19 Φεβρουαρίου 2017 at 21:34

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Μ

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Μ

Βιογραφικά του συγγραφέα

Ο Δημήτρης (Τάκης) Τζήκας γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1971 στη Ζυρίχη της Ελβετίας, από γονείς μετανάστες Έλληνες εργάτες. Μέχρι την τετάρτη δημοτικού έζησε στο Λιβαδερό Κοζάνης, ενώ αργότερα ολοκλήρωσε το Λύκειο στην ίδια πόλη. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Δημήτρης Γληνός» του Α.Π.Θ. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, βρέθηκε στην Κομοτηνή για 15 περίπου μήνες. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου στον σύλλογο φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. Ιωαννίνων (1992-1995), ενώ συμμετείχε στο Δ.Σ. του συλλόγου Μετεκπαιδευομένων δασκάλων και στην επιτροπή προγράμματος σπουδών, ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος. Από το 1999 μέχρι σήμερα, εργάστηκε σε δημοτικά σχολεία της Φολεγάνδρου, της Κέρκυρας και στο 1ο Πρότυπο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης. Διαχειρίζεται την ιστοσελίδα «Ερανιστής», όπου και δημοσιεύει τακτικά κείμενα για τη γλώσσα, τη φιλοσοφία και την ιστορία. Ζει στη Θεσσαλονίκη και ψωμίζεται ως δάσκαλος στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Το Λεξικό, 504 σελίδες 17 χ 24, διατίθεται με αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου.

Ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας: eranistisnet.@gmail.com

Μ

μα & μο: προσφώνηση σε γυναίκα, θηλυκό. Εδώ, μα Καλλέπω, παγάλια! | πιθ. αρχ. ελλ. μᾶ, συντετμ. Δωρ. τύπος αντί μάτηρ, μᾶ γᾶ αντί μῆτερ γῆ, σε Αισχύλ.· μᾶ, πόθεν ἅνθρωπος, σε Θεόκρ.

μαγαζί το: κατάστημα. «Κλείσε τα μαγαζιά»: η ΦΡ. λέγεται μτφ. σε κάποιον που έχει ξεκούμπωτο το μπροστινό φερμουάρ του παντελονιού | < βενέτ. magazin < αραβ. mahāzin: αποθήκη καταστήματος.

μαγαζάτορας ο: ιδιοκτήτης ενός μαγαζιού· καταστηματάρχης. Χατζ.: Από κει κατηφορίζανε το πρωί νοικοκυραίοι και μαγαζάτορες, τεχνίτες κ᾿ εργάτες να παν στη δουλειά τους, οι γυναίκες για να ψωνίσουν, τα παιδιά τους για το σκολειό | < Βλ. & μαγαζί το.

μαγαρίζω: βρωμίζω, λερώνω, μολύνω, χέζω, αφοδεύω· μτφ. βεβηλώνω κάτι που θεωρείται ιερό, σεβαστό. Παρ.: «Ή δείρτο το αρχοντόπουλο ή μην το μαγαρίζεις.», «Ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μαγαρίζει.», «Άλλοι σπέρνουν και θερίζουν κι άλλοι τρων και μαγαρίζουν.» Σκαρ.: …αν τους έδενε κώλο με κώλο και τους φουντάριζε στον Κορινθιακό κανά βραδάκι.. θα ξεμαγάριζεν ο τόπος. Δημ.: – Εψές προψές τον είδαμε, στον κάμπο ξαπλωμένο, / μαύρα πουλιά τον τρώγανε, κι άσπρα τον τριγυρίζουν, / κι ένα πουλί απ᾿ τον τόπο του, δεν τρώει, δε μαγαρίζει, / και τ᾿ άλλα φοβερίζει.Μον στείλτε λόγο στη Φραγκιά, νάρτουνε τρία καράβια, / το ᾿να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το βαγγέλιο, / το τρίτο, το καλύτερο, την άγια τράπεζα μας, / μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν | < μεγαρίζω: φέρομαι όπως οι Μεγαρείς < αρχ. ελλ. πόλη Μέγαρα.

μάγγανο το & μαγγάνι το: βαρούλκο, γερανός· αλυσιδωτό σύστημα με κάδους για την ανέλκυση βαρών, μαγγανοπήγαδο· δόκανο, παγίδα. Βλ. & βίντσι το.

μάγερας ο: μάγειρας. Παρ.: «Όσοι φορούν μαχαίρι δεν είναι και μαγέροι

μαγεριά η: το μαγείρεμα, το μαγειρεμένο φαγητό, ποσότητα υλικού που μαγειρεύεται και αρκεί για ορισμένα άτομα. Παρ. «Να λείψει το πιπέρι σου, να δω τη μαγεριά σου.» Ερωτ.: Φαρμάκιν έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις, και ντροπιασμένο θάνατο με προθυμιά γυρεύγεις. Πβ. Γκοτζ.: Ούτε κι η νύφη της κουμπάρας ξέρει από μαγέρεμα καλό, κι έριξε αλάτι με τη χούφτα, μισοκάηκε το ψωμί, κι ούτ᾿ εδώ είν᾿ η γριά η δική του να την ψάλει καθώς πρέπει | < ελνστ. μαγειρία· μσν. μαγεριά < μαγερία.

μαγεριό το: μαγειρείο, χώρος που χρησιμοποιείται για μαγείρεμα, κουζίνα· λαϊκό εστιατόριο. Καρκ.: Των χτηνών τα παχνιά, τα νεροβάρελα, οι ξυλοκασέλες, του ζυμώματος τα ξύλινα σκεύη και τα μετάλλινα του μαγεριού | < ελνστ. μαγειρεῖον.

μαγιά η: στη φράση πιάνω «πιάνω μαγιά» προετοιμάζω το έδαφος, φροντίζω για τις κατάλληλες συνθήκες. Παπαδ.: Εχον συναχθ ες τ μπακαλικο-εμπορικν το Θόδωρου το Μοστροπούλου, ρκάδος ποπλανηθέντος ες τ μέρη κενα περ τος δεκαπέντε χρόνους, δι τος ποίους εχε παρασκευάσει γιουβέτσι Μανώλης, δι ν «πιάσ μαγιά», κα φο τος μέθυσεν ρχισαν αθορμήτως τν χορν κα τ τραγούδι.

Μαγιάπριλο το: Απρίλης και Μάης. Παρ.: «Των καλών ναυτών τα ταίρια, το Μαγιάπριλο χηρεύουν.» Βλ. & Απριλομάης ο.

μαγιόρος ο: ταγματάρχης. Περρ.: …ο ναύαρχος Συνέβην εχειροτόνησε Ταγματάρχην, (Μαγιόρον) τον συγγραφέα, επικεφαλής τεσσάρων εκατονταρχιών, τα οποίας εσχημάτισεν ο ίδιος εκ νεοσυλλέκτων μαχητών.

μαγκάλι το: μεταλλικό δοχείο σε σχήμα λεκάνης με πόδια ή με άλλο στήριγμα, μέσα στο οποίο τοποθετούνται αναμμένα κάρβουνα για θέρμανση. Σ᾿ αυτά τα κρασοπουλειά τα δικά τους, τα τραπέζια ήτανε χαμηλά κι είχανε στη μέση μια τρύπα, για να μπαίνει το χειμώνα το μαγκάλι. Τις χειµωνιάτικες γιορτές ζέσταιναν το µεγάλο αυτό χώρο 1-2 µπρούντζινα µαγκάλια, που φρόντιζαν να είναι καλογυαλισµένα, χρησιµοποιώντας στάχτη και αργότερα µπράσσο. Τα µαγκάλια αυτά ήταν τοποθετηµένα σε ειδικές ξύλινες βάσεις | < τουρκ. mangal (από τα αραβ.) -ι. Βλ. & γάστρα η.

μάγκας ο: λαϊκός άνθρωπος που χαρακτηρίζεται από υπερβολική αυτοπεποίθηση ή έπαρση καθώς και από εμφάνιση ή συμπεριφορά (ντύσιμο, κινήσεις, λεξιλόγιο, τόνος φωνής κτλ.) διαφορετική από τη συνηθισμένη· έμπειρος άνθρωπος με ικανότητες που αναγνωρίζονται, επιδοκιμάζονται (Τριαντ.)· ικανός επιδέξιος, καπάτσος | < αλβ. mang(ë) -ας < τουρκ. manga: μικρό στρατιωτικό σώμα. Βλ. & δερβισόμαγκας ο, μπελαλής ο, νταής ο.

μαγκιά η: λόγος, πράξη ή γενικά συμπεριφορά του μάγκα, επίδειξη, αποκοτιά, τολμηρή, ριψοκίνδυνη πράξη· το σύνολο των μαγκών· «τρέχει η μαγκιά απ᾿ τα μπατζάκια»: λέγεται ειρωνικά. Οι μαγκιές πληρώνονται. Κούφια λόγια, δήθεν απειλές και τζάμπα μαγκιές. Τον έκλαψε όλη η μαγκιά. Βλ. & μάγκας ο.

μαγκιόρος ο & μαγκιόρα η: μάγκας, μάγκισσα. Και στην Ευρώπη και στο ευρώ, επειδή είμαστε λαός μαγκιόρος και κιμπάρικος κι έχουμε προσφέρει τα πλείστα όσα στην ευρωπαϊκή υπόθεση. Μαγκιόρα σερβιτόρα έβγαλε νοκ άουτ πελάτη που την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Στιχ.: Αφού μαγκιόρα θέλησες από μικρή να γίνεις, / έλα μαζί μου μια βραδιά κρασί παλιό να πίνεις! (Β. Τσιτσάνης). Βλ. & μάγκας ο.

μαγκούφης ο: αυτός που ζει μόνος, χωρίς οικογένεια ή φίλους· μτφ. άτιμος· θηλ. μαγκούφα η. Είναι οι ταλαίπωροι, οι «μαγκούφηδες» του χωριού, όπως συνηθίζεται να λέμε. Θα έρθει η Αγγελική με τον Σταύρο και τα παιδιά και δεν θα γιορτάσουμε σαν μαγκούφηδες. Και ποιοί είναι αυτοί οι φίλοι; Όχι φυσικά οι μουρτζούφληδες, οι καρμίρηδες, οι κακομοιριασμένοι, οι μαγκούφηδες και οι μίζεροι, αλλά οι ευδιάθετοι. Δημ.: Ν χαμηλναν τ βουνά / ν ψήλωναν ο κάμποι / θάλασσα πλατειά, μαγκούφα ξενιτειά. Σκαρίμπ: Πάντα πικραμένος συλλογιόταν στο κατώφλι και πάντ᾿ αποσταμένος ο δόλιος: Σκυλοζωή η μαγκούφα. Παρ.: «Το μαγκούφι το κρασί, την καρδούλα μου τη σει[σ.σ.: την ταράζει, αναστατώνει].» | < ίσως τουρκ. mankaf(a): κουτός, αδέξιος. Βλ. & μουσκέτο το.

μαγκανάρι το: το καπίστρι στα μαστόρικα, ξύλινο εξάρτημα (συνήθως σανίδα ενός μέτρου και πλέον), την οποία τοποθετούσαν στο λαιμό των γουρουνιών για να μην μπορούν να μπουν σε φραγμένους κήπους, χωράφια κλπ. Το μαγκανάρι μεγάλωνε αισθητά το εκτόπισμα του ζώου, ώστε να μην μπορεί να τρυπώσει από ανοίγματα ή φράχτες και να κάνει ζημιές. Επώνυμ.: Μαγκανάρη Μαρία.

μαγκούρα η: μεγάλο, ξύλινο, χοντροκομμένο ραβδί. Σύμφωνα πάντα με την Αστυνομία, ο 74χρονος πατέρας και ο 45χρονος γιος του χτύπησαν τα δύο αδέλφια με ξύλινες μαγκούρες. Θύμα άγριου ξυλοδαρμού με μαγκούρες, έπεσε 47χρονος βιοπαλαιστής. Παπαδ.: Ετυχς κι βοσκός, πο τν ξύπνησες τώρα ναρκωμένον π τν δροσιάν σου, κα πετ τν κάπαν του, κι ρπάζει τν μαγκούραν του κα τρέχει ν σαλαγήσ τ πρόβατα, ν νεργήσ τν πρωινν μολγόν, σφυρίζων κα φροντις, κα τόσον πολ ετυχής, στε οτε τ ποπτεύει. Τσιφ.: Τώρα στη φυλακή μέσα τα μαθαίνανε και τα γράμματα. Άλφα είναι η κουλούρα με τη μαγκούρα την ανάποδη, όμικρο κουλούρα σκέτη και γιώτα μαγκούρα ανάποδη | < ελνστ. μακκούρα η: σιδερένιο μπαστούνι. Βλ. & κουμπούρι το, γούρνα η.

μαγκώνω: συλλαμβάνω, πιάνω, τσακώνω. «Μάγκωσαν» στη Σαντορίνη αδήλωτες ταμειακές μηχανές. Τον μάγκωσαν στο φτερό. Το χέρι του αρτοποιού «μάγκωσε» μέσα σε μηχάνημα. Το πρωί σκότωσε, το μεσημέρι τον μάγκωσαν. Τσιφ.: Θάχεις μια κρυψώνα να τη ξέρεις μόνο συ, άμα πέσεις στη λακουβίτσα με την ατυχία και σε μαγκώσουνε, να μη στα βρούνε κι άμα βγεις να τα βρεις | < μαγκανώνω < μάγκαν(ο) -ώνω· < μσν. μαγγάνι(ον) υποκορ. του ελνστ. μάγγαν(ον) -ιον· ελνστ. μάγγανον· μάγκαν(ο).

μαγούλα η: το μάγουλο· ο λόφος. Παρ.: «Τ᾿ αρρώστου χείλια φαίνονται, του νηστικού η μαγούλα» | πιθ. < αλβ. magul᾿e < ελνστ. μάγουλον < λατ. magul(um).

μαγουλάδες οι: η παρωτίτιδα. Οι μαγουλάδες (παρωτίτιδα) είναι η μόλυνση που προσβάλλει τις παρωτίδες. Οι μαγουλάδες ή παρωτίτιδα είναι μία συνηθισμένη ιογενής ασθένεια, η οποία χαρακτηρίζεται από οίδημα των παρωτιδικών του μεγαλύτερου ζεύγους των σιελογόνων αδένων που βρίσκονται στην γωνία της γνάθου κατά από το αυτί. Παρουσιάζεται συνήθως σε παιδιά που δεν είναι εμβολιασμένα αλλά μπορεί να προσβάλει και ενηλίκους. Η λοίμωξη που προσβάλει ενηλίκους έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι σοβαρή. Τσιφ.: Δεν είχε τελειώσει όλο το δημοτικό, γιατί στην τελευταία τάξη έβγαλε μαγουλάδες. Έμεινε όμως στο σπίτι και περίμενε να της αγοράσουν ένα πιάνο και να της πάρουν μια δασκάλα της γαλλικής.

μαγρούρικος -η -ο: υπερήφανος. Περρ.: Ορισμός του υψηλοτάτου Α. Πασά. Εις εσάς Παργιώτας, άλλο δε σας γράφω, μοναχά το χαρτί (το γράμμα) που με εστείλετε είναι ατζαμήτικον (αμαθέστατον) και μαγρούρικον (υπερήφανον), και δεν είναι φρόνιμο χαρτί και η γνώσις ακόμη δεν ήρθεν εις το κεφάλι σας.

μαδέρι το: χοντρή σανίδα ή καδρόνι. Τραπέζι τηλεόρασης από μαδέρια οικοδομής! Τα μαδέρια σκαλωσιάς αποτελούν ένα ακόμη προϊόν από την ξυλεία οικοδομής που έχει υποστεί επεξεργασία ξηραντήριου για ν’ αποκτήσει υψηλή αντοχή. Μακρ.: Πρτα τους δέσαν, τ κεφάλι σωσε τν κλον, κα ξύλο καταδίκι, κι᾿ λλους τοιούτους παιδεμος χερότερους, κι᾿ λλο κοντ πραν να μαντέρι κα τ βαλαν δίπλα, το μάκρου, ψηλ ς να μπόι, πάνου σ δυ φορκες, κι᾿ πάνου ες τ μαντέρι ξάπλωσαν τος νθρώπους το μάκρου κα δέσιμον καλό, κρέμονταν τ χέρια τους κα ποδάρια κάτου. Γκοτζ.: Λάσπη ένας κουβαλά / κι ο άλλος πέτρα ας φέρει, / καρφώστε το ψηλά, / συντρόφοι, το μαδέρι! Παπαδ.: Εσύ ξέρεις να πελεκάς στραβόξυλα και να καρφώνης μαδέρια. Σκαρ.: Με μαδέρια, με στραβόξυλα, μ᾿ ό,τι τύχαινε ξωπίσω του, αυτοί τον εκυνήγαγαν. Καπνός κι αντάρα, πάγαινε από κοντά του το βρισίδι. Τα πρώτα μεγάλα πλεούμενα που κατασκευάστηκαν ήταν, φυσικά, κακότεχνα, με μία σειρά στραβόξυλα, χονδρά μαδέρια, απ᾿ ότι ξύλο υπήρχε διαθέσιμο. Αίν.: «Πάνω σε κόκκινα μαδέρια κάθονται άσπρα περιστέρια.» (χιόνι στα κεραμίδια) | < μσν. μαδέριν < μσν. λατ. mader(ium): δοκάρι < λατ. materia: ύλη. Βλ. & μπλάρι το, πελεκούδι το.

μαερεύω: μαγειρεύω. Βλ. & όφις ο.

μαζώνω: μαζεύω, συγκεντρώνω, συλλέγω, αποταμιεύω. Παρ.: «Όσο κάθεται ο καλόγερος, τόσο μαλλί μαζώνει.», «Με το βελόνι τα μαζώνει, με το φτυάρι τα σκορπάει.» | < μσν. μαζώνω < μάζ(α) -ώνω· αρχ. ελλ. μᾶζα, ἡ (μάσσω): γλυκιά πίτα από κριθάρι· μάσσω, Αττ. μάττω: κυρίως, πιάνω, αγγίζω, εργάζομαι με τα χέρια, ζυμώνω ζύμη για τηγανίτα.

μαθητάδες οι: μαθητές, παιδιά του σχολειού. Δημ.: Όταν σε πρωταγάπησα δεν είχα μαθητάδες· / τα μάτια σου, τα μάτια μου ήταν προξενητάδες. – Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες / γιοφύρι-ν-εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι. / Oλημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

μαθός ο: αυτός που έμαθε, διδάχτηκε λόγω εμπειρίας. Βλ. & παθός ο.

μαΐστρος ο: ο βορειοδυτικός άνεμος. Δημ.: Φύσα, μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου, / να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα. Ελύτ.: Ψηλά στο δέντρο των άσπρων ταξιδιών με το εωθινό κορμί σου χορτάτο από μαΐστρο ξεδιπλώνεις τη θάλασσα που γυμνή παίρνει και δίνει τη ζωή της στα γυαλιστερά φύκια. «Άμα φυσάει μαΐστρος, θα ᾿χω καλοκαιρία χωρίς βροχές.» | < βενέτ. maistro -ς. Βλ. & γαρμπής ο.

μάκα η: βρωμιά, λέρα, ακαθαρσία. Το τραπέζι έπιασε μάκα | < παλ. ιταλ. macca.

μακαράς ο: η τροχαλία, καρούλι όπου τυλίγεται σκοινί. Οι μακαράδες είναι οι ξύλινες τροχαλίες των καραβιών, που χρησίμευαν στην ανύψωση φορτίων. Μακαράδες με ρουλεμάν. Ξύλινοι μακαράδες σε διάφορα νούμερα κατασκευασμένοι από οξυά για την ανέλκυση ιστίων ή αντικειμένων. Σε όλους τους μακαράδες μπορούν να προστεθούν γάντζοι και κλειδιά. Καρκ.: Για κάθε άνθρωπον είχε και ξεχωριστήν μέθοδον ενεργείας. Σύμβολό του είχε πάντοτε το ναυτικό ρητό: «κάθε μακαράς και το ξυλοφύλλι του Καββ.: Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει. / Θαλασσοκόρη του βυθού -χίλιες οργιές- / του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι | < τουρκ. makara < αραβ.

μακαρίζω: θεωρώ κάποιον ευτυχισμένο, εκφράζω τη γνώμη ότι έχει ευνοηθεί από την τύχη· αποδίδω τιμές στους νεκρούς. Μακρ.: Δεν στοχάζεταν θάνατον αυτός ο αγαθός πατριώτης. Θε, συχώρεσε την ψυχή του, και συ, πατρίδα, να τον μακαρίζης όσο είσαι πατρίδα ελεύτερη. ΑΕΚ και Ολυμπιακός «μακαρίζουν» την «τύχη» τους. Σε λίγο όλοι θα μακαρίζουν την Ελλαδίτσα. Πόσοι προπονητές μακαρίζουν την τύχη τους για την (συνειδητή) απόφασή τους να μην αναλάβουν το τιμόνι της ομάδας. Καβ.: Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα / σηκώθηκε ο Aπόλλων στο λαμπρό τραπέζι / του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους / για τον βλαστό που θάβγαινε απ᾿ την ένωσί των. Παρ.: «Με τα κόλλυβα τα ξένα μακαρίζει τους γονείς του.» | < αρχ. ελλ. μακαρίζω.

μακελάρης ο: χασάπης, σφαγέας· μτφ. αυτός που σκοτώνει ανθρώπους, δολοφόνος. Από πού βρήκαν τα όπλα τους οι μακελάρηδες; Στους μακελάρηδες του Παρισιού ανήκει το εκρηκτικό γιλέκο. Παρ.: «Του μακελάρη τα παιδιά ψοφούν από την πείνα.», «Πόσα αρνιά στο μακελάρη και κατσίκια στο μαντρί.» | < μακελλάρης < μακελλάριος < λατ. macell(arius): χασάπης -άριος.

μακελειό το: σφαγή ή γενικά φόνος πολλών ανθρώπων ή ζώων, φονικό, σκοτωμός, εξόντωση· το χασάπικο, κρεοπωλείο. Μακελειό στο Ιράκ. Έρευνες στις φυλακές Κορυδαλλού μετά το μακελειό. Γαμήλιο μακελειό στη Σερβία. Ψαθ.: Κι εκεί στο σφαγείο στήνονται τα πολυβόλα για το μεγάλο μακελειό. Παρ.: «Έμαθε σαν το σκυλί μέσα στο μακελειό.» Βυζαντ. Παρ.: «Όπου θέλει να σε ποιήση αμαγέρευτον, λέγει σε, το μακέλλι κρέας ουκ έχει.» | < ελνστ. μακελλεῖον < αρχ. μάκελλ(ον): φράχτης -εῖον.

μακελεύω: σφάζω, κόβω, σκοτώνω. Οι Κούρδοι μακέλεψαν εκατοντάδες τζιχαντιστές. Μακέλεψαν κοπάδι ελεφάντων στην Κένυα. Δημ.: Για σύρε συ Βλαχόπουλο ᾿ς τη βίγλα να βιγλίσης, / αν είν᾿ πενήντα κ᾿ εκατό, χύσου μακέλλεψέ τους, / κι αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας. Πβ. Καρκ.: Του άρεσε να βλέπει να μακελλοκόβονται μπροστά του κι έδινε μάλιστα συντρομή στον αδύνατο για ν᾿ αδυνατίζει ο ισχυρός. Βλ. & μακελειό το.

μακρυλαίμης ο: με μακρύ λαιμό. Ο άγριος «μακρυλαίμης» δεινόσαυρος. Με κύρια χαρακτηριστικά τον τεράστιο λαιμό και τα δόντια – «τσουγκράνα», που του επέτρεπαν να καταβροχθίζει φύλλα και καρπούς από πανύψηλα δέντρα, ο Rebbachisaurus tessonei διασώθηκε σχεδόν ολόκληρος, από το κρανίο ως τον τελευταίο σπόνδυλο της ουράς του. Παρ.: «Ο μακρυλαίμης πετεινός, στη γειτονιά του κράζει, μα τα δικά του δε θωρεί κι άλλους καταδικάζει.»

μακρυνάρι το: μακρύ, με μεγάλο μήκος, μακρόστενο. Οι στενοί δρόμοι, τα μακρυνάρια, τα δίχωρα και τα ανώγεια κτισμένα με πέτρα σε συνδυασμό με τις κεραμιδένιες στέγες προσδίδουν μια γοητεία στην αρχιτεκτονική. Επίσης το να μεγαλώσει η οθόνη και να γίνει ένα μακρυνάρι, το βρίσκω χαζό κι εκτός ανταγωνισμού. Το εν λόγω πρόγραμμα έχει μια λειτουργία backup που στην ουσία στέλνει ένα μακρυνάρι με αλφαριθμητικούς χαρακτήρες. Πού να το διαβάσω τέτοιο μακρυνάρι!

μακρυσκνώ: μακρυσκοινίζω, απλώνω, αφήνω το κατάλληλο μήκος στο σκοινί· μτφ. μιλώ για πολλή ώρα, περιττολογώ, παρατείνω τα λόγια μου. Παρ.: «Λύσε δέσε το γουρούνι, μακρυσκοίνησε την κλώσσα, πέρασε η μέρα.» | < μσν. σκοινί, σκοινίον < σχοινί, σχοινίον < αρχ. ελλ. σχοινίον < υποκορ. του σχοῖνος.

μαλαγάνα η & μαλαγάνας ο: ο πονηρός, ο κόλακας, ο καταφερτζής, ο διπλωμάτης, άνθρωπος που με υποκριτικές εκδηλώσεις και κολακείες προσπαθεί να πετύχει το σκοπό του. Η συνδιοργάνωση ανήκει στην ομάδα που έχει αναλάβει το φετινό Κυνήγι Θησαυρού, τους Μαλαγάνες, και στο Δήμο Ρεθύμνης. Και για πού το ΄βαλες ομορφούλα; είπε η μαλαγάνα ο Βαγγέλας. Μικρή πάντως δεν φαινότανε τι σόι… μαλαγάνα θα γινότανε. Γκοτζ.: -Ξέρουμε πως η αφεντιά σου είσαι σχολάρχης, απ᾿ τους λίγους, γι᾿ αυτό ήρθαμε σ᾿ εσένα από κει πέρα, τον καλόπιασε ο πατέρας λεπτά, με μαλαγανιά. Είναι μια μαλαγάνα αυτός | πιθ. < ισπαν. malagana: λιποθυμία. Βλ. & τουμπάρω, μαλαγανιά η.

μαλαγανιά η: πονηριά. Με τις επικοινωνιακές μαλαγανιές και τις ανοησίες παίζει να μπερδευτηκαν κάποιοι. Δεν πιάνουν οι «μαλαγανιές». Μόλ.: Τι να κάμω αυτή την στιγμήν, Χατζατζάρη; Εσκέφθηκα να κατεβάσω το τροπάριο της ψευτιάς κάτω να τον καταφέρω να με αφήσει τουλάχιστον να φάω και άρχισα τις μαλαγανιές. Αλλά πού; Όσο να γλιτώσει η μια γκλιτσιά, μου ‘ρχότανε η άλλη. Βλ. & μαλαγάνα η.

μαλακόγλωσσος ο: αυτός που μιλάει, μαλακά, γλυκά, χαριτωμένα, καθησυχαστικά, ο γλυκομίλητος, που έχει ευφράδεια λόγου. Εφτ.: Σαν όνειρο που ήτανε, μήτε μιά μέρα δε βάσταξε. Όχεντρα έγινε ο μαλακόγλωσσος ο Αριστίωνας άμα πήρε την εξουσία, ας ήταν καλά οι δυο χιλιάδες οι δορυφόροι.

μαλακόφι το: φούστα φτιαγμένη από χασέ. Μαλ.: Η κάτω φούστα ήταν μάλλινη, επάνω δε από αυτήν εφορείτο το «μαλακόφι», δηλαδή φούστα χασιδένια, η οποία κάτω στον φραμπαλά είχε ένα μετάλλινο ευρύ στεφάνι, καλυμμένο βέβαια με ύφασμα, δια να δίνει την φουσκωτή εμφάνιση στο φουστάνι, σαν το κρινολίνο.

μάλαμα το: ο χρυσός. Παραδοσ.: Μήπως νομίζεις το φιλί πως καταγής κυλιέται / ασήμι(ν) εζυγίζετο και μάλαμα πουλιέται. Σεφ.: …και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της / κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά. Καρκ.: -Μα δεν ξέρεις τι χώμα! Έλεγε το βράδυ στην Ελπίδα, μάλαμα, καθάριο μάλαμα. Και να το ᾿χουν εκείνοι οι ακαμάτες!… Παρ.: «Η θυγατέρα μάλαμα κι η νύφη κακό μπάλωμα.» | < μσν. μάλαμα < ελνστ. μάλαγμα: μαλακό υλικό. Βλ. & μεσιανός ο.

μαλαπέρδα η: το πέος, μακρύ κυλιδρικό αντικείμενο. Οι απορίες της Ε. Μ. για την… μαλαπέρδα! Αμερικανός ηθοποιός έδειξε σε συναυλία τη μαλαπέρδα του. Έδωσαν στη Δ. ένα γκλομπ, το οποίο είναι μια μαλαπέρδα, περίπου πενήντα πόντων, μαύρη.

μαλαματένιος -ια -ο: χρυσός. Μαλαματένιες χάντρες. Μαλαματένιος αργαλειός και φιλντισένιο χτένι. Πότε γιορτάζει η Μαλαματένια; Στίχ.: Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι / τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές / τ᾿ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι / σου μάθαινε το αύριο και το χθες (Μ. Ελευθερίου). Παπαδιαμάντ,: Η Σκεύω ανέπνευσε. -Ν᾿ αγιάσει το στόμα σου, γιατρέ, και τα χείλη σου, που μου είπαν τον καλό το λόγο, να γίνουν μαλαματένια, σαν τ᾿ Αι-Γιαννιού του Χρυσοστόμου. Δημ.: Βρύση μου μαλαματένια, πώς βαστάς κρύο νερό, πώς βαστώ κι εγώ ο καημένος της αγάπης τον καημό | < Βλ. & μάλαμα το.

«μάλε βράσε»: η φράση λέγεται για φασαρία, ανακατωσούρα, χάος, ανεξέλγκτη κατάσταση, μπέρδεμα, χαμό, θορυβώδη, επεισοδιακή συνάντηση πολλών ανθρώπων. Γίνεται το μάλε βράσε, ό,τι γουστάρει ο καθένας κάνει· δεν τον ενοχλεί κανένας. Η Φλώρα είναι ένα μάλε-βράσε αγοροκόριτσο. Τώρα σε όλο αυτό το μάλε – βράσε, ήρθε να προστεθεί και το θερμό επεισόδιο στην Ανατολή μεταξύ Τουρκίας και Γερμανίας. Το «μάλε βράσε» στη δίκη για τις μίζες. Το μάλε βράσε γίνεται στο κόμμα για την συγκρότηση των ψηφοδελτίων. Βλ. & μισότριβος ο.

μαλλί το: μτφ. το χρήμα, τα λεφτά, το κόστος. Πόσο βγήκε το μαλλί;: πόσο κόστισε, πόσο πληρώσαμε; ΦΡ. Θα πάρεις ένα μαλλί: δηλαδή τίποτα, τρίχες· πβ. έκλασε μαλλί: χέστηκε από το φόβο του, τα έκανε πάνω του, έκλασε μέντες.

μάλιας ο & η μάλια: ο τερματοφύλακας. Μάθαμε το ματς, μάθαμε τη μάλια, τον τερματοφύλακα δηλαδή, τα μπακ, τα σέντερ φορ, τα εξτρέμ και τα οφσάιτ. Οι αγγλικές λέξεις εισβάλανε σα θύελλα.

μαλλιοκέφαλα τα: συνήθ. στον πληθ. τα μαλλιά, οι τρίχες της κεφαλής· μτφ. τα πάντα, πολλά λεφτά. Πλήρωσαν τα μαλλιοκέφαλά τους: πλήρωσαν πάρα πολλά, υπερβολικό ποσό. Άφησες τον ενοικιαστή να φύγει και σου άφησε φέσι; Θα πληρώσεις τα μαλλιοκέφαλά σου. Πλούσιοι και διάσημοι που χρωστούν τα μαλλιοκέφαλά τους. Καζαντζ.: Σηκώθηκε ο λαός από τα μνήματα, με τα χώματα ακόμα στα μαλλιοκέφαλα τους και στα μούτρα, πήραν κι αυτοί κουράγιο, άπλωσαν κι έσμιξαν τα χέρια.

μαλλιότο το: χοντρή μάλλινη κάπα, μάλλινο πανωφόρι, ταλαγάνι που κουμπώνει μπροστά. Επενδύτης «μαλλιότο» από το Βέρμιο. Η συνηθισμένη πάντως φορεσιά ήταν αυτή που φορούσαν οι τσοπάνηδες και οι αγωγιάτες, δηλαδή ταλαγάνι (κάπα), μαλλιότο (σακάκι σκούτινο), παλτό, βράκα και σάρκα (τσιπούνι). Βλ. & τφάνι το.

μαλμπουριά η: το τσιγάρο μάρκας Marlboro.

μαλμπουρίσιος -ια -ο: μάρκας Marlboro. Καπνός μαλμπουρίσιος· κάψε μια τσιγάρα μαλμπουρίσια· πακέτο μαλμπουρίσιο.

μαλλούρα η: το πολύ μαλλί, μακριά και πλούσια, φουντωτή κόμη, έντονη τριχοφυία. Είχε μαλλούρα μέχρι τις πλάτες. Αφήνει μαλλούρα.

μαλλούσα η: γυναίκα με μακριά, πλούσια μαλλιά. Πβ. ξανθομαλλούσα. Αίν.: «Μαλλούσα μου, μαλλούσα μου, σαράντα πέταλα κρατείς και στο νερό κυλιέσαι.» (μύλος, νερόμυλος – Σάμος).

μάλτα η: είδος γυαλιστερού υφάσματος.

μαλώτρα η: αυτή που μαλώνει, προκαλεί μαλώματα, καυγάδες, γκρίνιες. Παρ.: «Η φτώχεια είναι μαλώτρα

μάμα η: γκούσια, πρόλοβος των πουλιών (Τρίκαλα).

μαμαλίγκα η: παραδοσιακό φαγητό με βάση καλαμποκάλευρο και λάδι, η μπομπότα, η κατσαμάκα, βλ.λ. Η μαμαλίγκα είναι ένα κλασικό, οικονομικό κι εύκολο φαγητό των Βαλκανίων. Νομίζω ότι κάτι παρεμφερές είναι η ελληνική μπομπότα. Καρκ.: O Παπαρρίζος σκόρδα κι ένα πιάτο τραχανά. O Mπιρμπίλης μπλιγούρι αχνιστό και μαμαλίγκα. O Tζουμάς στην τσότρα λίγο κρασί | < πιθ. ρουμάν. Βλ. & μπομπότα η.

μαμάνα η: γιαγιά, μανιά. Μαλ.: Στο σπίτι έμεναν η μητέρα (η μάνα) ή η μαμάνα (η γιαγιά) να ετοιμάσει το φαγητό και να δεχθεί τα καλά απ᾿ τα χωράφια και τ᾿ αμπέλια | < πιθ. η μάνα της μάνας. Παπακ.: Η γιαγιά της γιαγιάς μου, η μαμάνα της, όπως την έλεγε, ήταν πολύ όμορφη (Κοζάνη).

μαμές ο: το στόμιο στο τσιμπούκι, την πίπα ή τον αργιλέ. Παπαδ.: …ο καπετάν Δημήτρης ο Κασσανδριανός, όστις με το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμέν, με το τσόχινον πανωβράκι του, με τα υψηλά μέχρι του γόνατος υποδήματά του, τα οποία ηγάπα να φορεί χειμώνα και θέρος.

μαμούδι το & μαμούνι: κάθε μικρό ζωύφιο που συνήθ. ζει παρασιτικά επάνω σε φυτά ή καρπούς. Η φύση μας έχει χαρίσει φυτά και καρπούς που απωθούν χωρίς να σκοτώνουν τα ενοχλητικά μαμούνια που εισβάλουν στο σπίτι μας. Η σωστή προετοιμασία η αποθήκευση των αλεύρων θα βοηθήσει στην πρόληψη των μολύνσεων από μαμούνια. Εφτ.: Θαρρείς και γέμισε τώρα ο Ελληνικός ο αέρας μύγες, κουνούπια, κι άλλα μαμούνια, αφού όλο τέτοια εγκώμιαζαν οι σοφοί εκείνοι. Καρκ.: Τ σπιτάκι μου, πο σφάλισε φότου πέθαναν τ γονικά μου κα σκούριασαν ο κλειδωνιές, χορτάρισαν ο πόρτες κ᾿ πνιξε γριαγκαθι κα τ μαμοδι τν αλή του | < μσν. μαμούνιν ίσως < μαμ -ούνι· μσν. μαμούδι < μαμ(ούνι) -ούδι.

μαμουνιά η: μτφ. μικροαπάτη, απατεωνιά, προχειροδουλιά, «πουστιά», πονηριά, υστεροβουλία. Να διοριστεί αξιοκρατικά και όχι με μαμουνιές!

μαμούρα η: στριμμένη γυναίκα, κακόγνωμη, ανοικοκύρευτη, τεμπέλα, οκνή. «Όπου ακαμάτρας ριζικό, κι όπου μαμούρας μοίρα, κι όθε κοπέλα φρόνιμη, καθάρια κακομοίρα.»

μαμούχαλος -η -ο: νωθρός, που δεν κινείται πολύ, ψιλοτεμπέλης, άνθρωπος που βαριέται, δεν αλλάζει εύκολα βολικές συνήθειες και τρόπους. Είμαι λίγο μαμούχαλος. Δε βγαίνω πολύ. Θέλω την ηρεμία μου. Να δω μια ταινία να διαβάσω ένα βιβλίο. Δεν πίνω, δεν χορεύω, δεν φλερτάρω. Ο μεσαίος που κρατάει την σημαία είναι μαμούχαλος. Με μέσον πήγε εκεί; Μου φάνηκε λίγο μαμούχαλος ο Μάκης, αυτό πρέπει να είναι το βασικό μείον του. Αν κλάψεις, είσαι μαμούχαλος. Αν δεν κλάψεις, είσαι αναίσθητος.

μαν: λες και, σα να. «Μαν είμαι Μπούρινος, να ζήσω χίλια χρόνια»: για το πρόσκαιρο της ζωής, λες και θα ζήσω σαν το ομώνυμο βουνό. Μαν είμαι τυφλός και δε βλέπω. (Κοζάνη).

μάνα η: η μάνα του νερού, η πηγή του, ανάβρα, το μέρος που αναβλύζει νερό· μητέρα. Πάλλ.: Έτσι προς τη θεόρατη οξά και βίγλα πάντα / δρόμιζαν κάτου απ᾿ το τειχί τη δημοσά ακλουθώντας, / ως που ως στις μάνες του νερού τις γάργαρες καθάριες / ζυγώσανε, όπου οι δυο πηγές πηδούνε του Σκαμάντρου.

μανάλι το: μανουάλι, εκκλησιαστικό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για τοποθέτηση των αναμμένων κεριών· κηροστάτης. Παπαδ.: Γιάννης εχεν νάψει στ μανάλια λα τ᾿ πόκηρα, σα εχεν ερε κε, εχε χύσει τ λάδι π τ κανδήλια, εχε κενώσει λον τ λαδικόν, πο ηρεν ες τ ρμάρι τς βορειοδυτικς γωνίαςν τον καμμι ψηλ κι γαρμπη: «Δ σς φαίνεται σ μανάλι μ τ λαμπάδα σπασμένη… πο τ πάει μπάρμπ᾿ ναγνώστης μπροστ π᾿ τν παπά, πο θ π τ “Σοφία, ρθοί”«; | < μσν. μανουάλι(ο)ν (στη νέα σημ) < υστλατ. (candelabrum) manual(e): φορητό κηροπήγιο -ιον.

μανάρι το: αρνί, κατσίκι ή μοσχάρι που το τρέφουν ειδικά, επειδή το προορίζουν για σφάξιμο, θρεφτάρι. μτφ. για αγαπημένο πρόσωπο, ιδίως ως χαϊδευτική προσφώνηση· πολύ ωραία γυναίκα ή άντρας. Μανάρια από τα ρώσικα social media. Μια οπτασία όλοι τους. Πβ. Γκοτζ.: Από τα σερνικά μας κατσίκια κρατάγαμε στο τέλος για τραγάκι (αν το παλιό κόντευε να γεράσει) ή για μανάρισμα, να πουληθεί πέρα του Σταυρού, μέσα Τρυγητή, και τ᾿ άλλα τα σφάζαμε. Μακρ.: Τ κάστρο τώρα θέλει ν φάγη κείνους πο τότρωγαν τόσα χρόνια κα τος θρεφε σν μανάρια, κα σκοτώνονταν καθεμερινς. Πάλλ.: …όλοι από προβατίνα μια με τ᾿ άσπρο της μαννάρι / θαν του χαρίσουν -σαν κι αυτή δε βρίσκεται άλλο χτήμα. Δείτε τα μανάρια της δεκαετίας του 1990 | < ίσως μάν(α) -άρι· μανάρ(ι).

μαναφούκι το: συκοφαντία, κατηγορία, διαβολή, ραδιουργία, λόγια που «βάζει», μεταφέρει σκόπιμα, κάποιος για να πετύχει κάτι, «φυτίλι», κουτσομπολιό. Aκόμα δεν πρόλαβε καλά καλά να ξεκινήσει η φετινή τηλεοπτική σεζόν και έχουν ήδη ξεκινήσει τα «μαναφούκια» και οι τηλεοπτικές κόντρες. Τα καλύτερα «μαναφούκια» του 2014! Παπαδ.: Η γραία έβαλε μαναφούκια και εις τα δύο μέρη. Εις εκείνας έλεγεν ότι η νύμφη της δεν τας θελει να έρχονται και ότι είναι μία παράξενη, μία ανάποδη… Εις ταύτην παρίστα ότι η μήτηρ της και αι αδελφαί της την εδυσφήμουν πάντοτε.- Έπαιρνε λόγια από τη μίαν και έβαζε μαναφούκια εις την άλλην. Και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν | < πιθ. μτφ. από το λατινικό focus και manus, δηλαδή τη φωτιά που ανάβει με τα χέρια, με προσάναμμα.

μαναχός -ιά -ό: επιθ. μοναχός, μόνος, μονήρης, χωρίς παρέα.

μανές ο: πρόσκομμα, εμπόδιο. Περρ.: …όθεν και σεις να τον ηξεύρετε και να τον έχετε όπως πρωτύτερα, και καλλιότερα, και κανένας μανές (πρόσκομμα) εις την δουλειάν του να μην του γίνεται, μόνον όσον μπορείτε μουσααντέ (περιποίηση) να του κάμετε, καθώς είναι το αΐνι σας (η θρησκεία σας) και εμένα το χατήρι κάνετε, επειδή είναι δουατζής μου και τζιράκι μου· εξ άπαντος.

μανέλα η: μανιβέλα. Μανέλα ολισθαίνουσα· μανέλα αλουμινίου. Η μανέλα O.T. αποτελεί μια νέα σχεδιαστική προσέγγιση. Χάρη στην πατέντα της L, η μανέλα κουμπώνει και ξεκουμπώνει στο βιντζιρέλο με μια κίνηση. Ο μοχλός απελευθέρωσης καταλαμβάνει ολόκληρο το μήκος της μανέλας | < βενέτ. manoela. Βλ. & βίντσι το.

μανέστρα η: είδους ζυμαρικού, στο μέγεθος του κριθαριού, το γνωστό κριθαράκι. Μανέστρα με γκτζιούπια: μτφ. μανέστρα με κόκκαλα και κρέας. Συνταγή για γιουβέτσι με μοσχάρι και μανέστρα. Τρυφερό μοσχαράκι με μανέστρα. Χρηστοβασίλ.: Η γριά έβαλε τότε στην πυροστιά τη χύτρα, γεμάτη ζωμί τετράπαχης όρνιθας, που είταν καταντεμένη από την άλλη την ημέρα, θέλοντας να φκιάσει τη μανέστρα, όσο νάρθει ο παπάς από την εκκλησιά. Δημ.: Αγάπη μου, ξινόροϊδο και χαβιαρομανέστρα / την Κυριακή είσ᾿ όμορφη και τη Δευτέρα χέστρα | < βενετ. manestra.

μανιά η: η γιαγιά, η μπάμπω· μτφ. ο κρυψίνους τύπος, ο μουλωχτός, αυτός που κάνει πονηρά και αθόρυβα τις δουλειές του. Πβ. Παπαδ.: γάλλος τν νθυμήθη. –Δν εσαι Μανιά; τς επε. Τ Γηρακ τς Κατερίνης, πο σ λένε κοινς Μανιά; –Ναί. –Δν μο λές, Μανιά, ποι εν᾿ ατ κόρη πο βγκε τώρα, κι νοιξε τ παραθύρι κενο; | πιθ. < μάνα < μσν. μάννα < μαμμά < αρχ. ελλ. μάμμη.

μανίζω & αμανίζω: μανιάζω, θυμώνω, πεισμώνω με κάτι, δυσανασχετώ. Παρ. «Σα μανίσει ο γάιδαρος, μπροστερεύει τ᾿ άλογο.» Ερωτ.: Αν όταν μεσοπέλαγα, δυο ανέμοι σηκωθούσιν / εξάφνου και με τη βροντή φυσώντας πολεμούσιν / μάχονται με τη θάλασσα, μανίζουν και φουσκώνουν – Εύκολα εκείνοι οπού μπορούν, κ᾿ οι Αφέντες οπ᾿ ορίζουν, σ᾿ έτοια μεγάλα σφάλματα γρινιούσιν και μανίζουν | < μσν. μαν(ίζω) < αρχ. ελλ. ρ. μαίνομαι. Βλ. & φύγσιμο το.

μάνικα η: εύκαμπτος φορητός σωλήνας, συνήθως εφοδιασμένος στην άκρη του με ειδικό ρυθμιστή, που χρησιμοποιείται για διοχέτευση νερού με πίεση. Μεγάλη ποικιλία από μάνικες ποτίσματος, ανθεκτικές σε όλες τις καιρικές συνθήκες, σε χαμηλές τιμές. Μάνικα μπλέ, πλεκτή για μεταφορά νερού άρδευσης. Μάνικες βυτιοφόρων, μάνικες ψεκασμού, πυροσβεστικός εξοπλισμός, βάνες, κρουνοί, κανόνια πυρόσβεσης. Στην μάνικα τοποθετούνται σύνδεσμοι, ταχυσύνδεσμοι και ενωτήρες | < ιταλ. manica (διαφ. το μσν. μάνικα: το μανίκι.) Βλ. & λούτσα η.

μανικιούρι το: το νύχι που αφήνεται να μεγαλώσει | < γαλλ. manucure, manicure.

μανίτσα η: μανούλα· λέγεται και ως γλυκόλογο, κοπλιμέντο. σε γυναίκα. Τα μωρά έκλαιγαν και κραύγαζαν «μάνα, μανίτσα Μια εκ των καρτών λοιπόν έγραφε: «πάσαρε το βίντεο μανίτσα μου». Ρεμπέτ.: Πες μας αν έχουν γκόμενες, / μανίτσες, και γουστάρουν / και τσιγαράκι σέρτικο / με κέφι να φουμάρουν.

μάνο το: ψωμί, στη διάλεκτο των μαστόρων, χτιστάδων.

μανόγαλο το: μανόγαλα, γάλα που προέρχεται από δύο γυναίκες, από τις οποίες η μία είναι κόρη της άλλης. Λες και του ᾿δωσε το μανόγαλο: λέγεται για κάποιον που είναι εξαρτημένος από κάποιον άλλον. Σκαρ.: Μανόγαλα και βοτάνι της αγάπης. Σε σταύρωνε, σε ξόρκιζε, σε γήτευε. Μιά καρφίτσα από το χέρι σου σού ζήταε, μιά ψείρα απ᾿ το κορμί σου | < μσν. μαν(ν)όγαλον.

μανούλα η: μτφ. ο ικανός, έμπειρος, επιτήδειος, επιδέξιος σε κάτι. Ο Γιώργος, που είναι μανούλα στην εξυπηρέτηση. Οι κουκουβάγιες είναι μανούλες στο καμουφλάζ. Στα ψέματα ήταν μανούλα. Μύρισαν εκλογές και ξεκίνησαν ομαδικώς τα ρουσφέτια. Ο Κυριάκος είναι μανούλα σ’ αυτά, εξάλλου το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει. Παπαγ.: Στην αναμόρφωση φωτογραφιών όπου αφαιρούνταν τα εκτελεσμένα μέλη του πολίτ μπιρό [σ.σ. του πολιτικού γραφείου] οι κομματικοί ήταν μανούλες.

μανούλι το: πολύ ωραίο, όμορφο άτομο, νεαρής ηλικίας. Απίστευτα μανούλια πλένουν το αυτοκίνητο στο άψε σβήσε. Αποκριάτικα μανούλια.

μανούρα η: μπλέξιμο, μπελάς, φασαρία, μπέρδεμα, δύσκολή κατάσταση, περίπλοκη διαδικασία, αντίρρηση εκ μέρους κάποιου, χρονοβόρα ή κοπιώδης δουλειά, πρόβλημα. Κάνει συνέχεια μανούρες, δεν συνεργάζεται. Μας έκανε μεγάλες μανούρες. Βαμβ.: Κατόπι μ᾿ όλη αυτή τη μανούρα που με κλωτσούσαν με πήρανε για να τους κάνω ρεκλάμα. Φράγκο, χόρεψε ρε, κι αρχίναγα γω και μόλις χόρευα μέναν μ᾿ ανοιχτό το στόμα | < ίσως μανούβρα με αποβ. του [v]. Βλ. & λουμπίνα η.

