε- μαθαίνω ή < αρχ. ἐκμανθάνω: μαθαίνω πλήρως.

ξεματζούκλωτος -η -ο: άγαρμπος αλλά δυνατός, άτσαλος, αυτός που κάνει χοντροκομμένες, κάπως αδέξιες κινήσεις.

ξεματιάζω: με ξόρκια και άλλες πρακτικές εξουδετερώνω το «μάτι», το μάτιασμα, τη βασκανία. Βλ. & στέκα.

ξεμάτιασμα το: Ευχές για ξεμάτιασμα και φυλαχτά για το κακό μάτι. Ξεμάτιασμα με λάδι. Σε ένα φλιτζανάκι του καφέ βάζουμε νερό. Το σταυρώνουμε και λέμε το όνομα του «ματιασμένου». Ομοιοπαθητική: πιο αποτελεσματική κι απ᾿ το ξεμάτιασμα;

ξεμεσιάζομαι: πιάνεται, κουράζεται η μέση μου, «μου φεύγει η μέση»· λέγεται για κοπιαστική σωματική εργασία. Ξεμεσιασμένος.

ξεμοναχιάζω: παίρνω κάποιν παράμερα, καταφέρνω να βρεθώ μόνος μαζί του μακριά από άλλους. Παρίστανε τον ταξιτζή και την ξεμονάχιασε στην ερημιά. Τσιφ.: Στο μεταξύ, ο Μπιαντράτε ξεμονάχιασε την Γεραλδίνη και την καθάρισε να μην ξέρει το μυστικό του κανείς. – Δεν είχανε τι να φάνε οι Γάλλοι, εξαντλιόντουσαν, και τότε κατεβαίνανε μπουλούκια μπουλούκια οι αντάρτες, τους ξεμοναχιάζανε και τους λιανίζανε | < μσν. εξεμοναχιάζω < (ε)ξε- μονάχ(ος) -ιάζω.

ξεμουστώνω: ξεμεθώ, συνέρχομαι από οινοποσία | < μούστος < ελνστ. μοῦστος < λατ. must(um): νέο κρασί -ος.

ξέμπαρκος -η -ο: ναυτικός που έχει ξεμπαρκάρει, που δεν εργάζεται σε ένα πλοίο προσωρινά ή μόνιμα· μτφ. αυτός που απομένει, ξεμένει στην ίδια κατάσταση, χωρίς μπάρκο, δουλειά, παρέα, υποχρεώσεις, φίλους κλπ. Ξέμπαρκες σκέψεις πριν τη μετακόμιση. Εδώ στα Τρίκαλα, βλέπω ωραίες γυναίκες που δεν έχουν σχέσεις με άντρες, δηλαδή είναι ξέμπαρκες. Του είπε να φέρει στο πρόγραμμα κάποια καλά ονοματάκια που ήταν ξέμπαρκες για τη σεζόν, να βγαίνουνε αυτές πρώτες. Τσιφ.: Κάνει ότι θύμωσε, μαζεύει τους δικούς του, μπαρκάρει από τη Γαλλία κι άφησε του άλλους σταυροφόρους ξέμπαρκους εδώ πέρα. -Α τον κερατά!

ξεμπλέτσωτος -η -ο: επιθ. μπλέτσος λέγεται ο γυμνός, ο τσίτσαρος, ο γκόλιαβος.

ξεμπομπολιάζω: ξεχωρίζω τα μπομπόλια, τους σπόρους του καλαμποκιού, τα φασόλια χωρίς το τσόφλι τους κλπ. | < Βλ. & μπομπόλι το.

ξεμποσιανίζω: παραπλανώ. Παθήτ. ξεμποσιανίζομαι: παρασύρομαι απρόσεχτος, χαλαρώνω, κάνω κάτι με υπερβολική σιγουριά, ξεγελιέμαι. Τα μάτια σου δεκατέσσερα, μην ξεμποσιανίζεσαι | < πιθ. από το μπόσικος < τουρκ. bos: χαλαρός.

ξεμυτίζω: μτφ. προβάλλω, ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι προσεκτικά ή δειλά, ενώ ήμουν αφανής, κρυμμένος, άφαντος, βγαίνω με προφυλάξεις, εξέρχομαι. Τα πρώτα χελωνάκια της Πελοποννήσου ξεμύτισαν από την φωλιά τους. Ξεμύτισε λιγάκι ήλιος… Να ξεχυθούμε για καφέδες, όσο προλαβαίνουμε. Τσιφ.: Ο στόλος του κούρσευε τα αγγλικά παράλια, έκαιγε χωριά και πόλεις και δεν άφηνε αγγλικό καράβι να ξεμυτίσει. | < ξε- μύτ(η) -ίζω < μσν. μύτη < μύτ(ις) < αρχ. θ. μυτ- (σύγκρ. αρχ. (ἀπο)μύσσομαι: φυσάω τη μύτη, μύτις: όργανο των μαλακίων) < θ. μυκ- (μύξα, μυκτήρ: ρουθούνι).

ξεμωραίνω & ξεμωραίνομαι: λέγεται για άνθρωπο μεγάλης ηλικίας που έχει πάθει άνοια ή που έχει χάσει την πνευματική του διαύγεια και συμπεριφέρεται ανόητα σαν μωρό παιδί· ξεκουτιαίνω, (Τριαντ.)· κάνω κάποιον βλάκα, να χάσει τα λογικά του, την αίσθηση του μέτρου. Μου φαίνεται πως ξεμωράθηκε ο κυρ-Κώστας. Ξεμωράθηκε το χούφταλο. Με αυτή τη 17χρονη ξεμωράθηκε ο πενηντάχρονος ηθοποιός. Πάλλ.: Μα αν τέτοιο λόγο αληθινά τον λες με τα σωστά σου, / τότες θα πει οι αθάνατοι πως σ᾿ έχουν ξεμωράνει, / που εδώ μου ψέλνεις ορισμούς του Δία ν᾿ αστοχήσω | < ελνστ. μωραίνω, αρχ. σημ.: είμαι χαζός.

ξεμωραμένος -η -ο: ηλικιωμένος που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας, που έχει φυράνει το μυαλό του· ηλικιωμένος ή μεσήλικας που ενεργεί με τρόπο τον οποίο οι άλλοι θεωρούν ανάρμοστο για την ηλικία του. Τσιφ.: Παρ᾿ όλα αυτά το «σύγγραμμα» έκανε κρότο, ένας ξεμωραμένος καθηγητής που τον κολάκευε συστηματικά το χαρακτήρισε «διανοητικό μνημείο.»

ξεπλατίζομαι: πιάνεται, πονάει, ταλαιπωρείται η πλάτη μου από το πολύ βάρος, τη σωματική προσπάθεια· ενεργ. ξεπλατίζω. Παπαδ.: …κάθιδροι π τ καμα, γογγύζοντες, λεγαν, ννοοντες τν νεκρόν: – «Τώρα δ βρέθηκε κι ατς ν μς ξεπλατίσ πτωχς Σακελλάριος δν θελε ν ξεπλατίσ οτε νεκροθάπτας, οτε νεκροπομπούς, οτε φερετραγωγούς, οτε τος φίλους.σον πλεαν ατο μ τν βάρκαν, τόσον τος φευγε, χωρς ν κινται φθαλμοφανς, μυστηριώδης πυρσός. βαλαν δύναμιν ες τ κουπιά, «ξεπλατίσθηκαν.»

ξεμπουρδαλιάζω: ξεσαλώνω, αλητεύω, περιφέρομαι εδώ κι εκεί. Παπαδ.: Η θαλασσία εκδρομή έμελλε να διαρκέσει 48 ώρας ή το πολύ τρεις ημέρας. Ο Μπαμπούκος δεν ήθελε ν᾿ αφήσει τον υιόν του να «ξεμπουρδαλιάζει», και εζήτει να τον πάρει μαζί. Αλλ᾿ ο Πάπος αγαπούσε, ναι, τις βάρκες, αγαπούσε και την θάλασσαν, αλλά δεν έστεργε την πειθαρχίαν.

ξενάκι το: ο ξένος, από άλλον τόπο. Παραδοσ.: λα βαριά, σιγ κα ταπεινά, / μν πάρουν τ ρματα φωτιά, / κα κάψουνε τ γειτονιά. / ρχουμαι, καλέ μ, δν ρχουμαι, / ξω στν πόρτα στέκουμαι, / ξενάκ εμαι κα ντρέπουμαι. Βλ. & άχτι το.

ξενέρωτος -η -ο: που δεν έχει πιεί, ξεμέθυστος, ξεμουστωμένος· άνθρωπος βαρετός, πληκτικός, ανιαρός, αδιάφορος, αμέτοχος στην κεφάτη συναναστροφή. Παρ.: «Αυτά που θες ξενέρωτος, τα κάνεις μεθυσμένος.»

ξενερώνω: ξεμεθώ, συνέρχομαι από μεθύσι, απογοητεύομαι και πλήττω, χάνω τον αρχικό ενθουσιασμό, την καλή διάθεση, το κέφι, την όρεξη. Τσιφ.: Αλλά έτσι και ξενέρωσε, το ανθίστηκε το παιχνίδι του πάπα. «Αυτός θέλει να με διώξει, για να μην τον ενοχλώ.» | < μσν. ξενερώ(νω): προεξέχω απ΄ το νερό < ξε- νερ(ό) -ώνω.

ξενοδούλι το: η δουλειά σε ξένη ιδιοκτησία, για λογαριασμό τρίτου, ημερομισθία, μεροκάματο, συνήθως αγροτικές εργασίες. Βάρν.: Μεροδούλι ξενοδούλι δέρναν ούλοι οι αφέντες δούλοι / ούλοι δούλοι αφεντικό και μ᾿ αφήναν νηστικό.

ξενομερίτης ο & ξενομερίτισσα η: αυτός που έχει έρθει από ξένο μέρος, που δεν είναι ντόπιος | < ξενο- + μέρ(ος) -ίτης· ξενομερίτ(ης) -ισσα.

ξενομώ: διώχνω μακριά. Μτχ. ξενομισμένος, διωγμένος, απόβλητος. ΦΡ. Ξενόμα το: διώξτο. Δημ.: Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ, / μάνα μ᾿ μ᾿ έδιωχνε, μάνα με ξενομούσε / κι ο πατέρας μου κι αυτός μού λέει φεύγα. / Φεύγω κλαίοντας, φεύγω παραπονιώτας. Καρκ.: Ποτέ κότα δεν ξενόμισε, ποτέ μελίσσι δεν πήγε να στήσει αλλού το κουβέλι του. Ένας μάλιστα κόκορας προχωρούσε άφοβα ως το σπίτι | πιθ. < ελνστ. νομή: κτήση, η φυσική εξουσία ενός προσώπου επάνω σε κινητό ή σε ακίνητο πράγμα και τόπος όπου υπάρχει νομή, χόρτο για τα ζώα | < αρχ. ελλ. νομή.

ξενουφαλιάζομαι: αφαλοκόβομαι, καταπονούμαι πολύ σωματικά | < αφαλός < οφαλός < αρχ. ελλ. ομφαλός.

ξενταλάκωτος -η -ο: με ανοιχτά, εκτεθειμένα τα νταλάκια, το στήθος, ξεκούμπωτος. Βλ. & νταλάκι το.

