17 Φεβρουαρίου 2017 at 19:36

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Λ

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας – Λ

Βιογραφικά του συγγραφέα

Ο Δημήτρης (Τάκης) Τζήκας γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1971 στη Ζυρίχη της Ελβετίας, από γονείς μετανάστες Έλληνες εργάτες. Μέχρι την τετάρτη δημοτικού έζησε στο Λιβαδερό Κοζάνης, ενώ αργότερα ολοκλήρωσε το Λύκειο στην ίδια πόλη. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Δημήτρης Γληνός» του Α.Π.Θ. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, βρέθηκε στην Κομοτηνή για 15 περίπου μήνες. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου στον σύλλογο φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. Ιωαννίνων (1992-1995), ενώ συμμετείχε στο Δ.Σ. του συλλόγου Μετεκπαιδευομένων δασκάλων και στην επιτροπή προγράμματος σπουδών, ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος. Από το 1999 μέχρι σήμερα, εργάστηκε σε δημοτικά σχολεία της Φολεγάνδρου, της Κέρκυρας και στο 1ο Πρότυπο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης. Διαχειρίζεται την ιστοσελίδα «Ερανιστής», όπου και δημοσιεύει τακτικά κείμενα για τη γλώσσα, τη φιλοσοφία και την ιστορία. Ζει στη Θεσσαλονίκη και ψωμίζεται ως δάσκαλος στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Το Λεξικό, 504 σελίδες 17 χ 24, διατίθεται με αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου.

Ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας: eranistisnet.@gmail.com

Λ

λαβαίνω: λαμβάνω, παίρνω. Ελύτ.: Πιάνει ο κόσμος περιστέρια / κι εγώ μένω μ” άδεια χέρια / -Γράμμα τέτοιο δε λαβαίνεις / άδικα μην περιμένεις.

λάβδανο το: θαμνώδες φυτό και το κολλώδες έκκριμά του που χρησιμοποιούνταν στη φαρμακευτική. Το λάβδανο είναι ένα αρωματικό ρετσίνι, έντονα μαύρου χρώματος και με πολύ ιδιαίτερη οσμή. Παράγεται από το φυτό κίσθος ο κρητικός. Παπακ.: …βούτυρα που αγόραζε ο παππούς, δαμάσκηνα που στέγνωναν και το λάβδανο, το φάρμακο που μας δίνανε όταν είχαμε κόψιμο και που το τρέμαμε, γιατί ήτανε πικρό και δυσκολοκατέβατο | < λατ. ladanum < αρχ. ελλ. λάδανον. Βλ. & σάματις.

λαβίδα η: το κουτάλι, το χλιάρι· γενική ονομασία εργαλείων με δύο σκέλη, που χρησιμοποιούνται με το χέρι για διάφορες εργασίες (πιάσιμο, συγκράτηση, εξαγωγή, σφίξιμο, κοπή κτλ.) Ξύλινη λαβίδα | < αρχ. ελλ. λαβίς, αιτ. -ίδα.

λάβιγμα το: το μάλωμα, η επίπληξη, η κατσάδα, επιτίμηση με έντονο τρόπο, συνήθ. ως αποτέλεσμα στιγμιαίας οργής.

λατόμος ο: εργαζόμενος σε λατομείο, μαρμαράς, μαρμαροτεχνίτης. Παπαδ.: Ες Καρπάθιος, λατόμος, μένων διαρκς ες τν Πεντέλην, κράτει οχ ττον δωμάτιον ες τς Μάρως, κα κατήρχετο κατ τς ορτς ες τν πόλιν | < λατομέω-ῶ (αρχ.) < λᾶς, ὁ και λᾶας: ο λίθος + τέμνω. Επίσης (αρχ.) λατόμος: αυτός που θραύει, σπάει λίθους και λατομεῖον. λαῖτμα, το: ο βυθός της θάλασσας. λατυπέω-ῶ: οικοδομώ, χτίζω· λατύπος: λιθοτόμος, οικοδόμος (< λᾶς + τύπτω: χτυπώ, πελεκάω). λατύπη: αποπελέκημα λίθου, αλλά και ο γύψος ή ο ασβέστης. λάϊνος: λίθινος, μαρμάρινος. Ἀλλὰ μάλα Τρῶες δειδήμονες· ἦ τέ κεν ἤδη / λάϊνον ἕσσο χιτῶνα κακῶν ἕνεχ᾽ ὅσσα ἔοργας (Ιλιάδα Μ 176-7). «Πολύ κι οι Τρώες μαθές δειλόκαρδοι, τι αλλιώς θα σου ᾿χαν κιόλας φορέσει πέτρινο πουκάμισο για όσο κακό έχεις κάνει.»

λάβιγμα το: η επίπληξη, αυστηρή παρατήρηση, καυγάς, τσακωμός με τα λόγια. Καυγάδες και λαβίγματα | < Βλ. & λαβίζω.

λαβίζω: μαλώνω κάποιον, βάζω τις φωνές επιπλήττω, επιτιμώ, φωνάζω, βρίζω, κατσαδιάζω. Παπαευαγγ.: -Ά ρα σιάμταλι, βουλούν τα βόδια μες στουν τρουβά; αρχινάει να τουν λαβίζει η Γιώρ΄ς. -Μ…ντέ…απηλουιέτι η Φώτς. Ο Νικολ. σημειώνει λάβα η: θόρυβος, κοιν. λάβα, όπερ εκ του τουρκ. Αγνοώ αν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το γνωστό (ελνστ.) συλλαβίζω: προφέρω μια λέξη με αργό ρυθμό και τονίζοντας χωριστά καθεμιά από τις συλλαβές. Ενδεχομένως από το αρχ. ελλ. λάβρος: σφοδρός, λυσσαλέος, ορμητικός, δεινός, αδηφάγος. λαβρέομαι-οῦμαι και λαβρεύομαι: καυχιέμαι, είμαι επιθετικός στα λόγια. Επίσης λαβραγόρας και λαβροστόμος: ο λάβρος, ορμητικός αγορητής. λαβροπότης, ὁ: ο δεινός πότης. λαβροσύνη, ἡ: ορμητικότητα. λάβραξ, ὁ: το λαυράκι, αδηφάγο ψάρι που ονομάζεται και «λύκος της θάλασσας.» λαβροσύνη, ἡ: λαιμαργία. Να σημειώσουμε ακόμη την αρχ. λώβη ,: κακή μεταχείριση, ατίμωση, χλεύη, ύβρη, κακοποίηση· ακρωτηριασμός, αποκοπή μέλους· λέγεται για πρόσωπα, ατίμωση, εξευτελισμός· λωβάομαι, μέλ. λωβήσομαι, Δωρ. βʹ πληθ. λωβᾱσεῖσθε· αόρ. ἐλωβησάμην, αποθ. (λώβη): κακοποιώ, κακομεταχειρίζομαι, υβρίζω, βλάπτω.

λάβρα η: φωτιά, η μεγάλη ζέστη, η φλόγα, η κάψα, καταστροφή. Καρκ.: Aλλά η λάβρα εσυνέμπαινεν εκεί ανήλεη, έπνιγεν ασφυχτικά εκείνα, ετσουρούφλιζε τα φτερά ετούτων και τ᾿ ανάγκαζε να φεύγουν μακράν με θρήνους και τ᾿ άρπαξε κάποτε ζαλισμένα μέσα στα φλογερά σωθικά της. ΦΡ. Φωτιά και λάβρα. Δημ.: Φωτιά να κάψ᾿ τα ρούχα σου και λάβρα τα φλωριά σου, / τι ο μαύρος που χλιμίντρισε σαν του καλού μου μοιάζει. Ο ξένος εις την ξενιτιά πρέπει να βάνει μαύρα, / για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λάβρα. Παπαδ.: Δν μ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, πήντησε· μ λένε Λάβρα. Λαύρα; λεγε τάχα τ νομα τς Δάφνης τ λατινικόν, τ νομα σεμνο νδιαιτήματος μοναχο, τ νομα τς ρωμένης το Πετράρχα; Πλν κείνη λεγε Λάβρα, κ᾿ νόει βέβαια τν φλόγα τς καρδίας της | < λάβ-: μσν. λάβρα < αρχ. λάβρ(ος) -α.

λαβρώνω: πράττω βιαστικά και πρόχειρα, ενεργώ με καταστροφικά αποτελέσματα, μτφ. καταστρέφω, δεν κάνω κάτι όπως πρέπει. ΦΡ. Μας τα λάβρωσε το χαλάζι τα σπαρτά. Πβ. Καρκ.: Aλλ᾿ αδιάφορη σ᾿ αυτά όλα, ούτε τη λάβρα, ούτε την κούραση, ούτε το επίμονο καρδιοχτύπι αισθανόταν εμπρός στην άφωνη απάντηση, που θα της έδινεν απ᾿ ώρα σ᾿ ώρα. Παρ.: «Ο γαμπρός είναι λαβρός κι η νύφη ανεμοζάλη.» | < κατά τον Πλούταρχο η λέξη λάβρυς ήταν λυδική ή καρική για το αμφίστομο τσεκούρι, τον διπλό πέλεκυ. Aπό εκεί ίσως ετυμολογείται η λέξη λαβύρινθος: ιερό ή ανάκτορο αφιερωμένο στον διπλό πέλεκυ (όπως στη Μινωική Κρήτη με δεδομένο ότι η κατάληξη -νθος ήταν προελληνική), καθώς και η λέξη λαβραυνδεύς (ο Ζευς της Καρίας). Ο λαβύρινθος σήμαινε επίσης τον θαλάσσιο κοχλία. Γι᾿ αυτό, οι Liddell & Scott θεωρούν επίσης πιθανή την ετυμολογία του από την ομηρική λέξη λαύρα, : στενό πέρασμα, δρόμος, όρυγμα, οχετός, γιατί η λέξη σήμαινε και τον θαλάσσιο κοχλία. Από εκεί και το Λαύρειον: ο τόπος των μεταλλείων αργύρου στην Αττική. Το αρχ. ελλ. λάβρος σημαίνει ορμητικός, βίαιος σφοδρός, βιαστικός, άπληστος, λαίμαργος.

λαβρωμένος -η -ο: κατεστραμμένος, άξιος να λαβρωθεί, να χαθεί < βλ. λαβρώνω. Liddell & Scott: λαβροσύνη, (λάβρος): βιαιότητα, απληστία, λαιμαργία – λαβρό-στος: αυτός που ορμά με μανία, ορμητικώτατος, βίαιος, σε Αισχύλ.- λάβρος: στον Όμηρο, λέγεται μόνο για τις φυσικές δυνάμεις, όπως άνεμος, βροχή, κ.λπ.· ορμητικός, καταιγιστικός, σφοδρός, σε Ηρόδ.· λάβρον πρ, λάβρα κύματα, λάβρος πόντος, κ.λπ., σε Ευρυπίδη. λέγεται για ανθρώπους: ορμητικός, σφοδρός, βίαιος· άπληστος, λαίμαργος· επίρρ., λάβρως: με ορμή, μανιασμένα, λαίμαργα, άπληστα.

λαβωματιά η: πληγή, τραύμα, ο γιαράς | < μσν. λαβωματία < λαβωματ- (λάβωμα) -ία > -ιά. Βλ. & πατσιαούρα η, γερεύω, αχώρια. Βλ. & γερεύω.

λαβώνω: πληγώνω, τραυματίζω με όπλο. Η χαλαζόπτωση «λάβωσε» τις καλλιέργειες μήλων και ροδάκινων. Δημ.: Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου, / και η δόλια η αδελφή μου, / μην πείτε πως σκοτώθηκα, / μον᾿ πείτε πως λαβώθηκα πως είμαι λαβωμένος | < μσν. λαβώνω < λαβ(ή) -ώνω. Βλ. & σειέμαι, γρίβας ο, βρόντος ο, ξώμερο το, απίστομα, χλαίνα η.

λαγάνα η: είδος ψωμιού, σχετικά λεπτό και πλατύ, πασπαλισμένο με σουσάμι, που παρασκευάζεται χωρίς προζύμι και καταναλώνεται κυρίως την Kαθαρά Δευτέρα. Τσιφ.: Πώς διάολο μου βγήκες έτσι, ρε κατακαημένο, σαν λαγάνα; Με τέτοια μούρη ούτε στην Κόλαση δε θα πας | < αρχ. ελλ. λάγαν(ον) μεγεθ. -α: πλατιά λεπτή πίτα.

λαγαρό το: μαλακό σημείο του σώματος, συνηθ. πληθ. τα λαγαρά. Σιδ.: …βρήκαν γιατάκι στον τόπο τους, σ’ έναν τόπο που δε φώλιαζε η έντονη φοβέρα της πολύχρονης σκλαβιάς στα λαγαρά τους. Βλ. & λαγαρός ο.

λαγαρός -ή -ό: διαυγής, διαφανής, καθαρός. Καζαντζ.: Ο νους: Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το μάτι μου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μια παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου – Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα και να κατατρώει, φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας | < αρχ. ελλ. λαγαρός: χαλαρός, λεπτός, ευκίνητος.

λαγαρίζω: κάνω κάτι διαυγές, καθαρό, λαγαρό, καθαρίζω (υγρό) από ξένες ουσίες, λαμπικάρω. Λαγαρίζω το λάδι. Καζαντζ.: Και μαχόμαστε όλοι· φυτά, ζώα, άνθρωποι, ιδέες· στο λιγόστιγμο τούτο διάβα της ατομικής ζωής, να ρυθμίσουμε εντός μας το Χάος, να λαγαρίσουμε την άβυσσο, να κατεργαστούμε μέσα στα κορμιά μας όσο πιότερο σκοτάδι μπορούμε, να το κάμουμε φως.- Λαγαρίζεται αργά, με αγώνα, ανάμεσα από τα κορμιά τους, παρατάει πάνω τους όσα πάθη, όση σκλαβιά, ανημποριά και σκοτάδι μπορεί. Παρ.: «Αν δε θολώσει, δε λαγαρίζει

λάγγαγμα το: στραμπούληγμα, διάστρεμμα σε άρθρωση του σώματος. Ευτυχώς δεν ήταν σπάσιμο αλλά λάγγαγμα | < Βλ. & λαγγάζω.

λαγγάζω: στραμπουλίζω πόδι ή χέρι· μτχ. λαγγαγμένος -η -ο. ΦΡ. Λάγγαξε το ποδάρι: στραμπούληξε το πόδι. Δημητράκος: λαγγάζω: υποχωρώ | < αρχ. ελλ. λαγγ(άζω): χαλαρώνω, (επειδή το στραμπουλιγμένο πόδι κρέμεται, χαλαρώνει).

λαγγεύω: λιγώνομαι, χαυνώνομαι, γλαρώνω. Παρ.: «Το μάτι μου λαγγεύει, καρδιά μου χαίρεται.» | < μσν. λαγγεύω < αρχ. ελλ. λαγγ(άζω): χαλαρώνω.

λαγκαδιά η: το λαγκάδι, βλ.λ. Ελύτ.: Είναι μια χαίτη που κεντρίζεται απ᾿ την τυχερή κατηφοριά των λαγκαδιών μιας νεότητας.

λαγκάδι το: στενή, δασωμένη κοιλάδα ανάμεσα σε βουνά. Δημ.: Γεμίζουν τα βουνά φωνές και τα λαγκάδια δάκρυα / και τα λαγκοπεράσματα αξέπλεχτες πλεξούδες. Της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια, / που κει συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν. Πβ. Χρον. Μορέως: πρε τν κ᾿ διέβησαν πάνω ες να σπήλαιον, / που τον μέσα ες δύο βουνία, ες μίαν λαγκάδα πέσω / κε που νι σήμερον, τ κάστρον Γαρδικίου | < μσν. λαγκάδιν (και λαγκάδα < λαγκάδ(ιν) μεγεθ. -α) υποκορ. του λάκκ(ος) -άδιν.

λαγκόνι το: λαγόνι, η λαγόνα, το μαλακό μέρος του σώματος μεταξύ του ισχίου και της κοιλιάς. Καζαντζ.: …κι ως το πέρασε, το δυνατό κοντάρι / τρυπάει και χώνεται στο θώρακα το βαριοξομπλιασμένο, / και δίπλα στο λαγγόνι του (παρα λαπάρην) σκίσε το ρούχο πέρα ως πέρα | λαγγόνι < υποκορ. του αρχ. λάγγων ή λαγών. Παπαδ.: γελς πρώτη το φάμιλλος μ τν πιβήτορα κατ τ μεγάλαυχον κα τν κμήν. Πελωρία το λεκάνη κ᾿ α λαγόνες, ο δ μαστοί της σφιχτο λικνίζοντο μ χάριν ες τ βάδισμά της. Πβ. Καββ.: Tην ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ / που σου χαράξαν πειρατές Kινέζοι στις λαγόνες | < αρχ. ελλ. λᾰγών, -όνος, ἡ (λαγαρός): κοίλο μέρος του σώματος κάτω από τα πλευρά, κοινώς «λαγόνι»· μτφ., κάθε κοιλότητα.

λαγγονιάζω: τρώω πολύ, μεγάλη ποσότητα, γεμίζω τα λαγγόνια. Αραβαντ.: λαγκονίζω: τρώγω υπερβολικά, γεμίζω τα λαγγόνια. Λέγεται κυρίως επί ζώων. Βλ. & λαγγόνι το.