μανούρι το: είδος τυριού. Ν. Πολίτης: Μανούρα ή μανούρι, μανούλα ή μανούλι ή μαλάκα, η εκ της πήξεως του γάλακτος μάζα ήτις εντίθεται εις τουπί (τύπον) ίνα ξηρανθή και για να γίνει τυρός. Δια να κατασκευασθεί όμως η μυζήθρα πρέπει να εξαχθεί πρώτον η μανούρα· διότι εις υπολειφθέν μετά την εξαγωγήν γάλα, χύνοντες και ολίγον άλλον γάλα ατάρακτον και θερμαίνοντες παράγουσι την μυζήθραν. Παρ.: «Άκουγε μανούρα και φούσκωνε μυζήθρα.»

μανουριάρης ο: αυτός που προκαλεί μανούρες, μπλεξίματα, μπελάδες· μεγάλος μανουριάρης, όλο προβλήματα έβρισκε | < Βλ. & μανούρα η.

μανουριάζω: δημιουργώ μανούρα, μπελάδες, δυσλειτουργίες, περίπλοκες καταστάσεις ή προβλήματα. Μας μανούριασε κι έφυγε. Βλ. & μανούρα η.

μανουριάρικος: ο προβληματικός, αυτός που δεν συνεργάζεται εύκολα. Βλ. & μανούρα η.

μανουσάκι το: ο Νάρκισσος ο κυπελλοφόρος (Narcissus tazetta)· αλλιώς ζαμπάκι, τσαμπάκι, ή βούτσινο· ο Νάρκισσος αποτελεί ιδιαίτερο γένος φυτών της οικογένειας των Αμαρυλλιδοειδών που περιλαμβάνει περί τα 40 είδη· από τον νάρκισσο οι Αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν το «ναρκίσσινο μύρο.» Παραδοσ.: Εμένα η μάναμ᾿ μ᾿ έστειλε να μάσω μανουσάκια / Μανουσάκια, μανουσάκια μόσχους και γαριφαλάκια / Μανουσάκια, μανουσάκια έμορφά μου κοριτσάκια. Πβ. Παρ.: «Κάθε μανούσι (ανθός, λουλούδι) στον τόπο του μυρίζει καλύτερα» | < αρμένικη manušag: «βιολέτα» < περσ. vanafšak ή πιθ. < μσν. μαμουσάγκιον, παρεφθαρμένη αραβ. λ.

μάνταλο το & μάνταλος ο: ξύλινο ή μεταλλικό εξάρτημα που το χρησιμοποιούν για να κλείνουν με ασφάλεια τις πόρτες, ιδίως τις εξωτερικές, ή τα παράθυρα. Σύρτες, μάνταλα, καταβάτες. Παπαδ.: Το άνω θυρόφυλλον έκλειε διά μανδάλου προς το ανώφλιον, το κάτω θυρόφυλλον έκλειε διά σύρτου προσαρμοζομένου εκ του άλλου θυροφύλλου, του ακεραίου, και παντοτινώς κλειστού με τους σκωριασμένους στροφείς του – μάλιστα εσχάτως είχε γίνει άφαντον το πλάγιον μάνταλον της θύραςΚάθε ήμισυ λεπτόν επανήρχετο εις τον μονόλογον η «πεντούγια» ή το μακρόν μάνδαλον της αυλόθυρας. Δημ.: Το ποιος βαράει το μάνταλο, το νάνι, το νάνι./ Το ποιος βαράει την πόρτα κι έλα ταχιά το βράδυ. Παρ.: «Αφού την έπαθε η γριά, έβαζε και το μάνταλο και «Βάλ᾿ τον μάνταλο στη θύρα να κοιμάσαι ξένοιαστος» Ελύτ.: Δέντρα σώπασαν, πέτρες μοιάσανε στις πέτρες, καβαλάρηδες έφυγαν / Ψάχνουν τα μάνταλα μιας άλλης πύλης μα ποιά να ᾿ναι αυτή | < μσν. μάνταλο < μάνταλος < ελνστ. μάνδαλος ο.

μαντάνι το: ξύλινο υδροκίνητο μηχάνημα για την επεξεργασία μαλλιού και νημάτων. Το μαντάνι χρησίμευε στην κατεργασία των μάλλινων υφασμάτων με χτύπημα, ώστε να αποκτήσουν συνοχή.

μαντατζής ο: τεχνίτης που μαντάρει, επεξεργάζεται νήματα, στρωσίδια, ρούχα κλπ.

μανταλώνω: τοποθετώ το μάνταλο στην πόρτα. Δημ.: Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδι παρμένα, και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτ μανταλωμένα. Βλ. & μάνταλο το.

μανταλώνομαι: βάζω το μάνταλο στην πόρτα, κλειδώνομαι, κλείνομαι στο σπίτι. Μανταλώθηκε στο δωμάτιο του. Από τη μέρα εκείνη τα χείλια του μανταλώθηκαν, πλάκωσε το πρόσωπο του σκοτάδι. Παπαδιαμάντ: Έκτοτε εμεγάλωσαν. Εκλείσθησαν. Εμανδαλώθησαν, κατά το έθιμον του τόπου. Δεν έβγαιναν πλέον από το σπίτι, ειμή πέντε φοράς τον χρόνον.

μαντάρα η: στη φράση «τα κάνω μαντάρα»: αποτυγχάνω, τα θαλασσώνω, πέφτω έξω, προκαλώ αναστάτωση, καταστροφή, μαλώνω. Εσείς τα κάνατε μαντάρα, εσείς θα αποφασίσετε και το τι θα κάνετε. Τσιφ.: Μαντάρα η Φραγκιά και τα μυρίστηκε ο Γκυ της Αθήνας. – Τώρα μας πήρανε τα κάστρα και ό,τι ώρα θέλουνε κάνουνε απόβαση | πιθ. < αραβ.(;) ή μαντάρα < μεσαιωνικό μαδάρα: ορεινή και άγονη περιοχή < αρχ. ελλ. μαδαρός: υγρός, πλαδαρός· φαλακρός, άδεντρος < μαδώ. Βλ. & φάκα η.

μαντάρισμα η: επιδιόρθωση ρούχων, υφασμάτων. Μαντάρισμα ρούχων για την αποκατάσταση από κάψιμο και τρύπες σκόρου. Μάλλινη ψιλή κλωστή για το μαντάρισμα των πουλόβερ και των ρούχων σε πολλά χρώματα. Φοβήθηκε ότι κατέστρεψε το κοστούμι του. Μετά το μαντάρισμα όμως, ούτε γάτα ούτε ζημιά! Βλ. & μαντάρω.

μαντάρω: επιδιορθώνω τα φθαρμένα σημεία ενός υφάσματος, μπαλώνω, καρικώνω. Σας αρέσει να ράβετε, να μαντάρετε, να αλλάζετε και να επιδιορθώνετε τα ρούχα σας χωρίς τη βοήθεια της μοδίστρας; Μαντάρω τις κάλτσες. Οι πολιτικοί μαντάρουν τρύπιες τσέπες | < ιταλ. mendar(e): διορθώνω -ω.

μαντάτο το: είδηση, νέο, μήνυμα, χαμπέρι·κακή, δυσάρεστη είδηση. Μαύρα μαντάτα για την ανάπτυξη. Παρ.: «Ίδιο πρόσωπο έρχεται, ίδιο μαντάτο φέρνει.», «Άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, κακά μαντάτα στην ψωλή.» | < μσν. μαντάτον < ελνστ. μανδᾶτον < λατ. mandat(um): αυτοκρατορική διαταγή -ον. Βλ. & πόρδος ο, ταβλιάζομαι, παραγκώμι το, σταλτός ο, κρένω, ατσίδας ο, γομάρι το, χωρατεύω.

μαντέκα η: αρωματική αλοιφή που τη χρησιμοποιούσαν για να στερεώνουν το μουστάκι | < ιταλ. manteca. Βλ. & πομάδα η.

μαντέμι το & μεντέμι το: ο χυτοσίδηρος. Δημ.: …πώς δεν τρυπάς τις φυλακές, δε σπας και τα μεντέμια; / – Μάνα ζουρλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμυαλισμένη· / το πώς τρυπούν τις φυλακές, πώς σπάνε τα μεντέμια, / που οι φυλακές ᾿χουν σίδερα και πόρτες σιδερένιες; | < τουρκ. maden (από τα αραβ.), διάλεκτ. madem -ι.

μαντές ο: αντικειμενικός, πραγματικός σκοπός.

μα(ν)τζάτο το: το καθιστικό, δωμάτιο, συνηθ. ο ισόγειος χώρος του σπιτιού. Παπαευαγγ.: Ο καφετζής την πηγαίνει σε ένα σπιτι που είχε ένα πατώσπιτο (μαντζάτο), και δυο δωμάτια πάνω που κοιμόταν δυο ανύπαντρα παιδιά. Στα Γιάννενα, μέχρι πριν λίγα χρόνια, λειτουργούσε ομώνυμο μπαρ (Ματζάτο).

μαντζαφλάρι το: μαντζαφλέρι, μακρύ κυλινδρικό αντικείμενο, ξάρτι του ιστού· πέος σε στύση· η λέξη χρησιμοποιείται με πολλές μτφ. σημασίες. Ανήκει στους όρους της ιστιοπλοΐας. Ονομάζεται ματζαφλέρι το οριζόντιο ξάρτι του ιστού του σκάφους. Εκτός από το πηδάλιο ο ιστιοπλόος αλλάζει την πορεία του σκάφους στρίβοντας το ματζαφλέρι δεξιά ή αριστερά. Φυσικά μαζί με το ματζαφλέρι αλλάζει θέση το πανί σε σχέση με τον άνεμο και αλλάζει η πορεία του πλοίου | πιθ. < ιταλ. mazza a filare: μπαστούνι πλεύσης.

μαντζιλίνα τζιτζιλίνα η: το παιδικό παιχνίδι μακριά γαϊδούρα < μεταξύ άλλων, τα παιδιά έλεγαν «μαντζιλίνα τζιτζιλίνα [..] πόσα είναι αυτά;» και ο αντίπαλος έπρεπε να μαντέψει πόσα δάχτυλα είχε «κρυμμένα» το παιδί στην κορυφή της «γαϊδούρας.» Στην Κοζάνη, το αντίστοιχο τραγουδάκι είναι Λίνα Μαρλίνα κλπ.

μαντζούνι το: πρακτικό φάρμακο, παρασκεύασμα από βότανα ή άλλες ουσίες που θεωρείται θεραπευτικό. Θησαύριζαν πουλώντας «μαντζούνια» για ανίατη ασθένεια. Τα μαντζούνια του έρωτα. Είχαν όμως γιατροσόφια και μαντζούνια δυναμωτικά, που παρασκεύαζαν οι ίδιοι ή κάποιες έμπειρες γερόντισσες ή η μαμή. Έπιασαν 88χρονη «μάγισσα» στα Τρίκαλα! Έλυνε με μαντζούνια ιατρικά και ερωτικά προβλήματα. Παπαδ.: λαι α γιάτρισσαι τς πόλεως, μ τ φάρμακα κα τ μαντζούνια, τέθησαν ες νέργειαν. λλ᾿ φύσις δν βοήθει, κα κόρη χειροτέρευε | < τουρκ. macun: θεραπευτικό παρασκεύασμα με ζάχαρη -ι.

μαντζουράνα η: ποώδες αρωματικό φυτό που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό. Αγγειόσπερμο, δικότυλο, πολυετές φυτό η ματζουράνα (Ορίγανον ή μαντζουράνα, λατ. Origanum majorana) ανήκει στην τάξη λαμιώδη και στην οικογένεια χειλανθή. Φυτό ποώδες με πολλές παραφυάδες, με φύλλα μικρά και μυρωδάτα, συγγενικό της ρίγανης. Τα άνθη της είναι φαιά με λέπια. Ανθίζει από Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο. Στην Ελλάδα η ματζουράνα υπάρχει σαν αυτοφυές φυτό, ωστόσο είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια όπου την χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο κατά στομαχικών και εντερικών ενοχλήσεων | < βενέτ. mazorana ίσως < λατ. amaracus, -um < αρχ. ἀμάρακος, -ον. Βλ. & κιτρολεμονιά η.

μαντρί το & μάντρα η: περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για φύλαξη ζώων, ιδίως αιγοπροβάτων, κατά τη διάρκεια της νύχτας· στάνη. Παρ.: «Ο λύκος γάλα δεν έφερε, στο μαντρί τι γύρευε», «Έρημο μαντρί, γεμάτο λύκους.», Τώρα που μπήκες στο μαντρί, τρώγε και πίνε Αλεξανδρή.», «Ανάμεσα στα δυό μαντριά, εψόφησεν ο σκύλος μας.», «Στη μάντρα λύκος αν εμπεί, θ’ αρπάξει του φτωχού τα’ αρνί.» | < μσν. μαντρί < μανδρίον, υποκορ. του αρχ. ελλ. μάνδρ(α). Βλ. & εύκαιρος, μακελάρης ο, Αντριάς ο.

μαντρώνω: κλείνω σε μαντρί· κλείνω στη φυλακή, φυλακίζω, εμποδίζω την έξοδο από κάπου, μετατρέπω σε μάντρα, σε κλειστό, περιφραγμένο χώρο. Θέλει τους εργαζόμενους «μαντρωμένους». Πιάσαμε όλη τη συμμορία και τους έχουμε μαντρωμένους στην ασφάλεια. Τους έχει μαντρωμένους μην τους χάσει και αυτούς. Μάντρωσαν το Πάρκο Ελευθερίας. «Μάντρωσαν» τους φοιτητές της Γαλακτοκομικής Σχολής! Γιατί τους απαγορεύτηκε η έξοδος; Τσιφ.: …σήμερα, εποχή εξελίξεως, χρωστάς ένα χιλιάρικο στο δημόσιο και σε μαντρώνουνε να πας στην Καλλιθέα γι᾿ ανώτερες φορολογικές σπουδές. Βλ. & μαντρί το.

μαντρινιά η: ξέφωτο μέρος, μέσα σε δάσος.

μαντρόσκυλο το: σκυλί του μαντριού, τσομπανόσκυλο. Δεν έχουμε μαντρόσκυλα εμείς ούτε κοπάδια. Μαντρόσκυλα, Ποιμενικοί και Μολοσσοειδείς σκύλοι της Πελοποννήσου. Γκεσέμια είναι τράγοι που οδηγούν το κοπάδι, ενώ τα μαντρόσκυλα φυλάνε όλη τη στάνη, τη μάντρα. Παρ.: «Είναι πολλά μαντρόσκυλα και το κομμάτι ένα.»

μαντρότο το: ο πέτρινος περίβολος σε παραδοσιακά τα σπίτια. Για να μην μπορεί να μπει το χειμώνα ο λύκος και να μην φαίνoνται τα ζώα, απ᾿ έξω και ματιάζονται (Γρεβενά).

μαξούλι το: φυσική πυτιά, χρησιμοποιούσαν το περιεχόμενο του στομαχιού από αρνάκι ή κατσικάκι. «Μαξούλι» λέγεται και όλη η διαδικασία της τυροκόμησης, η παραγωγή σε τυροκομικά είδη, η σοδειά, η συγκομιδή, η καρποφορία, το εισόδημα του βοσκού. Παρ.: «Τέτοια στρούγκα, τέτοιο μαξούλι» | < τουρκ. mahsul < αραβική mahsūl,: συγκομιδή.

μαξούμι το: μικρό παιδί, λιανοπαίδι (Ήπειρος). Γκοτζ.: Εμείς που ήμασταν ανήλικα ακόμα, λιανόπαιδα, μαξούμια, δε μας ίδρωνε τ᾿ αυτί από τέτοια. – Φοβόταν τους κλέφτες, που καλά καλά δεν τους σκιαζόμασταν ούτε εμείς τα μαξούμια.

μαξούς: επίρρ. επίτηδες, επί τούτου, γι᾿ αυτό το σκοπό, με συγκεκριμένο σκοπό. Περρ.: …όθεν εσύ, επειδή είσαι εδικός μου, για οπού σού γράφω με μαξούς (επίτηδες) άνθρωπόν μου, και να μού φανερώσης όλην την αλήθειαν. – …ιδούς σήμερα μαξούς (επίτηδες) Τάταρης (ταχυδρόμος) από μέρος του Υψηλού Δεβλετίου με τα αναγκαία γράμματα της ειδήσεως, απερνά και πηγαίνει, και το μανθάνετε και σεις | < πιθ. τουρκ.

μαούνα η: πλοίο χωρίς καρίνα και δική του κίνηση που χρησιμοποιείται για μεταφορές σε μικρές αποστάσεις, ιδίως σε λιμάνια· μτφ. πράγμα μεγάλων διαστάσεων. Βαμβ.: Ήτανε πέντε δέκα παρέες. Κι ερχόντανε. Αυτή η μαούνα είναι πενήντα τόνοι, να πούμε. Άντε δουλέψτε την εσείς. Πάρτε δρόμο να τη βγάλτε. – Πότε πηγαίναμε κάτω στο λιμάνι, πιάναμε μια μαούνα εξήντα, εβδομήντα τόνους, δέκα νοματαίοι, δώδεκα, την οποία έπρεπε να την αδειάσουμε στον Κάνθαρο, μέσα εκεί που είχανε τις αποθήκες του κάρβουνου οι μεγάλοι εφοπλιστές | < μσν. μαούνα < τουρκ. mavuna.

μάπα η: η μούρη, το πρόσωπο, η μούρη, η όψη του ανθρώπου, φάτσα, το μπροστινό μέρος· είδος σφουγγαρίστρας· ως επίρρ. μάπα: λέγεται για πράγμα κατώτερης, κατώτατης, κακής, ποιότητας, σκάρτο. «Τρώω στη μάπα» κάποιον ή κάτι: μτφ. ανέχομαι πράγματα δυσάρεστα ή ενοχλητικά, συνυπάρχω αναγκαστικά, γνωρίζω επαρκώς, απ᾿ την καλή κι απ΄την ανάποδη. Κοίταζε τη μάπα του στον καθρέφτη. Στράγγιξε καλά τη μάπα. Τους παλιούς τους τρώγαμε στη μάπα δέκα χρόνια, φτάνει πια | < ελνστ. μάππα: πανί, πετσέτα < λατ. mappa.

μάπας ο: βλάκας, ανόητος, ανάξιος λόγου· ως επίρρ.: μάπα: κατώτερης, κατώτατης ποιότητας. Τσιφ.: Να ᾿σαι μάπας; Ε από το Θεό είναι κι αυτό, σάματι είναι υποχρεωτικό να είναι όλοι έξυπνοι… Κι άμα είσαι μάπας στην πιάτσα, πάει κι έρχεται. Σε παίρνουνε καβάλα οι άλλοι και σε ρίχνουνε έναν παρά, βολεύονται. Αλλά να ᾿σαι σανιδοκέφαλος κι αυτοκράτορας, όχι κύριε. Πάει πολύ, διότι κάνεις ζημιά και στον κόσμο. Μάπα βγήκε το καρπούζι, η τυρόπιτα, η μηχανή κλπ. Σας έφτιαξα κάτι κολιεδάκια αλλά μάλλον βγήκαν μάπα. Ντέφι να γίνει.

μαραγκιάζω: μαραίνομαι, ζαρώνω. Δημ.: Τι να σου στείλω, ξένε μου, αυτού στα ξένα που ᾿σαι, να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζεισ χεις τ βασιλικ γ χω τ κοτσύφια / σ χεις τ μαυρόγιτσια, γ χω τ παιδάκια, / ταχιά ᾿ρχεται χινόπωρος κα θ στ μαραγκιάσει. Μάνα μου τα λουλούδια μου συχνά να τα ποτίζεις / να τα ποτίζεις με νερό να μην τα μαραγκιάσεις | < ελνστ. μαραγγι(άω).

μαργιόλος -α: που κάνει γαλειφιές, νάζια με απώτερο στόχο, υστερόβουλα. Παρ.: «Είμαστε κι εμείς μαριόλοι, να μας ζεις κι η αφεντιά σου.» | < από το ενετικό mariolo (σήμερα στα ιταλικά σημαίνει αχρείος, παλιότερα ίσως παιχνιδιάρης).

μαράζι το: βασανιστική σκέψη, έγνοια· μακροχρόνια στενοχώρια που προέρχεται ιδίως από ανεκπλήρωτη επιθυμία. Στίχ.: Φτάνει, φτάνει, το μαράζι φτάνει, / εμένα η μάνα μου δε με ξανακάνει. (Κοινούσης) Δημ.: Τον στρώνω πέντε στρώματα, πέντε-έξι μαξιλάρια. / Σήκω, μαράζι μ,’ πλάγιασε, σήκω, γκρεμίσου, κάτσε. Παρ.: «Κρέμεται η καπότα στην αλυγαριά, ντέρτι και μαράζι δε βάζω στην καρδιά..» Παπαδ.: -Άνοιξε, Μαριώ μ᾿, την πόρτα! … Έ ! Κατερνιώ μ᾿! άνοιξε. Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο Βαγγέλης ήρχισε να μονολογεί έξωθεν της θύρας: -Ξένοι στα ξένα, κυρά μ᾿ ! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να ξενυχτίσω;» … Αχ! Είναι κακός ο κόσμος, κυρά μ᾿ ! δεν μπορεί να πει κανείς τον πόνον του! … Σεβντάς, άχτι, καημός, μαράζι, ντέρτι, μεράκι, βάσανο, κυρά ᾿μ! …»Σ᾿ αφήνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά κοιμήσου! Και στ᾿ όνειρό σου! ….» Ελύτ.: Και μονάχα στην κόγχη από τ᾿ αριστερό του αυτί, λίγη, λεπτή, ψιλούτσικη άμμο, καθώς μέσα στα όστρακα. Οπού σημαίνει ότι πολλές φορές είχε βαδίσει πλάι στη θάλασσα, κατάμονος, με το μαράζι του έρωτα και τη βοή του άνεμου | < τουρκ. maraz: αρρώστια, θλίψη -ι (από τα αραβ., ίσως αντδ. < ελνστ. μαρασμός < μᾰραίνω: σβήνω ή κατευνάζω πυρκαγιά, σβήνω σιγά σιγά, εξασθενίζω, λέγεται για πυρκαγιά, ψεις μαραίνω: εξασθενεί η όραση των ματιών, νόσος μαραίνει με: η ασθένεια με καταβάλλει, με εξασθενίζει, λέγεται για χρόνο, πάντα χρόνος μαραίνει· μαραίνομαι: εξασθενίζω, κάμπτομαι, παρακμάζω, πέφτω σε μαρασμό, αμα μαραίνεται χερός: σβήνει το αίμα από το χέρι μου.

μαραζιάζω: μαραζώνω. Παρ.: «Το πολύ φαγί σπληνιάζει και το λίγο μαραζιάζει

μαραζιάρης ο & μαραζιάρα η: μαραζωμένος, αδύνατος «μπασμένος», αρρωστιάρικος, ζαμπούνικος. -Α, α, αχ! αναφωνούσε κάθε φορά η κυράτσα. / Ο δικός μου είναι μαραζιάρης. Δημ.: -Βρε κάμπε, αρρωστιάρικε, βρε κάμπε μαραζιάρη, με τη δική μου λεβεντιά να στολιστείς γυρεύεις;

μάρ & μαρή: απευθύνεται σε γυναίκες, είναι όμως πιο ήπιο και φιλικό σε σχέση με το «μωρή». Δημ.: -Γιατί, μαρή, γιατί, μαρή, γιατί μας κάνεις το βαρύ; / Γιατί μας κάνεις το μεγάλο, αχ λε, θα πέσω να πεθάνω | < μωρή < < αρχ. ελλ. μωρός

μαρινάρω: διατηρώ κρέας ή ψάρι σ΄ ένα μείγμα από λάδι, ξίδι και άλλα καρυκεύματα πριν το μαγειρέψω, για να γίνει πιο μαλακό. Περιμετρικά τοποθετούμε γαύρο μαριναρισμένο τουρσί και φρεσκοτριμμένο πιπέρι | < ιταλ. marinar(e) -ω.

μαρκάλα η & μάρκαλος ο: το ζευγάρωμα των αιγοπροβάτων, η εποχή, η περίοδος του ζευγαρώματος.

μαρκαλνάω: βατεύω, γαμώ (για τράγο ή κριάρι) γονιμοποιώ το αντίστοιχο θηλυκό. Παπαευάγγ.: Αυτός έχει τριακόσιες προυατίνεις κι έχει ένα κριάρι. Όλεις αυτές του κριάρ΄ τσ΄μαρκαλνάει σι μιά βδουμάδα | < ίσως < αλβαν. marrkal: βατεύω.

μαρκαλνιέμαι: οχεύω (ζευγαρώνω με θηλυκό), για πρόβατα, βατεύω.

μαρκάρισμα το: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μαρκάρω· (αθλ., για παίχτη αντίπαλης ομάδας) παρεμπόδιση της κίνησής του· εντοπισμός και σημάδεμα κάποιου πράγματος· επίμονη παρακολούθηση ή για πιεστική συμπεριφορά. Μαρκάρισμα ή ούρηση; Οι γάτες χρησιμοποιούν τα ούρα ως σήμα μυρωδιάς ή «σημάδι» για τις ίδιες ή άλλες γάτες. Από ένα ντέρμπι δεν λείπουν ποτέ τα σκληρά μαρκαρίσματα.

μαρκάρω: σημαδεύω, βάζω χαρακτηριστικό, αναγνωριστικό σημάδι, σταμπάρω· για παίχτη αντίπαλης ομάδας) παρακολουθώ από κοντά κπ. και παρεμποδίζω τις κινήσεις του. Μ᾿ έναν μόνο επιθετικό, όταν είμαι μαρκαρισμένος, πρέπει πάντα να δοκιμάζω να κάνω σουτ, ενώ με δύο επιθετικούς είναι ευκολότερο να περάσω. Με το τέρμα του Τ. Σ. ο Τζον Τ. σάστισε και αντί να μαρκάρει τον αντίπαλο, προσπάθησε να κρατήσει τον συμπαίκτη του Γκάρι Κέιχιλ με αποτέλεσμα ο Βραζιλιάνος κεντρικός αμυντικός της Παρί να μείνει ελεύθερος και να νικήσει με κεφαλιά τον Κ. Πάντως, να σημειώσουμε ότι ο επιθετικός της Τολούκα την ώρα που γύρισε για να κάνει το ψαλιδάκι ήταν μαρκαρισμένος από δύο παίκτες | < ιταλ. marcar(e) -ω. Βλ. & ψυλλιάζομαι.

μαρκάτη η: το μαρκάτι, γιαούρτι. Πβ.: ει γίγκαν λα «Τσιάγαλα μαρκάττσιας λιγαν κάναν κιρ μα νακατώνουνταν παράξινα πράματα. Τ τσιάγαλα ταν τ πράσινα τ μύγδαλα, π᾿ ττρουγάμι μαζ μ ᾿μ πέτσα, προυτο ν σκληραίν᾿. μαρκάτ᾿ ταν γίδγιου προυβατίσιου γιαούρτ᾿. Σν πόσου γένιτι ν σμίξν ατάϊας τ δγυό; μα μους κάνας σμιγι ᾿ κι ντί, π᾿ δν σμιγι, πουλνοσαν τούτην ᾿μ παροιμία. (Μικρόβαλτο Κοζάνης). Βλαχ.: μερκάτου: το γιαούρτι. Παρ.: «Άμα καείς στο γάλα, φυσάς και το μαρκάτι.» Παρωνύμ.: Μαρκάτας | < αρωμουν. market < ίσως αρμένικης αρχής.

μαρμάγκα η: είδος δηλητηριώδους αράχνης. Τον έφαγε η μαρμάγκα, λέγεται μτφ. για κάποιον που εξαφανίζεται, χάνεται, καταστρέφεται, τρώει ξύλο, «την πατάει.» Τσιφ.: Γιατί, βλέπεις, με τον πόλεμο και τη μάχη στην Πελαγονία ή τους είχε φάει η μαρμάγκα τους άντρες ή ήτανε αιχμάλωτοι των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη. Σακελλ.: Και οι δυο σε αφασία / μα εκείνη σημασία / που τους έφαγε η μαρμάγκα / και με άλλο μάγκα έκανε χαρτί | < αλβ. merimang(ë) -α.

μαρνιάζω: κλαίω δυνατά, γοερά, χτυπιέμαι, πλαντάζω στο κλάμα. Μτχ. μαρνιασμένος, κλαμένος. ΦΡ. Το κούτσκο μάρνιασε: το παιδί πλάνταξε στο κλάμα. Παπαευάγγ.: Μάρνιασι (πλάνταξε στο κλάμα) η φουκαρίνα η Πανάιου, πουτί (γιατί) δε χάλευει τουν Χρήσου. – Γιώργου γραμμένου μ΄για σου. Σι χιριτάη η μάνας μαρνιασμένη που βρίσκισι στα ξένα. Από φόντας πήγις στην ξινιτιά όλα μι φένουντι μάβρα κι άραχνα. Πβ. Όμηρος: (οτ μεγ τρεΐδην γαμέμνονα πεισέμεν οω / οτ λλους Δαναούς, πε οκ ρα τις χάρις εν / μάρνασθαι δηΐοισιν π νδράσι νωλεμς αεί. (Έμενα λέω μήτε ο Αγαμέμνονας τη γνώμη θα γυρίσει, / μήτε κι Αργίτης άλλος᾿ τι άπαφτα μέρα και νύχτα ως τώρα / που τους οχτρούς χτυπώντας πάλευα, σαν τι ήταν τ᾿ όφελός μου;) – ματα δ αματόεντα διέπρησσον πολεμίζων / νδράσι μαρνάμενος άρων νεκα σφετεράων. (και πολεμώντας μέρες πέρασα στο γαίμα βουτηγμένες, / κι όλο χτυπιόμουν με άντρες που ᾿θελα τα ταίρια τους να πάρω) | πιθ. < αρχ. ελλ. μάρναμαι: μάχομαι, ερίζω.

μάρνιασμα το: το γοερό, δυνατό, σπαραχτικό κλάμα | < Βλ. & μαρνιάζω.

μαρτάρα η: μανιτάρα, μανιτάρι. Ζουρλομάρταρα η: παραισθησιογόνο, δηλητηριώδες μανιτάρι | < μσν. μανιτάριν < αμανιτάριν < υποκορ. του ελνστ. ἀμανίτ(ης).

μαρτυρώ: τυραννιέμαι, περνώ μαρτύρια, ομολογώ, λέω, «καρφώνω». Μαρτύρησε το μυστικό στο δάσκαλο. Δημ.: Μη με δέρνεις, μάνα, μη με τυραννάς / θα σ’ το μαρτυρήσω ποιος με φίλησε. / Ούτε ξένος ήταν ούτε αλαργινός, ήταν ο κυρ Γιωργάκης ο πραματευτής.

Αυτός με φίλησε και με κοκκίνισε. Πβ. Παρ.: «Τον ξένον εις το σπίτι σου για μάρτυρα τον έχεις.» Βλ. & χαραμής ο.

μαντράχαλος ο & μαντραχαλάς ο: έφηβος ή νέος άντρας πολύ μεγαλόσωμος. Τσιφ.: …και τον μικρόν, τον Μπούλη, δεκατεσσάρων ετών μαντραχαλάκι, με σκιάν μύστακος, ένα λάστιχο για πουλιά στην τσέπη και την ελπίδα της οικογενείας | < ίσως μάντρα + χαλ(ί) -ος, χαλί: διχαλωτό ξύλο για κρέμασμα αντικειμένων < αρχ. (δωρ. διάλ.) χαλ(ά) (κοινό χηλή): οπλή αλόγου -ί(ον)· μαντράχαλ(ος) -άς

μαργώνω: κρυώνω, παγώνω ή μουδιάζω από το κρύο. Ερωτ.: Όσον εξενιτεύγουντον μακρά από την Αθήνα, / και τόσον πλιάν οι λογισμοί τσ᾿ Αγάπης τον εκρίνα᾿. / Εμάργωνεν εις τη φωτιάν, κ᾿ ήβραζε στον αέρα, / είχε τον Ήλιο σκοτεινόν και μαύρη την ημέρα. Παρ.: «Όποιος κάθεται μαργώνει κι όποιος περπατεί μαζώνει.» | < ίσως συμφυρ. μαρ(μαρώνω) + (πα)γώνω»· αρχ. ελλ. μάργος: τρελός, μαινόμενος, άπληστος, αχόρταγος· μαργάω-ῶ: μαίνομαι, τρελαίνομαι· Μαργίτης: ψευδοομηρικό έργο, παρωδία έπους, του οποίου ο κεντρικός ήρωας είναι ένας τρελός, ηλίθιος.

μαριόλα η μαριόλης ο & μαριόλος ο: άνθρωπος έξυπνος, χαριτωμένος, αξιαγάπητος, θελκτικός· καταφερτζής | μσν. μαριόλης, μαριόλος < τουρκ. maryol ή βενέτ. mariol: απατεώνας -ης, -ος· μαριόλ(ης) -α.

μαριολιά η: γλυκό νάζι, η συμπεριφορά της μαριόλας. Ρεμπέτ.: Τα μάτια σου κι οι δυο ελιές / που να γεμάτα μαριολιές. Δημ.: Ας πω και για τα μάτια σου, τα σκιζομυγδαλάτα / που παίζουν μέσα όργανα, κι ειν᾿ μαριολές γεμάτα | < Βλ. & μαριόλα η.

μαριόλικος -η -ο: χαριτωμένος, αξιαγάπητος, ναζιάρικος. Εφτ.: Κι όσο για τη μιλιά τους (αφού μιλούν και τα μάτια), την απείκαζες από το γελαστό μα και μαριόλικο στόμα, από τα μισανοιγμένα τα χείλη, από τα χνουδερά και παχουλούτσικα μάγουλα | < βλ. μαριόλα η.

Μαριόλω η: βαφτιστικό όνομα και παρωνύμιο (Δυτ. Μακεδονία) | < Μαρία < ελνστ. Μαρία (εβρ. προέλ.)

Μαριορή η: Μαρία. Παρ.: «Ένα το ᾿χει η Μαριορή το στεγνώνει το φορεί.» Βλ. & Μαριόλω η.

μαρκούτσι το: ο σωλήνας του ναργιλέ από τον οποίο περνάει ο καπνός· κάθε μακρουλό αντικείμενο, ιδίως εξάρτημα. Παπαδ.: Έκάπνιζε ένα ναργιλέν το πρωί, είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα ήναπτε το τσιγάρον | < τουρκ. marpuç (από τα περσ.), διάλεκτ. markuç -ι.

μαρτζέλι το: κρεάτινη, μαλακή σαρκώδες προεξοχή που κρέμεται στην περιοχή του λαιμού προβάτων ή σε κατσίκες και τράγους· μοιάζει με λειρί· δε φέρουν όλα τα άτομα του είδους μαρτζέλια. Τράγος με μαρτζέλια.

μάσα η: φαΐ:, φαγητό· μεγάλο συνήθ. παράνομο κέρδος. Μάσες, ξάπλες, φούμες. Ψητοπωλείο Μάσες. Τσιφ.: -Και τι να πω, όχι; Με τόσες μάσες που ‘χει το ωραίον και πρακτικόν τούτο επάγγελμα; Παρ.: «Όπου βλέπεις μάσα κάτσε κι όπου βλέπεις ξύλο τρέχα.»

μασάλι το: λόγος, κουβέντα, παραμύθι, κασμέρι, μπέντι, προφορική διήγηση, ιστορία. Μπέντια και μασάλια | < τουρκ. masal: παραμύθι.

μάσε, μάστε, μάστα: μάζεψε, συγκέντρωσε, μαζέψτε, μάζεψετα, · μάστο: σήκω και φύγε, απομακρύνσου· μάστο από την γειτονιά. Δημ.: Αν είσαι νιος κι ας χαίρεσαι, λεβέντ’ς κι ας καμαρώνεις. / Κι αν είσαι κάνας γέροντας, χολέρα να σε μάσει. Βλ. & σαγιάς ο.

μασγάλι το: η πολεμίστρα, τουφεκίστρα σε τοίχο ή σπίτι. Περρ.: …με το να απέκλεισαν οι Σουλιώται τας πολεμήστρας του τοίχου έρριπτον σωρηδόν πέτρας χειροπληθείς επί τας κεφαλάς των… πολεμήστραι, τουρκοβαρβαρικά λέγονται τα μασγάλια. Μακρ.: Κα κυρίεψαν ο ναντίοι παντο· κι᾿ νοιξαν κα μασγάλια ες τν τοχο το περιβολιο ς τν πόρτα το σπιτιο μου.

μάσε: μάζεψε· να μάσω, να μάσεις: να μαζέψω κλπ. ΦΡ. μάστο!: σήκω και φύγε, τσακίσου, εξαφανίσου, τρέχα, μάζεψέ τα. Δημ.: Εσύ παλιογειτόνισσα, / καινούργια φιλενάδα / Μάσε -καλέ- μάσε τα περιστέρια σου… / Μάσε τα περιστέρια σου / που ερχούνται στην αυλή μου.

μασίφ: που είναι συμπαγής, που αποτελείται ολόκληρος από το ίδιο υλικό. Λόγχες απο μασίφ σίδερο σε στρογγυλό και τετράγωνο. Μασίφ επιφάνειες ξυλείας σε μεγάλη ποικιλία | < γαλλ. massif.

μασλατεύω: λέω μασλάτια, φλυαρώ, κουβεντιάζω. Σιδ.: Μη μασλατεύετε άλλο τώρα, κι εσύ Διάκο να ‘χεις το νου σου. Κι εκεί που μασλατεύουμε και μασουλάμε τους σπόρους, έρχεται η Μαρία. Βρίσκω λύκους να χορεύουν κι αλεπούδες να μασλατεύουν | < Βλ. & μασλάτι το.

μασλάτι το: μασάλι, αστείο, χωρατό, καλαμπούρι, κασμέρι, παραμύθι, ιστορία για να περνάει η ώρα, λόγος, κουβέντα. Χορτάσαμε μασλάτια και κασμέρια. Σιδ.: Άσε τα μασλάτια γι’ αργότερα. Έχετε καιρό για τα χαβάδια σας. Τα Κουζανιώτικα Μασλάτια είναι μια έκπληξη για τον αναγνώστη. Μασλάτια της Δευτέρας. Σκληρή η πέτρα, σκληρός κι αυτός απ᾿ ζάει μιτιαυτήν· / μπισαλής μι του φίλου, στιμάρ΄ του λόγου κι μιτράει τουν άλλουν μι του μάτ΄. Δέν ξέρ΄ πουλλά μασλάτια, αλλα λίγα κι μιτρημένα (Κοζάνη) | < τουρκ. masal: παραμύθι. ή τουρκ. maslahat: ζήτημα, θέμα. Βλ. & κοσσεύω.

μασιά η: η σιδερένια λαβίδα, η τσιμπίδα για τη φωτιά, για τζάκι ή ξυλόσομπα. Παπαδ.: Έλαβε την «μασά», την σιδηράν λαβίδα, από την εστίαν και την έβαλε μέσα εις την σκάφην, δια να γίνει το παιδίον σιδεροκέφαλον. Μασιές για μπούκλες. Δημιουργήστε απίθανες μπούκλες με μία μόνο κίνηση, χρησιμοποιώντας την κεραμική μασιά. Παρ.: «Η μασιά στο παραγώνι, χειμωνόκαιρος μυρίζει.», «Όταν ένας έχει μασιά, γιατί να κάψει τα δάχτυλά του.» | < τουρκ masa < αραβ. mihassa. Βλ. & ορίζω.

μασίστας ο: γεροδεμένος και πολύ δυνατός άνθρωπος. Σαμψών, ο μασίστας που έσπαγε μάρμαρα με το κεφάλι. Ο μασίστας Τζίμης Αρμάος. Γοήτευσε τη Μπάρμπαρα Στρέιζαντ και ήταν σωματοφύλακας του Φρανκ Σινάτρα. Ο πραγματικός μασίστας Κουταλιανός. Ο «Έλλην Ηρακλής» Παναγής από την Κούταλη που μασούσε τα σίδερα! | πιθ. < πρόκειται για κινηματογραφικό, μυθολογικό πρόσωπο από την ταινία «Cabiria» του Παστρόνε (1914).

μασκαράς ο: αυτός που φοράει μάσκα· μτφ. αυτός που φέρεται κάπως υποκριτικά, άτιμος, πονηρός, καπάτσος. Μασκαράδες στη Βενετία. Ντύθηκαν μασκαράδες και έκλεψαν γούνες 200.000 ευρώ. Βρε τον μασκαρά, με γέλασε!. Παρ.: «Όπου γάμος και χαρά, τρέχα Γιάννη μασκαρά.», «Ο λύκος σαν γεράσει, μασκαράς των σκυλιών γίνεται.»

μασκαραλίκι το: ανεπίτρεπτη πράξη ή συμπεριφορά που συνήθ. συνοδεύεται και από γελοιότητα (Τριαντ.)· πάθημα, χουνέρι, ρεζίλεμα. Μόλ.: Αμ, Καραγκιόζη μου, δεν του τα ‘χεις κάνει και λίγα του θείου σου. Λίγα μασκαραλίκια του ‘χεις κάνει του φουκαρά; Βλ. & μασκαράς ο.

μασκαράτα η: ομάδα, πορεία, πομπή από μασκαράδες. Στην Πάτρα άρχισαν οι χοροί και οι μασκαράτες. Παπαγ.: Πς νά μήν καταντήσει κόσμος τν γραμμάτων μασκαράτα καί κάλπικο νθρωπομάζωμα; ταν κονιτί διδάσκουν τι λλοι νθρωποι κατάκτησαν μέ βάσανα, πς νά κτιμήσουν τά βάσανα; | < παλ. ιταλ. mascarata.

μασουριάζω & μασουρίζω: κάνω μασούρι· κάνω οικονομίες, μαζεύω λεφτά. Παρ.: «Ένας υφαίνει το πανί κι άλλος το μασουρίζει.» Καζαντζάκ: Παιδιά, κι ας ήταν και να κάτεχα στον πάνω τούτον κόσμο / για ποιόν το γνέμα μασουρίζουμε και διάζουμε το νήμα, / σαν ποιός στον αργαλειό θρονιάζεται, φαίνει ξεφαίνει ξόμπλια / κι έχει στημόνι του το θάνατο και τη ζωή ᾿χει φάδι!

μασούρι το: κουλουριασμένο σκοινί, κουβάρι κλωστής, μτφ. κυλινδρικό μάτσο με λεφτά, νομίσματα ή λίρες. Έχει τα λεφτά μασούρια: είναι πλούσιος, έχει πολλά χρήματα. Υπήρχε επιβάρυνση στην αγορά της χρυσής λίρας από τους σαράφηδες, αλλά όταν έπρεπε ο γονιός να παντρέψει το κορίτσι του για να μην του μείνει στο ράφι …αγόραζε. Τα μασούρια έδιναν και έπαιρναν. Είχε μάθει τους «λιράριδες» απ’ έξω. Δημ.: Για βάλε μου τη σκούφια μου, την πεντεμασουρένια, / πόχει πουλιά πετούμενα, κ’ έχει και χελιδόνια, και να πετάξουν τα πουλιά, να πάω κ’ εγώ με κείνα.  Παρ.: «Άλλος (παίρνει) το μασούρι κι άλλος το κουμπούρι.» | < τουρκ. masura. Βλ. & ξαφρίζω.

μαστάρι το: ο μαστός, το (μεγάλο) βυζί. Τα μεγαλύτερα… μαστάρια στον κόσμο αποκαλύπτονται. Οδηγός αρμέγματος κατσίκας: Με το πανί, καθαρίζουμε την περιοχή κάτω από την κοιλιά της κατσίκας και τα μαστάρια της. Πρώτα τα μαστάρια και μετά την κοιλιά. Θέλουμε να είναι καθαρή. Σουίδα.: «Ο δε υπό γήρας μασταρύζει.» Αριστοφ.: Μιμείται δηλαδή τις κινήσεις που κάνουν τα χείλη των μικρών παιδιών γύρω από το μαστό. Ελύτ.: Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά / Που μελανιάζει στα βαθιά μ᾿ αγριεμένα κύματα / Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών. Παρ.: «Της γίδας το μαστάρι το ΄να βγάζει γάλα και τ’ άλλο φαρμάκι.» | < μαστάριον < υποκορ. του αρχ. ελλ. μαστός.

μαστάρω η: με μεγάλα μαστάρια, βυζαρού, μεγαλόστηθη· Βλ. & μαστάρι το.

μαστέλα η & μαστέλο το: πλατύς μεγάλος κουβάς ή σκάφη· χρησιμοποιείται και στη βυρσοδεψία (Κοζάνη) | < αντδ. < ιταλ. mastello < λατ. mastellus < μσν. μαστός: ποτήρι < αρχ. ελλ. μαστός ο.

μαστούρα η: η κατάσταση του μαστούρη, ντάγκλα, το αποτέλεσμα της χασισοποτείας. Σούρα και μαστούρα.

μαστούρης ο & μαστούρι το: ο ναρκομανής· που έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Βαμβ.: …έπαιζα μπουζουκάκι μες στα μαστούρια που ᾿τανε όλοι μαστουρωμένοι και δεν έβγαζε κανένας μιλιά παρά μόνο ακούγανε το όργανο, το μπουζούκι | < τουρκ. mastur -ης· μαστούρ(ης) -α.

μαστουρώνω & μαστουριάζω: γίνομαι μαστούρης. Βαμβ.: Αφού μαστουριάζαμε, ο τεκετζής έλεγε σ έναν εκεί: βίρα, Απόστολε, βάλτα στη ζούλα τους. Σ᾿ ένα μέρος οπουδήποτε για να μη φαίνονται. Και να ᾿ρθει η αστυνομία να ψάξουνε και να μη τα βρούνε. – Ο αργιλές με τσίμπησε. Και τσίμπημα θα πει ότι ο αργιλές σε μαστούριασε πολύ βαριά. Δεν μπόραγα να σηκωθώ. Έπρεπε να είμαι χάμω. Δεν στεκόμουν. Δεν μπόραγα. Δεν είχα δυνάμεις. Βλ. & μαστούρης ο.

μαστραπάς ο: μεταλλικό δοχείο νερού, κρασιού· μτφ. οποιοδήποτε τρόπαιο μπορεί να κατακτήσει κάποια ομάδα, πρωτάθλημα ή κύπελλο. Έχεις φτάσει εικοσιπέντε χρονών και δεν έχεις δει ακόμη ούτε έναν μαστραπά. Δημ.: Αντάμα ετρώγαν κι έπιναν, αντάμα εχαιρετιόνταν / ο Βέβας πίν᾿ με το γυαλί, ο Γρίβας με την κούπα / κι ο δόλιος ο Κατσίγιαννος με μαστραπά ασημένιον. Χατζ.: Καθόντανε γύρω γύρω, σε σκαμνιά που ᾿τανε κι αυτά χαμηλά και το κρασί πριν το πιούνε το ζεσταίνανε σε χαλκωμένους μαστραπάδες. Παρ.: «Σε τα λέγω κι άκουετα, μαστραπάς με τα κουφέτα.», «Το μαστραπά τον έσπασες, κρασί τι μου γυρεύεις;» Δημ.: Του στρώνω πεύκια δώδεκα / παπλώματα δεκαοχτώ / και μαστραπά με κρύο νερό / να πιεί η αγάπη π᾿ αγαπώ. Να ᾿χα νεράντζι, να ᾿ριχνα στο πέρα παραθύρι, / να τσάκιζα τον μαστραπά, πού ᾿χει το καρυοφύλλι. Παρ.: «Τον μαστραπά τον έσπασες, κρασί τι μου γυρεύεις;» | < τουρκ. masrapa.

μάστορης ο & μαστόρι το / μαστόρισσα η: μάστορας. Πάλλ.: Μάστορη δόλου και σφαγής, κοσμάκουστε Δυσσέα. Παρ.: «Αν δε σε κλάσει ο μάστορης, δε γίνεσαι τεχνίτης.», «Η τέχνη θέλει μάστορη κι η φάβα θέλει λάδι.» | < μσν. μάστορας < μαΐστορας < μαγίστορας < ελνστ. μαγίστωρ, αιτ. -ορα < λατ. magister: δάσκαλος, δάσκαλος στην τέχνη του μσν. μαστόρισσα < μάστορ(ας) -ισσα.

ματαβλέπω: ξαναβλέπω. Μακρ.: Κι᾿ ταν μ ματαϊδής, βάλε μου μίαν βούλλα ες τ μέτωπον!.» Σς λέγω ς τίμιος νθρωπος δν ματαμίλησα ατεινο το προκομμένου νθρώπου. Παρ.: «Τον στραβό στο στραβοχώρι πρωτομάστορη τον κάνουν.» Πβ. ματακάνω, ματαμιλώ, ματαπάω, ματάρχομαι κ.α.

ματαγίνομαι: ξαναγίνομαι. Παρ.: «Να ματαγενόμουν νύφη, θα ᾿ξερα να προσκυνάω (ή να καμαρώνω).

ματαράς ο: παγούρι από αλουμίνιο. Ήταν εξωτερικά τυλιγμένο με ύφασμα για να διατηρεί το νερό δροσερό. ΦΡ. Φέρε το ματαρά να πιούμε νερό.

