24 Φεβρουαρίου 2017 at 15:00

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Ν

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Ν

Βιογραφικά του συγγραφέα

Ο Δημήτρης (Τάκης) Τζήκας γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1971 στη Ζυρίχη της Ελβετίας, από γονείς μετανάστες Έλληνες εργάτες. Μέχρι την τετάρτη δημοτικού έζησε στο Λιβαδερό Κοζάνης, ενώ αργότερα ολοκλήρωσε το Λύκειο στην ίδια πόλη. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Δημήτρης Γληνός» του Α.Π.Θ. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, βρέθηκε στην Κομοτηνή για 15 περίπου μήνες. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου στον σύλλογο φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. Ιωαννίνων (1992-1995), ενώ συμμετείχε στο Δ.Σ. του συλλόγου Μετεκπαιδευομένων δασκάλων και στην επιτροπή προγράμματος σπουδών, ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος. Από το 1999 μέχρι σήμερα, εργάστηκε σε δημοτικά σχολεία της Φολεγάνδρου, της Κέρκυρας και στο 1ο Πρότυπο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης. Διαχειρίζεται την ιστοσελίδα «Ερανιστής», όπου και δημοσιεύει τακτικά κείμενα για τη γλώσσα, τη φιλοσοφία και την ιστορία. Ζει στη Θεσσαλονίκη και ψωμίζεται ως δάσκαλος στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Το Λεξικό, 504 σελίδες 17 χ 24, διατίθεται με αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου.

Ν

«νάγκασε!»: ανάγκασε, κάνε όσο πιο γρήγορα μπορείς, βιάσου, κουνήσου, πράξε αμέσως· λέγεται για καταστάσεις ανάγκης, όπου απαιτείται σβελτάδα και ακρίβεια. Μαριγούλα, ᾿νάγκασε κορίτσι μ᾿, νύχτωσε. Συνων. σώνε, τέλειωνε, για κάτι που επείγει. Κρυστ.: Ανάγκασε λίγο μη μας πιάκη ο ήλιος τον ανήφορο, εννοών την πέραν του Αράχθου άνοδον της Πίνδου | < ανάγκασε (τον εαυτό σου).

νάζι το: προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, κυρίως γυναίκας. Δημ.: Τς μικρς ξανθς τα νάζια / μβαλαν πολλ μαράζια. Παρ.: «Μην το περηφανεύεσαι και μην το κάνεις νάζι, γιατί ο Θεός την ομορφιά σαν άνθος την τινάζει.», «Στάλα τη στάλα το νερό τρυπάει το λιθάρι κι η κόρη με τα νάζια της σφάζει το παλικάρι.», «Μάρτης είναι νάζια κάνει, πότε κλαίει πότε γελάει.» | < τουρκ. naz -ι.

ναζάρι το: η εύνοια. Περρ.: …και πάλιν τον ξανάβαλα εις το προτερινόν ναζάρι μου (εύνοιάν μου) με το να είναι τζιράκι εδικόν μου· όθεν και σεις να τον ηξεύρετε και να τον έχετε όπως πρωτύτερα, και καλλιότερα.

νάκα η: κούνια του μωρού, σαρμανίτσα, μπισίκι | πιθ. αρχ. ελλ. νάκη[ᾰ], ἡ: δέρμα καλυμμένο από μαλλί ή τρίχωμα, δέρμα προβάτου ή κατσίκας, προβιά. Γιώργος Νάκας.

νάμα το: τρεχούμενο, πηγαίο νερό, πηγή, ανάβρα. κρασί μεταλήψεως. Παπαδ.: …τι γιναν τ ρεύματα, τ ρυάκια, τ νάματα τ δροσερά, σα κατήρχοντο π τος λόφους κα διέσχιζον τν μμον; Τί γιναν α πηγα κα τ νάματα τς νεότητος, τ ποα νέβλυζόν πότε κα δρόσιζον τν ψυχήν μου; – Κάτω στ Βουρλίδια, καθς κατηφορίζεις π τς Βίγλες, νάμεσα Πλατάνα κα Πετράλωνο, σιμ στς Γανωτίνας τν Μύλον, κε κατεβαίνει τ ρεμα χείμαρρος, νμα, δρόσος κα αμα, π τ ρη το Θεο. Τοπωνυμ.: Νιάματα, Λιβαδερό Κοζάνης | < αρχ. ελλ. νᾶμα, -ατος, τό (νάω): οτιδήποτε ρέει, τρεχούμενο νερό, ποταμός, ρεύμα νερού, ρυάκι.

Νάτσιος ο: Αθανάσιος, Νάσιος, Σιάκας· θηλ. Νάτσινα η. Παπαευαγγ.: Η πατέρας τ᾿ η Νάτσιους που δεν είχει ντίπ᾿ σφαχτά, μόνου ένα κανούτου λυκουγόμαρου να κουβαλάει κανα τσάκνου να βάζ᾿ στου φούρνου η Νάτσινα.

ναύλο το: εισιτήριο, το αντίτιμο του εισιτηρίου για ταξίδι. Καββ.: Τα ναύλα μου πώς ν᾿ αγοράσω, τώρα που απόμεινα στον άσσο. Παπαδ.: Ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου δὲν ἠμπόρεσα νὰ γλυτώσω τν ναλον. Επάνω τοποθετούν ένα ρούχο για να μη βρεθεί γυμνός στον άλλο κόσμο και στις τσέπες του βάζουν λεφτά για ναύλα και για τα τυχόν απλήρωτα βερεσέδια του. Τσιφ.: Την καινούργια του γυναίκα την μπαρκάρισε άναυλα ο Ερρίκος. -Να την πάτε στη μάνα της | < αρχ. ναύλος < αρχ. ναῦλος < ναῦς (: πλοίο, καράβι).

ναύλος ο: το ταξίδι στη θάλασσα, η πλεύση, το ναύλο, το αντίτιμο του εισιτηρίου. Βυζαντ. Παρ.: «Πριν πνιγούμε, δος τον ναύλον.» Βλ. & πιόμα το, ναύλα τα.

Νάχας ο: αυτός που εύχεται, θέλει, επιθυμεί, ελπίζει να έχει. Παρ.: «Ο Νάχας κι ο Ναύρας ήσαν αδέρφια κι ο Ναμηνέχης πρώτα ξαδέρφια.»

νε, νε: όχι, ούτε. αποφατικός σύνδεσμος, συνήθως με επανάληψη (νε νε) που σημαίνει ούτε. Νε παράδες, νε χωράφια απόμειναν, νε πρότα έχω, νε γίδια, νε καντίποτας: ούτε πρόβατα έχω, ούτε γίδια, ούτε τίποτα. Παρ.: «Νε σκόρδο έφαγε, νε σκόρδο μυρίζει.», «Νε το διάολο να δεις, νε το σταυρό σου να κάνεις», «Νε παρά στη σακούλα, νε ντέρτι στην καρδούλα.», «Νε στον ήλιο, νε στον ίσκιο.» | < τουρκ. ne ne ή αρχ. ελλ. νη-, αρνητικό προθετικό μόριο, επιτετ. τύπος του στερητικού ἀνα-· τίθεται πριν από βραχέα φωνήεντα, όπως νῆϊς, ή πριν από σύμφωνο όπως νηκερδής, νήκερως, νηκηδής, νηπαθής, νηπελέω, νηπενθής, νήποινος· Πβ. το νήπιο (νή έπος: άλαλο).

«νε ντροπή νε μισό»: χωρίς μισή ντροπή. Ούτε ντροπή ούτε μισή (ντροπή), λέγεται γι᾿ αυτούς που θεωρούνται ξεδιάντροποι, το «νε» είναι αποφατικός σύνδεσμος.

νεκροτόκι το: βρέφος, παιδί που γεννιέται νεκρό. Παπαδ.: γυνή του, λιγότεκνος, εχε γεννήσει να υόν, λλο ν νεκροτόκιον, ν θυγάτριον ποθανν βρέφος κα πλέον ο.

νεραϊδοπαρμένος -η -ο: σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία του πήραν οι νεραίδες τα μυαλά, προσβλήθηκε ξαφνικά από μια ψυχική αρρώστια ή έχασε την ομιλία ή την ακοή του, που ζει «στον κόσμο του», αλαφροΐσκιωτος. Καρκ.: Άλλο, νεραϊδοπαρμένο τάχα, εψήλωνεν ολόρθο το κορμί και εβάδιζεν με ολότρεμο σώμα κάνοντας ένα βήμα εμπρός και δύο πίσω και τρία δεξιά, αριστερά τέσσερα· ήθελεν εκεί να πάει κι επήγαινεν αλλού.

νερογόι το: μικρό αυλάκι σε στάβλο, στρωμένο με πέτρινες πλάκες για να απομακρύνονται νερά και υγρές ακαθαρσίες· συχνά ήταν καλυμμένο.

νερομάνα η: φυσική πηγή νερού. Σαν μάνα, που είναι πάντα δοτική στα παιδιά της, παρομοίαζαν τα προηγούμενα χρόνια, τις πηγές άφθονου νερού, τις λεγόμενες «νερομάνες», απ᾿ όπου υδρεύονταν τα χωριά. Κείνα τα χρόνια, η ύδρευση του χωριού γινόταν από πηγάδια, που είχαν κατασκευάσει οι χωριανοί σε κάποιες νερομάνες, που αναβλύζαν σε κάποιου βράχου τη ρίζα, σε καμιά λακκιά ή λογγάρι στις παρυφές του χωριού. Ν. Βρετ.: Θ φύγω σ ψηλ βουνό, σ ριζιμι λιθάρι / ν στήσω τ κρεβάτι μου κοντ στ νερομάνα / το κόσμου πο βροντοχτυπον ο χοντρς φλέβες το λιου, / ν᾿ πλώσω κε τν πίκρα μου, ν λυώσει πως τ χιόνι.

νεροφίδα η: είδος φιδιού που ζει σε ποτάμια ή σε λίμνες· μτφ. κάποιος που πίνει πολύ. Καββ.: Ορθός ο δούλος δίπλα σας, μακρύς σαν νεροφίδα, / έτριβε τ᾿ άγια χρώματα σε πέτρινο γουδί.

νεροκρατώ: κρατώ νερό, υγρασία. Λέγεται για υγρά, βαλτώδη μέρη.

νερομάνα η: φυσική πηγή με άφθονο νερό, κεφαλάρι. Βρετ.: Θ φύγω σ ψηλ βουνό, σ ριζιμι λιθάρι / ν στήσω τ κρεβάτι μου κοντ στ νερομάνα / το κόσμου πο βροντοχτυπον ο χοντρς φλέβες το λιου, / ν᾿ πλώσω κε τν πίκρα μου, ν λυώσει πως τ χιόνι. Μαβίλ.: Έλα, αγάπη μου, γλυκά ν᾿ αναπαυθούμε / δω σιμά στη νερομάνα· / Γύρ᾿ εδώθε, λυγερή, να φιληθούμε. / Αλλ᾿ αγάλια, μην ξυπνήσουμε τον Πάνα. Πβ. Παπαδ.: Βεβαίως θ εχαν ποτίσει τ απόλιον νω ες τν μάνναν το νερο, ες τ κορύφωμα το μεγάλου ρεύματος τς Ζωοδόχου.

νερόμελο το & νερομέλι το: υδρόμελο, δροσιστικό, θεραπευτικό ποτό με μέλι και νερό, μελίκρατον.

νερομπούλι το: νερουλό παρασκεύασμα, φαγητό, σάλτσα ή σούπα με νερό περισσότερο από το ενδεδειγμένο. Πετρ.: …οσάκις το φαγητό δεν δένει, οσάκις η σάλτσα είναι νερομπούλι, δίνει την προσταγή να αραιώσουν κανά δυο κουτάλια αλεύρι και, μετά, να το χύσουν στην κατσαρόλα.

νεροσυρμή η: φυσικό αυλάκι σε κατηφορικό έδαφος, όπου τρέχουν τα νερά της βροχής. Εφτ.: Όχι κι ομορφιά που να τρελαθείς, μα πρόσχαρη και σβέλτη κι αυτή, καθώς όλες τους, που σαν τις ζορκάδες τις έβλεπα και πετιούνταν από δω κι από κει, στις ελιές, στα κάστανα, στις νεροσυρμές, στα κοπάδια -παντού | < νερο- + συρμή.