λαγκιόλι το: δίπλωμα σε ρούχο, η τσάκιση, η δίπλα της φουστανέλας. Πβ.: ρχινοντας ν κόβν βγαζαν πρτα τς μάννις. Ατς ταν δγυό. Μνι μπρουστ κι μνι σμ πλάτ᾿ κι ταν μουνουκόμματις. π᾿ το πλάϊ βαναν πο δγυ λαγγιόλια σ κάθι μιριά. Ατ ταν στιν πο πάν᾿ κι λίγου φαρδύτιρα πο κάτ᾿ κι ρχουνταν σ σφήνις. τσιας πιρνι τ᾿ στρουγγυλάδα το πκάμψου. Συνήθους τς λείπουνταν λαγγιόλια π᾿ ταν μκρά. μα μους τα λείπουνταν μάννα τότις δν εχαν φκιάϊσ᾿ καντίπουτας. Ατόϊας μους τολιγαν κυρίους γι το μνυαλ κι μα ζύϊαζι κάνας π᾿ τα λαφρις σμ παλάντζα στο καντάρ᾿. «Ατόν δώϊας, μάννα μ᾿, δν τον λείπιτι λαγγιόλ᾿, δηλαδ λίγου, λλ τον λείπιτι μάννα, δηλαδ πουλύ.» (Μικρόβαλτο Κοζάνης). Ένα λαγκιόλι (μήκος 0,90μ και μύτη επάνω και 0,21 μ στον ποδόγυρο) ράβεται σε κάθε πλευρά του κατακόρυφου ανοίγματος και σχηματίζει τις ποδιές του σαγιά. Άλλα δύο μπαίνουν ένα σε κάθε πλάι (μήκος 0,77μ μυτερό κάτω από τη μασχάλη, με φάρδος 0,22μ στον ποδόγυρο) και ενώνουν την πλάτη με τα μπροστινά. Τα λαγκιόλια αυτά έχουν στη μέση του φάρδους του ποδόγυρου και προς τα πάνω ένα κατακόρυφο άνοιγμα 0,22μ περίπου. Καραγκούνικο νυφικό λινό πουκάμισο κεντημένο με μαύρες και πολύχρωμες ουτράδες. Είναι ποδήρες και αποτελείται από ένα κεντρικό ενιαίο φύλλο μπρος και πίσω, τη «μάνα», και από δύο λοξά φύλλα στο κάθε πλάι, τα λαγκιόλια. Παρ.: «Της κάπας μανίκι, της φρούστας λαγκιόλι. [σ.σ. λέγεται σε περίπτωση που δεν υπάρχει συγγενική σχέση με κάποιον, για πράγματα διαφορετικά, αταίριαστα]» Δημ.: –Μπαμπακούλα και κοντούλα, δεν παντρεύεσαι καημένη, να σε δώσω ένα ράφτη; / -Δεν τον θέλω εγώ τον ράφτη, που τινάζει τα λαγκιόλια, σαν ο γάτος τα τσιρόνια. / Όσες βελονιές κι αν ξέρει, τόσες διαολιές μαθαίνει.

λαγκίτα η & λαλαγκίτα η: είδος απλού παραδοσιακού λουκουμά, και αλμυρή με τυρί. Το µπακλαΐ και σαραγλί ήταν τα γλυκίσµατα, που θα προσέφεραν την πρωτοχρονιά. Το γκανταΐφι το προτιµούσαν την αποκριά, καθώς και τις λαγκίτες. Λαγκίτες έστελναν στα φιλικά σπiτια, για συχαρίκια, όταν γεννιόταν παιδί (αγόρι). Η γυναίκα που επισκέπτεται για πρώτη φορά το σπίτι της λεχώνας της φέρνει μπουγάτσα (καλοζυμωμένο ψωμί) λαγγίτες ρύζι και μερικές φορές κότα και κρασί. Βλ. & μπόντζα η.

λαγός o: μτφ. μαστορούλι ή λασπατζής, συνήθως ηλικίας δώδεκα έως δεκαέξι χρονών, στη διάλεκτο των μαστόρων (κουδαρίτικα).

λαγοτόμαρο το: τομάρι, δέρμα από λαγό. Αίν.: «Δώδεκα λαγοί, δεκατρία λαγοτόμαρα» (Οι μήνες και τα φεγγάρια του έτους – Σκύρος).

λαγοκοιμάμαι: κοιμάμαι σαν το λαγό, μισοκοιμάμαι, κοιμάμαι ελαφρώς, πρωτοκοιμάμαι. Πβ. Παπαδ.: Ες ν τοιοτον διάλειμμα μεταξ τς Παρακλήσεως τς υπνίας, κ᾿ πάνω στ λαγοκοίμημα, κε πο ρχετο τ πλάνον νειρον ν μ θέλξ, δι ν μ παραδώσ ες τς γκάλας το πνου, κούω, μεταξ τς βροχς κα το νέμου, φωνν τραγουδιστο ες τ παιθρον.

λαγούμι το: τρύπα που σκάβει ο λαγός· υπόγειος οχετός για την αποχέτευση ακάθαρτων νερών, υπόνομος· υπόγεια στοά ορυχείων, γαλαρία ή στοά που ανοίγεται για τοποθέτηση και ανάφλεξη εκρηκτικών υλών. Κολ.: Ες 64 μέρες βαλαν φωτι ες τ λαγούμι, κα τ λαγούμι εχε 1.000 κάδες μπαρούτι μέσα. μες σκάφταμε 12 βήματα κτς το πύργου κα 3 1/2 πχες το βάθους κα σκάφταμε μ σκοπ ν πιάσουμε τος λαγουμτζδες. Τ λαγούμι ερέθηκε ξεθυμασμένο π τ κόψιμο τς γς, πο εχαμε κάμει, κα τζι φο τρεμε γ να τέταρτο, πεσε τ χμα πάνου του, κα πύργος δν παθε τίποτε. Ελύτ.: O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας / την ώρα που μέσ᾿ από τα ουράνια θάμνα / το ούρλιασμα της συννεφολύκαινας / σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας | < τουρκ. lâgιm -ι ή < μσν. λαγός < αρχ. ελλ. λαγ(ώς). Βλ. & λαγουμιτζής ο.

λαγουμ(ι)τζής ο: αυτός που σκάβει λαγούμια. Κολ.: …εις 64 μέρες έβαλαν φωτιά εις το λαγούμι, και το λαγούμι είχε χίλιες οκάδες μπαρούτι μέσα· εμείς εσκάφταμε 12 βήματα εκτός του πύργου και 3 ½ πήχες του βάθους και εσκάφταμε με σκοπό να πιάσωμε τους λαγουμιτζήδες | < Βλ. & λαγούμι το.

λαγουνίκα η: το λαγωνικό, κυνηγετικό σκυλί, εκπαιδευμένο κατάλληλα στην ανίχνευση θηραμάτων. Παρ.: «Τρώει του μπέη η λαγουνίκα κρομμύδια; -Τρώει, και τι να κάνει.» Πάλλ.: Κι αφήνοντάς τους έτσι αφτούς σακατεμένους χάμου, / πήγαν και θρήνος έκαναν μες στο σωρό, σα χοίροι / που λαγωνίκες άσκιαχτοι ορμούν και δοντοσκίζουν | Βλ. & λαγωνικό το.

λαγωνικό το: σκυλί για το κυνήγι. Δημ.: Βγαίνω κ᾿ εγώ κι ο μαύρος μου και τα λαγωνικά μου. / Βρίσκω μια κόρη πόπλενε σε μαρμαρένια γούρνα. Παρ.: «Δείχνει του λαγού να φύγει, του λαγωνικού να τρέχει.» | < μσν. ουσιαστικοπ. ουδ. επιθ. λαγωνικό (ενν. σκυλί) < αρχ. ή ελνστ. λακωνική κύων (πβ. αρχ. λάκαινα κύων: (κυνηγετικό) σκυλί της Λακωνίας).

λαήνα η / λαήνι το / λαένι το / λαγήνα η: η πήλινη ή μεταλλική στάμνα. Το πρωί με τα όργανα πάνε τη νύφη στη βρύση του χωριού να πάρει νερό σ᾿ ένα ειδικό πήλινο ή τσίγγινο «λαένι», γυρίζουν και ο γάμος διαλύεται, αφού πρώτα ο γαμβρός η νύφη οι μπράτμοι και τα όργανα πάνε στο σπίτι του νουνού. Ελύτ.: Τώρα θά χω σιμά μου να λαγήνι θάνατο νερό / Θά χω να σχμα λευτερις νέμου πο κλονίζει / Κι κενα τ χέρια σου που θ τυραννιέται ρωτας. Αίν.: «Χιλιοτρύπητο λαγήνι και ποτές νερό δε χύνει.» (σφουγγάρι). Παρ.: «Τι ξυλιές, τι ελιές – τι παιδιά, τι σκυλιά – τι βελόνι, τι φελόνι – τι λαήνα, τι καμπάνα.» | υποκορ. του μσν. λαγήν(α) -ι ή ελνστ. λαγύνιον < υποκορ. του αρχ. ελλ. λάγυνος

λαδικό το: το ελαιοδοχείο, δοχείο λαδιού για τη λίπανση μηχανών· λαδωτήρι, λαδερό· μτφ. τσιγκούνης, φυλάργυρος, πονηρός, ιδιοτελής άνθρωπος. Παπαδ.: Ο Γιάννης ο Μπρίκος επέβη εις την λέμβον και της έρριψε την αβασταγήν, καθώς και έν μικρόν καλαθάκι, μέσα εις το οποίον είχεν έν λαδικόν γεμάτον, και ολίγα κηρία και ψωμίον, διότι όλα τα είχε προβλέψει. –Επα ν στείλω πανδρολόγισσα, πανέλαβε, χωρς ν παντ κατ εθεαν Σάββας, μ δν χω μεγάλη μπιστοσύνη στ λαδικά· καλύτερα ν νοίξω τν καρδιά μου σ σένα… Βλ. & προσφάι το.

λαδίκω η: το γκιούμι (Μεταξάς Κοζάνης).

λαζάνια τα: είδος ζυμαρικού. Εάν τα λαζάνια σας χρειάζονται βράσιμο, βράστε τα ανάλογα με τις οδηγίες του πακέτου και όταν βράσουν, βάλτε τα σε κρύο νερό για να μην κολλήσουν. Καββ.: Στ μότζο βγαίν᾿ μάνα σου κα πρς τ κε τηράει. / -Γιόκα μου Μάρκο, γύρισε, παγσαν τ λαζάνια | < αντιδάνειο < ιταλ. lasagna θηλ. εν. που θεωρήθηκε ουδ. πληθ. < λατ. lasania: τηγάνι < lasanum: μαγειρικό σκεύος < αρχ. ελλ. λάσανα τα: τρίποδο στήριγμα σκεύους.

λάζος ο & λάζο το: μαχαίρι μακρύ και σουβλερό, της οθωμανικής εποχής· το κρητικό μαχαίρι· μαχαίρι της τσέπης με λάμα που διπλώνει μέσα στη λαβή. Επίσης το κρητικό μαχαίρι αναφέρεται και ανάλογα με το μέγεθος και το υλικό και ως πασαλής, μπασαλής, πασαλίσκος, πασαλιδάκι, μπουνιάλο, μπουνιαλάκι, μπιτσάκι και παραζωστρές, λαζός. Μακρ.: Τότε ρχονται ναντίον μου μ δόλο νθρωποι γορασμένοι μ τ μαχαίρια, λάζους, κρυφίως μέσα ες τν λαόν, πο μουν τυλιμένος ν τος συχάζω, ν μ δολοφονήσουνε. Στίχ.: Είχα ένα μπάρμπα εγώ νταή, Τον ξακουστό τον Παναγή, καμάρι κι ασικλίκι / λάζο στη μέση του χωστό, μουστάκι μαύρο γυριστό, Καφέ αμάν και αγαπητιλίκι. (Ε. Παπαγιαννοπούλου). Πάλλ.: …μα αν σε χαλάσει ο λάζος μου και κατεβείς στον Άδη, / δεν έχει πια των Αχαιών παιγνίδια ναν τους παίξεις | < πιθ. αρχ. ελλ. λάζομαι, αποθ., ποιητ. αντί λαμβάνω· λάζετο, γʹ πληθ. ευκτ. λαζοίατο (αντί λάζοιντο)· Δωρ. προστ. λάζεο ή λάσδεο: λαμβάνω, δράττομαι, πιάνω, αρπάζω· Ομήρος: δξ λαζοίατο γααν: μακάρι να έτρωγαν χώμα· μτφ., πάλινδ᾿ γε λάζετο μθον: πήρε πίσω το λόγο του, δηλ. τον άλλαξε· λάζυμαι σε ΟμηρικούςΎμνους και στον Ευρυπίδη. Βλ. & κουρέλα η.

λαθούρι το: ποώδες μονοετές φυτό της οικογένειας των ψυχανθών, όσπριο από το οποίο φτιάχνουμε συνήθως το φαγητό φάβα και που αναφέρεται στη βοτανολογία ως lathyrus sativus (λάθυρος ο ήμερος). Παρ.: «Σαν σ᾿ αρέσει η φάβα, σπείρε και κάνα λαθούρι.» | < μσν. λαθούριν υποκορ. του αρχ. ελλ. λάθ(υρος) -ούριν.

λαθεύω: κάνω λάθος, σφάλλω. Παρ.: «Γλώσσα που λαθεύει την αλήθεια λέγει.» (Γλώσσα λανθάνουσα τ΄ αληθή λέγει., Μένανδρος), «Θεός και γείτονας δε λαθεύουν.» Βλ. & χλωροτύρι το, σκαρφίζομαι.

(α)λαθώνω: λαθεύω, κάνω λάθος, σφάλμα, πέφτω έξω. Αορ. αλάθωσα. Παρ. «Τον γαμπρό και το πεπόνι, όποιος το διαλέει λαθώνει| < μσν. λαθεύω (Πβ. μσν. λαθεύγω, αλαθεύω) < λάθ(ος) -εύω.

λαιμά τα: ο λαιμός, η περιοχή του λαιμού. Βλ. & σκιάζω.

λαϊκάντζα η: ο λαϊκός άνθρωπος, λέγεται γενικώς για κάτι λαϊκό, δημώδες.

λαιμαριά η: ο λαιμός, το σβέρκο, η περιοχή του λαιμού, εξάρτημα από δέρμα και μαλλί που προσαρμόζεται στο λαιμό ζώων που μεταφέρουν φορτία, αλλά και σε σκυλιά που φυλάνε κοπάδια ώστε σε περίπτωση μάχης με λύκους ή άλλα σκυλιά να μην μπορούν να τα δαγκώσουν στο λαιμό (βλ. λανάρια). Καρκ.: Aλλ᾿ ενώ επήγαινε να του φορέση τη λαιμαριά και να το σύρη έξω, είδε πως έβαλεν ανάποδα το σαμάρι και το φόρτωμα έγερνε να πέση. Τσιφ.: Τον κουβαλήσανε στην κούρτη [σ.σ.: δικαστήριο] με μια λαιμαριά μουλαριού στο λαιμό. Αραβαντ.: λαιμαργιά η: ο βρογχωτήρ του γυναικείου φορέματος, η και τραχηλιά | < αρχ. ελλ. λαιμός.

λαιμούδι το: ο λαιμός. Βλ. & λαιμαριά, μπουντρούμι το.

λάιος & λάγιος -ια -ιο: μαύρος. Δημ.: χ! χ! πήρανε τ λαγιαρν / ποχε τ χρυσ μαλλί, τ σημένιο κέρατο / κα τ χρυσ κουδούνι. Παρ.: «Πήραν τα φλώρα τις κορφές, τα λάγια παν στον πάτο.» | πιθ. < αλβ. laj: ψαρός ή < αρωμουν. βλάχικα, lai(ŭ): μαύρος.

λακασάς ο: μικρό καζάνι με χειρολαβές· μεγάλη κατσαρόλα.

λακασού η: μτφ. αυτή που της αρέσει το (πολύ) φαγητό, λιχούδα, βουλιμική | < λακασάς ο, βλ.λ.

λακίζω & λακώ: φεύγω γρήγορα από κάπου, απομακρύνομαι, υποχωρώ, τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια κυρίως μπροστά σε εχθρό, αντίπαλο ή κίνδυνο· το σκάω. Καζαντζ.: …τώρα την Τροία και τις γυναίκες μας και τα μωρά παιδιά μας / να σπλαχνιστεί κι απ᾿ το άγιο κάστρο μας να διώξει του Τυδέα / (γριον αχμητν κρατερν μήστωρα φόβοιο) το γιο τον άγριο, τον ανήμερο, που όλοι λακούν μπροστά του. Παπαδ.: Νά, κάτω, στ σκίνια κε… κ γ ν κάνω τ βοϊδάκι, τάχα, ν μουγκρίζω… κι πέκει, σ λακήσουν, τος παίρνουμε μ τ κοτρώνια. – Τό κοψαν κουμπούρι… κ λάκησαν, κι κόμα λακον… πίστεψαν πς τον στοιχει πο τος κυνήγησε. Καββ.: Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού. – Λάκισε φίλος, δερφός. Πο μ᾿ εδες κα πο σ᾿ εδα; | < λακώ: ελνστ. λακῶ: σκάω ή μέσω του μσν. γλακώ: τρέχω < ελνστ. ἐκλακῶ < ἐκ- λακῶ· λακίζω: λακ(ώ).

λακινιά η: αγέλη, κοπάδι αλόγων ή μουλαριών. Παρ.: «Πάρε άλογο από λακινιά και γυναίκα από σπίτι.» Βλ. & τσέλιγκας ο.