ξεπάτωμα το: κάματος, μεγάλη κούραση, κόπος.

ξεπατωμάρα η & ξεπατωμός ο: ξεπάτωμα, μτφ. καταστροφή, μεγάλη ζημιά, σοβαρή βλάβη, λίθρος, όλεθρος, τσακισμάρα. Παπαδ.: βγαιναν, μάννα κα κόρη, ξω, στ πάνω τ λιακωτό τους, τ παλαιν κα τοιμόρροπον, γραία Κακαβάραινα κ᾿ κόρη της τ Μελαχρώ, μεσημέρι κα βράδυ κα μεσάνυχτα, κ᾿ λυναν τ κλώνια τς μανδήλας τους, κ᾿ ξεσκουφώνοντο, κ᾿ τραβοσαν τ μαλλιά τους, κα κατηρντο «ν πέσ ξεπατωμς» στν γειτονιά· στη ΦΡ. «ξεπατωμάρα κακιά!»: να ξεπατωθεί, ας πάει να χαθεί, να εξαφανιστεί.

ξεπατώνομαι: μου φεύγει ο πάτος, ξεθεώνομαι, κουράζομαι πολύ εξαντλούμαι, φτάνω στα όρια της σωματικής και ψυχικής αντοχής, καταστρέφομαι, γιαστράβομαι· μτχ. ξεπατωμένος ο: ανυπόληπτος άνθρωπος· μτφ. ιδιαίτερα ικανός σε κάτι, «μπαγάσας». Ξεπατώθηκαν στο κουβάλημα, μιλάμε για χαμαλίκα.

ξεπατώνω: μτφ. εξαντλώ, εξαφανίζω, αφανίζω, σκοτώνω. Παπαευαγγ.: -Τι κάνεις μανούλα μου; Καλα κουρίτσι μ΄. Μόνου που μας ξιπάτουσι τσ΄κότις η δαυλιασμέν΄η αλπού! Σκαρ.: Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αυτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους.

ξεπετάγομαι: πετάγομαι ξαφνικά· μτφ. αναπτύσσομαι, μεγαλώνω, μαθαίνω γρήγορα, ξεψαρώνω. Ξεπετάχτηκε ο γιος κι ανέλαβε τις δουλειές του πατέρα. Ξεπετάχτηκαν τα πρώτα βλαστάρια. Βλ. & κουρσεύω.

ξεπέφτω: πέφτω χαμηλά, χάνω την προηγούμενη κοινωνική ή άλλη θέση, καταντώ. Παρ.: «Το βουβάλι κι αν ξεπέσει πάλι αξίζει για ένα βόδι.»

ξεπορτίζω: βγαίνω απ᾿ το σπίτι, κρυφά, για βόλτα η διασκέδαση. Οι μπόμπιρες ξεπόρτισαν. Αφού μας φίλησε και τις δύο, ξεπορτίσαμε πιασμένες χέρι-χέρι. Καζαντζ.: …στράφηκε απάνω κάτω, σβημένα τα λυχνάρια, έρημος ο δρόμος, ξεθαρρεύτηκε η γριούλα, ξεπόρτισε. Χατζ.: Αυτή μονάχα σε λίγο ξεπόρτιζε, έπαιρνε το δρόμο για τα ξένα σπίτια ή για το παζάρι | < μσν. εξωπορτίζω: βγάζω κάποιον από την πόρτα < εξώπορτ(α) -ίζω.

ξεράδι το: ξερό κλαδί, τμήμα κορμού, ξερό δέντρο· μτφ. τα μέλη, χέρια ή πόδια, που δεν κινούνται ικανοποιητικά, δεν εργάζονται. Βάρν.: Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια / κούτσα μια και κούτσα δυο στης ζωής το ρημαδιό. Τοπωνύμιο: Ξεράδια τα. Παρ.: «Μήτε δέντρο χωρίς ξεράδι μήτε άνθρωπος χωρίς ψεγάδι.», «Αφ’ ης γεράσει το δεντρί, ξεράδια δεν του λείπουν.»

ξέρα η & ξέρη η: ξηρασία, αναβροχιά, ξερός τόπος· βραχώδης αβαθής βυθός, βράχος που μόλις σκεπάζεται από τη θάλασσα ή που εξέχει λίγο από αυτήν. Το πλοίο έπεσε σε ξέρα. Παρ.: «Όποιος στην ξέρα περπατεί και θάλασσα γυρεύει, ο διάβολος οπίσω του κουκιά του μαγειρεύει.», «Για βρέχει σ᾿ όλο το χωριό, για σ᾿ όλο κάνει ξέρα.», «Παίναε τη θάλασσα, αλλά να περπατείς στην ξέρα.», «Του ήλιου ο κύκλος σε βροχή, του φεγγαριού σε ξέρη.» Βηλ.: Τα νερά αρχινάν τραβιούνται, / απομνήσκουν μες την ξέρη, / πέφτουν σε διαβάτων χέρι | < μσν. ξέρα < ξερ(ός) -α. Βλ. & κεραμάς ο, αγάλια.

ξεραΐλα η: ξέρα, ξηρασία· μτφ. σπάνη, γενική έλλειψη κάποιου πράγματος. Ξεραΐλα έπεσε φέτος με τις εφορευτικές επιτροπές και άφησαν τον κόσμο νηστικό… Ούτε καφέ… Τους είχαν υποσχεθεί πίτσες και μπύρες. Τσιφ.: Έτυχε, λοιπόν, ο Σεραφείμ να ᾿χει βγει παγάνα για μεροκάματο, φύσαγε και κείνος ο Μιστράλ που σηκώνει τις τσίγκινες στέγες, ξεραΐλα είχε πέσει στην πιάτσα, και λόγω αψιλίας έμπλεξε ο Σεραφείμ με τον Νορβηγέζο.

ξέρακας ο: το (μεγάλο) ξερό δέντρο. Αίν.: «Κούφιος ξέρακας δράκου φωνή βγάζει.» (τουφέκι – Μεσσηνία).

«ξεράτια μας»: με τη σημασία του δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, είμαστε σε δύσκολη θέση, που να ξέραμε ότι θα πάει έτσι άσχημα μια υπόθεση. ΦΡ. Ξεράτια ξέρω: δεν ξέρω τίποτα, η γνώση μου είναι ανεπαρκής, άχρηστη, ανώφελη | < ξέρω.

ξερή η: παιχνίδι της τράπουλας. Τσιφ.: Γουλιέλμο τι δουλειά έχεις εσύ με τους βαρόνους; Κάτσε να παίζουμε το βράδυ ξερή, να γελάμε | < θηλ. του επιθ. ξερός (ίσως επειδή μ’ ένα καλό φύλλο μπορεί να μείνει «ξερή», άδεια η τάβλα (το τραπέζι) όπου παίζεται.

ξερικός -η -ο: (για χωράφι ή τόπο) που δεν ποτίζεται, χωρίς φυσική άρδευση. Καρκ.: Δεν είχε χωράφια. Δηλαδή τα λίγα ξερικά που βρέθηκαν γύρω στο σπίτι έπρεπε να πιάσει βροχή για να καρπίσουν, αλλιώς δεν έδιναν ούτε το σπόρο.

ξεροβόρι το: ξερός και ψυχρός, παγωμένος βοριάς. Το χειμώνα, πού να πας για στήσιμο μ᾿ εκείνο το ξεροβόρι, τις βροχές και τα χιόνια, ενώ την άνοιξη, τα μικρά πετούμενα κυκλοφορούσανε ζευγάρια -α λα μπρατσέτα- οπότε, δεν πέφτανε… | < ξερο- + βορ(ιάς) -ι < μσν. βοριάς < αρχ. ελλ. βορέας.

ξεροζυμώνω: ζυμώνω στο τελευταίο στάδιο της παρασκευής του ψωμιού, όταν το μείγμα είναι ξερό, πριν μπει στο πνακωτό και μετά στον φούρνο για ψήσιμο. Παπαδ.: Η Βγενιώ η Αλαφίνα, ήτις εξεροζύμωνε την πίτταν της επί του σανιδίου, την άφησεν αξεροζύμωτην, κι έφυγε τρέχουσα, υψηλή, αμαζονοειδής, λυσίκομος, προσπεράσασα ταχέως την Μαρίαν την Πεπερού, ως και την Δεσποινιώ, ήτις εν τω μεταξύ είχε προσπεράσει την μητέρα της.

ξεροκαύκαλος ο: ξεροκέφαλος. Βλ. & καύκαλος ο.

ξεροτανιέμαι: τεντώνω το σώμα μου, τα μέλη μου, μετά τον ύπνο. Παπαδ.: Εγύρισε λοιπόν από το άλλο πλευρόν, ξηροτανυσθείς κα ψελλίσας ακατανοήτους συλλαβάς προς τον Παύλον τον Βαλέντιον, όστις τον άφησεν ήσυχον κα απήλθε | Βλ. & τανώ.

ξεσκωτίζομαι: γελάω πολύ και έντονα, μου «φεύγουν τα συκώτια» από τα γέλια. Η ΦΡ. βγάζω τα συκώτια μου: κάνω εμετό, ξερνάω | < μσν. συκώτι < συκώτιον υποκορ. του συκωτόν ουσιαστικοπ. ουδ. επιθ. < συκωτός: θρεμμένος με σύκα < σύκ(ον) -ωτός.

ξεσκώ και ξεσκιέμαι: ξεσκίζω, ξεσκίζομαι. Δημ.: Δώδεκα Σμυρνιωτάκια αποφασίσανε, στην Πόλη για να πάνε και τα μποδίσανε / Στο δρόμο που πηγαίνουν, στη Μαύρη Θάλασσα, καράβι κιντυνεύει, ξεσκιούνται τα πανιά.

ξεσταύρι το: Λέγεται σε βρισιές, ίσως για να μην θιχτεί η ιερότητα του χριστιανικού Τιμίου Σταυρού. Γ…ω το ξεσταύρι· πιθανόν όμως και ν᾿ αναφέρεται στην αποκαθήλωση του Ιησού, την ξε-σταύρωση, την ταφή και την Ανάσταση.

ξεστρόφιασμα το: μτφ. άνθρωπος που λέει πονηρά, πικάντικα αστεία, ιστορίες.

ξεσυλόιαστος ο: ασυλλόγιστος, ξένοιαστος, αυτός που δεν ενδιαφέρεται για πολλά, αμέριμνος, αμέτοχος.

ξεσυνερίζομαι: παίρνω υπόψιν μου κάτι, τοις μετρητοίς, ως παράδειγμα ή ένδειξη για κάτι. Παπαδ.: -Μην τα ξεσυνερίζεσαι τα λόγια της, κουμπάρε, διεμαρτύρετο λέγων ο σύζυγος. -Το δικό μου θα περάσει, το δικό μου! επέμενε πάλιν η συμβία. – …μα είναι παιδιά και δεν θέλουν ξεσυνέριο, επειδή δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Γίνε συ φρόνιμος και καλός και θα ιδείς πως αυτό δεν μπορεί να σε βλάψει. Βλ. & συνερίζομαι.

ξέταγμα το: η εξέταση, παρατήρηση, προσεκτική επιλογή, το ξεδιάλεγμα.