νετάρω: αποτελειώνω μια δουλειά, τακτοποιώ μια υπόθεση· ξεμπερδεύω. Τσιφ.: Κι απορώ γιατί δεν τους τρώμε μια και καλή να νετάρουμε. Τα συμφωνήσαμε, τέλος πάντων, και σε μια τιμή λογική είπανε: «ας δώσει είκοσι χιλιάδες υπέρπυρα να νετάρουμε.» | < βενέτ. netar -ω (ιταλ. nettare).

νέτος ο: τελειωμένος, σκέτος· συνήθ. νέτος σκέτος· γύρισε νέτος σκέτος απ᾿ το μπακάλη: χωρίς τίποτα, με άδεια χέρια· επίρρ. νέτα σκέτα: ακριβώς όπως είναι, ευθέως, χωρίς περιστροφές, απλά και κατανοητά· του τα είπε νέτα σκέτα: ευθέως, καθαρά, χωρίς περιστροφές, ως έχουν· νέτο, για εμπόρευμα που το βάρος του υπολογίζεται καθαρό, χωρίς τη συσκευασία. Όσα προϊόντα έχουν την ένδειξη σε προσφορά, οι τιμές τους είναι νέτες και δεν έχουν καμία έκπτωση. Τα υπόλοιπα έχουν -5 % για λίγα τεμάχια και -15% για πλήρες κιβώτιο ανά κωδικό | < βενέτ. neto -ς (ιταλ. netto).

Νέτσιος ο: τοπωνύμιο της περιοχής (Λιβαδερό).

νεφραμιά η & νεφραμιά η: τα νεφρά και η γύρω από αυτά περιοχή του σώματος των ανθρώπων και των ζώων. Παπαδ.: …βλέπει τον Γκιουλήν, όστις ήτο κεκηρυγμένος εχθρός του μπακλαβά και όλων των γλυκυσμάτων, εγχειρούντα γενναίως με την πλατείαν μάχαιράν του επί των νεφραμιών του ροδοκοκκινίζοντος ψητού | < μσν. νεφρά (πληθ.) < αρχ. ελλ. νεφροί.

νηνί το: μωρό, μικρό παιδί, κούκλα. Είσαι νηνί ακόμα | < μσν. νηνίον (:κούκλα) < αρχ. ιωνικό νήνις < νεάνις.

νησκομάρα η: πείνα, η κατάσταση του νηστικού. Νησκομάρα απ᾿ το πρωί.

νησκός ο: νηστικός. Παρ.: «Νησκό αρκούδι δε χορεύει.», «Ο νησκός καρβέλια ονειρεύεται.» | < ελνστ. ή μσν. νηστικός: για χρήση σε νηστεία < αρχ. νῆστ(ις): νηστικός -ικός.

νιότη η: η νεότητα, τα νιάτα. Βάρν.: Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος; / Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος! Δημ.: Και μη σε πάρει κουρτεσιά και βάλεις φτερνιστήρι, / και θυμηθώ τη νιότη μου και κάμω σαν πουλάρι, / και σπείρω τα μυαλούδια σου σ᾿ εννιά μοδιώ χωράφι. Τρία καλά είναι στο ντουνιά και στον απάνω κόσμο, η νιότη και η λεβεντιά και το καλό κορίτσι. Ελύτ.: Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας / Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της αδιαφορώντας.

Νικολής ο: Νικόλαος, Νικούλας, Νικολός, Νιόλας· Νίκαινα, Νίκινα: γυναίκα, σύζυγος Νικολάου.

νισάφι το: φειδωλία, μετριοπάθεια· λέγεται για να δηλώσουμε ότι πρέπει να λυπηθούμε κάποιον, κάτι πρέπει να σταματήσει να συμβαίνει, να μην σπαταλάμε, να μην καταστρέφουμε κάτι. Περρ.: Εις εκ των πιστών υπηρετών και παλαιών αυλικών του αυλικών (Αμπάζ Τεπελένας), ιδών την φθοράν των στρατιωτών, είπε: νισάφι (φειδωλία) κάμε Βεζύρη μου, όλον τον αθέρα (άνθος) του στρατεύματός σου εδώ εις το Κούγκι το εκατάστρωσες, αν στείλεις ακόμη και αυτούς όπου έμειναν θα τους αποτελειώσουν οι Σουλιώται. Παπαδ.: Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη οπωσούν τραχεία η φωνή του ενός των χωροφυλάκων, του γεροντοτέρου: -Έ! νισάφι, βρε παιδιά, εφώναξε… Πέσατε με τα μούτρα πάλι, στο πλιάτσκο! -Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε… μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα… Σαν το ᾿κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Κολ.: ταν τος πολέμησε πατέρας μου, το λεγαν: «Κολ.η, δν κάμεις σάφι. -Τί νισάφι ν σς κάμω, πο λθετε κι χαλάσατε τν πατρίδα μου, μς πήρατε σκλάβους κα μς κάματε τόσα κακά;» | < τουρκ. insaf: μετριοπάθεια (από τα αραβ.).

«νούρος πάντα»: η φράση λέγεται σε παιχνίδια και σημαίνει θα παίζω πάντα τελευταίος | < νουρά < ουρά.

νταγιαντίζω: αντέχω, υπομένω, βοηθώ. Σιδ.: …μα ο παπα – Φώτης, άριστος βυζαντινός ψάλτης, πάντα τον νταγιαντούσε με τρόπο και τον έβαζε στη σωστή σειρά. Μαντινάδα: …σαν είναι πέτρα την εσπώ, σίδερο το λυγίζω μα την παντέρμη αμοναξά, δεν τήνε νταγιαντίζω. | < τουρ. dayandim.

νταήδικα: επίρρ. με τον τρόπο του νταή, προκλητικά, εριστικά, απειλητικά, με πρόθεση επιθετική. Ρεμπέτ.: Τι με κοιτάς νταήδικα; / θαρρείς πως σε φοβήθηκα; | < Βλ. & νταής ο.

νταής ο: καυγατζής, ψευτοπαλικαράς, τσαμπουκάς, φίλερις. «Νταήδες» με ποινικό παρελθόν ξυλοκόπησαν γριούλα στη Ξάνθη. Οι νταήδες προσπαθούν να σε φοβίσουν. Βαμβ.: Ήτανε όμως και μέσα ένας Μπουντρούμης ονομαζόμενος, ο οποίος ήτανε ο πιο νταής απ᾿ όλους τους πρόσφυγες αυτός. Ήτανε πολύ κουτσαβάκης και πολύ παλικάρι και φίνος μάγκας αυτός | < τουρκ. dayι: θείος, προστάτης, αστυνομικός -ς. Βλ. & ντίρλα η, τσαμπουκαλεύομαι.

νταηλίκι το: η ιδιότητα του νταή, αποκοτιά, παράτολμο θάρρος, (ψευτοπαλικαριά), παλικαριά. Από τις γονυκλισίες πέρασαν στα νταηλίκια. Και τους προειδοποιώ να μην τολμήσουν να ξανακάνουν τα νταηλίκια. Καζαντζ.: …τι ήταν εκείνες οι ανδραγαθιές της ράτσας μας, η λεβεντιά, ο έρωτας της λευτεριάς, το θεϊκό νταηλίκι. Παρ.: «Το νταηλίκι της μάνας είναι το αρσενικό παιδί.»

νταλακιάζω: φουσκώνω, πρήζεται η κοιλιά μου από το πολύ νερό που ήπια· διψώ, εξαντλούμαι, πέφτω σε ατονία· ως επίρρ. Η κοιλιά νταλάκα, φουσκωμένη, πρησμένη. Την έκανα νταλάκα: ήπια πολύ νερό, ή πιοτό. Νταλάκιασαν όλοι απ᾿ τη ζέστη και το μπακαλιάρο, στον Πόρο. Επώνυμο και παρανόμι Νταλάκας. Βλ. & λεβήθρες οι.

νταλντώ: βγαίνω δυναμικά μπροστά. Σιδ.: Τα σκυλιά πήραν μυρωδιά τον Ανέστη από μακριά και ντάλτησαν σαν σαΐτες καταπάνω του. – Τα σκυλιά είναι άμαθα από ξένους και νταλντούν σαν ζλάπια. Πβ.: κιουτς ενι ατός π᾿ φουβτι τνα κι τλλου. Τ λουγαργιάζ᾿ πο δ κι πο κε κι ράδα παντο γλέπ᾿ σκιάχτρα κι κίνδυν᾿. νας τέτχοιους π᾿ δ νταλντάει στ᾿ ζουή, γι ν φκιάσ᾿ ᾿ κι ντί, δν μπουρε ν γέν᾿ πραματιφτής. (Μικρόβαλτο Κοζάνης) | πιθ. άλτης ο.

νταμάρι το: λατομείο, μέρος, τόπος που βγάζουν πέτρες, μάρμαρα. Περίφραξη στα νταμάρια της Αγίας Μαρίνας. Βάρν.: Είκοσι χρονώ γομάρι σήκωσα όλο το νταμάρι / κι έχτισα στην εμπασιά του χωριού την εκκλησιά. Σιδ.: Αμ είσαι από γερό νταμάρι γυναίκα! | < τουρκ. damar: φλέβα (πετρώματος) -ι. Βλ. & λασπατζής ο.

ντάμι το: αγροικία, καλύβα, στάβλος, πρόχειρο κτίσμα, συνήθως από ξερολιθιά, που κατασκεύαζαν οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι στους αγρούς, στα κτήματά τους. Χρησιμοποιούσαν τα ντάμια για να στεγάσουν ζώα, ζωοτροφές, εργαλεία, ή και τους ιδίους όταν η αγροτική εργασία απαιτούσε την παραμονή του αγρότη στο κτήμα | < τουρκ. λ. dam: δώμα, στάβλος) -ι.

ντάμκα η: κηλίδα, μεγάλο σημάδι σε δέρμα ή τοίχο, λεκές. Το ψυγείο γέμισε ντάμκες. λλ᾿ πάλι πιρναν κι κάνα δγυ τρίχις π᾿ ᾿ν ρκούδα γι λιάτσ᾿. που ταύτου πουλλς ρκοδις τότι εχαν ντάμκις ντάμκις ψαλδιές. (Μικρόβαλτο Κοζάνης).

νταμπής ο: καφετζής, ταβερνιάρης, κάπελας (Κοζάνη).

νταμπλάς ο: συγκοπή, αποπληξία· αναπάντεχη μεγάλη στενοχώρια. Μόλις έμαθε τα νέα, του ήρθε νταμπλάς | < τουρκ. damla -ς.

νταμπλάς ο & ταμπλάς ο: ταβλάς (ξύλινος), μεγάλος δίσκος. Μου ᾿ρχεται να κάνω γιούρια στο ταβλά με τα κουλούρια (Τσιτσάνης) | < τουρκ. tabla: ξύλινος δίσκος, επιστύλιο (από τα αραβ.) -ς.

νταντά η: παραμάνα, τροφός. γυναίκα που φροντίζει μικρό παιδί. Ποιά είναι τα κριτήρια για τη σωστή επιλογή νταντάς; Θέλει προσοχή ώστε να τεθούν τα σωστά όρια μεταξύ νταντάς και γονιών. -Εεεε, νταντάδες, παραμάνες μου! Συναχτείτε, βιαστείτε κι ανασκουμπωθείτε, και ψήστε μου ως το πρωί ένα ψωμί κάτασπρο, αφράτο, σαν τα γιορτινά, που ζυμώναμε στο πατρικό μου! Παρ.: «Σ’ εφτά νταντάδες παιδιά χωρίς μάτια.» | < τουρκ. dada (από τα περσ.).

νταουλιάζω: μτφ. γίνομαι νταούλι, τούμπανο, φουσκώνω, πρήζεται το στομάχι μου. Νταουλιασμένος.

νταούλι το: λαϊκό μουσικό όργανο, είδος τυμπάνου που αποτελείται από έναν ξύλινο κύλινδρο σκεπασμένο στις δύο παράλληλες βάσεις του με δέρμα και που το κρεμούν με λουρί από τον ώμο· παίζεται με ένα λεπτό ξύλο στο αριστερό χέρι και με ένα χοντρό στο δεξί· τούμπανο (Τριαντ.)· λέγεται μτφ. για κάτι που είναι πρησμένο, φουσκωμένο, τούμπανο. Παπαγ. Πώς γλένταγε ο κοσμάκης παλιά; Στα πανηγύρια. Εκεί, με νταούλια, βιολιά και κλαρίνα, «χάλαγε» ο συμβατικός κόσμος και ξαναστηνόταν ο κόσμος της καρδιάς. Η κοιλιά νταούλι. Παρ.: «Όπου ακούς μεγάλα νταούλια, ψωριακός γάμος γίνεται.», «Ο κουφός και ο κλανιάρης πάνε δίπλα στα νταούλια.» | < μσν. νταβούλι (Πβ. μσν. ταβούλι) < τουρκ. davul (από τα αραβ.) -ι.