ματαπάω: ξαναπάω. Μακρ.: Δν ματάρθε ες τ σπίτι μου. κοψα τν σκέση του κα δν τν πλησίαζα. Παρ.: «Τι ήθελες ζουρλή στην πόλη; Σα θέλετε, ματαπάω

ματαμπαίνω: ξαναμπαίνω. Παπαδιαμάντ: Δν ματαμπαίνω γ ες τ πολιτικά, ν δουλεύω τιμίως κα ν μ θεατρίζουν μ τις φημερίδες τι γοράστηκα π τος ξένους. Παρ.: «Από φούρνο αν εβγώ, μούντζες μου σαν ματαμπώ

ματακάνω & ματαφκιάνω: ξανακάνω. Μακρ.: …πρέπει ν συλλογέται τι ν κιντυνέψ να σπίτι τ ματαφκιάνομεν. Κολ.: Τί, τ δένδρα μας ν τ κόψεις κα τ κάψεις, τν γν δν θέλει τν σηκώσεις κα δια γς πο τ θρεψε, ατ δια γ μένει δική μας κα τ ματακάνει.

ματαλέω: ξαναλέω, επαναλαμβάνω. Κολ.: Τν μάλωσα, κα το επα: «Ν μ ματαειπες τέτοια λόγια ες τν Τριπολιτζά.»

ματιάζω: βλέπω με τα μάτια, βάζω στο μάτι, αβασκαίνω· κοιτάζοντας κάποιον με θαυμασμό ή φθόνο, του προξενώ (σύμφωνα με ορισμένη πρόληψη) κακό, τον βλάπτω, με την επήρεια του βλέμματός μου. Εφτ.: Μόλις έπεσε η Ελλάδα, στην πρώτη σκλαβιά της, τη Ρωμαϊκή, και σαν αϊτός από μακρινά βουνά τη μάτιασε από τον Πόντο και χύμηξε καταπάνω της ο Μιθριδάτης (87 π. Χ.). Τον μάτιασαν και σκόνταψε. Τι τα ήθελε τα πολυτελή αυτοκίνητα. Είχε δεν είχε τον μάτιασαν τον άνθρωπο. Την «μάτιασε» και της έφυγε η… φούστα! Ποιός μάτιασε την Ελληνίδα τραγουδίστρια λίγο πριν την πρεμιέρα της; Οι παλιές γυναίκες ήξεραν να ξεματιάζουν | < μσν. ματιάζω < μάτ(ι) -ιάζω < μσν. μάτιν < ομμάτιν < αρχ. ὀμμάτιον υποκορ. του ὄμμα: μάτι.

ματσόλα η: ξύλινη βαριοπούλα, δικέφαλο ξύλινο σφυρί, παρόμοιο με τον ματρακά που έχει ξύλινη ή πλαστική κεφαλή αντί για σιδερένια· χρησιμοποιείται από τους βαρελάδες και τους λευκοσιδηρουργούς. Ματσόλα με κεφαλή καουτσκούκ, λαστιχένια. Απλώστε κόλλα στις ξυλόπροκες, τοποθετήστε τις στις τρύπες και χτυπήστε τις με μια ματσόλα. Παπαδ.: Διά τινος πς κβλύζει ποβρυχίως τ νερόν, ετα ναπηδ κα ποτελε κρότον μοιον μ τν τς «ματσόλας» ξυλίνης σφύρας το καλαφάτη, – το «διανάκτου», πως λέγουν ες τν Β Ναύσταθμον. – …π τν πλευρν πισκευαζομένου πλοίου. ματσόλα σφρα ατ δν παύει, μέραν κα νύκτα, κούραστος, κοίμητος ν κούεται | < ταλ. mazzola και mazzuola: ξύλινο σφυρί < λατ. mateola.

ματέρι το: πάτερο, πλατύ και χοντρό ξύλινο δοκάρι που υποβαστάζει τη στέγη (Θεσσαλία).

ματζακλάρας ο: ο μεγαλόσωμος άνθρωπος | < πιθ. από το μαγκλαράς < μεγεθ. του μέγκλος < αρχ. μύκλος: λάγνος, οχεύων (αυτός που ζευγαρώνει με θηλυκό).

ματζίρης ο & ματζίρισσα η: τσιγκούνης, τσιφούτης, τσιμπρός. -Καλά, ρε ματζίρηδες… ενάμισι ψωροχιλιάρικο δεν είχαμε για έπαθλο ούτε στους σχολικούς χορούς μας! – Ο κόσμος καταναλώνει. Μη μας πουν και ματζίρηδες. Δώστε χαρά, δώστε λουλούδια, δώστε ένα δώρο, δώστε έναν καλό λόγο. Γενικώς: δώστε. Μην είστε ματζίρηδες, φτωχομπινεδιάρηδες και τσιφούτηδες | < τουρκ. muhacir -ης (από τα αραβ.): πρόσφυγας.

μάτια τα: στη ΦΡ. παίρνω τα μάτια μου: φεύγω μακριά, απομακρύνομια, ξενιτεύομαι, μισεύω. Παπαδ.: ρφανεύσας π τν μητέρα του, ταν το μόνον δέκα τν, δν μπόρεσε ποτ ν χωνεύσ τν δεύτερον γάμον το πατρός του, «κ᾿ πρε τ μάτια του», πως κοινς λέγουν, κ᾿ φυγεν, σως τ πλεστον, π τ μσος τς μητρυις του.

ματίζω & αμματίζω: αυξάνω το μήκος ενός αντικειμένου προσθέτοντας ένα άλλο κομμάτι, ενώνω, συγκολλώ, δένω μαζί ένα σκοινί ή μία αλυσίδα. Καββ.: Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πώς να το ματίσω; Παπαδ.: Εν τω μεταξύ είχαν αμματίσει το παλάγκο, και πάλιν νέα προσπάθεια κατεβλήθη. Αλλά δεν παρήλθον ολίγα λεπτά και το παλάγκο εκόπη εις άλλο μέρος, όχι εκεί όπου το είχαν αρτίως αμματίσει | < αρχ. ελλ. ἁμματίζω: δένω (ἅμμα: κόμπος, κορδόνι) < ἅπτω: αγγίζω, συνάπτω, τεντώνω σχοινί / ανάβω φλόγα.

ματινίτσα η: ο γάρος, το υγρό, το τυρόγαλο που έμενε από την παρασκευή του βούτυρου. Από το πρόβειο και το κατσικίσιο γάλα παίρνουμε την κρέμα που μαζεύεται στην επιφάνεια σε παχύ στρώμα και τη χτυπούν για να βγεί το βούτυρο, το οποίο πήζει σε κομμάτια και το μαζεύουν. Αυτό που μένει είναι η δάλα ή ντάλα όπως τη λένε οι Βλάχοι, ή ματινίτσα όπως τη λένε στη Δυτική Μακεδονία. Είναι κάτι σαν ξινόγαλο με κρέμα, όχι εντελώς αποβουτυρωμένο, εξαιρετικά νόστιμο και τρώγεται σκέτο ή με ψωμί.

ματογυάλια τα: τα γυαλιά για τα μάτια. Βάλε τα ματογυάλια σου.

ματοτσίνορο το: η βλεφαρίδα. Ελύτ.: Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά / Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε / Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα | < μάτ(ι) -ο- + τσίνορο, τσίνουρο.

ματούης ο & ματούσιος ο: σκυλί μονόχρωμο, που διακρίνεται από ένα σημάδι κυκλικό, σαν μάτι, διαφορετικού χρώματος | < μάτι.

μάτκα η: ξύλινο εργαλείο για το χτύπημα του γάλακτος, ώστε να γίνει το βούτυρο (Κοζάνη).

ματρακάς ο: είδος σφυριού με σιδερένια παραλληλόγραμμη χοντρή κεφαλή και ξύλινη λαβή, που χρησιμοποιείται κυρίως στις οικοδομές· μτφ. σαράβαλο, παλιό αυτοκίνητο ή μηχάνημα. που παράγει διάφορους θορύβους καθώς κινείται | < πιθ. τουρ. Matrak: ρόπαλο < αραβική matrakah.

ματσαράγκα η: απατεωνιά, απάτη, το πάθημα, πονηρό κόλπο, ζαβολιά. Τσιφ.: Να φαγούρες, να δολοφονίες, να στησίματα, να ματσαράγγες, και να το κυριότερο, αν τα παίρνουνε τα εισοδήματα οι Λατίνοι και να ρίχνουνε τα Γαλλάκια έναν παρά πίσω. – Όλα τούτα είναι ματσαράγκες για να φάνε τα λεφτά του κοσμάκη | < ιταλ. mazzaranga.

ματσόλα η: σφυρί παρόμοιο με τη βαριοπούλα και τον ματρακά που έχει ξύλινη ή πλαστική κεφαλή αντί για σιδερένια, ξυλόσφυρο. Εργαλεία χειρός. Σφυριά & Βαριοπούλες. Ματσόλες. Σφυριά Πένας. Σαμούτσα. Σφυριά Μπάλας. Βαριοπούλες. Σφυριά πέτρας. Στυλιάρια. Εργαλεία συγκόλλησης. Ματσόλες χωρίς αναπήδηση, με αντικαταστάσιμα πλαστικά άκρα, χαλύβδινο στειλιάρι. Παπαδ.: Οι κτύποι του ραιστήρος έπνιγον τον έρρυθμον τριγμόν του πρίονος, ο κρότος του σκεπάρνου εκάλυπτε τον δούπον της ξυλίνης ματσόλας, δι᾿ ης εκτύπα το στυππείον ο καλαφάτης | < λατιν. mateola.

ματσούκα η & ματσούκι το: μεγάλο και χοντρό ραβδί, μακρύ ξύλο, δεκανίκι, μτφ. ο ξυλοδαρμός. Πάλλ.: Πώς γάιδαρος νικάει παιδιά διαβαίνοντας χωράφι, / στανιάρης και πολλά του σπουν στη ράχη του ματσούκια. Παρ.: «Το ματσούκι έχει δύο άκρες.», «Βαρ᾿ της γριάς με την καλάμα, της γριάς με τη ματσούκα.» Αίν.: «Την εφτάτρυπη ματσούκα πού τη βάζεις κάθε βράδυ;» (Η σκούφια – Σίκινος) Έπεσε γερή ματσούκα: έπεσε άγριο ξύλο | < μσν. ματσούκι(ο)ν < υποκορ. του ματσούκα < παλ. ιταλ. και βενέτ. mazzoca.

ματσκιάης ο & ματσουκιάης ο: αυτός που κρατάει ματσούκι συνηθ. μεταφορικά, νεαρός, ελεύθερος άντρας, μαντράχαλος, τζιάκης. Πβ. Πάντοτε από το μπράτσο τους κρεμόταν «οζώδης ράβδος», ματσούκι, γι᾿ αυτό και τους έλεγαν ματσουκάδες ή ματσουκάρηδες. Βλ. & κομπογιαννίτης ο.

ματσούκωμα το: ξύλο με ματσούκα, ο ξυλοδαρμός.

ματσουκώνω: δέρνω με τη ματσούκα· «το ματσουκώνω»: φεύγω, δραπετεύω από κάπου γρήγορα, άρον άρον: το ματσούκωσε, να μην τον πιάσουν. Παρ.: «Δε μ᾿ αγαπάει ο άντρας μου, γιατί δε με ματσούκωσε.» Βλ. & ματσούκα η.

ματσακόνι το: σφυρί για να βγάζουν το χρώμα ή τη σκουριά από τις λαμαρίνες. Τα ματσακόνια που λειτουργούν με αέρα, είναι πολύ δυνατά σε απόδοση εργαλεία και ιδανικά για αφαίρεση σκουριάς ή χρωμάτων από μεταλλικά αντικείμενα, όπως δεξαμενές, αποθήκες, παλιά αμπάρια, κατασκευές από ατσάλι, πλοία ή φούρνους. Ν᾿ ακούσουμε ξανά τα ματσακόνια να δουλεύουν στο Πέραμα | < ιταλ. mazza

ματσίκω η: γυναίκα αδύνατη, λεπτοκαμωμένη (Άκρη Ελασσόνας).

ματσούκα η: το μακρύ και χοντρό ξύλο, μεγάλο ραβδί. Αίν.: «Τινάζω τη ματσούκα μου και κοκκινίζει ο τόπος» (η κρανιά με τα κόκκινα κράνα). Επώνυμ.: Ματσούκας | < βενετ. mazzoca < maxuca.

μαύλισμα το: το κάλεσμα, ζώου. Παπαχαρίσ.: Του κάκου τα μαυλίσματά μας. Δεν ακούγονταν η Φλώρα. Στερνά και πού, να κι ο πιστικός. Τη Φλώρα την έφερνε στον ώμο. Πάγος στην καρδιά μου. Τι να ᾿χε η γιδούλα μας; | < Βλ. & μαυλώ.

μαυλάω / μαυλώ & μαυλίζω: καλώ κοντά μου (ένα ζώο), το φωνάζω με κατάλληλα λόγια, φιλικές κινήσεις ή χειρονομίες· καλώ πονηρά, δελεάζω αποκρύπτοντας τον πραγματικό σκοπό μου. Πβ. Καζαντζ.: …μα τον μαύλισε ο Χριστός, τού ᾿πε μερικά λόγια, τού φάνηκαν πιο γλυκά κι απ᾿ το μέλι, και σιγά σιγά τον ξεστράτισε και τον έκαμε Μητροπολίτη – Θυμάται, αναμαυλάει τα πάθη της. Μέσα στην καρδιά μου το μνημονικό της ανοίγει, απλώνεται, κυριεύει τον καιρό. Σκαρ.: Τους ναύτες για τον Καπουδάν πασά αυτοί τους μαύλιζαν. Δαύτοι οι μελιστάλαχτοι και μειλίχιοι ήταν διαβολεμένοι πραματευτάδες. Κ. Καραστάθ.: Ο πατέρας μου πήρε το μπολ με τους ξηρούς καρπούς και τους τίναζε μπροστά της, μαυλίζοντάς την κατ᾿ αυτόν τον τόσο πρωτότυπο, όσο και πονηρό τρόπο! Παρ.: «Κόψε κλαρί και μαύλα τον (τον ίππον).» | < ελνστ. ρ. μαυλίζω· μαῦλις: προαγωγός, μαστροπός, πορνοβοσκός. Κατά τον Αριστοτέλη, υπήρχαν αρκετές κωμωδίες (σήμερα χαμένες) της κλασικής αρχαιότητας με τον τίτλο πορνοβοσκός (: μαστροπός, ιδιοκτήτης πορνείου). Μάλλον δηλαδή υπήρχε μεταφορική αναλογία ανάμεσα στα πρόβατα και τις πόρνες. Κι έτσι, υπήρχε και μεταφορική αναλογία ανάμεσα στο ερωτικό κάλεσμα και το κάλεσμα προς τα βοσκήματα. Βλ. & σκύβαλο το.

μαυλίστρα η: αυτή που μαυλίζει, καλεί με τρόπο ευχάριστο· γυναίκα που θεωρείται ανήθικη, πόρνη· η σφυρίχτρα. Μαυλίστρα Πασχαλιά! Η άνοιξη η μαυλίστρα! Πλανεύτρα, παθιάρικη και μαυλίστρα η Ανατολή, καλεί τον αναγνώστη σε ένα ονειρικό ταξίδι σε αναζήτηση της χαράς! Παρ.: «Μαυλίστρας γιό κάνε γαμπρό στην κόρη σου (αν θέλεις). Και να μην κάμεις νύφη σου μαυλίστρας θυγατέρα.» Βλ. & μαυλώ, ρήγας ο.

μαυρισμένος -η -ο: δύστυχος, κακομοίρης, κακότυχος, με «μαύρη» τύχη. Δε θα σε πιάσω, βρε μαυρισμένε, θα σε σπάσω στο ξύλο! Περρ.: Απήδησαν στην εκκλησιά αυτοί με τα σπαθιά τους, / κι οι σκοτεινοί τα γνώρισαν τα μαύρα τα γράφτα τους. Τρία μπουλούκια γίνηκαν εκείνοι οι μαυρισμένοι, και πήραν τ᾿ άγρια βουνά με την καρδιά καμένη.

μαυροκάνουτος -η -ο: γκριζόμαυρος, χρώματος μαύρου και γκρίζου. Ασπροκάνουτος: άσπρος με γκρί | < Βλ. κανούτο το.

μαυρομματούσα η & μαυροματού: μαυρομάτα. Δημ.: Επήγε κι ήρθε το πουλί / μαυρομματούσα και ξανθή / και τη φωλιά δεν ηύρε / μόνο τον καημό του πήρε. Πβ. μακρυμαλλούσα, ξανθομαλλούσα κ.α.

μαύρος ο: το μαύρο άλογο, άτι, φαρί. Παρ.: «Άμα ψοφήσει ο μαύρος μου, χορτάρι ας μη φυτρώσει.», «Ζήσε μαύρε μου, να φας τον Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλλι.»

μαυρομάνικο το: λέγεται για μαχαίρια με σκούρα, κεράτινη λαβή (μτφ.: «μανίκι»). Τα πλέον γερά και ανθεκτικά για λαβές κέρατα, είναι εκείνα του κριαριού και του τράγου. Από τα κριαρίσια προτιμούν τα «χρυσαφένια με νερά», ενώ τα βουβαλίσια κέρατα είναι περισσότερο στιλπνά και λαμπερά, αλλά υπόκεινται σε φθορά ταχύτερα απ’ ότι τα τραγίσια. Τα μαχαίρια με τις σκουρόχρωμες κεράτινες λαβές ονομάζονται «μαυρομάνικα». Κάθε κόκαλο ή κέρατο αρκεί για μία μόνο λαβή | < μσν. μαυρομάνικος < μαυρο- + μανίκ(ι) -ος.

μαυροτσούκαλος ο -η -ο: μαύρος σαν το τσουκάλι, σκουρόχρωμος, μελαχρινός., αράπης. Παρ.: «Ο αράπης τον αράπη μαυροτσούκαλο τον λέει.»

μαφέζα η: το κόκκινο ή μοβ χρώμα (Κοζάνη.)

μαχαλάς ο: γειτονιά, συνοικία. Μακρ.: Ες τ σπίτι το ταν μία μεγάλη κρυψιώνα κ᾿ εχανε ατενοι τ βίον τος μέσα κι᾿ λος μαχαλάς | < τουρκ. mahall(e) (από τα αραβ.) -άς. Βλ. & σκλέντζα η, σέι το, παλιακός ο.

μαχαιράς ο: τεχνίτης, μάστορας που φτιάχνει μαχαίρια.

μαχαίρας ο: αυτός που μεταχειρίζεται, χρησιμοποιεί μαχαίρια· μαχαιροβγάλτης, επικίνδυνος άνθρωπος | < μαχαίρι < μσν. μαχαίρι(ν) < αρχ. ελλ. μαχαίριον (υποκορ. της λ. μάχαιρα).

μαχμάρης ο: μαχμουρλής, αργοκίνητος, τεμπέλης. Ντιπ μαχμάρης | Βλ. & μαχμουρλής ο.

μαχμούζης ο: ύπουλος· μαχμούζι το: το πίσω νύχι του κόκορα | < πιθ. τουρκ. mahmuz: σπιρούνι.

μαχμούζι το: φτερνιστήρι, σπιρούνι, μεταλλική αιχμή ή τροχίσκος που προσαρμόζεται στις φτέρνες των υποδημάτων ενός ιππέα αναβάτη, για να κεντρίζει το άλογο. Έβλεπες… μαχμούζια ή ζιγκιά, μαγκούρες, πέταλα, σάγματα ή πανωσάμαρα.

μαχμουντιές ο: τούρκικο νόμισμα, ίσο με 20 ασημένια γρόσια.

μαχμουρλίδικος -η -ο: νυσταλέος, νυσταγμένος, με τη γλυκιά ζάλη του ύπνου. Παπαδ.: Μισοσφαλνάει τα μαχμουρλίδικα μάτια και χαίρεται ο Αγάς τον απάνω κόσμο. Βλ. & μαχμουρλής ο.

μαχμουρλίκι το: η ζάλη, η νύστα, αμέσως μετά τον ύπνο, μέχρι να ξυπνήσει κάποιος καλά· αργή και τεμπέλικη κίνηση. Παπαδ.: Μετά μίαν ώραν, ο προϊστάμενος ενίφθη, ενεδύθη, εκάπνισε τέσσαρα τσιγάρα, του επέρασε το μαχμουρλίκι, και απήλθεν εις το καφενείον διά να πίει τον δεύτερον καφέν – Όσο να ξυπνήσει ο δήμαρχος και να του περάσει το μαχμουρλίκι, ημπορεί να γίνει ό,τι γίνει, αν είναι γραφτό να γίνει | < Βλ. & μαχμουρλής ο, αφιόνι το.

μαχμουρλής ο & μαχμουρλού η: αυτός που είναι νωθρός ή γενικά βαρύθυμος συνήθ. ύστερα από πολλές ώρες ύπνου, ο διατελών εις ζάλην ύπνου | < τουρκ. mahmur: νυσταγμένος (από τα αραβ.) -λής ή τουρκ. διάλεκτ. mahmur(lu) -λής· μαχμουρλ(ής) -ού.

μαχραμάς ο: βαμβακερή μεγάλη πετσέτα, τούλι, μαντήλι, ύφασμα που σκεπάζει το πρόσωπο. Πετσέτα μπάνιου κεντημένη στις δύο στενές πλευρές της με χρυσοκλωστή και μετάξι χρώματος πράσινου και κρεμ. Σε κάθε πλευρά παριστάνονται τέσσερα ανθοδοχεία με λουλούδια και χρυσή ταινία στην παρυφή. Επώνυμ. Μαχραμάς. Παραδοσ.: Κει που πήγα και τη βρήκα, μες το γκιουλ μπαχτσέ, με μαντήλι σκεπασμένη και με μαχραμά. Αίν.: «Χίλιες μύριες Τουρκοπούλες σ᾿ ένα μαχραμά τυλ᾿μένες.» (το ρόδι – Ήπειρος).

μεγαλοκοπέλα η: άγαμη, ανύπαντρη, ελεύθερη κοπέλα σχετικά μεγάλης ηλικίας, γεροντοκόρη. Τσιφ.: Μια μεγαλοκοπέλα, όσο κι αν είναι προσηλωμένη στα θεία, σκέφτεται το γάμο. Άρχισε, λοιπόν, να ψάχνει για γαμπρό.

μεγαλοπιάνομαι: πιστεύω, φαντάζομαι ότι είμαι μεγάλος, κυνηγώ μεγάλα σπουδαία πράγματα, κοκορεύομαι, περηφανεύομαι, μτφ. πλουτίζω, πιάνομαι από κάτι μεγάλο και σημαντικό. Παπαδ.: Διότι, σοι πιασαν λίγα λεπτ ξ ατν, εχαν «μεγαλοπιασθ» ξαίφνης, κα θελαν ν πάγουν «μ τος ρχόντους.» Κοινούσης: Μεγαλοπιάστηκες / και χάθηκες από την πιάτσα, / δεν ξαναφάνηκες / από τα στέκια τα παλιά.

μεθούκας ο: αυτός που πίνει πολύ, που μεθάει συχνά | < αρχ. ελλ. μέθη.

μεθυστής ο: μεθυσμένος, οινοβαρής. Παρ.: «Από ζουρλό και μεθυστή μαθαίνεις την αλήθεια.»

μεινάμενος -η -ο: αυτός που έμεινε. Κολ.: Τον ίδιο καιρό οι μεινάμενοι Τούρκοι, ως τρεις χιλιάδες, εις την Κόρινθον έμαθαν την πτώσιν του Αναπλιού και κίνησαν να υπάγουν εις την Πάτραν | < μένω.

μεϊντάνι το: η πλατεία ή οποιοσδήποτε άλλος ανοιχτός χώρος σε χωριό ή πόλη, όπου συνήθ. μαζεύονται πολλοί άνθρωποι· μεταφορικά η έκφραση σημαίνει σε κοινή θέα. Βγάζω στο μειντάνι: φέρνω στη φόρα, στη δημοσιότητα, κοινοποιώ·...στο τέλος, έβγαλε στο μεϊντάνι το κοκόρευμά του; και είπε· «μη θαρρεί πως είμαι γέρος· βαστώ ακόμα!» | < τουρκ. meydan -ι. < (αραβ.) maydān: υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή.

μελανούρι το: όμορφο μελαχρινό κορίτσι ή αγόρι· ψάρι σχετικά καλής ποιότητας με μία μαύρη ταινία στην ουρά. Σκαρ.: Άναψε κερί να βρεις το λύχνο. Σόι βασίλειο, γενιά καρπερή, φλέβα μελανούρι. Δημοτ: Μα να μικρό, τ μελαχρινό, / -τ μελανουράκι μου- / δ θέλει ν μο δώσει / μ δ θ μο γλιτώσει | < ελνστ.(;) μελανούριον < υποκορ. του αρχ. μελάνουρος: ψάρι με μαύρη ουρά.

μελέτι το: ράτσα, φυλή, φάρα. Γκοτζ.: Είναι πονηρό μελέτι οι Μανθαίοι, διατάνοι σωστοί. Βλ. & μιλέτι το.

μελετώ: σκέφτομαι, εξετάζω, σχεδιάζω. Παρ.: «Άλλο μελετούν τα βόδια κι άλλο λέει ο ζευγολάτης.», «Καλομελέτα κι έρχεται.»

μελισσοχόρταρο το: μελισσοβότανο. Δημ.: Πάνω σε τρίκορφο βουνό / μάνα και θυγατέρα δυό / μαζεύαν τον αμάραντο και το μελισσοχόρταρο (μελισσοβότανο).

μελλούμενο το: αυτό που πρόκειται να συμβεί, να γίνει στο μέλλον. Πάλλ.: Είπε και κάθισε· του Θέστορα σηκώθη ο γιος, ο Κάλχας, / τότε μπροστά τους, που απ᾿ τους μάντηδες ο πιο τρανός λογιόταν, / και όλα τα κάτεχε, μελλούμενα και τωρινά και πρώτα | < μσν. μελλούμενος < μέλλ(ει) -ούμενος.

μέλουν: λειτουργεί σαν επίρρημα που σημαίνει περίπου «πανάθεμα», «να σε πάρει η ευχή», «κρίμα»· δηλώνει έγνοια, φροντίδα, περιποίηση. Πού γκιζιράς, μέλουν το παιδί σ᾿, θα παγώσεις! | πιθ. < αρχ. ελλ. μέλω: είμαι αντικείμενο φροντίδας, φροντίζω κάποιον, κάτι· νθρώποισι μέλω: είμαι πηγή φροντίδας· στον Όμηρο λέγεται για ανθρώπους, δηλ. είμαι πολύ γνώριμος σ᾿ αυτούς· ομοίως: ργ πσι μέλουσα.

μελώνω: περιχύνω με μέλι, βουτώ σε μέλι, γίνομαι γλυκός ή πηχτός σαν μέλι. Γιαούρτι με μελωμένα αποξηραμένα φρούτα. Μελωμένα ψητά κυδώνια και πατάτες. Μελομακάρονα με αλεύρι ζέας μελωμένα με πετιμέζι. Με το σιμιγδάλι θα ρουφήξουν αρκετό σιρόπι;Τα είχα κάνει με μαλακό αλεύρι αλλά δεν έβαλα σιμιγδάλι και δεν μέλωσαν αρκετά. Ανάλογα με το τον τόπο, η «σύβραση» μπορεί να περιέχει και σκόρδο ή ντομάτα ή να έχει σβηστεί με ξύδι ή τα κρεμμύδια να έχουν μαγειρευτεί πολλή ώρα σε πολύ χαμηλή φωτιά ώσπου να μελώσουν. Ποδοσφαιριστής με την σύντροφο του «μέλωσαν» την παραλία | < μέλ(ι) -ώνω < αρχ. ελλ. μέλι.

μεμέτι το & μεμέτης ο: ειρωνικά, υποτιμητικά ο μουσουλμάνος, ο Τούρκος. Τσιφ.: -Τι θα γίνει με τα μεμέτια; – Εσύ τα κουβάλησες. Ρεμπέτ.: Δυό μεμέτια τα καημένα, μες στο κόλπο ήταν μπλεγμένα | πιθ. < Μαχμούντ.

μενζίλι το: ταχυδρομικό απόσπασμα, επί οθωμανικής κυριαρχίας.

μεντάτι το & μιντάτι το: στρατιωτική βοήθεια, ενίσχυση, επικουρία, αλληλεγγύη. Μακρ.: Τ ντουφέκι δούλεψε τόσα μερόνυχτα. Σκοτώθηκαν π τ να τ μέρος κι᾿ π τ᾿ λλο περίτου π τρακόσοι πενήντα, λο τ᾿ νθος. Ατεινν τος ρχονταν καθεμερινς μιντάτι. Βλ. & κατακαμπίς.

μεντέρι το & μιντέρι το: χαμηλός (χτιστός) ανατολίτικος καναπές, ο σοφάς, βλ.λ. Λουντ.: Βάρην’ η κάπα μου απλυσά και τα σκουτιά μου λάσπη. / Θέλω κλινάρι σπιτικό, μιντέρι πουπουλένιο. Καζαντζ.: Ο Μητροπολίτης, στο μαλακό μεντέρι του δεσποτικού, περίμενε | < τουρκ. λ. minder: χαμηλός καναπές) -ι.

μεράδι το & μοιράδι το: μερίδιο, μερτικό, μέρος, ό,τι αναλογεί σε κάποιον. Τσιφ.: Τούμαθε όμως και κοινωνικά: «Θα κλέβεις μόνος σου. Ο καλός ο κλέφτης δε βάζει συνεταίρο, καθόσον όσο πιο λίγα τα στόματα, τόσο πιο λίγες οι κουβέντες και τα μοιράδια Κ. Καραστάθ.: …καταφέρνουμε επιτέλους να βαρέσουμε έναν και μοναδικό λαγουδάκο και να πάρουμε μεράδι μισού κιλού ο καθένας μας. Παρ.: «Του συντρόφου το μοιράδι δεν το χάνει η συντροφιά.» | < μοιράδιον < αρχ. ελλ. μοίρα.

μεράζω: μοιράζω: Μακρ.: Κα ο φίλοι της φατρίας σας κα τν λλουνν, ψεύτων συνταματικν, πιάσαν λες της θέσες κα μεράζουν ψέματα ες τος ξένους κ᾿ γκώμια μ τς φημερίδες τους στους τοκογλύφτες – καμαν πλθος ξιωματικος κα μέρασαν χιλιάδες ριστεα – κα τότε πεσε μεγαλύτερη διχόνοια ναμεταξ τν νθρώπων – Κάμαν κάτι φροντιστς πίτηδες ν μν τος μεράζουν ταχτικς τ ψωμ τους· φιναν τος νθρώπους νηστικούς.

μερακλής ο & μερακλού η: αυτός που χαρακτηρίζεται από μεράκι, έντονη δηλαδή αγάπη ή φροντίδα για κάτι. Ελληνικό ποιοτικό μέλι για μερακλήδες. Ένα κιμπάρικο ανάγνωσμα για μερακλήδες αναγνώστες. Παπαδ.: -Έ! καημένε, κυρ Βαγγέλη! … δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής … δεν σ᾿ ακούσαμε καμμιά βραδιά να μας παίξεις κι εδώ τίποτα … Είναι καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλύτερα παίζουν μονάχοι τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι παράδες. Ρεμπέτ.: Γεια σου Λόλα μερακλού, / να μου ζήσεις χασικλού. / που φουμάρεις το μαυράκι, / κι είσαι μέγκλα και μεράκι (Δημ. Μπαρούσης) | < τουρκ. meraklι -ς· μερακλ(ής) -ού· μέγκλα: λέγεται για κάτι που είναι πολύ ωραίο, σωστό, πολύ καλής ποιότητας, «εντάξει» < πιθ. από το made in England, στη μάγκικη γλώσσα ή το ποντιακό μέγκλα η: το πέος. Βλ. & τεπές ο.

μερακλωμένος -η -ο: στα μεράκια, τα κέφια, με μερακλίδικη, ευτράπελη διάθεση, πιωμένος. Ήταν μερακλωμένοι απ᾿ το πρωί | < Βλ. & μερακλής ο.

μερακλίδικος -η -ο: φτιαγμένος με μεράκι, καλόγουστος, προσεγμένος. Ο τσιαμπάς, ψηλός, ψαλιδισμένος μερακλίδικα, δοντάκια δοντάκια. Πρόσωπο, γραμμένο… Στήθια, σαν της πέρδικας. Μέση λιανή, καπούλια καταστρόγγυλα, και ουρά, ποτάμι… – Γκέσα μ᾿, μπλαράκι μ᾿…, έλεγε και ξανάλεγε.

μερεμέτι το: επισκευή, επιδιόρθωση μικρής βλάβης, μικροδουλειά, ξυλοδαρμός. Σουλτάν μερεμέτι: άγριος ξυλοδαρμός, τιμάρεμα. Έκανε διάφορα μερεμέτια | < τουρκ. meremet (από τα αραβ.) -ι. Βλ. & μερεμετίζω.

μερεμετίζω: κάνω μερεμέτια, επιδιορθώνω μικρή βλάβη, επισκευάζω, εργάζομαι σε οικοδομικές μικροδουλειές· μτφ. κανονίζω, δέρνω. Μακρ.: φο φάνισε τ᾿ ργος κα χωριά του, τότε ο κυβερνται μας βάλαν κα μερεμέτισαν τ λέτα τν κανονιν κα βάλαν τ κανόνια πάνου, ποταν καταή, κα μερεμέτισαν κα τς στέρνες το ναπλιο κι᾿ πόλυσαν τ νερ τν βρυσν μέσα κα δν φιναν ν πάρη κανένας νερ σο ν γιομίσουνε ο στέρνες. / …κα δν μς φιναν τ κανόνια τ᾿ κατάπαυτα ν μερεμετίσουμεν τ τείχη, τότε μπκαν ο Τορκοι – …στειλε τν Χρηστίδη ες τν Κωσταντινόπολη κα μερεμέτησε τ πράματα μ τ μέσο τν λλουνν. Παρ.: «Μερεμέτα και σκαπέτα.» | < μερεμέτι, βλ.λ.

μεράζω: μοιράζω, χωρίζω σε μέρη, κομμάτια, τεμαχίζω. Μακρ.: Μο επε διος Μπεζαντς τι τ εχε γινάτι, τι κενοι κάθονται ες τς Χρες κ᾿ μες σκοτωνόμαστε νύχτα κα μέρα μ᾿ βδομήντα δράμια νερό, γ τ μέραζα, κα στ στερν τος μέραζα τριάντα πέντε δράμια μοναχά.

μεριάζω: πιάνω το μέρος, μεριά, στην άκρη, παραμερίζω.: Βαλ.ίτ.: Μέριασε, βράχε να διαβώ!» – το κύμα ανδρειωμένο / λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο – μέριασε, μες στα στήθη μου, πούσαν νεκρά και κρύα, μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

μεριάτικο το: μερίδιο, μέρος που αναλογεί. Παρ.: «Το μεριάτικο μεριά δε γίνεται.»

μεροδούλι το: η δουλειά μίας μέρας, μεροκάματο, ημερομίσθιο. Μεροδούλι μεροφάι. Σκαρ.: Δούλευε μεροδούλι στην τράτα· μεροδούλι λέει; μερτικό κι αν σ᾿ αρέσει. Και νάναι σαν ψες, σαν πάσα μέρα. Καρκ.: Ο Δημητράκης με τους δυο κολίγους και με το γερο- Μαλαματένιο ρίχτηκε στη δουλειά με τα μούτρα. Δούλευε μεροδούλι στα ξένα χτήματα. Παρ.: «Όποιος πάει με μεροδούλια, είναι όλο ερημούλια.», «Μεροδούλι, μεροφάι, ποτέ του δεν πεινάει.» Παπαδ.: Διατί ν μν εναί τις ζευγηλάτης, γεωργός, μεροδουλευτής; λλοίμονον, πολ ργά! Βλ. & πόδημα το.

μεροκαματιάρης ο & μεροκαματιάρα η: αυτός που εργάζεται με το μεροκάματο, το μεροδούλι, εργάτης, δουλευτής. Πώς οι μεγιστάνες έγιναν… μεροκαματιάρηδες. Κατέστρεψαν δύο μεροκαματιάρηδες. Παρ.: «Άσπρος Γενάρης, νηστικός ο μεροκαματιάρης

μερτικό το: μερίδιο, μεράδι, μέρος που αναλογεί. Τσιφ.: Ο Τουλούζης έκανε κι άλλο λογαριασμό. Σου λέει, «άμα πάω πρώτος, θα φάω εγώ το καλό μερτικό Παπαγ.: μεθυσμένος ζητάει πό τήν φροδίτη τό μέγα μερτικό του. Παρ.: «Τούτο μοίρα μου και κείνο μερτικό μου.», «Ήρθε κι άλλος απ᾿ την Κω και γυρεύει μερτικό.», «Τον αδερφό σου αγάπα, κι όχι το μερτικό του.» | < μσν. μερτικόν, ουδ. του επιθ. μεριτικός < μερίτ(ης < μέρ(ος) -ίτης): μέτοχος -ικός· μσν. μερδικόν < μερτικόν με επίδρ. του μερίδιν (< μερίδιον). Βλ. & μεροδούλι το.

μερώνω: ημερώνω, ημερεύω, ηρεμώ. Πάλλ.: Τώρα έτσι βόηθα πρόθυμα, θεά, και φύλαγέ με, / κι εγώ σου σφάζω ενός χρόνου δαμάλι κουτελάτο, / αμέρωτο που σε ζυγό δεν το ᾿βαλαν ακόμα. Παπαδ.: Τς λλης τ βρέφος ξύπνησεν ες τς γκάλας, κ᾿ ρχισε τ κλάματα, κα δν θελε ν μερώσ, μ λα τ νανουρίσματα κα τ τραγούδια, πο το λεγεν μάννα του. Δημ.: Βγήκαν οι νύφες στο χορό, κοράσι και τραγούδια / και συ Δέσπω μ᾿ δε φαίνεσαι να βγεις να σεργιανίσεις. / Σε κλαίει Δέσπω μ᾿ το παιδί, σε κλαίει και δε μερώνει Μέρα μέρωσε, τώρα η αυγή χαράζει / τώρα τα πουλιά τώρα τα χελιδόνια, τώρα οι πέρδικες τώρα οι περδικοπούλες / τώρα τραγουδούν, τώρα λαλούν και λένε. Καζαντζ.: …ένας μερωμένος κότσυφας πήδηξε στο άφρόχειλο του πηγαδιού κι άρχισε να σφυρίζει το τροπάρι που του ᾿χαν μάθει οι καλόγεροι. Πβ. Εφτ.: Έπρεπε να σμίξουνε δυο τέτοια αμέρωτα στοιχεία για να σταματήσουν την ορμή της «κοινής γνώμης», κι άλλο δεν είταν παρά κοινή γνώμη το ιπποδρόμιο της Πόλης τους καιρούς εκείνους. Παπαδιαμάτ.: λλ γυν σκύλιαζε κα δαιμονίζετο, ταν τν κουεν νανεοντα τν πόσχεσιν ταύτην, κα πτει ν κηρύξ φανερ σύζυγός της ες τν Λάμπρον τι δν θ το διδε ψφον. Τν θυσίαν ταύτην δυσκολεύετο ν κάμ Σπληνογιάννης, κα π βδομάδων δη τ νδρόγυνον «δν τρωε μερωμένο ψωμί» | < μσν. μερώνω < ημερώνω. Βλ. & θανατώνω.

μεσάλι & μισάλι το: το τραπεζομάντηλο, πανί με το οποίο σκέπαζαν το πινακωτό για τα ψωμιά, μεγάλο κομμάτι ύφασμα που χρησιμοποιείται στην κουζίνα. Μεγεθύντ. η μισάλα. Καρκ.: Μέσα στο χαμηλόν οντά, απάνω από τις μάλλινες απλάδες έστρωσαν το μεσάλι και κάθισαν γύρω οι καλεσμένοι. Λουκόπ.: Εις το μέσον του δωματίου, ή παρά την εστίαν εν καιρώ χειμώνος, στρώνεται τραπεζομάντηλον μήκους τουλάχιστον τριών μέτρων και πλάτους δύο ή και ολιγώτερον. Το τοιούτον τραπεζομάντηλον λέγεται μεσάλι. Επ᾿ αυτού κατατίθενται τα περιέχοντα το φαγητόν πινάκαι και σκορπίζονται τεμάχια άρτου και χουλιάρια και πηρούνια. Έπειτα οκλαδόν καθήμενοι οι δαιτυμόνες περί το μεσάλι τούτο δειπνίζουσι. Αίν.: «Όλον τον κόσμο τον χωρούν και του μεσαλιού τα κρόσσια δεν τα χωρούν.» (Τα μάτια – Σάμος) Παρ.: «Ας έχει ο τράπεζος φαΐ, κι ας λείψει το μισάλι» | < μεσν. μεσάλλιον < mensalioum < mensa: τραπέζι.

μεσάντρα η: είδος στενόμακρης εντοιχισμένης ντουλάπας, συνηθ. ανάμεσα σε δύο δωμάτια (οντάδες), με ξύλινα φύλλα. Αλλού λέγεται μουσάντρα η. Στο πίσω µέρος της πόρτας, καθώς τις άνοιγες, υπήρχαν εντοιχισµένες ντουλάπες. Άλλοι τις ελέγαν γιούκια και άλλοι μεσάντρες. Εκεί έβαζαν τα ρούχα και διάφορα στρώµατα, παπλώµατα, κουβέρτες, µαξιλάρια κ.ά. Παπακ.: Πολλά κλειδιά, κλειδιά για τα δωμάτια, για το κατώι -αυτό ήταν που φυλαγότανε καλά- για τις μεσάντρες, για τα μπαούλα, για τα πάντα.

μεσιάζω: φτάνω κάτι μέχρι τη μέση. Λ.χ. Μέσιασα το βιβλίο, το βαρέλι κλπ. Παπαδ.: Μετά δύο δε ή τρεις αμοιβαίας φιλοφρονήσεις, η φλάσκα εμέσασεν. Βλ. & σιουγκάρι το.

μεσιακός -ιά -ό & μισιακός -η -ο: μοιρασμένο στη μέση, που ανήκει τουλάχιστον σε δύο, συνεταιρικός. Γκοτζ.: Τέτοια εποχή φιλοξενούσαμε, περαστική απ’ το ξεκαλοκαιριό, τη φαμιλιά του μπάρμπα μου του Θύμιου, που εξόν απ’ το συγγενικό δεσμό φύλαγε και τα πρόβατά μας, μεσιακά. Παπαδ.: Ατν τ χωράφια κα τ διόκτητα, κα σα ς κολλγαι παιρναν ς μισακά, ποτ δν καρποσαν. Παπακ.: Εκεί ο θείος μου είχε χωράφια, που τα έδινε μισιακά σ᾿ εκείνους που τα καλλιεργούσαν και μοιραζόντανε τον καρπό στ᾿ αλώνια. Παρ. «Μεσιακό γομάρι, το τρώει ο λύκος.»

μεσιανός -η -ο: μεσαίος. Εφτ.: Είδαμε και τα καταμεσιανά εκείνα στολίσματα, που μαζί τους ήταν και τα τέσσερα μαλαματωμένα άλογα που τ᾿ άρπαξαν οι Λατίνοι όταν πρωτοπήραν την Πόλη, κι από τότες στολίζουν τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας. Καββ.: τανε τότε πο σπασε τ μεσιαν κατάρτι. / Τ ψέματα το βουτηχτ, το ναύτη, το λωλο. Βλ. & φούρκα η.

μεσινέζα η: σκληρό πλαστικό νήμα που προσαρμόζεται σε κεφαλές χορτοκοπτικών ή άλλων μηχανημάτων· χοντρή πετονιά. Ομοαξονική μεσινέζα επαγγελματική. Η πρώτη διπλή μεσινέζα με υψηλή αντοχή ειδική για όλα τα θαμνοκοπτικά. Μεσινέζα (κλωστή, πετονιά) αλουμινίου, στρογγυλή ή τετράγωνη για χορτοκοπτικά (θαμνοκοπτικά) μηχανήματα σε διάφορα μήκη και πάχη. Καββ.: Ακόμα δε φανήκανε κοράκια και παράλια. / Αρμάτωσα μια καθετή με μεσηνέζα σάπια.

μεσίτρα η: γυναίκα μεσίτης· αυτή που μεσιτεύει και ιδίως ενεργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ δύο προσώπων ή ομάδων με στόχο τη σύναψη ορισμένης συμφωνίας· προξενήτρα. Παρ.: «Χωρίς μεσίτρα, κακιά γυναίκα δε γίνεται.» | < ελνστ. μεσίτης: μεσολαβητής.

μεσοδρομίς: επιρρ. στη μέση του δρόμου. Παρ.: «Σ’ άλογο ξένο αν ανεβείς, μεσοδρομίς πεζεύεις.»

μεσοχείμωνο το: η μέση, η καρδιά του χειμώνα. Παρ.: «Η γριά το μεσοχείμωνο ξυλάγγουρο γυρεύει.»

μεσοχώρι το: η μέση, το κέντρο, η κεντρική πλατεία ενός χωριού. Καρκ.: Kάτω στο λασπωμένο μεσοχώρι μισόγυμνα, ξυπόλητα και ξεσκούφωτα εκυλιόνταν κι έπαιζαν τα παιδιά, ανάκατα με τις κότες και τους χοίρους και τ᾿ άλλα χτήνη του χωριού. Βλ. & συγγενολόι το.

μεσοφούστανο το: το μεσοφόρι, γυναικείο ρούχο, συνήθ. όμοιο με φούστα, που το φορούν κάτω από το φόρεμα ή τη φούστα. Παπαδ.: Mόλις εξήλθον της πολίχνης, και η κόρη έβγαλε την πόλκαν της, ειπούσα ότι αισθάνεται ζέστην, κ᾿ έμεινεν μόνον με το μεσοφούστανον, με το ολοβρόχινον υποκάμισον και με την λευκήν βαμβακερήν φανέλαν. Τσιφ.: Η Βουλή έχασε έτσι τη δύναμή της και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Όλα τα κανονίζανε τα μεσοφούστανα των κυριών των εμπόρων και η διάθεση του βασιλιά.

μεστώνω: αναπτύσσομαι, διαμορφώνομαι πλήρως, δημιουργώ καρπό, ωριμάζω. Κι ήρθαν οι ώρες που μιλούν πώς πήγε η μέρα, αν τα χωράφια απόδωσαν κι αν τα σταφύλια σαν την αυγή κοκκίνισαν κι αν οι καρποί μας μεστώσαν. Παρ.: «Απρίλης, Μάης, κουκιά μεστωμένα.» | < αρχ. ελλ. μεστ(ῶ): είμαι γεμάτος –ώνω.

μετάβραση ή ματάβραση: η επαναπόσταξη, η δεύτερη απόσταξη.

μετάβρασμα το / ματάβρασμα το / μεταβρασμένο το: το διπλοαποσταγμένο τσίπουρο, είναι δυνατότερο σε βαθμούς και πιο καθαρό. Δημ.: Να φαν τα λάφια μάλαθρο, / κι οι μούλες το τριφύλλι / κι ο νιός να πιή παλιό κρασί, ρακί ματαβρασμένο.

μεταλλίκι το: νόμισμα μικρής αξίας, υποδιαίρεση της παλιάς τουρκικής λίρας. Δε θυμούμαι να μού ‘δωκε ποτέ ο πατέρας μου κανένα μεταλλίκι ν’ αγοράσω σαν παιδί καραμέλα ή κουλούρι. Δεν έχω γρόσια, δεν έχω βιος, δεν έχω μεταλλίκια. Βλ. & μετζίτι το.

μετανιωμός ο: το να μετανιώνει κάποιος, ν᾿ αλλάζει γνώμη εκ των υστέρων, μετά. Παρ.: «Οι υστερνοί μετανιωμοί πενήντα πάνε στο σολδί.»

μετερίζι το: προφυλαγμένη θέση μάχης, ιδίως ατομική. Δημ.: Τν ταϊφ μου σύναξε, μάσε τ παλληκάρια, / δσ᾿ τους μπαρούτη περισσ κα βόλια μ τς χοφτες, / γλήγορα γι ν πιάσουμε κάτω στν λαμάνα, / ποναι ταμπούρια δυνατ κι μορφα μετερίζια. Καρκ.: Τν Βλέπω μ μάτια γουρλωμένα ν κυτάζ τ στοιχειό. Στ δεξ χέρι κρατοσε να μαυρομάνικο λάζο κ᾿ στεκε πίσω στ πριμι κατάρτι, σν ν βανε μετερίζι. Καζαντζ.: Πιάνεται από τα ζεστά κορμιά, άλλο μετερίζι δεν έχει. Φωνάζει βοήθεια· κηρύχνει σε όλο το Σύμπαντο επιστράτεψη | < τουρκ. meteris (από τα περσ.).

μετζίτι το: νομισματική υποδιαίρεση της παλιάς τουρκικής λίρας. Μαλ.: Οι κάτοικοι βαθμηδόν εξωκειούντο εις τα της νέας ελευθέρας διοικήσεως, το νέον νομισματικόν σύστημα (δραχμή, λεπτά, αντί του τουρκικού λίρα, μετζίτι, τσιρέκι, γρόσι, μεταλλίκι) και ει τι άλλον νέον | < τουρκ. mecit (από τα αραβ.) -ι.