ξετάζω: εξετάζω, επιλέγω, παρατηρώ, διαλέγω, είμαι απαιτητικός. Μακρ.: κε πο κανα ατς τς ξέταξες ρώταγα πολλος τί εναι τ παράπονά τους κα βαστοσα να ριπόρτο το κάθε μέρους, τί δικία τος γένεταν. Παπαδ.: Κι όντας θα σκαρώσετε, με το καλό, να ξετάζετε πού είναι ο αστέρας… Βάρδα μπένε, να μη σκαρώνετε μουδέ να το ρίξετε στο γιαλό την ημέρα που είναι λιοτρόπι. Δημ.: Μάνα, καράβια τέσσερα, μάνα, βαρκούλες πέντε, / μάνα, κατέβα ρώτα τα, κατέβα ξέταξέ τα, / ποιές θάλασσας και ποιά νησιά χαίρονται τον καλό μου; | < αρχ. ελλ. ἐξετάζω.

ξετσιαγουλιάζομαι: παθαίνει, βγαίνει, κουράζεται, καταπονείται το τσιαγούλι, το σαγόνι μου, βλ.λ.

ξετσίπωτος ο: χωρίς τσίπα, ξεδιάντροπος. Παρ.: «Αδειανή κοιλιά, ξετσιπωμένα μούτρα.», «Άνθρωπος ξετσίπωτος, γάιδαρος αδέσποτος.» | < μσν. τσίπα < σλαβ. tsipa.

ξετσούφα η: αθόρυβη, κρυφή, πορδή, συχνά ακούσια. Αμόλησε πονηρά την ξετσούφα κι έφυγε | < πιθ. τζούφιος < μσν. ζοφός

ξετσουφώ: ρίχνω ξετσούφα, κλάνω, πέρδομαι αθόρυβα, ύπουλα, κλεφτά, ήσυχα.

ξέφαντος -η -ο: φωτεινός, αυτός που φαίνεται πολύ, βρίσκεται σε ανοιχτωσιά. Παπαδ.: Κ᾿ πειτα κε στς ναγκις, πρόσθεσεν ς καλς μβαλωματς κα ς σοπεδωτικν ργαλεον·μιστρ παπα-Ζαχαρίας, κε πάνω εναι ψηλά, ξέφαντο τ μέρος.

ξεφάντωμα το: μεγάλο, ζωηρό, τρικούβερτο γλέντι· ξεφάντωση. Πάλλ.: Μα ο νους μας σε ξεφάντωμα και σε χαρές δεν είναι, / μόν βλέποντας βαρύ κακό φοβούμαστε, αρχηγέ μου.

ξεφαντώνω: διασκεδάζω πολύ, γλεντώ με την καρδιά μου, συνήθ. με φαγοπότι, χορό και τραγούδι. Εφτ.: Έτσι μες στο πεντάψηλο ξεφάντωναν παλάτι / όλ᾿ οι γειτόνοι κι οι δικοί του δοξαστού Μενέλαου. Παρ.: «Ξεφάντωνε, ξεφάντωνε, άδειασε το πουγκί μας.» | < μσν. ξεφαντώνω < εξεφαντώνω < ελνστ. ἐκφαντ(ῶ) -ώνω < ἔκφαντος: φανερωμένος.

ξεφλαμπουρίζω: πλένομαι και γίνομαι καθαρός, φρέσκος, λαμπερός, ευπαρουσίαστος | < μσν. φλάμπουρον < φλάμπουλον < φλάμουλον < ελνστ. φλάμμουλ(α) -ον < λατ. Flammula: πολεμική σημαία του ιππικού, με απεικόνιση μικρής φλόγας.

ξεφύλλι το: το φρέσκο φύλλωμα στα πουρνάρια.

ξεφυραίνω: διώχνω τη φύρα, χαλαρώνω (για σκοινί, ύφασμα κλπ)· μτφ. αφοδεύω | < Βλ. & φύρα η.

ξεχαντριάζομαι: μτφ. κουράζονται, πονάνε τα μάτια μου από το διάβασμα ή άλλη δραστηριότητα, κοιτάζω συνέχεια, έντονα, επίμονα | < χάντρα.

ξεχάνω: ξεχνώ, ξεχνιέμαι, λησμονώ. Καββ.: Πγε, μ δ γονάτισε μπρς στ μεγάλο Χάνο. / Φίλιππε, ποκοιμήθηκες κρατώντας κανοκιάλι. / ποκοιμήθηκα κι γ.. κα τ᾿ λλα, τ ξεχάνω. Παρ.: «Που κουκλομαθαίνει, γεροντοξεχάνει.» Παρ.: «Τα παιδιά παίδες τραβούν κι οι μάνες τις ξεχάνουν.» | < μσν. ξεχνώ < ξεχάνω < ξε- χάνω: χάνω τελείως.

ξεχώ: ξεχνιέμαι, ξεχνώ, περνώ την ώρα μου με κάτι, με μια ασχολία. Έχω τη ρόκα και ξεχώ.

ξεχειμάζω: ξεχειμωνιάζω (για αιγοπρόβατα, βοοειδή κτλ.), περνώ, βγάζω το χειμώνα· διαχειμάζω. Kατεβάζουν τα κοπάδια για να ξεχειμάσουν στα πεδινά. Δημ.: Παιδιά μου να σκορπίσουμε, να γίνουμε μπουλούκια, / πιάστε τους φίλους τους πιστούς και τους πιστούς κουμπάρους, / παιδιά μ᾿, να ξεχειμάσουμε και τούτον το χειμώνα. – Στην Πρέβεζα ξεχείμασα, στα φράγκικα καράβια. Χρον. Μορέως: ν τούτ ξεχειμάσασιν, λθεν μάρτης μνας· / ο Φράγκοι κονομήθησαν ν θέλουν παγαίνει. Παρ.: «Στην πομπή σου, Μάρτη μου, τ᾿ αρνοκάτσικά μου τα ξεχείμασα.» | < μσν. ξεχειμάζω < εκχειμάζω < ἐκ- αρχ. χεῖμ(α): χειμώνας -άζω.

ξεχερσώνω: λέγεται για μέρος χέρσο που το κάνω καλλιεργήσιμο, χωράφι. Μπόρεσαν και ξεχέρσωσαν πάνω από 200 στρέμματα μέσα στο χωριό, τα οποία αργότερα τα καλλιεργούσαν και τα πότιζαν με τα νερά του Χειμάρρου που πηγάζουν από τους πρόποδες του Σμόλικα και της Νταλιόπουλης. Ξεχέρσωσαν και καλλιέργησαν εντατικά τα κτήματά τους. Βρετ.: Δν ξεχέρσωσα λο τ χρο μου, Κύριε. / Μ᾿ νασκάφτει πόνος μου κι᾿ κλρος μου μεγαλώνει. / σωτεύω τ γέλιο μου σν ψωμ πο μοιράζεται | < ξε- χέρσ(ος) -ώνω.

ξεψαρώνω: παύω να είμαι «ψάρι», εγκλιματίζομαι, προσαρμόζομαι, ξεθαρρεύω, παίρνω θάρρος, ξεβγαίνω, ωριμάζω, μεγαλώνω (κυρίως για παιδιά), είμαι άνετος, ανακτώ την αυτοπεποίθησή μου, ύστερα από μια περίοδο κατά την οποία ήμουν ψαρωμένος, καταπτοημένος, σαστισμένος. «Ξεψάρωσαν» και ξεκίνησαν εκστρατεία λάσπης. Ξεψάρωσαν και οι Αθηναίοι στα Τρίκαλα και παρκάρουν πάνω στις διαβάσεις πεζών. Μετά το πέρας του πρώτου εικοσάλεπτου όμως, οι «κίτρινοι»… ξεψάρωσαν και άρχισαν σιγά – σιγά να κάνουν τις πρώτες ευκαιρίες τους. Το μόνο που χρειάζεται για ν’ αρχίσουμε τη μεταμόρφωση του βάτραχου σε πρίγκιπα είναι να νιώθουμε εμείς αρκετά ξεψαρωμένες και ικανές. Βρίσκονται και πιτσιρικάδες που ακόμα δεν ξέρουν πως να ξεφορτωθούν την παρθενιά τους και ορέγονται ξεψαρωμένες τριαντάρες. Γενικώς ήταν αρκετά ξεψαρωμένες, δε δίσταζαν να σου πιάσουν την κουβέντα, ακομπλεξάριστες και οι περισσότερες, πολύ περιποιημένες. Πιο ξεψαρωμένοι και άνετοι δείχνουν οι μικρότεροι σε ηλικία ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού. Στο Γυμνάσιο ήμασταν πια «ξεψαρωμένοι» | < Βλ. & ψαρώνω.

ξήγα η: η καλή εξήγηση, η τίμια συνεννόηση, (έντιμη, δίκαιη) συναλλαγή. ΦΡ. Τον έκανα ξήγα απ᾿ την αρχή.

ξηγιέμαι: εξηγούμαι, συμπεριφέρομαι· μτφ. φέρομαι σωστά, βοηθώ κάποιον στην ανάγκη του. Τσιφ.: Ο Αλέξιος όμως, έξυπνος, παίρνει μια μέρα με το μαλακό τους στρατηγούς και τους ξηγιέται: Ρε κύριοι, εδώ μέσα γίνονται επεισόδια. Δε βγάζουμε το στρατό έξω από τα τείχη, να μη μαζευόμαστε πολλοί και πιάσουμε τσιμπούρια. Μου ξηγήθηκε τρία χιλιάρικα που χρειάστηκα. Βλ. & καργιόλης ο.

ξίκι το: στις φράσεις «Ξίκι να γίνει»: ας ξεχαστεί, ας πάει. «Να γίνεις ξίκι»: ν᾿ απαλλαγώ από σένα, να εξαφανιστείς από μπροστά μου, να χαθείς. Βλ. & ξίκικος ο.

ξίκικος -η -ο: ο λειψός, αυτός που του λείπει βάρος στο ζύγισμα. Παπαδ.: Ο κυρ Δημήτρης ο Μπέρδες έτρεχεν εμπρός, οπίσω, εκέρνα νοθευμένα τους πελάτας, επώλει ξίκικα εις τους αγοραστάς, με την τρικυμίαν εσκορπισμένην εις την όψιν και την γαλήνην ταμιευμένην εν τη καρδία | < τουρκ. eksik.

ξινήθρα η: πρασινάδα, πλατύφυλλο χορταρικό που φυτρώνει την άνοιξη σε κάμπους, φαγώσιμο με ελαφρώς ξινή γεύση.

ξινόγαλο το & ξινόγαλα το: γάλα το οποίο αφού υποστεί ζύμωση γίνεται παχύρρευστο και υπόξινο | < μσν. ξινόγαλα < ξινο- + γάλα < αρχ. ελλ. γάλα. Βλ. & ματινίτσα η, γάστρα η.

ξινοτέρι το: ξινοτύρι, είδος παραδοσιακού τοπικού τυριού με κρεμώδη υφή και υπόξινη γεύση· τυρί ανεβατό. Μαλ.: Τα έθιμα των γεωργικών και κτηνοτροφικών τάξεων δεν ενθυμούμεθα εξ ολοκλήρου· τις κολιάστρες όμως, τα ξυνοτέρια, τα χασαλσήσια, τα κατσίκια τα γεμιστά και άλλα καλά της εποχής εκείνης δεν τα ξεχνούμε.