«ντάρλα ντιρλά νταντά»: η φράση επαναλαμβάνεται ρυθμικά από την ομήγυρη, ανάμεσα σε στίχους αποκριάτικων τραγουδιών. Λ.χ. Στο γνωστό «Ανέβηκα στην πιπεριά να κόψω ένα πιπέρι», η ομήγυρη λέει «Ντάρλα ντιρλά νταντά» και συνεχίζουν οι προηγούμενοι «κι η πιπεριά τσακίστηκε και μου ΄κοψε το χέρι, κι έπεσα, κι έπεσα μέσα στα χιόνια, στα ολόλευκα σεντόνια. Βλέπω μια κόρη π᾿ άλλαζε…κλπ.»

νταρντάνα η: σωματώδης, δεμένη, δυναμική γυναίκα. Εκείνη, νταρντάνα έως εκεί επάνω, εκείνος κοντότερός της κατά μια σπιθαμή. Νταρντάνες ή μικροκαμωμένες; Καζαντζ.: Εγώ είμαι ακόμα σβέλτα, δόξα σοι ο Θεός, κουμαντέρνω ακόμα τα πάχητά μου, τα πάω, δε με πάνε, δέκα νιες βάζω κάτω, δέκα παλικάρια δε με κάνουν ζάφτι, καλά με λένε νταρντάνα! | < ιταλ. tartana: πλατύ φορτηγό καράβι, μεγαλόσωμη γυναίκα.

νταρτμάς ο: γυναικείο μαντίλι (Κοζάνη).

ντας: επιφων. που δηλώνει ήχο από χτύπημα κεφαλιού με κεφάλι. «Κάνω ντας»: παιδική έκφραση, σημαίνει χτυπώ κεφάλι με κεφάλι, κούτελο με κούτελο.

ντέγκι το: δέμα φύλλα καπνού, ραμμένο σταυρωτά και τυλιγμένο με λινάτσα που συσκευάζεται σε ξύλινο πλαίσιο· δέμα, πακέτο | < τουρκ. λ. denk: δέμα) -ι.

«Ντέρα ντέρα!»: επιφων. θαυμασμού, πω πω!

ντερλικώνω: τρώω, πίνω πολύ και γρήγορα, καταβροχθίζω. Παπαευαγγ.: Τι χαλεύς ιδώ μα.. έφαγις, ντιρλίκουσεις; Τ΄κρέν᾿ η Αντώντ΄ς. Παπαδιαμάντ: Κι σοι τ κάνουν ατά, μαθές, κι σα κι ν καταπι κα ντερλικώσ νας νθρωπος, πάλι χμα κα κοπρι θ γέν, κα τρες σπιθαμς τόπο θ χρειασθ. – Συνήθως παιρνε κ᾿ να πνον π τς καθέκλας, ες τ παιθρον. ντερλίκωνε ες ν μπακάλικον ντικρινόν, μπεκρομεθοσε, φλυάρει, σχρολόγει, ργίαζε. Αρκούδες ντερλίκωσαν 100 κουτάκια με μπύρα στη Νορβηγία. Έφαγαν, ντερλίκωσαν, ρεύτηκαν… «Μόσχος και κανέλα.» Οι άλλοι περίμεναν κοιτάζοντας το φαγοπότι από τη τζαμαρία. Βλ. & κολτσίδα η.

ντερλίκωμα & ντερλίκι: φαγοπότι. Στην οδό Β Π. 4 στη Βούλα, βίσκεται το ψητοπωλείο Ντερλίκωμα. Σας περιμένουμε να απολαύσετε σουβλάκια, ψητά της ώρας και μαγειρευτά. Κατσιό και ντερλίκι | < τουρκ. dirlik: άνετη ζωή, πλούτος -ώνω.

νεκρικίσιος -ια -ιο: νεκρικός, πεθαμενατζίδικος, πένθιμος. Χτύπησε νεκρικίσια καμπάνα.

Νιάκος ο: Γιάννης (Κοζάνη).

νιασμίδι το: μικρό γουρουνάκι, μόλις απογαλακτισμένο < πιθ. νέο, μικρό σε ηλικία.

νιάτα τα: συνήθως στον πληθ. η νεότητα. Δημ.: Νάταν τα νιάτα δυό φορές, τα γητατειά καμία. Βλ. & γραμμένος ο, καντηλιάζω, κασμάς ο, όχεντρα η.

νίβω: πλένω το πρόσωπο ή και τα χέρια κάποιου. Παρ.: «Tο ᾿να χέρι νίβει τ᾿ άλλο και τα δυο το πρόσωπο.» Πβ. βυζαντινή καρκινική επιγραφή: «Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν»: πλύνε τις αμαρτίες, όχι μόνο το πρόσωπo σου. Καρκινικές επιγραφές, καρκίνοι ή παλίνδρομοι ονομάζονται συμμετρικές φράσεις οι οποίες μπορούν να διαβαστούν είτε από την αρχή είτε από το τέλος· Παρόμοιες επιγραφές είναι και οι: «Νοσώ. Συ ος η ίαμα, Ιησού, σώσον», «Νόμον, ο κοινός, έχε σον οικονόμον», «Σος ειμί, τίμιε, σος», «Σοφά ται και μη, γη μια και τάφος», λατιν. «In girum imus nocte et consumimur igni»: Μπαίνουμε στη νύχτα και μας καταναλώνει η φωτιά – αναφερόμενο σε έντομα που πέφτουν στη φλόγα, τη νύχτα κ.α. | < αρχ. ελλ. νίζω, νίπτω.

νίβομαι: πλένω, πλένομαι. Δημ.: Σηκώνομαι μια χαραυγή, μαύρος από τον ύπνο / παίρνω νερό και νίβομαι, μαντήλι και σφουγγειώμαι, ακούω τα δέντρα και βογγούν και τις οξυές και τρίζουν. Παρ.: «Αρβανίτης νίβεται, φουστανέλλα χαίρεται.» Παπαδ.: Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. – …όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Ελύτ.: Μάγουλα των νυμφών νιφτείτε όλη την άνοιξη ανασαίνοντάς την. Κατά δω θα πνεύσει μια αιωνιότητα! Βλ. & νίβω.

νιζάμι το: η πολιτική διοίκηση (επί οθωμανικής κυριαρχίας), κανόνας, τάξη. Περρ.: …διά τούτο όπου σας γράφω και σας δίνω την είδηση ότι μάνταμ, (επειδή) όπου είστε γείτονες, εγώ πόλεμο με τ᾿ εσάς δεν θέλω, μόνον να κινήσετε δυό τρεις νομάτοι να έρθετε εδώ να κουβεντιάσωμεν (ομιλήσωμεν), και να γίνετε του βασιλέως μου, και ότι νιζάμι (πολιτικήν διοίκησην) θελήσετε, να σας δώσω, αμά δεν θέλετε, να ξέρετε ότι έχω και μετ᾿ εσάς πόλεμον και το κρίμα εις τον λαιμό σας | < τουρκ. nizam: κανόνας.

Νιζισκός ο & Ιζισκός ο: παλιά ονομασία του χωριού Φρούριο Κοζάνης. Λιούφ.: Σωσκός: φρούριον Βυζαντινόν εις την αυτή σειράν των Σερβίων. Φαίνεται ότι είναι το σήμερον Ιζεσκό ή Νεζεσκό λεγόμενον και κατά παραφθοράν.

νίλα η & ανίλα η: η καταστροφή, ήττα, δυστυχία, μεγάλη αποτυχία, ζημιά που προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία, μεγάλος κόπος, χουνέρι, καψόνι. λ.χ. η νίλα του Δράμαλη στα Δερβενάκια, Μακρ.: Τότε παρουσιάζουν οι Τούρκοι τον μισοπνιμένον και μολογάγει αυτό το απάνθρωπον κάμωμα. Και την αυγή πήγαμε όλοι και είδαμεν το αμολόγητον κακόν. Τότε οι δυστυχείς αξιωματικοί Τούρκοι κι᾿ όσοι μείναν βάλαν τις φωνές και σ᾿ έπαιρνε η νίλα. Πήγαμεν ες τ φρούριον. ταν νίλα κε· γυναικόπαιδα, ζα | < ίσως μσν. νίλα < λατ. nila πληθ. του nilum (ουδ.): τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία.

νιμμένος ο -η -ο: αυτός που έχει νιφτεί, πλυμένος, καθαρός στο πρόσωπο και τα χέρια. Παπαδ.: Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ᾿ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας | < Βλ. & νίβομαι.

νιμπσμένος -η -ο: επιθ. παλαβός, τρελός, σαλός, η λέξη έχει αρνητική σημασία, σημαίνει τον άτιμο, τον ανήθικο, τον αχάριστο κλπ.

νιόγαμπρος ο: νέος γαμπρός, που παντρεύτηκε πρόσφατα, νεόνυμφος, φρεσκοπαντρεμένος. Παπαδ.: Ποις ν πά, καπετν Στέργιο, ν φωνάξ ατν τν Μτρο, τν νιόγαμπρο;

νιονιό το: το μυαλό, ο νους. Τσιφ.: Καλό παιδί ήτανε, έξυπνο ήτανε, τσαχπίνικο ήτανε, κάτι έκοβε και το νιονιό του από διοίκηση, καλά τα πήγαινε.

νιόνυφος -η -ο: νεόνυμφος. Ελύτ.: Όνειρα νιόνυφα! Δεν τ᾿ απαρνιέται ο χρόνος / Και στο χνούδι του βρίσκουν την εικόνα τους.

νιόπαντρος -η -ο: που μόλις παντρεύτηκε, ήρθε σε γάμο, νεόνυμφος. Νιόπαντρα ζευγάρια. Βλ. & κουτσαβάκης ο.

νιός & νιά: νέος, νέα. Παρ.: «Χαρά στο νιο που νοιάζεται, στο γέρο που γελάει.», «Φοβού τον νιό τον άγρυπνο, το γέρο σαν κοιμάται.», «Ας ήμουν νιός και να ᾿ξερα, γέρος και να μπορούσα.» Βλ. & οκνεύω, φαρί το, πεύκος ο.

νιόσκαστος -η -ο: αυτός που μόλις σκάει (μύτη), εμφανίζεται ή γεννιέται, νεογέννητος, γεννησιάρικος. Πάλλ.: Κι εκεϊ είταν νιόσκαστα πουλιά, έτσι μικρούλια ακόμα, / στην άκρη άκρη, στου δεντρού την πύκνα ζαρωμένα, / οχτώ, κι η μάνα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα.

νιούτσικος -η -ο: νεούτσικος, μικρός σε ηλικία. Καζαντζ.: Μετά χιμάει στους γιους του Φαίνοπα, στο θόωνα και στον Ξανθό, / που νιούτσικοι ήταν, μα τον κύρη τους τα γερατιά πλάκωναν / τα μαύρα, κι ούτε κι άλλον γέννησε, ν᾿ αφήσει κληρονόμο. Κακριδ.: Να ᾿ναι άντρας τάχα από τους νιούτσικους για από τους πιο γερόντους; (ἠὲ νέων νδρν ο προγενέστεροί εσιν;). Δημ.: Ένας νιούτσικος κι ένας καλός λεβέντης / μαύρον τάιζε και μαύρον τιμαρεύει. – Σαν κίνησεν ο νιούτσικος να πάει ν᾿ αραββωνίσει, / ούτε το ρούχο του έβαλεν, ούτε ζουνάρι εζώστη.

νιόχαρος ο: νέος χάρος, λέγεται συνηθ. όταν μαλώνουν ένα ατίθασο και ζωηρό παιδί.

νισιάνι το: κακό σημάδι, καταστροφή, βάσανο, ζημιά, δυστυχία. Τι κακό νισιάνι: τι κακό έγινε, τι συμφορά μας βρήκε. ΦΡ. Μπέρκος και νισιάνι: μεγάλη συμφορά, δυστυχία και καταστροφή.