λάκκος ο: φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα του εδάφους με σχετικά μεγάλο βάθος, τάφος, γούρνα· λακκάκι το: μικρός λάκκος· μικρή κοιλότητα στο σαγόνι ή στα μάγουλα του προσώπου, ο γελασίνος. Η εγκυμοσύνη είναι η πιό δύσκολη περίοδος της γυναίκας. Βρίσκεται «με τόνα πόδι στο λάκκο» και όλοι της εύχονται «καλή λευτεριά» | < αρχ. ελλ. λάκκος: νερόλακκος, πηγάδι.

λακριντί το: φλύαρη συζήτηση, είδηση, κουβέντα, διήγηση· φλυαρία: Πιάσανε το λακριντί με τις ώρες. Παπαδ.: λα τ συμβάντα το μικρο χωριο, τ σα γίνονταν, κα τ σα δν εχαν γίνει κόμα, τσι τ σχολίαζε. Δν φηνε καμμι κουβέντα, κανένα μανττο, κανένα «λακριντί», πο ν μν τ᾿ ποσώσ. Ρεμπέτ.: Το σκότος και η φυλακή είναι μεγάλο λακριντί | < τουρκ. lakîrdî: κουβέντα.

λαλάς ο: λαλάς, θείος, θειός. Παπαευαγγ.: Η τρανός, η τρανή, η λαλάς, η Νάτσιους κι καμμιά πεντε – έξ κούτσκα. Νικολ. θηλ.: τέτα η | < αλβ. lale: θείος.

λαλές ο: βολβόριζο λουλούδι της άνοιξης, η τουλίπα, ανεμώνα. Παρ.: «Τώρα στα γεράματα, παπούτσια με λαλέδες.» | < τουρκική lale < περσ. (lāla, τουλίπα).

λαλητής ο: αυτός που λαλεί, κελαηδεί· αυτός που «λαλάει» τα πρόβατα, που τα οδηγεί στη σειρά για αρμεγή. Βηλ.: Ο λαλητής ευρέθη, μην έχοντας σπειρί, / της πείνας να ψοφήση σε κίντυνο βαρύ | < Βλ. & λαλώ.

λαλιά η: μιλιά, κουβέντα, ήχος που παράγεται από ζωντανό πλάσμα. Καρκ.: όταν έλαμψαν επάνω στον ουρανό τ᾿ αστέρια και κάτω ησύχασαν οι άνεμοι, μέσα στο δουλωμένο χωριό, όλα εξανάπεσαν στη νέκρα και τη σιγή. Ούτε φως πουθενά, ούτε λαλιά | < Βλ. & λαλώ.

λάλος ο: το λάλημα, η δουλειά του λαλητή, βλ.λ. Πβ. Καζαντακ.: Τι πλήθια ανάμεσα μας / βουνά βρίσκονται μακρογίσκιωτα και θάλασσα όλο λάλοπε μάλα πολλ μεταξ / ορεά τε σκιόεντα θάλασσά τε χήεσσα· (Όμηρος) | < Βλ. & λαλώ.

λαλούμενο το: ό,τι λαλεί, βγάζει ήχο, μουσικό όργανο. Μακρ.: …κα τν γενναον Παπ Φλέσια, πο γλεντάγει ες τ Λιοντάρι μ τς γυνακες κα τ λαλούμενα / Βγαίνοντας ες τν Καλαμάτα, ο Καλαματιανο ταν ες τ περιβόλια κ᾿ καναν γλέντια μ τ λαλούμενα. Παπαδ.: -Ησύχασε, κυρά μου, κι ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει ποτέ! … Εδώ η κυρα-Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα λαλούμενα.- Τώρα ο κόσμος δεν έχει μεράκι για λαλούμεναλος συμμαχικς στόλος σημαιοστολίσθη. Ποικίλα λαλούμενα, βιολι κα λαγοτα. Γύφτοι μ κλαρινέτα, φυσντες κα χορεύοντες, πήδησαν, λάλαξαν, κυβίστησαν, προεξάρχοντες τς βακχικς πομπς. Βηλ.: Η Κλειώ ηύρε την ιστορία, η Θαλεία επιστατούσε στη φυτουργία, η Ευτέρπη τα λαλούμενα, η Μελπομένη την ωδή. Παρ.: «Άλλα τα λαλούμενα κι άλλα τα νοούμενα.» | < Βλ. & λαλώ.

λαλώ: κελαηδώ, κράζω, μιλώ, λέω, παίζω μουσικό όργανο· με φωνές και σφυρίγματα οδηγώ τα γιδοπρόβατα στη σειρά για άρμεγμα. Πάλλ.: …πρέπει τους Τρώες πρώτα εδώ πελέκι να χορτάσω. / Είπε, και λάλαε τ᾿ άλογα μπροστά μπροστά αλυχτώντας. Παπαευαγγ.: Οι άντρες σ’ ν’ αμπουριά μι τα καρδάρια, η Γκουντής, η Μήτρους κι η Παναέτς άρμεγαν κι η Γιαννούλτ’ς λαλούσι | < αρχ. ελλ. λαλώ: φλυαρώ, τιτιβίζω < αρχ. ελλ. λαλώ και λαλαγέω: φλυαρώ, τιτιβίζω. λάλος: φλύαρος. λάλαξ: ο βάτραχος. Βλ. & κατίνι το.

λάμα η: λεπτό, επίπεδο μεταλλικό έλασμα, λεπίδα, κοπίδι· μεταλλικό τμήμα αντικειμένων, εργαλείων, που είναι φτιαγμένο για να κόβει. Τον 19ο αιώνα ο μαχαιράς κατασκεύαζε ο ίδιος το ατσάλι, την πρώτη ύλη για τη λεπίδα. Σήμερα η πρώτη ύλη είναι μακριά κωνική λάμα από ατσάλι αέρος που αγοράζεται έτοιμη από το εμπόριο. Οι ράβδοι ορθογωνικής διατομής (λάμες) παράγονται στο εργοστάσιο της εταιρείας μας στη Θεσσαλονίκη, σε μήκος 6 μέτρων και πλάτη από 10mm έως 150mm. Λάμες σπαθοσέγας. Το κατάστημα διαθέτει λάμες για όλες τις πιθανές χρήσεις: Από τη συλλογή ξυλείας και την ξυλογλυπτική μέχρι την κοπή καυσόξυλων | < ιταλ. lama· λάμ(α) -ίτσα.

λαμανίζω & λαμανιάζω: ανακατεύω, κάνω άνω κάτω, ταράζω, ενοχλώ, αναστατώνω· παθήτ. λαμανίζομαι. Επίρρ. λαμανιά. Παπαευαγγ.: Αρχίντσαν να λαμανίζουντι σ᾿ ναχυρώνα κι αφου αργούσαν τους στουχάσκει κι η Βαγγέλτς! Κατιβαίνει κι αυτός κι έβγαζαν τα τζιούβια μέχρι τ΄χαράη.. Προτού αρχίσ΄ν να λαμανίζουντι τσ᾿ λέει η Άντζυ.. Φουρέστει αυτά τα λάστιχα να μην κάνου πιδί..! Στην Υπάτη λέγεται αλαμανιάζω: αναστατώνω τιμωρώ και στη Λήμνο ακούγεται το φουρλαμανιάζω: Μας φουρλαμάντσε μαθέ μες το κατακαλόκαιρο | < απίθανη η ετυμολογία από τους Αλαμάνους, γερμανικό φύλο που έκανε επιδρομές στα εδάφη της ρωμαϊκής και βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το 357 μ.Χ. οι Αλεμάνοι κατατροπώθηκαν από τον μετέπειτα αυτοκράτορα Ιουλιανό. Ενδεχομένως ετυμολογείται από το αρχ. ελλ. λαιμάσσω, λαιμάζω, λαιμαργέω: καταβροχθίζω.

Λάμια η & λάμια η: μυθικό ανθρωποφάγο τέρας με τη μορφή γυναίκας· μτφ. (γυναίκα) άπληστη, κακιά, στρίγκλα. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Λάμια ήταν κόρη του Ποσειδώνα και της Λιβύης. Από την ένωσή της με τον Δία έκανε πολλά παιδιά, τα οποία όμως σκότωσε η Ήρα από τη ζήλεια της. Κατά τον ποιητή Στησίχορο, μόνο δύο παιδιά της επέζησαν, η Σκύλλα και ο Τρίτωνας. Από τη θλίψη της, η Λάμια μεταμορφώθηκε σε δαίμονα που κατασπάραζε παιδιά, καταδικασμένη να μην κοιμάται ποτέ. Λάμιες (lamiak) απαντούν και στη βασκική μυθολογία, όπου περιγράφονται ως γυναικείες μορφές μεγάλης ομορφιάς, όμως με νύχια αρπακτικού και ουρά ψαριού. Μαλ.: Οι λάμνιες, οι στρίγγλες, οι βρυκολακαίοι (που είχαν την έδραν των στη «Χούνη») κλπ. αναφέρονται και αυτά εις παλαιότερην εποχήν. Καρκ.: …τον εξώρισε στο Nυχτερέμι, τον αρρωστότοπον, όπου πυρετός-αχόρταγη λάμια, βυζαίνει το αίμα του ανθρώπου έως το κόκκαλο | < αρχ. ελλ. λάμια: μπαμπούλας. Βλ. & ερίφης ο.

λαμνί το: λυτό δεμάτι στο αλώνι, έτοιμο για αλώνισμα | < ίσως έχει σχέσει με τη λάμα < ιταλ. lama· λάμ(α). Στα αρχ. ελλ. λάμνω < μσν. λάμνω < αρχ. ἐλαύνω: τραβάω, τραβάω κουπί, κινώ πλοίο με τα κουπιά (από το ίδιο ρήμα ετυμολογούνται οι λέξεις ἔλασμα, ἐλατήριον, ἔλατον).

λαμογιά η: απατεωνιά, απάτη, παρανομία, παράνομη, ανέντιμη πράξη. Το κόμμα τους έχει την μήτρα της λαμογιάς. «Οι… λαμογιές είναι λόγος απόλυσης». Γελάει όλη η Ευρώπη με τις λαμογιές τους.

λαμόγιο το: απατεώνας, καιροσκόπος. Τα «λαμόγια» του πολιτικού συστήματος. Ίσως το μεγαλύτερο λαμόγιο που κυκλοφορεί στην πιάτσα. Φθηνά παιχνίδια είναι αυτά. Λίγα, ελάχιστα. Δεν προσφέρουν συγκίνηση, την ξεχωριστή συγκίνηση που θέλει ο παίκτης. Αφήστε και το άλλο, ότι όλα αυτά τα παιχνίδια είναι λαμογιάρικα, ύποπτα. Λαμόγιο ήταν κυρίως ο αβανταδόρος, ο δήθεν παίκτης και συνεργάτης του παπατζή, που υποκρινόταν ότι παίζει για να προσελκύσει ευκολότερα τα θύματα. Η λέξη χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια για να περιγράψει τον διεφθαρμένο πολιτικό, τον απατεώνα και τον υπόγειο τύπο, που μετέρχεται ύπουλα, παράνομα ή ανήθικα μέσα για ν’ αποκτήσει χρήματα ή εξουσία.

λαμπίκος ο: πολύ καθαρός, αστραφτερός. Το σπίτι έγινε λαμπίκος! Τσιφ.: Ιππότες που πήρανε «Μπράσο» [σ.σ. ειδικό καθαριστικό] και πλακώσανε να την κάνουνε λαμπίκο την παλιοσιδερικιά την πανοπλία τους.

λαμπίρω η: η ρακή, το τσίπουρο στα κουδαρίτικα – μαστόρικα | < λάμπω (επειδή λάμπει, είναι διαφανής).

λαμπόγυαλο το & λαμπογυάλι το: το γυαλί της λάμπας πετρελαίου. «Τα κάνω λαμπόγυαλο»: τα σπάω, καταστρέφω, προκαλώ ζημιές. Τσιφ.: Μπαίνανε βέβαια μέσα οι ξένοι, τα κάνανε λαμπόγυαλο, αλλά τέλος πάντων δεν ήτανε και τόσοι μαζωμένοι.

Λαμπρή η: η γιορτή του Πάσχα, η Ανάσταση. Παρ.: «Άσχημη η Λαμπρή όταν βρέχει κι ο φτωχός όταν δεν έχει.» Βλ. & ζάρκος ο, γιορτάδες οι, παιδί το, πορεύω.

λαναράς ο: αυτός που λαναρίζει, επεξεργάζεται μαλλί η βαμβάκι. Βλ. & βλάχα η.

λανάρι το & λανάρα η: εργαλείο ή μηχάνημα που κατεργάζεται το μαλλί (ή το βαμβάκι), ώστε να είναι έτοιμο για κλώσιμο· βαρύ μεταλλικό περιλαίμιο που φορούσαν στον λαιμό των τσομπανόσκυλων. Τα λανάρια είχαν αιχμές, καρφιά για να προστατεύουν τα ζώα από τις δαγκωματιές άλλων ζώων ή λύκων | < μσν. λανάρι(ον) < ελνστ. επιθ. λανάριος: εργάτης που κατεργάζεται μαλλί < λατ. lanarius. Βλ. & γνέμα το.

λαναρίζω: κατεργάζομαι το μαλλί (ή το βαμβάκι), ώστε να είναι έτοιμο για κλώσιμο· ξαίνω | < μσν. λαναρίζω < λανάρ(ι) –ίζω. Βλ. & βλάχα η, ψυχοκράτημα το, λανάρι το.

λανσάρω: παρουσιάζω, εισάγω, προβάλλω κάτι καινούριο, θέτω σε πρώτη χρήση (Τριαντ.) Οι P. λανσάρουν δικό τους ιρλανδέζικο ουίσκι. Οι αδερφές O. λανσάρουν νέα αρώματα! Δε σταματούν να πειραματίζονται. Λανσάρουν οθόνες με 4 φορές καλύτερη ευκρίνεια από των FullHD | < < γαλλ. lanc(er) -άρω. Βλ. & σμήνος το.

λάντζα η: το πλύσιμο των πιάτων, το να πλένεις σκεύη της κουζίνας· μτφ. η δύσκολη δουλειά, το πιο κοπιαστικό κομμάτι μιας εργασίας, βαριά, άχαρη εργασία, χωρίς ενδιαφέρον και δημιουργικότητα· κατασκευή, συνήθως ανοξείδωτη, για το πλύσιμο μαγειρικών σκευών. Εστιατόριο ζητεί νέους-νέες για service, μπουφέ, κουζίνα και λάντζα. Βγάλαμε όλη τη λάντζα. Κλειστές ή ανοιχτές ανοξείδωτες λάντζες με γούρνες σε πολλούς σχεδιασμούς, που καλύπτουν ευρέως όλες τις απαιτήσεις στο καθαρισμό και την πλύση. Λάντζα ποδοκίνητη, λάντζα πλυντηρίου | < ίσως βεν. lanza: κοντάρι καταρτιού όπου δένεται το πανί (δουλειά που έκανε το κατώτερο πλήρωμα).

λαντζέρης ο & λαντζέρισσα η: που δουλεύει στη λάντζα. Ο πιο γρήγορος λαντζέρης στον κόσμο. Πάρτε μαθήματα σβελτάδας! Ως σερβιτόρος και λαντζέρης εργαζόταν ο Ν. Κ. Ζητείται λαντζέρισσα – βοηθός κουζίνας. Κυρία ζητάει εργασία ως λαντζέρισσα. Βλ. & λάντζα η.

λαντόνι το: κλειστή άμαξα παλιάς εποχής, για τέσσερα άτομα, την οποία έσερναν δύο άλογα. Παπακ.: Κουβάλησαν την προίκα της Χρυσάνθης σε δυό λαντόνια, που τα γεμίσανε κασέλες με κιλίμια, με κουβέρτες, με χαλιά. Στο ένα λαντόνι ανέβηκα εγώ κι έκατσα δίπλα στον αμαξά (Κοζάνη) | < γαλλ. landau από την ονομ. της γερμ. πόλης Landau.

λάου λάου: επίρρ. σιγά σιγά, με προφύλαξη, με το μαλακό. Του το ΄φερε λάου λάου το πράγμα. Τσιφ.: …είχε παραδάκι με το τσουβάλι, χρόνια βύζαινε τον τόπο και τάχε κονομήσει τρελά. Κλέφτρα, βεβαίως, κι αυτός, αλλά με το λάου λάου, τάχε βολέψει καλώς κι ευφυώς. Ρεμπέτ.: Λάου λάου το πηγαίνεις, να ξαναγινώ εργένης (Μουφλουζέλης) πιθ. < λάγου λάγου, γεν. του λαγός.

λαουτζίκος ο: ο απλός, φτωχός λαός, οι καθημερινοί άνθρωποι, τα κατώτερα λαϊκά στρώματα με μικρό εισόδημα ή και χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Γκοτζ.: Κι ο χτηματίας κι ο εφοπλιστής κι ο τραπεζίτης, / καθένας που δεν έχυσε ίδρωτα στη γη / κι ό,τι δεν ήταν λαουτζίκος ψωμοζήτης. Σκαρ.: Το ψωμοτύρι ενάντια στον αστακό, «το κασκέτο ενάντια στον πίλο.» Με δεκάδες χιλιάδες πτώματα την ξαναπλήρωσε την επανάσταση ο λαουντζίκος.

λαούτο το & λαγούτο το: έγχορδο παραδοσιακό μουσικό όργανο. Το λαούτο είναι έγχορδο όργανο, που στην ελληνική παραδοσιακή μουσική χρησιμοποιείται κυρίως σαν συνοδεία σε βιολί, λύρα ή άλλα όργανα. Μαντολίνα, λαούτα στεριανά, ταμπουράδες. Παπαδ.: Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. – Κι ανάμεσα εις τον φλοίσβον των φιλημάτων του κύματος έμελπον τα βιολιά και τα λαγούτα, εις τον ήχον των οποίων εσύρετο ο χορός του γάμου | < βεν. lauto < αραβ. al ῾ūd.