ξιπιτουρίζομαι: ξεφλουδίζομαι, φθείρομαι, λέγεται για επιφάνειες που έχουν χάσει κομμάτια (πέτουρα) από την επίστρωσή τους, λ.χ πίτες, τοίχους, έπιπλα κλπ.

ξηροκάρπι το & ξηροκάρπιο το: ο ξηρός καρπός (μπιμπίλια, αμύγδαλα, καρύδια κλπ.).

ξόβεργα η: μικρό κλαδί ή βέργα αλειμμένη με κολλητική ουσία, που χρησιμοποιείται ως παγίδα για μικρά ωδικά ή άλλα πουλιά. Δημ.: Κι᾿ στησα, μαρα μου μάτια / στησα, τ ξόβεργά μου. / στησα τ ξόβεργά μου, / κι ρθ᾿ πέρδικα κοντά μου – Κι κυνηγς σν τκουσε / πολ το βαρυοφάνη / στήνει τ βρόχια στ βουνά, / τ ξόβεργα στς βρύσες. Παρ.: «Ιξόβεργα και δίχτυ σε πιάνουν απ᾿ τη μύτη.», «Η γριά αλεπού δεν πιάνεται με ξόβεργες.» | < μσν. ιξόβεργα < ιξ(ός) + βέργα < ιξ(ός) + βέργ(α). Ο Ιξός (Viscum album, γνωστός και ως γκι ή γκυ) είναι αειθαλές παράσιτο δέντρων, κυρίως των ελάτων. Το φυτό παράγει έναν λευκό σφαιρικό καρπό από τον οποίο εξάγεται μία κολλητική ύλη. Βλ. & κρεπ το, καπάτζα η.

ξόβυζη η: με τα βυζιά έξω, γυμνόστηθη·ξόβυζο το: ρούχο που αφήνει να φαίνεται αρκετά το γυνακείο στήθος. Αντί να πάνε Ελληνίδες ξόβυζες με τα μαστάρια, πήγαν Γερμανίδες με κάτι ρόγες πινέζα.

ξόδι το: η κηδεία. Δημ.: Και τότες να ᾿ρθω να σε δώ για παρηγόρημά μου, / στο ξόδι σου να γδικιωθώ, να δροσιστεί η καρδιά μου | < αρχ. ελλ. εξόδιον: μέλος.

ξοδιάζω: ξοδεύω, δαπανώ, καταναλώνω, σώνω. Στίχ. Δημ.: Όσ᾿ άστρα από τον ουρανό και φύλλλα από τα δέντρα / τόσα φλουράκια ξόδιασα, κόρη μου, για τα σένα. Κακριδ.: Κάλλιο ᾿χουν να περνούν τις μέρες τους στο σπίτι το δικό μας / τ᾿ αρνιά μας σφάζοντας, τα βόδια μας και τις παχιές μας γίδες, / χαροκοπώντας, το φλογόμαυρο ξοδιάζοντας κρασί μας, / ανέγνοιοι᾿ κι όλα εδώ ασωτευούνται, κι άντρας κανείς δεν είναι. Μακρ.: κατζα καμπόσον καιρν κε, ργανίσαμεν εκοσι νθρώπους, κάτι μπεκρδες κα τεμπέληδες, κα ξόδιασα κα σαράντα πέντε κάδες λεύρι. Παρ.: «Αν δεν ξοδιάσεις, δε σοδιάζεις.» | < μσν. ξοδιάζω < ελνστ. ἐξοδιάζω. Βλ. & χασομερώ.

ξομπλιάζω: κεντώ, στολίζω, λύνω τους κόμπους. Καββ.: Φαίνανε παν στν ργαλει / κα σ ταρσαν ξόμπλιαζαν κατάρτι / ντικρ στ Νήρυτο κα στ Δασκαλι | < μσν. ξομπλιάζω < εξομπλιάζω < εξόμπλ(ιον, δες στο ξόμπλι -ιάζω.

ξόμπλι το: κέντημα, κεντίδι, στολίδι, σχέδιο πάνω σε ύφασμα· φυλαχτό, αντικείμενο που θεωρείται μαγικό. Τοποθετούνται τα ζέκια και τα ξόμπλια και η θήκη είναι έτοιμη να υποδεχθεί το μαχαίρι. Πάλλ.: Κι έφτασε, και στον αργαλιό την ήβρε που μεγάλο / σκουτί τότε έφαινε διπλό, αλικοπλουμισμένο / με ξόμπλια που ζουγράφιζαν των δυό στρατών τα πάθια. Καββ.: Tίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει, – / έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά. Πβ. Γκοτζ.: -Να, ήθελε να πάρει την αδερφή μου και δεν του τη δίναν. Έβγαλε πως τον ξόμπλιαζαν τάχα, πως τον παραγκώμιαζαν και δε μπορούσε να σταθεί στο χωριό | < μσν. ξόμπλι, ξέμπλι < εξόμπλιον, υποκορ. του ελνστ. ἔξομπλον < ἔξεμπλον < λατ. exempl(um) -ον.

ξούρα η: το ξύρισμα. Ρίχνω μια ξούρα και κατεβαίνω. «Μια ξούρα στον Παπαφλέσσα»: Τα αγάλματα και τα κάδρα έχουν την τιμητική τους στον κατάλογο των καψωνιών. Το «στραβάδι» διατάσσεται να πάρει ξυράφι και σαπούνι και να ξυρίσει το άγαλμα ή το κάδρο με τον Παπαφλέσσα, τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη ή την Μπουμπουλίνα. Βεβαίως, άλλοτε καλούν τον νέο να κάνει «γουλί» τον γλόμπο της λάμπας. Βλ. & ξουράφι το.

ξουράφι το: ξυράφι, η ξυριστική λεπίδα του κουρέα. Μυαλό ξουράφι. Παρ.: «Σπανός ξουράφι αγόραζε.» | < μσν. ξυράφι < ελνστ. ξυράφιον υποκορ. του αρχ. ελλ. ξυρόν. Βλ. & χαραμίζω.

ξουραφίζω & ξουρίζω: ξυραφίζω, χρησιμοποιώ το ξυράφι. Παρ.: «Στον πάτο τον ξουρίζουν το γαμπρό.»

ξούρω η: ίσως αυτή που ξυρίζεται (όπως οι άντρες) ή «ξύνεται όλη μέρα», τεμπελιάζει άσκοπα, «το ξύνει»· η λέξη λέγεται υποτιμητικά, ως ήπια βρισιά σε καβγάδες και μαλώματα. Αρσ. ξούρας ο.

ξυαρίζω: φτυαρίζω για να καθαρίσει ένας χώρος, ισιώνω το χώμα με φτυάρι ή άλλο εργαλείο, καθαρίζω απομακρύνω υπολείμματα· ξυαρίζω χιόνι, χώμα, μπάζα | πιθ. < ελνστ. ξυρίζω < μεταπλ. του αρχ. ελλ. ξυρ(ῶ) -ίζω.

ξυάρισμα το: ξύσιμο. Παρ.: «Θέλει το χωράφι ξάκρισμα κι όχι το σκαφίδι ξυάρισμα.» | πιθ. < ξύνω.

ξυέμαι: ξύνομαι. Παρ.: «Όποιος τον τρώει, ας ξυέται.», «Αλλού τον τρώγει κι αλλού ξυέται.» Βλ. & σειέμαι.

ξυλάγγουρο το: μτφ. ο ψηλός και αδύνατος άνθρωπος. Παρ.: «Η γριά στο μεσοχείμωνο, ξυλάγγουρο γυρεύει.»

ξυλένιος -ια -ιο: ξύλινος, φτιαγμένος, κατασκευασμένος από ξύλο. Αίν.: «Άσπρα μαύρα πρόβατα, ξυλένιος τσομπάνης», «Άσπρα μαύρα πρόβατα κι ο πιστικός ξυλένιος.» (σταφύλια και κλήμα), «Κάθεται χοντρούλα Ξένια, η κοιλιά της είν’ ξυλένια και η ζώνη σιδερένια. (το βαρέλι)»

ξυλιά η: χτύπημα με ξύλο, βέργα, πλήγμα. Παρ.: Ο Θεός να σε φυλάει από τρελού ξυλιά κι από κουτσού καβάλα.», «Εκατό ξυλιές σε ξένο κώλο δεν πονάνε.», «Εκατό ξυλιές στον ξένο κώλο λίγες είναι.», «Ο πεινασμένος γάιδαρος, ξυλιές δε λογαριάζει.»

ξυλοκέρατο το: χαρούπι. Σκουζές: …να παίρνω μανδήλια και λοιπά, να γυρίζω εις τους μαχαλάδες να πωλώ, και με έθρεφεν ο πατήρ μου -μόλις καμίαν βολάν μού εφίλεβον οι μαΐστρες μου ολίγα τζίτζιφα ή ολίγα ξυλοκέρατα | < ελνστ. ξυλοκέρατον.

ξυλόχτενο το: ξύλινο μεγάλο χτένι, εξάρτημα του αργαλειού.

ξυλοφάης ο: η λίμα για ξύλα.

ξυπασιά η: αλαζονεία, καυχησιολογία, καύχηση, έπαρση, κομπασμός, γαυρίασμα· λέγεται για κάποιον που έχει πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Πάλλ.: Δία πατέρα, ώ τί κακό η ξυπασιά κι η παίνια | πιθ. ξυπάζω & ξυπώ: φοβίζω, τρομάζω κάποιον, κάνω κάποιον να τρομάξει· (ενεργ. και μέσ.: φοβίζομαι, τρομάζω, σκιάζομαι·(μτφ) ξαφνιάζω, εκπλήσσω· ξυπάζομαι: υπερηφανεύομαι, επαίρομαι, κομπάζω | < ἐκ-συσπάζω < ἐκ-συσπῶ / -ῶμαι.

ξυπνός ο: έξυπνος, ξύπνιος. Τσιφ.: Φώναξε ο Δίας τον Προμηθέα, που του είχε ανοίξει την κεφάλα για να βγή από μέσα η Αθηνά, και όσο νάναι τον θεωρούσε ξυπνό | < μσν. ξυπν(ός) < ελνστ. ἔξυπνος: που έχει ξυπνήσει. Βλ. & κουρνάζος ο.

ξυπολισιά η & ξυπολιταρία η: η κατάσταση του ξυπόλυτου. Βαμβ.: Τότες μου φάνηκε και μένα πως πλούτισα, και για πρώτη φορά αγόρασα κι έβαλα παπούτσια στο ποδάρι μου. Ως τότε από την ξυπολισά είχανε κάνει οι πατούσες μου σχισίματα | < μσν. εξυπολύ(ομαι, -σιά | < ξυπόλητος < μσν. ξυπόλυτος < εξυπόλυτος.

ξυπνός ο: ξύπνιος, έξυπνος. Μακιαβ: …κι ούτε ποτέ κανένας άνθρωπος ξυπνός θα τον κατηγορήσει αν εκείνος χρησιμοποιήσει ασυνήθιστα μέτρα για να βάλει σε σωστή σειρά ένα βασίλειο ή μια δημοκρατία (Κονδύλ.). Γκοτζ.: Ήταν ξάγρυπνος, ξυπνός, ξεφτέρι και ψηφί. Με περνούσε στην αριθμητική κι εγώ ήμουν ανώτερός του στην καλλιγραφία.