νιτερέσο το: συμφέρον. Παπαδ.: Ο Γιαννιός, θ π ! τί θαρρετε; Πς εναι τάχα γι νοικοκυρι νθρωπος, τν μέλει τίποτα γι νιτερέσο, γι δουλειά, γι καζάντιο; μβτε χίλιοι λέσετε… Κατ πς φαίνεται κ᾿ πρώτη γυναίκα του τον δ μι σκορπαλευρού… χ! κα πς δν μαθε ν κτιμ τ γρόσια… Στίχ.: Σφάζεται για ξένο ιντερέσο / – βάστα με γιατί θα τον βαρέσω / Άλλοι του ορίζουν το κεφάλι / μα μυαλό ποτέ του δεν θα βάλει. (Λ. Παπαδόπουλος) | < παλ. ιταλ. interesso.

νιφτήρα η: ο φορητός πλαστικός ή τσίγκινος νιπτήρας που κρεμόταν σε τοίχο | < ελνστ. νίβω (αρχ. ελλ. νίζω, νίπτομαι).

νίψιμο το: το πλύσιμο του προσώπου ή και των χεριών. Κακριδ.: …χρυσή, πανώρια, κι από κάτω της ένα αργυρό λεγένι, / για να πλυθεί, και δίπλα του άπλωσε στραφταλιστό τραπέζι. (καλ χρυσεί πρ ργυρέοιο λέβητος, / νίψασθαι: παρ δ ξεστν τάνυσσε τράπεζαν). Βλ. & νίβω.

νογάω & νογώ: καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, νιώθω, διαισθάνομαι, κόβει το μυαλό μου, σκέφτομαι φρόνιμα. Λ.χ. Δε νογάει τίποτα: δεν καταλαβαίνει τίποτα, δεν αντιλαμβάνεται. Όμηρος: …οτω νν κα γ νοέω, γύναι, ς σ ίσκεις: / κείνου γρ τοιοίδε πόδες τοιαίδε τε χερες («Τώρα που πρώτη τον απείκασες, κι εγώ νογώ ποιος είναι, / γυναίκα᾿ τέτοια ήταν τα πόδια του, τέτοια τα χέρια εκείνου- Κακριδ.). Κακριδ: «Κι εγώ το ξέρω, τα κατάλαβα, νογώ την προσταγή σου. / Μον᾿ έλα τώρα, δώσε απόκριση και μίλα μου σταράτα. («γιγνώσκω, φρονέω: τά γε δ νοέοντι κελεύεις. / λλ᾿ γε μοι τόδε επ κα τρεκέως κατάλεξον) Καζαντζ.: Μα ως τον νογήθηκε ο θεόμορφος Αλέξαντρος (Τν δ ς ον νόησεν λέξανδρος θεοειδς) να βγαίνει / μεσ᾿ απ᾿ τους πρόμαχους, τα σάστισε και κόπηκε η χολή του, / και πίσω εχώθη στους συντρόφους του, του Χάρου να ξεφύγει. – Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου. Παρ.: «Ο άνθρωπος το νογάει, ο Θεός το κονομάει.», «Να νογάς και να βλογάς.» | < μσν.(;) νογώ < αρχ. ελλ. νοῶ. Βλ. & δαγκάνω, φταίγω.

νοικάρης ο: αυτός που μένει στο νοίκι, πληρώνει για τη διαμονή του. Στον «αέρα» οι νοικάρηδες που δεν μπορούν να πληρώσουν. Εξώσεις σε τζαμπατζήδες νοικάρηδες. Νοικάρηδες στα ίδια τους σπίτια θα καταντήσουν χιλιάδες ιδιοκτήτες! Σκαρ.: Άστα να πάνε. Κι άστους να λένε. Να φωνάζουν ο χασάπης, ο νοικάρης, ο ψωμάς κ’ εκείνη η καρακάξα η πεθερά του. Παπαδ.: πλθεν χειμών. μεινα κε. Μεταξ τν νοικάρηδων, βλεπα συχν να Πέτρον, Μαλτέζον.

νομάτοι οι & νοματαίοι οι: άνθρωποι, τα πρόσωπα. Σκαρ.: Εννιά νομάτοι αυτοί ένα μερτικό, κ᾿ ένα ο καπετάνιος με την τράτα, μιάμισυ οκά μαρίδα ο πάσα ένας κι όξω από την πόρτα. Παπαδ.: Συνοδευόμενος από τον αδραγάτην, και από δύο νομάτους της χωροφυλακής. Πάλλ.: ο Ηρακλής, πούχε άτρομη καρδιά σαν το λιοντάρι, / πούρθε για τ᾿ άτια μιά φορά εδώ του Λαομέδου / μ᾿ έξι καράβια μοναχά και μετρητούς νομάτους, / κι όμως το κάστρο κούρσεψε κι ερήμωσε τις στράτες. Παρ.: «Δυό νομάτοι, τρεις κουβέντες.» | < μσν. ονομάτοι < ελνστ. ὀνόματα, τά: ονόματα ανθρώπων, άνθρωποι· οι ονομάτοι με βάση τον κοινό τύπο της γεν. των ονομάτων· νομάτ(οι) -αίοι.

νότιος -ια -ιο: βρεγμένος, μουσκεμένος, πολύ υγρός. Νότια φορέματα, νότιο στρώμα. Σιδ.: Το κορμί του ήταν νότιο απ’ τον ιδρώτα και τα γόνατά του έτρεμαν | < αρχ. νότιος -α -ον και -ος -ον (νότος): υγρός, νοτισμένος, γεμάτος από υγρασία, στον Ομήρο· Αισχύλ.· ἐν νοτίῳ: σε ανοιχτή θάλασσα.

νοτώ & νοτίζω: βρέχω, μουσκεύω, υγραίνω, διαβρέχω. Σιδ.: Το κορμί του νότισε απ’ τον ιδρώτα. Καρκ.: νοιγα τ᾿ ργωμα κα τ᾿ ργωμα μενε στ θέση του· δεχότανε τ σπόρο, τν κρυβε π τ πετεινά, τν ζέσταινε κα τν νότιζε ς πο τν δειχνε πάλι στ μάτια μου λόδροσο, χλωροπράσινο, χρυσαφένιο. Ηπίτ.: κατανοτίζω: νοτίζω τι πολύ, υγραίνω, διαβρέχω & κατανοτισμός ο: ύγρανσις, βροχή | < αρχ. ελλ. νοτίζω (νότος: υγρασία), μέλ. -ίσω, υγραίνω, βρέχω. Παθήτ., υγραίνομαι ή γίνομαι υγρός, βρέχομαι, στον Πλάτωνα· νοτίς, -ίδος, ἡ (νότος): υγρασία, υγρότητα, στον Ευρυπίδη.

νουβρός ο: οβορός, η αυλή του σπιτιού. Παπαευαγγ.: Στου νουβρό ήταν κι τ᾿ αχούρι μι του γουμάρ᾿, ικεί ήταν κι η χρεία. Στην Κοζάνη λεγόταν νουβουρού η. Πβ.: Θυμομι τον παππο τον Τότσκα ν τον πατάη μνι τραν κατφίσια ρκούδα μέσα στο νουβρ στο παλι το σπίτι τς. (Μικρόβαλτο Κοζάνης) | < σλαβ. obor. Βλ. & μπόντος ο.

νούλα η & νούλας ο: ασήμαντος άνθρωπος, τιποτένιος, που δεν αξίζει τίποτα, μηδενικό· ισοπαλία στο σκάκι· πατ. Παπαγ.: Πέρα από το απλό γεγονός ότι στα προφορικά είμαι νούλα, υπάρχει και ο φόβος ότι η τηλεόραση σε κάνει κάτι άλλο από αυτό που είσαι | < ιταλ. nulla: τίποτε.

νούνος ο & νουνός ο: ο νονός. ΦΡ. μτφ. Ποιός νούνος ποιός κουμπάρος: ποιός θα πρωτοπρολάβει να πάρει κάτι, όταν προφανώς δεν φτάνει για όλους. Παλιά ο νουνός έδινε από μόνος του το όνομα χωρίς να ρωτά τους γονείς. Τι νουνός θάταν αν το όνομα του το έλεγαν οι γονείς. Μαλ.: Το τυπικόν των διατυπώσεων αυτών έπρεπε με πάσαν αυστηρότητα να ακολουθηθεί. Δεν έπρεπε να λάβει χώρα καμμία παράλειψις, διότι ο νούνος, η νούνα, τα μπρατίμια και οι συγγενείς, ιδία του γαμπρού, κατά σειράν αξιολογήσεως, «άπλωναν το ζουνάρι για παρεξήγηση.»

νουρά η: η ουρά. Βηλ.: Σέρνεται οπίσω του απλωτή σαν το κουπί η νορά του / και μουσκεμένα και βαριά κρέμονται τα μαλλιά του. Πβ. Κοτζιούλ.: …φοβόμουν μην πεταχτεί κανένας διάβολος κουτσονούρης και μ᾿ αρπάξει στο βασίλειό του το σκοτεινό, στα λαγούμια της ρεματιάς. Αίν.: «Καρακάξα μακρονούρα, γληγορομαειρευτούρα» (τηγάνι). Παρ.: «Γίδα ψόφια, νουρά κορδωμένη» | < ουρά < αρχ. ελλ. οὐρά.

νούρος ο: η τελευταία θέση σε μια τακτική σειρά πάντα, αυτός που βρίσκεται στο τέλος, ουραγός. Η φράση «νούρος πάντα» λέγεται σε διάφορα παιχνίδια και σημαίνει θα παίξω τελευταίος, μετά πό όλους τους άλλους. Βλ. & νουρά η.

νοχτάρι ο: ο όχτος, η απότομη, κάθετη κλίση του εδάφους, γκρεμούρι. Βλ. & όχτος ο.

νταβάνι το & ντάβανος ο: μεγάλο και ιπτάμενο μαύρο έντομο, είδος μεγάλης μύγας που τσιμπάει τα ζώα και τα κάνει να τρέχουν σαν τρελά, αλλιώς οίστρος, βοϊδόμυγα, σερσέγκι, μπάμπουρας, σκούρκος. Στην Κοζάνη λέγεται και μπούμπανος. Πάει αυτός, τον τσίμπησε ο ντάβανος: τρελάθηκε. Α, που να σε φάει ο ντάβανος! «Ο ντάβανος, είναι ένα έντομο αρκετά μεγαλύτερο από τη σφήγκα, ολοστρόγγυλο, κάνει έντονο ζζζζζζ… όταν πετάει, έχει μαύρα φτερά και χρώματα σκούρα που έχουν απόχρωση χρυσό-μαύρο-πράσινο-μωβ! Αλίμονο σ’ όποιον τον τσιμπήσει ο ντάβανος. Τρελαίνεται από τον πόνο, παραμιλάει…» Ντάβανος Βασίλειος. Παρ.: «Με το πρώτο δεμάτι φεύγει ο ντάβανος.» | < λατ. tabanus : οίστρος.

νταβάς ο & ταβάς ο: βαθύ μπακουρένιο οικιακό σκεύος, μικρό ταψί με χερούλια και χείλη κάπως ψηλότερα· μτφ. νταβατζής, άντρας που συνοδεύει γυναίκα. Καρκ.: Φωτίζει έν᾿ ανισόρροπο τραπέζι με τα λιγδωμένα φύλλα της υπερεσίας κι ένα άπλυτον νταβά με αποφάγια. Λουκόπ.: Συνήθως οι νταβάδες έχουν και λαβάς, τα λεγόμενα αυτιά, ίνα κρατώνται δι᾿ αυτών· κατασκευάζονται δ᾿ εκ χαλκού· υπάρχουν όμως και νταβάδες εκ πηλού, οίτινες τότε καλούνται «γκιβέτσια»· διά το εύθραστον αυτών αποφεύγονται και προτιμώνται οι εκ χαλκού, «που μπορούν να τους βρουν και τ᾿ αγγόνια σου.» Εντός των νταβάδων τοποθετούνται μικρά ψωμιά ή λειτουργίαι ή και μικραί πίτται προς όπτησιν· επίσης ψήνεται κρέας εντός του νταβά, εισαγομένου εις κλίβανον. Δημ.: Ελάτε απάνου, βρε παιδιά, να φάμε και να πιούμε / Έχω περδίκια στο νταβά, έχω λαγούς στο φούρνο, / έχω κι ένα γλυκό κρασί από το μοναστήρι | < τουρκ. tava -ς.