λαουτιέρης ο & λαουτάρης ο: ο παίχτης του λαγούτου. Ο πρώτος προσωπικός δίσκος του Πρεβεζάνου λαουτιέρη και τραγουδιστή Μιχάλη Ζ. Παπαδ.: Των καπηλείων και λοιπών μαγαζείων η κατανάλωσις ηύξανεν εις το διπλάσιον· βιολιτζήδες, λαουτιέρηδες, δεν ευκαιρούσαν, δεν ανέπνεαν επί δύο μήνας. – Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης; Βλ. & λαούτο το.

λαπάς ο: φαγητό από ρύζι που το βράζουν ώσπου να χυλώσει· λέγεται για το πολύ βρασμένο ρύζι ή άλλο φαγητό που έβρασε υπερβολικά· άνθρωπος καλομαθημένος, ντελικάτος, αγύμναστος, άμαθος στη δουλειά, που δεν είναι για πολύ ζόρικες σωματικές ή άλλες δραστηριότητες, φλούφλης. Τα μακαρόνια έγιναν λαπάς. Στην Ελλάδα βάζουμε αλάτι, λεμόνι και λίγο λάδι και έτσι κάνουμε τον λαπά. Ρύζι καρολίνα ή γλασέ, αναλογία περίπου τρία έως πέντε νερό προς ένα ρύζι, βράσιμο κάνα εικοσάλεπτο. -Νομίζεις ότι ο χυλός από ρύζι (ο γνωστός λαπάς) είναι ένα άνοστο φαγητό μόνο για αρρώστους; Η ιστορία δεν γράφεται από λαπάδες. Οι διάσημοι που έγιναν από λαπάδες φετόνια [σ.σ.: με κοιλιακούς γυμνασμένους, «φέτες»] | < τουρκ. lâpa -ς.

λάπατο το: είδος αυτοφυούς ποώδους φυτού που τρώγεται, γεν. άγριο βρώσιμο χορταρικό. Τυρόπιτες, µε αρµιά, µε πράσα, µε σπανάκι, µε άγρια χόρτα, µε λάπατα, µε τσουκνίδες, κολοκυθόπιτες, γλυκά µε κολοκύθια, νυφιάτικη µε ρύζι και κανέλα, νηστίσιµη µε καρύδια, µε προζύµι, γαλατόπιτες (σχώριο για τις ψυχές). Αραβαντ.: λάπατο το: παραφορά· εις την φράσιν «του ήρθε το λάπατο» | < αρχ. ελλ. λάπαθον < λάπατον (προελληνική μεσογειακή λέξη).

Λαριού η: η σημερινή Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος Ιλαρίωνος. Λιούφ.: Έτσι, η Αντιπροσωπεία έλυσε το ζήτημα της επιβολής επιδόματος στις ενοριακές μονές Ζηδανίου και Λαριούς (Ιλαρίωνος)· επιβλήθηκε ετήσιο επίδομα 20 – 25 λιρών στη μονή Ζηδανίου και 5 στη μονή Λαριούς.

λάσιος ο -ια -ιο: δασύτριχος, πυκνόμαλλος, μαλλιαρός: Κρυστ.: Κι όταν αναστενάζουνε τα λάσια του τα στήθια, σαν να μουγκρίζει ακούγεται σύγνεφο φορτωμένο. Πετρ.: Στ λσια μπρτσα τν ρεμπτηδων συχν βλπω κεντημνη μι καρδι μ φυλλοκρδια, που στ μση της χει τ νομα τς πολυαγαπημνης. Όμηρος: Παφλαγόνων δ γετο Πυλαιμένεος λάσιον κρ / ξ νετν, θεν μιόνων γένος γροτεράων (Στους Παφλαγόνες αρχηγός ήταν ο Πυλαιμένης με την αντρίκια καρδιά, από τη χώρα των Ενετών, από όπου είναι το σόϊ των άγριων μουλαριών-Καζαντζ)τοσι δ ϊς λάσιος μέγας ν κλισί έρευτο. δ μάλ γχ ατοο καθέζετο πότνια μήτηρ (και στο καλύβι είχαν παχιόμαλλο, τρανό κριάρι σφάξει. / Κι η σεβαστή του η μάνα εκάθισε κοντά του, στο πλευρό του-Καζαντζ.) Παπαδ.: Ο τρίτος, ο και πρόεδρος της συντεχνίας, ο Βαγγέλης ο Παχούμης, λασιόστηθος, γυμνόπους, με το παντελόνι συνήθως ανασηκωμένον μικρόν κάτω του γόνατος ίσως εκ της μακράς έξεως του να θαλασσώνει προς εκφόρτωσιν των πλοιαρίων, δεν έπαυε να συλλογίζεται τον Αμερικάνον. «Μες στο νου μ᾿ γυρίζει», έλεγε. – π τ στήθη των τ λάσια π χλόην, κάτω ες τος γυμνος πόδας των, ρέει τ νερόν.

λάσκα: επιρρ. χαλαρά, χωρίς πολύ σφίξιμο. Αισχύλ.: Πιο πολύ βάρα, σφίγγε, μην τ᾿ αφήσεις λάσκα, / κι είν᾿ άξιος να βγεί πέρα κι όπου δεν το ελπίζεις.

λασκάρω & λασκέρνω: αφήνω λάσκα, χαλαρώνω, ξεσφίγγω· μτφ. βρίσκω χρόνο, ξεκουράζομαι· ξελασκάρω: με παρόμοια σημασία. Τώρα που ξελάσκαρα λίγο με την εξεταστική, αν θέλετε, μπορείτε να μου δώσετε κάτι να μεταφράσω. Ξελάσκαρε το τιμόνι και τη σέλα. Αν δεν καταφέρεις να «σώσεις» το κουμπί που ξελάσκαρε, ψάξε στην ετικέτα του ρούχου, όπου συνήθως υπάρχει ένα ανταλλακτικό. Ελύτ.: Γιατί λασκάραμε όλα μας τα χαλινάρια κατακτώντας τις νωπές κοιλάδες της νοτιάς | < βενέτ. lascar -ω· λασκ(άρω) μεταπλ. -έρνω.

λασπατζής ο: εργάτης, οικοδόμος που δουλεύει με λάσπη, χαμούρι, τσιμέντο, κυρίως σε οικοδομικές εργασίες. Κοσκίνιζαν την καυκάρα οι λασπατζήδες, τσαλαβουτούσαν ξυπόλυτοι στη λάσπη κι έτρεχαν µε τους ντενεκέδες γεµάτους, µη µείνουν χωρίς λάσπη οι χτίστες. Eπικεφαλής της ομάδας βρισκόταν ο πρωτομάστορας, ο «κάλφας», που κατηύθυνε όλο το μπουλούκι. Tο τελευταίο, αποτελούσαν κάθε λογής ειδικότητες: νταμαρτζήδες, χτίστες, λασπατζήδες, μαρμαρογλύφτες, ξυλογλύφτες, ζωγράφους, πολλά μικρά παιδιά, τα λεγόμενα τσιράκια, και αρκετά ζώα.

λασπουριά η: οι πολλές λάσπες. Θα μας πνίξουν η λασπουριά και η σκόνη απ’ τη Σαχάρα. Εφτ.: …κι άξαφνα ροβολούν ποτάμια και συνεπαίρνουνε δέντρα και λιθάρια, και πλημμυρίζουνε χωράφια όχι μονάχα με νερά και με λασπουριά, παρά και με κούτσουρα και με πέτρες | < λάσπ(η) -ουριά < μσν. λάσπη.

λατάκι το: ξύλινο δοκάρι, συνήθως από έλατο, που χρησιμοποιείται στις οικοδομές. Κομμάτι ξύλου τετραγωνικής διατομής 7,5 Χ 7,5 εκ. (αλλά υπάρχουν και 8Χ8εκ) που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα. Δεν έρχεται σε επαφή με το μπετόν γιατί η χρήση του είναι για ενίσχυση του πετσώματος (ξυλότυπου). Κατά τη διάρκεια της ζωής του θα κοπεί αρκετές φορές κι όταν το μήκος του πέσει κάτω από 1μ, θα λέγεται μπαγάς | < από το υλικό που προέρχεται, δηλαδή το έλατο.

λατανίζω & λατανώ: ταλαιπωρώ, βασανίζω. Παπαευαγγ.: Η μπάρμπα Χρήσους κρατούσι του φόρτουμα που τόφκιασι θλειά, του πέρασι στου ζουρνά κι όλ’ μαζί του λατάντζαν μέχρι που τ’ ανασκίλουσαν, κι η Μπαρμπαθουμάς μι του μαχαίρ’ του κόβ’ του γκούργκουλα! | πιθ. < ελνστ. ταλανίζω θεωρώ κάποιον δυστυχισμένο < αρχ. ελλ. τάλᾱς, τάλαινα (επίσης τάλας), τάλαν: αυτός που υποφέρει, δυστυχής, ταλαίπωρος.

λάτρα η: κοπιαστική φροντίδα, δουλειά για την καθαριότητα του σπιτιού. Κάντε τη λάτρα παιχνίδι! Συλλέγουμε τηγανόλαδο και κάνουμε σαπούνι για τη λάτρα του σπιτιού και την κηπουρική! | < λατρ(εύω) -α. Βλ. & χρυσοχέρα η.

λαφίνα η: ελαφίνα. Καζαντζ.: …κι έναν αϊτό, που απ᾿ τα πετούμενα μηνάει την πάσα αλήθεια, / του στέλνει, λαφομόσκι που ᾿σφίγγε, γοργής λαφίνας σπλάχνο (ατίκα δ αετν κε τελειότατον πετεηνν, / νεβρν χοντ νύχεσσι τέκος λάφοιο ταχείης·). Παρ.: «Από λαγό τυρί κι από λαφίνα γάλα.»

λαφόπουλο το: ελαφόπουλο, ελαφάκι, μικρό ελάφι. Παρ.: «Αν βρέξει Απρίλης δυο νερά κι ο Μάρτης μια και φίνα, σου τάζω το λαφόπουλο μαζί με τη λαφίνα.» Βλ. & λαφίνα η.

λαφροκάνταρος -η -ο: ο ελαφρύς, ο χαζός, ο επιπόλαιος, ο τρελάρας, ο ασυλλόγιστος. Στο καντάρι, με κατάλληλη μετακίνηση ενός βαριδίου ζυγίζονταν βαριά ή ελαφρά φορτία. Κατά κυριολεξία, σημαίνει αυτός που ζυγίζει, μετράει λίγο. Η ΦΡ. Ζυγιάζει απ᾿ τις ελαφριές λέγεται για κάποιον που θεωρείται ελαφρόμυαλος, χαζός, ανόητος, «αλαφρή γιορτή.» Στο «στατέρι» οι ενδείξεις ήταν για 0 έως 75 ελαφριές και 0 έως 150 βαριές. Ο Ν. Γ. Πολίτης αναφέρει: Ζυγιάζει από τοις ελαφραίς: είναι κούφος, κουφόνους· ολίγον είναι το βάρος του εγκεφάλου του και της διανοητικής του αξίας, ώστε δεν είναι χρεία τιθέμενος εις φορητήν πλάστιγγαν ή εις τον στατήρα να ζυγισθεί διά του δείκτου των μείζονων βαρών, διότι επαρκεί ο των ελασσόνων. Ο τοιούτος λέγεται και μονολεκτικώς και «αλαφροπελάντζα» και απλώς αλαφρός. Την αυτήν μεταφορικήν έννοιαν έχει και εν τη αρχαία ελληνική, το τε ελαφρός και το συνώνυμον κούφος, και εν τη λατινική το levis και εν άλλαις γλώσσαις η τον κούφον σημαίνουσα λέξις. Πβ. Καζαντζάκ: Πολλά αλαφροπαλάντζας είναι, συλλογίζουνταν ο καπετάν Μιχάλης, δεν τον θέλω | < Βλ. & καντάρι το, λαφρός ο.

λαφρός -ια -ο: αλαφρύς, ελαφρύς (στο μυαλό), κουφόνους, κουφιοκέφαλος, ασυλλόγιστος, ίσως με διάθεση ευτράπελη, επιπόλαιος, τρελός, σαλός, αλαφροπαλάντζας, βλ.λ. Πβ. Χρον. Μορέως: τοτοι ο Φράγκοι, που θεωρες, πολλ εν᾿ θεληματάροι. / μοίως κ᾿ λαφροκέφαλοι, τι τος δόξ, κάμνουν.

λαχαίνω: τυχαίνω· για κάτι που συμβαίνει κατά σύμπτωση, κατά τύχη, που είναι αποτέλεσμα τυχαίας επιλογής (Τριαντάφ). Δημ.: «Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι, / κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες, / τι έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει». Παρ.: «Κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι έλαχε μέρα Σάββατο», «Στον ατζαμή λαχαίνει το ζάρι.» Πάλλ.: Πια δε θα κάτσουμε όπως πριν χώρια απ᾿ τους άλλους φίλους / να λογαριάσουμε όλα οι διο, μόν με κατάπιε εμένα / δράκαινα η μοίρα πού ᾿λαχα σα με γεννούσε η μάνα | < αρχ. ελλ. λαγχάνω (Πβ. αόρ. ἔλαχον).

λαχανιάζω: αναπνέω με δυσκολία, κυρίως ύστερα από γρήγορο βηματισμό, τρέξιμο ή ανάβαση· ασθμαίνω (Τριαντ.) Καζαντζ.: Θυμούμαι μια χειμωνιάτικη μέρα, στην Πορτσιούνκολα, όπου κάθουνταν στο κατώφλι και λιάζουνταν, ήρθε λαχανιάζοντας ένας νέος καϊ στάθηκε μπροστά του | < μσν. αναχανιάζω (πβ. μσν. αχανιάζω) < συνοπτ. θ. ἀναχαν- (του ελνστ. ἀναχαίνω, αρχ. ἀναχάσκω: κρατάω το στόμα ανοιχτό) -ιάζω.

λαχανίδα η: είδος, ποικιλία λάχανου. Παπαδ.: Να, ο Γιαννιός έρχεται πάλι απ᾿ το περιβολάκι του. – Και φέρνει και τις λαχανίδες του. – Και τα κουνουπίδια του και τα μποστανικά του | < ελνστ. λαχανίδ(ιον) (υποκορ. του αρχ. ελλ. λάχανον).

λαχνιάζω & λαχνίζω: ρίχνω λαχνό, κλήρο. Δημ.: Βρίσκουν ένα πηγάδι σε μιαν έρημο, πενήντα οργιές το βάθος κι εκατό πλατύ / λαχνιάζουν, ξελαχνιάζουν ποιος να κατεβεί / πέφτ᾿ ο λαχνός του Κώστα, του μικρότερου | < Βλ. & λαχνός ο.

λαχνός ο: ο κλήρος του λαχείου (το δελτίο και ο γραμμένος επάνω του αριθμός), λαχείο. Εκτύπωση εισιτηρίων και λαχνών σε μπλοκ με αρίθμηση. Τυχεροί λαχνοί της Έκθεσης Ταξίδι 2015 | < μσν. λαχνός < ελνστ. λαχμός < αρχ. λαγχάνω.

λαχουρένιος -ια -ο: φτιαγμένος από ύφασμα λαχούρι. Μαρ. Ιορδανίδου: Μεταξωτά υφάσματα και λαχουρένια σάλια από τις Ινδίες, πολύτιμα αρώματα και ο αέρας μυρίζει πατσουλί.

λαχούρι το: είδος υφάσματος με διακοσμητικά μοτίβα και σχέδια. Το λαχούρι, ένα αγαπημένο μοτίβο, που για πολλά χρόνια είχε αποσυρθεί στο χώρο της εσωτερικής ένδυσης και όσοι το φορούσαν το περιόριζαν σε πυζάμες, το πολύ σε καμιά εσάρπα, φαίνεται ότι επιστρέφει για τα καλά. Δημ.: Άλλη καμιά δεν το ᾿βαλε το λαχιουρί φουστάνι / πρώτη η Φροσύνη το ‘βαλε και βγήκε στο σιργιάνι. (Αραβαντ.) Παπαδ.: …δεν της ψώνισες ποτέ σου μιαν ασημένια κούπα, έναν καλόν καθρέφτη, ένα σκρίνι, ένα λαχουρί, ένα τίποτες | < Λαχώρι, όνομα πόλης των Ινδιών. Βλ. & πουκαμίσα η.

λαχταρνώ: τρομάζω κάποιον (ενεργ), τρομάζω (παθ.), παίρνω λαχτάρα φοβίζω, προξενώ ξαφνικό φόβο, ταραχή | < μσν. λακταρώ < μσν. λακτάρα.

λε λε! & λι λι!: επιφώνημα που εκφράζει λύπη, αλίμονο μου, δυστυχία μου, συμφορά μου, πόνο, οργή, θαυμασμό, απορία, έκπληξη, ανία ή βαρεμάρα. Λε λε πόνος! Με βερβέριξες! Λί λι, μόνο να σε πιάσω! Λε λε, τι τρανή χαψιά έφαγε! Ωχ, λε λέ, παιδάκι μ᾿, ήμαν νιος κι γέρασα | < στον Όμηρο, και στους τραγικούς υπάρχει το ρήμα ὀλολύζω (: θρηνώ), επίσης ο ὀλολυγμός και το ἐλελεῦ (επιφώνημα θρηνητικό). Όλες οι περιπτώσεις θεωρούνται ονοματοποιητικές (οι λέξεις αναπαράγουν αυτούσιους φθόγγους). Πβ. & αλαλάζω, αλαλαγμός ο.