ξυσιματαριά η: ξυσμένο μέρος, έδαφος διαβρωμένο από τα νερά της βροχής | < ελνστ. ξύνω < αρχ. ελλ. ξύω.

ξώδερμα: επίρρ. εξώδερμα, επιδερμικά. Δημ.: Τρία ντουφέκια τόδωκαν, τα τρί᾿ αράδ᾿ αράδα / το ᾿να τον πήρε ξώδερμα και τα᾿ άλλο μες τη μέση, / το τρίτο, το φαρμακερό, τον πήρε στο κεφάλι.

ξώδερμος ο: επιδερμικός, ελαφρύς (για πόνο, πληγή). Παρ.: «Ξένος πόνος ξώδερμος.», «Βαλτό σκυλί, ξώδερμα δαγκώνει.»

ξωκείλω: εξωκείλω, βγαίνω από μια καθορισμένη πορεία, κατάσταση. Παπαδ.: Δν πμε καλά. / –Ξωκείλαμε, πρόσθεσεν κρ Φραγκούλης το Φραγκούλα. / –Μπατάραμε. / –Πέσαμ᾿ ξου, πέφερεν καπετν Πέρρος Μαυρογιαλής.

ξώμερο το: μέρος, τόπος στην ύπαιθρο, την εξοχή, το δάσος. Καζαντζ.: Και πρώτα με τους Τρώες λαχτάριζε να χτυπηθεί στη μάχη, / μα τώρα πια τριπλή του θέριεψεν η λύσσα, σαν του λιόντα, / που ως πήδαε τη φραγή, τον λάβωσε στο ξώμερο ο τσοπάνος.

ξωμάχος ο: αυτός που μάχεται, δουλεύει, ασχολείται με αγροτικές εργασίες στη ύπαιθρο· πολλοί έμεναν για μεγάλα διαστήματα σε καλύβες. Γκοτζ.: Φτωχέ ξωμάχε με το πρόσωπο τ᾿ αδρό, / που εσύ καμιά εποχή δεν ξαποσταίνεις | < ξω- + -μάχος.

ξωμερίτης ο & ξωμερίτισσα η: αγρότης, κάτοικος που διαμένει σε μέρος έξω από κατοικημένη περιοχή, σε περίχωρο, στην εξοχή, στο ύπαιθρο. Παπαδ.: Δύο καλο ζευγηλάται, πατρ κα υός, πιστρέφοντες π τος γρούς των, ο τελευταοι νυκτώσαντες ξωμερται, τν εδαν ν μαυρίζ κα ν ρπ ες τν κρην το δρόμου, κα τν πραν μαζί των ες τ μικρν δυτικν προάστιον | < μσν. τα εξώμερ(α): περίχωρα (< έξω + μέρ(ος) -α, πληθ. του -ο) -ίτης.

Ο

όβολο το: ο οβολός, (οποιοδήποτε) νόμισμα, η πεντάρα· συνηθ. πληθ. όβολα: τα χρήματα, τα φράγκα, τα λεφτά. Ρεμπέτ.: Στα ζάρια με τυλίξανε / τα όβολα μού πήρανε | < μσν. όβολον < αρχ. διώβολον: νόμισμα δύο οβολών. Πβ. Ελύτ.: Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς / και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ᾿ ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του ανέλπιστου.

όγκ(η)μα το: ο έντονος αναστεναγμός, το φούσκωμα | < Βλ. & ουγκώ.

ογκώ & ογκάω / ογκιέμαι: ογκώ, αναστενάζω βαριά, βογκώ, μτφ. βαριέμαι, δυσανασχετώ, παραπονιέμαι υπερβολικά. Ο παππούς ογκάει όλη μέρα, πονούν τα ποδάρια του. Αραβαντ.: ογκώ, γκώνω, ογκώνω, φουσκώνω | < αρχ. ελλ. γκάομαι, αποθ., γκαρίζω, λέγεται για γάιδαρο, στον Λουκιανό· ὀγκητής, -οῦ, ὁ (ὀγκάομαι): αυτός που γκαρίζει, δηλ. ο γάιδαρος.

όζα η: το βερνίκι για τα νύχια, το μανό | < γαλλ. augée.

οκά η: το ξύλινο σκεύος μέτρησης που χωρούσε μια οκά, μονάδα μέτρησης βάρους. Μια οκά ήταν ίση με χίλια διακόσια ογδόντα δύο γραμμάρια (1282) και είχε 400 δράμια. Αίν.: Ένας ψύλλος χέζει έναν οκάν (λαχανόσπορος – Χαλδία Πόντου). Παπαδ.: Ήτο δε άνθρωπος με επιρροήν, διότι ήξευρε να κάμνει «ευκολίας» εις τους χωρικούς. Μίαν οκάν αχύρου έδιδε τον χειμώνα εκ της προμηθείας του, μίαν οκάν κριθής ελάμβανε το θέρος εκ του αλωνίου. Μίαν οκάν ελαίας έδιδε την μεγάλην τεσσαρακοστήν εις πτωχήν χήραν, μίαν οκάν έλαιον ελάμβανε το φθινόπωρον εις την αποθήκην – Ως το μεσημέρι ο ροφός αριβάρει (να πάρουμε στα χωρατά μια βάρκα να πεταχτούμε ως τα νησιά, να κάμουμε καρτέρι)… ροφός εφταοκαδιάρικος, φρέσκος! Πβ. Αίν.: «Ένας ψύλλος χέζ’ έναν οκάν.» (ο λαχανόσπορος – Χαλδία Πόντου) | μσν. οκά αντδ.(;) < τουρκ. okka < αραβ. ūqiyah ίσως < αρχ. ελλ. ουγγία.

οκάρικος -η -ο: «που έχει βάρος ίσο με μια οκά, που ζυγίζει μια οκά (1.282 γραμμάρια), βαρύς. Παπαχαρίσ.: Κι αυτή τραβούσε μπροστά απ᾿ όλο το κοπάδι, πιο μπρος κι απ᾿ τα γκεσέμια, που σέρνανε τους κύπρους τους οκάρικους. Βλ. & οκά η.

όκνα η: το μικρό άνοιγμα στο αμπάρι για να βγάζουν τα γεννήματα, ξύλινο συρταρωτό πορτάκι | < πιθ. οκνός.

οκνεύω: είμαι οκνός, τεμπελιάζω. Καζαντζ.: Καημένε, όποιος σε ιδεί στον πόλεμο και θέλει δίκιος να ᾿ναι / πως δεν αξίζεις δε θα το ᾿λεγε, τι αντρίστικη η καρδιά σου· / μα θες κι οκνεύεις και δε γνοιάζεσαι για τίποτα, κι εμένα / πονάει η καρδιά τους Τρώες ακούγοντας το τι για σένα σέρνουν. Βηλ.: Σύναζε νιος όσο μπορείς, / γέροντας άνεση να βρεις. / Στα νιάτα σου αν οκνεύεις, / γέρος κακά πορεύεις. Βλ. & οκνός ο, χοντρολαίμης ο.

οκνηριά η: οκνηρία, τεμπελιά. Παρ.: «Να είχα την νιότη του, και να μην είχα την οκνηριά του

οκνός -ιά -ό: επιθ. τεμπέλης, βραδικίνητος, αργός. Όμηρος: …οτ κν εκων οτ φραδίσι νόοιο (Όχι γιατί ᾿ναι οκνός για του ᾿λειψεν η γνώση – Καζαντζ.) Παρ.: «Οκνό άλογο ρεβάνι δεν μαθαίνει», «Οκνός εσάχθη (: κουνήθηκε), σεισμός εγίνη», «Ο οκνός πηγαίνει μακριά κι ο φιλάργυρος πληρώνει πολλά..» Βυζαντ. Παρ.: «Οκνόν παιδίν όλον νους.» Καζαντζ.: Κατάντησες άλογο οκνό, τα πόδια σου πια δεν μπορούν ν᾿ ακλουθούν το ρυθμό της καρδίας μου. Βιάζουμαι. Θα πεζέψω, θα καβαλήσω άλλο κορμί και θα σε αφήσω στο δρόμο! Γκοτζ.: Στον τόπο μας δε μεγαλώνουν οκνοί δούλοι, / κανένας δεν ακούει τυράννου προσταγή: / το ξακουσμένο πέφτει εδώ, το μέγα Σούλι, / που᾿ ν᾿ αγιασμένη η κάθε πέτρα του στη γη. Όμηρος: κνείω δ᾿ ππων πιβαινέμεν, λλ κα ατως – ντίον εμ᾿ ατν (Δε θέλω ν᾿ ανεβώ στο αμάξι μου θα χτυπηθώ όπως είμαι·) Καζαντζ.: «Γέροντα, αλήθεια, οι νιοι πολέμαρχοι πολύ σε τυραννούνε, / και σένα επλάκωσαν τα γέρατα κι η δύναμη σου εκόπη, / κι είναι αχαμνός ο αλογολάτης σου κι οκνά τ᾿ αλόγατά σου (βραδέες δέ τοι πποι) Καββ.: Eίναι περήφανη κι οκνή, καθώς όλες οι γάτες, / κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό | < αρχ. ελλ. ὀκν(ῶ): διστάζω -ός ή αρχ. ελλ. ουσ. ὄκν(ος): δισταγμός, φόβος.

οκνώ: τεμπελιάζω, βαριέμαι, διστάζω. Πάλλ.: Διομήδη, πες τι πάθαμε κι οκνούμε σαν κιοτήδες; / Μόν έλα, αδρέφι, στάσου εδώ κοντά μου. Ω τι ντροπής μας / στον κόσμο, αν τώρα ο Έχτορας μας πάρει τα καράβια! Παπαδ.: …αλλά και διά τα αναδεξίμια του και τους κουμπάρους του και διά τας κόρας των κολληγισσών του ακόμη, τας οποίας επταετής ήδη δεν ώκνεις να ερωτεύεσαι, φανταζόμενος ότι τρέχεις κατόπιν αυτών εις τους ορμίσκους | < αρχ. ελλ. κνέω: αποφεύγω να κάνω κάτι, έχω ενδοιασμούς, διστάζω να κάνω κάτι· ὀκνῶ προδότης καλεῖσθαι: ντρέπομαι να με πουν προδότη· ὀκνῶ ὀνομάσαι: αποφεύγω να δώσω κάποιο όνομα, διστάζω να κατονομάσω· δεν αποφασίζω, διστάζω, λουφάζω. Βλ. & οκνεύω, οκνός ο.

ολάκερος -η -ο: ολόκληρος, ακέριος, βλ.λ. Καρκ.: Παίρνει κρέατα—βόδια ολάκερα· παίρνει ψωμι—φούρνους αδαπάνητους· παίρνει κρασι—βαρέλια χιλιοστέφανα. Κα βάνει πλώρη σα γι τ νησί. Παπαδ.:Πς δν πγες γι ψάρια; ρώτησε μ τν σαρκαστικόν του τόνον Σταμάτης. Κι ποφάσισες ν θυσιάσς ναν πετεινό, λάκερο! | < μσν. ολάκερος < ολ(ο)- + ακέριος (< ακέραιος). Βλ. & λιοπύρι το, πλιατσικολόγος ο.