νταβατζής ο: προαγωγός, προστάτης και κυρίως εκμεταλλευτής κοινών γυναικών. Παπαδ.: -Καλά το λες, γείτονα, μα κείνος ο νταβατζής μας ο Ξυγκάκιας, του χρωστούμε, λέει, δεν ξέρω πόσα γίνονται, τριακόσιες δραχμές, όλο το διάφορο-κεφάλι, το διάφορο-κεφάλι… κι ας του πληρώναμε ταχτικά το διάφορο, μόνο δυο χρονιές δεν του πληρώσαμε… Ν. Μάθεσ.: Καμιά δεν ήταν χωρίς αγαπητικό, νταβατζή. Χωρίς συνεταίρο στις εισπράξεις. Χαμαιτυπεία ο Πειραιάς είχε μόνο στα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δεν βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς | < τουρκ. davacι: κατήγορος, συνήγορος -ς.

νταβατζίδικος -η -ο: με τα χαρακτηριστικά του νταβατζή. Νταβατζίδικα λεφτά: χρήματα που πληρώνονται επιπλέον. Παπαδ.: Ο γαμπρός αυτός, με τον οποίον προ πέντε εβδομάδων είχε στεφανωθεί, ήτο «ταβατζίδικος», ήτοι διαφιλονικούμενος, βλασφημημένος, είχεν άλλον αρραβώνα, τον οποίον διέλυσε προ μικρού, εις την γειτονεύουσαν νήσον, οπόθεν κατήγετο.

νταβατζιλίκι το: η δουλειά, η αμοιβή του νταβατζή, η πληρωμένη προστασία· τα επιπλέον αδικαιολόγητα χρήματα που πληρώνει κάποιος. Πληρώσαμε νταβατζιλίκι: πληρώσαμε επιπλέον χρήματα σε μεσάζοντα. Σε όλες τις τιμές, θα σας φορτώσουν και 12,5% νταβατζιλίκι.

νταβίζω: ζητάω κάτι από κάποιον, ζητιανεύω, επαιτώ, διακονεύω. Πβ.: πτιαφνος λλ᾿ φκιαναν μαστουρλίκια, λλ᾿ εχαν ᾿ν ρκούδα, ο γκουρμπέτσις δειχναν τ μορα τίπτα χαζουιλιάτσια γναίκεια κι τ γκουρμπιτούλια ντάβζαν. (Μικρόβαλτο Κοζάνης) | < τουρκ. dava: διεκδικώ δικαστικώς.

νταβραντίζω: δυναμώνω, γίνομαι στιβαρός, δυνατός, με σωματικές αντοχές, συνήθ. όταν αναφερόμαστε στη σεξουαλική ικανότητά | < τουρκ. davrand(ι) < αορ. του davran: ενεργώ, είμαι δραστήριος, -ίζω.

νταβραντισμένος -η -ο: δυνατός, γερός, στιβαρός, ικανός για σεξουαλική δραστηριότητα. Καζαντζακ.: Καλά την έχει η Κρασογιώργαινα, μουρμούρισε η κυρά Πηνελόπη κι αναστέναξε, χωριαταράς είναι ο Κρασογιώργης, μα νταβραντισμένος ακόμα, κοτσονάτος· και δεν χαλνάει αυτός χατίρι της γυναίκας του | < Βλ. & νταβραντίζω.

ντάγκλα η: κατάσταση βαριάς μαστούρας, υπό την επήρεια ναρκωτικών ή ηρεμιστικών ουσιών, ραστώνη, τεμπέλικη διάθεση, κατάσταση ηρεμίας, καταστολής· βαριά νύστα. Ο βασιλιάς βάρεσε ντάγκλα. Στην αργκό των τοξικομανών, ντάγκλα είναι το αποκάρωμα από τη χρήση ουσιών, ηρωίνης κυρίως. Όταν η ντάγκλα σε βρίσκει στο καθήκον. Μεροκαματιάρηδες στον ύπνο | πιθ. τουρκ. dalga: αφηρημάδα, δόση ναρκωτικού.

νταγλαράς ο: γεροδεμένος, σωματώδης άντρας. Τρεις νταγλαράδες έδεσαν κι έκλεψαν μια 90χρονη γυναίκα στα Γιάννινα! Βρέθηκε ανάμεσα σε καμιά δεκαριά νταγλαράδες. Καζαντζ.: Θεόψυχά μου, έκαμε ένας νταγλαράς με στριφτά, τραγίσια γένια | < τουρκ. dağlar: πληθ. της λ. dağ: βουνό < dağlar kadar: σαν τα βουνά, δηλ. τεράστιος.

ντάιμα: επίρρ. τακτικά, πάντοτε, συχνά. Ερχόταν ντάιμα απ᾿ το σπίτι | < πιθ. βλάχ.

νταϊρές ο: το ντέφι. Πιάσε, Σμαρώ, τον νταϊρέ, Πρόδρομε το μπουζούκι. Τουμπελέκια, Νταούλια, Νταϊρέδες.

ντακότα η: μτφ. λέγεται για κάποιον που κάνει τις δουλειές του αργά, χωρίς σβελτάδα· στην αργκό, ο στρατιώτης που δεν κρίνεται μάχιμος. Περιφρονητικά χρησιμοποιείται για τους παίκτες χαμηλής ταχύτητας, που εκνευρίζουν με το υπερβολικά αργό παιχνίδι τους. Ποιός είπε ότι οι Νορβηγοί στρατιώτες είναι… «ντακότες»; | < παλιός τύπος μεταγωγικού αεροπλάνου με δύο κινητήρες < αγγλ. Dakota.

νταλάκι το: η γυμνή, περιοχή του στήθους, ο ακάλυπτος θώρακας, κούμπωμα στο στήθος. ΦΡ. Τα νταλάκια έξω: με ανοιχτό στήθος, για άντρες. Παπαευαγ.: Κι ιδώϊα τζουνίθκα, κι δείχνει η Βάγγιου τα νταλάκιατ᾿ς | πιθ. < τουρκ. dal: σκέτο, γυμνό ή dalak: ο σπλήνας.

νταλαμπότι το: το μεγάλο τσεκούρι, η τσεκούρα | < πιθ. από τ᾿ όνομα του (Γάλλου;) κατασκευαστή.

νταλκάς ο: μεγάλη, δυνατή επιθυμία, μεράκι, καημός. Στίχ.: Μεμέτη μου Μεμέτη μου / νταλγκά μου και σεκλέτι μου / Πάμε μια νύχτα στον οντά / για να μου σβήσεις το σεβντά (Δήμητρα Σκαρβέλη) | < τουρκ. dalga: αφηρημάδα, δόση ναρκωτικού -ς.

νταλκαδιάζω: έχω νταλκάδες, αισθάνομαι δυνατή επιθυμία, μεράκι· προκαλώ, φέρνω νταλκάδες. Μτχ. νταλκαδιασμένος. Βαμβ.: Να `σαι στην τρίχα στο σεβντά να μη σε μαραζώσουν / Να μη σε νταλγκαδιάσουνε και το κορμί σου λιώσουν | < Βλ. & νταλκάς ο.

ντάνα η: στοίβα από όμοια αντικείμενα, συνήθ. εμπορεύματα. Τρεις ντάνες κασόνια, ξύλα, κιβώτια | < ιταλ. tana: βαθιά τρύπα στο χώμα, λουρίδα υφάσματος.

ντανιάζω: τακτοποιώ (ξύλα) σε ντάνες. Τα κομμένα, λοιπόν δέντρα, κόβονται ή ντανιάζονται είτε σαν αξεφάρδιστα (δηλ. με φλοιό στα χόντρητά τους), είτε σαν ξεφαδισμένα (με περισσότερα δηλαδή κοψίματα, γίνονται καθαρές τάβλες σε όλες τους τις πλευρές) | < Βλ. & ντάνα η.

νταούτης ο: αρσενικός δαίμονας στη σαρακατσάνικη παράδοση. Τους αρσενικούς δαίμονες τους λένε Νταούτηδες (αλλού ονομάζονται Νταβέτσι και Νταβέσκα). Ο Νταούτης ήταν το άγριο κακό και δυναμικό δαιμονικό. Σάτυρος τραγόμορφος. Το κεφάλι του ήταν σαν τράγου με μεγάλα κέρατα, το μισό κορμί του ήταν και αυτό επίσης τράγου, το άλλο κορμί του και τα πόδια του ήταν ανθρώπου που κατέληγαν σε μεγάλα νύχια τράγου.

νταπακαριό το: βυρσοδεψείο, ταμπάκικο. Και γεμάτη η πόλη από νταπακαριά (βυρσοδεψεία), τα οποία μυρίζανε άσχημα. Αλλά τότε τα είχανε μαζέψει όλα σχεδόν έξω απ᾿ την Κοζάνη, στο δρόμο που πήγαινε προς τα Σέρβια. (Κοζάνη).

ντάπια η & τάπια η: προμαχώνας, πολεμίστρα. Οι συγκεντρωμένες δυνάμεις των αρματολών και των κλεφτων μπορούσαν να θάψουν τον Κιουταχή, μπροστά στις ντάπιες του Μεσολογγίου. Κολ.: πήδησαν ο λληνες μέσα π τν τάπια το σαραγιο. Δημ.: Εγώ είμαι η Λέν᾿ του Μπότσαρη, η αδερφή του Μάρκου / τάπια την τάπια περπατώ, ούλα τα καραούλια. Ελύτ.: Γρήγορα Παναγιά μου γρήγορα / Κιόλας ακούω τραχιά φωνή ψηλά πάνω απ᾿ τις ντάπιες / Χτυπάει χτυπάει στις χάλκινες αμπάρες / Χτυπάει χτυπάει κι αντρειεύεται | < τουρκ. tabya.

ντάρα η: το κατακάθι ίζημα· η σωματώδης γυναίκα, νταρντάνα, γυναίκα ανήθικη. Πβ. Κολ.: Ο Χρυσοβιτσιται, Λιμποβιτσιται κα ο ρκουροδεματται πγαν κα πολέμησαν ες το Ντάρα τν Πύργο 6.000 Τούρκους. Επώνυμ.: Ντάρας. Βλ. & ντιρέκι το.

νταραβέρι το & νταλαβέρι το: συναλλαγή, αλισβερίσι, δοσοληψία, συναναστροφή. Χατζ.: Τα νταραβέρια τους ωστόσο με την πόλη ήτανε πολύ λιγοστά. Σχεδόν ποτέ δεν ανέβαιναν «απάνω» αν δεν είχανε κάποια δουλειά. – Λίγο παραπάνω απ᾿ τα δικά τους τ᾿ αργαστήρια ήτανε τα ξυλάδικα. Μετσοβίτες και ζαγορίσιοι -απ᾿ τα βλαχοζάγορα- δουλεύαν εκεί. Οι ταμπάκοι δεν είχανε κανένα νταραβέρι μαζί τους. Βαμβ.: Όμως το ‘χω παράπονο ότι εγώ ο Μάρκος, που άρχισα όλο αυτό το νταλαβέρι του λαϊκού τραγουδιού, δεν ωφελήθηκα οικονομικώς όσο αυτοί οι μπουζουξήδες που είναι τώρα και κάνουν τον μέγα και τον τρανό | < ιταλ. dare – avere. Βλ. & αετονύχης ο.

νταρεβερίζομαι: έχω νταραβέρια, σχέσεις, συναναστροφές, συναλλαγές, επαφές με κάποιον. Μην νταραβερίζεσαι μαζί του. Έχουν σχέση ή έστω νταραβερίζονται με κάποια συγκεκριμένη κοπέλα. Οι μεγαλομέτοχοι της ποδοσφαιρικής εταιρίας (που νταραβερίζονται με τις Αραβικές χώρες) δεν αντιδρούν ανάλογα | < Βλ. & νταραβέρι το.

νταρτμάς ο: μαύρο γυναικείο μαντίλι για το κεφάλι. Μαλ.: Στο κεφάλι, οι πολύ γριές και οι χήρες, φορούσαν φέσια, γύρω γύρω στα φέσια έδεναν μαντίλια μαύρα, που τα έλεγαν «νταρτμάδες» (Σέρβια Κοζάνης).

ντατσκανάρης ο: χωριάτης· τιποτένιος, άξεστος, ζητιάνος. Χατζ.: Οι ταμπάκοι τους ξέρανε, τους καλημέριζαν, διαφορές δεν είχαν μαζί τους και πάρε-δώσε δεν είχαν. Ήταν, βλέπεις, ντατσκαναραίοι, ήγουν χωριάτες.

νταχτιρντί: ως επιφώνημα, όταν κρατώντας κάποιος ένα μωρό το κουνάει και το χορεύει. Νταχτιρντί του λέγανε και μου το παντρεύανε, / και του δίνανε προικιά ένα κόσκινο φλουριά, / και του δίνανε προικιό ένα γάιδαρο κουτσό | < τουρκ. dahtιrι dahtιrι.