Λεβαντίνος ο: άτομο δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής, που έχει γεννηθεί και κατοικεί σε χώρα της εγγύς Aνατολής, φραγκολεβαντίνος. Παπαδ.: Οτος, Λεβαντνος, κοσμογυρισμένος, μλλον Φράγκος παρ Ρωμός, ζη ς πίθηκος τς πολυτελείας | < ιταλ. levantino -ς.

λεβέτι το: μεταλλικό δοχείο, λέβητας. Καζαντζ.: …μετά χρυσάφι δέκα τάλαντα ζυγιάζει, και χωρίζει / και δυο τριπόδια που στραφτάλιζαν και τέσσερα λεβέτια (χρυσο δ στήσας φερεν δέκα πάντα τάλαντα, / κ δ δύ αθωνας τρίποδας, πίσυρας δ λέβητας). Πάλλ.: Εφτά τριπόδια απύρωτα, δέκα χρυσού κομάτια, / λεβέτια ως είκοσι λαμπρά, γερά άτια βραβεμένα / δώδεκα, π᾿ όλα κέρδισαν στο τρέξιμο βραβεία. Καρκ.: …γονατισμένη έτριβε με λάσπη το κούπωμα ενός λεβετιού κι έκανε διαβολικό θόρυβο | < αρχ. λέβης, -ητος, ὁ (λείβω): χύτρα, χάλκινο καζάνι, τέντζερης· λεκάνη στην οποία υπήρχε καθαρό νερό (χέρνιψ) για το νίψιμο των καλεσμένων πριν από τα γεύματα· λεκάνη για το πλύσιμο των ποδιών· νεκρικό τύμπανο, το οποίο είχε σχήμα λεκάνης και το χτυπούσαν οι γυναίκες στις κηδείες των βασιλέων· τεφροδόχος λάρνακα.

λεβήθρες οι: παρασιτικά σκουλήκια του εντέρου, οι έλμινθες. Μαλ.: Ήσαν λοιπόν τότε αι κάτωθι γνωστές αρρώστειες. Η θερμασιά, πρώτη και καλύτερη (ελονοσία), ο σφάχτης (ίσως πόνος νευρικός ή ξηράς πλευρίτιδος) ο καρδόπονος (πόνος της κοιλιάς ή των εντέρων) η μπέμπελη (ιλαρά), η λυσεντερία (δυσεντερία), οι λεβήθρες (έμηνθες), η κατεβασιά (συνάχι), η σπλήνα (συνέπεια της ελονοσίας), οι ζουχάδες (αιμορροΐδες), ο βούζουνας (διοθήνες), ο πετεινόβηχας (κοκκίτης), ο όχτικας και ο λέλες (η φυματίωση), η καταρροή και ο νταμπλάς (καρδιακή προσβολή, αποπληξία), το γλυκό το σπυρί (άνθραξ), η γλυκειά (ευλογία), ο ντρόμπλικας (υδροπεκία), η αγκούσα (κακοήθης ελονοσία), η γκούσια (βρογχοκήλη), το αρμέντζμα των γυναικών (πυρετός των λεχωνών), η φρίξη (νευρικό νόσημα), το αχάμνισμα και το σπάσιμο (κήλη), τα ριματικά (ρευματισμοί), η νταλάκα (συνεπεία κακοήθους χρονίας ελονοσίας), το πέσιμο από τα χλιαράκια ή χτενάκια (ξεχασμένη τώρα από μας αρρώστεια) η μαλαφράντζα (αφροδίσια νοσήματα) κλπ.

λέζα η: όρος στη χαρτοπαιξία και συγκεκριμένα στο παιχνίδι «πικέτο», που δηλώνει ότι ο αντίπαλος έχει κάνει περισσότερες από έξι χαρτωσιές· η ζημιά, η χασούρα. Τσιφ.: Ο Βενιαμίν βγήκε, αλλά ήτανε κι αυτός άλλη γριά πονήρω, που δεν το χώνευε να πληρώσει μόνος του τη λέζα | < ιταλ. lesa, θηλ. του επίθ. leso: ο ζημιωμένος.

λελέκι το & λέλεκας ο: δρεπάνι με μακριά λαβή· ο πελαργός· μτφ. πολύ ψηλός και λεπτός άνθρωπος. Δημ.: Σαν τόμαθε ο Αβδή πασάς (ένα λελέκι το είπε) / εβγήκε από τα Γιάννενα, νύχτα βαθύ σκοτάδι / κ᾿ επήγε κ᾿ εξημέρωσε στου Κουτσελιού τις ράχες. Καζαντζ.: …ο γερο-Μάντρας πήγαινε μπροστά, ξερακιανός, ντούρος, με μακρύ τεντωμένο λαιμό, σα λέλεκας | < τουρκ. leylek -ι.

λέλες ο: η φυματίωση. Βλ. & λεβήθρες οι.

Λένγκω η: η Ελένη. Στίχ.: Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω / μου σπαράζεις την καρδιά (Γ. Μαρκόπουλος).

λεπίδι το: η λεπίδα, το ξυράφι, μαχαίρι. Παρ.: «Το πρόβατο δεν καρτερεί παρά λεπίδι ή κούρα.» Βλ. & τζούρα η.

λέρα η: η βρώμα, ακαθαρσία, λίγδα, λίγκα· μτφ. ανήθικος, αδίστακτος άνθρωπος, κάθαρμα, καθίκι, μπατάκι, μούτρο. Κολ.: συνηθίσαμεν ν καταφρονομεν τος Τούρκους, ν ποφέρομεν τν πείναν, τν δίψαν, τν κακοπάθειαν, τν λέρα, κα καθεξς. Τσιφ.: Φωνάζουνε κάτι παιδάκια λέρες, τους δίνουνε εντολές και βγήκανε τα παιδάκια στην πόλη με άδεια εξόδων μετά δημοσίων θεαμάτων. Ήτανε καμμιά τρακοσαριά, μπουκάρανε, μεθύσανε, δήθεν, αρχίσανε το σαματά, και στο τέλος βαλθήκανε να κυνηγάνε τις γυναίκες. Βλ. & τσανάκι το, κεμέρι το.

λερός ο -η -ο: λερωμένος. Λεροί δρόμοι, λερά σεντόνια. Εμπειρίκ.: …όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς. Βλ. & κουτσοπίνω.

λέσι το: ψοφίμι, το πτώμα ζώου, σάρκα από ψοφίμι· μτφ. βρώμικος, ατημέλητος άνθρωπος. Παραμόνευαν όπου υπήρχαν ψοφίμια ώσπου να έρθουν τα όρνια για να φάνε· όταν έβρισκαν κάποιο στις διαστάσεις που θέλανε, το πυροβολούσαν, παίρνανε το κόκαλο που θέλανε και το θάβανε στο χώμα για εξήντα ημέρες ώσπου να φύγουν τα λέσια και το μεδούλι. Καββ.: Του χάιδευε τα δάχτυλα μια μαύρη, η Τζακαράντα, / και μια γριά μαστόρισσα που βρώμαγε σαν λέσι. Δημ.: Τι έχεις καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις / να μη διψάς για αίματα, να μη πεινάς για λέσια; | < μσν. λέσι < τουρκ. leş: ψοφίμι -ι.

λετσαρία η & λέτσιος ο: κακοντυμένος, με απεριποίητη εμφάνιση, σβαρνιάρης. Κυκλοφορεί σαν λέτσιος | < πιθ. λέσι. Βλ. & τρακατζής ο.

Λέτσης ο: Αλέξανδρος (Γέρμας Καστοριάς). Ηλίας Λέτσης.

λευκάρι το: η λεύκα. Ταβέρνα στα Λευκάρια της Γέρας. Επέζησαν, όπως θυµάµαι δυο-τρία λευκάρια από τα εκατό που είχαµε φυτέψει | < αρχ. ελλ. λεύκη. Πβ. Παρ.: «Ο πλάτανος θέλει νερό κι η λεύκα θέλει αέρα.»

λεχρίτης ο: ο αλητήριος, απατεώνας, άνθρωπος που θεωρείται ανήθικος, απεριποίητος, βρόμικος και κουρελιάρης. Η ομάδα του είναι μια συμμορία από λεχρίτες. Ντροπή σας, λεχρίτες! Ήρθε η ώρα να μάθει ο λαός τις μεθοδεύσεις σας | < αρχ. ελλ. λέχριος -α -ον, πλάγιος, εγκάρσιος, λοξός, (Λατ. obliquus)· πάντα γὰρ λέχρια τἀν χεροῖν: όλα τα χειρωνακτικά έργα είναι «ανάποδα», «στραβά.»

λειτουργιά η: άζυμο ψωμί που προσφέρεται στην εκκλησία για να χρησιμοποιηθεί ως άρτος στη Θεία Ευχαριστία· πρόσφορο· θεία λειτουργία. Γκοτζ.: Η δική μου η βάβω ήταν ψηλή και λιγόσαρκη, με πρόσωπο άσπρο σαν της λειτουργιάς, με μάτια πονετικά όπως στις εικόνες. Παρ.: «Δώσε φτωχού κι αρρώστου και λειτουργιά μην κάνεις.», «Λειτουργιά μας, στην κοιλιά μας.», «Και τον ύπνο να χορτάσει και τη λειτουργιά ν᾿ ακούσει.» | < ελνστ. λειτουργία. Βλ. & βλογιά η.

Λέφας ο: Λευτέρης, Ελευθέριος.

λεφούσι το: πολύς και συνήθ. άτακτος στρατός· στίφος· μεγάλος αριθμός από κάτι, πλήθος ανθρώπων ή ζώων. Καββ.: Λεφούσι σπρος μέρμηγκας, σύννεφο μαύρη κρίδα. / μοια μ τς Μανιάτισσες μοιρολογον ο Σχόλες. Τσιφ.: -Παιδιά, το κορίτσι δε διαλέγει, γιατί πέσαμε λεφούσι και το αγριέψαμε. Τραβήξανε τα λεφούσια όλα μαζί και ανταμώσανε το στρατό του Σγουρού στον Ισθμό | < ίσως από την τουρκ. λ. nufus: πληθυσμός, το πλήθος, το σμήνος.

λεφτάς ο: που έχει πολλά λεφτά, πλούσιος, παραλής, ευκατάστατος. Τσιφ.: Και βασιλιάς να είσαι και λεφτάς να είσαι και θηρίο να είσαι, θα ‘ρθει μια ώρα που θα πεθάνεις και τότε βράσ’ τα όλα.

λεχώνα η: γυναίκα σε περίοδο λοχείας, μετά τη γέννα. Τα έθιμα και οι δεισιδαιμονίες για την έγκυο και τη λεχώνα. Παρ.: «Τι θα κάνουν τα πέντε αυγά στον άρρωστο, τα δέκα στη λεχώνα.», «Επήγε για μαμή κι έκατσε για λεχώνα.», πβ. «Κλαίει σαν λεχωναρούδι.» | < μσν. λεχώνα < ελνστ. λεχών, αιτ. -όνα < αρχ. λεχώ.

λιά & ιλιά: μόριο, θα, ήταν να, επρόκειτο να. ΦΡ. Αν σπείρουμε τα χωράφια, κάτι ιλιά πάρουμε. ΦΡ. Κάτι ιλιά μαγείρευα, αν είχα αλεύρι: κάτι θα μπορούσα να μαγειρέψω, αν είχα αλεύρι.

λιάζομαι: ηλιάζομαι, κάθομαι στον ήλιο, «μαζεύω ήλιο». Λιάζονται στην πλατεία. Παρ.: «Άλλος λιάζεται κι άλλος ξεκωλιάζεται.»

λιακάδα η: ηλιοφάνεια. Ελύτ.: – Όποιος είδε δυο μάτια ν᾿ αγγίζουν τη σιωπή του / Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους / Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους. Βλ. & σαΐτα η.

λιάκατα τα: εντόσθια. Βγήκαν τα λιάκατα έξω. Αραβαντ.: λιακά και λιάκατα τα: τα εντόσθια. Κατά συγκοπήν του κοιλιακά.

λιακωτό το: μεγάλη βεράντα, συνήθ. κλεισμένη με τζαμαρία, σε χωριάτικα και νησιώτικα σπίτια. Παπαδ.: Τοιούτος να είναι ο χειμερινός θάλαμος, έχων τα νώτα εστραμμένα προς βορράν και προς δυσμάς, συνεχόμενος με άλλον βορινόν θαλαμίσκον, όστις να είναι συγχρόνως δώμα και ηλιακωτόν και υπερώον. Ρίτσ.: …άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω / Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις / άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης | < μσν. ηλιακ(όν) (< ήλι(ος) -ακόν, ουδ. του -ακός) -ωτό.

λιανά τα: ψιλά, τα κέρματα μικρής αξίας. Παπαδ.: ταν βγάλαμε ν᾿ ποπληρώσουμε τ πιοτά, τυχ᾿ κενος ν δώσ τρία σολδι παραπάνω, πειδ γ δν εχα λλα λιανά, κι κάπηλος δν εχε ν᾿ λλάξ μι λίρα.

λιανίζω: ψιλοκόβω, κατατεμαχίζω, κόβω σε λιανά, μικρά κομμμάτια, διαλύω. Αφαιρούμε από το κοτόπουλο πέτσες και κόκαλα και τα λιανίζουμε σε κομματάκια. Τους λιάνισαν στο ξύλο | < μσν. λιανίζω < λιαν(ός) -ίζω. Βλ. & ξεμοναχιάζω.

λιανοκάμωτος -η -ο: λιανοκαμωμένος, λεπτοκαμωμένος. Παρ.: «Σελάτο βόδι αγόραζε και χοίρο μακρυμούρη, γυναίκα λιανοκάμωτη και γάιδαρο καμπούρη.»

λιανοκαταπίνω: ξεροκαταπίνω, καταπίνω λίγο. Σιδ.: Η Ρήνη λιανοκατάπιε κι ήταν τόση η συγκίνησή της και τα’ άξαφνα λόγια του άντρα της, που της απολύθηκε το αδράχτι από τα χέρια της.

λιανοκόριτσο το: μικρό κορίτσι, άγουρο ακόμα. Παπαευαγγ.: Η φρένταλους η Γκουντής κι η Γκουντίνινα αρραβώνιασν του λιανουκόρτσου, που ακόμα δεν είχαν σφουντιλιάσ’ν’ τα β’ζιά τ’ στου πιδί τ’ Μήτρου, του Νάτσιου που είχι παένει φαντάρους.

λιανολίθαρο το: ψιλό, μικρό λιθάρι, πετρούλα. Γκότζ.: Όσο ν᾿ ακουστεί το τρίξιμο και να τα προγκήσουν με τα ξεφωνητά ή με λιανολίθαρα.

λιανολούδουδο το: λιανό, λεπτό λουλούδι· χαϊδευτικό για τα παιδιά.

λιανοπαίδι το: λιανό, μικρό παιδί, άγουρος, άβγαλτος νεαρός. Πβ. Μακρ.: Κι᾿ ρχισαν τ λιανοντούφεκα βροχ τν Τούρκων κα ο μπόμπες κα τ κανόνια κα ο γρανέτες. Γκοτζ.: Εμείς που ήμασταν ανήλικα ακόμα, λιανόπαιδα, μαξούμια, δε μας ίδρωνε τ᾿ αυτί από τέτοια.

λιανοπατώ: πατώ, περπατώ, προχωρώ προσεκτικά, σιγανά, λιανοπερπατώ. Δημ.: Στη ρίζα του ο Γρίβας του δεμένος, / μόνο λιανοπατεί και ψιλοχλιμιντράει. / Σήκω αφέντη μου και μη βαριά κοιμάσαι / δρόμον έχουμε κι ενά βαθύ ποτάμι. Βλ. & λιανός ο.

λιανοπερπατώ: περπατώ σιγά, προσεκτικά, στις μύτες, αθόρυβα. Βλ. & λιανός ο.

λιανός -η -ο: λεπτός, λεπτοκαμωμένος, αδύνατος, ισχνός. Κολ.: λ Φαρμάκης εχε 40 χρόνους, μαυρουδερς κα κίτρινος κα δι᾿ ατ τν λεγαν φαρμάκη, κοντότερός μου, λιανός, πολλ φρόνιμος, πιστός, σιωπηλός, θυμώδης. Δημ.: Τουφέκι μου περήφανο, πιστόλια πέρα πέρα, / και συ σπαθί μου διμισκί με τη χρυσή τη χούφτα, / δεν πρέπεστε για κρέμασμα, κι ουδέ για το παζάρι, / μον πρέπεστε για λεβεντιά και για λιανή μεσούλα. Πβ. Δημ.: …μόν᾿ πήτε πως παντρεύτηκα νεδώ ᾿ς αυτά τα μέρη, / πήρα την πλάκα πεθερά, τη μαύρη γης γυναίκα, / κι αυτά τα λιανολίθαρα, αδέρφια και ξαδέρφια | < μσν. λιανός < λεί(ος) -ανός. Βλ. & κυράτσα η, λιανοπατώ, λιανοπερπατώ.

λιανοσιούσιαλος -η -ο: λεπτοκαμωμένος, αδύνατος, αδύναμος, μικρός, λεπτεπίλεπτος, ευαίσθητος. Λιανοσιούσαλο παιδί.

λιανοτάρι το: ψιλοπράγμα, μικρό κομμάτι, λεπτοφτιαγμένο αντικείμενο, κέρμα, νόμισμα μικρής αξίας, μικρό ποσό χρημάτων. Τσιφ.: …οπότε, ίσα ίσα τη βγάζει με κάνα πρόσφορο και τίποτα λιανοτάρια, και άξιος της τύχης του εστίν.