μετρημός ο: η μέτρηση, υπολογισμός. Παπαδ.: Και η Σκεύω, ήτις ήτο και αυτή μακρινή συγγενής της θεια-Γερακίνας -διότι οι γενιές της δεν είχαν μετρημό, τόσον πολλαί ήσαν -αφού παρηγόρησε την Γαρουφαλιάν, την ανήσυχον διά την τύχην του ανδρός της, του τεθέντος απροσδοκήτως υπό κάθαρσιν, διέτρεξε το μήκος της πολίχνης.

μετός ο & το μετό: ο εμετός | < αρχ. ελλ. ἔμετος.

μετόχι το: έκταση γης, συνήθ. εφοδιασμένη με διάφορες εγκαταστάσεις, που ανήκει σε μοναστήρι και βρίσκεται έξω από την περιοχή του. Δημ.: …κλαίνε κ᾿ οι κρυοβρυσούλες πόπινα νερό, / κλαίνε και τα μετόχια πόπαιρνα ψωμί, / κλαίνε τα μοναστήρια πόπινα κρασί | < μσν. μετόχι(ο)ν υποκορ. του αρχ. ελλ. μετοχή.

μηνάω & μηνώ: στέλνω μήνυμα, σημάδι, παραγγέλνω, πληροφορώ, κάνω μήνυση. Πάλλ.: …και τώρα γέλασμα κακό βουλήθηκε στο νου του, / και στ᾿ Άργος πίσω μού μηνάει να σύρω ντροπιασμένος / κι ας έχασα τόσο λαό. Δημ.: Απρίλη, Απρίλ᾿ απ᾿ έρχεσαι, Μάη καταδροσάτε / σε μήνυσαν τα πρόβατα ν᾿ αυξάνεις τα χορτάρια / σε μήνυσαν και τ᾿ άλογα ν᾿ αυξάνεις τα λειβάδια. Βηλ.: Φωνές μεγάλες έβγαλε και βιαστικός κινάει, / τη συφορά που γίνηκε στους Ποντικούς μηνάει. Δημ.: Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι: / Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα, / αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι. Παρ.: «Άη Μηνάς εμήνυσε πούλια μην ξημερώσει.» Ελύτ.: Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιο σίγουρη στιγμή της πλώρης / που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες των απλών καλών ανθρώπων | < μσν. μηνώ < αρχ. ελλ. μην(ύω).

Μήτραινα η: Δημήτραινα, Μήτραινα, Μήτσαινα, Μίμαινα, Μίμινα, γυναίκα, σύζυγος του Μήτρου – Δημητρίου.

μισοφόρι το: μεσοφόρι. Ελύτ.: Μωρέ του λέω που ᾿ν᾿ το μεσοφόρι σου / έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ᾿ αγόρι σου; Στίχ.: Αχ βρε παλιομισοφόρια / τι τραβάν για σας τ᾿ αγόρια. Γκάτσ.: Kαίνε τα νυχτικά τους και φορούν το μισοφόρι της πάπιας / Στρώνουν αστέρια καταγής για να πατήσουν οι βασιλιάδες. Βλ. & μεσοφούστανο το.

μηλαδέλφι το & μηλαδελφός ο: αδερφός από την ίδια μάνα ή τον ίδιο πατέρα, ετεροθαλής | < μσν. αληλλάδελφος (< άλληλ(οι) + αδελφός) > μηλάδελφος > μηλάδερφ(ος).

μήνα: μήπως, μήτε, ούτε· εισάγει ευθείες ερωτήσεις (συχνά σειρά άστοχων ερωτημάτων) στις οποίες η απάντηση είναι συνήθ. αρνητική. Δημ.: Μήνα ίσκιος σε πατάει – μήνα φάντασμα; / ούτε ίσκιος με πατάει μήτε φάντασμα. / Με πατούσε ο Γιαννάκης το Χατζόπουλο. Μήνα κι η καψονύφη δε σας άρεσε; / -Η νύφη μας αυτή είναι, δεν αλλάζεται | < μσν. μήνα < φρ. μη να ή μην με προσθήκη -α κατά το τάχα. Βλ. & αχός ο, κουρνιαχτός ο, φλάμπουρο το.

Μήναιο το: εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες του μήνα | < μσν. μήνας < αρχ. μήν, αιτ. μῆνα.

μηναρές ο: ποινή φυλάκισης ενός μήνα στον στρατό. Παπαδ.: Το πειθαρχείον, οι οχτάρες, οι δεκαπεντάρες, οι μηναρέδες. – Οι μηναρέδες!.. όχι να μην είναι χοτζάδες! είπεν ο οικοδεσπότης. – Οι μηναρέδες, ναι.. σας φαίνεται παράξενο, κυρ Ζαχαρία; – Θείε, είπε γελών ο τριτεξάδελφος, μηναρέ εις τον στρατόν ονομάζουν την μηνιαίαν φυλάκισιν.

μηνίγγι το & μηλίγγι το: τμήμα του ανθρώπινου προσώπου που βρίσκεται ανάμεσα στο μάτι και στο άνω τμήμα του αυτιού· κρόταφος. Ο πονοκέφαλος είναι το πιο γενικό και αόριστο σύμπτωμα που υπάρχει, καθώς μπορεί να οφείλεται σε δεκάδες διαφορετικές παθήσεις ή λοιμώξεις. Το ίδιο ισχύει και για τον πόνο στα μηνίγγια, όταν δηλαδή η ενόχληση εστιάζεται είτε στη δεξιά είτε στην αριστερή είτε και στις δύο πλευρές του κεφαλιού, στο ύψος των ματιών. Καθώς οι γιατροί μαθαίνουν περισσότερα για τις κεφαλαλγίες -»για τα μηνίγγια μας που κτυπούν»- ανακαλύπτουν πολύ αποτελεσματικούς τρόπους να αποφεύγουν τους πόνους πριν αυτοί αρχίσουν. Αλεξ.: Έχουμε στο μηνίγγι μια ραγισματιά / Κάνουμε να μετρήσουμε τ᾿ αστέρια / και πέφτουν στα λιθόστρωτα σαν ανάποδες πινέζες | < ελνστ. μηνίγγιον (υποκορ. του αρχ. μῆνιγξ: μήνιγγα)· μσν. μηλίγγι < μηνίγγι.

Μήτρος ο: Δημήτρης, Μήτσος. Δημ.: Ανέβα, Μήτρο μ᾿, σε βουνό και στήσε καραούλι, πάρε το μάτι του αητού και τ᾿ αλαφιού τα πόδια.

μηχανή η: μτφ. μέθοδος, τρόπος κατάλληλος, κόλπο· έστησαν μηχανή που γεννούσε λεφτά. Βαμβ.: Πρέπει να ξέρεις μηχανή να κόψεις μαύρα μάτια / Γιατί σαν σε κοιτάζουνε σε κάνουνε κομμάτια / Να `σαι κουρνάζος κι έξυπνος και όλο με ζοριλίκι / Για μαύρα μάτια ζόρικα να `χεις το νταηλίκι.

μιαουρίζω: νιαουρίζω.

μικράτα τα: τα χρόνια που είναι κάποιος μικρός, παιδικά χρόνια. Γκοτζ.: Εδώ είχε ο Κωσταντής που λέμε γνωριμίες απ᾿ τα μικράτα, αφόντας ήρθε αποκοντά σε μαραγκούς να ξεσκολίσει. Βλ. & παρακόρη η.

μιλέτι το & μελέτι: μιλέτ, τρόπος πολιτικής οργάνωσης των υπηκόοων της οθωμανικής αυτοκρατορίας για όσους δεν ήταν μουσουλμάνοι, με βάση την εθνική, φυλετική ή εθνική καταγωγή. Μιλέτ των Ρωμιών (millet-y Rum) ορθόδοξο μιλέτ, αρμένικο μιλέτ, εβραϊκό μιλέτ. Περρ.: …μα ισ᾿ Αλλάχ (είθε θεέ μου) εβόησαν οι περί αυτόν άπαντες, σήμερον δε χρειάζεται ντουφέκι, αλλά με τα σπαθία εις τα χέρια ωρμήσατε δια να μη μείνει σπόρος από τούτο το μελέτι (έθνος) ανυπότακτον. Επικεφαλής των ορθόδοξων κοινοτήτων στην οθωμανική επικράτεια ήταν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Αυτός θα αποτελούσε την κεφαλή του Ρουμ Μιλετί, του Ορθόδοξου Έθνους | < τουρκ. millet.

μιλιάζω: συνταιριάζω, συνυπάρχω, συνεργάζομαι, συζώ χωρίς προβλήματα, «τα βρίσκω» με κάποιον. Σιδ.: …έβρισκαν γρήγορα λύση στ’ αμπόδια της φύσης και γλήγορα μίλιαζαν μεταξύ τους. (Γέρμας Καστοριάς).

μιλιούνι το: το εκατομμύριο, πολύ μεγάλη και συνήθ. απροσδιόριστη ποσότητα ή πλήθος. Ρήγας: Απέχει δε από τον Ήλιο τριανταπέντε μιλιούνια μίλια.Το κατοικούμενο μέρος της είναι δεκαεπτά μιλιούνια μίλια τετραγωνικά. Μακρ.: Μιλλιούνια βρισς μένα, γύρευαν ν ριχτονε π τος τοίχους ν μπονε μέσα ν μς πάρουν | < ιταλ. million(e) -ι.

μιλιτσιάγκος ο: το πουλί μελισσοφάγος.

(ο)μίλημα το: άρθρωση λέξεων με κανονική φωνή· συμβουλή, νουθεσία, ορμήνεια | < αρχ. ελλ. ὁμίλημα, -ατος, τό (ὁμιλέω): σχέση, συναναστροφή.

Μίλτης ο: Μίλτος, Μιλτιάδης. Μίλταινα: η γυναίκα, σύζυγος του Μιλτιάδη.

Μίμαινα η & Μίμινα η: Δημήτραινα, Μήτραινα, Μήτσαινα, Τάκαινα, γυναίκα, σύζυγος του Μίμη – Δημητρίου.

Μίμης ο: Δημήτρης, Μήτρος, Τάκης, Τάκας, Τακαρής, Μήτσιος.

μινέτο το: η στοματική σεξουαλική ικανοποίηση, τσιμπούκι, αιδοιολειχία (Κοζάνη).

μιντέρι το: χαμηλό ντιβάνι, καναπές (χτιστός) | < τουρκ. minder. Συνων. κουλτούκι το.

μυξοκλαίω: κλαίω, ενώ τρέχουν οι μύξες μου. Καρκ.: -Συντροφιές, ε; Δεν μπορείς, βλέπεις, να ᾿ρθης μοναχή σου! -Έλεγε και ξανάλεγε η γριά. Μοναχή μου, βέβαια! είπε μιξοκλαίουσα η Ελένη | < αρχ. ελλ. μύξα.

μίρλα η: επίμονη, συνεχής φλυαρία, ακατάπαυστη κουβέντα, συζήτηση, γκρίνια, πολυλογία, πάρλα, το «μπίρι μπίρι.» Τρεις ώρες μίρλα. Αντί για όρεξη και δουλειά υπάρχει μόνο μίρλα. Έχουν βαρεθεί την καθημερινή μίρλα από τους δημοσιογράφους. Δεν την μπορώ με τίποτα την μίρλα. Με αποσυντονίζει, μου χαλάει κάθε καλή διάθεση, με αγχώνει, με θλίβει.

μισακός -η -ο: μοιρασμένος στη μέση, συνεταιρικός. Παπαδ.: λλοι μως ερίσκουν, τρόπον τινά, τ μέσον ν τ χουν καλ μ τν κολλήγα, κ ν τ ρνάκια τ μισακά, κατ κανόνα, ετς τ τρώγει, ν κα τ δικά τους τίποτε δν παθαίνουν, ατο κα πάλιν, νά χουμε καλ ψυχή, τ καταφέρνουν μι χαρά! Καρκ.: Τι; Μισακό τον έχουμε τον τόπο! Συχνόλεγε με θυμό. Της το είπα χίλιες φορές, όποιος θέλει θρεφτάρια ν᾿ αγοράσει και κουμάσι δεν το ᾿χω σκοπό να αναθρέψω εγώ τα μπαστάρδικα.

μισάλα η: μαντίλα για το κεφάλι, υφασμάτινη ποδιά. Ου μπακάλτς (μι τ’ μακρά τ’ μισάλα ζουσμέν΄), άμα ιέρχουνταν ου πιλάτς να ψουνίσ΄, στέκουνταν ουρθός κι καρτιρούσιν παραγγιλιά: να κατιβάσ΄ τίπουτα απ’ τα ράφια ή να ζ΄γιάσ΄ (Κοζάνη). Βλ. & το μεσάλι.

μισερός ο: άνθρωπος, με σωματικές ή πνευματικές ατέλειες, ταλαίπωρος, κακορίζικος. Πάλλ.: Άλλο πιο μισερό κορμί δεν ήρθε πέρα απ᾿ τ᾿ Άργος. / Ήταν αλλήθωρος, κουτσός απ᾿ τόνα πόδι, μ᾿ ώμους / γυρτούς που μέσα πέφτανε στα στήθια | < μισ(ός) -ερός.

μισερώνω: δέρνω άσχημα, ξυλοκοπώ, αφήνω κάποιον, ανάπηρο, σάκατη απ᾿ το ξύλο. Βαμβ.: Εκείνο το βράδυ που μου ᾿πανε, την άλλη μέρα να ᾿ρθεις, τον πήρανε, τον μισερώσανε απ᾿ το ξύλο. Γκεσταπό. Πβ. Παπαδ.: πατοσε τ σκα, μ χέρια κα μ ποδάρια, ς πο ν τ βγάλ ρακί, μς στ τσουβάλια, κ᾿ γύριζε κ᾿ κοίταζε πίσω της, μ τν βλεπα· 108 κάδες τ φόρτωμα, δυόμισι ρες δρόμο· μο γονάτισε, μο μισέρεψε τ ζό· πολ ταμαχιάρα [: άπληστη, φιλάργυρη], Θες σχωρέσ᾿ τηνε! | < πιθ. μισός ή λατίν. miser: δυστυχής, ταλαίπωρος.

μισεμός ο: η ξενιτειά, το ταξίδι. Παπαδ.: να μνα περίπου μετ τν μισεμόν του κ τς πατρίδος, εχε διαπεράσει τν Μαύρην Θάλασσαν, ετα νέπλευσε τν Ποταμν κ᾿ φθασε στ Βουκουρέστι | < Βλ. & μισεύω.

μισεύω: φεύγω για ταξίδι, για άλλη χώρα, ξενιτεύομαι. Παπαδ.: Χατζησταμάτης μίσεψε, κι έρας πρύμος φύσα στ πανιά, κα μετ πέντε μέρας φθασε στν Πόλιν. Δημ.: Μάννα πολλ μαλώνεις με κι γ μισέψει θέλω, / ν φύγω, ν ξενιτευτ, στ ξένα ν γυρίζω / ν κάμεις χρόνους ν μ δες, χρόνους ν μ νταμώσεις.μίσεψες κα μ᾿ φησες σν παραπονεμένο, / Σν κκλησι λειτούργητη σ τόπο κουρσεμένο. Παρ.: «Όλα τα πουλιά μισεύουν κι οι σπουργίτες πάντα μένουν.» | < μσν. μισεύω: διαλύω συνεδρίαση, ξαποστέλνω, φεύγω < μίσ(α): απόλυση < υστ. λατ. missa: απόλυση της λειτουργίας -εύω.

Μισίρι το: η Αίγυπτος. Παπαδ.: Γύφτικη, π τν Αγυπτο. Κα μήπως Αγυπτος, τ Μισίρι πο λένε, δν εναι βασίλειο, καθς τ λλα; | < αραβ. Misir: Αίγυπτος -ι.

μισκίνης ο: αναξιοπρεπής, ανυπόληπτος | < miskin: o άθλιος.

μισοπετούμενος -η -ο: πουλάκι, νεοσσός που δεν μπορεί ακόμα να πετάξει καλά· το νεογέννητο λέγεται τσίτσαρο: γυμνό, χωρίς χνούδι και φτερά.

μισόσαλος ο: μισότρελος, ούτε εντελώς σαλός ούτε και λογικός, αλαφρύς, λαφροκάνταρος. Ο Κ. είναι μισόσαλος, μην τον παίρνεις και πολύ σοβαρά. Βλ. & σαλός ο.

μισότριβος -η -ο: τριμμένος, φθαρμένος, παλιός από τη χρήση· μτφ. άνθρωπος κάπως προχωρημένης ηλικίας. Σκαρ.: Και τ’ αμάξι τράβαε· τράβαε πάνω, κατά τους πάνω μαχαλάδες, κατά κεις που γίνονταν το μάλλι-βράσι με τις μισότριβες και τις πρωτάρες. Καρκ.: …όχι τόσο για να προφυλάξει τη μισότριβη βράκα του, όσο για να δειχεί πως είναι του χωριού ο μοναδικός μπακάλης. Παπαδ.: λλ᾿ περ ο λόγος ξυλουργός, ψάλλων νόθα μέλη ες κκλησίαν κα προστατευόμενος το πιτρόπου, το κοιτάζοντος «τς μισότριβες», πίστευεν ς τόσον τέλειον τν αυτόν του.

μισούρα η: παλιό, παραδοσιακό πήλινο πιάτο | < πιθ. ιταλ. misura: η μέτρηση.

μιστός ο: μισθός. Αισχύλ.: Τέτοιο έλαβες μιστό γι᾿ αγάπη των ανθρώπων· / γιατί, θεός εσύ, δεν σκιάχτηκες των άλλων / την οργή των θεών και πήγες να προσφέρεις / στους ανθρώπους χαρίσματα πέρ᾿ από το δίκιο (Γρυπάρης).

μιτάρι το: εξάρτημα του παραδοσιακού αργαλειού μέσα στο οποίο τοποθετείται το νήμα· με το μιτάρι ανοίγουν το στημόνι για να περάσει η σαΐτα με το υφάδι | < ελνστ. μιτάριον υποκορ. του αρχ. ελλ. μίτος: κλωστή, νήμα.

μιτζμένος -η -ο: μεθυσμένος· Πβ. μέτσα, μέτσις μέτσι: μέθυσα, μέθυσες, μέθυσε κλπ.

«Μι τσειρά ξιούντι τα γουμάρια»: με τη σειρά ξύνονται τα γαϊδούρια.

«μικροί τρανοί στα καφενεία»: η φράση λέγεται πειραχτικά μεταξύ χαρτοπαικτών. Yπονοείται ότι ο αντίπαλος είναι «μικρός», δηλαδή άπειρος, ατζαμής.

μιλέζικος -η -ο: προερχόμενος από διασταύρωση δύο διαφορετικών ειδών (π.χ. καρδερίνα με καναρίνι)· νόθος, μιγάς, μπάσταρδος. Μιλέζικα περιστέρια.

«μιλάει πολιτικά»: η φράση λέγεται για κάποιον που χρησιμοποιεί διακριτή γλωσσική διάλεκτο και προφορά «της πόλης», σε αντιδιαστολή με τα «χωριάτικα.»

μηλομάγουλο το: το μήλο της παρειάς, το τμήμα της παρειάς που εξέχει και είναι περισσότερο κυρτό, αλλιώς ζυγωματικό. Καρκ.: Mάτια και στόμα και μύτη, χείλη και μουστάκια και φρύδια, από το πηγούνι έως το μέτωπο και από μηλομάγουλο σε μηλομάγουλο εχώνευαν όλα μέσα στη μελαχροινάδα του προσώπου και τις ψαρές αγριότριχες των γενειών. Πβ. Παλαμ.: Θέλει μήλο μάγουλο, θέλει χειλάκι ρόδι.

μικροκάμωτος -η -ο: μικροκαμωμένος. Εφτ.: Τα στιβάνια της όχι της ώρας, κι ίσως στραβοπατημένα λιγάκι. Μα κι αυτά μικροκάμωτα.

μνέσκω & μνήσκω: μένω. Σκαρ.: …όλα αυτά θα έμνεσκαν μάταια. Εφτ.: Με τι τρόπο βρήκε τους αμέτρητους θησαυρούς του ο πατέρας του ο Ιούλιος είναι κοινό παραμύθι. Τους ξέχωσε, λέγουν, από πηγάδι ενός σπιτιού του, και πρέπει να είταν οι αρπαγμένοι οι θησαυροί του Αριστίωνα, κ᾿ έμνησκαν όλα εκείνα τα χρόνια θαμμένοι. – Ή βάζεις το παιδί σ᾿ έν᾿ άπ᾿ αυτά τα όρφανοτροφεία, με μια και καλή πλερωμη έκατό διακόσες λίρες, και σου μνήσκουν τ᾿ άλλα για τον κόπο σου. Βηλ.: Δε μένεις ατιμώρητος· απαίδευτος δε μνήσκεις. Ψυχ.: Αλλάζουν οι τύποι, κάποτες κι οι λέξες, μα οι γλώσσες μνήσκουν πάντοτες οι ίδιες. Βλ. & ρουμάνι το.

μνημόρι το: μνημούρι, μνήμα, ο τάφος. Πληθ. τα μνημόρια: ο χώρος του νεκροταφείου. Δημ.: Μνημούρι να μου φτιάσετε, να ᾿ναι πολύ μεγάλο / να στέκω ορθός να πολεμώ και δίπλα να γιομίζω. Παπαδ.: …κι εκείθεν του βράχου προς δυσμάς έκειντο τα Μνημούρια της πολίχνης, όπου εκοιμώντο τον χρόνιον ύπνον όσοι είχον ζήσει ποτέ… – Μνημούρια του Φερίκ-κιοΐ κι ολόρθα κυπαρίσσα, / έχασα την αγάπη μου και λαχταρώ περίσσα | < λατ. memorium: μνημείο, τάφος.

μνήσκω: μένω. Βηλ.: Δε μένεις ατιμώρητος· απαίδευτος δε μνήσκεις. Εφτ.: Ή βάζεις το παιδί σ᾿ έν᾿ άπ᾿ αυτά τα όρφανοτροφεία, με μια και καλή πλερωμη έκατό διακόσες λίρες, και σού μνήσκουν τ᾿ άλλα για τον κόπο σου. Ψυχ.: Αλλάζουν οι τύποι, κάποτες κι οι λέξες, μα, οι γλώσσες μνήσκουν πάντοτες οι ίδιες.

μντε: επιφώνημα που δηλώνει αναποφασιστικότητα, διχογνωμία, δισταγμό, άγνοια, έτσι κι έτσι, είτε έτσι είτε αλλιώς. Λες να φάμε; –μντε. Ήρθε ο Κώστας; –μντε | < μηδέ(;)

μο: μόριο που μπαίνει σε προσφωνήσεις. Λ.χ. Μο Βασίλω, ιδώ μα να σι πώ.

μοβόρος & μοβόρικος -η -ο: αιμοβόρος: (για σαρκοφάγο ζώο) που του αρέσει να ρουφάει το αίμα της λείας του· αυτός που του αρέσει να χύνεται αίμα, να σκοτώνονται δηλαδή άνθρωποι ή ζώα, πολύ σκληρός, απάνθρωπος. Καρκ.: Δεν έχω σπίτι να καθίσω, δεν έχω χωράφι, μου τ᾿ άρπαξε όλα ο Χαγάνος. Ο άγριος, ο μοβόρος, ο φονιάς ο Χαγάνος!Μ᾿ εδε τ σκυλόψαρο—μοβόρικο ψάρι!—κ᾿ ρθε μπρς στ γιαλ τς περικεφαλαίας μου, θέλοντας ν γνωρίσ τ νέο θερι πο συνεμπκε στ νερά του | < αρχ. αἱμοβόρος.

μόδι το: μόδιο, μέτρο χωρητικότητας που το χρησιμοποιούσαν για τη μέτρηση ξηρών καρπών και ιδίως σιτηρών. Λιούφ.: …εις την τοποθεσίαν του Ροδοσίβου γη μοδίων διακοσίων πεντήκοντα και ετέρα γη μοδίων διακοσίων του Καλοδίκη ονομαζόμενη· εις τα Βομπιανά κηπωροτόπιον μοδίων δύο και ετέρα γη μοδίων δέκα και ονομαζόμενη των Βραγκάδων. Περρ.: …η ενετική αριστοκρατία να χορηγεί κατ᾿ έτος εις πάσαν οικογένειαν ανά πέντε μόδια άλατος χάρισμα και ανά τρία εις παν αρρέν παιδίον. (το μόδι των Κερκυραίων ζυγίζει ενενήντα οκάδες). Παρ.: «Χίλια μόδια, κι ο σπόρος χώρια.» < μσν. μόδιον < ελνστ. ὁ μόδιος < λατ. modius.

μόη: ελαφρώς επιτιμητικό μόριο, προσφώνηση που απευθύνεται σε θήλεα. Για άρρενες χρησιμοποιούνταν το «όι.» Λ.χ. Τζέπω, ιδώ μόη, τα ‘κλεισις τα σφαχτά; ή, όι, Γιώρη, δεν αφκριέσι ντιπ;

μοιρολογώ & μοιριολογώ: λέω μοιρολόγια, θρηνητικά τραγούδια για νεκρό. Δημ.: Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες: / «Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας, / ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται!» | < ελνστ. μοιρολογῶ (< φρ. μοῖραν λέγω).

μοιρολογίστρα η & & μοιρολογήτρα η: γυναίκα που μοιρολογεί τον νεκρό, γυναίκα που ξέρει και λέει μοιρολόγια. Τον νεκρό τον τοποθετούν σε επίσημο ευρύχωρο δωμάτιο στη μέση και γύρω – γύρω μαζεύονται οι μοιρολογίστρες γυναίκες με τη σειρά | < μσν. μοιρολογίστρια, μοιρολογήτρια < μοιρολογη(σ)- (μοιρολογώ) -τρια.

μόκας ο: ο τεμπέλης, ακαμάτης· «με τσάκωσε ο μόκας»: με κυρίευσε η τεμπελιά (Κοζάνη).

μόκο: σκασμός, σιωπή· κάνε μόκο: μη μιλάς, σώπαινε, μη λες τίποτα. Έκαναν μόκο στις καταγγελίες του Προέδρου. Για χάρη της αδελφής τους έκαναν μόκο. Δεν έκαναν και δεν έλεγαν τίποτα, έκαναν μόκο που λέει κι ο λαός | < παλ. ιταλ. moco: τίποτα.

Μοκριώτης ο & Μοκριώτισσα η: ο κάτοικος του Μόκρου, του Λιβαδερού Κοζάνης, Λιβαδεριώτης.

μοκριώτικος -η -ο: από το χωριό Μόκρο, λιβαδεριώτικος | < Μόκρο, βλ.λ.

Μόκρο το: παλιά ονομασία του Λιβαδερού Κοζάνης. Υπήρχε και η ονομασία Χορτολίβαδο | < σλαβ. mokro: υγρός τόπος. Βλ. & Λιβαδερό το.

μόλαβος ο -η -ο: ήσυχος, καλότροπος, που δεν γκρινιάζει. Παπαευαγ.: – Ήσασταν μόλαβα πιδιά; ρωτάει η τρανός. – τήρα τη δλειάς, λέει η τρανή. Άντρας μι μουστάκι, κι γναίκα μι β᾿ζια δε χαλεύ᾿ν ουρμήνια… Παρ.: «Το μόλαβο τ᾿ αρνί τρώει από πολλές μάνες.»

μολεμένος -η -ο: μολυσμένος. Μακρ.: Δι μέναν κα δι σους δηγοσα ρχ ς τέλος μας γλύτωσε Θες κα κανένα πρωτόκολλο οτε το Κράτους γενικς, οτε τς Κυβέρνησης δν εναι μολεμένα | < Βλ. & μολεύω.

μολεύω & μολιώνω: μολύνω. Καββ.: Αυγή, ποιός δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα; Λουντ.: Φυλάω τα καραούλια μας απ’ του κιοτή το μάτι. / Και την ανάβρα του νερού μην τη μολέψει ο σκύλος. Παρ.: «Φοβιτσιάρης το ασκέρι σαν πανούκλα το μολεύει, και δειλός απελπισμένος γίνεται αντρειωμένος.» Γκοτζ.: …γιατί τ᾿ αγέρι πο᾿ρχεται απ᾿ τις ράχες τις ψηλές κατηφορίζοντας στα σκίνα χάνει την αψιάδα, ξεθυμαίνει, γίνεται κι αυτό καμπίσιο, αμύριστο και σάμπως μολεμένο. Χατζ.: Όποιος το ᾿χε ένα μονάχο, εγώ δεν το πήρα.. Χρόνια τρώω το ψωμί σας, όλο με τους φουκαράδες. Δώσ᾿ το σ᾿ άλλον. Δεν τα μολεύω τα χέρια μου.. [..] Ένας γύφτος τον είχε πει φουκαρά. Και πως δεν μολεύει τα χέρια με το δίκαννο το δικό του. Καζαντζ.: Έσκυψε ο παπα-Γιάνναρος ως τη γης, έβαλε μετάνοια: –Αμόλευτο βουνό της θεοφίλητης Παρθένας, μουρμούρισε, καλώς σε βρήκα! Παρ.: «Σε βοηθάνε, λυγερή, και φαίνεσαι αντρειωμένη | < αρχ. ελλ. μολύνω: λερώνω, βεβηλώνω.

μολογμός ο: ομολογημός, η ομολογία, για ενδιαφέρουσα διήγηση, απίθανη ιστορία. ΦΡ. Τα βάσανά μας δεν έχουν μολογμό: δεν λέγονται τα όσα πάθαμε, είναι ανομολόγητα. Παπαευαγγ.: Αυτό που έπαθει η Κουσταντούλου δεν έχ΄μουλουγμό.Έγλιπει την κλιάτ΄ς που φούσκουνει κι δεν τ΄βουλούσει (χωρούσε) η τόπους. Πβ. Γκοτζ.: Τέτοιο θεριό φίδι, λέγανε, δεν ματα᾿ χε φανιστεί στο χωριό μας. Αυτό ήταν για μολόημα!

μολογώ: λέω, διηγούμαι, μιλώ για κάτι, κουβεντιάζω, αναφέρω, ομολογώ, μαρτυρώ, αποκαλύπτω. Λ.χ. Μόλις σε μολογούσαμε· άρχισε να μολογάει και μολογμό δεν είχαν. Παπαευαγγ.: Σιαστούσει στου δρόμου κι όλου ρουτούσει η θειά μ΄ να μαθαίνει κι να μουλουγάει. Φόντας δα γυρνούσει πίσου θα κάνει τ΄ κουσμουγυρισμένη. Καζαντζάκ: Κι ό,τι τηράς στη γης μαντάτευε κι ό,τι γρικάς μολόγα, / κι εγώ θα τα περνώ στου σπλάχνου μου το μυστικό αργαστήρι. Γκοτζ.: Και μολογιούνται δυστυχίες που δεν τις σώνει / το βλέμμα, μήτε τις προφταίνει ανθρώπου αφτί; Παρ.: «Τραχανά έφαγες, τραχανά θα μολογήσεις», «Ο παπάς απ᾿ την Πόλη, η παπαδιά μολογάει.», «Κάτσ᾿ αυτού, παραδαρμένε, κι ό,τι δεις μη μολογήσεις.» Δημ.: Παιδί μ’, τι γράφουν τα χαρτιά, τι μολογάει το γράμμα; | < μσν. μολογώ < ελνστ. ὁμολογῶ: εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου, αρχ. σημ.: συμφωνώ, λέω τα ίδια πράγματα, έρχομαι σε διαπραγματεύσεις για συμφωνία. Βλ. & ψυχογιός ο.

μόλτσα η: μόλιτσα, ο σκόρος, μικρό έντομο που τρέφεται με μάλλινες ίνες και προξενεί καταστροφές σε μάλλινα υφάσματα και στρωσίδια· σαράκι, σάρακας, κουτσιπίδα· μτφ. η πονηρή, κρυψίβια γυναίκα. Έφαγαν οι μόλτσες τη βελέντζα. Μτφ. έχει τη σημασία του πονηρού, του ύπουλου | πιθ. < αλβ. moljα.

μόμολο το: το μικρό παιδί. Τι λέει, ρε, το μόμολο! | < ιταλ. mammolo: βρέφος.

μον: μόνο. Πάλλ.: Μον πάμε! η ώρα πέρασε, η χαραβγή σιμώνει, / έγειρε η πούλια, βρίσκεται στο τέλος τώρα η νύχτα.

μονάντερος -η -ο: αδύνατος, μτφ. αυτός που τρώει χωρίς να παχαίνει | < άντερο < έντερο < αρχ. ελλ. ἔντερον (πληθ. ἔντερα: εντόσθια).

μοναχοφάης ο: αυτός που τρώει μόνος του, δεν μοιράζεται αγαθά, χαρές ή απολαύσεις με άλλους, που δεν δίνει σε άλλους. Τσιφ.: Έλα ρε, μην κάνεις έτσι. Έχει κοτζάμου Ασία. Κοτζάμ αυτοκρατορία. Τι μοναχοφάης είσαι, αδεδρφάκι Μπαλτουίν.

μονέδα η: μονάδα, νόμισμα. Παπαδ.: Οτος δν καμε παρατήρησιν, κ ρριψεν ργυρον σελλίνι π τς τραπέζης. μπάρμπ ναγνώστης τ λαβε. – Πόσα πάει ατό; – Δν ξέρω γ μονέδα το τόπου, επεν γνωστος. Γκοτζ.: παλιές μονέδες που κομποδιάζουν μες στη σακκούλα / κι όλο φυλάνε μην τους προφτάσει γλήγορο μάτι. Καζαντζ.: Είχα βγάλει το σκούφο μου και κάπου κάπου έπεφταν μέσα κουδουνίζοντας μονέδες. Βλ. & κολαούζος ο.

μονιά η: φωλιά ή καταφύγιο άγριου ζώου· κατοικία. Πάλλ.: Πώς λέοντας φριχτός γοργής λαφίνας ζαρκαδούλια / πάει στη μονιά τους κι εύκολα με τα σκληρά του δόντια / τ᾿ αρπάει και πνίγει σβήνοντας την απαλή καρδιά τους | < ελνστ. μονία: μοναχικότητα, ερημιά., αρχ. σημ.: παραμονή, ανάπαυση.

μονοιάζω: ομονοώ, συμφιλιώνομαι, φιλιώνω, έχω καλές σχέσεις με κάποιον· μένω, κατοικώ μαζί, συναναστρέφομαι φιλικά. Μακρ.: Ο πολιτικο ρχηγο τος δ νεκρωμένοι· μ δόλο τ να μέρος μ τ᾿ λλο μονοιασμένοι, μ τ χείλη κι᾿ χι μ τν καρδιά. Τσιφ.: Ο μικρός βασιλιάς τούς μόνοιασε μπροστά στο λείψανο του παππού του. Και δήθεν φιλιώσανε και δήθεν φιληθήκανε, αλλά πάλι δε χωνευόντουσαν. Παρ.: «Τάζω τ᾿ αμπέλια μου για να μονοιάσουν τα παιδιά μου», «Η νύφη με την πεθερά ποτέ τους δε μονοιάζουν.», «Δυό κοκόρια σε μιαν αυλή δε μονοιάζουν.» | < αρχ. ελλ. ὁμόνοια.

μονόβολο το: μονοκούκι, για ανθρώπους που ψηφίζουν όλοι τον ίδιο συνδυασμό ή τον ίδιο υποψήφιο· είδος τυφεκίου. Καρκ.: …άλλαξαν ένα με τον άλλον όλους τους πολιτευομένους, δίνοντας υπόσχεση ότι εκείνος που θα ελευθερώση το χωριό θ᾿ ανακηρυχθή σωτήρας και θα τον ψηφίζουν όλοι μονόβολο.

μονοκόκκαλος ο: γεροδεμένος, με γερή κράση. Κολ.: ν θαψαν πειτα ες τν Μηλιά· τον μελαψότερος, μονοκόκκαλος, δυνατός, γλήγορος, μ᾿ να καθάριο τι δν τν πιανες.

μονοκοπανιά η: μονομιάς, με μιας, με τη μία, με μία μόνη αποφασιστική κίνηση, ενέργεια, πράξη. Παπαδ.: …δν στοχάστηκα, δν πείκασα τίποτε, δν γροίκησα, μόν᾿ καμα τ σταυρό μου, κ᾿ ρρίχτηκα μ τ μοτρα κάτω στν κρεμνό, μονοκοπανιά, στν πλαγι κάτω. – Τ δια πο παθαίνει παπα-Μακάριος, πνεματικός, τς παραμονς τν Χριστουγέννων κα τ Μεγάλη Βδομάδα… λωνν τ κρίματα προφταίνει νας παπάς, σο κι ν πιάν εκή του, ν τ σχωρέσ μονοκοπανιά;

μονοκούκι το: λέγεται για ανθρώπους που ψηφίζουν όλοι τον ίδιο συνδυασμό ή τον ίδιο υποψήφιο. Τσιφ.: Ψηφίστε το. Ρε σεις. Δε θέλω ποσοστό. Θέλω ολοκληρωτική ψήφο. Πέστε ότι είσαστε στρατιώτες και ψηφίζετε μονοκούκκι. Εξηγημένοι; Παπαδ.: πίστευε δ τι μφότερα τ κόμματα, νδρογυνοχωρίστρες, κα Χαλασοχώρηδες, θ τν ψήφιζαν μονοκούκκι, στε κα ν μειονοψήφει ες τος λλους δήμους, δ μως θ βγαινε παμψηφεί | < μονο- + κουκ(ί) -ι.

μονόλυκος ο: μεγάλος, θηριώδης λύκος· άνθρωπος που ζει απομονωμένος. Ταβερνείο Μονόλυκος | < στον Πλούταρχο: μονό-λῠκος, ὁ,: μοναδικός (στο είδος του) τεράστιος λύκος.

μορόζα η: η γυναίκα που συζεί με άντρα αστεφάνωτη | < amore: έρωτας. Βλ. & καγκαντιποτένιος ο.

μόρτης ο: μάγκας, αλήτης, αλάνι, φιγουρατζής, τύπος που του αρέσει να προβάλετται· ωραίος ξηγημένος τύπος Υποκορ.: μορτάκι το. Τσιφ.:: – Το οποίον μόρτες μια βολά κι έναν καιρό ήτουνα ο Δηλιγιάννης κι ο Τρικούπης, καλά παιδάκια και εκλογικά. Πυθαγόρ.: Πήρε φωτιά το Κορδελιό, καίγονται τα μορτάκια, γλεντάνε στο Καφέ Αμάν, Ρωμιοί και χανουμάκια. Παπαδ.: πως γερο-Σειληνός, τν παλαιν καιρόν, εχε τος Σατύρους του, μοίως κα Φοραμπάλλας, ες τς μέρας μας, εχε τος μόρτηδές του. Τος βοσκε, τος ποίμαινε, τος σαλάγα, τος σφύριζε, κα τος δήγει ες νομς… πωλείας.Τ κτίριον το καφενείου το κτμά του. οκία συνεχομένη, πισθεν, κτμά του. το ρχιμόρτης μ περιουσίαν μικρ μεγάλωσε πολ γρήγορα. υἱὸς βγκε μόρτης, πως λοι… Τοιοτος το, μόρταρος | < ίσως τουρκ. (λαϊκ.) morti: πεθαμένος -ς < ιταλ. morti πληθ. της λ. morto: πεθαμένος· μόρτ(ης) -ισσα.

μόρτικος ο: που ταιριάζει σε μόρτη, φιγουρατζίδικος, αλάνικος, αλήτικος. Τσιφ.: Εκεί έχει η ιστορία, όταν φανήκανε κάτι άλλα μυστήρια παιδιά και πολύ μόρτικα, που καταφέρανε μέσα σε μια μέρα να χαλάσουνε όλα όσα φτιάνανε οι Φράγκοι εκατό χρόνια. Βλ. & μόρτης ο.

μόρτικα: επίρρ. όπως οι μόρτες, οι μάγκες, αλάνικα, μποέμικα. Περνάμε μόρτικα. Μόρτικα κι αλανιάρικα. Ένα πλούσιο τσουλούφι του, που είχε μετατοπιστεί απ’ τον ανελέητο άνεμο της ερήμου, κρεμόταν μόρτικα πάνω απ’ το φρύδι του. Καπετανέικα και μόρτικα!

μορφοδούλα η: όμορφη, νόστιμη και δουλευταρού, εργατική, νοικοκυρά, προκομμένη, που κάνει όμορφες δουλειές, πράγματα. Παπαδ.: Είχε το Μελαχρώ της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας. Και σαν έφυγε και απέρασαν δυο-τρία χρόνια, την εγύρεψαν πολλοί, γιατί το κορίτσι είχε χάρες κι εμορφιές, και τιμημένη ήτον, και μορφοδούλα, η μόνη κεντήστρα του χωριού μας, και προικιά είχε καλά.

μορφονιός ο & μορφονιά η: ομορφονιός, όμορφος νέος. Δημ.: Ο Κωσταντής ο ομορφονιός, ο μικροκωσταντϊνος, / μια μέρα. θέλησε να βγη να λαγοκυνηγήση, / και διάβαινε καμαρωτός απ᾿ την πλατειά τη ρούγα. Πάλλ.: …στ᾿ Άργος που θρέφει ομορφονιές και ζηλεφτά πουλάρια. Βλ. & αχαΐρευτος ο.

Μόρφω: η Ευμορφία. Παπαδ.: … γειτόνισσα, Μόρφω Καρούμπαινα, μάλωνε μ τν γειτόνισσάν της, τν Διομίνα.

μόσιμο το: ο όρκος. Την είχε μόσιμο: ορκιζόταν στ᾿ όνομά της. Πβ. Θούριος: Mικροί μεγάλ᾿ ομώστε, τυράννου τον χαμόν. / Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί.

μόστρα η: βιτρίνα, αυτό που φαίνεται με πρώτη ματιά, επίδειξη, φιγούρα, η πρόσοψη κάθε πράγματος, το εκλεκτότερο τμήμα από κάθε ποσότητα εμπορευμάτων που το βάζουν μπροστά για να προσελκύουν τους πελάτες· το ανθρώπινο πρόσωπο, φάτσα, μούρη, μούτρο· υφασμάτινο, πλεχτό κομμάτι ρούχου. Δεν μου αρέσουν οι μόστρες και οι πόζες. Να κάνουμε μόστρα. Οι μόστρες είναι μικρά κομμάτια και είναι μπέρδεμα το καρφίτσωμα τους. Γυναικεία ζακέτα πλεκτή με ελεύθερες μόστρες και ζώνη. Παρ.: «Ο πραματευτής ό,τι έχει στη μόστρα του διαλαλεί.» | < μσν. μόστρα: στρατιωτική επίδειξη, δείγμα εμπορεύματος < ιταλ. mostra: παρουσίαση, επίδειξη, βιτρίνα.

μοστράρω & μοστράρομαι: παρουσιάζω, δείχνω, προβάλλω σε περίοπτη θέση, εκθέτω, επιδεικνύω, εμφανίζω. Τσιφ.: Όποιος μοστράρεται για ξύπνιος είναι σα να κάνει ρεκλάμα: «φυλαχτείτε από μένα», φυλάγονται, ενώ άμα κάνεις τον κουτό, γελάνε μαζί σου και τους τη φέρνεις καλύτερα | < ιταλ. mostrar(e) -ω.

μοσχάρας ο & μπσκάρας ο: μτφ. μοσχαροκέφαλος, μοσχάρι, βόδι, χαζός, βαρύς και βλάκας άνθρωπος. Βρε μπσκάρα, δε βλέπεις μπροστά σου;

μοσχοπουλώ: πουλώ σε πολύ καλή, συμφέρουσα τιμή. Παραποίησαν τους αριθμούς πλαισίου και… μοσχοπούλησαν το φορτηγό. Ιταλία και Ισπανία μοσχοπούλησαν ομόλογα. Τσιφ.: Και μ’ αυτά τα λεφτά συνεταιρίστηκε μ’ ένα λόρδο, τον Λάτιμερ. και φέρνανε αφορολόγητα τρόφιμα στην Αγγλία και τα μοσκοπουλάγανε και βγάζανε κι άλλα. Μέχρι που βρέθηκε πολυεκατομμυριούχος ο Λάιον.

μόσχος ο: μοσχάρι· βαρύ, έντονο άρωμα, σκουρόχρωμη και λιπαρή αρωματική ουσία καθώς και η αντίστοιχη οσμή0387αρωματικό λουλούδι. Μόσχος ο σιτευτός: μοσχάρι, θρεμμένο, μεγαλωμένο με σιτάρι. Δημ.: Κοντούλα βλάχα απ’ τα βουνά σέρνεις το μόσχο στα μαλλιά. / Σέρνεις το μόσχο στα μαλλιά, πέντε-έξι αράδες τα φλουριά. Καζαντζάκ: Ο καπετάν Μιχάλης ένιωσε, από τον βαρύ μόσκο που πλήθυνε, πως μετακινήθηκε η χανούμη και ζύγωνε κατά τη γωνιά. Παρ.: «Καθ᾿ ενού η πορδή, μόσχος του μυρίζει.» Βλ. & ντερλικώνω.

μοσχοτρώω: καλοτρώω, τρώω πολύ καλά, με ευχαρίστηση ένα απλό αλλά νόστιμο φαγητό. Μοσχόφαγα λουκανίδες. Μοσχόφαγα τα κουφέτα, αλλά «να ζήσετε» δεν έγραψα! Πρόσθεσα πιπεριά, μανιτάρια, λίγη γραβιέρα και μοσχόφαγα. Γκοτζ.: Και μοσκοτρώγοντας καρβέλι αντίς μπομπότα.

μοτόρι το: το μοτέρ, ο κινητήρας, βενζινοκινητήρας μηχανοκίνητο όχημα, αμάξι, αυτοκίνητο. Γρήγορο μοτόρι. Αυτά είναι τα καλύτερα μοτόρια της πιάτσας. Τσιφ.: …πάνω στο κάστρο του λόφου κι απ᾿ την Αλγεθίρα, την καρδιά της Τζιμπράλτας, μπήκε «τούκου τούκου» σ᾿ ένα ψαροκάικο με μοτόρι κι ήρθε με σύντομη νοτιοδυτική ρότα στην ελεύθερη πόλη | < ιταλ. motor(e) -ι.

Μότσιαλη η: αγροτικό τοπωνύμιο της περιοχής (Λιβαδερό). Πβ. μοτσιάρα η: ο τόπος που είναι πάντοτε υγρός & μότσιαλη η: το λιωμένο χιόνι, η υγρασία (Κοζάνη).

μόχτος ο: μόχθος, κάματος, κόπος, κούραση. Ελύτ.: Χύσε φωτιά στο λάδι / Λόγχισε το βαρύ έγκυο νέφος / Όπου λουφάζει ο μόχτος της βροχής.

μούγκι: επίρρ, μόνο, μόνο να. Δημ.: Μούγκι το χάρο σταύρωσε [:συνάντησε] και τον καλημερίζει. Μούγκι να σε πιάσω, θα δεις τι θα πάθεις! Ένα καλό μούνγκι έχ΄ αυτό του μέρους: είνι προυσήλιου. Δέν του παίρν΄ ου βουράς / του χειμώνα κι ουόσου χιόν΄ κι άν πέσ΄, του κόβ΄ η πέτρα / κι μαυρίζ΄ ώς του μισ΄μέρ΄ όλου του πλάι (Κοζάνη).

μούγκρα η: ο θυμός, οργή, τσατίλα, τα νεύρα.

μουγκράδια τα: σκωπτικά οι Λιβαδεριώτες, οι Μοκριώτες· σημαίνει τον ευέξαπτο, τον ανυπότακτο, τον καυγατζή | < Βλ. & μούγκρα η.

μουγκριά η: μούγκρισμα, το μουγκρητό. Παρ.: «Α᾿ που ᾿χασε το χοίρο του, όλο μουγκριές ακούει.» | < Βλ. & μουγκρίζω.

μουγκρίζω: βγάζω υπόκωφη και παρατεταμένη φωνή, βρυχώμαι, γρυλίζω. Καζαντζ.: Τη βάλανε στα σκαμνιά, και μούγκριζε σαν τη μουσκάρα τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Μα το παιδί δεν έβγαινε | < ελνστ. μουγκρίζω: δείχνω τα δόντια.

μούζικο το & μούζικα η: φυσαρμόνικα. Παπαευαγγ.: Η Βάγγιου κι η Θανάσου που γκριζιαλούνταν (γκρίνιαζαν) να πααίν΄κι αυτά στου νιάημερου (ζωοπανήγυρη) να αρματωθούν (να πάρουν ρούχα) κάνα σουσόνι κι κάνα μούζικου κι μαστιχάτις καραμέλις. Καζαντζ.: …να βγάλει το άχτι τους στις τρεις Καμάρες, την ώρα που ο πασάς και οι αφεντάδες θα άκουγαν μούζικα.

μούκας ο: που δε μιλάει, σιωπηλός, ολιγόλογος (Ήπειρος). Βλ. & μόκο.

μουκαέτης ο: επιτήδειος, καταφερτζής, πονηρός, ικανός άνθρωπος.

μουκέλο το: χρήμα, τα λεφτά. Αν δεν πέσει το μουκέλο, δε γίνεται η δουλειά.

μουκουσιά η: μπουκιά. Δυό μουκουσιές φαΐ (Κοζάνη).