ολημερίς: επιρρ. όλη τη μέρα, σε όλη τη διάρκεια της μέρας. «Παρ.: «Όποιος σκοντάφτει απ’ το πρωί, ολημερίς σκοντάφτει.» Βλ. & καραούλι το.

ολόκορμος ο: με όλο το κορμί, σύσσωμος. Καρκ.: Kαι όχι μόνον στα μάτια, αλλά ολόκορμος σχεδόν ετιναζόταν και το κεφάλι του έγερνε πίσω, σαν το περήφανο άλογο, που τετραποδίζει στον κάμπο.

ολόστερνος ο: ο τελευταίος, ο πιο μικρός στα χρόνια, στην ηλικία. Καζαντζ.: …έχει περίσσιο βιος, μα εγέρασε πια τώρα σαν κι εσένα·/ κι εγέννησε έξι γιους κι ολόστερνον εμένα, και τον κλήρο. Βλ. & στερνός ο.

ομοιάζω: μοιάζω, έχω κοινά γνωρίσματα με κάποιον ή κάτι. Ι. Πολυλ.: Εβρόντησαν επάνω του τα βέλη ως εκινήθη / ο χολωμένος και ώμοιαζε την νύκτα, ως προχωρούσε. Δημ.: Κοντοκαρτέρει, βρε παιδί, κάτι να σε ρωτήσω. / Ποιά σκύλα μάνα σ᾿ έκαμε, κι ο κύρης σου ποιός ήταν; / -Η μάννα μου όταν χήρεψε δεν μ᾿ είχε γεννημένον, / κι ώμοιασα του πατέρα μου και θα τον απεράσω. Παρ.: «Ότι δεν ομοιάζει, μήτε γειτονιάζει.», «Ο γαμπρός άμα γεννηθεί, τα πεθερικά ομοιάζει.», «Όποιοι ομοιάζουν, συμπεθεριάζουν.» | < μσν. μοιάζω < αρχ. ελλ. ὁμοιάζω.

ομορφάδα η: ομορφιά, κάλλος, ωραιότητα. Μαβίλ.: Τότες βγήκε απ΄ το πέλαγο τ᾿ αφράτο / τέρας της ομορφάδας και σημείο / τ᾿ άγριο της Αφροδίτης μεγαλείο.

ομορφάντρας ο: όμορφος, εμφανίσιμος, ευειδής, καλοφτιαγμένος άνδρας. Γεια σου, Λάκη, ομορφάντρα! Τσιφ.: Ο Μπάκινχαμ, ομορφάντρας, πήγε και τα έφτιασε με τη βασίλισσα της Γαλλίας κι έγινε ερωμένος της.

ομορφίζομαι: ομορφαίνω, στολίζομια, φτιάχνομαι για να γίνω όμορφος, ωραίος, ευειδής Παρ.: «Γάιδαρος ειν᾿ ο γάιδαρος, κι αν εφορεί και σέλα, / κι η γριά κι αν ομορφίζεται, δε γίνεται κοπέλα.»

ομπρός: επίρρ. εμπρός. Πάλλ.: Ομπρός! τον άξιο σύντροφο να σώσουμε απ᾿ τους χτύπους! / Μ᾿ αυτά τα λόγια προθυμιά τους έβαλε και θάρρος. Δημ.: Κι όσα καράβια τ᾿ άκουσαν όλ᾿ άραξαν και δένουν, / κι ένα καράβι της φιλιάς, φρεγάδα της αγάπης / ουδέ μαζώνει τα πανιά, ουδέ κι ομπρός τραβάει.

ομώνω: αμώνω, ορκίζομαι. Μακρ.: Κα παντο θέλει ν μπαίνη κλαμπρότης του κύριος Μαυροκορδάτος, ν᾿ κούγεται ες τν Ερώπη τ᾿ εναι μέγας κα πολύς· κι᾿ λοι ο νθρωποι ταν πίνουν νερ ν μώνουν ες τ᾿ νομά του. Περρ.: Εάν ο υιός μου, νέος κάθως είναι, δε μένει ευχαριστημένος ν᾿ αποθάνη για την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να ζήσει και να γνωρίζεται ως υιός μου. Προχώρησε λοιπόν άπιστε, είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ. Υπογραφή: Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου, καπετάν Λάμπρος Τζαβέλας | < Βλ. & αμώνω.

όντας & όντες: όταν, μεχρισότου, έως. Δημ.: Όντες θα με περάσουνε πο ᾿να στενό σοκάκι, / οι πέτρες και τα λίθαρα θα βαριαναστενάξουν. – Δίχως χιόνια χιονίζουμαι, δίχως βροχές βροχιούμαι, / δίχως μαχαίρια σφάζομαι, όντας σε συλλογιούμαι. Παρ.: «Όντας έπρεπε δεν έβρεχε, το Μάη χαλαζώνει», «Όντας να σαραντέψεις, τότε άντρα μη γυρέψεις.», «Εσύ θαρρείς πως με γελάς· γελιέσαι, δε γελιούμαι, κείνα που ξέρεις ξύπνια σου, τα ξέρω όντας κοιμούμαι.» | < όταν < αρχ. ελλ. ὅταν.

οντάς ο: αίθουσα, καθιστικό δωμάτιο. Οντάς της χώρας. Ανέβαινες τη σκάλα και πάλι βρισκόσουνα σε μια άλλη σκάλα που σε ανέβαζε πάνω στους οντάδες, και ήταν πλακόστρωτη. Μακρ.: γ μ᾿ εχαν ο πρόκριτοι κα καθόμουν ες τ μοναστήρι στν Παναγιά, πο συνάζονταν κε κα ο πρόκριτοι, μο χαν ντά, κι᾿ ταν ρχόμουν π τος νθρώπους μου, μενα στ μοναστήρι | < τουρκ. oda. Βλ. & μισάλι το, τσέργα η.

οξιά η: το νερό, στα «μαστόρικα.»

οξιός ο: παράσιτο φυτό με τρυφερό φύλλωμα, που φυτρώνει πάνω σε βελανιδιές.

όπ: επιφώνημα που δηλώνει δηλώνει ξάφνιασμα, θαυμασμό, επιδοκιμασία, ειρωνεία κτλ..· συνοδεύει κινήσεις χορευτή ελληνικής (λαϊκής) μουσικής ή το ταχτάρισμα μωρού ή μικρού παιδιού (Τριαντ.)· «έχω στα όπα όπα»: περιποιούμαι πολύ, δείχνω υπερβολική φροντίδα. Τσιφ.: Δε μ᾿ αφήνεις να με κάνουνε εμένα βασιλιά τούτα δω τα καλόπαιδα, και να σ᾿ έχω και σένα στα ώπα ώπα, πούσαι και άρρωστος άνθρωπος; | < οπ < τουρκ. hop!: μπρος, πήδα.

οπωρικό το: το φρούτο. Παρ.: «Έτος που χιονίζει, άφθονα οπωρικά κομίζει.»

οργιά η: μονάδα μήκους που αντιστοιχεί με την απόσταση ανάμεσα στα άκρα των χεριών του ανθρώπου, όταν αυτά είναι τεντωμένα, αγγλική μονάδα μήκους που είναι ίση με δύο γιάρδες (1,829 μέτρα). Παπαδ.: …όπισθεν του πρώτου πελωρίου κορμού της χιλιετούς δρυός, ον τρεις άνδρες συνάπτοντες τας οργυιάς, μόλις ηδύναντο ν᾿ αγκαλιάσωσιν.Να βλέπατε στον καιρό του παππού μου, που ήμουνα μικρό κορίτσι, δύο μπόια, τρία μπόια χιόνι… Μας σφράγιζε μπροστά την πόρτα, ίσα με το ανώφλιο, δυο οργυιές. Παρ.: «Αγάπα με μια οργιά, να σ’ αγαπώ μια τριχιά.» Ακριτ.: Κι γ μονάχος πέρασα πεζς κι ρματωμένος, / μ τετραπίθαμο σπαθί, μ τρες ργις κοντάρι. Μαντιν.: Ογδόντα οργιές βαθιά ᾿σκαψα τη γη με τη βελόνα / να βγάλω την αγάπη σου τη μαρμαροκολώνα. Καββ.: Πέντ᾿ έξι οργιές τα μπάρκα τους κι όμοια τόσο πολύ, / που ως να τα βρουν κουράζονται πολλές φορές στη ράδα | < ελνστ. οργυιά < αρχ. ελλ. ὄργυια.

όργος ο: το όργωμα, μτφ. η σκληρή και κοπιώδης εργασία. Ήρθε κι έπεσε ξερός, λες κι ήταν στον όργο. Πάλλ.: Κι οι δυο στρατοί, όπως κόβουνε αντικρουστοί τους όργους / οι θεριστάδες σε βαθύ χωράφι νοικοκύρη, / στάρι η κριθάρι, και πυκνά τα χεροβόλια πέφτουν· Πβ. αρχ. ελλ. ὀργάς (ενν. γῆ), -άδος, ἡ, κάθε τμήμα γης καλά αρδευμένο και εύφορο, λιβάδι. Πβ. Παρ.: «Οργοδιβόλα δυό και τρεις, να πάρεις εσοδειά τριπλή.» Βλ. & γένομαι.

ορθώνω: βάζω σε ορθή, σωστή τάξη, τακτοποιώ, κάνω όπως πρέπει μια δουλειά. Πβ. «τὰ μὲν δὴ πόλεως θεοὶ πολλῷ σάλῳ σείσαντες ρθωσαν πάλιν» Οι θεοί αφού ταρακούνησαν την πόλη με τρικυμία την έστησαν πάλι όρθια. (Σοφοκλής, Αντιγόνη). Χρον. Μορέως: δι τοτο λέγω, πρς σς, ξιοπαρακαλ σας, / ν χω συμπάθειον π σς μέρες δεκαπέντε / ν ρθώσω τ φουσστα μου κα ν σς καταφτάσω. Παπαευαγγ.: Αφού τα όρθουσαν στου μαντρί… έδουσαν κι τα σκλιά τα πιτυράδια κι ήρθαν στου χουριό | < αρχ. ὀρθ(ῶ) -ώνω.

ορίζω: ασκώ εξουσία, αναθέτω, διατάζω· περνώ ανάμεσα ή διέρχομαι, έρχομαι· κατέχω κάτι ή είμαι ιδιοκτήτης· διαμερίζω ή χωρίζω από κάτι, ως όριο. Παθήτ. ορίζομαι: δέχομαι να κάνω κάτι που μου λένε (συνήθως οι μεγαλύτεροι), υπακούω. Δεν ορίζεται ντιπ: δεν υπακούει· αόριστος -η -ο: γι᾿ αυτόν που δεν ορίζεται, δεν ακούει, δεν εξουσιάζεται, ο ανάγωγος, ζωηρός· αόριστο παιδί. Σιδ.: … μια θυγατέρα είναι αλλιώς. Νάχς για όρζμα. Είναι μασιάς [σ.σ. εργαλείο] για μια μάνα. Πάλλ.: Μόν τράβα τα εσύ τα φαριά και τ᾿ όμορφό σου αμάξι, / κι αφτόνε εγώ τον καρτεράω με τ᾿ όπλο… κι ας ορίσει! Πβ. καλώς όρισες | < αρχ. ελλ. ὁρίζω: αναθέτω, διατάζω· ὁρίζω (ὅρος), Ιων. οὐρίζω, Αττ. μέλ. ὁριῶ· αόρ. αʹ ὥρισα, Ιων. οὔρισα· Βλ. & μασιά η.