λιανοτραγουδώ: ψιλοτραγουδώ, τραγουδώ σιγά, σιγανά, διακριτικά. Παπαδ.: Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ᾿ ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεβάτι κι ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα: Βασίλω μ᾿, κάτσε φρόνιμα, / σαν τ᾿ άλλα τα κορίτσια… Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι, / σου δίνω το βοτάνι. Βλ. & λιανός ο.

λιανούρι το: ψιλοπράγμα, το ψιλό, το κέρμα, κομματάκι. Πβ. Αραβαντ.: λιανό το: είδος αραβόσιτου, μη παράγοντος τον καρπόν εντός λοβού στάχεος. Και λιανοκαλάμπουκο το | < Βλ. & λιανός ο.

λιανώματα τα: η παραδοσιακή μαγειρίτσα του Πάσχα, φαγητό με ψιλοκομμένα εντόσθια, μαγειρεμένα με ρύζι και σπανάκι· ψιλά, κέρματα, νομίσματα μικρής αξίας. Αραβαντ.: λιάνωμα το: ο οβελίας αμνός, αλλ᾿ ιδίως το ψημένον μικρό βετούλι. Επίσης το κοπάδι των αμνών και κατσικίων ομού. Επίσης τα χρήματα. Καρκ.: Eπλάκωσαν κακές χρονιές! Tέλος, ό,τι λιανώματα είχε του τα πήραν. Δεν του αφήκαν λεφτό τσακισμένο.

λιάρα η: μεγαλόσωμη σκύλα. Αραβαντ.: λιάρα η: η χονδρόμαλλος λευκή κάπα. Ίσως ηλιαρή, εκ του ηλιάζειν, θερμαίνειν τον φέροντα.

λιάρος ο & λιάρα η:· λευκός, δυνατός αρσενικός σκύλος, τσομπανόσκυλο του κοπαδιού· Αραβαντ.: λιάρος ο: λευκός. Ιδίως περί κυνός. Γκοτζ.: Φορούσε χειμώνα καλοκαίρι ένα λιάρο καπότο από τραγόμαλλο, απ᾿ αυτά πόχουν οι βλάχοι στα βουνά για να φυλάγονται απ᾿ τα μεγάλα κρύα. Παρ.: «Περισσεύει απ᾿ τον Λιάρο να φάει ο Μούργκος;.» Γλωσσοδέτης: Γελάδα λιαρονούρα, και λαμπαδονούρα, κάνει μουσκάρι λιάρο, λιάρο, λιαρονούρικο· το τρώει λύκος λιάρος, λιάρος, λιαρονούρης, και λιαρολαμπαδονούρης | < πιθ. από το μαλλιαρός.

λιάρδα η & λιάδα η: λιώμα, συντρίμμι, λέγεται για κάτι που καταστρέφεται σχεδόν ολοσχερώς, παθαίνει ζημιά μεγάλη· λιάρδα στο μεθύσι· γίναμε λιάρδα, στουπί, σκνίπα. Τσιφ.: Δύναμη; Μπούρδες. Ίδρωσες να κάνεις μια πολυκατοικία 46 διαμερίσματα και πλακώνει ένας σεισμός και στην κάνει λιάδα· βλ. & κούρπιτος ο.

Λίας ο & Λιάς ο: Ηλίας, Λιάκος, Λιάκουρας. Παρ.: «Ο Αη-Λιάς κόβει σταφύλια και η Αγιά Μαρίνα σύκα.»

λιάσιμο το: ήλιασμα, η έκθεση στη θερμότητα και στο φως του ήλιου. Το λιάσιμο του σταφυλιού για την παραγωγή λιαστών κρασιών διαφέρει στα σημεία από τόπο σε τόπο. Στη Σαντορίνη, το λιάσιμο του σταφυλιού για την παραγωγή του Vinsanto γινόταν παραδοσιακά στις προστατευμένες ταράτσες των καμαρών, πάνω από τις κάναβες. Καρκ.: Πάνε και τα Γιαννιώτικα και οι λαχταριστές μαρίδες και το αδιάκοπο λιάσιμο! Yπηρεσία τώρα· πάντα υπηρεσία!

λιαστός -η -ο: που παρασκευάστηκε με έκθεση στον ήλιο, σε λιάστρες. Βλ. & λιάστρα η, λιάσιμο το.

λιάστρα η: ο τόπος, μέρος όπου απλώνουν και αποξηραίνουν, αφυδατώνουν καρπούς, σταφύλια, σύκα, ντομάτες κ.α. Το άπλωμα στις λιάστρες, πάνω σε ειδικές επιφάνειες, που είναι ο πιο συνηθισμένος ιστορικά και γεωγραφικά τρόπος παραγωγής λιαστών κρασιών. Παπαδ.: …ποτέ δεν τας είχεν ιδεί να απλώνουν τα σύκα εις την λιάστρα των, αλλά τας είδε πολλάκις να μαζώνουν τα σύκα της ξένης λιάστρας.

λίβας ο: ο πολύ ζεστός άνεμος, ο καυτός αέρας. Καρκ.: Δεν θα λιποψυχήση μήπως ο λίβας τού κάψη τα σπαρτά· μήπως η ξηρασία του μαράνη τα σταφύλια, μήπως η βροχή τού χαλάση τα μποστάνια | < αρχ. ελλ. λίψ.

Λιβαδερό το & Λειβαδερό το: χωριό στο νομό Κοζάνης, παλιά λεγόταν Μόκρο, Μόκουρο και, σπανίως, Χορτολίβαδο· σήμερα έχει περίπου 1.000 μόνιμους κατοίκους· «Να ᾿μουν γίδα στο Λουτρό και νύφη στο Λιβαδερό»: Στο χωριό Λουτρό οι γίδες έβρισκαν άφθονη τροφή, ενώ οι νύφες στο Λιβαδερό λέγεται ότι δούλευαν λιγότερο, ίσως επειδή δεν υπήρχαν μεγάλες και κοπιώδεις καλλιέργειες όπως σε χωριά του κάμπου και αλλού, οι οποίες απαιτούσαν συστηματική και τακτική εργασία. (π.χ. καπνά, βαμβάκι). Το τοπωνύμιο Λιβαδερό (ετυμολογικά σωστότερη είναι μάλλον η παλιά γραφή Λειβαδερό) παραπέμπει σε χωριό στις ρίζες βουνών, όπου υπάρχουν τρεχούμενα νερά, πηγές και ποτάμια | < αρχ. ελλ. λείβω: σταλάζω, χύνω, εκχέω, οἶνον λείβειν: κάνω σπονδή με κρασί, λέγεται για τα δάκρυα: χύνομαι, εκρέω, λέγεται για πρόσωπα, λείβεσθαι δακρύοις κόρας: έχω τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα, στην παθήτ. φωνή: λιώνω, φθείρομαι, τήκομαι, ρήμα γνωστό από τα ομηρικά έπη, άρα, και εύφορα εδάφη, κτήματα πλούσια από την ίδια τη φύση, τα οποία δεν απαιτούσαν μεγάλο κόπο για την καλλιέργειά τους, ενώ παράλληλα μπορούσαν να δοθούν και ως πολύ καλή προίκα στα κορίτσια. Αξίζει προσοχής το γεγονός ότι, στους τόπους που δεν ήταν εύφοροι, τα κορίτσια δεν έπαιρναν ποτέ ως προίκα τα καλλιεργήσιμα κτήματα, τα οποία κληροδοτούνταν αποκλειστικά στα αγόρια μέσω του πατρογραμμικού δικαίου.

λίγδα η: το ζωικό, μαγειρικό λίπος· η βρώμα, η λέρα. Το υπόγειο ήταν ενιαίος µεγάλος χώρος. Εκεί βρίσκονταν τα βαένια και τα βαρέλια µε το κρασί, οι ταµιντζάνες µε το τσίπουρο, το βαρέλι µε την αρµιά και σε πεζούλια στη σειρά τα κιούπια µε τα τουρσιά, τα δοχεία µε τη λίγδα και το βούτυρο, τα καδιά µε τα αλατισµένα χοιρινά, οι καβουρµάδες σε δοχεία. Καζαντζ.: …φορούσε κοντή τραγόμαλλη κάπα, ένα στρογγυλό, μαύρο, όλο λίγδα καλπάκι με μαδημένη φούντα. Παρ.: «Τρέχα λίγδα στο παστό.» | < λίγδα < ίσως από το γλίνη: πηλός. Βλ. & παρατσούκλι το, παστό το, άντερο το, κουσμάρι το, τσιρλοσάπουνο το.

λιγδερός ο -η -ο: γεμάτος λίγδα, λέρα, πολύ βρώμικος. Καρκ.: Aπό τη μέση του έπεφταν κουρέλια λιγδερά έως τα μισά μηριά του πουκάμισου τα λείψανα. Βλ. & λίγδα η.

λιγδοπάπαρα η: παπάρα με ψωμί και λίγδα, ζωικό λίπος. Λιώνουμε την λίγδα μέχρι να καεί και στη συνέχεια ρίχνουμε κόρες και ξερό ψωμί, το ανακατεύουμε να καβουρδιστεί συνεχώς μέχρι να ροδίσει καλά.

λιγδώνω: αλείφω με λίγδα, λερώνω πολύ, βρωμίζω. Βλ. & καλφαντί το.

λιένι το & λεγένι το: η μικρή φορητή λεκάνη. Δημ.: Μηδέ νεράντζι θέλω εγώ, μηδέ πορτοκαλάκι / μον᾿ θέλω τον ασίκη μου, τον αγαπητικό μου / να πλύνει τα χεράκια μου μεσ᾿ το χρυσό λιένι / να μου το δώσει να το πιω, να μου διαβούν οι πόνοι. Παρ.: «Φτύνει σε χρυσό λεγένι.» Αραβαντ.: λιγένι το: υδροχόη μετάλλινη, λάγηνος | < υποκορ. του μσν. λαγήν(α) -ι ή ελνστ. λαγύνιον υποκορ. του αρχ. ελλ. λάγυνος με ορθογρ. κατά το λαγήνα.

λίγκα η: η βρωμιά, ο ρύπος, η συσσωρευμένη λέρα, η λιπαρή ακαθαρσία που δημιουργείται συνήθ. ύστερα από μακροχρόνια χρήση.

λίγκαβος -η -ο: βρωμιάρης, ρυπαρός. Βλ. & λίγκα η.

λίγκαρης ο: βρωμιάρης, λιγδερός, άπλυτος.

λιγνάτος -η -ο: μτχ. ο ντυμένος ελαφρά. ΦΡ. Θα κρυώσεις λιγνάτος | < λιγνός | πιθ. < ελνστ. λέγνος.

λιγοθυμώ: λιποθυμώ, χάνω τις αισθήσεις μου. Τον είχε δείρει, ώσπου τού μάτωσε τη ράχη και λιγοθύμησε. Η μάνα του νεκρού θα λιγοθύμησε. Παπαδ.: Τ Πετρ δν εχε βαρέσει, τον μόνο λιγοθυμισμένη· ν βάρεσε κα κάπου, δν τό λεγε. γ εχα βαρέσει κα καλά, στ χέρι, στ πλευρό, στ κεφάλι, μ δν γροικοσα τν πόνο | < μσν. λιγοθυμώ, ολιγοθυμώ < αρχ. ελλ. λιποθυμῶ

λιγοθυμιά η: λιποθυμιά, ζάλη, σκοτοδίνη. Του ήρθε ξαφνικά μια ζάλη, μια λιγοθυμιά. Παρ.: «Λιγοθυμιά τ᾿ Αυγούστου.»

λιγούρα η: αίσθημα έντονης πείνας, ενόχληση στο στομάχι, έντονη επιθυμία, πόθος. Πάλλ.: …να φάει στη βουνολαγγαδιά, τα χέρια σα μπουχτίσουν / κόβε κόβε έλατα αψηλά, και την καρδιά τού πιάνει / λιγούρα, κι ένα δυο μπουκιές γυρεύει να δαγκάσει | < λιγώνω < ελνστ. ὀλιγ(ῶ): λιγοστεύω, στενοχωριέμαι. Βλ. & φιλιώνω.

λιγοσταίνω: λιγοστεύω. Βηλ.: Και τρομαγμένο, ασίγητο, εδώ και εκεί τηράει / Μον σαν απόπιε, εχόρτασε κι ο φόβος λιγοστένει.

λίθρος ο: όλεθρος, καταστροφή, βλάβη, αφανισμός, χαλασμός, φόνος, σκοτωμός. Λέγεται ως κατάρα λίθρος κακός. Πβ. Καζαντζάκ: όμως ανάγκη τώρα αβάσταχτη πλακώνει τους Αργίτες᾿ / από μια τρίχα η τύχη κρέμεται την ώρα αυτή ολονών μας, / οι Αργίτες τώρα αν θα γλιτώσουμε για αν πάμε κατ᾿ ανέμου. (λλ μάλα μεγάλη χρει βεβίηκεν χαιούς. / νν γρ δ πάντεσσιν π ξυρο σταται κμς / μάλα λυγρς λεθρος χαιος ἠὲ βιναι) Κακριδ.: Καιρός πια εδώ να μελετήσουμε το μαύρο χαλασμό του, / να μη γλιτώσει πια ο Τηλέμαχος απ᾿ τα δικά μας χέρια / αν τούτος ζει, δεν το φαντάζουμαι να βγει η δουλειά μας πέρα / τι ατός του να σκεφτεί κι απόφαση να πάρει τώρα ξέρει (μες δ᾿ νθάδε ο φραζώμεθα λυγρν λεθρον / Τηλεμάχ, / ηδ᾿ μας πεκφύγοι: ο γρ ὀί̈ω / τούτου γε ζώοντος νύσσεσθαι τάδε ργα. / ατς μν γρ πιστήμων βουλ τε νό τε)Έτσι την γκάρδιωνε, κι ας έκλωθε μονάχος του το φόνο. / Κι αυτή γυρνώντας κι ανεβαίνοντας στα λιόφωτα τ᾿ ανώγια (ς φάτο θαρσύνων, τ δ᾿ ρτυεν ατς λεθρον. / μν ρ᾿ εσαναβσ᾿ περώϊα σιγαλόεντα) ΦΡ. λίθρος κακός! | < αρχ. ελλ. όλεθρος. Άλλο είναι το αρχαίο λύθρον. Όμηρος: …χερσ δ νίπτοισιν Δι λείβειν αθοπα ονον / ζομαι· οδέ π στι κελαινεφέϊ Κρονίωνι / αματι κα λύθρ πεπαλαγμένον εχετάασθαι. (Καζαντάκ.: Με άπλυτα χέρια ακόμα σκιάζομαι στο Δία κρασί φλογάτο / να στάξω᾿ ουδέ το μαυροσύγνεφο του Κρόνου υγιό ταιριάζει / κανείς ν᾿ ανακαλιέται σ᾿ αίματα λουσμένος και σε λύθρο) λύθρον, τό ή λύθρος, (λούω): μόλυνση από αίμα, ακάθαρτο αίμα.

λιθρωμένος -η -ο: μτχ. χτυπημένος από καταστροφή, διαλυμένος.

λιθρώνω: καταστρέφω ολοσχερώς, διαλύω, χαλάω, αφανίζω, βλάπτω, προκαλώ μεγάλη ζημιά, κάνω κάτι με λανθασμένο τρόπο. ΦΡ. Με λίθρωσε: με κατέστρεψε | < Βλ. & λίθρος ο.

λιγκέρι το: παραδοσιακό μεταλλικό σκεύος της κουζίνας, τσίγκινο πιάτο. Παπαευαγγ.: Κάτσει χρυσιά μ᾿ λέει η θειά η Μήτσινα.. τ᾿ν έφκιασει λίγο κουρκούτ᾿ την έδουσει κι ένα λιγγέρι ξυνόγαλου, μια φιλούτα ψουμί, κι όπους ήταν νησκιά τα γκανταλούσι ουδ᾿ έτσι! Βλαχ.: λινγκέρε: μεταλλικό πιάτο, ρηχό, πιατέλα. Αραβαντ.: λιγκέρι το: μέγα πινάκιον χάλκινον· η αλλαχού απλάδα. Λουκόπ.: Παραλλήλως προς το σαγάνι ήτο άλλοτε εις χρήσιν και το λεγγέρι ή απλάδα, ανοικτώτερον ως σαγάνι και τούτο, όπερ γανώνεται διά κασσιτέρου και είναι της αυτής χρήσεως με το σαγάνι. Σήμερον το λεγγέρι σπανίζει | < ίσως αρχ. ελλ. λέκος, -εος, το: πιάτο, κατσαρόλα, κύπελλο. Βλ. & χαλκώματα τα, σαγάνι το.

λιλί το: μτφ. το πέος. Βάλε ρε κάνα βρακί που τριγυρνάς με τα λιλιά όξω! | < Βλ. & λιλίτσι το.

λιλίτσι το: μικροπράγμα, ψιλοπράμα, κομματάκι, μικροαντικείμενο, κάτι που κάνει ψιλό θόρυβο, κουδουνάκι, τενεκεδάκι, μτφ. παγάκι. Επωνυμ.: Λιλίτσης. Πβ. Γκοτζ.: – Τι γίνηκαν τα λιλιά σου, γιόκα μου; ρώτησε η βάβω μου κατσουφιασμένη. Σόπεσαν πουθενά ή σ᾿ τα πήρε κανένας;

λιμός ο: η πείνα. Λιμοί, λοιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί. (Λοιμός είναι επιδημική θανατηφόρα νόσος, η πανούκλα). Ελύτ.: Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν / Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια. Όμηρος: …αε γρ περ νσον λώμενοι χθυάασκον / γναμπτος γκίστροισιν, τειρε δ γαστέρα λιμός (εκείνοι τους γιαλούς τριγύριζαν κι αδιάκοπα ψάρευαν / με αγκίστρια γαντζωτά, τι εθέριζε τα σπλάχνα τους η πείνα – Κακριδ.).