ντέβρι το: στη φράση «ένα ντέβρι»: έναν καιρό, μια εποχή, κάποτε. Παπαευαγγ.: Ξικίντσαν για τ΄παραλία, αγνάντιψει τσ΄ τρανές τσ΄ λακουκόπανις (βάρκες) κι δουκίθκει (θυμήθηκε) τσ΄ σούδα τ’ν αίπανή πού έπλυνι ένα ντέβρι (μια εποχή) τα σαΐσματα (χαλιά απο γιδόμαλλο).

ντεβσιρμές ο: το παιδομάζωμα χριστιανοπαίδων την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. S. Runciman: Δύο ήταν τα βαρύτατα φορτία που οι χριστιανοί έπρεπε να αντέξουν. Το πρώτο ήταν η πρακτική που οι Τούρκοι ονόμαζαν ντεβσιρμέ και οι Έλληνες παιδομάζωμα, και η οποία επέτρεπε στους Τούρκους να παίρνουν ένα παιδί από κάθε χριστιανική οικογένεια και να το αναθρέφουν σαν μουσουλμάνο, ώστε να υπηρετήσει ως γενίτσαρος είτε στις ένοπλες δυνάμεις είτε στη γραμματεία του Σουλτάνου είτε ως αρχιτεχνίτης, ανάλογα με τις ικανότητες του· και φυσικά, αποσπούσαν από τις οικογένειες εκείνο το παιδί που είχε τις λαμπρότερες προοπτικές. Το τούρκ. μπεντέλι, μπιντέλ ή μπιντέλι (bedel), σημαίνει την εξαγορά της στρατιωτικής θητείας.

ντελαπάρω: ανατρέπομαι (συνήθ. για οχήματα), γλιστρώ και ξεφεύγω απ’ την πορεία μου, τη θέση μου, γέρνω απότομα στο πλάι. Ντελαπάρισε αγροτικό αυτοκίνητο στον Σχοινά Ημαθίας. Νταλίκα ντελαπάρισε στον Λούρο για άγνωστους μέχρι στιγμής λόγους· η νταλίκα ανετράπη στο ύψος του φράγματος. Ντελαπάρισαν νταλίκες μέσα σε πλοίο | < ιταλ. derapar(e) (< γαλλ. déraper) -ω.

ντελής ο: τρελός, παράτολμος· ντελή παπάς ο: τρελός παπάς, ριψοκίνδυνος, τολμηρός, απρόβλεπτος. Πβ. επώνυμ. Δεληγιάννης, Δεληζήσης κλπ. Δημ.: Που ήταν μικρός στα γράμματα, μωρέ παπά, αχ Ντελή παπά, μικρός στα πινακίδια, ντελή παπά λεβέντη | < τουρκ. deli.

ντελικάτος ο: με ευαίσθητη κράση, κάπως αδύναμος, λεπτοκαμωμένος, λεπτός και χαριτωμένος. Σιδ.: …φάνηκε ο Μητροπολίτης απλός, δελικάτος, ίσιος σαν λαμπάδα, με μια ματιά που σούγλισε το πετσί του Διάκου. Γκοτζ.: Στην αρχή αρρώσταιναν οι αποσταμένοι απ᾿ τις δουλειές, οι ντελικάτοι. Αλλά μαζί μ᾿ αυτούς έπιανε το μόλεμα και τους άλλους, προπάντων τα κακοπόρευτα, τα λιγοτάιστα παιδιά. – μα όλο τον τρυγάει μια κρυφοθέρμη, εκεί στ᾿ αλώνια απόξω που ᾿χε κάτσει και φυσούσε από την ποταμιά, κι αντελικάτο είν᾿ το κορμί του, δε βαστάει, σαρακωμένο από τις πούντες τις παλιές. Φυσικά, όλοι ξέρουμε ότι το γάλα είναι ένα πολύ ντελικάτο πράγμα, το οποίο εξαρτάται από τη λειτουργία των αναπαραγωγικών αδένων και οργάνων των ζώων. Καζαντζ.: Ήσυχος, ντελικάτος, μ᾿ ένα βιβλιαράκι πάντα στην τσέπη και τα γαλάζια μάτια του έλαμπαν γεμάτα γλύκα και νιότη.Άδραχνε ο πάτερ Αρσένιος τα ντελικάτα σύνεργα του κι άρχιζε, αμίλητος πια, σκυμμένος απάνω στο κυπαρισσόξυλο, να σκαλίζει τα θεϊκά οράματα, μην του φύγουν. Οι στρατιώτες δεν αγαπούσαν τη ντελικάτη ζωή | < μσν. ντελικάτος < ιταλ. delicato –ς.

ντεμέκ: δήθεν, τάχα, σα να, ως, και καλά· προσποιητό, ψεύτικο που παρουσιάζεται ως αληθινό ή ως πρόφαση αφορμή· ντεμέκ μάγκας, λεφτάς, πρωτευσουσιάνος, ωραία γκόμενα· ντεμέκ πήρε να ρωτήσει τι κάνω | < τουρκ. demek: δηλαδή, λοιπόν, ώστε.

ντερμπεντέρης ο / ντελμπεντέρης ο & νετρμπεντέρισσα η: άνθρωπος σωστός στις σχέσεις του και στη συμπεριφορά του, ανοιχτόκαρδος, αξιαγάπητος· αλήτης, αλητόβιος, γλεντζές. Δημ.: Πανάθεμά σας, μάτια, κι όντας ζηλέψετε / τον κοντό τον άντρα και τον ντερμπεντέρη, / πόσπερνε το χρόνο δυο πινάκια στάρι. Παπαδ.: Και τότε πάλιν ο Καλοειδής εύρεν ιδικήν του επωδόν να επισυνάψει: Ντελμπεντέρισσα, Βασίλω, στρώσ΄τα μπράτσα σου να γείρω! -.. πιφορτισμένος τν παράδοσιν τν, περ ν διελάμβανε ηθεσα πιστολή σας, 32 δραχμν, λησμονήσας σως (εναι γνωστς ν γένει ς τρεπεντέρης) μετέβη ες Σύραν χωρς ν τς παραδώσ | < τουρκ. derbeder: αλήτης -ης.

ντέρτι το: στενοχώρια, καημός, νταλκάς, συνήθ. ερωτικός. Έξω ντέρτια και καημοί / θέλω απόψε να μεθύσω. Δημ.: Παιδιά, σαν θέτε λεβεντιά και κλέφταις να γενήτε, / νεμένα να ρωτήσετε να σας ομολογήσω / της κλεφτουριάς τα βάσανα και των κλεφτών τα ντέρτια. Σκαριμπ.: Άχ, αψηλοί καϋμοί και ιντέρτια! Να σε κάψω Γιάννη, να σ᾿ αλείψω μέλι. Παρ.: «Ο Θεός δίνει το ντέρτι, ο Θεός και το ντερμάνι.» Παπαδ.: Και η γκάιδα βραχνόφωνα εφαίνετο να λέγει βαθιά, με φθόγγους εγγαστριμύθου, τους αδήλους καημούς του συζύγου της Αηλές, και το λαγούτον έμελπε λίαν παραπονετικά τα άγνωστα ντέρτια του Παύλου, του πρώην Μεχμέτη, και το κλαρινέτον διελάλει, εις τα σκότη της νυκτός, εις τας κοιλάδας και εις τα όρη, τα άρρητα βάσανα του πρώην Χασάνη, του Μάρκου. Παρ.: «Ο πόνος πάντα βρίσκεται, το ντέρτι πώς θα γιάνω.», «Το ντέρτι είναι θηλυκό, γεννάει κι άλλο ντέρτι | < τουρκ. dert (από τα περσ.) -ι. Βλ. & μαράζι το, κασαβέτι το, νε, νε, κάνας ο.

ντερτιλής ο: αυτός που έχει ντέρτια. Δημ.: Καλώς ανταμωθήκαμεν εμείς οι ντερτιλήδες, / να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας. Στίχ.: Νικολή Νικολή καπετάνιε ντερτιλή / πιες ακόμα καμιά στάλα / και μολόγα μας και τ᾿ άλλα / πόσο πάει η αγκαλιά / πόσο πάει η αγκαλιά στη θάλασσα και στη στεριά (Η. Λυμπερόπουλος). Παπαδ.: λέξις γεμιτζς (ναύτης) κα α λέξεις ντερτιλς κα μερακλς σαν πάλαι ποτ κα α τρες συνώνυμοι | < Βλ. & ντέρτι το.

ντιάκωμα το: η στήριξη. Βλ. & ντιάκι το.

ντιάκι το: στήριγμα, αντιστύλι. Ρομανί: νταγιάκο: στήριγμα.

ντιακώνω: υποστυλώνω, στηρίζω. Ντιάκωσέ το να μην πέσει. Οι Σκαρκιώτ΄ στα μπακάλ΄κα, τίναζαν καμόσις κούπις (πότι στου ένα, πότι στ’ άλλου), ήλιγαν τα θκά-τς κι, κατά πώς άντιχιν ου καθένας, έπιρναν τουν ανήφουρου για τα σπίτια-τς, άλλους βαΐζουντας κι άλλους να νταϊκώνιτι στα ντ΄βάρια, ουώσπου να βρεί ου καθένας ‘ν πόρτα τ’.

ντιακώνομαι: στηρίζομαι κάπου, κρατιέμαι από κάτι, ακουμπώ σταθερά· μτχ. ντιακωμένος. Ντιακώθήκαμε στον τοίχο, τη σκάλα, το δεξί πόδι.

ντιβουρλίγκα η: μεγάλη ταραχή, σύγχυση, το (ξαφνικό) τρέξιμο από ανάγκη, κωλοπιλάλα, το κόψιμο, διάρροια. Τους έπιασε ντιβουρλίγκα.

ντιζέζα η: γυναίκα τραγουδίστρια ή καλλιτέχνιδα. Είχε κλαρίνα και ντιζέζες στο πανηγύρι.

ντιντές ο: το άλογο, στη γλώσσα των παιδιών (Κοζάνη)

ντιντής ο: λέγεται κοροϊδευτικά, άτομο λεπτεπίλεπτο, «αδερφή», θηλυπρεπής, φλούφλης, μαλθακός, καλομαθημένος, φλώρος· πούστης, ομοφυλόφιλος, «κουνιστός». Ντιντήδες και σαλονάτοι όσοι βουλευτές φοβούνται. Ακούστε, εγώ τις επαρχιώτικες κουτοπονηριές, ακόμη κι αν προέρχονται από ντιντήδες των βορείων προαστίων, δεν τις αγαπώ. Στιχ.: Να μου λείπουν οι ντιντήδες και οι μοντέρνοι, θέλω άντρα ν΄αγαπάει και να δέρνει (Νίκος Ρούτσος)· το Ντιντής είναι υποκοριστικό του Κωνσταντίνου.

ντιντούλι το: χαϊδευτικά το αιδοίο.

Ντιόντος ο: Ντόντος, Θόδωρος, Θόδωρας, Λιόλιος, Λάκης.

ντιπ: καθόλου, τελείως, ολότελα, εντελώς, καθόλου, τίποτε, σε αρνητική πρόταση. Παρ.: «Απ᾿ το ντιπ ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα.» Βαρύς ου χειμώνας στουν τόπου μας κι μακρύς: κρύου πουλύ κι χιόν΄, φτώχια κι προυκουπή ντιπ! (Κοζάνη). Τσιφ.: Τούτον δω τον Γουλιέλμο τον λέγανε «Νόθο», γιατί ήτανε γιος του δούκα της Νορμανδίας του Ροβέρτου, αλλά μάνα του ήτανε η κόρη ενός ταμπάκη, διόλου ευγενής και ντιπ καταντίπ παντρεμένη | < τουρκ. dip: πάτος, κατώτατο σημείο.

ντιρέκι το & ντερέκι το: άνθρωπος ψηλός και δυνατός, γεροδεμένος. Σχεδόν τα μισά παιδιά από το Δημοτικό Σχολείο του Ν. πήγαν εκεί, τα πιο ντερέκια και τα πιο σκληρά. Ξαφνικά βλέπουμε να πετάγονται κάποια ντερέκια απόλυτα εξοπλισμένα με μάσκες, κουκούλες και αντιασφυξιογόνα. Παπαευαγγ.: Η κ. Λέλα είχι περιέργεια να δει πως αρμέγουντι, πήγι κουντά στο Γκουντή, που ήταν εύμορφος με μουστάκι, ντιρέκι μέχρι ᾿κει παν. Πβ. Αίν.: «Μια ‘κλησσούδα μ’ ένα ντιρεκούδι.» (το μανιτάρι – Καβακλή Θράκης) | πιθ. < τουρκ. direk: κολόνα, κατάρτι -ι ή από το δηρός, -ά, -όν, Δωρ. δᾱρός (δήν): μακρύς, πολύ μακρύς.