ορισμός ο: με τη σημασία της εντολής, διαταγής. Τρέχοντες Ορισμοί Διαιτητών. Κάλαντα: Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας / Χριστού τη Θείαν Γέννησιν να πω στ᾿ αρχοντικό σας | < Βλ. & ορίζω.

ορμάνι το: ρουμάνι, δασώδης έκταση, πυκνό άγριο δάσος, σύδεντρο. Παπαδ.: Επειδή δεν του είχαν μείνει πλέον αρκεταί αίγες ώστε ν᾿ απαιτεί ικανήν εργασίαν η βόσκησις και το άρμεγμα αυτών, εύρισκε δουλειάν καθαρίζων μέρος του ορμανίου και θηλιάζων αγριελαίας διά να κάμει ελαιώνα και αγρόν. θεια-χτίτσα τρεξεν ες τ «ρμάνια» να προλάβ κα εσκομίσ καυσόξυλά τινα.- ψηλ π τ μικρν σαθρν καλύβι, που το ν παλιοχώραφον νάμεσα ες τ ρμάνια, που βοσκε πέντε ξ ψωραλέας αγας Νικολς Μπασιόλης. Μακρ.: …τι τοτος τόπος, πο ρθε Βασιλέας ν βασιλέψη κα το λόγου σας ντιβασιλες, ταν σκλαβωμένος τόσα χρόνια π τος Τούρκους κα εχε γένη ρουμάνι, βάλτος, γκαθιά, κι᾿ ατενοι ο γωνιστα τν δούλεψαν μ τ ψωμί τους, μ τ τζαρούχι τους, μ τ ντουφέκι τους, μ τ φουσέκι τους· γιόμωσαν, πότισαν τν γς αμα. Ρεμπέτ.: Ήμουνα ψηλά στ᾿ αυλάκια / στις δροσιές και στα ρουμάνια – ήμουν βασιλιάς στα βράχια, στις δροσιές και τα ρουμάνια. Παρ.: «Όξω ψύλλοι, όξω κοριοί, να πάτε στα ρουμάνια, να φάτε ρουμανόφυλλα, πέσετε, ψοφήσετε, πίσω μη γυρίσετε.» | < τουρκ. orman -ι.

ορμήνεια η: συμβουλή, παραίνεση, νουθεσία, προτροπή. Τώρα που τα παιδιά μου μεγάλωσαν, μου τελείωσαν τα λόγια, δεν παίρνουν από ορμήνεια πια και φεύγουν στον δρόμο τους. Λουντ.: Θέλω ψωμί απ’ τη μάνα μου νερό απ’ την αδερφή μου, / καμώματα απ’ τις λυγερές κι ορμήνια απ’ τους γερόντους. Δημ.: Πνε γι ν πατήσουν τ Καλ Χωριό / Κνα δν χουν πρτο κα τρανύτερο. / Γυρεύουν να γέρο γι τν ρμηνειά / πγαν κα τν βρκαν σ βαθει σπηλιά. -Του γέρου την ορμήνεια την ξεχάσανε, / επήγαν και μεθύσαν και τους πιάσανε. Ερωτ.: Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα, / ας έρθει για ν᾿ αφουκραστεί ό,τ᾿ είν᾿ εδώ γραμμένα· / να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει / πάντα σ᾿ αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει. – Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα ᾿χε γερόντου γνώση, / οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ᾿ η ερμηνειά του βρώση. Πάλλ.: Αυτή μακριά απ᾿ τις κονταριές το γιο της κουβαλούσε, / και τις ορμήνιες δεν ξεχνάει ο γιος του Καπανέα, / αυτές που του παράγγειλε ο φοβερός Διομήδης | < μσν. ορμήνια < αρχ. ελλ. ἑρμηνεία, ἡ (ἑρμηνεύω), μετάφραση, επεξήγηση, αποσαφήνιση. Βλ. & ανεγνωμιά η, ορμηνεύω.

ορμηνεύω: συμβουλεύω, νουθετώ, δασκαλεύω. Μτχ. ορμηνεμένος: δασκαλεμένος, συνεννοημένος, μιλημένος. Λ.χ. Τον ορμήνεψαν να μην πει τίποτα, μέχρι να βγει η νύφη. Παπαδ.: Στραφείσα προς τον γερο-βαρκάρην: –Ορμήνεψέ τον, Γιαννιό μου· νά ΄χεις καλή ψυχή. –Αλλά τότε ο πλάνος καλόγηρος, ο πάτερ Ιωακείμ, τον «ορμήνεψε» και του είπεν ότι σ᾿ αυτόν τον κόσμον «εν άλλοις πταίομεν, εν άλλοις παιδευόμεθα.» Καζαντζακ.: Να ᾿χεις εσύ το αρχοντομοίρι σου κι εγώ να μένω θέλεις / με ολάδεια χέρια, κι ορμηνεύεις με να δώσω ετούτη πίσω; – …θες κάποιος μάντης τους αρμήνεψε, τις θείες βουλές που ξέρει, / θες και μονάχοι τους δοκίμασαν κι από δικού τους ήρθαν | < αρχ. ελλ. ἑρμηνεύω, μέλ. -σω (ἑρμηνεύς)·: μεταφράζω ξένες γλώσσες· εξηγώ με λέξεις, εκφράζω· εξηγώ, αναπτύσσω.

όρνιο το: γενική ονομασία για μεγάλα αρπακτικά πτηνά και ιδίως για το γύπα· μτφ. ο βλάκας, χαζός, αφελής. Το επιβλητικό φαράγγι και τα όρνια της Κλεισούρας. Χριστόπ.: Την έχθραν ψάλλε την κακιάν, θεά, του Αχιλλέως· / Που έφερε τους Αχαιούς αναριθμήτους πόνους· / Και εις τον Άδη έριξε πολλές ψυχές ανδρείες / Ηρώων, και τους έκαμε αυτούς φαγί των σκύλων. / Κι όλων των όρνιων· κ᾿ η βουλή τελείωσε του Δία. Βέβαια το μεράκι τους ή και το φυλαχτό τους ήταν οι κοκαλένιες φλογέρες που τις έφτιαχναν οι ίδιοι από το μεσαίο κόκαλο της φτερούγας του αϊτού, όρνιου ή μπούφου. Ελύτ.: Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό / θ᾿ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου / Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ᾿ ουρανού. Κολ.: …ο Ροσοι εχαν πάρει λους τος λληνας κα τος πγαν ες τν Νεάπολη, μ πεκρίθηκαν λοι μ να στόμα, τι «μες δν πηγαίνομεν ες τν Φραγκι κα θέλομε ν᾿ ποθάνωμεν πάνω ες τν πατρίδα μας.» δελφός μου Γιάννης μ επε τι: «θέλω ν μ φάγουν τ ρνεα το τόπου μας». Παρ.: «Έπεσαν σαν τα όρνια στο ψοφίμι.» | < αρχ. ελλ. ὄρνεον:πουλί. Βλ. & όρνιο το.

όρσε: επιφωνηματική έκφραση που λέγεται συνήθ. ειρωνικά, υβριστικά ή και με παιγνιώδη διάθεση, ως απάντηση· σημαίνει όρισε, διάταξε, πρόσταξε. Όρσε αρχιβλαχάρα. Πού πας με τα ψιλοτάκουνα στην παραλία; Χριστόπ.: Ο αφέντης μου, κυρία, με χαρά, και προθυμία, / όρσε, δώρο με προσφέρει / στο προσκυνητό σου χέρι | < όρισε: προστ. του ρ. ορίζω.

Ορτάκι το: παλιά ονομασία του χωριού Πλατανόρεμα Κοζάνης. Μαλ.: Το 1918, τα Σέρβια και τα 25 χωριά των υπήχθησαν εις την επαρχίαν Κοζάνης. Χωρία και υποδιοικήσεις της τέως Υποδιοικήσεως Σερβίων ήσαν τα: Πλατανόρρεμα (Ορτάκι), Παλαιογράτσανον, Μοσκοχώριον, Βελβενδός, Σκούλιαρη, Καταφύγιον, (Φυτίβιανη), Ίμερα (Χεϊμπελή), Καστανιά, Λάβα (Λαβανίτσα), Πολύρραχον (Ράχοβο), Προσήλιον (Καλντάδες), Αυλές, Κρανίδια (Κρανίκ Τσίντζιρα), Γούλες, Ρύμνιον, Τριγωνικόν (Δέλινον), Μεταξά, Λειβαδερόν (Μόκρον), Μικρόβαλτον, Τρανόβαλτον, Βογγόπετρα (Πάδες), Παληάλωνα (Νιζισκόν), Λαζαράδες, Ελάτη (Λουζιανή).

οστρακιά η: μολυσματική αρρώστια που χαρακτηρίζεται από πυρετό, κόκκινα εξανθήματα και απολέπιση του δέρματος, (γνωστή παλαιότερα και με την κοινή ονομασία σκαρλατίνα). Η εισβολή της οστρακιάς είναι απότομη. Παρουσιάζεται με υψηλό πυρετό (39 ως 40°C), ρίγος, τάση προς εμετό και (κατά τη βρεφική ηλικία) κάποτε με παραλήρημα ή σπασμούς. Παπαδ.: το πρόδηλον τι πρώτη τν τριν ξωτικν γυναικν, μαύρη, το Πανούκλα, δευτέρα, κίτρινη, το βεβαίως Χολέρα, κα λλη, κόκκινη, το χωρς λλο στρακιά. – στραπ κα πούλβερη, φωτι κα στροπελέκι ν πέσ ες τ ρμάδι σου, ν τ κάψ, ν τ κάμ στάχτη κα κορνιαχτό!… Κακ χολέρα ν σς κόψ, μαύρη πανούκλα κα στρακι ν σς θερίσ! Παπακ.: Πέρασα οστρακιά. Με κλείσαν σ᾿ ένα δωμάτιο όπου μόνο ο γιατρός και η γιαγιά μπαινόβγαιναν, ούτε η μητέρα μου, για να μην κολλήσει ο μικρότερος αδερφός μου. Σαράντα μέρες απομόνωση | < αρχ. ελλ. ὄστρακ(ον) -ιά.

ουγγιά η: υποδιαίρεση της λίβρας που χρησιμοποιείται: α. ειδικά για τα πολύτιμα μέταλλα (1/12 της λίβρας ή 31,10 γραμμάρια). β γενικότερα στην Aγγλία και στις HΠA (1/16 της λίβρας ή 28,35 γραμμάρια). Στις 3.760 χιλιάδες ουγγιές έφθαναν τα αποθέματα φυσικού χρυσού. Το κρέας και τα υποκατάστατά του μετρώνται σε ουγγιές | < αρχ. οὐγγία, οὐγκία < λατ. uncia.