μουλιάζω: μουσκεύω κάτι σε υγρό για να μαλακώσει. Γιατί μουλιάζουν τα δάχτυλα μας στο νερό; Ξέρετε πότε πρέπει να μουλιάζετε τα ρούχα; Μουλιάζετε αποβραδίς τα φασόλια, τα βράζετε για ½ ώρα σε άφθονο νερό και τα σουρώνετε. Όχι άλλη βροχή! Μουλιάσαμε. Αρ. Αλεξάνδρ.: Σαββατόβραδο κ᾿ οι ταβέρνες κλειστές / Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου / οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες | < μσν. μουλιάζω < μολιάζω < λατ. molli(are).

μούλα η: το μουλάρι. Καρκ.: Εμπρς κείνη μ τ κατσικάκια κουδουνοστόλιστα κα παιγνιδιάρικα· πίσω γ μ τν ξίνα στν μο κα τ μούλα φορτωμένη καψόξυλα. Κακριδ.: Την κόρη ωστόσο οι μούλες γρήγορα κατά το κάστρο έσερναν (Όμηρος: …κούρην δ προτ στυ φέρεν μένος μιόνοιιν). Δημ.: Κάτω στα τσαΐρια, στα τσαϊροχώρια βόσκουν μούλες, βόσκουν κι άλλη μια δε βόσκει- Τι έχεις μούλα μ᾿, τι έχεις και δεν τσιαϊρίζεις; Παπαγ.: Η καθεστηκυία εκπαίδευση, που σε αρπάζει από το βυζί της μάνας σου και εξ απαλών ονύχων σε υποτάσσει στη μούλα της δεοντολογίας της, κατορθώνει τελικά το αντίθετο του επιδιωκομένου. Βλ. & χρεμέτισμα το, καλιγώνω.

μουλαρώνω: μτφ. πεισμώνω σαν μουλάρι, δεν αλλάζω γνώμη, στάση με τίποτα. Τσιφ.: Τίποτα ο Γουλιέλμος που είχε μουλαρώσει. Φώναξε τους Γενοβέζους. -Βοηθάτε, και θα σας δώσω τα προνόμια των Ενετών. Βλ. & μούλος ο.

μούλικος -η -ο: νόθος, μπασταρδεμένος. Κουβάλησε και τα μούλικα στο σπίτι.

μούλος ο: νόθος, μπάσταρδος. Ο Καραϊσκάκης, ο γιός της καλογριάς, ήταν μούλος, δεν είχε συγγενικό δίκτυο. Τσιφ.: …μόνο κάτι ξεγυρισμένες κατραπακιές κατέβαζε η θεια κι έλεγε: «Μούλε, που μου φορτώσαν ένα στόμα και τρώει σα γλαρόνι.» | < ιταλ. mulo: μουλάρι, μπάσταρδος -ς. Βλ. & σέμπρος ο.

μουλώνω: σιωπώ, δεν μιλώ, κρατάω το στόμα μου κλειστό, λουφάζω. μένω ακίνητος, αδρανής ή σιωπηλός. Μούλουνι, κι μη σκούζ΄ς. Να μην αραμ᾿θεί π᾿ τουν χρουστάει ου Ντιόντιους μ᾿ κάτ᾿ παράδις απ᾿ τα προυπέρσ᾿ κι μα; κατιβάσ᾿ κάτ᾿. (Κοζάνη). Σιδ.: Μούλωνε όμως γιατί ποτέ δεν ανακατεύτηκε στις δουλειές του κύρη της. Καζαντζ.: Έξυσε το μυτερό τσακαλίσιο κεφάλι του ο τσέλιγγας, μούλωσε· μα το μάτι του έπαιζε τσαχπίνικο και κοίταζε λοξά, παραμονευτά τον παπα-Γιάνναρο και τη μαγκούρα του. Παρ.: «Γάτα που μουλώνει, ποντικούς μαζώνει.» | μσν. μουλώνω < ελνστ. μύλλ(ον): το χείλι -ώνω, Πβ. ελνστ. μυλλός: με στραβωμένο το χείλι, μυλλῶ, μυλλαίνω: στραβώνω το χείλι.

μουλωχτός ο -η -ο: αθόρυβος, που δε γίνεται αντιληπτός, σιγανός, δεν τον παίρνουν χαμπάρι, κρυψίνους, κρυψίβιος, χαμηλός τόνων, άνθρωπος κρυφός, ήσυχος και πονηρός. Αυτό μου θυμίζει κάτι τσόντες που βλέπαμε μικροί σε κάτι καταχθόνια σινεμά μπασμένοι στα μουλωχτά από τον ιδιοκτήτη. Μουλωχτές μορφές ιδιωτικοποίησης. Μουλωχτές εκλογές. Μουλωχτές διατάξεις εναντίον δασών. Δουλικός όταν πρέπει, μουλωχτός και αδίστακτος όταν χρειάζεται. Ο Χ. έχει το βλέμμα της αγελάδας, αλλά η ματιά του αστράφτει. Παρ.: «Ο Θεός να σε φυλάει από μουλωχτό ποτάμι.» | Βλ. & μουλώνω.

μουμούιας ο: κουτοπόνηρος, κρυψίνους, υστερόβουλος, που κινείται στο παρασκήνιο, φαινομενικά αμέτοχος στις κοινές υποθέσεις | < πιθ. ηχομιμητ.

μουμούτεμα το: αυτό που κάνει ο κόκορας στην κότα, στη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής· μτφ. άγριος, ταπεινωτικός ξυλοδαρμός.

μουμουτεύω: δέρνω πολύ, ταλαιπωρώ, ξεμαλλιάζω, πατικώνω με τα χέρια μικρό κατοικίδιο ζώο, πατάω κάποιον κάτω, δέρνω. Τον μουμούτεψε στο ξύλο | < πιθ. μούτος: άφωνος, άλαλος, βλ.λ.

μουνίκακας ο: υβριστικός, υποτιμητικός, σκωπτικός χαρακτηρισμός· βλάκας, ανόητος | < μουνί.

μουνουχίζω: ευνουχίζω. Καρκ.: Μερικοί οδηγούσαν βόδια ζωντανά, ταύρους άζευτους κι αμουνούχιστους, άλλοι άλογα βαρβάτα- άλλοι κριάρια χρυσοκέρατα. Παρ.: «Αδειανός καλόγερος, ψύλλους εμουνούχιζε

μουνούχι το: ευνουχισμένο ζώο, συνήθ. γουρούνι, χοίρος, γκουτσιούνι. Πβ. Καζαντζάκ: Σιχαίνουνταν ν᾿ ακούει τη μουνούχικη φωνή του, τη γυναικουλίστικη | < αρχ. ελλ. ευνούχος.

μουνούχος ο: ευνούχος. Βλ. & βάγια η.

μουντάδα η: θολούρα, έλλειψη φωτός, λάμψης· συννεφιά, σκοτεινιά, ημίφως, μισόφωτο. Όταν το φεγγάρι έχει μουντάδα (θολούρα) θα περιμένουμε βροχές και φουρτούνα | < μουντός < ίσως μσν. μουντός < σλαβ. monĭt(ŭ): σκοτεινός, θολός

μούντζα η: υβριστική χειρονομία που γίνεται με προβολή της ανοιχτής παλάμης προς την κατεύθυνση κάποιου· το φάσκελο. Αρχηγοί για κλάματα, κλακαδόροι για μούντζες. Οι μούντζες έφεραν αποβολές σε γυμνάσιο του Γαλατσίου. Μετά τις μούντζες ο πολίτης προσήχθη από αστυνομικούς με πολιτικά και οδηγήθηκε στο αστυνομικό μέγαρο. Παρ.: «Αν πεθάνω από συνάχι, η πανούκλα μούντζες να ᾿χει.», Απ’ το φούρνο αν εβγώ, μούντζες μου σαν ματαμπώ.» | < μσν. μούζα, μούτζα, μούντζα: καπνιά, τύφλα < ίσως περσ. muzh -α (σύγκρ. μουντζούρα), από το μουτζούρωμα του προσώπου του πομπευόμενου με την παλάμη βουτηγμένη σε καπνιά. Βλ. & ματαμπαίνω.

μουράτος -η -ο: με ωραία μούρη, όμορφος, ωραίος, τσίλικος, μάνικος, καλοφτιαγμένος, εμφανίσιμος, ευειδής· Ήρθανε κάτι μουράτοι με κουστούμια· μουράτη κούρσα, μουράτο σαλόνι. Επώνυμ.: Μουράτος.

μούργα η: η ζούρα, το κατακάθι, ίζημα. Βλ. & ζούρα η, μούργος ο.

μουργέλα η: τεμπελιά, βαρεμάρα, βαριεστημάρα, σπαρίλα, τεμπέλικη, βαριά διάθεση, κακοκεφιά. Τσιφ.: …αποφάσισε να σας κάνει μια γιορτή στην Κόρινθο, ένθα μετά το φαγητόν, όσους δεν τους πλακώσει η μουργέλα, θα κουβεντιασθώσιν ύψιστα συμφέροντα του κράτους | < ιταλ. muriella: λεία πέτρα σε παιδικό παιχνίδι, αμάδα(;).

μουργκάλα η: η πράξη της γενετήσιας αναπαραγωγής, το βάτεμα, ζευγάρωμα ζώων.

μουργκαλνώ: βατεύω, ζευγαρώνω (για ζώα).

μουργκαλνιέμαι & μουργκαλιέμαι: βατεύω, ζευγαρώνω (για ζώα) μουγκρίζω, βγάζω φωνές, αναστεναγμούς. Καζαντζ.: Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου· όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.

μούργκας ο & μούργος ο: μεγαλόσωμο τσοπανόσκυλο συνήθ. με σκούρο τρίχωμα· καφετής σκύλος. Παπαευαγγ.: Χλιμιτράει του μπλάρι κι θαρρώ φουνάζει ισένα. Ουρλιάζει η μούργκας κι μη κόβει την ψυχή. Πάλλ.: …ναι κι έτσι νεκροστόλιστο δε θα σε κλάψει η μάνα / στο στρώμα απάνου εσένανε, των σπλάχνων της το θρέμμα, / μον όρνια κάθε σου μπουκιά και μούργοι θα μοιράσουν. Τσιφ.: Στη γιορτή νάρθετε με τα καλά σας, μη φανείτε μούργοι και θάχουμε και κονταροχτυπήματα | < μσν. μούργος: καστανοκόκκινος. | < λατ. amurga ή μέσω του ιταλ. murga < αρχ. ελλ. ἀμόργη. Βλ. & σπαθάτος ο.

μουργκίζω: παίρνω σκούρο χρώμα, καστανοκόκκινο, μτφ. δύω. Σιδ.: Κιόσεψε όμως να προλάβεις να πας σ’ όλους με την ώρα σου και προτού μουργκίσει να ‘σαι στο Κεράσοβο. Βλ. & μούργκας ο.

μούργκισμα το: μτφ. η δύση, τα χρώματα που παίρνει ο ήλιος στη δύση, το βασίλεμά του.

μούργωμα το: μαύρισμα, σκοτείνιασμα, το σούρουπο.

μουρέλο το: ο τρελός, τρελιάρης, ελαφρύς στο μυαλό, τρελοκαμπέρας.

μουρκούτι το: νεαρό σκυλί, κουτάβι που έχει σταματήσει να θηλάζει, απογαλακτισμένο.

μούρη η: το πρόσωπο, μούτρο, μουτσούνα, το μπροστινό μέρος· μτφ. ο διάσημος, πολύ γνωστός στο κοινό. Βαμβ.: M᾿ έβαλε πάνω σε κάτι πέτρες εκεί μπροστά στο νησάκι, μπροστά στην πόρτα που μπαίνουν τα καράβια, και μ᾿ έβαλε χάμου εκεί πέρα με τη μούρη κάτω και ξέρασα τα νερά και συνήλθα. Ήρθαμε μούρη με μούρη· τράκαρε τ᾿ αμάξι στη μούρη· μεγάλη μούρη, σιγά τη μούρη! Μουράκλα. Πρώτες μούρες στην παρουσίαση βιβλίου του Μ. Πβ. Παρ.: «Μάρτης δίμουρος, Μάρτης πεντάγνωμος.» | < μσν. μούρη < ιταλ. (διάλεκτ.) αρσ. murro: μουσούδι, πληθ. murri. Βλ. & καβάλο το, λαγάνα η.

μούρλα η: τρέλα, χαζομάρα, απερισκεψία. Νέα μούρλα από το Ισλαμικό Κράτος – Κατάσχεσε όλους τους ναργιλέδες. Η μούρλα πάει σύννεφο.

μουρλός -η -ο: ζουρλός· που η συμπεριφορά του δείχνει έλλειψη πνευματικής ισορροπίας, ωριμότητας· ασύνετος, επιπόλαιος (Τριαντάφ). Παπαδ.: -Στοιχει θ εναι· ξωρκισμένος ξαποδ, πήντησεν Μαλαμώ. -Κανένας μουρλς θ εναι, επεν Πολύζος. ς δομε. Μν εν᾿ κενος Γιάννης τς Λέκαινας; Παρ.: «Στον ανήφορο ο μουρλός ή θα τρώει ή θα τραγουδάει.», «Ο μουρλός άντρας και η πουτάνα γυναίκα δεν γερνάνε ποτέ.», «Μακριά κλωστή, μουρλός ο ράφτης.» | < βενέτ. murlo(n): χαζός -ς.

μούρλα η & μουρλαμάρα η: ιδιότητα, χαρακτηριστικό του μουρλού, τρέλα, σαλαμάρα | < Βλ. & μουρλός ο.

μουρντάρης ο & μουρντάρα η: αυτός που επιδιώκει ή έχει πολλές, συνήθ. εξωσυζυγικές, ερωτικές δραστηριότητες, γυναικοθήρας, γυναικάς. Καζαντζ.: …άνοιξαν μεγάλη κουβέντα για τα χωράφια την άνοιξη, για τους άντρες που ᾿ναι μουρντάρηδες και δεν τους αρέσει, αναστέναξε η Μαστραπάδαινα, παρά το κλεψίμιο κρέας. – Καλός είναι, θεόψυχά μου, δυναμερός και μουρντάρης· σειέται, λυγιέται και τρίζουν τα τσαρδίνια του. Κι άκου πώς αναστενάζει ο κακομοίρης, σα μουσκάρι | < τουρκ. murdar: βρομιάρης -ης.

μουρσιώνω: χτυπώ και τραυματίζω κάποιον στη μύτη γεμίζοντάς τον με αίματα· μούρσιωμα το: η αιμορραγία της μύτης (Κοζάνη).

μουρτάρι το: το γουδί (Κοζάνη).

μούρτζιος -ια -ιο: ο λερωμένος, συνηθ. στο πρόσωπο | < πιθ. μσν. μούζα, μούτζα, μούντζα: καπνιά, τύφλα < ίσως περσ. muzh -α. (η σημ. από το μουτζούρωμα του προσώπου του πομπευόμενου με την παλάμη βουτηγμένη σε καπνιά).

μουρτζουλώνω: μουτζουρώνω.

μουρτσιάκι το: α. ποικιλία κόκκινου μανιταριού (Κοζάνη).

μουρχούτα η: πήλινο δοχείο για κρασί, κανάτα. Παρ.: «Όταν τα ᾿πινες με τη μουρχούτα, γιατί δεν τα θυμόσουν τούτα;» Φώσκ.: Ν᾿ ακροσταθώ μηδεγουλιάς, απού ᾿χα ορδινιασμένες / σε μια μουρχούτα και όμορφα με το τυρί αρτυμένες / και με περίσσα ζαφορά καμπόσες μακαρούνες.

μουσααντές ο: περιποίηση. Περρ.: …κανένας μανές (πρόσκομμα) εις την δουλειάν του να μην του γίνεται, μόνον όσον μπορείτε μουσααντέ (περιποίησιν) να του κάμετε, καθώς είναι το αΐνι σας (η θρησκεία σας) και εμένα το χατήρι κάνετε, επειδή είναι δουατζής μου και τζιράκι μου· εξ άπαντος.

μουσαφίρης ο: αυτός που φιλοξενείται στο σπίτι κάποιου άλλου, καλεσμένος, φιλοξενούμενος. Περρ.: Τούρκοι μέσα στην Πάργα να μην ημπορούν να κατοικήσουν, μήτε να εμβαίνουν μέσα αρματωμένοι να ενοχλούν τον τόπο, αλλά, αν έχουν δουλειά του, να απερνούν ως μουσαφίρηδες (διαβατικοί). Μακρ.: Φάγαμε ψωμ λοι ο μουσαφιραοι, κε ο ξιωματικοί μου γυρεύουν γρια τος μιστούς τους. Σκαρ.: Φίλοι, μουσαφιραίοι ποτές δεν του απόλειπαν, πότε ο κουνιάδος του, πότε ο πεθερός του, πότε τα ξαδέρφια. Παρ.: «Ο γρουσούζης μουσαφίρης στο τραπέζι σου σε βρίσκει.», «Ο μουσαφίρης και το ψάρι την Τρίτη μέρα βρωμάνε.», «Κοντά στο μουσαφίρη καλοπερνάει κι ο νοικοκύρης.», «Σπίτι ασκούπιστο, μουσαφίρη περιμένει.» | < τουρκ. misâfir (από τα αραβ.), διάλεκτ. musafir -ης· μουσαφίρ(ης) -ισσα.

μουσαφιρλίκι το: η φιλοξενία, η υποδοχή, περιποίηση του μουσαφίρη, του επισκέπτη, του νεοφερμένου. Άλλο σοβαρό παράπονο ήταν ότι ο τσέλιγκας βαραίνει την στάνη με όλα τα έξοδα που κάνει για την φιλοξενία, τα μουσαφιρλίκια, σε κάθε πρόσωπο που πηγαίνει στη στάνη. Παπαδ.: Είτα είς έκαστος των φίλων επροθυμήθη να κάμει κι εκ δευτέρου τα μουσαφιρλίκια, και πάλιν ο καπετάν Ιμβριώτης εξανάκαμε τα σαλαμετλίκια.

μούσγκα η: βρωμιά, λέρα, λάσπη που κυλιούνται τα γουρούνια.

μουσγκιάρης ο: γεμάτος μούσγκα, βρωμιάρης, λερός, ρυπαρός, λιγδιάρης, μπίχλας.

μουσγκιάρικος -ικη -ικο: γεμάτος μούσγκα, βρώμικος, λερωμένος. Παπαευαγγ.: Δε φτάνει αυτό. Φλούσι κι τα μουσγκιάρκα τα χέρια κι μόνου σούφρουνει τσ΄ μύτις.

μουσικάντης ο & μουζικάντης ο: ο μουσικός, οργανοπαίχτης. Καζαντζ.: Άναβαν μεγάλη φωτιά στη μέση του χωριού, μαζεύονταν ψαλμουδώντας τριγύρα ο λαός, έρχονταν οι μουζικάντες με τη λύρα και την γκάιδα | < αντδ. < ιταλ. musicant(e) (συνήθ. όχι μειωτ.) -ης < musica < λατ. musica < αρχ. ελλ. μουσική

μουσίτσα η: πονηρός, κατεργάρης, κρυψίνους άνθρωπος, ιδίως γυναίκα· είδος μικρού εντόμου. Παπαδ.: -Κα τ κουνούπια πς ν ηραν τρόπον κ᾿ σώθησαν ες τν Κιβωτόν; Κ᾿ μυγα; κα τ μυιγαράκια; κ᾿ ο μουσίτσες; -Κα τ μικρόβια; | < σλαβ. му̀шица (mùšica: μυγούλα).

μουσκέτο το: είδος παλιού φορητού πυροβόλου όπλου. Σκαρ.: Άχ, τύχη μαγκούφα· τρέξε στις Αθήνες, σε υπουργούς, σε βουλευτάδες· για μουσκέτο τον είχαν, αν δεν πρόφτανε· εξ μήνες τον εδίκασε το Στρατοδικείο | < ιταλ. moschetto.

μουσμούτας ο: αυτός που τα ψειρίζει όλα, λεπτολόγος, ψείρας, καχύποπτος, αυτός που ψάχνει στα κρυφά.

μουσουκλέτα η: η μοτοσυκλέτα, το δίτροχο.

μουστάκα η: το μεγάλο μουστάκι. Τσιφ.: Διατί το εσκέπτετο τούτο εις κόμης με μουστάκα, ουδείς το γνωρίζει | < μσν. μουστάκι(ν) < ελνστ. μουστάκιον υποκορ. του αρχ. διάλεκτ. (δωρ.) μύσταξ· μουστάκ(ι) μεγεθ. -α.

μουστερής ο: αγοραστής ή πελάτης και με επέκταση αυτός που ενδιαφέρεται για κάτι, με σκοπό να το αποκτήσει Παπαδ.: …συγχρόνως ιδών δύο ή τρεις άλλους προθύμους «μουστερήδες», εξ εκείνων τους οποίους οι παλαιοί εκάλουν μνάμονας, και οίτινες φαίνονται ως να κρατούν κατάστιχον ακριβές με πιστάς χρονολογίας δι᾿ όλας τας γεννήσεις, τους γάμους και μάλιστα τα εορταζόμενα εις τας μνήμας των Αγίων ονόματα. – Κάθε Σάββατο έρχεται ο Στέργιος ο Καμινής και μου γυρεύει λεπτά.. Τ᾿ ακούτε σεις!.. Οι βουτηχτάδες, οι Καλυμνιοί, οι Αιγινήτες, οι Τρικεριώτες, δεν έχουν άλλο μουστερή μεγαλύτερο από μένα.. – …ίσως έχει τακτικούς μουστερήδες, κρυφούς όσον και αυτός, έχοντας πεποίθησιν ότι δεν πωλεί ξίκικα. Πράμα που σαλεύει και τον μουστερή γυρεύει. Κρυστ.: …γιατ᾿ ήξερε πως και οι μουστερήδες του τον παρά, που τους έπαιρνε, τον έβγαζαν με τον ίδρο και με την τιμιότη | < τουρκ. müşteri -ς.

μούστος ο: ο χυμός των σταφυλιών πριν υποστεί τη ζύμωση και γίνει κρασί. Μουστόπιτα, μουστοκούλουρο, μουσταλευριά. Παρ.: «Μάης άβροχος, μούστος άμετρος.», «Μάης βρεμένος, μούστος μετρημένος.», «Μούστος είναι και θα βράσει.» | < ελνστ. μοῦστος < λατ. must(um):νέο κρασί -ος. Βλ. & πετιμέζι.

μουταίνομαι: σωπαίνω, βουβαίνομαι, δεν μιλώ, φέρομαι σαν μούτος, βλ.λ.

μούτα: επίρρ. συνηθ. στα μούτα: χωρίς να μιλάμε, σιωπηλά. Λ.χ. πείτε τίποτα, μην καθουμέστι στα μούτα | Βλ. & μούτος ο.

μουτσιαλώ: μασάω, μηρυκάζω.

μούτσος ο: αγόρι ή έφηβος που δουλεύει σε πλοίο με σκοπό να εκπαιδευτεί στο ναυτικό επάγγελμα. Γιάννης Μούτσος. Παπαδ.: δο τώρα ερέθην μόνος, κάτοχος τς μικρς λέμβου. Ναύτης κ᾿ πιβάτης ν τατ· κυβερνήτης κα ναύκληρος κα πιλότος κα μοτσος τς λαφρς σκάφης. Παρ.: «Οι μούτσοι που γα..ούσαμε γίναν καπεταναίοι.» | < ιταλ. mozzo (ισπαν. mozo: το αγόρι) -ς.

μουτσουνιάζω: δείχνω δυσαρέσκεια με κινήσεις και εκφράσεις της μουτσούνας, του προσώπου, κάνω, κρατάω άγρια μούτρα. Συνθ. στραβομουτσουνιάζω, αγριομουτσουνιάζω. Παπαδ.: …οτως πέρασα τσκ τσίκ, πως λέγουσι, μέχρι του λάβω τς 30, ξ ν πέδωκα τς μνησθείσας 18, κα οτως μεινα μ δώδεκα, διότι δν θελον ν βλέπω τν Κύριον τοτον γριομουτσουνιάζοντα | < Bλ. & μουτσούνα η.

μούτος ο: μουγκός, κωφάλαλος, αυτός που δεν μπορεί να μιλήσει, αμίλητος, σιωπηλός. Στα μικρά παιδιά, για να τα τρομάξουν, έλεγαν «θα έρθει να σε πάρει ο μούτος με τα χλιάρια (: κουτάλια)», λ.χ. κρίνε μούτε!: μίλα, μουγγός είσαι, δεν μπορείς να μιλήσεις;. Γκοτζ.: Αυτός ο μουγκός σύχναζε κει, ανάμεσά μας, για να μην τον ενοχλούν οι όμοιοί του, φαίνεται, επειδή κοντά σ᾿ εμάς έβρισκε ησυχία. Κι άμα απότρωγε, γρύλιζε σα γουρουνόπουλο. -Κοίτα ο μούτος! με σκούνταγε ο Νάκος. Κι άλλο χαλεύει… Αραβαντ.: τσιμουτώ: ψιθυρίζω. «Δεν ετσιμούτισε»: δεν ετόλμησε ν᾿ αρθρώσει λέξη. Παπακ.: Το στοιχειό κάπως το καταλάβαινα, αλλά ποτέ δεν έφτιασα στη φαντασία μου τον μούτο με τα χλιάρια. Πολύ αργότερα ο παππούς μού εξήγησε πως ο μούτος (αυτός που δε μιλάει, ο κωφάλαλος ίσως) κρατούσε κουτάλια για να πιεί το ζουμί των άτακτων παιδιών, που τα βράζει σ᾿ έναν μεγάλο τέντζερη. Παρ.: «Κάνει τον μούτο να γελάσει [σ.σ. λέγεται για κάτι που θεωρείται αδύνατο, ακατόρθωτο]» | < λατ. mutus: άλαλος, βουβός.

μουτράκλα η: το μεγάλο μούτρο, έξυπνος και πονηρός άνθρωπος. Είναι μεγάλη μουτράκλα. Μουτράκλες καλησπέρα σας κι από εδώ!

μούτρο το: το πρόσωπο του ανθρώπου· ικανός ή πονηρός άνθρωπος. Πλένω τα μούτρα· παλιόμουτρο, χαρτόμουτρο. Τσιφ.: Είχε έναν ανιψιό, τον Μάρκο Σανούδο, μια λέρα, καλό πολεμιστή και πολύ πονηρό μούτρο | < παλ. ιταλ. mutria. Βλ. & μεροδούλι το, τσιριμόνια η.

μουτρώνω: κάνω «μούτρα», κατεβάζω μούτρα, θυμώνω, δυσαρεστούμαι, κι αυτό εκδηλώνεται στο πρόσωπο μου, στις εκφράσεις μου. Γιατί μούτρωσε ο γιος της Ασπασίας; Ο φωτογραφικός φακός τη συνέλαβε και… μουτρωμένη.

μουτσοκλαίω: κλαίω λίγο, κάνω πως κλαίω, κλαίω γκρινιάζοντας, ψευτοκλαίω.

μούτσουνο το & μουτσούνα η: μούρη, φάτσα, το πρόσωπο· προσωπίδα, αποκριάτικη μάσκα. Πβ. Καζαντζ.: …ένας αγριομούτσουνος ηλιοφαγωμένος τσέλιγγας με την αγκλίτσα του είχε ξεπροβάλει μέσα από τα κατσάβραχα και τον κοίταζε. Πβ. Παπαγ.: Τόν κακομούτσουνο γιά παράδειγμα, πού που βρεθε χουν τήν νεση νά τόν δείχνουν καί νά λένε μεταξύ τους χαμηλόφωνα: γιά δές τό τέρας! λοι τόν δέχονται, στω καί ποστρέφοντας τό πρόσωπο.Όπως στολιζόμαστε προτού βγούμε από το κατώφλι του σπιτιού μας, παρόμοια και τα λόγια -καλλυντικά πρώτης γραμμής- επέχουν θέση πλαστής μουτσούνας. Παρ.: «Όλα τα γουρούνια ένα μούτσουνο.», «Τα χέρια ντροπιάζουν το μούτσουνο.» | < μσν. μουτσούνα < μσν. μουσούνα < ιταλ. musone: που κάνει γκριμάτσες για να δείξει δυσαρέσκεια.

μούφα η: λέγεται για κάτι κακής ποιότητας, κατώτερο από τις προσδοκίας, απάτη, ψεύτικο, ψευδεπίγραφο, προσχηματικό· μικρός σωλήνας που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο άλλους συνεχόμενους· και ως επίρρ. μούφα. Με «μούφα» πέναλτι, η Χιλή χρειάστηκε την… σφυρίχτρα του διαιτητή για να «λυγίσει» το Εκουαδόρ. Το θέμα έπαιξε πολύ όταν βρήκε χώρο σε ιστοσελίδες που παρουσιάζουν συνεχώς τερατώδεις μούφες, μόνο και μόνο για τα κλικς των ηλιθίων. Η όλη ιστορία τελικά είναι «μούφα» και προέρχεται από έναν ψεύτικο λογαριασμό με το όνομα του ηθοποιού. Στην εποχή της «μούφα δημοσιογραφίας». Μούφα η είδηση για την Ελληνίδα που ξεσκέπασε το σκάνδαλο. Η μούφα θα πρέπει να τοποθετηθεί στους σωλήνες με συνεχή και ίσα κατανεμημένη πίεση μέχρι να φτάσει ο σωλήνας στην εσωτερική πτυχή της | < ίσως αγγλ. muff ή γαλλ. mouffle -α. Βλ. & κυριλές ο, γιωτάς ο.

μουχαμπέτι το & μουαμπέτι το: συζήτηση, κουβέντα, χωρατό, μασλάτι. Πβ.: Βγήκι ου μπάρμπας ου Γούλας να παλαήσι να βρει ν᾿ κατσίκα κι σαν έφτασι σμα στου σταθμό, τουν βάρσι η μυρουδιά. Μέσα στου σταθμό, κάτι γένουνταν… Ν᾿ ίχαν βάλι τα πιδιά, οι χουρουφυλάκοι σι μνιά μπραγάτσα κι κάθουντα λόυρα στ᾿ φουτιά κι έφκιαναν μουαμπέτι. (χωριό Μεταξάς Κοζάνης). Γκοτζ.: Με όλη την ενόχληση του ποδιού, του άρεσαν τα μουαμπέτια και οι μουραμπάδες, οι κουβέντες και τ᾿ αστεία.

μουχλέτι το: διορία. Κολ.: Να μας δώσεις μουχλέτι (διορία) γιατί τούτοι είναι άγριοι άνθρωποι.

μουχός ο & μοχός ο: άνδρας, το αφεντικό στα μαστόρικα, την συνθηματική ιδιόλεκτο των χτιστάδων (κουδαρίτικα)· ΦΡ. «Μουχέ μ᾿, σαν δεν είχες κράνα, τι το ᾿φκιανες το κούφιο;.» «Κράνα» λέγονται τα λεφτά, οι παράδες και «κούφιο» το σπίτι, το οίκημα.

μουχούσα η & μοχούσα η: γυναίκα, αφεντικίνα, η γυναίκα του αφεντικού στα «μαστόρικα» Βλ. μουχός.

μούχτι ο: η κλεψιά, ζούλα, πονηριά, απατεωνιά· μάσα, χορτασμός σε βάρος άλλων. Ήθελε να φάει τα λεφτά στο μούχτι. Στήν παλαιά ργκό πρχε μιά βάναυση λέξη, τό «μούχτι», πού δηλώνει τό φαγητό, τήν κ τς μάσας πόλαυση. τσι, κατά τό κοινς λεγόμενο «πέσαμε στό μούχτι» καί λέγαμε «ες γείαν τν Κουτόφραγκων». Παρ.: «Αμούχτι ξύδι, γλυκό σα μέλι.»

μοχθεμένος -η -ο: αυτός που έχει μοχθήσει, έχει εργαστεί σκληρά. Παρ.: «Ο μοχθεμένος έμπορος την τύχη έχει συντρόφισσα.»

μοχόζικο το: εκλεκτό, σπάνιο έδεσμα ή κέρασμα, το νόστιμο και ορεκτικό φαγητό· νόστιμο αστείο, η ευτράπελη ιστορία.

μπαγτατίο το: διάφραγμα από λεπτά σανίδια, πηχάκια, το οποίο κατασκεύαζαν ως οροφή, ταβάνι και το ασβέστωναν. Χρησιμοποιούσαν ασβέστη και γιδόμαλλο. Διατηρούσε το σπίτι ζεστό το χειμώνα και δροσερό το καλοκαίρι. Κοινώς «μπαγλαντί.»

μπαγαπόντης ο / παγαπόντης / ο & μπαγαπόντισσα η: πονηρός, κατεργάρης, απατεώνας. Βρε τον μπαγαπόντη, μας γέλασε όλους!. Τσιφ.: Πάει λοιπόν κι ήτανε και καλός για τους Έλληνες, παγαπόντικα, αλλά πάντως καλός | < μπαγαμπ-: ιταλ. vagabond(o): άνθρωπος που περιπλανιέται, δε δουλεύει, άχρηστος -ης. Βλ. & μπαγαποντιά η.

μπαγαποντιά η: πράξη, συμπεριφορά του μπαγαπόντη, απατεωνιά, απάτη, ψέμα. Καρκ.: Πότε ακούστηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας να πραγματοποιείται η απελευθέρωση μέσω της μπαγαποντιάς; Ποτέ. Η λευτεριά δεν κερδίζεται με ξόρκια, αλλά με αγώνες και θύματα! Καραγ.: Έγινε ίσος κι όμοιός τους· πρώτος στα τρεξίματα, τα παιγνίδια, τους καυγάδες και τις μπαγαποντιές. Βλ. & μπαγαπόντης ο

μπαγλάρωμα το: δέσιμο, σύλληψη. Όλοι θέλουν μπαγλάρωμα | < βλ. μπαγλαρώνω.

μπαγάσας ο: ικανός, επιδέξιος, πονηρός, άτιμος. Ηθοποιάρες οι μπαγάσηδες! Οι μπαγάσηδες βάζουν φωτιά στο ευρώ… Φτου σας, μπαγάσηδες Μαυρογιαλούροι! Ορέ Μπαγάσηδες…. Τι μπαγάσηδες που είναι ρε παιδιά! Πάλι στο μέλι! Ρε τους μπαγάσηδες! Κάνανε φωτομοντάζ τον βουλευτή να γλεντάει στα μπουζούκια! Αργούν, οι μπαγάσηδες, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι τοποθετούν τον κατάλληλο άνθρωπο! Τσιφ.: Κει που τονε κουβέντιαζε δηλαδή ο δάσκαλος, τούφαγε τη πίπα, τα τσιγάρα, τα σπίρτα κι έξη ταλλαράκια πούχε στη τσέπη. Ύστερα του τάδωσε. Θόλωσε ο γέρος: -»Πότε τα πήρες βρε μπαγάσα»; -»Τώρα που μούκανες μάθημα περί κλοπή» | < μσν. μπαγάσα: πόρνη -ς < ιταλ. bagascia.

μπαγιονέτα η: ξιφολόγχη. Κολ.: Σταμάτης Μήτσας λαβώθηκε ες τ ποδάρι π μπαγιονέτα | < ιταλ. baionetta < γαλλ. baïonette (< τοπων. Bayonne όπου πρωτοκατασκευάστηκε).

μπαγλαμάς ο: μουσικό όργανο με τρεις χορδές που μοιάζει με μπουζούκι, αλλά είναι πιο μικρό· μτφ. άτιμος, πονηρός, ασήμαντος άνθρωπος, ανάξιος λόγου. Οι μπαγλαμάδες έφυγαν χωρίς να πληρώσουν | < τουρκ. bağlama -ς. Βλ. & τζουράς ο.

μπαγκάζι το & μπαγάζι το: η αποσκευή, πράγμα, αντικείμενο που κατέχει κάποιος και το μεταφέρει. Νίκο, μάζεψε τα μπαγκάζια σου και δρόμο! Η Βικτόρια κουβαλάει τα μπαγκάζια της στο τρένο! Τσιφ.: Δαγκώθηκε, ξανάδεσε τα μπαγκάζια του, άντε να καναπάει ο δόλιος ο Φρειδερίκος.

μπαγλαρώνω: συλλαμβάνω, δένω, κλείνω στη φυλακή. Μτχ. μπαγλαρωμένος ο. Τον μπαγλάρωσαν έξω απ᾿ το σπίτι του. Τσιφ.: Ο φορατζής έπαιρνε ότι τράβαγε ο οργανισμός του, σε μπαγλάρωνε και στην καρπαζά, άμα δεν του άρεσε η φάτσα σου και πήγαινε παρακάτω. Ακρίδα άγρια και πεινασμένη | < τουρκ. bağlar: δένω -ώνω.

μπαγάσικος -η -ο: με την ιδιότητα του μπαγάσα, άτιμος. Βρε τα μπαγάσικα τα μαθητούδια! Τσιφ.: …σ᾿ έτρωγε να πούμε ο άλλος και καθάριζες από τους λεκέδες της παρούσης κοινωνίας της αχάριστης και της μπαγάσικης. Βλ. & μπαγάσας ο.

μπαζιά η & μπάζα η: η κερδισμένη φυλλωσιά στην τράπουλα, χαρτωσιά, οικονομικά κέρδη, ό,τι μαζεύει κάποιος, κλοπιμαία. Ο παίχτης που έριξε το καλύτερο φύλλο παίρνει τα τρία φύλλα (μπάζα). Γερές μπάζες από διαρρήξεις στα νησιά. Παπαγ.: …οι νεαροί μάγκες των προαστίων, όταν συλλαμβάνονταν, γρονθοκοπούνταν ανελέητα πριν διαπραγματευτούν την ελευθερία τους, ανταλλάσσοντας ένα τμήμα της μπάζας ή όλη την μπάζα τους | < βενέτ. baza: κάρτες (στα χαρτιά) κερδισμένες από τον αντίπαλο, πετυχημένο κόλπο.

μπάζω: βάζω μέσα. Παπαδ.: Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπίτι σου και τι τους έχεις, αν είναι γενιά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζεις ποιόν μπάζω στην κάμαρα, αφού το νοίκι σού το ᾿χω πληρωμένο. Μακρ.: Τότε ο συντρόφοι το ο δολερο μπάζαν νθρώπους κρυφίως π τ Πέντε δέρφια κι᾿ π λλο κα γιόμοζαν τ σπίτια. Παρ.: «Άρχοντα μπάζεις σπίτι σου, πιαστή γυναίκα έχεις.»

μπαλαγκάμι το: μικρό κομμάτι γούνας, που περισσεύει κατά την επεγεργασία της, αλλά δεν χρησιμοποιείται. Πέτα το είναι μπαλαγκάμι, δε βγάζει τίποτα. (Καστοριά).

μπαλαδόρος ο: που παίζει καλή μπάλα, πολύ καλός ποδοσφαιριστής, επιδέξιος, ικανός παίχτης. Ο μπαλαδόρος που άφησε τα γήπεδα για να γίνει πλανόδιος πωλητής. Τεράστια συμβόλαια με τους κορυφαίους μπαλαδόρους της Ευρώπης, συνοδεύουν κάθε κοντρόλ, ντρίπλα ή σουτ. Το κορίτσι μας λοιπόν εδώ και μια εβδομάδα έχει βαρεθεί να ρίχνει άκυρα σε μπαλαδόρους. Η πρόκριση στον τελικό είναι να όνειρο που γίνεται πραγματικότητα για τους μικρούς μπαλαδόρους.

μπαλάμι το: αμύγδαλο. Τα μπαλάμια χρειάζονταν και για τον σιμιγδαλίσιο χαλβά. Ζύμωναν τους κουραμπιέδες με τα μπαλάμια και μοσχοβολούσε το σπίτι.

μπαλαμιά η: αμυγδαλιά.

μπάλιο το: άλογο με άσπρη βούλα, σημάδι στο μέτωπο. Πβ.: Μα τέτοιο άλογο, κακό μάτι να μην το ιδεί. Μόνο η μιλιά του λείπει, έλεγαν. Είχε ένα καφετί μελί χρώμα και η τρίχα του γυάλιζε σαν μικρές φεγγαραχτίδες. Ένα άσπρο κομμάτι στο μέτωπο, σαν κορώνα, σαν ήλιος που έλαμπε, και ίδια μικρά κομμάτια, μπαλώματα άσπρα, στα γόνατα του. Μια χυτή σαν μετάξι χαίτη, ένα λεβέντικο καμαρωτό περπάτημα και μια λαμπερή ματιά. (Αλ. Καρακώστα-Αηδόνη, Ο Μπάλιος, διήγημα.) | < Χριστοφορ. bάλε: ζώον το έχον λευκό στίγμα επί του μετώπου < πιθ. αρχ. ελλ. βαλιός ή πολιός: λευκός, λευκότριχος, ασπρομάλλης.

μπαίγνιο το: παίγνιο, παιχνίδι, αντικείμενο εμπαιγμού, κοροϊδίας, περίγελος, ρεζίλης, αυτός που τον περιπαίζουν, τον περιγελούν. Με τα καμώματά του έγινε μπαίγνιο του κόσμου. Τσιφ.: Αν όμως εκλιπαρούσε τη συγγνώμη και παρακαλούσε και τύχαινε να του χαρίσουν τη ζωή, τότε ήτανε ντροπιασμένος και έφευγε από την ιπποσύνη, και χνότανε αλλού, ρεζίλης των σκυλιώνε και παίγνιο της κοινωνίας, τέτοια ωραία, αμήν! | < μσν. μπαίγνιον < εμπαίγνιον < αρχ. ελλ. ἐμπαίζω: περιπαίζω, περιγελώ.

μπαϊλντίζω & μπαïλντώ: κουράζομαι, λιγοθυμώ, εξαντλούμαι, βαριέμαι, βαρύνομαι, αποκάμνω. Σκαρ.: Μπαΐλντισε ο δόλιος ο πατέρας του· βαρυγκόμισ᾿ η ψυχούλα του· χαΐρ᾿ ο κιαρατάς ας μην έγλεπε· στάχτη και κουρνιαχτός να τούχε γίνει.. ας τον έκοβαν.. Για μουσκέτο ας τον πααίναν | < τουρκ. bayildim.

«μπαινάκης και βγαινάκης»: έχει ίδια σημασία με την Παρ.: «Απ’ το ένα τ’ αυτί μπαίνουν (τα λόγια) κι απ’ το άλλο βγαίνουν

μπαϊράκι το: η πολεμική σημαία, το φλάμπουρο, διακριτικό λάβαρο των καπεταναίων. Παρ.: «Τρύπιο μπαϊράκι, τιμή του καπετάνιου.» Δημ.: Ο Νίκος τι να γίνηκε, τούτο το καλοκαίρι / που ᾿ταν μπαϊράκι στα βουνά και φλάμπουρο στους κάμπους / που ᾿ταν και μες τη θάλασσα πύργος θεμελιωμένος; Παπαδ.: Μόνον το μπαϊράκι του, το κόκκινον εκείνο μανδήλιον, το οποίον εκυμάτιζεν υψηλά άνω της στέγης της δραγασιάς, μόνον εκείνο ήρκει να τρέψει εις φυγήν τους κλέπτας. Εμπειρίκ.: Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια / Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες / Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ᾿ τις σειρήνες.

μπαΐρι το: χωράφι ακαλλιέργητο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μακρ.: Πέστε μου να σπίτι παλιν ες τν Ρούμελη πο ν μν εναι χτίριον μοναχά. Πέστε μου πολιτείαν ν μν κάηκε κα ο γς ρημες κα μπαΐρια ς τν σήμερον | < τουρκ. bayir.

μπάκα η: η προτεταμένη κοιλιά. Μπάκες, κυτταρίτιδα και… σωσίβια: Έτσι μοιάζουν οι stars του Χόλιγουντ χωρίς το ρετούς! Γκοτζ.: …και τα παιδιά τους έχουν τόση μπάκα από τις θέρμες, κιτρινιάρικα | < αλβ. baka: η κοιλιά. Βλ. & τιλώνω.

μπάκαβος -η -ο: σκούρος, σκουρόχρωμος (Γέρμας Καστοριάς). Σιδ.: Μόνο η μπάκαβη κάπα έμεινε στο νου του.

μπάκακας ο & μπάμπακας ο: βάτραχος, θηλ. μπακακίνα. Μακρ.: Μς βλέπαν κι᾿ κουγαν τν θρνον τν κανονιν μας, πο πετζοκοβόμαστε. Γιόμωσε κα τ λιμάνι πνιμένους, σν ν ταν μπακακάκια ες τν βάλτο, τζι πλέγαν κι ατενοι ες τν θάλασσα. Βηλ.: Το γένος μου, κυρ Μπάκακα, παντού είναι φημισμένο / και από ζώα, και πουλιά, και ανθρώπους γνωρισμένο. Παρ.: «Εκάκιωσεν ο μπάμπακας κι η λίμνη δεν το ξέρει.» | < ηχομιμ. [bakak] -ας. Βλ. & βατσινιά η.

μπακακούλι το: βατραχάκι.

μπακάλης ο & μπακάλαινα η / μπακάλισσα η: αυτός που διατηρεί μπακάλικο, εμπορικό κατάστημα τροφίμων και άλλων ειδών· επαγγελματίας που πουλάει λιανικώς είδη καθημερινής χρήσης και ιδίως τρόφιμα· παντοπώλης. Το λογιστικό σύστημα του βερεσέ, της γνωστής πίστωσης, που ήταν αποδεκτό από τους μπακάληδες τού χωριού, και λειτουργούσε ως εξής: Ο υπεύθυνος της οικογένειας σε συνεννόηση με τον μπακάλη, άνοιγε έναν λογαριασμό για ψώνια, με μόνη άγραφη εγγύηση την υπόσχεσή του, ότι μόλις ο αγρότης πληρωνόταν την σοδειά από τις ντομάτες του, τα σταφύλια του κλπ, θα πήγαινε το ποσό στο μπακάλη για να διαγραφεί το παλιό χρέος και να ξεκινήσει το νέο. Παρ.: «Τάχα νάχει κι άλλη γιο; Η μπακάλαινα κι εγώ.» | < τουρκ. bakkal -ης· μπακάλ(ης) -ισσα.

μπακαλώ: μπουσουλώ, προχωρώ με τα τέσσερα. Το κούτσκο άρχισε να μπακαλάει σ᾿ όλο το σπίτι.

μπακατάρης ο: ο ανυπόληπτος, ο άσχετος, άπειρος και αδέξιος, αυτός που δεν κατέχει επαρκώς την τέχνη ή τη δουλειά του.

μπακιά: επίρρ. εκ των υστέρων, με καθυστέρηση, μετά την συνήθη χρονική περίσταση. Λ.χ. λέγεται όταν κάποιος εύχεται «χρόνια πολλά» σε κάποιον, την επόμενη ή μεθεπόμενη της ονομαστικής εορτής του.

μπακιρένιος -ια -ιο: φτιαγμένος από μπακίρι, χαλκό. Καββ.: Tης έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα, / για του σιδέρου την κακήν αρρώστια φυλαχτό. Πβ. Παπαδ.: …με το καράβι του, τον «Τριτώνε» (το είχεν αγοράσει από τα μέρη της Φραγκιάς, μπακερωμένο, τρικάταρτο) | < Bλ. & μπακίρι το, σινί το, γουδί το.

μπακίρι το: ο χαλκός· φτηνό μέταλλο·(χάλκινο) νόμισμα μικρής αξίας· σκεύος, ιδίως μαγειρικό, κατασκευασμένο από χαλκό. Σκαρ.: Σκαρί κουλουριώτικο ήταν η Φλώρα του, μπακίρι μοναχό ᾿ταν το καρφί της | < τουρκ. bakιr -ι. Βλ. & κιλότο το, κασταλαή η.

μπακούρα η: μεταλλικό (χάλκινο) δοχείο για πολλές χρήσεις, χωρούσε 3,4 λίτρα νερό. Ρίξε δυό μπακούρες βραστό νερό· κάθε ξυλόσομπα είχε συνήθως επάνω μπακούρα με ζεστό νερό | < πιθ. τουρκ. bakιr: ο χαλκός.

μπακούρι το: μεταλλικό (χάλκινο) δοχείο, ανύπαντρος, εργένης. Βλ. & μπακούρα η.

μπακράτσι το: το χάλκινο ή μεταλλικό δοχείο. Βλ. γκιούμι το.

μπαλαμούτι το: απάτη, ψέμα, ξεγέλασμα, κλέψιμο στη χαρτοπαιξία, απάτη· σεξουαλική περίπτυξη, επαφή, αλληλοχούφτωμα. Τον έπιασε στο μπαλαμούτι, να του φάει τα λεφτά. Ρεμπέτ.: Στο μπαρμπούτι, στο μπαρμπούτι / μού τη φέραν μπαλαμούτι | < παλ. σλαβ. balamut -ι (Πβ. ρωσ. balamut).

μπαλαμουτιάζω: μιλώ σε κάποιον προσπαθώντας να τον ξεγελάσω, να τον πείσω για κάτι που δεν ισχύει· χουφτώνω, χαϊδεύω άνδρα ή γυναίκα με σεξουαλικές προθέσεις.

μπαλαμουτιάζομαι: πιστεύω σε μπαλαμούτια, χάφτω ψέματα, ξεγελιέμαι, απατώμαι· μτφ. έρχομαι σε ερωτικές περιπτύξεις, σε μπαλαμούτι, βλ.λ.

μπαλαντίνα η: μεγάλη και βαριά νιφάδα χιονιού. ΦΡ. Ρίχνει μπαλαντίνες | < πιθ. μπάλα.