ντίρλα: επίρρ. στη ΦΡ. Ντίρλα στο μεθύσι: πολύ μεθυσμένος. Ντίρλα και νταής οδηγός – Δεν ήθελε να κάνει αλκοτέστ. Δεν έχουν ούτε μία φωτογραφία από το γάμο τους επειδή ο φωτογράφος έγινε ντίρλα! Συνων.: στουπί, σκνίπα, αλοιφή, λιάρδα, τσιούρλα.

ντισέρα η & το ντισέρι: η γαϊδούρα, γαιδούρι, άλογο, μουλάρι στα μαστόρικα. ΦΡ. Έτρεχε τσ᾿ ντισιριάς: πολύ γρήγορα, με ταχύ καλπασμό | πιθ. < τέσσερα πόδια του ζώου που τρέχει.

ντισλιώνω η: η τυχερή, καλότυχη γυναίκα.

ντόγκα η & τόγκα η: ο απλήρωτος λογαριασμός, βερεσέδι, το «φέσι», η «πιστολιά.» Άφησε ντόγκα κι έφυγε. Ο καφετζής έφαγε τόγκα.

ντόκος ο: προβλήτα λιμανιού. Καββ.: Σε πολιτείες του Καναλιού, στο Λίβερπουλ, στο Σουάνς / βλέπει κανείς πρωί πρωί, στους ντόκους με τα κρένια, / κάποιους που δε μοιάζουνε πολύ για ναυτικοί, / προς τα καράβια οδεύουνε γελώντας δίχως έννοια.

ντόλας ο: χαλαρός, ξεσυλλόγιαστος, βλάκας. Επώνυμ.: Ντόλας.

ντολμάς ο: καθεμιά από τις μικρές μπάλες από κιμά, ρύζι και διάφορα μυρωδικά που είναι τυλιγμένες με αμπελόφυλλα, λάχανο ή άλλα φύλλα. Καλύπτουμε τον πάτο της κατσαρόλας μας με λίγα αμπελόφυλλα και τοποθετούμε τα ντολμαδάκια το ένα δίπλα στο άλλο σε σειρές. Ο ντολμάς (απαντάται και ως σαρμάς ή γιαρμάς) είναι φαγητό που ανήκει σε μια οικογένεια πιάτων με γεμιστά λαχανικά, και τον συναντάμε στην Ελληνική κουζίνα καθώς και στις κουζίνες της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των γύρω περιοχών, όπως Ρωσία, Μέση Ανατολή, Καυκασία και Κεντρική και Νότια Ασία | < τουρκ. dolma -ς. Βλ. & σέσκουλο το.

ντόμπρος -α -ο: ο ειλικρινής, ο φρόνιμος | < σλαβ dobr: καλός. Βλ. & κιμπάρης ο.

ντόρος ο: φασαρία, αναστάτωση, οχλαγωγία, μπούγιο, θόρυβος που δημιουργείται από γέλια, αστεία, παιχνίδια, θόρυβος, οι συζητήσεις, τα σχόλια, θετικά ή αρνητικά, που προκαλεί ένα γεγονός (Τριαντ.). Πολύς ντόρος έγινε για το θέμα | < ίσως αρχ. ελλ. επιθ. τορός: με διαπεραστική φωνή· τορός, -ά, -όν (τείρω), διαπεραστικός, λέγεται για τη φωνή, διαπεραστικός, οξύς.

ντόρτι το: πληθ. (τα) ντόρτια, οι τεσσάρες, τεσσάρια, η ένδειξη τέσσερα και τέσσερα στο ζάρι. Ρεμπέτ.: Ρίχνω ζάρια, φέρνω ντόρτια· / μπρος της γκόμενας την πόρτα. (Τα ντόρτια χάνουν σε παιχνίδι με ζάρια). – Απ᾿ την πόρτα σου περνώ, μιλάς μ᾿ έναν κορτάκια, τα ζάρια μου ξανάριξα και μου ᾿ρθανε ντορτάκια | < τουρκ. dört (cihar): τέσσερα τεσσάρια (από τα περσ.) -ια.

ντου το: η επίθεση, εισβολή, ορμητική επέλαση, ένταση των δυνάμεων, μεγάλη προσπάθεια. «Ποντικοί» έκαναν ντου, σε ξενοδοχείο. Έκαναν «ντου» σε σούπερ μάρκετ και μοίρασαν τα προϊόντα σε κόσμο στη λαϊκή. Να κάνουμε ένα ντου, να βγει η δουλειά. Τσιφ.; Με το ντου, λοιπόν, που έκανε ο Βατάζης, όλοι πήγανε με το μέρος του.

ντουάι: επιφώνημα με το οποίο προτρέπουν σκυλιά να ορμήξουν, ν’ αρπάξουν. Ντουάι! Πάρτον!

ντουγάνι το: βλάκας, ηλίθιος, μειωμένης αντίληψης, χοντροκέφαλος, αστοιχείωτος, βραδύνους, που δεν ξέρει από κόσμο και συναναστροφές, «κούτσουρο», «ξύλο απελέκητο.», ξεροκέφαλος, αμαθής. Οδηγίες προς τα ντουγάνια. Μπλέξαμε με ντουγάνια. Είσαι απαράδεκτος! Είσαι στόκος, ντουγάνι! Mάθετε μπαλίτσα, ρε ντουγάνια, που διώχνετε τα καλύτερα παιδιά | < πιθ. από την ντούγα, ντούγια, δούγα, δόγα: ξύλινη, καμπυλωμένη σανίδα, καδρόνι που χρησιμοποιείται στη ναυπηγική και την κατασκευή βαρελιών ή ιταλ. Dogana: τελωνείο, τελωνειακός / φορτοεκφορτωτής τελωνείου. Το λεξικό Τριανταφυλλίδη δίνει τη λέξη από το τουρκ. dogan: γεράκι, το οποίο μάλλον δεν συναντάται αλλού με τη σημασία του βλάκα· αντιθέτως, έχουμε μτφ. σαΐνι, ξεφτέρι, αητός: έξυπνος άνθρωπος· κατά τον Ανδριώτη, η λέξη δόγα (ιταλ. doga) προέρχεται από την αρχ. ελλ. δοχή: θήκη, δοχείο, υποδοχή, συμπόσιο.

ντουγρού: επίρρ. κατευθείαν, στα ίσια, χωρίς παρέκκλιση από τον προορισμό. Ρεμπέτ.: Ανοίγω το παράθυρο, να δω την κοινωνία / κι ο φύλακας με τράβηξε ντουγρού στα πειθαρχεία. Τσιφ.: Μόλις έστριψε τη ράχη του, νάσου τη γυναίκα την πιάνει η περιέργεια. Ντουγρού στο μπαούλο. Τ᾿ ανοίγει και ξαφνικά, όλες οι συμφορές και τα ελαττώματα ξεχυθήκανε στη γη | < τουρκ. doğru.

ντουζένι το: το κέφι, κατάσταση ευφορίας, σημείο αποκορύφωσης μιας δραστηριότητας, η ακμή· είδος χορδίσματος σε μουσικά όργανα, που αναλογεί σε κάποιο συγκεκριμένο δρόμο με βάση συγκεκριμένη τονική. Βαμβ.: Εγώ τα έμαθα από διάφορους παλιούς μπουζουξήδες που επαίζανε εκείνα τα χρόνια, διότι δεν εξέρανε οι άνθρωποι αυτοί να παίζουν ευρωπαϊκά και επαίζανε έτσι, μ᾿ αυτά τα ντουζένια. Κατόπιν εβγήκανε όλοι αυτοί οι άλλοι μπουζουξήδες και παίζανε με το κούρντισμα το ευρωπαϊκό. Σας είπα ότι τα άλλα ντουζένια δεν τα ξέρουν. Αυτά ήτανε από μπαγλαμά, μπαγλαμαδοντουζένια. Ρεμπέτ.: Μόλις έρθω στο ντουζένι, κι άλλος αργιλές θα γένει. Τσιφ.: Αλλά η κοπέλα, παρά το χήρα, ήταν ακόμα απάνου στα ντουζένια της, όμορφη και ζεστή σαν πυροστιά, το τράβαγε ο οργανισμός της το αμαρτωλό. Είδε τον Λικάριο και τον χαλβάδιασε αγρίως | < τουρκ. düzen: αρμονία -ι. Βλ. & σκεμπές ο.

ντουζίνα η: δωδεκάδα. Μια ντουζίνα αβγά: $5,70. Βράσε και καμιά ντουζίνα αυγά. Σφιχτά κάντα, έτσι; Δυο ντουζίνες κοινοί παίκτες. Παπαδ.: Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κι η κυρα-Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της Σταυρούλας | < παλ. ιταλ. duzina < γαλλ. douzaine (Πβ. σημερ. ιταλ. dozzina). Βλ. & πιοτής ο.

ντουλαμάς ο: είδος φουστανέλας από σκούρο, ντρίλινο ύφασμα. Το ντρίλι ήταν φτηνό βαμβακερό ύφασμα για παντελόνια και κοστούμια, σε διάφορα χρώματα. Βλ. & ντρίλι το.

Ντούλας ο: ο Κωνσταντίνος, Γκουντής | < Κωσταντούλας.

ντουμάνι το: πυκνός καπνός που δημιουργεί αποπνικτική ατμόσφαιρα· φωτιά. Καπνός ντουμάνι. ΦΡ. μτφ. του δίνω ντουμάνι: επιταχύνω τις διαδικασίες, ενεργώ ακαριαία και αποτελεσματικά, δουλεύω, εργάζομαι γρήγορα· λ.χ. έδωσαν ένα ντουμάνι και τα ξεφόρτωσαν σε μισή ώρα – μια καρότσα γκτζιούπια. Ρεμπέτ.: Γεια σου, ρε Μήτσο στραβοκάνη, / που ᾿σαι μαστούρι απ᾿ το ντουμάνι (Κωνσταντίνος Μπέζος) | < τουρκ. duman: καπνός, γεμάτο καπνό -ι. Βλ. & δροσερεύω.

ντουμανότρυπα η: τρύπα στον αργιλέ για να βγαίνουν τα ντουμάνια, οι τολύπες του καπνού. Βαμβ.: Από τη μια μεριά της καρύδας ήταν η ντουμανότρυπα. Από την άλλη ήταν του καλαμιού η τρύπα και το σέρι στη μέση. Βλ. και λουλάς ο.

ντουμπέκι το: μικρό ξύλινο δοχείο, εκεί στούμπιζαν βρίζα, κριθάρι, ρεβύθια ή καφέ.

ντουμπραζίτικο το: είδος απλού παπουτσιού. Μαλ.: Υποδήματα φορούσαν καλά ή και απλά «ντουμπραζίτκα.» (Σέρβια Κοζάνης).

ντουνιάς ο: κόσμος, το σύνολο των ανθρώπων. ΦΡ. κόσμος και ντουνιάς: πολύς κόσμος και κάθε είδους. Λειβ.: Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά / άναψες τον καημό μου / είσαι μικρός και δε χωράς / τον αναστεναγμό μου – Στο στόμα σου σαν είμαι απάνω / πια δε φοβάμαι να πεθάνω / στα χέρια σου σαν είμαι μέσα / τότε έγια μόλα έγια λέσα. / Χωρίς καράβι και πανιά / άι ταξιδεύω το ντουνιά. Παπαδ.: Μωρέ κόσμος, ντουνιάς! …μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος … Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη;«Μπου ντουνιά τσαρκ φελέκ» – Αυτός ο κόσμος ρόδα είναι και γυρίζει. (σ.σ. έκφραση των δερβίσηδων). Παρ.: «Όλος ο ντουνιάς χανόταν κι η κυρά μου χτενιζόταν.» | < τουρκ. dünya (από τα αραβ.) -ς. Βλ. & νιότη η, ρημάδα η, προσκυνημένος ο.

ντουντουμάρικος -η -o: διδυμάρικος, δίδυμος | < αρχ. ελλ. δίδυμος.