λιμάζω: πεινάω πολύ για μεγάλο διάστημα. Μτχ. λιμαγμένος,-η-ο, πεινασμένος, αχόρταγος, αυτός που ψοφάει της πείνας, ξελιγωμένος, πειναλέος. Σκαρ.: …έπρεπε να στρώσει ν᾿ απαγκάει κι αυτός το καρβέλι του σπιτιού που λίμαξε για το ψωμάκι. Καρκ.: μαστίχα μο κέντησε γι καλ τν ρεξη κα μυριζόμουν λιμασμένος τν τσίκνα το μαγεριο. κε βραζε τ θάνατο φαγί μας. Καζαντζ.: …γκρεμισμένα τα σπίτια κάπνιζαν ακόμα, βρωμούσε ο αγέρας ψοφίμι, λιμασμένοι σκύλοι και γάτοι μπαινόβγαιναν στα χαλάσματα. Πβ. Γκοτζ.: Και οι τύραννοι περνούν με σβέρκο σα βοδιού / μεις λιμουριάζουμε κι αυτοί κάνουν προκοίλι. Καζαντζ.: …σα λιόντας που ᾿πεσε πα σε τρανό θρασίμι, / κάπου αν αγρίμι μακροκέρατο πετύχει για κι ελάφι / πεινώντας λιμασμένος ρίχνεται και τρώει, κι ουδέ τον νοιάζει / σκυλιά αν τον κυνηγούν γοργόποδα κι αγριμολόι λεβέντες. Καρκ.: Δεν ήταν ο εξευτελισμένος ζητιάνος, ο ψειρής και λιμασμένος, που με κλαψάρικη φωνή ζητεί τα ξεροκόμματα και τ᾿ αποφάγια των φτωχών. Ήταν παντοδύναμος μάγος. Πβ. Ελύτ.: Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια· / Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά / Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο | < αρχ. λιμώσσω ή λιχμάζω. < ή από το αρχ. ελλ. λιμός: μεγάλη πείνα που οφείλεται σε παρατεταμένη έλλειψη τροφίμων.

λιμάρης ο: λαίμαργος, λιγούρης, πεινασμένος, αχόρταγος, ακόρεστος. Εφτ.: …μας παρασταίνεται στη φαντασία σα λιμάρης που βλέποντας και λείπουν κάμποσες ρώγες από τσαμπί, το βρίσκει αφορμή να φάη και τις άλλες.

λιμάρικος -η -ο: λαίμαργος, πεινασμένος, λιμαγμένος, λιγούρικος. Χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια και τον γυμνώνουν. Θα με ξεμαλλιάσει, αν με δει να χορταίνω έτσι λιμάρικα την πείνα μου με τόσο τεράστια κομμάτια. Καζαντζ.: …σάλευε λιμάρικα τα ρουθούνια του και μάχουνταν να αναρουφήξει τον αέρα ανάμεσά τους. Βλ. & δευτεράντζα η.

λιμοκοντόρος ο: νεαρός κομψευόμενος, επιτηδευμένος και επιδεικτικός στην εμφάνιση, στους τρόπους και στη συμπεριφορά, που παριστάνει το γόη και ερωτοτροπεί συστηματικά (Τριαντάφ)· φλώρος, λελές· παλιό νόμισμα μικρής αξίας. Βαρέθηκα τους λιμοκοντόρους που χορεύουν μόνο κλασικό tango και φοράνε το ύφος του νεοφώτιστου πιστού, από εδώ και πέρα θα τους τα χώνω στα ίσια. Ποιοί είναι οι λιμοκοντόροι της ενημέρωσης; Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες, σύμφωνα με τον ταγματάρχη Τζόουνς: Στους λιμοκοντόρους και στα αλάνια. Παπαδ.: Ες να μιλον ντικρινν κάθηντο τρες λιμοκοντόροι. Ο δύο μόνον φοροσαν στενά. τρίτος, μύστακος κόμη, φοροσε κομψ ρασάκια, κα εχε τν κοτσίδα του πίσω δεμένην ες τν μέσην μ κορδέλαν. σως το Ριζαρείτης.τον ες νέος μ γυαλάκια, λιμοκοντόρος μλλον, ποος καμνε τν μικρομεσίτην. – Κ χει τιμολόγιο, μαθές, τιμή; Μι γροσάρα, να μπεσλίκι, να ξάρι, να εκοσάρι, μι λίρα, ς πόσα χει; να λιμοκοντόρο, να διπλό, να τάλλαρο, να εκοσιπεντάρικο, να κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα χει;… Γκοτζ.: Μια μέρα όμως παρουσιάζεται, στα καλά καθούμενα, ένας νέος καλοντυμένος, σωστός λιμοκοντόρος, που δήλωσε στο μεσοχώρι πως ήταν δάσκαλος σταλμένος απ’ το Υπουργείο | < λιμοκόντ(ης): πεινασμένος κόμης.

λιμούρι το: λιμό, τραπουλόχαρτο μικρό, 2,3,4 κλπ.

λιμουχνώ: λιχνώ, λιχνίζω, ξεχωρίζω το (βαρύτερο) σιτάρι, από το (ελαφρότερο) άχυρο πετώντας τα στον αέρα. ΦΡ. Το λιμουχνάει έξω: λέγεται όταν χιονίζει και φυσάει αέρας ταυτόχρονα | < λιχνίζω.

λίμπα: άκλιτο, στη φράση «τα κάνω λίμπα»: προξενώ πολύ μεγάλη καταστροφή, αναστάτωση, τα σπάζω, τα κάνω «λαμπόγυαλο.» Τον απέλυσαν και τα έκανε «λίμπα.» Βγήκαν, ήπιαν και τα έκαναν… λίμπα. Ένοπλοι ληστές τα έκαναν λίμπα σε κέντρο διασκέδασης | < αντδ. < ιταλ. (νότ. διάλ.) limba: μεγάλη λακκούβα (και παλιά ελλην. σημ.) < υστλατ. lembus: μικρό, γρήγορο ιστιοφόρο < αρχ. ελλ. λέμβος.

λιμπά τα ή λυμπά τα: οι όρχεις, τα γεννητικά όργανα, τα «αμελέτητα.» Σεφ.: «Καὶ τάπισα παρὰ οὕλους ὁ τουρκοπουλιέρης / ἧβρεν τὸν τυλιμένον τὸ αἵμαν» λέει ὁ χρονογράφος / «κι ἔβγαλεν τὴν μαχαίραν του καὶ κόβγει / τ λυμπά του μὲ τὸν αὐλὸν καὶ τοῦ εἶπε: / Γιὰ τοῦτα ἔδωκες θάνατον!» [σ.σ. ο Σ. αναφέρεται στο Χρονικό του Μορέως]. Αραβαντ.: λιμπά τα: οι όρχεις | < πιθ. ελνστ. επίθετο λιμβός: άπληστος, λαίμαργος.

λιμπαντές ο: κοντογούνι, γυναικείο πανωφόρι παραδοσιακής φορεσιάς. Μαλ.: Τα καλοκαίρια δεν φορούσαν στο σπίτι τις μπόλκες, και τα κιούρκια, αντ᾿ αυτών δε έφεραν τα κοντογούνια, τα λεγόμενα «λιμπαντέδες», οι οποίοι ήσαν κοντοί ως τη μέση, σαν τα σημερινά μπολερά, από τσόχα και σατένια, με λίγη στενή γούνα, πλάτους 2 πόντων, γύρω στο λαιμό και μπροστά με χάρτζια ή δίχως αυτά, κατά τας περιστάσεις.

λιμπεύομαι & λιμπίζομαι: νιώθω μεγάλη επιθυμία, ορέγομαι, θέλω πολύ, λαχταρώ. Γάτα λιμπίζεται ψαράκια αλλά ο πάγος στέκεται εμπόδιο στις ορέξεις της. Λιμπίζονται οι έμποροι την ελιά Χαλκιδικής. Οικοπεδοφάγοι «λιμπίζονται» το δάσος. Τα λιμπίζεται η καρδιά μου! Το φαγητό λιμπίστηκε ένας δράστης και την έπεσε σ’ έναν ντελιβερά την ώρα που πήγαινε να δώσει μία παραγγελία. Δημ.: Μηλίτσα που ᾿σαι στο γκρεμό, τα μήλα σ᾿ φορτωμένα / τα μήλα σου λιμπεύομαι και το γκρεμό φοβούμαι / σαν το φοβάσαι το γκρεμό, έλ᾿ απ᾿ το μονοπάτι. Πβ. Ο συλλογικός μάγειρας και κυρίως η μαγείρισσα, δηλαδή η νοικοκυρά, επινόησε αρτύματα που γίνονται με το τίποτα και που κάνουν το ευτελές λιμπιστικό | < λιμπίζομαι < μσν. λιμβίζομαι < ελνστ. λιμβ(ός). Βλ. & ρέβω.

Λινάτσες οι: σκωπτικά, περιπαικτικά οι κάτοικοι του χωριού Λουτρό Κοζάνης.

λιόγερμα το: ηλιόγερμα, η ώρα που γέρνει ο ήλιος, ηλιοβασίλεμα. Ρίτσ.: …πως κουβαλνε ναν κουβ νερ τ λιόγερμα γι ν ποτίσουν τ λουλούδια. Σεφ.: Τ ραγισμένο λιόγερμα λιγόστεψε κι χάθη / κι μοιαζε πλάνη ν ζητς τ δρα τ᾿ ορανο | < λιο- + γέρμα < γέρ(νω) -μα.

λιοβόρι το: ζεστός δυνατός ανατολικός άνεμος. Παρ.: «Τ᾿ Αλωναριού τα κάματα, τ᾿ Αυγούστου τα λιοβόρια.» Κρυστ.: Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια. / Θέλω τ᾿ αψήλου ν᾿ ανεβώ· ν᾿ αράξω θέλω, αϊτέ μου, / μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου, / θέλω ν᾿ αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω μ᾿ εσένα.

λιόδεντρο το: ελαιόδεντρο, η ελιά. Παρ.: «Ο Θεός να φυλάει τα λιόδενδρα απ᾿ το νερό του Αυγούστου.»

λιόκια τα: τα ανδρικά γεννητικά όργανα, οι όρχεις. ΦΡ. Ξυσ᾿ τα λιόκια σ᾿. Συνων. τα λιμπά.

λιόντας ο: αρσενικό λιοντάρι· μτφ. θηριώδες, γεροδεμένο σκυλί. Η Κέα διαθέτει σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, με πλέον χαρακτηριστικό τον Λέοντα της Ιουλίδας (Λιόντα, όπως τον αποκαλούν οι ντόπιοι), κολοσσικό έργο πλαστικής των Πρώιμων Αρχαϊκών Χρόνων (τέλη 7ου/αρχές 6ου αιώνα π.Χ.), λαξευμένο σε βράχο, σε απόσταση 15᾿ (πλακόστρωτο μονοπάτι) από την πρωτεύουσα του νησιού. Βλ. & λιμάζω.

λιοπύρι το: η υπερβολική ζέστη από την ηλιακή ακτινοβολία, ο καύσωνας. Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!.» Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Εμπειρίκ.: Μέσ᾿ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ᾿ αστέρια / Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις / Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων. Καρκ.: Ο πάρεδρος εγύρισε τ᾿ απίστομα δίνοντας άφοβα τα πλατειά νώτα του στο ηλιοπύρι και ο Παπαρρίζος εδίπλωσε μ᾿ ευλάβεια το γράμμα, λες κι εδίπλωνε το πετραχήλι του. Πβ. Βάρν.: Πς λαχταράει τ θεα σας ροδοκάλλια / (πάντοτες θεα, μ᾿ στέρια μ λιοβόρι!). Παρ.: «Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης παρά Μάρτης λιοπυριάρης». Λουντ.: Έλα κοντά μου δεν είμαι ο άνεμος / τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά / τους βουβαίνουν τα λιοπύρια / τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί. Βλ. & κουρνιαχτός ο.

λιόρδα η: δυνατή πείνα. Μ᾿ έκοψε λιόρδα: μ᾿ έπιασε μεγάλη πείνα | < ίσως από το αρχ. λορδώ: τεντώνομαι προς τα εμπρός.

λιοτρόπι το: το ηλιοτρόπιο. Ελύτ.: Με χάδι από λιοτρόπι δε φοβάται / το περιβόλι μήπως βγει στην άβυσσο. / Χέρι με χέρι παν οι ερωτευμένοι / όταν χτυπάνε οι καμπάνες του ήλιου. Βλ. & λιτήρι το.

λιποψυχώ: μου λείπει, χάνω το θάρρος, το κουράγιο, δειλιάζω σε δύσκολες καταστάσεις· λιγοψυχώ (Τριαντ.), κωλώνω. Καρκ.: Δεν θα λιποψυχήση μήπως ο λίβας τού κάψη τα σπαρτά· μήπως η ξηρασία τού μαράνη τα σταφύλια, μήπως η βροχή τού χαλάση τα μποστάνια.

λισγκάρι το: φτυάρι, πτύον· υποκορ. λισγκαρούλι: φτυαράκι· λισγκάρας λέγεται ο χοντροκομμένος, ο σωματώδης άνιρωπος, αυτός που θεωρείται κατάλληλος για βαριές σωματικές εργασίες. Πβ. Παρ.: «Γενάρη μήνα κλάδευε και λίσγο μη γυρεύεις.» | < αρχ. ελλ. λίσγος: το φτυάρι.

λισγκαριά η: ποσότητα που χωράει σε ένα φτυάρι, φτυαριά, μικρή ποσότητα. Τρεις λισγκαριές χώμα, τσιμέντο, λίπασμα | < Βλ. & λισγκάρι το.

λισγκαρίζω: δουλεύω με λισγκάρι, φτυαρίζω | < Βλ. & λισγκάρι το.

λιτήρι το: το άνθος του ηλιοτρόπιου, γιατί κοιτάζει (τηράει) προς τον ήλιο. Αραβαντ.: ηλιοτήρι το: το άνθος ηλιοτρόπιον. Διότι «τηράει» τον ήλιο, βλ. & τηρώ.

λίτρα η: το λίτρο, δοχείο μέτρησης όγκου. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ᾿ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει | < αρχ. ελλ. λίτρα, βάρος 12 ουγγιών.

λιτρί το: ποτηράκι, μικρή κούπα.

λιχνίζω: ξεχωρίζω το (βαρύτερο) σιτάρι, από το (ελαφρότερο) άχυρο πετώντας τα στον αέρα. Παροιμ: «Αλωνίζουν δώδεκα, λιχνίζουν δεκαπέντε» | < αρχ. ελλ. λικμῶ > ελνστ. λικμίζω, λικνίζω.

λημέρι το: μέρος όπου κρύβονταν ή κατέφευγαν οι κλέφτες και οι αρματολοί (επί Tουρκοκρατίας) ή οι ληστές· κρησφύγετο, καταφύγιο. Περρ.: Λημέρια, θέσεις οχυραί, εν αις διημερεύουσιν, όταν έχουν φόβον από των εχθρών. Δημ.: Φέρε μου ταλαφρό σπαθί και το βαριό τουφέκι, / να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά ᾿ς τα κορφοβούνια, / να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγκους, / να βρω λημέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνων. – Παιδιά, πήρ᾿ ο χινόπωρος, παιδιά, πήρ᾿ ο χειμώνας, / πέσαν τα φύλλ᾿ απ᾿ τα κλαριά, ξεσκιώσαν τα λημέρια. / Παιδιά μου να σκορπίσουμε, να γίνουμε μπουλούκια – Πού ‘σουν, περιστερούλα μου, τόσον καιρό που λείπεις; / -Πήγα να μάσω λάχανα με τ’ άλλα τα κορίτσια, / και οι κλέφτες μας αγνάντευαν από ψηλά λημέρια | < ολημερ(ίζω) < ελνστ. ὁλήμερ(ος): που εργάζεται όλη την ημέρα. Βλ. & λημεριάζω.

λημεριάζω: βρίσκομαι σε λημέρι, συχνάζω σε ένα μέρος. Δημ.: Όσο χιονίζουν τα βουνά, Τούρκους μην προσκυνούμε. / Πάμε να λημεριάζωμε όπου φωλιάζουν λύκοι. – Παίρνω το τουφεκάκι μου, μ᾿ έβρεχε με χιόνιζε. / Άϊντε και πάω να κυνηγήσω, κι ας βρέχει και ας χιονίζει. / Βρίσκω λαγό λημέριαζε, μ᾿ έβρεχε με χιόνιζε | < Βλ. & λημέρι το.

λητάρι το: σκοινί, «φόρτωμα» για δέσιμο ζώων ή φορτίων | < ειλητάριον (< υποκορ. του ειλητός: κλωσμένος < ελίσσω): το σκοινί με το οποίο δένουν τα ζώα.

ληταρώνω: δένω, με λητάρι, σκοινί, συλλαμβάνω. Καρκ.: Θα τους έπαιρναν τώρα ληταρωμένους στη Λάρισα και θα τους κάθιζαν στο σκαμνί. – Πίσω επήγαινε τριποδίζοντας το άλογό του ο μοίραρχος. Και πάρα πίσω ληταρωμένοι, ελεεινοί, εβάδιζαν οι Καραγκούνηδες όλοι. Σκαρ.: Όπου σε μάγκωναν οι φούχτες του, σε ξέραιναν, όπου σε λάχαιν᾿ η γροθιά του πιάνονταν η πνοή σου. Γλέπανε και παθαίναν ώστε να τον κλείσουνε ληταρωτόν στο μπαλαούρο. Βλ. & λητάρι το.