μπαλαούρο το: αποθήκη πλοίου η οποία χρησιμοποιείται και ως κρατητήριο· κρατητήριο ή φυλακή. Μπήκε κρυφά επιβάτης και κρύφτηκε κάτω βαθιά, στο μπαλαούρο, μέσα σε μία καμαρωμένη φρεγάδα, χυτή, χαριτωμένη | < ιταλ. ballauro= μικρό πλεούμενο των Aντιλλών.

μπαλαρμάς ο: είδος βλήματος το οποίο χρησιμοποιούνταν παλαιότερα και το οποίο αποτελούνταν από δύο σφαίρες συνδεδεμένες μεταξύ τους με σύρμα. Καρκ.: Aν φέρη κι άλλο θηλυκό, κάλλιο μπαλαρμάς να τον εύρη! | < γαλλ. balle ramee «σφαίρες συνδεδεμένες με σύρμα» (< balle «μπάλα, σφαίρα» + rame «στηριγμένος με σύρμα»).

μπαλάσκα η & παλάσκα η: θήκη για φυσίγγια, η οποία αποτελεί μέρος της ατομικής εξάρτυσης στρατιώτη· φυσιγγιοθήκη. Όπλα, μπαλάσκες, άρξασθε! Με όπλα και μπαλάσκες να φυλάει τα σύνορα. Παρ.: «Ο πο ‘χει γρόσια στη μπαλάσκα όπου θέλει πάει το Πάσχα.» | < τουρκ. palaska.

μπάλιος ο: ο ασπροκέφαλος, λέγεται και για πρόβατα | < αρχ. αρωμουν. baliu < ή αλβ. balio ή αρχ. ελλ. βᾰλιός, -ά, -όν: διάστικτος, παρδαλός, πιτσιλωτός. Βαλίος: όνομα ενός από τα άλογα του Αχιλλέα.

μπαλονιάζω: γίνομαι, φουσκώνω σαν μπαλόνι, πρήζομια. Τσιφ.: Ήρθε η κοιλιά της μπαλόνιασε, πάτησε τους οχτώ, στο τέλος πήγε στο Πέραμα σε μια θεία της, από τη Κάλυμνο ήτουνε και το γέννησε το παιδί | < ιταλ. (διάλεκτ.) ballon(e) -ι.

μπαλτάς ο: είδος μικρού τσεκουριού με κόψη μεγάλου μήκους. Μπαλτάς με λεπίδα από ανοξείδωτο χάλυβα 4mm και λαβή από πολυπροπυλένιο. Μπαλτάς μισοσατήρα μήκους 27 cm. Μπαλταδάκια οικιακής χρήσης. Καζαντζ.: …εμένα το μυαλό μου στόμωσε το παντέρμο, το δικό σου μπαλτάς και κόβει· κόψε το λοιπόν! Παπαδ.: πρε κ να μπαλτν μαζί του, κα μίαν πόχην, κ να γάντζον. σως εχε σκοπν ν κόψ ξύλα, ν γεμίσ τν βάρκαν, περισσότερον, παρ ν γιαλέψ | < τουρκ. balta -ς.

μπαλταδιά η: χτύπημα, κρούση, κοψιά με μπαλτά, τσεκουριά. «Αλύπητα μας χτύπησαν οι μπαλταδιές της μοίρας!» Λειβ.: …βαδίσαμε χιλιάδες χρόνια για νάρθουμε / φάτσες σημαδεμένες απ᾿ τα οξέα και τις μπαλνταδιές του μέλλοντος / χέρια που παίζουνε σαν παιχνιδάκια τις βαρειές και την τύχη του κόσμου.

μπαλώνω & μπαλώνομαι: μτφ. ικανοποιώ άμεσες, βιοποριστικές, ζωτικές ανάγκες, βολεύομαι, εξυπηρετούμαι προσωπικά, αμείβομαι. Καβ.: Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ. / Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ. / Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί / να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό. / Μετά χαράς θα πήγαινα μ᾿ αυτόν. Βλ. & σταυρώνω.

μπαλωθιά η: πυροβολισμός, μπαταριά, κουμπουριά, τουφεκιά. Ένας 25χρονος έχασε τη ζωή του και ένας 23χρονος τραυματίστηκε από μπαλωθιές σε πασχαλινό γλέντι στα Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου. Ελύτ.: Να όριζες άλλο ριζικό μου εμένα! / Δεν την αντέχω τη στεριά / Δε με βαστάνε οι νεραντζιές / Δώσε να πάω για τ᾿ ανοιχτά με μπαλωθιές και σήμαντρα!

μπάμπαλο το: το σκουπιδάκι, η σκόνη. ΦΡ. Μπήκαν μπάμπαλα στα μάτια. μπάμπαλο, το σκουπιδάκι, Παρ. «Αν χυθεί το γάλα, με μπάμπαλα μαζεύεται.»· δεν έχει μπάμπαλο στην καρδιά του: είναι καλόκαρδος, δεν έχει κάνει κακό | < απιθ. από το παμπάλαιο < ή το μεσν. βά(μ)βαλον.

μπαμπάτσικος -η -ο: καλοθρεμμένος, μπόλικος, σωματώδης. μεγάλος σε όγκο. Λ.χ. Μπαμπάτσικο μωρό, καθώς και μπαμπάτσικη γυναίκα αλλά και μπαμπάτσικες μερίδες φαγητού. Τρελά μωρά! Μπαμπάτσικες αλλά… καυτές! Μπαμπάτσικη ομελέτα με λαχανικά. Μπαμπάτσικος Κωνσταντίνος | < τουρκ. λ. babas: ο πιο μεγαλόσωμος και ηλικιωμένος κόκορας του κορετσιού.

μπάμπες οι: το παχύ έντερο των ζώων, κυρίως των γουρουνιών, μαγειρεμένο στο φούρνο με γέμιση από ψιλικομμένο κρέας ή κιμά, πράσο και ρύζι. Το φτιάχνουν για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι· υποκορ. μπαμπούλω η. Συνων.: μπομπάρια τα: έτσι ονομάζονται στην ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης | < Βλ. & μπάμπω η.

μπαμπέσης ο: αυτός που δεν κρατάει μπέσα, δεν είναι μπεσαλής, δεν τηρεί τις υποσχέσεις και τον λόγο του, αναξιόπιστος, άνθρωπος δόλιος, πονηρός, ύπουλος. Επειδή ο Πέτρος είναι μπαμπέσης, δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να κάνει.Ήλιος ψεύτης, καιρός μπαμπέσης. Καζαντζ.: Δεν ήθελε να παραδοθεί στον ύπνο, μπαμπέσης είναι, δεν του ᾿χε εμπιστοσύνη.- Τι άντρας, συλλογίζουνταν, τι περφάνια, τι λεβεντιά! Δεν λέει ποτέ λόγο περίσσιο, δεν καυκιέται, δεν τα βάζει με παρακατιανούς, δεν είναι μπαμπέσης. Δεν προσκυνάει μήτε το Χάρο. Χαρά στον άνθρωπο που έχει τέτοιον οχτρό | < αλβ. pabes(ë) -ης.

μπαμπεσιά η: πονηρή, δόλια πράξη, πισώπλατο χτύπημα, «πουστιά», ατιμία, προδοσία. Με μπαμπεσιά το μαχητικό αεροσκάφος. Πήρε το κάστρο με μπαμπεσιά. Βλ. & μπαμπέσης ο.

μπαμπέσικα: ως επίρρ. με μπαμπεσιά, με τον τρόπο του μπαμπέση. Καζαντζ.: …μπήκαν οι μακαρονάδες μπαμπέσικα μια νύχτα, πάτησαν τα ελληνικά χώματα και κούρντιζαν τις κιθάρες τους να κατέβουν στα Γιάννενα. Βλ. & μπαμπέσης ο.

μπαμπίδικος -η -ο: γεροντίστικος, παππούδικος, που ταιριάζει σε ηλικιωμένους, παλιομοδίτικος. Βλ. & μπάμπω η.

μπαμπόγρια η: υποτιμητικά, επικριτικά, σκωπτικά η γριά, μπάμπω, ηλικιωμένη γυναίκα. Να τις δεις πως πετάγονται μπροστά του σαν κάτι κουτσομπόλες μπαμπόγριες με καμπουριασμένες τις πλάτες. Θα φτιάξουμε λαχταριστούς παραδοσιακούς μπουλκουμέδες Χίου, με την πανάρχαια συνταγή που χρησιμοποιούν οι μπαμπόγριες. Παπαδ.: Καλ περίμενα ν᾿ κούσω γ π σένα, μπαμπόγρια; επεν βράμης. κ στόματος κοράκου ξελεύσεται κρά. Καζαντζάκ:·τα ᾿χε ψήσει μαθές με τη σπιτονοικοκυρά του, μια χήρα μπαμπόγρια, και ντρέπουνταν να τρώει και να γλυκοσαλίζει μοναχός του· και το ᾿ξερε πως τα᾿ αγαπούσε η καημένη τα λουκούμια, γιατί δεν ήθελαν δόντια. -Παζάρια δε θέλω! βρουχήθηκε ο καπετάνιος κι έσπρωξε τους τρεις μπαμπόγερους και τους κόλλησε πάλι στον τοίχο· τι να σας κάμω, σαράβαλα;

μπαμπούλας ο: φάντασμα, βρικόλακας, σκιάχτρο, μορμολύκειο, ό,τι προκαλεί φόβο. Γκοτζ.: Πραγματικά από κει δε θα είχα κανένα φόβο, γιατ’ η απόσταση απ’ τον αθώο μπαμπούλα μας ήταν μεγάλη.

μπάμπω η: βάβω, γριά, μανιά, ηλικιωμένη γυναίκα, Δημ.: .σ χεις τ τσιγκόδεντρα κι γ χω τος γερόντους / σ χεις τς γριογκορτσις γ χω τς μπαμπίτσες. Πβ. Γοτζ.: – Τι θα βάλεις αυτού μέσα; με ρώταγε, ανήξερη τάχα, η βάβω.- Γράμματα, απαντούσα με καμάρι. – Τόσο πολλά; – Ου, και πλιότερα ακόμα, έλεγα περήφανα. Θα γιομίσω έναν τρουβά. Αίν.: «Τσάλα – μπάμπω κατέβαινε, απού γυαλένιο πύργο.» (μύξα, μύτη – Β. Εύβοια). Παρ. «Αλλιώς, μπάμπω, το κόσκινο, αλλιώς και το πλαστήρι», «Φυσάει η μπάμπω στο κουρκούτι φυσάει και στο γιαούρτι.» | < βάβα η < σλαβ. baba. Βλ. & κατσίβελος ο, βατσινιά η.

μπανιερό το: ρούχο για μπάνιο, κολύμπι, μαγιό. Γκιών.: Φορούσα ένα βρακί, ένα μπανιερό, που μου είχε πάρει η Παρασκευή και μου ᾿ρχότανε να λακήσω.

μπανίζω: βλέπω, κοιτώ, κόβω με το μάτι, εντοπίζω, κρυφοκοιτάζω. Τσιφ.: Σκαρφαλώνανε στη καμπίνα του μηχανικού, που τάχε κει πέρα και μπανίζανε το έργο από τη βίγλα τους. Δε πλερώνανε κι εισιτήριο και γινότανε η δουλειά στο εν τάξει. Ρεμπέτ.: Απ᾿ την πόρτα σου περνώ, στέκω και μπανίζω, από τις χαραματιές πάντα σε μπανίζω | < μπάν(ιο) -ίζω, επειδή παλιότερα οι άντρες κρυφοκοίταζαν από μακριά τις γυναίκες που κολυμπούσαν | < αντδ. < ιταλ. bagno < υστλατ. bannium < λατ. balneum < ballineum < αρχ. ελλ. βαλανεῖον.

μπάνικο το: όμορφο, ωραίος, καλοφτιαγμένος, καλοκαμωμένος, αυτός που έχει καλό «μάτι», τσίλικος, ευειδής. Μπάνικο αμάξι, μπάνικη γυναίκα.

μπανιστήρι το: το να παρακολουθεί κάποιος, συνήθ. απαρατήρητος, πράξεις ή γενικά θέαμα που του προκαλεί σεξουαλικό ενδιαφέρον (Τριαντ.)· το «μάτι.» Μπανιστήρι με κιάλια από το μπαλκόνι του κάνει ο Β! Έκαναν «μπανιστήρι» στις γυναικείες τουαλέτες μέσω καθρέφτη διπλής όψεως | < Βλ. & μπανίζω.

μπανιστιρτζής ο & μπανιστιρτζού η: αυτός που κάνει μπανιστήρι. O καλλιτέχνης πρέπει να παρατηρεί τα πάντα, – σχεδόν σαν μπανιστιρτζής. Βλ. & μπανίζω.

μπάνκα η: κάσα, η παρακαταθήκη των χρημάτων που παίζονται σε τυχερό παιχνίδι· παίχτης ή ειδικός υπάλληλος λέσχης, καζίνου κτλ. που κρατάει την μπάνκα και παίζει εναντίον των άλλων παιχτών (Τριαντ.). Τινάζω τη μπάνκα στον αέρα | < ιταλ. banca: σκαμνί, τράπεζα.

μπάντα η / μπαντιά η / μπαντιλίκι το: μεριά, πλευρά, απότομη, γρήγορη στροφή, αλλαγή πορείας, επικίνδυνο φρενάρισμα τροχοφόρου οχήματος. Χρησιμοποιείται φρένο και γκάζι. Έτρεχε με τις μπάντες: έτρεχε πολύ γρήγορα. Πήραν τις μηχανές και πλακώθηκαν στα μπαντιλίκια, μέχρι που κάψανε τα λάστιχα. Παπαδ.: Δι τοτο βλέπεις ν εσάγωνται τοιαται λέξεις, ποία μπάντα τς μουσικς! λόγου χάριν. ν ες τν γνησίαν δημώδη γλσσαν, λέξις σημαίνει τν πλευρν τν λλως μεριά, διάφορον. – λλ᾿ α λέξεις χορός, θίασος, μιλος, ρχήστρα, τίποτε δν σημαίνουν. μπάντα, ατ εναι λέξις τς μόδας. Τσιφ.: Δεν έδινε τ᾿ αγγέλου του νερό, έβαζε στην πάντα, ήτανε και σκληρός στη δουλειά, τα κονόμησε. Βλ. & κουμάντο το.

μπάντα η: το υφαντό με σχέδια που κάλυπτε τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι· η άκρη σε ένα μέρος, δρόμο, ή χώρο, κρυψώνα. Μπάντες οι: οι πλευρές του σκάφους (αριστερή και δεξιά). Γκοτζ.: …ώσπου απ᾿ τις άδειες το υπουργείο τον πέταξε στην μπάντα, μεσοκομμένον, με κομμένη σύνταξη, μισή, να μασουλάει ένα ξερό κομμάτι σα σκυλί και να βλογάει, ευκές να δίνει στο δημόσιο. Καζαντζ.: Κάνε στην μπάντα μη σε πατήσει η φοράδα! Έγρουξε για Τρίτη φορά ο καπετάν Μιχάλης. Γκοτζ.: Τοίχο δεν χρειάστηκε να φκιάσουν παρά απ᾿ τις τρεις μονάχα πάντες.Απ᾿ τις άλλες μπάντες είχαν πλεμένα κλωνάρια, όπως στα καλύβια. Εκεί μέσα με δέχτηκαν νύφη. Παρ.: «Όποιος εξόδευεν εκατόν κι εσόδευε σαράντα / ποτέ δεν του περίσσεψαν να βάλει και στην μπάντα, / διαβόλοι τον τραβούσανε και δεν ήξερε γιάντα.» | < ιταλ. banda < αρχ. γερμ. bant.

μπαξές ο & μπαχτσές ο / μπαχτσέδι το: κήπος, περιβόλι· μτφ. ανοιχτός, γενναιόδωρος, καλόκαρδος κι ενδιαφέρων άνθρωπος. Δημ.: Μες στου Γιαννούλη το μπαχτσέ μπαίνουν γιανιτσαραίοι. «Ας διψάσουν οι μπαχτσέδες», λέει ο δήμαρχος, για να μην αναγκαστεί ο Δήμος να φτάσει στο σημείο να προχωρήσει σε δραστικές λύσεις, όπως για παράδειγμα η εκ περιτροπής υδροδότηση μεγάλων οικιστικών ενοτήτων. Άρχισαν οι κλοπές λαχανικών από μπαχτσέδες! Θα σκάψουμε τα μπαχτσέδια | < τουρκ. bahçe -ς (από τα περσ.). Βλ. & κρικέλλα η, κρυάδα η.

μπαξίσι το & μπαχτσίσι το: φιλοδώρημα, χρηματικό ποσό, κέρασμα που δίνει κάποιος για εξυπηρέτηση. Εντάσεις για τα μπαξίσια σε βουλευτές και κλητήρες. Η πάλη κατά της διαφθοράς σκοντάφτει στα μπαξίσια! Δημ.: …το σεργιανάνε ᾿ς τα χωριά και παίρνουνε μπαξίσι, / ᾿ς τα Σάλωνα οι μπέηδες χούφτες φλωριά κερνάνε. Κρυστ.: Στα κουμέρκια… αντί ευτελεστάτου φιλοδωρήματος (μπαξίσι) δύνανται εξ αρχής να σε αφήσωσιν ελεύθερον και να παραβλέψωσιν δι᾿ ό,τι δήποτε φέρης εις τον σάκκον | < τουρκ. bahşiş (από τα περσ.) -ι.

μπάρα η: γενική ονομασία για κάθε μακρύ κυλινδρικό αντικείμενο, συνήθ. μεταλλικό· μακρόστενη σανίδα σε μπαρ όπου οι πελάτες ακουμπούν τα ποτά τους. (Τριαντ.). Μεταλλικές Ανοξείδωτες Κατασκευές, Μπάρες Θόλων. Οριζόντια και κάθετη σήμανση, μεταλλικές μπάρες, πινακίδες και γενικά ό,τι αφορά σήμανση. Μπάρες σοκολάτας με νιφάδες βρώμης και πορτοκάλι. Παπαγ.: Βέβαια, υπάρχουν και οι εσωτερικές μπάρες που δεν παλεύονται, αλλά ποιός αμπαρώνεται; | < μσν. μπάρα < ιταλ. barra.

μπάρα η: η μεγάλη λακκούβα με νερό, μέρος με νερό, τέλμα. Το τοπωνύμιο «Μπάρα» του Λιβαδερού συναντάται και αλλού στο νομό Κοζάνης. Γέμισε μπάρες με νερά το Στάδιο. Η λέξη μπάρα απαντάται στα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα της ευρύτερης περιοχής και σημαίνει τα στάσιμα και λιμνάζοντα ύδατα, όχι απαραίτητα σε τεχνητά κατασκευασμένες δεξαμενές. Τέτοια είναι τα νερά της νεροποντής που μαζεύονται σε κοιλώματα των δρόμων (στα παλαιότερα χρόνια όλοι οι δρόμοι ήταν όλοι χωματόδρομοι, αφού η διαμόρφωση του καλντεριμιού ξεκίνησε πρώτα από την αυλή και αργότερα επεκτάθηκε στους κεντρικούς μόνο δρόμους) και τους καθιστούν αδιάβατους. Στο πανελλαδικά γνωστό τραγούδι της Πιρπιρούνας διαβάζουμε: «Πιρπιρούνα περπατεί το θεό παρακαλεί. Θε μου, ρίξε μια βροχή, μια βροχή μια σιγανή. Να καρπίσουν τα χωράφια και να γίνουν τα αμπελάκια. Μπάρες μπάρες τα νερά λίμνες λίμνες τα κρασιά» | < σλαβ. bara.

μπαρκάρω & μπαρκέρνω: επιβιβάζομαι σε πλοίο, ως μέλος του πληρωματος ή επιβάτης. Το 1929 μπάρκαρε στο φορτηγό πλοίο Άγιος Νικόλαος και από το 1930 ξεκίνησε η περίοδος των διαρκών ταξιδιών του ως το 1936. Μόλις μπάρκαραν, οι ναύτες υπέφεραν 20ωρες εργάσιμες ημέρες, σωματική κακοποίηση και επέστρεψαν σπίτι τους απλήρωτoι και καταχρεωμένοι. Σεφ.: δ μέσα στ βότσαλα βρήκαμε να νόμισμα / κα τ παίξαμε στ ζάρια. / Τ κέρδισε μικρότερος κα χάθηκε. / Ξαναμπαρκάραμε μ τ σπασμένα μας κουπιά | < μσν. μπαρκάρω < ιμπαρκάρω < ιταλ. imbarcar(e) -ω· μπαρκ(άρω) -έρνω.

Μπαρμπαριά η: Η Μπαρμπαριά ή αλλιώς Ακτή των Βερβέρων, ήταν ο όρος που χρησιμοποιούνταν από τους Ευρωπαίους από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα, για να αναφερθούν στο σύνολο των τόπων των Βερβέρων. Σήμερα ο όρος Μαγκρέμπ αντιστοιχεί περίπου στο «Μπαρμπαριά», η «Ακτή των Βερβερών» τονίζει παράκτιες περιφέρειες και πόλεις Βερβερίνων σε όλη την μέση και δυτική παράκτια περιοχή της Βόρειας Αφρικής, το σημερινό Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία και την Λιβύη. Σάθας: Εις τον χρόνον του 1628, οι Αφρικοί τόποι, ήγουν της Μπαρμπαρίας, ηβρισκόμενοι να έχουν πλησίον λαόν κουρσάρων, οι οποίοι τόσον με καράβια, ωσάν και με κάτεργα έδωσαν μεγάλη ζημιά όλων των Χριστιανών.

μπαρμπεριό το & μπαρμπέρικο το: κουρείο. Δημ.: Σύρτε σταυροί στους ουρανούς, Βαγγέλια στα ουράνια / κι εγώ πάνω [σ.σ.: πάω] στο μπαρμπεριό τα γένια μου να ρίξουν. Χατζ.: -Φτώχεια, Κυρ᾿ Αγγελική, τι να σου πω; -της έλεγε ο Αλέξης που κληρονόμησε το μπαρμπέρικο του πατέρα του στα χασάπικα. Ξιουρίζονται όλοι στο σπίτι, δεν πατούνε στο μαγαζί.

μπαρμπέρης ο: κουρέας. Κολ.: …πολλοί μπαρμπέρηδες για του κασίδη το κεφάλι. Δημoτ.:- Να σου δώσω μπαρμπεράκι, όμορφο παλικαράκι; / -Κάλε, μάνα, δεν τον θέλω, γιατί πέφτω και πεθαίνω / Ούλη μέρα μπαρμπερίζει και το βράδυ μουρμουρίζει. Παρ.: «Ο ένας μπαρμπέρης ξυρίζει τον άλλο.» | < μσν. μπαρμπιέρης < ιταλ. barbier(e) -ης. Βλ. & μπαρμπέρης ο.

μπαρμπερίζω & μπαρμπερίζομαι: κουρεύομαι ή και ξυρίζομαι. Δημ.: Οι κλέφτες μπαρμπερίζονται και στο γυαλί τηριούνται ή πάω τη βρίσκω λυπημένη / και βαριά βαλαντωμένη / της μιλώ, δεν μου μιλάει / και με τ᾿ άγριο με τηράει. Παρ.: «Δεν θέλω άντρα όμορφο να κάθεται κοντά μου, να συχνομπαρμπερίζεται και να πεινά η κοιλιά μου.», «Έμαθα να μπαρμπερίζω και γαμώ το μάστορή μου.» | < Βλ. & μπαρμπέρης ο, φάσκελο το.

μπαρμπούλι το: υφασμάτινος κόμπος, που σχηματίζεται όταν δένεται στο κεφάλι μαντήλα ή τσεμπέρι. Αίν.: «Κόκκινο μπαρμπούλι, μαύρος μπούφος μέσα.» (νύφη και πέπλο – Ήπειρος).

μπαρμπούνι το: ψάρι με κοκκινωπό χρώμα· είδος φασολιών με κοκκινωπά στίγματα. Συνθ. μπαρμπουνοφάσουλο το.

μπαρμπούτι το: τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια και λεφτά. Το μοναδικό παιχνίδι, που οι πιθανότητες κέρδους είναι ακριβώς 50 – 50. Ποιό άλλο παιχνίδι έχει το πλεονέκτημα; Η πόκα; Η ρουλέτα; Ο Θανάσης; Μόνο το μπαρμπουτάκι. Κανένα άλλο. Ρεμπέτ.: Στο μπαρμπούτι, στο μπαρμπούτι / μού τη φέραν μπαλαμούτι. / Το μπαρμπούτι και το ζάρι / μ᾿ έφεραν σ᾿ αυτό το χάλι / ζάρι, πόκα και μπαρμπούτι / μού τη φέραν μπαλαμούτι / με τα ζάρια στ᾿ ασπροκούτι / κι αρχινάτε το μπαρμπούτι. Πετρ.: Απατάται όποιος νομίζει πως οι κατάδικοι δεν παίζουν τυχερά παιχνίδια. Οι φυλακές βράζουν απ᾿ το μπαρμπούτι | < τουρκ. barbut -ι.

μπαρμπουτιέρα η: κλειστός χώρος στον οποίο παίζουν μπαρμπούτι ή άλλα τυχερά παιχνίδια. Άλλη μια παράνομη μπαρμπουτιέρα εντοπίστηκε στο Ηράκλειο από αστυνομικούς της Ασφαλείας. Πετρ.: ...ο τσιλιαδόρος, μόλις σκάσει μύτη ο φύλακας, ειδοποιεί με σινιάλο τη μπαρμπουτιέρα. Βλ. & μπαρμπούτι το.

Μπαρούγκα η -ες: τοπωνύμιο της περιοχής (Λιβαδερό).

μπαρουτόβολο το: μπαρούτι και βόλια, σφαίρες. Κολ.: …τότε οι προεστοί μας έφεραν οι ίδιοι ζαερέ (σ.σ. εφόδια) και μπαρουτόβολο και στουρνάρια εις τον Άγιον Ηλία, πλησίον της Βαλανιδιάς.

μπαρούφα η: εντυπωσιακός, φιγουρατζίδικος λόγος, μεγαλοστομία που όμως δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, μπούρδα. Μπαρούφες του καφενείου. Δεν ασχολούμαστε με τις προβοκατόρικες μπαρούφες της Α. Συνωμοσιολογικές μπαρούφες | < ιταλ. baruffa: μπερδεμένος καβγάς.

μπάρτζος -α -ο: επιθ. ο παρδαλός στην μούρη, προς το κόκκινο, καφέ, λέγεται για πρόβατα ή γίδια.

μπαρούμα η: παλαμάρι που χρησιμοποιείται για δέσιμο ή ρυμούλκηση πλοίων, σκοινί που είναι δεμένο στην πλώρη σκάφους, το πλωριό σκοινί. Παπαδ.: Κατόπιν της νεάνιδος, ο μικρός αδελφός της, λύσας την μπαρούμα, επέβη, και λαβών το κοντάριον, ήρχισε ν᾿ αβαράρει εις τον βυθόν της αβαθούς λίμνης | < βενέτ. paroma.

μπαρώνω: υπολογίζω, κόβω με το μάτι, εκτιμώ κάτι ως σημαντικό, αξιόλογο, περιμένω κάποιον ως κάτι. Δεν τον μπάρωνες με τίποτα, αλλά έκρυβε πολλή δύναμη μέσα του.

μπάσι το: μεγάλο ντιβάνι με μαξιλάρια (Ήπειρος).

μπασιά η: εμπασιά, το μέρος απ᾿ όπου μπαίνουμε κάπου, η είσοδος. Πάλλ.: Μήτε θαρρώ πως έφτασες απ᾿ τη Λυκία εδώ τώρα / κι οι Τρώες τάχα αλάφρωση θα δουν καμιά απ᾿ τα σένα / όσο κι αν είσαι δυνατός, παρά απ᾿ τ᾿ άρματά μου / ξεκοιλιασμένος τη μπασιά θενά περάσεις τ᾿ Άδη. Ρίτσ.: …σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας. Καζαντζάκ: Κι η γριά ανέβαινε κάθε πρωί, κουκούβιζε στη μπασιά της σπηλιάς, μακρομαλλού, μακρονυχού, κουρελιάρα, κάτασπρη σα φάντασμα – είχα κουραστεί κιόλα, κάθισα στο μαρμαρένιο λιοντάρι που φρουράει την μπασιά της εκκλησιάς | < μσν. εμπασιά, μπασία < εμπασία < ελνστ. ἔμβασ(ις): χώρος εισόδου· αρχ. σημασία: σημείο πατήματος -ία· ἔμβᾰσις, -εως, ἡ (ἐμβαίνω): μέρος στο οποίο κάποιος προχωρά, βηματίζει, επιβαίνει· ἔμβασις ποδός: το παπούτσι· πόδι, οπλή, νύχι (αλόγου)· λουτρό.

μπασιούρης ο: σκουρόχρωμο, μαύρο σκυλί, με καφετιές γραμμές, στο πρόσωπο. Πβ. Παρ.: «Όλοι οι λαγοί είναι μπασουροί

μπασκίνας ο: υβριστικά ο χωροφύλακας, αστυνόμος, αστυνομικός. Πάντως είναι καλό που οι μπασκίνες με αντιμετωπίζουν σαν ύποπτο. Ώσπου καταφτάνουν οι μπασκίνες από το γνωστό τέταρτο αστυνομικό τμήμα και ζητάνε ταυτότητες. Βλ. & μπασκίνι το.

μπασκίνι το: η αστυνομική έρευνα κατ΄οίκον, επί οθωμανικής κυριαρχίας. Μαλ.: Αι κατ᾿ οίκον των Ελλήνων Σερβιωτών έρευναι κατά τα λεγόμενα μπασκίνια, εκ μέρους των Τούρκων ήσαν συνηθέσταται κατά την περίοδον εκείνην | < τουρκ. baskin. Βλ. & χωροφύλακας ο.

μπασμένος ο: αυτός που έχει μπει κάπου, σε μια ηλικία ή έχει μικρύνει σε όγκο· μτφ. ενήμερος, σχετικός, γνώστης μπλεγμένος, έμπειρος, αυτός γνωρίζει πρόσωπα και καταστάσεις. Ξεδοντιάρα και μπασμένη. Ο ένας ήταν μεγαλόσωμος, οι άλλοι δύο σάμπως μπασμένοι. Ήμαστε μπασμένοι μέσα στο κήπο, κι εγώ άνοιξα τό κοτέτσι. Μαζί με κάτι άλλους που γνώρισα εκεί και που ήταν μπασμένοι στα πράματα, περπατήσαμε μέρες πολλές. Καβ.: Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά. / Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι· / κάπως γνωρίζω (κ᾿ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί: / του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

μπάστακας ο: κάθε αντικείμενο, ιδίως πέτρα, που χρησιμοποιείται ως στόχος στο παιχνίδι με τις αμάδες· μτφ. για κάποιον. που στέκεται όρθιος και ακίνητος με αποτέλεσμα να γίνεται ενοχλητικός. Στέκεται μπάστακας όλη μέρα. Τσιφ.: …ο Μανουήλ, γιος του αυτοκράτορα, στεκόταν μπάστακας να κουμαντάρει τα συμφέροντα του κράτους σε τούτη την οχυρή κι επικίνδυνη θέση του | < πιθ. < τουρκική başta, τοπική πτώση ενικού αριθμού του baş (:κεφάλι, κορυφή).

μπαστακωμένος -η -ο: στημένος επίμονα κι ενοχλητικά.

μπάσταρδος -η -ο: νόθος, μούλος, μιλέζικος· λέγεται υβριστικά· & μπασταρδεμένος, μπαστάρδι το. Τσιφ.: Ο Ροβέρτος δεν είχε άλλα παιδιά κι αναγνώρισε τον μπάσταρδό του. Πέθανε, όμως, νέος ακόμα και το παιδάκι, νόθο και ανήλικο, το βάλανε στα στενά οι ευγενείς | < μσν. μπάσταρδος (πβ. μσν. πάσταρδος) < μπαστάρδος < ιταλ. bastardo -ς.

μπαστουνένιος -ια -ιο: επιθ. λέγεται για τραπουλόχαρτα μπαστούνι.

μπαστραβίτσα η: σκληρό εξάνθημα στα χέρια, εξόγκωμα στο δέρμα που μοιάζει με άχρωμη κρεατοελιά, η μυρμηγκιά, καντήλα. Να μη μετράμε τ’ αστέρια το βράδυ θα βγάλουμε μπαστραβίτσες | < σλαβ. bradavica. Βλ. & αρέτσκας ο.

μπάτα η: το πυκνό, άγριο δάσος. Σιδ.: Στο φευγιό τους βρήκαν καταφύγι στα ρμάνια και τις απάτητες μπάτες, απείραχτες απ’ ανθρώπινο χέρι. (Γέρμας Καστοριάς).

μπατάκι το: μτφ. ο ανήθικος, ο παλιάνθρωπος, κάθαρμα, καθίκι, τομάρι, λέρα | < τουρκ. batak: ο βούρκος.

μπατακτσής ο: αυτός που δεν πληρώνει, κακοπληρωτης, τζαμπατζής, αμακατζής, τρακαδόρος, αυτός που συστηματικά αποφεύγει να πληρώσει τα χρέη του. Παπαδ.: Κ᾿τσοί, στραβοί, δ μαζεύονται λοι… κανένας καλός… λοι μπατακτσδες… μπρ… γμ… Ποι καϊκάκι τος φέρνει λους; | < τουρκ. batakçι -ς.

μπαταλιά η: πείσμα, αναποδιά, το νευρίασμα, η αχρηστία. Ρ. μπαταλιάζω-ομαι: με πιάνει μπαταλιά, το πείσμα μου, νευριάζω. Τον έπιασε μπαταλιά και τα παράτησε όλα στη μέση. Τον έπιασε η μπαταλιά: στράβωσε, θύμωσε, δεν λειτουργεί όπως πρέπει | < τουρκ. battal.

μπαταλίδικος -ικη -ικο & μπατάλικος: ελαττωματικός, προβληματικός, αυτός που δημιουργεί προβλήματα, μπαταλιές. Πβ. Καζαντζάκ: …η αδερφή του, μπατάλικη, τετράπαχη, έπεσε στην αγκαλιά του, φώναζε για το σεισμό, όλα της τα κρέατα σειούνταν.

μπαταλιάζω: με πιάνει μπαταλιά, αναποδιά, τσινάω, αντιδρώ απρόβλεπτα· προκαλώ μπαταλιές | < Βλ. & μπαταλιά η.

μπαταριά η: ομοβροντία, πυροβολισμός. Κολ.: Τους δικούς μας τους πολιόρκησαν οι 5.000. Ανοίγοντας το τουφέκι εφθάσαμεν και ημείς εις τες πλάτες των Τούρκων, ρίξαμε μια μπαταριά να εμψυχωθούν οι μέσα, και οι μέσα εχάρηκαν και έριξαν κι εκείνοι, έριξαν και οι Τούρκοι, έγινε κρότος μεγάλος. μπαταρι το σημεον τι δθεν πάγουν ο κλέφται. Καρκ.: Ξέχασα να ειπώ, ότι στο δρόμο οι στρατιώτες παράστεκαν με τα όπλα τους κ᾿ έριχναν κάθε τόσο κι από μια μπαταριά | < τουρκ. batar(ya) < βενέτ. bataria.

μπατάρω: γέρνω προς τη μια πλευρά και ανατρέπομαι, βαΐζω. ανατρέπομαι και ανατρέπω, τουμπάρω. Καββ.: Στέρνουν να μπριγκαντίνι, / λο σένιο, στ καντίνι. / Μ ξω π τ Βαρκελώνα / τ μπατάρει μι χελώνα, / μία χελώνα θηλυκιά, / γκαστρωμένη κα κακιά. Ελύτ.: Έγειρα με το πλάι – σχεδόν μπατάρισα – μες στους ψαλμούς των Χαιρετισμών και την ψύχρα των ανοιχτών κήπων | < τουρκ. batar:βουλιάζω -ω ή ιταλ. battere.

μπατζάκι το: το καθένα από τα δύο τμήματα του παντελονιού που καλύπτουν τα πόδια, ποδονάρι. Μτφ.: Τρέχει η μαγκιά, τα λεφτά απ’ τα μπατζάκια. Παρ.: «Σήκωσε τα μπατζάκια του, προτού να ιδεί ποτάμι.» | < τουρκ. bacak: γάμπα -ι· βλ. & παλιακός ο.

μπατζιαβούτζια τα: εντόσθια αρνιού μαγειρεμένα ως γιαχνί, με φρέσκα κρεμμυδάκια. Μαλ.: Απαραίτητα και γενικά διά κάθε οικογένειαν ήσαν τα «μπατζιαβούσια», δηλ. εντόσθια αρνιού μαγειρεμένα ως γιαχνί, με φρέσκα κρεμμυδάκια και με την σάλτσαν, επί πλέον, του ψητού αρνιού. (Σέρβια Κοζάνης).

μπατζί το: υπαίθριο τυροκομείο. Κατά το φθινόπωρο συνήθιζαν να μεταφέρουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα (κασέρια, βούτυρα, τυριά από τα υπαίθρια τυροκομεία- μπατζιά τα έλεγαν) στις πόλεις και αλλού όπου υπήρχε ζήτηση.

μπατζιάνι το & μπατζανάκι το: ο μπατζανάκης, ο σύγγαμπρος. Μπατζιάνια αποκαλούνται οι άνδρες που οι γυναίκες τους είναι αδελφές | < τουρκ. bacanak.

μπάτζιος ο & μπατζιός ο: χλωρό τυρί μαλακό, όπως βγαίνει από την τσαντίλα, πριν αλατιστεί· ξηρό και πολύ αλατισμένο τυρί, τηγανιτός τραβάει μπόλικο κρασί· ο τυροκόμος. Στην Κοζάνη μπάτζιος λέγεται τύπος σκληρού τυριού που μοιάζει με κεφαλοτύρι. Πβ.: Κατά το φθινόπωρο συνήθιζαν να μεταφέρουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα (κασέρια, βούτυρα, τυριά από τα υπαίθρια τυροκομεία – μπατζιά τα έλεγαν) στις πόλεις και αλλού όπου υπήρχε ζήτηση. Βλ. & ταζέδικος ο.

μπατονέτα η: πλαστικό που μοιάζει στο σχήμα και στο μέγεθος με οδοντογλυφίδα, έχει καλυμμένες τις δύο άκρες του με βαμβάκι και χρησιμοποιείται για το καθάρισμα των αυτιών. Η μπατονέτα είναι μια μικρή και λεπτή γλυφίδα με βαμβάκι στις δύο άκρες της, η οποία χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό των αυτιών. Μπατονέτες: Γιατί πρέπει να τις αποφεύγετε – Πώς να καθαρίζετε τα αυτιά σας | < γαλλ. bâtonn(et) (αρσ.) –έτα.

μπάτσα η & μπάτσος ο: σφαλιάρα, χαστούκι, χτύπημα στο μάγουλο, σκαμπίλι, χτύπημα με την παλάμη του χεριού. Είναι για πολλές μπάτσες· υποτιμητικά ο αστυνομικός, ο χωροφύλακας. Παρ.: «Κατά το μάγουλο κι η μπάτσα.» Ρεμπέτ.: Τούτοι οι μπάτσοι πού ΄ρθαν τώρα, / τι γυρεύουν τέτοιαν ώρα | < ιταλ. bazza: πιγούνι που προεξέχει.

μπάτσαρος ο: το φάντασμα, ο μπούμπος, μορφή που υποτίθεται προκαλεί φόβο στα μικρά παιδιά, τρομακτικό πλάσμα της φαντασίας, απωθητική μορφή. Χτενίσου λιγάκι, είσαι σαν μπάτσαρος.

μπατσαρούδι το: ζωγραφιά, συνηθ. μικρού παιδιού, σκίτσο, κόμικ, εικόνα σε βιβλίο, σχέδιο σε ρούχο ή ύφασμα. Πουκάμισο, ύφασμα με μπατσαρούδια.

μπάτης ο: ελαφρός και δροσερός άνεμος που έρχεται από τη θάλασσα· θαλασσινή αύρα. Γλυκά φυσά ο μπάτης, κι η θάλασσα δροσίζεται στα γαλανά νερά της. Ελύτ.: Ποιός πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη; / Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα. Σεφ.: Πάνω στν μμο τν ξανθ / γράψαμε τ᾿ νομά της / ραα πο φύσηξεν μπάτης / κα σβήστηκε γραφή | < ίσως τουρκ. bati [batí]: δυτικός άνεμος. Βλ. & χνώτο το.

μπατίκια τα: η πρώτη επίσκεψη του αρραβωνιαστικού | < μεσν. εμβατίκια < εμβατός < εμβαίνω.

μπατιρημένος -η -ο: αυτός που μπατίρησε, χρεοκόπησε, έμεινε χωρίς λεφτά, ρέστος, άφραγκος. «χωρίς σάλιο», «πανί με πανί», «ταντέλα». Παρ.: «Μπατιρημένος έμπορας δεφτέρια ξεσκονίζει.» Βλ. & μπατιρίζω.

μπατίρης ο: ρέστος, άφραγκος, πανί με πανί, στεγνός. Γκιών.: Ένας κοστουμαρισμένος με γραβάτα, ας πούμε, δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει φτηνά τσιγάρα: χύμα από κούτα των 88 (που είναι για τους μπατίρηδες), πακέτο νούμερο 15 (για τους μισομπατίρηδες), Έθνος και Άρωμα (για τους σχεδόν οικονομημένους). Κοινούσης: Εμείς ξενύχτηδες, μπατίρηδες, / θα ζούμε πάντα / και όσα βγάζουμε / θα τα χαλάμε στη ζωή. Βλ. & μπατιρίζω.

μπατιρίζω: γίνομαι, μένω μπατίρης, ρέστος, «καθαρός», χάνω τα χρήματά μου, καταστρέφομαι οικονομικά. Μπατίρισε η εταιρεία με τους αγωγούς νερού. Μπατίρισε ο κόσμος, απελπίστηκε | < μπατίρ(ω) < τουρκ. batιr: βυθίζω -ω. Βλ. & μπατίρης ο.

μπαφιάζω: βαριέμαι και αγανακτώ, πλήττω, δυσανασχετώ με μια κατάσταση, αισθάνομαι άσχημα, βαρετά. Εδώ και τρία περίπου χρόνια μπάφιασα ν᾿ ακούω αναλύσεις για την «ελληνική ιδιαιτερότητα.» Μπάφιασα όλη μέρα κλεισμένος εδώ μέσα. Βγαίνω μια βόλτα να ξεμπαφιάσω. Τσιφ.: Να πούμε την αλήθεια, φέρθηκε εντάξει με τους Έλληνες τους υπηκόους του, είχανε μπαφιάσει και τούτοι δώ με τους Βυζαντινούς, καλά άρχισε. Βλ. & μπάφος ο.

μπάφος ο: στριφτό, ναρκωτικό τσιγάρο με ινδική κάνναβη (χασίς). Το τραγούδι των Locomondo «Πίνω μπάφους και παίζω PRO» είναι γνωστό πλέον σε όλους | πιθ. < ιταλ. (διάλεκτ.) baf(a): βαριά ατμόσφαιρα.

μπαφίδι το: μικρός μπάφος, τσιγαριλίκι. βλ.λ.

μπαχτάς ο: λεπτοδουλεμένο υφαντό χαλί.

μπαχτσέδι το: μικρός μπαχτσές, κήπος. Πβ. Ελύτ.: M᾿ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ᾿ αριστερό του αυτί / Mοιάζει μπαξές που τού ᾿φυγαν άξαφνα τα πουλιά / Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά.

μπαχτσίσι το & μπαξίσι το: φιλοδώρημα που δίνει κάποιος για εξυπηρέτηση. Μακρ.: νας κλεψε ναν γροπον μ χρήματα κ᾿ κενος πο τ εχε χάση ρθε κα μο επε τν κλέφτη. Τν φώναξα κα το επα μ τ καλ ν το δώσ τ χρήματα πίσου, κα ν το δώσω κα τ παχτζίσι του | < τουρκ. bahşiş (από τα περσ) -ι.

μπεγλέρι το: κομπολόι· ζάρι. Ρεμπέτ.: Ρε, κάργα μάγκες, με τα μπεγλέρια / και τον αργιλέ στα χέρια | < ίσως παλ. τουρκ. beğler -ι.

μπεγλερίζω: παίζω το μπεγλέρι, το κομπολόι· χασομερώ, ραχατεύω | < Βλ. & μπεγλέρι.

μπεζεστένι το: κλειστή, σκεπαστή αγορά. Χατζ.: Ήταν ένας γύφτος, όνομα και πράμα, φουκαράς ψευτοντουφεξής σε μια τρύπα στα μπιζεστένια -δίπλα στ᾿ αργαστήρια των κουδουνάδων- κι έφκιαχνε για ένα τίποτα τα ντουφέκια των φουκαράδων.

μπέης ο & μπεΐνα η / μπέισσα η: τοπικός αξιωματούχος στην οθωμανική αυτοκρατορία. Πετρόμπεης. Δημ.: Δεν ακούς, μπεΐνα μου και μπεϊνοπούλα μου, / τι σου λέγει η μάνα σου, τι σου λέει ο πατέρας σου; / Μη λουστείς, μη χτενιστείς, στο χορό μην κατεβείς. Παρ.: «᾿Όποιος έχει φίλο τον κατή, και τον μπέη δεν τον φοβάται.» Πβ. «Ας με λεν Αλημπεΐνα, κι ας πεθαίνω από την πείνα.» | < μσν. μπέης < τουρκ. bey: άρχοντας -ς· μπέ(ης) -ισσα.

μπέικα: επιρρ. όπως ο μπέης, άνετα. Τσιφ.: Είχε μπλέξει με μια πιτσιρίκα ζάχαρη και με την πρόφαση ότι πάει στο Μπάρι με τη γκόμενα να προσκυνήσει κάτι αγίους γνωστούς του, έφυγε και πέρναγε μπέικα. Βλ. & μπέης ο.

μπεκιάρης ο: ο άγαμος, ο ελεύθερος, εργένης. Παπαδ.: …όλα τα άλλα δωμάτια εδόθησαν κατά προτίμησιν εις «μπεκιάρηδες» – Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη-Δν καμα τίποτε, επε. κυρα-Ρήνη τν δωσε λλο τν κάμαρα… Θέλει, λέει, μπεκιάρηδες. Δν τν συμφέρει ν βάλ οκογένεια. κε μέσα λίγαι οκογένειαι κατοικοσαν κα λοι γνωρίζοντο μεταξύ των. – πρχε κα ες μπεκιάρης, γαμος, κε, κατοικν ντικρ τς οκίας το Ζουγράκη. το λίας Ξίδερης, μαραγκός, κ᾿ καμνε τν τραγουδιστην. Δημ.: Μπεκιάρικα ντουφέκια χιλιάδες εξ οχτώ / και σεις οι καλιοντζήδες χιλιάδες εκατό | < τουρκ. bekar. Βλ. & ντουνιάς ο.

μπεκρής ο & μπεκρού η: μέθυσος, αλκοολικός, αυτό που πίνει πολύ. Τώρα όμως έχει καταντήσει παράσιτο που ζει απ’ τα επιδόματα, κυκλοφορεί μες στην μπίχλα και βρομάει όπως όλοι οι μπεκρούλιακες. Παραδοσ.: Εμένα μου το είπανε, / κυρ Κωστάκη άρχοντα, / ανθρώποι μερακλήδες, / πως την καλύτερη ζωή / την κάνουν οι μπεκρήδες | < τουρκ. bekri (από τα αραβ.) -ς· μπεκρ(ής) -ού. Βλ. & έρμος ο.

μπεκρουλιάζω: πίνω σαν μπεκρής, πίνω υπερβολικά, μέχρι να μεθύσω. Εδώ είναι σχολείο να του πεις και όχι καφενείο σαν το δικό του, όπου όλη μέρα χαρτοπαίζουν και μπεκρουλιάζουν. Η τέχνη του μπεκρουλιάζειν! | < Βλ. & μπεκρής ο.

μπέλα η: άσπρη, ολόλευκη προβατίνα, ωραία | < λατιν. bella.

μπελαλής ο: αυτός που φέρνει, προκαλεί μπελάδες, άνθρωπος ζόρικος, δύστροπος, καβγατζής, φίλερις, φιλόνικος. Θηλ. μπελαλού η. Τώρα την κατέτασσε στη λίστα με τους μπελαλήδες και τους άχρηστους χασομέρηδες. Στίχ.: Έμαθα πως είσαι μάγκας / είσαι και μερακλής / πως γυρίζεις στις ταβέρνες / είσαι και μπελαλής | < τουρκ. belalι -ς· μπελαλ(ής).

μπελαλίδικος -η -ο: αυτός που προκαλεί μπελάδες, προβλήματα, δυσχέρειες, δύσκολος, περίπλοκος. Μπελαλίδικη δουλειά.

μπέλι το: γεωργικό εργαλείο., είδος φτιαριού, κάπως ίσιο, για σκάψιμο, κυρίως σε κήπο· (Γρεβενά).

μπελιάς ο: μπελάς. «Άδικοι μπελιάδες, χίλιοι στον παρά.», «Κάθισε στ᾿ αυγά σου να μην εύρεις το μπελιά σου

μπέλλος -α -ο: επιθ. άσπρος, λευκός· όμορφος, ωραίος, ευπαρουσίαστος, ευειδής. Παρωνύμ.: Μπελλογιάννης | < πιθ. ιταλ. bello: όμορφος. Βλ. & κατσίβελος ο.