ντουρλάπι το: δρολάπι, δρόλαπας, απότομη, ξαφνική και δυνατή βροχή, σφοδρή καταιγίδα, ανεμοβρόχι. Σιδ.: …με συντροφιά το κοπάδι, την αστροφεγγιά, τις μπόρες και τα ντουρλάπια, γνώριζαν τα πάντα για όλα τα ζωντανά. Καζαντζ.: Κι όπως γιδάρης ξάφνου σύγνεφο ξανοίγει από τη βίγλα / πάνω απ᾿ το πέλαγο να κρέμεται, σπρωγμένο απ᾿ τον αγέρα, / κι ως βλέπει από ψηλά, του φαίνεται πιο μαύρο, σαν την πίσσα, / να φτάνει κρεμαστό απ᾿ το πέλαγο, κι άγριο δρολάπι σέρνει. / κι ως το ᾿δε, χώνει το κοπάδι του μες στη σπηλιά απ᾿ τον τρόμο. Ο Αραβαντ. γράφει: δρόλαπας ο ή δρολάπια τα: οι από βορράν πνέοντες άνεμοι, οι ψυχροί εκ των ορέων προερχόμενοι· ρίζα δρίμη, ψύχρα | < υδρολαιλάπιον < υποκορ. του υδρολαίλαψ < μσν.(;) < υδρολαίλαψ, αιτ. -απα & υποκορ. υδρολαιλάπιον < αρχ. ὑδρο- + λαῖλαψ: λαίλαπα.

ντούρμα: επίρρ. μόλις, αμέσως, ευθύς ως, αφού, βεβαίως. Επώνυμ. Ντούρμας.

ντουρντουλώνω: γεμίζω ένα δοχείο με υγρό ως τα χείλη, μέχρι πάνω, ξέχειλα. Ντουρτούλωσε την κατσαρόλα, το παγούρι. Μτχ. ντουρντουλωμένος -η -ο.

ντουρντούλα: επίρρ. στα γεμάτα μέχρι επάνω. Λ.χ. ντουρντούλα η σόμπα: γεμάτη ξύλα, σε πλήρη λειτουργία.

ντούρος ο -α -ο: αυτός που κρατάει ίσιο και άκαμπτο το σώμα του, σκληρός, γερός δυνατός, ακμαίος. Τσιφ.: Η γη, σκουπιδαριό του Θεού που πέταξε όσα βράχια του περισσεύανε, άμα κι έφτιασε την Ευρώπη, φτωχιά, ντούρα και περήφανη, δεν έδινε απλόχερα τον καρπό της για να θρέψει τον κόσμο της. Παρ.: «Όταν περπατάς με μέτρα, είσαι ντούρος σαν την πέτρα.» | < βενέτ. duro. Βλ. & λελέκι το.

ντούχωμα το: στενοχώρια, κακοκεφιά, άσχημη ψυχική διάθεση.

Ντραβούντανστα η: αλλιώς το χωριό Μεταμόρφωση Κοζάνης.

ντραβαλιάζω: προκαλώ ντράβαλα, τραβήγματα, αναστάτωση, φασαρία, μπλέξιμο. Βλ. & ντράβαλο το.

ντραβαλιέμαι: τσακώνομαι, μαλώνω, έρχομαι σε προστριβές και διαφωνίες. Πβ. Γκοτζ.: Μα ο Κατερίνης έπινε για καλά και στο τέλος ερχόταν στο κέφι, μεθούσε χωρίς όμως να πιάνει καβγάδες, να τραβαλιέται με τους άλλους ή με τη φαμιλιά του. Βλ. & ντράβαλο το.

ντράβαλο το: η κοπιώδης, ανεπιθύμητη διαδικασία, η φασαρία, μπελάδες, πληθ. τραβήγματα, η περιπλοκή, φασαρία, αναστάτωση, το μπλέξιμο. Δεν πλήρωσε το λογαριασμό και είχαμε ντράβαλα. Γκοτζ.: Με το τσακάλι, με το λύκο / θα᾿ χαμαν όλο ντράβαλα. / «Ποδάρι, αυτοί, δε θα σου αφήκω.» / Κι εγώ: «Τα σκάγια τα᾿ βαλα»! Παρ.: «Κάλλιο λόγια στο χωράφι, παρά ντράβαλα στ᾿ αλώνι.» | < παλ. ιταλ. travaglia: κουραστική δουλειά < ρ. travagliare < γαλλ. travailler: δουλεύω, αρχικά: βασανίζω.

ντραγατσίκα η: δερμάτινος ποιμενικός σάκος για τρόφιμα. Επώνυμ. Δραγατσίκας.

ντραγκάλα η: αγροτικό εργαλείο, κάτι σαν μεγάλη φούρκα, μακρύ ξύλο για να δένουν το κλαδί όταν η κλαδαριά είναι ψηλή.

ντραγκανάρι το: το κουδούνι, η κουδουνίστρα < πιθ. ηχομιμητική.

ντρασκίλι το: δρασκελιά, το μήκος του βήματος ενός ανθρώπου, βήμα με μεγάλο άνοιγμα των σκελών, ανοιχτό βήμα. Πέντε ντρασκίλια χωράφι. Βλ. & ντρασκλώ.

ντρασκλιά η: δρασκελιά, βήμα, πάτημα, εμπειρική μονάδα μέτρησης μήκους, ένα βήμα ανθρώπου ισούται με 75 εκατοστά περίπου. Δέκα ντρασκλιές παραπέρα. | < Βλ. & ντρασκλώ.

ντρασκλώ: δρασκελώ, περνώ πάνω από ένα εμπόδιο με πήδημα ή με μεγάλο άνοιγμα των σκελών· διασκελίζω. Ντρασκίλησε τη φράχτη. Πβ. Καζαντζ.: …με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι | < μσν. δρασκελώ < δρασκελ(ίζω).

ντραχείλας ο: αυτός που έχει παχιά, μεγάλα χείλη, μτφ. ο σωματώδης άντρας.

ντρέμουρας ο: το φυτό δράκαινα.

ντρίβαλο το: μικρό κομμάτι, τρίμμα, μικρός σβώλος | < αρχ. ελλ. τρίβω

ντρίλι το: φτηνό βαμβακερό ύφασμα για ρούχα, το ντρίλινο ρούχο. Βαμβ.: Πριν σαράντα πενήντα χρόνια από τότες που τα᾿ άκουσα εγώ, οι κουτσαβάκηδες ντυνόντουσαν πολύ ωραία. Και τότες με ρούχα που τα λέγανε μαύρα φασονέ και τα παντελόνια λεγότανε τζογιέ. Θυμάμαι γιατί οι μπαρμπάδες μου τα ράβανε. Αλλά εγώ δεν τα φορούσα γιατί εγώ φορούσα ντρίλια. Γιατί αν εκείνα είχαν πέντε δραχμές το κοστούμι, το δικό μου έκανε ενάμισι, δύο φράγκα. Βλ. & ντρίλινος ο, ντουλαμάς ο.

ντρίλινος -η -ο: επιθ. φτιαγμένος από ντρίλι, είδος βαμβακερού υφάσματος για ρούχα, σε διάφορες ποιότητες. Ελύτ.: Σ᾿ ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του. Βαμβ.: Από εμφάνιση είμαστε άστα, γιατί πηγαίναμε στα κάρβουνα. Μουτζούρες. Ένα ντρίλινο παντελόνι, ένα πουκάμισο, ένα σακάκι της φωτιάς | < γαλλ. drille.

ντρίμα η: στεγνό κλαδί δέντρου, λέγεται και «ντριμάρι.» Θα τσακώσω τη ντρίμα: μτφ. θα στις βρέξω, θα σε δείρω.

ντριστέλα η: ξύλινη κατασκευή για την επεξεργασία του μαλλιού. Από το μπατάνι (ντριστέλα) περνούσαν και οι φλοκάτες και οι στείρες κουβέρτες για να σφίξουν και να χνουδιάσουν. Βλ. μαντάνι το.

ντρόμπλικας ο: η υδροπεκία. Βλ. & λεβήθρες οι.

ντροπίτσα η: ντροπή, συστολή στη συμπεριφορά. Παρ.: «Η ντροπίτσα τρώει πετρίτσα.»

ντουκάνη η: είδος σβάρνας, γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο των σβόλων και για το ίσιωμα του χωραφιού μετά το όργωμα.

ντουρλάπι το: δρολάπι, ραγδαία βροχή με δυνατό άνεμο, ανεμοβρόχι, δρόλαπας. Πβ. «Μαύρος δρόλαπας να κάνει από όλες τις ψυχές χαρμάνι» | < μσν.(;) υδρολαίλαψ, υποκορ. υδρολαιλάπιον < αρχ. ὑδρο- + λαῖλαψ: λαίλαπα: εξαιρετικά ισχυρός άνεμος σύντομης σχετικά διάρκειας και με απότομες και συνήθ. μεγάλες αλλαγές στη διεύθυνσή του.

ντύμα το: το ντύσιμο, το ρούχο, μτφ. το κάλυμμα, δέρμα, φιδοπουκάμισο. Καββ.: Tο ντύμα πάρε του φιδιού και δώσ᾿ μου ένα μαντίλι. Παρ.: «Το φαγί κάνει φαρί, το ντύμα παλικάρι και το συχνομπουκουνάτο κάνει το κορμί δροσάτο»

νυφάδες οι: νύφες. Παρ.: «Άλλες νυφάδες ήρθανε, άλλα κουλούρια πλάθουν.» Βλ. & χαρατσώνω.

νυχιάης ο: κρυοπάγημα των ποδιών ή των χεριών· αυτός που ρίχνει τους βόλους χρησιμοποιώντας το νύχι του αντίχειρα. ΦΡ. Μ᾿ έπιασε νυχιάης: ξεπάγιασα, κρύωσα πολύ | < μσν. νύχι(ν) < αρχ. ὀνύχιον υποκορ. του ὄνυξ.

νυχτερεύω: δεν κοιμάμαι τη νύχτα, το βράδυ, αγρυπνώ, δουλεύω σε νυχτέρι. Παρ.: «Έφαγες κολοκύθι, κάτσε νυχτέρευε» Παπαδ.: Κα δν νελογίσθης πς ο μυθώδεις κενοι δράκοι, ο Κύκλωπες, πο νυκτέρευον μακρν κε, ες τ ρος, πότιζον μ δρτα τς πέτρας κα τ ξύλα κα τος κορμος τος δρούς. Παρ.: «Οι πόρδαβες κι οι νύσταβες το Μάη νυχτερεύουν | < αρχ. ελλ. νυκτερεύω (νύκτερος), μέλ. -σω, περνώ όλη τη διάρκεια της νύχτας· λέγεται για στρατιώτες, είμαι σε επιφυλακή τη νύχτα, βρίσκομαι σε νυχτερινή σκοπιά. Βλ. & φύγσιμο το, νυχτέρι το.

νυχτέρι το: το ξενύχτι. Παλιά, οι γυναίκες συνήθιζαν να νυχτερεύουν πολλές μαζί σε κάποιο σπίτι και να συζητάνε, να λένε ιστορίες και να εργάζονται όλοι μαζί, σε δουλειές που ήθελαν πολλά χέρια. Παρ.: «Ανθίσαν τα τριαντάφυλλα, αρχίνα το μεσημέρι, γινήκαν τα ροδάκινα, ξεκίνα το νυχτέρι.», «Το ροδάκινο στο χέρι και η κόρη στο νυχτέρι

νυχτιά η: νύχτα | < μσν. νύχτα < αρχ. ελλ. νύξ, αιτ. νύκτα. Βλ. & αστροφεγγιά η.

νυχτώνομαι & νυχτώνω: με βρίσκει η νύχτα, το σκοτάδι, βραδιάζω, περνάω τη μέρα μέχρι να βραδιάζει. Νύχτωσα μέχρι να φορτώσω. Πέρασε η ώρα, μας νύχτωσε. Παπαδ.: πλευσα, κι πέκαμα, κ᾿ νυκτώθην

νωματάρχης ο: ενωμοτάρχης, υπαξιωματικός της παλιάς ελληνικής Χωροφυλακής. Παρ.: «Τι να πεθάνεις χωροφύλακας, τι να πεθάνεις νωματάρχης.» | αρχ. ελλ. ενωμοτία + -άρχης < άρχω.

νώμος ο: ο ώμος. Μακρ.: Φορτώνοντας τα ξύλα ᾿σ το νώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμον, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα μόνη της η καϊμένη και αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε και εγώ.

(Εμφανιστηκε 797 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)