ουδιέτσι: επίρρ. όπως είναι, ως έχει, χωρίς αλλαγή. ΦΡ. Συγύρισα το δωμάτιο και τα βιβλία τα άφησα ουδιέτσι: όπως ήταν, στη θέση τους. ΦΡ. Ήπιε το χάπι ουδιέτσι: χωρίς μια γουλιά νερό. ΦΡ. Βγήκα στο κρύο ουδιέτσι: όπως ήμουνα, χωρίς να ντυθώ κατάλληλα, κτο.

ουδιτότι: επίρρ. τότε ακριβώς, την επόμενη στιγμή, αμέσως, ακαριαία, εκείνη ακριβώς τη στιγμή στο παρελθόν.

ουδιτώρα: επίρρ. τώρα που μιλάμε. Φεύγω ουδιτώρα.

ούιπχατ: επίρρ. από κάτω, κάτω από | < από, υπό κάτω.

ουιπίσου: εκεί πίσω, πίσω | πιθ. < από πίσω.

ούλος -η -ο: όλος, ολόκληρος, ακέριος. «Η φτώχια τα πληρώνει ούλα ντίπ», έλεγαν οι κακόμοιροι τσοπαναραίοι. Η φτώχεια τα κρατάει ούλα. Τους μαζώνει τους παράδες ο τσέλιγκας σούμα. Παπαδ.: ! θ τς μάθς ολα τ πάντα, μαθές, επεν φελς, ες τρόπον στε δν το πολ σαφς ν εχε πεισθ ν ερωνεύετο· κα γι τατο φερες, πουλάκι μ᾿, ολα τ σκέλεθρα ατ π᾿ τ Μνημούρια… κα τς κανναβένιες κλωστές, κα τς τρίχες τς λογίσιες, κα τς παπαρονες, κα τ μαϊολούλουδα; Μακρ.: ταν μαζωμένοι π᾿ ολα τ μέρη, τος τ μίλησα παρουσία μ λύπη τς ψυχς μου κ᾿ κλαψα, κι᾿ ατενοι ο καλο νθρωποι μ᾿ κουσαν ,τι τος επα. Δημ.: κε εν᾿ ο κλέφτες ο πολλοί, / ολοι ντυμένοι στ φλωρί, / κάθουνται κα τρν κα πίνουν / κα τν ρτα φοβερίζουν – Για βγάλε τα στολίδια μου, δώ μου τη λεβεντιά μου, / μη λειώσω ούλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω | όλος < αρχ. ελλ. ὅλος. Βλ. & προσκυνημένος ο.

ούμπαλα τα: μτφ. τα μπαλάκια, οι ανδρικοί όρχεις. Μας έπρηξε τα ούμπαλα | πιθ. < μπάλα.

ουντίζω & ουντώ: ταιριάζω με κάποιον στην παρέα και τη συναναστροφή, μοιάζω. Λ.χ. ούντσαν οι συμφάδες: ταίριαξαν, τα βρήκαν. Γκοτζ.: – Η άλλη τ᾿ αψυχάει, κάνει κονομία. Τρως το ψωμί της κι είναι χορτάρι. Κάθομαι και θιαμαίνομαι. Εγώ η ίδια δεν τις έμαθα και τις δυο να ζυγομαγερεύουν; Γιατί δεν οϊντίζουν η μια με την άλλη:

ουπστιά η: δερμάτινο λουρί για το σαμάρι, το οποίο προσαρμόζεται στα οπίσθια, τα καπούλια του ζώου | πιθ. < αρχ. ελλ. ὀπίσθιος: που βρίσκεται στο πίσω μέρος, πισινός.

ουρατώ: δυσκολεύομαι πολύ, καταβάλω μεγάλη προσπάθεια, μόλις και καταφέρνω να φέρω εις πέρας κάτι. ΦΡ. Ουράτσα να ανέβω την ανηφόρα. ΦΡ. Θα ουρατήσεις να τα κουβαλήσεις μόνος: θα κοπιάσεις πολύ, θα κουραστείς.

ούρδα η: παραδοσιακό είδος τυριού που μοιάζει με μυζήθρα. Ούρδα, το μανούρι των φτωχών. Κατά την παραδοσιακή τεχνολογία παρασκευής της ούρδας, χρησιμοποιείται τυρόγαλα το οποίο διηθείται και θερμαίνεται υπό ανάδευση και στους ~55οC προστίθεται το πρόσγαλα. Στους ~70οC προστίθεται το αλάτι και συνεχίζεται η ανάδευση υπό θέρμανση. Κρυστ.: Ενταύθα κατασκευάζεται η περίφημη εκείνη μετζίθρα της Ηπείρου, η παρ᾿ αυτοίς ούρδα.

ούρδας ο: μτφ. ο βλάκας, ο ανυπόληπτος. Υποτιμητικά λέγεται επίσης η φράση ούρδα ανάλατη. ουρλιέμαι: ουρλιάζω, χτυπιέμαι, φωνάζω δυνατά· μτφ. παλεύω, προσπαθώ επίμονα να καταφέρω κάτι.

ουτζιάκι το: τζάκι· χτιστή κατασκευή, μέσα σε εσωτερικό χώρο, κατάλληλα διαμορφωμένη για το άναμμα της φωτιάς, που συνδέεται με κατακόρυφο αγωγό για την απομάκρυνση του καπνού (καμινάδα, μπουχάρι). Αίν.: «Οτζάκι χωματένιο, ξύλινη γωνιά.» (τσιμπούκι). Μακρ.: Γνωρίζομεν τ τζάκια σας που κάνουν τος νθρώπους τζιράκια. Τώρα ρθα στελμένος π τ κάστρο ν κάμω συνθκες, κι᾿ χι ν μπ μιστωτός. Τελειώνοντας πόθεση το κάστρου, τότε τηρμε ατό | < τουρκ. ocak.

ούτσικου: επιφώνημα που λέγεται σε γαιδούρια, άλογα κλπ, για να σταματήσουν, να σταθούν ήρεμα. Ούτσικου, λυκοφάγωμα!

όφιος ο: όφις, το φίδι. Δημ.: Η πεθερά μαέρευε κι αντραδερφή ζυμώνει / φτιάνουν τον όφιο (φίδι) με το ψαρ᾿ / Μπογάτσια μ᾿ φαρμάκι. / Πάρε νύφη πο το ζωμί πάρε και πο το ψάρι | < αρχ. ελλ. ὄφις.

όχεντρα η: οχιά. Γεμισε ο τόπος τρωκτικά και όχεντρες. Δημ.: …τον ήλιο βάζει πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος / και του κοράκου το φτερό βάζει καμαροφρύδι, / την όχεντρα την πλουμιστή κορδέλλα στα μαλλιά της, / τον άμμο τον αμέτρητο ρίχνει μαργαριτάρι. Εφτ.: Σαν όνειρο που είτανε, μήτε μια μέρα δε βάσταξε. Όχεντρα έγινε ο μαλακόγλωσσος ο Αριστίωνας άμα πήρε την εξουσία, ας είταν καλά οι δυο χιλιάδες οι δορυφόροι. Ρουθούνι τίμιου πολίτη δεν άφησε. Γκάτσ.: Όπως περνάει η όχεντρα μες απ᾿ τα περιβόλια των κριθαριών / Mε τα περήφανα μάτια της οργισμένα / Kι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα | πιθ. < από τη μεσν. έχεντρα (αρχ. ελλ. έχιδνα). Βλ. & μαλακόγλωσσος ο.

όχτικας ο: το χτικιό, μτφ. ο τύραννος, ο πολύ ενοχλητικός άνθρωπος. ΦΡ. Με οχτίκιασε: με ταλαιπωρεί, με φτάνει στα όρια της αντοχής μου. Παπαευαγγ.: Μόλις έφυγνει η Γι΄ώρς στα σφαχτά, σρχινούσει. Κινταυρώσ΄, Μπούσμπουρους να γέντς, π΄να ξιπατουθείις κι να μη φανείς, όχτικα μι τουν όχτικας, κι άλλα πουλλά.

όχτος ο & νόχτος ο: γκρεμός, η χαράδρα, απότομη κλίση του εδάφους. Τοπωνύμ. (τα) Νοχτάρια. Παπαδ.: λλ᾿ βράμης εχε πηδήσει να χθον πρς τ κτμα το Φραγκούλα. Καζαντζ.: …κι αυτή κοιτάμενη ξεραίνεται στου ποταμού τον όχτο – …και τον καθίζει απά στου Σκάμαντρου τον καλαμόφυτο όχτο. Καρκ.: Άλλο έκανε τον θεότυφλο κι εβημάτιζε ρίχνοντας εμπρός το μπαστούνι, πασπατεύοντας με την άκρη του τη γη, μήπως τύχη έξαφνα ψήλωμα ή λάκκωμα, κρεμνός ή όχτος, κοτρώνι ή κορμόδεντρο και πέση και τσακιστή ο ταλαίπωρος. Γκοτζ.: …να πηδάει τα όχτια σα να τον κυνηγούσαν τάγματα δαιμόνων και σα να γύρευε κάπου να κρυφτεί στον πανικό του. – Κι έχε το νου σου να μην πέσεις από κάναν όχτο αυτού που νυχτοπερπατάς. Παλαμ.: Κι από μέσα από τους όχτους των Κατάστενων / ήταν όλο σα να φύτρωναν πολιτείες από πράσινο. ΦΡ. «Πήγε σαν τον γκαβό στον όχτο.», «Καλύτερα να πέσεις απ’ όχτο παρά από γομάρι.» Καζαντζ.: Σκάψε ακόμα! Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο! | < αρχ. ελλ. ὄχθη.

οχτρός ο: εχθρός. Μακρ.: γ δν γνωρίζω φατρίες κα ν μ θεωρ λλος φίλο του κι᾿ λλος χτρό. Γενικς λους σας σς θεωρ δελφούς, τι μ διορίζετε λοι κα πρέπει ν μν εμαι ναντίος κανενού. Πάλλ.: Γιοί του Πριάμου, των θεών βλαστάρια, ως πότε ακόμα / θ᾿ αφήνετε έτσι απ᾿ τους οχτρούς να σφάζεται ο λαός σας; Δημ.: Πάντοτε τρέχω για να βρω βοτάνια για να γιάνω / και το βοτάνι το ᾿χει οχτρός, που θέλει να πεθάνω. Παρ.: «Φίλε μου στην ανάγκη μου κι οχτρέ μου στη χαρά μου.», «Το ποτάμι κοιμάται, ο οχτρός δεν κοιμάται.»

όψιμος -η -ο: που γίνεται, ωριμάζει αργά, στο τέλος της κανονικής περιόδου. Όψιμα σύκα, ντομάτες, κεράσια. Καρκ.: Χώρια τα όψιμα χωράφια χώρια τα πρώιμα. Και όλα στοχαστικά μοιρασμένα. Σιδ.: Εκείνη τη χρονιά η Πασχαλιά ήταν όψιμη. Παρ.: «Αν πρωιμίσει η αμυγδαλιά κι ανθίσει το Δεκέμβρη, βαρύς χειμώνας κι όψιμος θε να ᾿ρθει να μας εύρει.», «Γάμος όψιμος, παιδιά της ορφάνιας.», «Όψιμη πασχαλιά, όψιμος χειμώνας.», «Οι όψιμες θέλουν βροχές κι οι πρώιμες δροσούλες.» | < αρχ. ελλ. ὄψιμος.

(Εμφανιστηκε 625 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)