μπέλτα: επίρρ. ίσως, μπας και, μήπως. Καρκ.: ᾿ την αφήνω, είπεν αγαναχτισμένη· μπέλτα και σε λυπηθούν!.. – …τώρα η μαλάθα ήταν απιστομισμένη μακράν με τα μαύρα ξεροκόμματα του ψωμιού έξω χυμένα, θλιβερό σύμβολο της χωριάτικης ζωής, που με τόσην αγανάχτηση και αηδία εκλώτσησεν η Κρουστάλλω.

μπεντένι το & μπετένι το: έπαλξη τείχους, πολεμίστρα. Κολ.: Ο Τορκοι δυνάμωσαν στ μπετένια. Ελύτ.: Κι ένας άγγελος με γένια / στέκει πάνω στα μπεντένια: / Τέτοια νύχτα ποιός κοιμάται / το Θεό δεν τον φοβάται; | < πιθ. αραβ.

μπέντι το: αστεία, πραγματική ιστορία, μασλάτι, κασμέρι· παραμύθι, μύθος. Τις ιστορίες αυτές θυμάμαι να μας διαβάζει ο πατέρας μου, Θύμιος Γκούτζιος, όταν ήμαστε μικρά παιδιά για να μας διασκεδάσει, θα έλεγα σαν ένα Κοζανίτικο παραμύθι ή «μπέντι» όπως λεν οι Κοζανίτες. Οι παρέις του βάριναν κι λίγου στ᾿ ψέκα, γιατί τουν ήξιραν απ᾿ δέν ήταν κι πουλύ δουλιφτάρς: όλου μπέντια κι κουραχάνια ήταν! (Κοζάνη).

μπεράτι το: ανδρικός και γυναικείος χορός που συναντάται και στην Ήπειρο, την Μακεδονία και αλλού. Είναι χορός «συγκαθιστός», και χορευόταν συνήθως στους γάμους, όταν οι συγγενείς συνόδευαν τη νύφη και το γαμπρό στην εκκλησία. Δεν έχει καθορισμένο σχήμα και διακρίνεται για την ελευθερία και την μεγάλη ποικιλία των βημάτων του. Τα βήματα του χορού είναι έξι και χορεύονται τρία δεξιά και τρία αριστερά ή και τα έξι προς τα εμπρός. Ο χορευτής είχε το περιθώριο να αυτοσχεδιάσει με καθίσματα, στροφές, χτυπήματα κλπ. Λέγεται και ξεκουπό ή ξεκουπάρ(ι)κο.

μπερδεψιά η: το μπέρδεμα. Μεγάλη μπερδεψιά, έλεγε η γιαγιά, μεγάλη μπερδεψιά. Τι χαζό πράγμα είναι αυτό, ν᾿ αλλάζουν τα ονόματα;

μπερεκέτι το: αφθονία αγαθών. Μπερεκέτια φέτος. Χριστουγεννιάτικος μπουφές και καλά μπερεκέτια | < τουρκ. bereket.

μπέρκος ο: η ζημιά, η βλάβη, η συμφορά, το βάσανο. ΦΡ. Μπέρκος και νισιάνι. Bλ. & νισιάνι το.

μπερμπάντης ο: απατεώνας, ανάξιος εμπιστοσύνης, γυναικάς, γυναικοθήρας, έξυπνος, πονηρός, τετραπέρατος, τσαχπίνης. Μακρ.: ταν μ ατος Βαρελάς, ταν νας Σουρμελς λογιώτατος, ρθε τότε πόξω πο σπούδαζε, μπερμπάντης, κακς διαγωγς – Κα μο λέγει, πατρς δν θ πάγη μπρός, τ᾿ ο μπερμπάντες εναι πολλοί. κουσα γ τ λόγια τους λουνν κα θ᾿ ναχωρήσω π τν λλάδα | < ιταλ. birbant(e): απατεώνας ο.

μπερμπάντικος -η -ο: που ταιριάζει σε μπερμπάντη, πονηρός, αναξιόπιστος. Μακρ.: φο ρθανε ο ρχηγοί μας σ κάστρο κα σ πολιτεία, πο ηραν ραγιάδες κα μπλέξανε μ τν μπερμπάντικη συντροφι τν ντόπιων, κακομεταχειρίζονταν κα τος συντρόφους, ,τι τποτας, ξύλο κα διώξιμον, κ᾿ πρόφαση ατείνη ν τρνε τν μιστόν τους. Σν βλεπα τ᾿ ταν τέτοια μπερμπάντικα κινήματα, δν νακατώθηκα ποτ πουθενά, ν μ δώσω ατία κα πάθ πατρίδα.

μπερντάχι το: το κόντρα ξύρισμα, μτφ. το χέρι ξύλο, ξυλοδαρμός, ξυλοφόρτωμα. Τσιφ.: …και δεν τους μαγκώνει η αστυνομία να τους ρίξει ένα μπερντάχι να συνέλθουνε, παρά τους αφήνει να λένε, κλείνει τα φλιμπεράκια -πολύ ορθώς- κι αφήνει τους σιχαμερούς, πολύ λάθος | < τουρκ. perdah.

μπερντές ο: παραπέτασμα για πόρτα, θύρα ή παράθυρο, κουρτίνα, αυλαία θεάτρου. Καραγκιόζ μπερντές: το άσπρο πανί, λευκή οθόνη, όπου προβάλλονται οι σκιές των πρωταγωνιστών.

μπέσα η: η εμπιστοσύνη, το φιλότιμο, το να κρατάς τον λόγο σου, την υπόσχεση. Αλλά όταν έχουν υποχρεώσεις, είναι πιστοί, είναι καλοί οικογενειάρχες, έχουν μπέσα, ο λόγος τους είναι λόγος. Βαμβ.: Εκάνανε τις δουλειές τους μοναχοί και δεν θέλανε να ᾿χουν σύντροφο συγκατηγορούμενο. Ενώ τώρα ληστείες στη μέση του κόσμου. Τότε οι μάγκες είχανε μπέσα, φιλότιμο. Ο ένας τον άλλο τον πρόσεχε, μα ό,τι και να κάνανε. Και ντυνόντουσαν και πολύ ωραία. Παρωνύμ.: Μπέσας. ΦΡ. Έδωσε μπέσα: έδειξε εμπιστοσύνη | < μπέσα < αλβ. bese. Βλ. & γαρμπής ο.

μπεσαλίδικα: επιρρ. με τον τρόπο του μπεσαλή, με μπέσα, ξηγημένα, σωστά, έντιμα. Μπεσαλίδικα πράγματα. Μπεσαλίδικες δουλειές.

μπεσαλής ο: αυτός που κρατάει το λόγο του, που πραγματοποιεί τις υποσχέσεις του, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να του έχει εμπιστοσύνη. Μπεσαλής άντρας. Ρεμπέτ.: Έμαθα πώς είσαι μάγκας, είσαι και μπεσαλής. Παρ.: «Χαραγματιά στο σίδερο του μπεσαλή ο λόγος.» | < Βλ. & μπέσα η.

μπέχο: επίρρ. δωρεάν, τζάμπα, χωρίς έξοδα. ΦΡ. «Όπου μπέχο, αντέχω (ή τρέχω).»

μπηχτοκέφαλα: επίρρ. πρώτα με το κεφάλι, κουτουλιστά, κατευθείαν εμπρός.

μπιάφα η: κωμική, αστεία ιστορία, λόγος, ευτράπελη κουβέντα για να περνάει ευχάριστα η ώρα, το μασλάτι· «Κόβω μπιάφες»: λέω κουβένετες, λόγια, ιστορίες, μασλάτια, καλαμπούρια, χαμπέρια. -Μας τα λες σουστά, μαρ᾿ Ζόλια, αρουτάει η Τσιτσιά, ή μας κόβ᾿ς μπάφια; (Κοζάνη). Στα Γιάννενα λένε επίσης «κόβει τριάρια», «κόβει ψαλίδια» (: λέει ψέμματα, φλυαρίες). Στο Λυχνάρι, περιοδικό που εξέδιδε ο πολιτιστικός σύλλογος Λιβαδερού την δεκαετία του 1980, υπήρχε στήλη με τίτλο «Η Γιώρς κόβει μπιάφες», η οποία γραφόταν στην τοπική διάλεκτο, από τον Γεώργιο Παπαευαγγέλου.

μπιδουκλάδι το: το μικρό παιδί, ο απόγονος. Παπαευάγγ.: Η Χρήσους κουβάλτσει κι όλα τα ξαδέλφια καμιά εικουσαριά μπιδουκλάδια (παιδάκια), που άδειασαν του σιντούκι τσ΄ Πανάιους απ᾿ τα σκούνια | < πιθ. παιδί + κλαδί, με μτφ. σημασία.

μπιζερνώ & μπιζερίζω / μπεζερίζω: κουράζομαι, πλήττω, βαριέμαι· μτφ. απογοητεύομαι, έχω εξαντλήσει κάθε όριο υπομονής, κουράζομαι ψυχικά, απαυδώ. Δημοτ: Μπιζέρισα μωρ μάνα μ᾿ μαντίλια να κεντώ και θα τα παρατήσω να πάω να παντρευτώ. -Βάστα κόρη μου βάστα και τούτη τη χρονιά ωσπού να γίν᾿ τα στάρια, βαμβάκια και κρασιά. Τότε θα σε παντρέψω, στον πέρα μαχαλά.- Τόπους πολλούς εγύρισα, δεν έχω μπεζερίσει / τα έρημα τα Γιάννενα τα ᾿χω μπεζερισμένα. Δημ.: Μπεζέρησαν, βαρέθηκαν, Τόσκα μ᾿ τα παλικάρια / θέλουν να προσκυνήσουνε σ᾿ αυτόν τον Δυβιτάρη, που ᾿ναι Βαλής στα Γρεβενά, Δερβέναγας στα Χάσια. Μακρ.: ταν μπεζερισμένοι λοι π τν καταστασίαν. Δυ χρόνια κοντά μας κυβέρνησε γγελικά. Κα μς γύμναζε κα τν οκονομίαν – Σς λέγω ς τίμιος νθρωπος, ποτ δν θέλησα ν εμαι ναντίον του, τι μπεζερίσαμεν π τς καταστασίες. Βλ. & λιοβόρι το.

μπίζντρα η: λίπος, χόνδρος. Κρέας με μπίζντρες.

μπιλτζίκα η & μπιλτζίκι το: το βραχιόλι. Δημ.: «Να πιάσω χέρι παχουλό, Αγγελίνα μου, γεμάτο με μπιλτζίκια.»

μπικικίνια τα: λεφτά, χρήματα, παράδες. Όπου λείπει το μπικικίνι, υπάρχει και λειψανδρία. Μπικικίνια τέλος. Η μπάνκα έχει μπικικίνια. Βλ. & γερόντια τα.

μπιλιώνης ο: το λευκό, ασπορκόκκινο σκυλί | πιθ. < ιταλ. bello: ωραίος, όμορφος.

μπιμπικιάζω: γεμίζω, βγάζω μπιμπίκια, σπυράκια. Διάσημο μοντέλο «μπιμπίκιασε» τελείως – Είναι υπερμοντέλο αλλά δεν είναι και … υπεράνθρωπος! Ένιωσε να κρυώνει. Το δέρμα μπιμπίκιασε και ήταν σα να ακουμπούσε την πλάτη σε παγωμένο μέταλλο. Βλ. & μπιμπίκι το.

μπιμπίκι το: σπυράκι στο δέρμα, μικρό εξάνθημα, ακμή. Τα ενοχλητικά μπιμπίκια, τα οποία στον ιατρικό χώρο ονομάζονται φαγέσωρες, εμφανίζονται λόγω απόφραξης σε κάποιο θύλακα της τρίχας. Έχετε ανεπιθύμητα μπιμπίκια; Τα μπιμπίκια εμφανίζονται όταν οι ορμόνες προκαλούν τη συσσώρευση περίσσειας λίπους μέσα στον πόρο. Αίνιγ.: «Κοκκινομπίμπικο πουλί, τη γη τρυπά και βγαίνει.» (σπαράγγι, ασφαράγγι, ασκορδούπακας – Κρήτη) | < υποκορ. του μπίμπικας < αρχ. ελλ. βέμβιξ: βέμβιξ, -ῑκος, ἡ, (Λατ. turbo), σβούρα περιστρεφόμενη από μαστίγιο.

μπιμπίλι το: το στραγάλι. Μπιμπίλια, σταφίδες κι άλλα χάσμαλα. Μαλ.: Μετά το δόσιμο του ονόματος από τον νουνό, σμήνη παιδιών, έσπευδον δρομαία από την εκκλησία εις το σπίτι των ευτυχών γεννητόρων να φέρουν τα «σχαρίκια» αγγέλοντα το όνομα του νεοφωτίστου γόνου των και να δεχθούν απ᾿ αυτούς διάφορα δώρα, νομίσματα, μπιμπίλια και σταφίδες | πιθ. < μπιμπίλι < μπίλια < ιταλ. biglia: η μπάλα του μπιλιάρδου ή τουρκ. leblebi.

μπινέκι το: άλογο για καβάλα, ιππασία, όχι για αγροτικές εργασίες.

μπινελίκι το: βρισιά, κατηγορία, κατσάδα· μτφ. έδεσμα, γλυκό, μεζές. Τους πλάκωσε στα μπινελίκιαφέρε και κάνα μπινελίκι να τσιμπήσουμε. Ηπίτ.: μπινελίκι το: η ιδιότης το πάθος του μπινέ, η πράξις εις αυτόν αρμόζουσα ή τρόπος καθ᾿ ον ούτος συμπεριφέρεται· πάσα αναίσχυντος και άνανδρος πράξις: αυτά που κάνει είναι μπινελίκια· η βρώσις εδεσμάτων εις α αρέσκονται οι μπινέδες: στα μπινελίκια θα ριχτούμε; | < Βλ. & μπινές ο.

μπινελικώνω: λέω, χώνω, ρίχνω μπινελίκια, βρίζω, επιπλήττω άσχημα. Τώρα, δεν τους μπινελικώνω, για να μη χαλάσω τη μέρα μου. Χαμογελούσε και μπινελίκωσε δικαστή. Τον πήρα και τηλέφωνο και με μπινελίκωσε. Βλ. & μπινελίκι το.

μπινές ο: παθητικός και ενεργητικός ομοφυλόφιλος, πούστης. Φτωχομπινέδες. Δεν έχουν το θεό τους οι μπινέδες! | < τουρκ. ibne -ς: πούστης (από τα αραβ.).

μπινεύω: ιππεύω, καβαλάω.

μπινίσι το: η μπέρτα. Κολ.: Τότε το στειλεν 20 μπινίσια γι τος Καπεταναίους κι να καπότο δι τν αυτόν του.

μπιντέμνι το: άσπρη δαντέλα, κεντημένη με βελόνι και κλωστή. Μαλ.: Το υποκάμισον, από υφαντό μεταξωτό, είχεν γιακάν όρθιον, κεντημένον με «μπιντέμνια», δηλ. άσπρη δαντέλα, σαν το υποκάμισο, κεντημένην με βελόνι και με μεταξωτή κλωστή, από μετάξι που κατεργάζοντο οι ίδιες οι νοικοκυρές στα σπίτια των, εκτρέφουσαι κουκούλι (μεταξοσκώληκα). (Σέρβια Κοζάνης).

Μπιντίρες οι: τοπωνύμιο της περιοχής Λιβαδερού Κοζάνης.

μπιρέτα η: τρόπος με τον οποίο έδεναν οι γυναίκες τη μαντήλα ή το τσεμπέρι.

μπισίκι το: παιδικό κρεβατάκι – κούνια φτιαγμένη με σανίδες, νάκα, σαρμανίτσα. Γυναίκα που γνέθει στο τσικρίκι, η ανέμη με το αλτσίδι (μαλλί), το μπισίκι ή σαρμανίτσα για να κοιμάται το μωρό, με μια καραμελωτή μαντανία | < τουρκ. beşik.

Μπισιρτσιά η: παλιά ονομασία του χωριού Άκρη Ελασσόνας | < ίσως από το επίθετο Μπισιρίτσας, παλιού τσιφλικά της περιοχής.

μπισκότα η: το μπισκότο | < ιταλ. biscotto.

Μπισκοτολούκουμο το: λουκούμι ανάμεσα σε δύο μπισκότα.

μπισλιτώ & μπισλιτίζω: κάνω το χατίρι κάποιου, του κάνω χάρη, φέρομαι χαριστικά, ευχαριστώ κάποιον, τον ωφελώ | < πιθ. από το τουρκικό μπισ(ι)λίκι ή πεσιλίκι: νόμισμα πέντε λιρών, πεντόλιρο < τουρκ. besibirlik· με αρχική σημασία δίνω χρήματα.

μπιστιρ(ι)ά η: πέτρα, λιθάρι, μτφ. ο κουτός, στους που δεν καταλαβαίνει, ο ισχυρογνώμων, το αγύριστο κεφάλι, κουτσουρένιος. Δεν καταλαβαίνει, ντιπ μπιστιρά! Πβ.: Γκοτζ.: Κι οι περσότεροι δεν είχαν ούτε σπίτια ούτε καλύβια, μέναν μέσα στις μπιστούρες [:σπηλιές] με τα πράματα. Βλ. & πράμα το.

μπιστιρένιος -ια -ο: μτφ. στους που δεν αλλάζει εύκολα τη γνώμη του, αμετακίνητος στους θέσεις του, ισχυρογνώμων, «κουτσουρένιος».

μπιστικός ο & πιστικός ο: ο βοσκός, ο τσομπάνης, ο έμπιστος, στους που αγαπάει. Παρ.: «Βάζει τον λύκο πιστικό, την αλεπού δραγάτη.» Ερωτ.: …τότες στους Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη, / κ᾿ εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα, κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν στους᾿ εγεννήσα᾿. Μαντιν.: Δεκαεφτά μερόνυχτα γυρίζω ᾿γώ για σένα, / μα συ δεν είσαι μπιστικιά να μ᾿ αγαπάς εμένα. Χρηστοβασίλ: …το πιστικόπουλο έφερε μια μεγάλη λίμπα γεμάτη γάλα κι άλλη μια μικρότερη γεμάτη κουλάστρα, που είχε αρμέξει εκείνη τη στιγμή από τες γίδες, τες απόθεκε και τες δύο στη γωνιά. Παπαντ.: Ο πεύκος μίλαε στον αέρα / -στους᾿ ακούς, στους᾿ ακούς;- και τραγουδούσε σα φλογέρα / στους μπιστικούς. Βλ. & ξοδιάζω.

μπίτζιλας ο: ξύλινο καρούλι, τρύπιος κύλινδρος στον οποίο τύλιγαν την κλωστή, το ράμμα. Ο Αραβαντ. Αναφέρει (η) βούζιλα: ο μοχλός.

μπιτίζω: τελειώνω, κλείνω μια δουλειά, ολοκληρώνω κάτι. Λ.χ. μπίτισε η δουλειά: πέρασε, τέλειωσε η δουλειά. Πβ. Ρομανί: μπιτιρντίμ μι μπουκί: τελείωσα τη δουλειά μου, μπιτιρμέκο: το τελείωμα, μπιτίκι & μπιτιρμίσι: ο τελειωμένος, μπιτμέκο: ο τελειωμός.

μπιτζιλίνα η: μεμβράνη του κρέατος, χόνδρος. Κρέας όλο μπιτζιλίνες.

μπίχλα η: βρώμα, βρωμιά, λίγδα, ρύπος συσσωρευμένος από την πολυκαιρίας, απλυσιά. Το δωμάτιο ήταν μες τη μπίχλα και τη δυσωδία. Οι σταρ που έχουν «τσακωθεί» με το νερό και το σαπούνι (μιλάμε για πολύ μπίχλα). Από την μια χλίδα και απο την άλλη …μπίχλα. Βλ. & μπεκρής ο.

μπίχλας ο & μπιχλιάρης ο: βρωμιάρης, σιχαμερός, λιγδιάρης, λέτσος.

μπιχλιμπίδι το: διακοσμητικό μικροαντικείμενο, χαμηλής αξίας, φτηνό στολίδι ή κόσμημα. Χειροποίητα μπιχλιμπίδια. Μπιχλιμπίδια από ανοξείδωτο χάλυβα. Είπε την αλήθεια χωρίς μπιχλιμπίδια. Πβ. Πάλλ.: Δοξαριστή, μπιχλιμπιδά, γλωσσά, παρθενομπήχτη, / έλα κι αντίκρυ πρόβαλε σαν άντρας, και θα μάθεις / αν τα δοξάρια σου φελάν κι οι φτερωτές σαΐτες.

μπλαβιάζω & μπλαβίζω: γίνομαι μπλαβός, μελανιάζω, γαλαζιάζω. (συνηθ. από κρύο ή υποθερμία). Βλ. & τζες ο.

μπλαβής -ια -ι & μπλαβός -ια -ο: που έχει σκούρο μπλε, γαλάζιο ή μελανί χρώμα. Πβ. Καζαντζ.: …γέροι παππούδες, ξυπόλητοι, κατάμπλαβοι και δάγκωναν τις γλώσσες τους και φυσούσε άνεμος δυνατός | < παλ. ιταλ. blavo -ς· (ως ουσ.) το μπλάβο, το μπλάβο χρώμα. Βλ. & δρολάπι το.

μπλάνα η: μεγάλο κομμάτι, τεμάχιο τυρί φέτα όπως μπαίνει κομμένο στην κάσα, κομμάτι μάζας σε μορφή χοντρής επίπεδης πλάκας. Παπαευαγγ.: Ο μπάρμπα Λίας, όταν γκιζιρούσε με την πραμάτεια του, φώναζε: «Μιά μπλάνα τυρί, μια ποδιά κουρόμπλα!» Πβ.: Ο θκοί μας τς διναν κάνα μψάδ᾿ ψουμί, ψίτσα λίγδα, καμνι μπλάνα τυρ κι ᾿ τς βρίσκουνταν. (Μικρόβαλτο Κοζάνης). Κατά τον Αραβαντ. άμπλανον λεγόταν στην Ήπειρο το χονδροειδές πράγμα. Στην περιοχή των Σερρών, αμπλάναβος λέγεται ο αδέξιος, αυτός που δεν ελέγχει απόλυτα τις κινήσεις του, χοντροκομένος | < πιθ. < άπλανον (ξύλον).

μπλάρας ο: ο σωματώδης, δυνατός άντρας, γερός σαν μπλάρι, μουλάρι. Δεν έχει ανάγκη από φόρτωμα, μπλάρας είναι, αντέχει | < μουλάρι < ελντσ. μούλα, μούλη < λατιν. mula.

μπλάρι το & μλάρι το: το μουλάρι. Υποκορ. μπλαρούλι, το μουλαράκι. Πάν᾿ τα μπλαράκια μ᾿, θα μου τα πάρουν!… Θα κλείσει το σπιτάκι μ᾿… Πώς θα τα φέρω βόλτα… Η φαμελιά, τα παιδάκια μ᾿… Άλλο φορτιάρκο πράμα δεν έχω. Με αυτά οργώνω και σπέρνω εκείνα τα χωραφάκια μου, με αυτά κάνω κανένα αγώι, κάνα κάρβουνο, κάνα λαθραίο μαδέρι για τον κάμπο. Αίν.: «Δώδεκα μπλάρια, δεκατρία σαμάρια» (Μήνες και φεγγάρια του έτους). Παπαδ.: μ᾿ λς Σαραφιανέ, τί κάνουν κενα τ μ᾿λάρια τ᾿ Γιάννη τ᾿ ργαστιώτη; Παρ.: «Μπροστά απ᾿ τα μπλάρια και πίσω απ᾿ τα τουφέκια.», «Μπλάρι παίνα και άλογο καβαλίκα.»

μπλαρογάμηδες οι: μουλαρογάμηδες· Πβ. το υποτιμητικό κορακογάμης· μτφ. για άνδρες υγιείς και δυνατούς, χωρίς ιδιαίτερες προτιμήσεις στο σεξ· Πβ. σαβουρογάμης, κορακογάμης.

μπλαστό το: νάρθηκας από αυγό, έμπλαστρο της λαϊκής ιατρικής με μαλλί, κρεμμύδι κ.α. ΦΡ. Ρίχνω μπλαστό. Βλ. & μπλάστρι το.

μπλάστρι το: έμπλαστρο, υλικό προσαρμοσμένο κολλημένο σε τραύμα ή πληγή. Τους πήγαμε μπλάστρι: τους πήγαμε σώμα με σώμα, με μάχη, πάλη, σύγκρουση από κοντά, εκ του συστάδην. Βαμβ.: Ο θείος μου ο μπακάλης έκανε κι αυτός λαθρεμπόριο ζάχαρης και τσιγαρόχαρτου. Ο πατέρας μου εβοηθούσε τον κουνιάδο μου, μα κι η μητέρα μου βοηθούσε. Εζωνότανε σαν μπλάστρι τη ζάχαρη και το τσιγαρόχαρτο και το κουβαλούσε στην αγορά, στον Πέτσα τον μπακάλη. Παρ.: «Όπου δεν υπάρχει πόνος, περιττό το μπλάστρι.» | < μσν. μπλάστρι < εμπλάστρι < ελνστ. ἐμπλάστριον υποκορ. του ἔμπλαστρον.

μπλαστρώνω: βάζω μπλάστρι, έμπλαστρο, αλείφω, πασαλείφω. Βλ. & μπλάστρι το.

μπλατσαρόπιτα η: πίτα με αλεύρι και λάχανα, χωρίς φύλλο, πίτα που φτιάχνεται εύκολα και γρήγορα, η τεμπελόπιτα. «Ανεβατά με αλμυρή μυζήθρα» από την Κρήτη, «κρόκος» Κοζάνης, «μαστίχα Χίου», «μπλατσαρόπιτα» από την Ήπειρο και «σφουγγάτο» Μυτιλήνης. Βλ. & μπλατσαρώνω.

μπλατσαρώνω: ανακατεύω υλικά, κάνω μια δουλειά όπως όπως, πρόχειρα και γρήγορα, χωρίς να αφιερώσω χρόνο και προσοχή στις λεπτομέρειες. Μπλατζάρωσα μια πίτα στο ποδάρι. Πβ. Γκοτζ.: Ακόμα έψηναν στο τεψί αγριολάχανα, μπλατσάρα, βάνοντας στην άκρη και λίγο αλεύρι ζυμωμένο, να δείχνει για ψωμί. Κι έτσι κουτσοπεράσαν την άνοιξη, τη χειρότερη εποχή, ώσπου να βγουν τα κουκιά κι οι πρωιμιές, βρίζα και τέτοια | < πιθ. ηχοποιημ.

μπλετσώνω & μπλετσκώνω: χορταίνω, τρώω μέχρι να χορτάσω, ώσπου να γεμίσει το στομάχι μου. Παρ.: «Στεφάνωσε και μπλέτσωσε και βάφτισε και φεύγα.» | < αλβ. blendze: χορταίνω.

μπλέτσιος ο: γυμνός, ο τσίτσαρος, ξεμπλέτσωτος, γκόλιαβος. Πβ. ξεμπλέτσωτος ο: γυμνός, γκόλιαβος, τσίτσαρος, τσίτσιδος· με γυμνά πολλά μέρη του κορμιού, ελαφροντυμένος.

μπλέφουρας ο: το μέτωπο, η περιοχή πάνω από τα βλέφαρα | < βλέφαρο < αρχ. ελλ. βλέφαρον. Βλ. & τσιαγούλι το.

μπλιγούρι το & πλιγούρι το: το χοντροαλεσμένο σιτάρι, ο τραχανάς. Καρκ.: O Παπαρρίζος σκόρδα κι ένα πιάτο τραχανά. O Mπιρμπίλης μπλιγούρι αχνιστό και μαμαλίγκα. O Tζουμάς στην τσότρα λίγο κρασί | ίσως < πνιγούρι, επειδή βράζεται, πριν αλεστεί· αντδ. < τουρκ. bulgur < πλιγούρι.

μπλιόντα: επίρρ. μούσκεμα, τελείως βρεγμένος, μέχρι το κόκκαλο. σκλίδα. Έβρεχε και γίναμε μπλιόντα μέχρι να φτάσουμε. Συνων. μπλιούρα. Βλ.λ. & μπλιούρα η.

μπλιόρι το & μπλιόρα η: πρόβατο ενός χρόνου και πάνω. Παπαευαγγ.: Ύστρα απ᾿ αυτό ντρουπιάσκει η Τσέλιους, είχι κι τ᾿ όνουμα που ήταν τσιμπρός (τσιγγούνης) πήρει του ριβανίτκου τ᾿ άλουγο, πήγι στα Καψάλια κι έφιρι ένα μπλιόρι 30 οκάδις. Κι όλα καλά γινουμένα! | < αρωμουν. ml`or.

μπλιούρα: επιρρ. στα βρεγμένα, νότια, μούσκεμα, δηλώνει δηλαδή την παρουσία υγρών, την πλημμύρα. ΦΡ. Το μωρό είχε μπλιούρα τα βρακιά του: τα είχε βρέξει. ΦΡ. Τα νερά έτρεχαν μπλιούρα: πλημμύρισαν τον χώρο | < πιθ. αλβ mpl᾿on: γεμάτο.

μπλούντα η: η κάμπια. Με περπάτησε μπλούντα, γέμισα κοκκινίλες.

μπλόφα η: ό,τι κάνει κάνει κάποιος, για να δημιουργήσει στον αντίπαλό του ψεύτικη εντύπωση για τις αληθινές προθέσεις ή δυνατότητές του, προσποίηση, τέχνασμα· παιχνίδι με τράπουλα, χαρτοπαίγνιο. Μάθε την τέχνη της μπλόφας και κέρδισε. Εμείς δεν πάμε να εκβιάσουμε και είναι λάθος να σκεφτόμαστε στη λογική του τσαμπουκά και της μπλόφας. Μπλόφα μπορείς να κάνεις όταν παίζεις πόκερ. H μπλόφα είναι ένα χαρτοπαίγνιο τύπου αποβολής. Το αντικείμενο είναι για τον παίκτη να απορρίψει όλα τα χαρτιά από το χέρι του. Αυτό γίνεται με την τοποθέτηση ενός ή περισσοτέρων χαρτιών, φαινομενικά μιας ισχυριζόμενης αξίας, στη στοίβα απορριφθέντων. Άλλοι έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την ακρίβεια του ισχυρισμού του παίκτη σχετικά με τις κάρτες που παίζονται. Παπαγ.: Μύθος, βέβαια –σκέτη μπλόφα– είναι και η άποψη ότι ο συγγραφέας γράφει για την πάρτη του. Αντίθετα πιστεύω ότι ο γραφιάς κάθεται μπροστά σ’ ένα πελώριο τζαμωτό απ’ όπου περνά όλος ο δρόμος | < γαλλ. bluff -α < αγγλ. bluff.

μπλοφαδόρος ο & μπλοφατζής ο: αυτός που κάνει συστηματικά μπλόφες. Εγκόλπιον του καλού μπλοφαδόρου για τη δημοσιογραφία. Και μην ξεχνάς ότι ο αντίπαλός σου, ίσως είναι καλύτερος μπλοφαδόρος. Δαιμόνιος καθώς ήταν τζογαδόρος και μπλοφατζής τρελός, σύντομα έγινε ατραξιόν στις χαρτοπαιχτικές λέσχες του Σικάγο. Βλ. & μπλόφα η.

μπλοφάρω: κάνω μπλόφα, προσποιούμαι, παραπλανώ ως προς τους πραγματικούς σκοπούς μιας ενέργειας. Δεν περίμενα να μας πετάξουν έξω, νόμιζα ότι μπλόφαραν. Η κυβέρνηση δε μπλοφάρει. Βλ. & μπλόφα η.

μπνάρι το: πηγάδι, φυσική πηγή με πόσιμο νερό. Δημ.: Μ ταΐζ᾿ γάς μου ρύζι κα κριθάρι / ρύζι κα κριθάρι κα νερ π᾿ τ μπνάρι.

Μπνάσια η: βουνό του ορεινού όγκου των Καμβουνίων, η Βουνάσα, με ύψος 1615μ.

μπο, μπο: επιφών. πω, πω! ή πο πό! | < πιθ. αρχ. ελλ. πόποι, επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσει έκπληξη, θυμό ή πόνο, ὦ πόποι, τι παράξενο! τι κρίμα! σε Όμηρο· ποποποῖ: η κραυγή πωπωπω!, σε Αριστοφάνη.

μπόζα η: η πόζα, φιγούρα επίδειξης, συγκεκριμένη και φροντισμένη στάση του σώματος κάποιου που πρόκειται να φωτογραφηθεί ή να χρησιμοποιηθεί ως μοντέλο, (μτφ.) προσποιητή σοβαρότητα, στάση ακαταδεξίας | αντδ. < ιταλ. posa (από τη σημ.: σταμάτημα στην κίνηση) < λατ. pausa < αρχ. ελλ. παῦσις.

μπόζιαρη η: η καυτή στάχτη. Ψήσαμε πατάτες στη μπόζιαρη.

μπόζιας ο: περιπλανώμενος άσκοπα, ρέμπελος, σουρτούκος, αυτός που περιφέρεται εδώ κι εκεί. Το ένα παιδί βγήκε λίγο μπόζιας.

μποναμάς ο: (απρόσμενο, ξαφνικό) δώρο· πάγκος με δώρα. Χριστουγεννιάτικος μποναμάς για ενοίκια και αγρότες. Προεκλογικός μποναμάς για τα ένστολα ζευγάρια. Μποναμάς για την παγκόσμια οικονομία το φθηνό πετρέλαιο. Οι μποναμάδες στήνονται και φέτος στην πλατεία Τριών Ναυάρχων και από τη Δευτέρα θα περιμένουν τους κατοίκους της Πάτρας για να κάνουν τα πατροπαράδοτα ψώνια τους από τους πάγκους, που είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την έλευση του νέου χρόνου | < βενέτ. bonama(n): φιλοδώρημα για ανταμοιβή υπηρεσίας, χριστουγεννιάτικο ή πρωτοχρονιάτικο δώρο.

μποτίνι το: μποτάκι, μικρή μπότα, ημίμποτο, χαμηλή μπότα, συνήθως γυναικεία. Δερμάτινα σουέτ μποτίνια. Μποτίνια μαύρα με καπιτονέ. Μποτίνι με σόλα κρεπ | < ιταλ. bottini πληθ. του bottino (αρσ.)

μπότσα η: μπουκάλα, το μπουκάλι. Πολλές φορές φτιάχνανε βαρέλια για 1.500 μπότσες μούστο. Σιδ.: …δυό σταγόνες ρακή που τη φύλαγε σε μια μπότσα όλον τον καιρό, για ώρα ανάγκης, όπως έλεγε. Βλ. & βαγένι το.

μπόι το: το ανάστημα, το ύψος του ανθρώπου. Πρώτο μπόι. Παπαδ.: «Ν εναι, τάχα, βαθι κάτω τ κμα;… Κι ν πέσ κανες θ πλέψ, θ χτυπήσ;… Μπορε ν δώσ κανες να πήδημα ποδ;… Πόσα μπόϊα εναι τάχα;» Παρ.: «Μπόι σαν άλογο και γνώμη σα γομάρι.», «Στο μπόι σου βρίσκεις, στη γνώμη σου δε βρίσκεις.», «Ως τα τριάντα μπόι κι ως τα σαράντα γνώση.» | < τουρκ. boy. Βλ. και γόνα το, καρδαμώνω.

μποϊά η: μπογιά· μαύρος· μτφ. πολύ μελαχρινός, σκουρόχρωμος άνθρωπος. Δημ.: Αναθεμά τις πόλεις που βγάζουν τις μποϊές / και βάφουν τα κορίτσια τις παρδαλές ποδιές.

μπολιάζω: εμβολιάζω, ενώνω, συνδυάζω, βάζω, τοποθετώ, προσαρμόζω μπόλια. Ήξερε να μπολιάζει τα δέντρα, ό,τι οπωρικό ήθελες. Βλ. & μπόλι το.

μπόλι το & αμπόλι το: εμβόλιο, μόσχευμα φυτού που χρησιμεύει για το μπόλιασμα των φυτών | < Βλ. & αμπόλι το.

μπόλια η: μαντήλι για το κεφάλι. Δημ.: …χαμήλωσε την μπόλια σου και σκέπασε τα φρύδια / να μη φανούνε τα φιλιά, να μη σε καταλάβουν / και σε ζηλέψουν τα πουλιά, της άνοιξης τ᾿ αηδόνια. Ν. Βρετ.: …την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, / που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ᾿ το χιόνι, / που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ᾿ το θάνατο. Καζαντζάκ: Τέλευε πια τις στερνές μπόλιες, διπλόφαρδες, δίμιτες, που θα γίνονταν σώβρακα αέττητα του γαμπρού και νυχτικές πουκαμίσες της νύφης. Παπαδ.: Ήτο χωριατοπούλα, φορούσε την μπόλια, την ποδιάν και την μανδήλαν της, με τας πλεξίδας μακράς κρεμαμένας έως την μέσην, συμπεπλεγμένας με ταινίαν κοκκίνην μεταξωτήν, με τα στέρνα εύκολπα σχηματισμένα όπισθεν της εμπροσθέλας της της | < βενέτ. imboglia.

μπόλκα η: είδος ζακέτας σε παραδοσιακές ενδυμασίες· χτενισμένο, κατεργασμένο μαλλί. Μαλ.: Επάνω απ᾿ αυτά, οι νεώτερες σε ηλικία φορούσαν τις «μπόλκες», δηλαδή ζακέτες από σατέν τελιόν, ή βελούδο ή τσόχαν, αναλόγως της εποχής και της οικονομικής αντοχής εκάστης. Οι μπόλκες, γύρω γύρω στο λαιμό και τις δυο μπροστινές είχαν γούνες (σαμούρια και μιλόγουνες), παραπλεύρως δε της γούνας, γύρω στο λαιμό και τις μπροσθινές ως και κάτω και γύρω οπίσω, ήταν στολισμένες με «χάρτζια», δηλαδή κεντήματα, τα οποία εγίνοντο με πεταλούδες και χάνδρα, διαφόρων σχεδίων. Το πλάτο των χαρτζίων ήταν 3-10 πόντους, αναλόγως της πολυτελείας της μπόλκας (Σέρβια Κοζάνης).

μπόμπα η: βόμβα· λέγεται μτφ. για νοθευμένα οινοπνευματώδη ποτά· μτφ. για κάτι ωραίο, εξαιρετικό, όμορφο, που κάνει «μπαμ», είναι «τζάμι» | < ιταλ. bomba.

μπομπάρι το: παραδοσιακο φαγητό που φτιάχνεται με έντερο χοίρου, γεμιστό με κρέας, ρύζι και πράσσο· μπάμπω | < τουρκ. bumbar.

μπομπόλι το: καρπός οσπρίων σφαιροειδής, τα φασόλια, τα ρεβίθια· το σαλιγκάρι· μτφ. το αρχίδι. Πβ. Γκοτζ.: -Μαζώνουμε μπομπόλια, δάσκαλε! τον πληροφόρησε κάποιος. Στην αρχή μόρφασε μ᾿ αποστροφή, γιατί πήγε ο νους του αλλού, στα «σαλίτια» που λέμε εμείς, στους σιχαμένους γυμνοσάλιαγκους. Μα όταν του πήγε ένα δείγμα κι είδε πως πρόκειται για σαλιγκάρια με τα στριφτά καβούκια, αλλάζοντας έκφραση και γνώμη, μας έβαλε να του βρούμε κι αυτουνού.

μπομπότα η: καλαμποκίσιο, αραποσίτικο ψωμί. Τα γλυκά ήταν ελάχιστα. Την παραμονή των Χριστουγέννων έφτιαχναν σουσαμόπιτα (σαραγκλί), τις απόκριες χαλβά από σιμιγδάλι ή αλεύρι και το χειμώνα μπομπότα και κατσιαμάκι (με καλαμποκίσιο αλεύρι και μέλι). Πήρε ένα κομμάτι μπομπότα (αραποσίτικο ψωμί), αποδοσίδι (σ.σ. ανταμοιβή, δόσιμο) της δουλειάς της όλη την ημέρα, και δυο τρία κρομμύδια. Ο Γεννάδιος αναφέρει ότι από καλαμποκίσιο αλεύρι κατασκευάζεται η λεγομένη εν μεν τη Γαλλία miliasse ή rimotte, εν δε τη Ιταλία η περιώνυμος πολέντα ως και η farinata, εν δε τη Ρουμανία η μαμαλίγγα. Εις την Ελλάδα και τινά μέρη της Τουρκίας εκ τοιούτου αλεύρου και ελαίου κατασκευάζεται η μπομπότα, ήτις συνήθως τρώγεται μετά μέλιτος. Παπαδ.: Από την μίαν γειτόνισσαν απήτει να του φέρει τυρόπιταν που να πλέει στο βούτυρο δια να φάγει, από την άλλην λαδόπιταν με λάδι πολύ, ή καμίαν γριά (μεγάλην τηγανίταν, ίσην με το τηγάνι), από την άλλην τυλιχτό (είδος κολοκυθόπιτας) ή μπομπότα με πολύ πολύ μέλι. Παρ.: «Η μπομπότα και το μέλι, κάμαν τη γριά να θέλει.» | < ιταλ. bobotta < boba. Βλ. & μαμαλίγκα η.

μπομποτώ: βρέχω καλά, νοτίζω· λέγεται για υγρασία: μπομπότησε ο τοίχος λόγω διαρροής· για τρόφιμα: μπομποτώ με σιρόπι το παντεσπάνι, με γάλα τα μπισκότα κλπ.

μπονώρα: επίρρ. από νωρίς, από το πρωί. Παρ.: «Από μπονώρα σε δουλειά, κι από βραδύ στο σπίτι.» Βλ. & χαϊμαλί το.

μπόντζα η & πόντζια η: κατασκευή με πηλό σε σχήμα ταψιού όπου έψηναν πίτες. Το χώμα το πατούσαν με τα πόδια. Πήλινο ταψί που κατασκεύαζαν από κόκκινο χώμα και το ζύμωναν, αφού πρόσθεταν κόπρανα βοδιών και γιδόμαλλο. Τη χρησιμοποιούσαν για να ψήνουν τις μπουγάτσες και τις λαγκίτες. Από εκεί και μτφ. η ΦΡ. Κάνει μπόντζες: λέγεται για κάποιον που δεν τα καταφέρνει στο χορό, χάνει το βήμα του. Δημ.: Τούρκος Ρωμιά ν’ αγάπησε, μια ρωμιοπούλα κόρη, ρωμιοπούλα. / Αυτός την αγαπά κι αυτή δεν θέλει, Τούρκον δεν παίρνει. / – Εγώ μπουγάτσα γίνομαι, στη μπόντζα μπαίνω, Τούρκον δεν παίρνω.

μπόντος ο: κεντρί μέλισσας, αιχμή, μύτη βουκέντρας (Γέρμας Καστοριάς). Σιδ.: Πετάχτηκε ο Τάκας απ’ τον τρούπο [σ.σ.: θόρυβο] σα να τον σούγλισε μπόντος και μπήκε στον ουβουρό.

μπόρτζι το: χρέος, οφειλή, υποχρέωση. Παρ.: «Η παλιά φράχτη σέπεται, το παλιό μπόρτζι δε χάνεται.» | < τουρκ. borc < γερμανοεβραϊκό borgen: δανείζω.

μπόσικος -η -ο: αφηρημένος, απρόσεχτος, απροετοίμαστος, χαλαρός, ασταθής, απερίσκεπτος, υποχωρητικός, ασήμαντος. ΦΡ. κρατάω τα μπόσικα: παραφυλάω, παραστέκομαι χωρίς σοβαρό λόγο, έχω επιφυλάξεις απέναντι σε κάποιον· παίρνω τα μπόσικα: μαζεύω το περιττό σχοινί, αλυσίδα, πετονιά, ώστε να μείνει ευθύγραμμο και λειτουργικό. Μακρ.: Και εγώ έλεγα να μην πιαστώ ζωντανός και με παιδέψουνε και βρεθώ μπόσικος και προδώσω τίποτας -καλύτερα να σκοτωθώ. Περρ.: Παργιώται! Όσα με είπατε ως τώρα, και όσα άλλα θα με είπετε, όλα είναι χαμένα και μπόσικα (ασήμαντα)· αυτοί που έχουν τα καράβια ορίζουν μόνον την θάλασσαν, εγώ έχω φιρμάνι από τον βασιλέαν μου, όπου με προστάζει να πάρω Πρέβυζαν, Πάργαν και Βόνιτζαν· Παπαδ.: …αλλ΄ όταν φανεί ανάξιος και «μπόσικος», και του φαν οι άλλοι τα λεπτά, τότε, εις το τέλος, περιφρονείται, και «τύφλα» του φωνάζουν όλοι. Τσιφ.: Ο Φρειδερίκος, πάνω στα κρασά πούχε πιεί, βρέθηκε μπόσικος. Παπαγ.: …τα έξυπνα μικρόφωνα υποκατέστησαν τις φωνές, οι πίστες μεταφέρθηκαν ατόφιες στην τηλεόραση, τα μπουζούκια έγιναν χρυσοφόρα ζητιανόξυλα, ο μπόσικος ακροατής -χαζολυπημένος και χαζοχαρούμενος- κυριάρχησε πάνω στο ίδιο το τραγούδι | < τουρκ. boş: χαλαρός, απρόσεχτος, -ικος. Βλ. & κολαούζος ο.

μποσκομάρα η & μποσκοσύνη η: ιδιότητα, χαρακτηριστικά του μπόσικου, αφηρημάδα, αβελτηρία, αφροσύνη· σύνθ.: μποσικοδουλειά: προχειροφτιαγμένη, βιαστική δουλειά. Βλ. & μπόσικος ο.

μποστάνι το: χωράφι φυτεμένο με καρπούζια, με πεπόνια ή με λαχανικά· περιβόλι, μπαχτσές, κήπος. Παπαδ.: Διήρεσε το κτήμα εις τέσσαρα μέρη· εις άμπελον, ελαιώνα, αγροκήπιον με πλήθος οπωροφόρων δένδρων και κήπους με αιμασιάς ή μποστάνια. Ελύτ.: Και τα παιδιά που γύριζαν από το πετροκάραβο με τα χταπόδια / κι οι γυναίκες απ᾿ το ελαιοτριβείο / κι η φωνή του γαϊδάρου ξημερώματα πάνω από τα μποστάνια / πόσα χρόνια πόσους αιώνες | < τουρκ. bostan (από τα περσ.) -ι. Βλ. & λιποψυχώ, καρδαμώνω, λαχανίδα η.

μποσταντζής ο: περιβολάρης, που δουλεύει σε μποστάνι, περιβόλι. Αίν.: «Χίλιοι μύριοι μποσταντζήδες σ᾿ ένα τσόφλιο τυλ᾿μένοι.» | < Βλ. & μποστάνι το.

μπότσα η & μπότης ο: μεγάλη γυάλινη μπουκάλα, μποτίλια, δοχείο για νερό ή οινοπνευματώδη ποτά.

μπουγάδι το: αρσενικό βόδι, έτοιμο για αναπαραγωγή.

μπουγάζι το: πορθμός, στενό ανάμεσα σε δύο βουνά, ρεύμα αέρα που φυσάει σε στενό. Δημ.: Ιτρίτζης τον καρτέραγε ψηλά μες στο μπουγάζι. / Στο χώμα έπεσε άλαλος ο Μίχος ο λεβέντης, / που ήταν στη Φούρκα αρματολός, στη Σαμαρίνα κλέφτης. Καββ.: Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι / μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι | < μσν. μπουγάζι < μπογάζι < τουρκ. boğaz –ι.

μπουγάτσα η: είδος πίτας που γίνεται με φύλλα ζύμης και κρέμα ή τυρί· στρογγυλό μεγάλο παραδοσιακό ψωμί. Η Θεσσαλονίκη αγαπά την μπουγάτσα κι εμείς σας βρήκαμε μερικά από τα καλύτερα μέρη για να τη δοκιμάσετε | < μσν. πογάτσα < τουρκ. boğaça, poğaça < ιταλ. focaccia. Βλ. & μπόντζα η, κουμαρτζής ο, λαγκίτα η.

μπούγιο το: ογκώδες πράγμα, αντικείμενο, φασαρία, θορυβώδης συγκέντρωση ομάδας ανθρώπων, αναβρασμός, αναστάτωση, οχλαγωγία, ντόρος, κοσμοσυρροή. Ακριβά μαγαζιά, όπου γίνεται στριμόκωλος χαμός και γιούργια. Ο κόσμος, δίκην αιγοπροβάτων, σπεύδει εκεί όπου υπάρχει μπούγιο κι επίδειξη. Πήγαν στη συγκέντρωση για να κάνουν μπούγιο. Παρασυρόμενοι πολλές φορές από το πλήθος των αργόσχολων που έφτιαχναν το μπούγιο επιβεβαιώνοντας, οπτικά τουλάχιστον, την αξία του «γιατρού», αφήνονταν στα χέρια της θεάς μοίρας. Βαμβ.: Μια μέρα με φορτώσανε ένα πράμα σαν το τραπέζι, αλαφρύ πράμα αλλά μπούγιο, ε; Αψηλό πράμα, δεν ήτανε μαζωμένο να το πεις αυτό είναι βαρύ, θα το βάλεις στον ώμο σου να το πας | < ίσως ιταλ. buio: έλλειψη φωτός, σκοτεινιά.

μπουγιουρντί το: ειδοποίηση, επίσημη, έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, προσκυνοχάρτι· φαγητό με τηγανητό τυρί και ντομάτα. Κολ.: Έστειλεν εις όλην την Πελοπόννησον μπουγιουρτί (προσκυνοχάρτι) και επήγαν κι επροσκύνησαν τον Καπετάνμπεη στους Μύλους. Εις τον πατέρα μου έστειλε χωριστό μπουγιουρτί. Ρεμπέτ.: Επήρα τη γυναίκα μου / παίρνω το μπουγιουρντί μου / τα σέα μου τα μέα μου / και βουρ για το τσαρδί μου | < τουρκ. buyurdι γ᾿ εν. του ρ. buyur: διατάζω (πβ. μσν. μπουγιουρουλντί < τουρκ. buyrultu: επίσημη γραπτή διαταγή).

μπουγτζιάδες οι: το σόι του γαμπρού.

μπούζα η: χούφτα νερό στο πρόσωπο. Παρωνυμ.: Μπούζας. ΦΡ. Έριξε μια μπούζα: πλύθηκε στα μούτρα, στο πρόσωπο | πιθ. < τουρκ. buz: πάγος.

μπουζαλίκι το: άσπαρτο χωράκι που «νεροκρατάει.», βαρκό. Τοπωνύμ.: Μπουζαλίκια τα.

μπουζού η: φυλακή, χάψη· έβγαλε πέντε χρόνια στη μπουζού.

μπουζουριάζω: συλλαμβάνω, πιάνω και φυλακίζω, φυλακώνω, κλείνω κάποιον στη μπουζού, τη φυλακή, χαψώνω. Τσιφ.: Τα μπουζουριάσανε και τα δυο και τα κλείσανε στ᾿ ανήλικα, κούρεμα το μαλλί με τη ψιλή, πειθαρχία, αγγαρείες.

μπούκα η: είσοδος, στόμιο πυροβόλου όπλου. Μπούκα του λιμανιού· έχω κάποιον στη μπούκα: δεν τον χωνεύω, τον εχθρεύομαι, τον κατατρέχω, με την πρώτη ευκαιρία θα του «επιτεθώ.» Δε μας συμπαθούσε, μας είχε στη μπούκα | < ιταλ. (διάλεκτ.) & βενέτ. buca: στενό άνοιγμα, στόμιο καναλιού & βενέτ. boca: στόμα, στόμιο πυροβόλου.

μπουκαδόρος ο: αυτός που κάνει μπούκες, κλέφτης, διαρρήκτης. Συνελήφθη ο μπουκαδόρος του φαρμακείου. Μπουκαδόροι ατζαμήδες συνελήφθησαν στο Άργος | < βλ. & μπούκα η.

μπουκαπόρτα η: άνοιγμα για τη φόρτωση του πλοίου στο πλευρά του σκάφους ή σε άλλο σημείο του· σχετικά μικρό πλευρικό άνοιγμα, σε παλιότερα πολεμικά πλοία, από το οποίο προέβαλαν τα κανόνια. Καββ.: Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές, / πού να ξοδευτήκαν τόννοι χίλιοι; / Μας προσμένουν πίπες αδειανές / και τελωνοφύλακες στο Τσίλι | < βλ. & μπούκα η.

μπουκάρω: εισέρχομαι, μπαίνω ξαφνικά ή ορμητικά. Τσιφ.: Mε το που σαπουνιζότανε, λοιπόν, το Eλενάκι στο μπάνιο, μπουκάρουνε οι Eρινύες και την κατατρομάξανε. Πβ. Κολ.: Τ καράβια π τν γιαλ δν τος κανε έρας, φυσοσε π τν στεργιά, εχαν κατάμπροστα τν έρα, δν μπουκάριζαν | < μσν. μπουκάρω < βενέτ. imbocar(e): ξεχύνομαι (για ποτάμι στη θάλασσα) -ω. Βλ. & λέρα η.

μπούκλα η: (τριγωνικό) ξύλινο σκεύος, δοχείο για νερό. Λίγο αργότερα, αλλά νύκτα, ξεκινούσαν με τις μπλούκλες στον ώμο και οι κυράδες και τα κορίτσια για να πάνε για Γιαννάκια [σ.σ. αγριολούλουδα]. Μετά τα χαράματα πήγαιναν στη βρύση να γεμίσουν τις μπούκλες.

μπουκουβάλα η: μπαλάκι με ψίχα ψωμί, λάδι και τυρί, πατημένα σε μαντήλι, ποδιά ή άλλο ύφασμα. Γκοτζ.: -Δεν το θέλω γω αυτόοο! έβανε η άλλη τις φωνές. -Αμ τι να σ’ δώκω, κακή σου ημέρα, να κοιλοβρομήσεις; -Θέλω μπουκβάλα, μωρέ διάτανε γραμμέεενε!, φώναζε μ’ όλη τη δύναμή της η Βάγια, ξεσπώντας στα δάκρυα πια. Αυτό ήταν: δεν της άρεγε η δικιά μας η μούστα, με το λάδι· ήθελε μπουκουβάλα, με το βούτυρο. Αλλά σ᾿ εμάς δεν περίσσευε η αρτυμή, όπως στους βλάχους. Παρ.: «Όπως τα ΄κανες κουμπάρα, κάτσε φάγε μπουκουβάλα.» Επώνυμ.: Μπουκουβάλας | < πιθ. μπουκιά.

μπούλης ο: μωρό παιδί, μπέμπης· βουτυρόπαιδο, καλομαθημένος, για παιδί άβουλο, καλομαθημένο και συνήθ. προσκολλημένο στους γονείς του, φλώρος, άνθρωπος άπειρος, ανώριμος, παρά την ηλικία του· παχουλός. Κάποιοι της ζητούσαν απλά να τους πει τα ονόματα των μπούληδων. Οι μπούληδες εκείνοι που στο σχολείο της έκαναν τη ζωή κόλαση. Παπαγ.: Όταν λοιπόν ένας υπερφίαλος μπούλης, χθεσινό αυγό με άλλα λόγια, ζεστός ακόμα από την κοιλιά της μάνας του, έρχεται να εκφράσει την αγάπη του για το μέγα «δύνασθαι» της σκέψης, χρειάζεται ιδιαίτερη τέχνη για να του απαντήσεις | < το υποκορ. επίθημα -ούλης σε λ. που το θέμα τους περιέχει [b]: μπέμπ(ης) -ούλης > μπεμπ-ούλης > μπε-μπούλης.

μπουλντούκα η & μπολντούκα η: λακκούβα με νερά ή άλλο υγρό, μτφ. μεγάλη μπουλντούκα: η λίμνη, θάλασσα. Μαλ.: Η φοβερή «Χούνη» με τα «καζάνια», τις «μπολντούκες», τα «τζαμιά», το «σιδηροπάλουκο», τη «σκουτίδα», τη «σκάλα», και το φοβερό «Στενό» ήταν διά τα παιδιά εκείνου του καιρού το δοκιμαστήριο των ικανοτήτων των.

μπουλούκι το: ασύντακτη ομάδα ανθρώπων, τσούρμο, άνθρωποι ανακατεμένοι, ένας δίπλα στον άλλο, περιοδεύων θίασος, τμήμα άτακτου στρατού. Τα θεατρικά μπουλούκια ήταν τα παλιότερα χρόνια το θέατρο των φτωχών, οι μικροί περιπλανώμενοι θίασοι στην επαρχία. Παπαδ.: Τ δύο «μπουλούκια» σπανίως φθανον μέχρι τραγικο τόνου ες τς κδηλώσεις των· συνήθως χόρευον ντικρ λλήλων ες τν πλατεαν τς γορς, κα πότε περιήρχοντο μ φωνς κα μουσικ ργανα τος μαχαλάδες. Κολ.: Σν καθόμαστε κε, λλα μπουλούκια κλέφτες μ᾿ βαλαν ρματολν ες τν παρχίαν το Λεονταριο κατ τν κλεφτν, κα μπόδιζα τ βιλαέτι μ χατίρι. Καρκ.: Οι χωριάτες μακρύτερα μπουλούκια-μπουλούκια κρυφομιλούσαν συνατοί τους και κοίταζαν με σεβασμό και ζήλια τον πάρεδρο, που είχε τόσο τα πιστά του καπετάνου | < αλβ. buluk -ι < τουρκ. bölük: στρατιωτικό απόσπασμα (ατάκτων). Βλ. & λημέρι το, κριτσμάς ο, ξεχειμάζω, πατιρντί το, σμήνος το.

μπουλούκος ο: χοντρός, παχύς, χοντρούλης. Για να τους ξεφτιλίσουν στα μάτια των καλοχορτασμένων δυτικών μπουλούκων | < τουρκ. bolluk: αφθονία, το μπόλικο -ος.

μπουλουκτσής ο: επικεφαλής, αρχηγός σε μπουλούκι. Οι αφηγήσεις τους παίρνουν σάρκα και οστά επί σκηνής, από μπουλουκτσήδες, (κλόουν, ακροβάτες και ταχυδακτυλουργούς, μια χειρομάντισσα κι ένα μασίστα), σε μια παράσταση γνήσια λαϊκή, σαν τους απλούς ανθρώπους που κατοικούν αυτές τις πόλεις. Κολ.: Ο ρβανται τν εχαν τόσο τρομάξει, πο καμναν ρκον: «Ν μ γλυτώσω π το Κολ.η τ σπαθί»· 700 μπουλουκτζδες σκότωσε πρν.

μπούμπανος ο: μεγάλο σκουρόχρωμο έντομο που τσιμπάει άσχημα, νταβάνι, σερσέγκι· άνθρωπος άσχημος στην όψη, αντιπαθής· τρομακτικό φάντασμα. Με τσίμπησε μπούμπανος.

μπούμπος ο: το φοβερό φάντασμα, φόβητρο, μορμολύκειο, σκιάχτρο, ξωτικό, ο μπαμπούλας. ΦΡ. Αν δεν κοιμηθείς, θα ᾿ρθει ο μπούμπος να σε φάει,.

μπουμπουλίτσα η: ψημένος σπόρος καλαμποκιού, το ποπ κορν, η παπαρδέλα. Φτιάξαμε μια κατσαρόλα μπουμπουλίτσες.

μπουμπούνας ο: βλάκας, χαζός, αφελής.

μπουμπουνοκέφαλος ο: ο μπουμπούνας, χαζός, κουτός. Καζαντζάκ: -Σπουδάζει λέει, τι διάολο σπουδάζει; Θα καταντήσει κι ετούτος σαν τον μπάρμπα του τον Τίτυρο, δάσκαλος! Ψαλιδόκωλος, μπουμπουνοκέφαλος με γυαλάκια.- Θα σε κλειδώσω, μπουμπουνοκέφαλε, θα σε σπάσω στο ξύλο, δε θα πας! Σκαρ.: Με ένα κούφο επιτελείο, όλο λοφία και παράσημα, με στρατιωτικούς τιτλούχους και υπασπιστές μπουμπουνοκέφαλους («μυελούς πτηνών σε κρανία βόιδικα»), σαλτάρισε, σ᾿ αυτά τα ξένα εδάφη.

μπουμπουνίζω: λέγεται για το φυσικό φαινόμενο του μπουμπουνητού, της βροντής· μτφ. πουλάω σκάρτο εμπόρευμα. Δεν γνώριζε την αγορά και του μπουμπούνιξαν ό,τι βρέθηκε.

μπουμπουτώ: βρέχω όλη τη επιφάνεια, τον όγκο ενός πράγματος, βρέχω τελέιως. Ποτίζω μέχρι να μπουμπουτίσει παντού το χώμα· μπουμπότισε τα παξιμάδια· αφήνουμε τα μπισκότα στο γάλα, μέχρι να μπουμποτίσουν καλά.

μπουνάτσα η: καλός καιρός, ιδίως στη θάλασσα, ο οποίος χαρακτηρίζεται κυρίως από έλλειψη ανέμου· κάλμα· έλλειψη τρικυμίας· νηνεμία. (Τριαντ.) Η σχέση μου με τον Μάκη πέρασε φουρτούνες και μπουνάτσες. Απέδειξε, όμως, πως αντέχει τα μποφόρ. Μακρ.: Καίγεται το σπίτι του Τζαβέλα κι όλο του το πράμα. Κόντεψαν να καγούνε κι᾿ όλοι οι άνθρωποι μέσα. Με μίαν μπουνάτζα έλυωσε όλο αυτό μόνον και κολλητά του ήταν σπίτια με τζατμάδες κι᾿ άλλα καρσί και δεν πειράχτη τίποτας αλλουνού | < ιταλ. bonaccia ή βεν. bonazza.

μπουνέλα η: το πιρούνι. Παπαευαγγ.: Προυτού σώσ΄τσ᾿ ευχές η τρανός, οι μπουνέλις κι οι λαβίδις πήραν φουτιά!

μπούνι το: μικρό άνοιγμα στα πλευρά του πλοίου για να φεύγουν τα νερά από το κατάστρωμα. Με τα μπούνια, μέχρι τα μπούνια: μτφ. πάρα πολύ. Δημ.: Πρώτος ο Γιάννης πέταξε, με το σπαθί στο χέρι / στα μπούνια τρέχουν αίματα, θάλασσα κοκκινίζει | < ιταλ. bugna: η άκρη του πανιού του καραβιού, τα ανοίγματα από όπου χύνονται τα νερά του αμπαριού.

μπουνλτούκα η: η λακκούβα, η γούρνα στο χώμα γεμάτη νερό. Μπουλντούκα με μπακακάκια. Σοφία Μπουλντούκα. Έβρεξε και γέμισαν οι μπουλντούκες.

μπούντα η & πούντα η: βαριά, ψυχρή υγρασία, το κρύο, η ομίχλη· κρυολόγημα, γρίπη. Έχει μπούντα, ντύσου καλά. | < ιταλ. punta. Βλ. & ντελικάτος ο.

μπουνταλάς ο: αφελής, κουτός, ανόητος· θηλ. μπουνταλού. Ο μπουνταλάς δεν πήρε είδηση τίποτα. Ξύπνιοι και μπουνταλάδες. Άρχισα και αντιλαμβάνομαι πώς λειτουργεί το αντρικό μυαλό. Είναι λίγο μπουνταλάδες! Τσιφ.: Ανάμεσα στους Τούρκους που είναι οι «κύριοι» και στους Έλληνες που είναι οι σκλάβοι, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Ο Τούρκος είναι ανατολίτης, μπουνταλάς, δυνατός. Ένας λαός που ήλθε από την Ασία, που βασίστηκε στη δύναμη του σπαθιού του, στον πόλεμο μοναχά, -για να καταφέρει να επιβληθεί- κάμποσους αιώνες | < τουρκ. budala -ς.

μπουνταλοσύνη η: χαρακτηριστικό του μπουνταλά, κουταμάρα. Παρ.: «Η μεγάλη καλοσύνη είναι και μπουνταλοσύνη.» | < Βλ. & μπουνταλάς ο.

μπούντρα η: η πούδρα, λεπτή αρωματική σκόνη, που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό | < πούντρα < γαλλ. poudr(e) -α.

μπουντρούμι το: χαρακτηρισμός για κάθε κλειστό χώρο, στενό και σκοτεινό, υπόγειο, φυλακή, χάψη, κρατητήριο. Στα μπουντρούμια των βασανιστηρίων. Βρήκαν το μπουντρούμι του Δράκουλα στην Τουρκία; Δημ.: – Άσπρα λαιμούδια που ‘χουμε, Μανόλη, Μανολάκη μ’, / δεν πρέπουν για τις φυλακές, της Λάρ’σας τα μπουντρούμια, / μόν’ πρέπουν για ψηλά βουνά και χαμηλές ραχούλες. Μακρ.: Και είναι τόσοι κομμένοι, κι᾿ όλα τα μπουντρούμια τω Βενετζάνων και οι χάψες γιομάτες. Τσιφ.: Κι επειδή το ταξίδι ήτανε μακρύ με τα τότε ιστιοφόρα, κλεισμένοι στα μπουντρούμια του αμπαριού και αμάθητοι από κλεισούρα, πολλοί πεθαίνανε στο δρόμο – Και τον μπουντρουμιάσανε στον Πύργο του Λονδίνου και τον αφήσανε κει πέρα να ζέχνει | < αντδ. < τουρκ. bodrum -ι < μσν. ιππόδρομος < ελνστ. ἱππόδρομος (επειδή είχε υπόγεια για τα θηρία.) Βλ. & γέρατα τα.

μπούρδα η: ανοησία, βλακεία, κοτσάνα, μπαρούφα, αερολογία, λόγος ανόητος, ψευδής ή γενικά χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Μπούρδες τα περί προκαταβολής· Μπουρδολογίες. Παιδαριώδεις μπούρδες· Τσιφ.: Κι άμα λέει καμμιά μπούρδα ένας, όλοι οι άλλοι σοφοί πασκίζουνε να της δώσουνε σημασία, αλλιώς δεν θά τους πάρουνε για σοφούς – Τώρα, η αλήθεια είναι κομμάτι μακριά απ᾿ όλες τούτες τις μπούρδες, κι άμα τη λες ωμή, κακοφαίνεται σε όλους εκείνους που νομίζουν πως αντιπροσωπεύουνε τη φυλή και τη ράτσα μας | < ισπαν. burda: χοντροκομμένη, αδέξιο ψέμα.

μπούρδας ο: αυτός που λέει μπούρδες, ανόητος, βλάκας, φαιδρό, ανυπόληπτο πρόσωπο, παπάρας. Τσιφ.: Άμα όμως είσαι ένας μπούρδας και γίνεις ξαφνικά αφεντικό μεγάλο και τρανό, δε βολεύεσαι με τίποτα. Ο ντε λα Ρος ήτανε τίποτα. Βλ. & μπούρδα η.

μπουρδαλεύομαι: χαζολογώ σεξουαλικά, φέρομαι ανόητα.

μπουρδένι το: ο ασφόδελος. Τα φυσικά χρώματα έβγαιναν από τη βελανιδιά το ρούδι, το σκλήθρο, το ριζάρι, τα βούζια, την αγριομηλιά, την καρυδιά, τα κράνα, τα κρεμμυδόφυλλα, την καπνιά, τα κούμαρα, τα μπουρδένια, το λουλάκι. Φυτό της οικογένειας των λειριοειδών, συχνά στις παραμεσόγειες χώρες. Στην Ελλάδα έχουμε 5 είδη. Η λαϊκή ονομασία του ασφόδελου είναι σφέρδουκλας, ασφόντυλος, σπερδούκλας, καραβούκι, ακαρώνι, άρβηκας, σπουρτούλα σπερδούκλι κ.α

μπουρδολογώ: λέω, ξεστομίζω, πετάω μπούρδες. Δήθεν κριτές μπουρδολογούν περί κρίσης ταυτότητας. Πολλοί εδώ μέσα μπουρδολογούν, με ακαταλαβίστικες αναλύσεις για να κάνουν εντύπωση. Βλ. & μπούρδα η.

μπουρδουκλώνω: μπερδεύω, κάνω κάτι δυσνόητο ή σύνθετο. Τα μάσησε, τα μπουρδούκλωσε πολυλογώντας (πολλά λόγια, λίγο νόημα) και, τέλος, έριξε τη σπόντα του. Κάτι πήγε να πει, αλλά τα μπουρδούκλωσε. Τα μπουρδούκλωσε και μετά είπε και συγγνώμη! | < συμφυρ. μπερδ(εύω) + (πεδ)ουκλώνω.

μπουρέκι το: είδος πίτας. Μπουρέκια με λουκάνικο και πιπεριές. Μπουρέκια με χαλούμι. Μπουρέκια κολοκύθας. Μπουρεκάκια με φέτα, ανθότυρο και δυόσμο. Yπέροχα και τραγανά μπουρεκάκια με γέμιση της αρεσκείας μας, γίνονται πολύ γρήγορα ακόμα και την τελευταία στιγμή | < τουρκ. börek, διαλεκτ. burek -ι.

μπουρινιασμένος -η -ο: θυμωμένος, νευριασμένος. Ένας τύπος, γνωστός τσιγκούνης, μπαίνει στο καφενείο μπουρινιασμένος. -Τι έπαθες πάλι; τον ρωτούν | < Βλ. & μπουρίνι το

μπουρίνι το: ξαφνική θύελλα· ξαφνικός και έντονος θυμός· νεύρα. Ηλιοφάνεια σήμερα σε όλη τη χώρα αλλά και μπουρίνια. Κακριδ: Σε λίγο ένα μπουρίνι εσκόρπισε τα ξύλα της πλωτής μου· / και πήρα εγώ να σκίζω πλέκοντας της θάλασσας τα πλάτη, / ως που στη γη σας πια με ζύγωσαν τα ρέματα κι οι ανέμοι | < αντδ. < βενετ. borin: ελαφρός βοριάς -ι < υστλατ. borinus < ελνστ. βορεινός, βορινός, βοριάς.

Μπούρινος ο: ο Βούρινος, βουνό της Δυτικής Μακεδονίας, μεταξύ των νομών Κοζάνης και Γρεβενών, με υψόμετρο 1.866 μέτρα. Συνδέεται στα βόρεια με το Άσκιο του οποίου μπορεί να θεωρηθεί και τμήμα, ανατολικά καταλήγει στο οροπέδιο της Κοζάνης ενώ νότια και δυτικά περιβάλλεται από τον Αλιάκμονα | < προελληνικό Βαρνούς: ύψωμα. Τα αρχαία χρόνια ολόκληρη η κάθετη οροσειρά που περιλαμβάνει τα βουνά Βούρινος, Βέλλια, Άσκιο, Βέρνο (Βίτσι), Βαρνούντας και Πέλιστερ (ΠΓΔΜ) ήταν γνωστή με το όνομα «Βαρνούς»· πιθ. να είναι ο αρχαίος Βόρας. Συναντάται και η ονομασία Καλλίστρατο.

μπουρλιάζω: βουλιάζω, βυθίζομαι, πλημμυρίζω. Μπούρλιαξε ο στυλός: χύθηκε το μελάνι του.

μπουρμάς ο: σωληνάκι που προσαρμόζεται στο λαιμό του μπουκαλιού, μαζί με βούλωμα, κρουνός. Μπουρμάδες είχαν οι μπουκάλες της ρακής. Είχε μύτη σα μπουρμά. Παρ.: «Ξέρει ο μπουρμάς ίντα είναι ο χουρμάς.» | < τουρκ. burma: κρουνός, βρύση.

μπούρμπερη η: πούλβερη, η σκόνη, στάχτη, τέφρα, πυρίτιδα. Καζαντζάκ: …να μπορούμε να βαστάξουμε εκατό, διακόσα, τρακόσα χρόνια, όσο να λευτερώσουμε την Κρήτη· κι ύστερα, ας γενούμε μπούλβερη και κουρνιαχτός | < μσν. πούλβερ(ις) -η < ιταλ. polvere < pulvis (γενική pulveris, αιτιατική pulverem).

μπουρμπούλι το & μπουρμπούλα η: το δέσιμο της μαντήλας, έτσι ώστε να καλύπτεται το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου και σχεδόν ολόκληρο το κεφάλι. Αλλού υπάρχει ειδική λευκή μαντήλα, η κλάκα (Σέρρες), η οποία χρησιμοποιείται στο χωράφι και σε διάφορες αγροτικές εργασίες.

μπουρμπουλώνομαι: καλύπτω, προφυλλάσω το πρόσωπο και το κεφάλι μου, σκεπάζομαι καλά, ντύνομαι καλά. Βλ. & μπουρμπούλι το.

μπουρμπουνάρι το: ο κάνθαρος, ο μπούμπουρας, λέγεται για έρποντα έντομα γενικώς. Η ΦΡ. «Άμα τα μπουρμπουνάρια έβγαζαν μέλι, θα είχαν γεμίσει οι ράχες» σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να τα καταφέρνει σε όλα, να κάνει τα πάντα με επιτυχία. Ακούγεται συνήθως μεταξύ ταβλαδόρων ή χαρτοπαικτών· όπως τα μπουρμπουνάρια δεν μπορούν να βγάλουν μέλι, έτσι και ο αντίπαλος δεν τα καταφέρνει με το τάβλι ή την τράπουλα κλπ. | < αρχ. ελλ. βομβῠλιός ή -ύλιος, ὁ: έντομο που βουΐζει και ζουζουνίζει, μεγαλόσωμη αγριομέλισσα.

μπουρνούζι το: είδος ρόμπας από βαμβακερό ύφασμα. Επιλέξτε από την μεγάλη μας ποικιλία σε μπουρνούζια, ανδρικά και γυναικεία, τα οποία σας προσφέρονται σε προνομιακές τιμές και υψηλή ποιότητα. Πικέ μπουρνούζια από οργανικό βαμβάκι με κουκούλα ή γιακά. Παπαδ.: Εχον κρύψει πιμελς τ πλα π τ πλατέα βουρνούζιά των, εχον φαιρέσει τ σαρίκια π τ φέσια των τ μακρά, ρθ κα ποστρόγγυλα, κα μοίαζον μ νατολίτας ζεμπόρους μ περιπλανωμένους πραγματευτάς | < τουρκ. burnuz (από τα αραβ.) -ι.

μπουρντένια η: φυτό που ανθίζει την άνοιξη, με κίτρινα άνθη. Έχει ύψος περ. 1μ., μικρούς καρπούς και είναι δύσοσμο.

μπουρντούρα η: η δαντέλα, το σχέδιο σε ύφασμα.

μπουσλίκα η: είδος μύκητα που φυτρώνει στις βελανιδιές, σφαιρικού σχήματος, σαν μπίλια. Η μεγαλύτερη μπουσλίκα λεγόταν λουμάς -το ίδιο όνομα είχε και ο καλύτερος βόλος. Παλιά, όταν ήταν έγκυος κάποια γυναίκα, τη σπάγανε κι αν «είχε μέσα μύγα», έλεγαν ότι θα κάνει κορίτσι, αν είχε σκουλήκι, θα κάνει αγόρι, «παιδί».

μπουσμάς ο: το άγριο, απότομο φέρσιμο, επιθετική συμπεριφορά. Με πήρε με το μπουσμά: μου φέρθηκε άγρια.

μπούσμπουρος ο: μτφ. η μεγάλη αναστάτωση, η ανακατωσούρα, ο χαλασμός. ΦΡ. Έγινε μπούσμπουρος: έγινε χαμός, φασαρία, «μύλος.»

μπούσουλας ο: ναυτική πυξίδα, όργανο προσανατολισμού. Τσιφ.: Έχασε, λοιπόν, τον μπούσουλα ο μικρός, αλλά έμαθε ένα νέο τρόπο πολέμου: τα τόξα.

μπούστο το & μπούστος ο: το πάνω τμήμα του ανθρώπινου σώματος από τους ώμους ως τη μέση· τμήμα γυναικείου ρούχου που καλύπτει αυτό το μέρος του σώματος· κορσάζ (Τριαντ.). Δέκα διάσημες Ελληνίδες με πλούσιο μπούστο. Η αλήθεια είναι πως χθες το βράδυ κανείς δεν κοιτούσε στα μάτια την Ελένη. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού το πληθωρικό μπούστο της 49χρονης (παρακαλώ!) σταρ φιγουράριζε μέσα από το ντεκολτέ του λευκού της φορέματος και μοίραζε εγκεφαλικά. Νυφικό σε στιλ ρεντιγκότας με δαντέλα μπούστο και κεντημένη ζώνη. Γι’ αυτό και ιδιαίτερα όταν έχεις πλούσιο μπούστο, φρόντισε να φοράς πάντα -ακόμα και μέσα στο σπίτι- ένα καλό σουτιέν στο σωστό νούμερο που να το στηρίζει. Πέντε μυστικά για μπούστο ακαταμάχητο! | < ταλ. busto & -ς.

μπουντουσκούτι το: πολύ λερωμένο, ρυπαρό ρούχο ή ύφασμα. Η φόρμα έγινε μπουντοσκούτι | < σκουτί, βλ.λ.

μπούφλα η: σφαλιάρα, χαστούκι, καρπαζιά, μπάτσος, παταριά, καυκαλιά, μπουνιά, γροθιά, γρόνθος, μπουκέτο. Λίγοι άντρες κατέφευγαν και στην «µπούφλα», αυτό που σήµερα αποκαλούν χαστούκι. Η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με κομματικές καταδίκες και χωροφυλακίστικες μπούφλες.

μπούφος ο: γενική ονομασία νυκτόβιων αρπακτικών πουλιών που συγγενεύουν με την κουκουβάγια· μτφ. βλάκας, ανόητος, που «δεν του κόβει.» Ο Μπούφος κάθεται ώρες, μέρες, χρόνια ακίνητος και σιωπηλός, με το στόμα ανοιχτό. Τα μικρά πουλιά δεν τον προσέχουν και πέφτουν κατευθείαν μέσα στο στόμα του. («Του μπούφ’ το π’λί», λέει ο λαός). Έτσι αναπάντεχα του έρχεται η τροφή — όπως και άλλα πράγματα, που μήτε τα περιμένει μήτε τα αξίζει. Ο μπούφος είναι ο πιο μεγαλόσωμος από τις γλαύκες με μήκος που φτάνει τα 75 εκατοστά, βάρος μέχρι τρία κιλά και άνοιγμα φτερών μέχρι 1,9 μέτρα. Ελεύθερος αφέθηκε ο μπούφος που είχε πιαστεί σε δίχτυα. Ένα πανέμορφο άγριο πτηνό, τον ευρασιατικό μπούφο (Bubo -eagle owl) εντόπισαν πριν λίγες ημέρες μέλη του Φιλοζωικού Συλλόγου. Παρ.: «Εμαζώχτηκαν τα όρνια κι έκαμαν τον μπούφο πρώτο.» Την πάτησε σαν μπούφος | < ιταλ. (διάλεκτ..) bufo -ς (Πβ. μσν. βούφος < ιταλ. bufo.)

μπουχάρι το & μπουχαρί το: η καπνοδόχος του τζακιού, η κτισμένη προεξοχή πάνω από την παραστιά του τζακιού. Η ΦΡ. Τα παιδιά τα ρίχνει η μπάμπω απ᾿ το μπουχάρι: λεγόταν στα μικρά παιδιά που ρωτούσαν πώς έρχονται στον κόσμο τα νεογέννητα και έχει ανάλογη σημασία με τη φράση «τα φέρνει ο πελαργός.» Παπαευαγγ.: Η πατέρας μείπι σ΄αγόρασι κι καπέλου να μι στείλεις μία φουτουγραφία να σι δω πως σι πρέπει κι γω θα τβάλου στου μπουχάρι να τα γλέπου. Τέτοια ιπιτυχία πρώτ᾿ φουρά – ίλιγιν μουναχιά τς κι καμάρουνιν! Τουν σκέπασιν μι δυό άσπρις πιτσέτις απ᾿ τς καλές κι ξιτανίσκιν, τέτοιους πούταν, όσου να τουν σκώσ᾿ ουπάν κι να τουν βάλ᾿ στου μπουχάρ᾿ μέσα στουν καλό του νουντά. (Κοζάνη). Σιδ.: Ο Τάκας έβαλε την πίτα πάνω στο πλατύ μπουχαρί. Γκοτζ.: Ο απάνου τοίχος, με λιθάρια και με ασβέστη, είχε αφημένο στη μέση -κατακόρυφα- ένα είδος αυλάκι, κατάμαυρο απ᾿ τις καπνιές που χρησίμευε για μπουχαρί. Αλλού λέγεται μπουχαρής ο | < αραβ. buhar: καπνός, αναθυμίαση.

μπουχέσας ο: λέγεται υποτιμητικά για άνθρωπο υπέρβαρο ή ακαμάτη, τεμπέλη. Συνεχίζει να προκαλεί ο μπουχέσας. Έχει γεμίσει ο τόπος μπουχέσες που καταπίνουν ό,τι τους σερβίρουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Μπουχέσας, ντιντής και βαψομαλλιάς. Ακούνητος ο μπουχέσας.

μπουχνίζω: κακομεταχειρίζομαι κάποιον, δεν ανέχομαι, μαλώνω, λαβίζω. ΦΡ. Δεν τα παίζει καθόλου τα κούτσκα, όλο τα μπουχνίζει. Παπαευάγγ.: Λι λι ελάτει να δείτει τι λέει η πατέρας (πεθερός) τα΄άχασει, δεν ξέρ΄ τι λέει, λέει ότι ιγώ τουν μπουχνίζου, λίλι! θα τα ακούς΄του βράδυ η Γιώρ΄σ΄ κι δεν έχου ζήσιμου! | πιθ. < μπουχτίζω < τουρκ. bιkt(ι) γ᾿ εν. αορ. του ρ. bιkar: σιχαίνομαι, βαριέμαι.

μπουχτίζω: βαριέμαι, πλήττω, χορταίνω υπερβολικά, αισθάνομαι κορεσμό για κάτι, δεν το ανέχομαι. Καζαντζ.: Όλα τούτά τα ᾿χω δει και ξαναδεί, μπούχτισα! Πάλλ.: Πάντα οι αθρώποι γλήγορα τον πόλεμο μπουχτίζουν, / που το δρεπάνι του σωρό στρώνει το χόρτο χάμου. Γκοτζ.: Οι βλάχοι, μπουχτισμένοι απ’ τα γάλατα και τα τυριά, ήθελαν κάτι να ξεδιψάσουν, να ξεπικρίσει το στόμα τους, και να, πάνου στην ώρα, έφταναν ετούτοι με τα καλάθια | < Βλ. & μπουχνίζω, αράθυμος ο.

μπουχός ο: μεγάλη ποσότητα σκόνης που αιωρείται, κουρνιαχτός. ΦΡ. μτφ. έγινε μπουχός: έφυγε πολύ γρήγορα, έγινε καπνός, σκόνη. Γκοτζ.: -Φευγάτε, παιδιά! Έρχεται ο ζουρλός… Έφτανε να ρίξει κάποιος αυτό το σύνθημα, για να γίνουμε μπουχός. Τσιφ.: Μέχρι να καλοκαταλάβει ο υπάλληλος τι γινότανε, τούτα τα δυο τ᾿ άτιμα είχανε φύγει τρακόσα μέτρα. Κόβανε στενά, κόβανε απέραστα, καβαλάγανε μάντρες κι άντε να τα πιάσεις. Μπουχός! | < σλαβ. puh -ός, muhu ή < αραβ. buhar: καπνός, αναθυμίαση.

μπραγάτσα η: μικρό μπακιρένιο καζάνι, μεγάλη μεταλλική κατσαρόλα. Πβ.: Βγίκι ου μπάρμπας ου Γούλας να παλαήσι να βρει ν᾿ κατσίκα κι σαν έφτασι σμα στου σταθμό, τουν βάρσι η μυρουδιά. Μέσα στου σταθμό, κάτι γένουνταν… Ν᾿ ίχαν βάλι τα πιδιά, οι χουρουφυλάκοι σι μνιά μπραγάτσα κι κάθουνταν λόυρα στ᾿ φουτιά κι έφκιαναν μουαμπέτι. (Μεταξάς Κοζάνης). Παπαευαγγ.: Πήγε μόνος του στο αχούρι, πήρε το μπραγατσούλι και δοκίμασε να αρμέξει. Γκοτζ.: …κι αν ξένος καταλαχού περάσει, θ᾿ απολύσουν τα σκυλιά κοψίδια να τον κάμουν, άμα δε σταθεί να κλαπακίσει μια βεδούρα γάλα, ένα μπαγράτσι ολόπηχτη διαγούρτη.

μπραγατσούλι το: κατσαρολάκι, μικρό μεταλλικό σκεύος.

μπράλιος ο: ατημέλητος, σβαρνιάρης, που δεν περιποιείται τον εαυτό του. Γκοτζ.: Μπράλιος άνθρωπος, έλεγε η βάβω μου για την απεριποιησιά του. Δεν τον τηράει αυτήν᾿ η προκομμένη, πρόσθετε για την ανεψιά της, τη Γιωργίτσα. Μόρχεται κρίμα να τον γλέπω έτσι. Επώνυμ. Μπράλιος.

μπράσκα η: ο φρύνος, η ζιάμπα, μεγάλος βάτραχος της ξηράς, μτφ. ο άσχημος άνθρωπος. Πρόσωπο σα μπριάσκα | Βλ. & ζιάμπα η.

μπράτιμος ο & μπρατίμι το: νέος άντρας ή έφηβος, στενός συγγενής ή φίλος του γαμπρού ή της νύφης, που βοηθά στο γάμο· ο αδελφοποιτός, βλάμης. Μια βδομάδα πριν το γάμο, ο γαμπρός διαλέγει ανάμεσα στους φίλους δυό τρία ή και περισσότερα άτομα, ανάλογα, τα οποία δουλειά θάχουν να υπηρετούν το γάμο, να φροντίζουν για όλα. Να προσπαθούν να περάσουν όλοι καλά και να γίνουν όλα τα έθιμα όπως πρέπει. Την Παρασκευή οι μπράτμοι ή βλάμηδες πηγαίνουν και βάζουν το «μπαϊράκι» ή «φλάμπουρο» (σημαία) στο σπίτι της νύφης. Δημ.: – Ξένε μ’, σαν θέλεις φίλημα, σαν θέλεις μαύρα μάτια, / κάνε τον άντρα μ’ μπράτιμο και μένανε μπρατίμσσα, / να σε χορτάσω φίλημα, να σε χορτάσω χάδια. Παρ.: «Όταν σε δω, μπράτιμε, σε θυμάμαι.» | < βουλγ. bratim(ya): αδερφώνομαι -ος. Βλ. & βλάμης ο, κλωντήρι το.

μπρατσέτα: στη φράση «αλά μπρατσέτα»· λέγεται για όσους είναι πιασμένοι μπράτσο με μπράτσο, αγκαζέ, δίπλα δίπλα, σε στενή επαφή. Πάρε με αλά μπρατσέτα και καβάλα τη Floretta. Ο φωτογραφικός φακός τούς απαθανάτισε πιασμένους «α λα μπρατσέτα» να περπατούν στους δρόμους της ισπανικής πρωτεύουσας. Βλ. & ξεροβόρι το.

μπρίκι το: μικρό μεταλλικό σκεύος με κυλινδρικό σχήμα και μακριά λαβή, στο οποίο βράζουν τον καφέ ή άλλα αφεψήματα. Εφτ.: Και μπρίκι για το νίψιμο τους φέρνει τότε η βάγια, / ώριο, χρυσό, και χύνει τους στην αργυρή λεγένη. Παρ.: «Ούτε καφές, ούτε μπρίκι | < τουρκ. ibrik (από τα αραβ.) -ι.

μπρίκι το: είδος ιστιοφόρου με δύο κατάρτια. Ο στόλος -μια κορβέτα, τρία μπρίκια και μια γολέτα- αμέσως έφυγε με κατεύθυνση το καταφύγιο του στην Νάυπακτο | < ιταλ. brick -ι (< γαλλ. brick < αγγλ. brig).

μπριάβα η: κλειδαριά εξωτερική, μεταλλικό χερούλι πόρτας.

μπρίκλα η: μαχαίρι, σουγιάς με ξύλινη λαβή (Γέρμας Καστοριάς). Σιδ.: …έβγαλε τη μπρίκλα που έφερνε πάντα μαζί του, έκοψε με προσοχή το κουζίνι [σ.σ. δέρμα, τομάρι] απ’ το σαμαροσκούτι ίσια ίσια να χωράει τον πλίκο [σ.σ. φάκελος] και με τρόπο τον ρούκωσε μέσα στο λόζιο του σαμαριού.

μπριάνα η & μπράνα η: ψάρι του γλυκού νερού, ανέβαινε προς τις πηγές για να αναπαραχθεί, συνήθως μικρότερο από το μέγεθος της παλάμης. Βλ. & τσιρόνι το.

μπριό & μπρε: το γνωστό μπρε, μωρέ· επαναλαμβάνεται ρυθμικά από την ομήγυρη σε αποκριάτικα τραγούδια. Λ.χ. Στις τρανές, μπριο μπριο μπριο, στις τρανές τις απουκριές… κλπ. Καρκ.: Πηδάω στ σκάλα, σκαρφαλωνω πάνω. Μπρ καλώστον! μπρ καλώστον! Μτσ-μούτσ! Μς παίρνουν τ δάκρυα. ᾿Απ τ δάκρυα πέσαμε στ τσιμποκι κα τ μαστίχα στε ν γίν τ φαγί. Σκαρ.: Η πριν εικόνα μου ξεθώριαζε σαν το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ.. Μ π ρ ε!.. κι έτριβα τα μάτια μου.. Η «Νέα Ρώμη» μού χαχάνιζε.. Ο Μωάμεθ ο Β᾿ μού εγελούσε | < μσν. μπρε < τουρκ. bre, bire ή ελλ. μωρέ.

μπριούχαβος -η -ο: ο χαλαρός, μαλακός, αφράτος. Μπριούχαβο σώμα, κορμί, χώμα.

μπροστάντζα η: προκαταβολή χρημάτων, ποσό που δίνεται πριν από μια οικονομική συναλλαγή, ό,τι βρίσκεται, δίνεται μπροστά. Δώσαμε τα μισά λεφτά μπροστάντζα. Τσιφ.: …έπαιρνε κανά δυο κατοσταρικάκια από το μιστό της μπροστάντζα, νάσου και πιάνει μαγιά το μικρό | < μσν. μπροστά < εμπροστά < εμπρός.

μπροστάρης ο: που πηγαίνει μπροστά, εμπρός, ο επικεφαλής, που προπορεύεται. Πάλλ.: Τάχει βαλμένα κατά γης τα πλουμιστά άρματά του, και πηγαινόρχεται κοντά στους λόχους σα μπροστάρης.

μπροστερεύω: περνώ μπροστά από κάποιον, τον προσπερνώ. Παρ.: «Σα μανίσει ο γάιδαρος, μπροστερεύει τ᾿ άλογο»

μπροστινάρι το: σκοινί, φόρτωμα, που στερεώνει το σαμάρι, προσαρμοσμένο κάτω από τα μπροστινά πόδια του ζώου.

μπροστομούνα η: μτφ. η γυναικεία ποδιά.

μπρουζιάλα η: πυροζάλη, κάψη, μεγάλη ζέστη, λιοπύρι. Μας έφαγε η μπρουζιάλα, όλη μέρα στο ριζό | < πιθ. πυροζάλη η.

μπρουζιαλίζομαι: ζαλίζομαι, σκάω από τη ζέστη και τον ήλιο, ανάβω, φουντώνω. Συνων. ζάπουρας | Βλ. & μπρουζιάλα η.

μπρουζιούτης -α -ι: επιθ. λέγεται για σκυλί με κοντό τρίχωμα, ο κοντοκουρεμένος.

μπρουστοκόκα η: ψαλιδιά, χαραγματιά στο μπροστινό μέρος του αυτιού. Ένα από τα σημάδια με τα οποία ξεχώριζαν τα ζώα, πρόβατα ή γίδια.

μσταγκουνιούμαι: πίνω λίγο λίγο, με φειδώ, μισή μισή σταγόνα. Μσταγκουνιούμαι το κρασί | < μισή σταγόνα.

μυαλός ο: το μυαλό. Πάλλ.: …κι η χάλκινη περκεφαλιά το κοφτερό κοντάρι / δεν τ᾿ αμποδάει, μόν διάβηκε και κράνος και κεφάλι, / και λιώμα τούγινε ο μυαλός μες στο κεφάλι του όλος. Παρ.: «Ό,τι ξέρει ο μυαλός μου δεν τα ξέρει ο καλός μου.»

μυγάρι το: η μύγα. Μας έφαγαν τα μυγάρια. Βλ. & μυγιάζομαι.

μυγδαλιά η: αμυγδαλιά. Ελύτ.: Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας / Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες. Βλ. & μύγδαλο το.

μύγδαλο το: αμύγδαλο, μπαλάμι. «Στάσου, μύγδαλα!» φώναζε το 1967 ο Γιάννης Βόγλης στην 17χρονη τότε Anne Lonnberg στη θρυλική ταινία «Κορίτσια στον Ήλιο». Παρ.: «Ο ακαμάτης δεν τρώει τα μύγδαλα για να μην τα σπάσει.», «Για να το φας το μύγδαλο, πρέπει και να το σπάσεις.», «Και το κουκούτσι μύγδαλο.» | < αρχ. ελλ. ἀμύγδαλον.

μυγιάζομαι: συμπεριφέρομαι σα να με τσιμπάει μύγα· θίγομαι ή θυμώνω. Άκουσε για πληρωμένες γραφίδες και μυγιάστηκε. Παρ.: «Όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται.» | < μύγα < μσν. μύγα < ελνστ. μῦα < αρχ. ελλ. μυῖα.

μυζήθρα η & μυτζήθρα η: είδος τυριού. Τσιφ.: Η λέξη μυζήθρα είναι σλάβικη και χαρακτηρίζει την στρογγυλή προεξοχή, τον στογγυλό όγκο. Η μυζήθρα αυτή κατάντησε να χαρακτηρίζει ένα είδος τυριού που το λένε έτσι και σήμερα. Γκιών.: …όλα σ᾿ έναν ντορβά. Και σ᾿ έναν δεύτερο χυλοπίτες, τραχανά, τυρί φέτα, μυτζήθρα, καρύδια για τους Αθηναίους. Βλ. & μανούρι το.

μύξαβος -η -ο: γεμάτος μύξες, μυξιάρης, μυξιάρικος. Παρ.: «Γαμπρέ μ᾿, γιατί είσαι μύξαβος; -Είναι απ᾿ το χειμώνα. -Σε ξέρω κι απ᾿ το καλοκαίρι.»

μύξος ο: η μύξα, σάλιο που φτύνει κάποιος, ροχάλα, ρόχαλο, χλέμπα. Παρ.: «Όποιος φτάει στον ουρανό, τρώει κι αυτός μύξο τρανό.» (Κοζάνη).

μυρώνω: αλείφω με μύρο, άρωμα με ελαιώδη σύσταση· ευχάριστη μυρωδιά, οσμή. Tο (Άγιο) Mύρο χρησιμοποιείται από την εκκλησία ιδίως στο μυστήριο του χρίσματος. Τσιφ.: Με τη φωτιά της έδωσε ζωή, την έκανε χαριτωμένη και γοητευτική, τρέξανε και οι θεές και τη ντύσανε, τη μυρώσανε, τη στολίσανε, τη βάψανε, αλλά πήγε και ο άτιμος ο Ερμής και τη φόρτωσε ψέματα, γοητεία και αστάθεια. Παρ.: «Εγώ βαφτίζω και μυρώνω, άρα ζήσει και μη ζήσει.» | < αρχ. ελλ. μύρον.

μυστρί το: εργαλείο του οικοδόμου, του χτίστη· αποτελείται από μία μεταλλική, συνήθ. τριγωνική, πλάκα προσαρμοσμένη σε ξύλινη λαβή, και το χρησιμοποιούν για να παίρνουν το κονίαμα και ιδίως να σοβατίζουν. Δημ.: Ένας πιχάει [σ.σ. μυστρίζει τη λάσπη, σοβατίζει] με το μυστρί, κι άλλος με τον ασβέστη, / παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο. Παπαδ.: Κ᾿ πειτα κε στς ναγκις, πρόσθεσεν ς καλς μβαλωματς κα ς σοπεδωτικν ργαλεον μιστρ παπα-Ζαχαρίας, κε πάνω εναι ψηλά, ξέφαντο τ μέρος | < μσν. μυστρίον υποκορ. του ελνστ. μύστρ(ον): κουτάλι, -ίον.

μύθια τα: μύθοι, παραμύθια, μυθώδη αλλά πραγματικά γεγονότα, αξιομνημόνευτα, σκανδαλώδη ή απίθανα περιστατικά ή πράξεις, ευχάριστες διηγήσεις. Μύθια γινήκανε στη γειτονιά, μύθια, μουρμούριζε. Όσα μύθια, τόσα αλήθεια. -Μπα μύθια! λιέει η Τσιτσιά. Πού ακούσ᾿κιν να πλιαρών᾿ για να σιργιανίσ᾿ν στου νιάημιρου! Ο μπάρμπα – Νικόλας στο στρατό έφκιασε μύθια. Κακριδ.: Μες στους μνηστήρες, που απ᾿ τ᾿ ολόχλωρο, πολύσταρο Δουλίχι / εδώ είχαν έρθει, αυτός αφέντευε, και πιο στην Πηνελόπη / τα λόγια άρεσαν που της έλεγε· κακός μαθές δεν ήταν (ς ῥ᾿ κ Δουλιχίου πολυπύρου, ποιήεντος, / γετο μνηστρσι, μάλιστα δ Πηνελοπεί / νδανε μύθοισι: φρεσ γρ κέχρητ᾿ γαθσιν)· Πβ. παραμυθέομαι-οῦμαι: παρηγορώ. παραμυθία, ἡ: παρηγοριά.

μυρουδιά η: μυρωδιά. «Παίρνω μυρουδιά»: καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, ανθίζομαι. Πάλλ.: Και σαν τους πήρε μυρουδιά του Δία η θυγατέρα / θεά Αθήνα, πως λιάνιζαν τους Αχαιούς στη μάχη, / χύθηκε τότε απ᾿ την κορφή την Ελυμπήσα κάτου | < μσν. μυρωδία < ελνστ. μυρώδ(ης): αρωματισμένος -ιά.

μύτος ο: δυνατό χτύπημα της μπάλας με τη μύτη, το μπροστινό μέρος του ποδιού. Συνθ. ξερόμυτος, καραμύτος.

μωρόπιστος -η -ο: αφελής, εύπιστος, ευκολόπειστος. Αν δεν τη λάτρευε, θα την αποκαλούσε ηλίθια μωρόπιστη | < αρχ. ελλ. μωρός + πίστη.

(Εμφανιστηκε 1.077 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)