ληνός ο: μεγάλος κάδος ή χτισμένος χώρος μέσα στον οποίο πατιούνται τα σταφύλια για να βγει ο μούστος· πατητήρι. Ο ληνός των Κολ.αίων. Παρ.: «Βοηθάει ο Άη- Γιάννης και ο Σταυρός, γιομίζει τ᾿ αμπάρι κι ο ληνός.» Παπαδ.: …σαν ονοποιοί, χοντες τος ληνούς των ες τν παραθαλασσίαν, κα ατς τος ξύπνα μεσάνυχτα | < ελνστ. ληνός < αρχ. ελλ. ληνός, Δωρ. λᾱνός, -οῦ, ἡ, (όπως το λατ. lacus, alveus), κάδος ή σκάφη· βαρέλι κρασιού, πατητήρι· λάρνακα για το πότισμα των βοοειδών.

λιθάρι το: ο λίθος, η πέτρα, το παραδοσιακό αγώνισμα της λιθοβολίας, το ρίξιμο της πέτρας. Δημ.: Έλα, κι ας το παινέσουμε τούτο το παλικάρι, / οπόχει πλάτες γι᾿ άρματα κι αρμούς για το λιθάρι, και χέρια γοργογύριστα, να ρίχνουν τη σαΐτα, / να σαϊτεύει τα πουλιά και τα όμορφα κορίτσια. Παρ.: «Κάθε λιθάρι στο τόπο του είναι βαρύ.», «Θέλεις με πέτρα βάρει μου, θέλεις με το λιθάρι, θέλεις με τ’ άσπρα σου βυζιά βάρει μου στο κεφάλι.», «Από δυό λιθάρια βγαίνει τ’ αλεύρι.», «Με τον ζουρλό κουβέντιαζε και κράτα και λιθάρι.» | < μσν. λιθάρι(ν) < ελνστ. λιθάριον υποκορ. του αρχ. λίθος, ὁ. Βλ. & δίπλα η, αμάδα η.

λιχνώ & λιχνίζω: πετώ, ρίχνω ψηλά, στον αέρα, τ᾿ αλωνισμένα σιτηρά για να χωρίζουν οι σπόροι από τα άχυρα. Με το δικράνι λιχνίζουν το άχυρο κατά το αλώνισμα. Καζαντζάκ.: Σε λίγες μέρες ο θέρος πήρε τέλος, στοίβαξαν τις θημωνιές στ’ αλώνια οι χωριανοί κι άρχισαν ν’ αλωνίζουν, να λιχνίζουν και να κουβαλούν τη σοδειά στα σπίτια. Αινιγμ.: «Σπέρνω, δε θερίζω, αλωνίζω, δε λιχνώ, κάλλια ᾿χω τ᾿ άχερα παρά τον καρπό.» (το βαμβάκι – Κρήτη) | < μσν. λιχνώ, λιχνίζω < αρχ. ελλ. λικμάω, μέλ. -ήσω, αόρ. ἐλίκμησα (λικμός)· χωρίζω τα σιτηρά από τα άχυρα, λιχνίζω· μτφ., διασκορπίζω σαν άχυρο.

λοβιτούρα η: ανέντιμη, παρασκηνιακή ενέργεια που αποσκοπεί σε προσπορισμό παράνομου κέρδους ή γενικότερα παράνομου οφέλους, απατεωνιά (Τριαντάφ)· απάτη, κομπίνα, παράνομο κόλπο. Οι κυβερνητικές λοβιτούρες και η καθίζηση των κρατικών εσόδων. Σήμερα, είναι κοινά αποδεκτά ότι κοντά στις συνοριακές γραμμές, δημιουργούνται προϋποθέσεις για παράνομο χρήμα και λοβιτούρες. Τσιφ.: Παιδιά, θα σας πω μια λοβιτούρα να φύγετε απ᾿ τα ρούχα σας. Στίχ.: Σαν τίμιος δουλευτής γρήγορα το ᾿ριξα σ᾿ ανάγκης λοβιτούρες / και το κρασί μου το ξερνάω κάθε νύχτα που δεν βρίσκω το γιατί (Π. Σιδηρόπουλος) | < ρουμαν. lovitură. Βλ. & ρεζίλης ο, κατεργάρης ο, καλπουζανιά η.

λογάδι το: διακοσμητικό σχέδιο σε πλεκτό, υφαντό ή ρούχο. Ο ποδόγυρος ή πάτος είναι κεντημένος με μαύρα γεωμετρικά μοτίβα, με κόκκινα και πράσινα μοτίβα ανάμεσα, τα λογάδια. Το κεντητό σχέδιο ονομάζεται γουργουλομάτικο με τα κουκούλια και τα λογάδια.

λογάς ο: αυτός που λέει πολλά λόγια, πολυλογάς, φαφλατάς. Λογάδες και γραμματικοί. Μεταρρυθμιστές και λογάδες. Να διώξουμε τους λογάδες και τους υποκριτές που διατηρούν αυτήν την κατάσταση. Πάλλ.: Μα το πιο καλό αυτό ᾿ναι τώρα απ᾿ όλα, / που τον αυτάδη αυτό λογά τού βούβανε τη γλώσσα. / Δε θα κοτήσει γλήγορα και πάλι ο ξεπαρμένος / των βασιλιάδων μας βρισές να σκούζει και βλαστήμιες. Τσιφ.: …όσους γνώρισα ήταν λογάδες στην ζωή και τζαμπατζήδες στον έρωτα. Τσιφ.: Τη δύναμη ύστερα απ᾿ αυτά δεν την είχανε πια οι αριστοκράτες, αλλά οι παραλήδες οι μεγαλέμποροι… Αυτοί ήτανε ο πλούτος της χώρας κι όχι οι λογάδες οι λόρδοι.

λογατσιάρια τα: πρόκειται για παλιό κτηνοτροφικό έθιμο γνωστό και ως Ρογκατσάρια, βλ.λ. ή αλλού «Αράπηδες.» Μαλ.: Ένα έθιμον μεγάλου πατριωτικού περιεχομένου δια τα Σέρβια του καιρού εκείνου της Τουρκοκρατίας ήσαν τα «λογατσιάρια» και θα τα περιγράψομεν ως τα ενθυμούμεθα. Κατ᾿ έτος, την ημέραν της πρωτοχρονιάς, εορτήν του Αγίου Βασιλείου και την 6ην Ιανουαρίου, ημέραν των Θεοφανείων, όλοι σχεδόν οι νέοι των Σερβίων εντύνοντο με στολές ευζωνικές ή ανταρτικές, ήτοι φουστανέλλαν, ή μαντίαν, κάλτσες, καλτσοδέτες (βουδέτες), τσαρούχια, φέσι με μεγάλην φούνταν και ασημικά και ως συγκεντρωμέναι ομάδες, περιήρχοντο από πρωίας μέχρις εσπέρας τας οικίας των Ελλήνων κατοίκων και συγκέντρωναν εντός μεγάλων κυλινδρικών τενεκέδων κουμπαράδων, χρήματα δι΄ αγαθοεργούς σκοπούς, ήτοι διά τας ανάγκας της Ελλήνικής Χριστιανικής Κοινότητος, του ελλην. σχολείου κτλ. Καθ᾿ ορισμένην ώραν έστηναν τον χορόν εις την πλατείαν της αγοράς της ελληνικής συνοικίας, μεταξύ των καταστημάτων Κοντοδίνα και Άγρου, όπου εκτός από το «γαϊτανάκι» οι νέοι ημιλλώντο να χορεύσουν διάφορους χορούς, εν οις την προέχουσαν θέσιν είχεν ο τσάμικος, ο οποίος εχορεύετο μετά μανίας από ευσταλείς νέους Σερβιώτας, εκδηλώνοντας, ούτω πώς, την πατριωτικήν των διάθεσιν η οποία έπαλλε τα στήθη των. Έβλεπε κανείς τότε εκεί νέους με φλογισμένα, από πατριωτικόν πυρετόν, μάτια, να σείουν τας φουστανέλλας των και να μεταφέρονται διά της φαντασίας των εις τα ελεύθερα κρυσφήγετα των ανυπότακτων ομοφύλων των και να μεταρσιούνται, ούτω πως, εις φανταστικούς ήρωας. Τότε ήκουε κανείς τους γέρους ν᾿ αναστενάζουν από καρδίας και να ψιθυρίζουν (όπως ηκούαμεν και ημείς τον πατέρα μας να λέγη): Ας έβλεπα τους Έλληνες στη μπουμπουλιά και ας πέθνησκα.» (Η μπουμπουλιά ήτο ένα δέντρον στην κατηφοριά του κάστρου, ολίγον άνωθεν των Σερβίων). Οι Τούρκοι τα έβλεπον όλα αυτά και τα παρακολουθούσαν με βρασμό ψυχής, αλλά δεν αντέδρων και υπέμεναν το διήμερον μαρτύριον του εθίμου, το οποίον θα πρέπει να ήτο κατωχυρωμένον δι᾿ ειδικού προνομίου.

λόγγος ο: πυκνό θαμνώδες δάσος. Σολωμ.: Περνούν άπειρα τα ξάρτια Και σαν λόγγος στριμωχτά / Τα τρεχούμενα κατάρτια / Τα ολοφούσκωτα πανιά. Μακρ.: Κα ες τν διον καιρν τζακιστήκαμεν κα τ τρία ταμπούρια κα πελεκιώντας μ τος Τούρκους – κουγες σ ν ταν λόγκος χτύπαγαν τ μαχαίρια κα τ σπαθιά. Κολ.: …βασίλευσε τ φεγγάρι ες τν μέσην νύκτα, κα βασιλεύοντας τ φεγγάρι βγκαν· νύκτα μικρ κα δν λαβαν καιρν ν φύγουν κατ τν Μάνη· πγαν στος λόγγους κι πρε μέρα. Παρ.: «Κάνε το παιδί σου παπά, κι απόλα το στο λόγγο.» Δημ.: χετε γει βρυσολες, λόγγοι, βουνά, ραχολες. / χετε γει Σουλιώτισσες κα σες Σουλιωτοπολες. Παπαδ.: Γλύκα και δροσιά κι ευωδία, ήχος μυστικός έβγαινεν απ᾿ τα βουνά, απ᾿ τους λόγγους, απ᾿ τους κήπους τριγύρω. Παρ.: «Ο λόγγος δεν φοβήθηκε το στειλιάρι αλλά το τσεκούρι.», «Λόγο είπα, λόγγο δεν έκοψα!» | < μσν. λόγγος < σλαβ. log(ŭ) -ος.

λογιάζω: λογαριάζω, σκέφτομαι, υπολογίζω, μετρώ. Δημ.: Ρίχνω μήλο τη βαραίνω, / δε με λόγιασε, δυο μου μάτια, / ρίχνω μάλαμα κι ασήμι, / χαμογέλασε, δυο μου μάτια. Παρ.: «Ο κακός κακά λογιάζει.», «Ο γλάρος αψηλά πετά, μα χαμηλά λογιάζει.», «Είδες γιο και θυγατέρα; Λόγιασε και τους γονιούς.», «Άλλα λογιάζει ο Κοσμάς κι άλλα λογιάζει ο κόσμος.» Καρκ.: – Eίνε πολιτεία, καϋμένε! είπεν ο Mαγουλάς. Αφού σου λιέει είνε πατρίδα του Tρικούπη του βεζύρη, λόγιαξε!.. Kι ατός του είνε αρχοντοσόι· η ρίζα του κρατιέται από του Zωντανού, που φτάνει στα δεκαφτά ζουνάρια. Ερωτ.: Λόγιασε σ᾿ ίντα βρίσκομαι, και ξαναδέ το πάλι· πέ᾿ μου, πώς θες να βουηθηθώ σ᾿ έτοια δουλειά μεγάλη; Δημ.: Όσα κάστρα κι αν είδα και περπάτησα, / σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα. Τσαμουριά και Δέλβινο δεν τα δίνουν τα παιδιά / Γενιτσάροι να ντυθούν στο νιζάμ᾿ του βασιλιά· / άσπρα πουγγιά δε λόγιαζαν, την πίστη δεν την άλλαζαν. – Αυτού ψηλά που περπατάς (ενν. τρυγόνα) και χαμηλά λογιάζεις, / μην είδες τον ασίκη μου, τον αγαπητικό μου; Βλ. & θωρώ.

λογισμός ο: η σκέψη, ο νούς, το μυαλό. Από τους πονηρούς λογισμούς που πολεμούν τον άνθρωπο, τρεις είναι οι πιο σκληροί: της απιστίας, της βλασφημίας και της πορνείας. Παρ.: «Οι πίκρες κόβουν γόνατα κι οι λογισμοί γερνούνε.»

λογοδοσμένος -η -ο: που έχει δώσει «λόγο» για αρραβώνα ή γάμο. Από παντρεμένες, αρραβωνιασμένες, λογοδοσμένες, χήρες, ζωντοχήρες, άλλο τίποτα. Δύο μήνες λογοδοσμένοι, δεν τον είδα καθόλου.

λόζιος ο: ο κορμός της σίκαλης. Σιδ.: …κι ο Γούλας με μια σακοράφα να ράβει το σαμαροσκούτι που είχε ξηλωθεί κι έφυγε ο λόζιος από μέσα.

λόιρα & τρόιρα: επίρρ. ολόγυρα, τριγύρα ΦΡ. Τηράτε λόιρα: κοιτάξτε, ψάξετε ολόγυρα. Στίχ. Μία φωνούλα με καλεί / «Αφέντη μ᾿, παλληκάρι μ᾿.» / γυρνώ και βλέπω `λόιρα / κλώθει το ματσιφτάρι μ᾿. (Το ματσιφτάρι, Θανάσης Παπακωνσταντίνου). Παπαευαγγ.: Όλου μουλουγούσι ικι στου καφινείου τ΄ Αρδουβαγγέλ᾿ που κάθουνταν καμιά δικαριά τρόιρα απού τ΄ ξυλόσουμπα, κι τόφκιανι ξαργού να πιεί κανα τσίπουρου.

λολ το: χτύπημα της μπάλας με το πόδι ή άλλο σημείο του σώματος, εκτός από τα χέρια, ώστε αυτή να παραμείνει στον αέρα, να μην πέσει στο έδαφος, το μυτιλίκι, τσιλικάκι, ή γκελάκι. Ο Φώτης έκανε πενήντα λολ.

λόξα η: παραξενιά, ιδιοτροπία. Ιδιαίτερη, ασυνήθιστη συμπεριφορά. Ιστορίες μεταμοντέρνας λόξας. Καζαντζ.: …θαρρούσε πως όλα ετούτα ήταν καινούριες λόξες του κανακάρη γιού του Μπερναρντόνε: να καλαφατίζει εκκλησιές, να φιλάει λεπρό, να γδύνεται μπροστά στον κόσμο και να γυρίζει τα ρούχα που φορούσε στόν κύρη του | < λοξός ο.

λοκάντα η: λαϊκή ταβέρνα, εστιατόριο. – Αχ, μονάχα το καλοκαίρι είναι για τη φτωχολογιά και για τις λοκάντες. Ποιός ταξιδεύει χειμωνιάτικα; Το γλυκό που σερβίρουν μετά το φαγητό στις λοκάντες, είναι κόκκινη κολοκύθα ποσαρισμένη σε σιρόπι μπαχαρικών, τρυφερή σαν βούτυρο. Πετρ.: Υπήρχαν τα ακριβά ρεστοράν (τα παλιότερα ανήκαν σε ακριβά ξενοδοχεία), τα μικροαστικά μαγειρεία (για υπαλλήλους εργένηδες και φοιτηταριό), και, οι λαϊκές λοκάντες. – …οι λοκάντες δεν ετύπωναν κατάλογο -εκεί ο πελάτης είτε πλησίαζε στην κουζίνα και έβλεπε ιδίοις όμμασι τα φαγητά, είτε άκουγε το γκαρσόνι να τ᾿ απαγγέλει απνευστί.

λόμπα η: δυνατή, ψηλοκρεμαστή μπαλιά, χτύπημα στο ποδόσφαιρο. Η λόμπα είναι η μπαλιά μεταξύ σέντρας και σουτ που γίνεται την ώρα που ο επιτιθέμενος βλέπει τον τερματοφύλακα εκτός θέσεως και προσπαθεί να τον «κρεμάσει.» Απίθανη λόμπα από τον 39χρονο Κ. Η γκολάρα του, που σημειώθηκε σε φιλανθρωπικό αγώνα κάνει τον γύρο του κόσμου | < αγγλ. lob: το ρίξιμο της μπάλας στον αέρα έτσι ώστε να σχηματίσει υψηλό τόξο.

λοστάρι το: ο λοστός· μοχλός που χρησιμοποιείται κυρίως για να μετακινούνται βαριά και ογκώδη αντικείμενα, μακρύ και χοντρό ξύλο. Θα πιάσω το λοστάρι: θα σε δείρω. «Μπούκαραν» με λοστάρια και σακάτεψαν νεαρό. Αυτοσχέδια μαχαίρια και λοστάρια στις φυλακές Κορυδαλλού. Γκοτζ.: Εμπρός για τη δουλειά, / μ᾿ αξίνες με λοστάρια. / Γκρεμίστε τα παλιά, / να πέσουν τα ντουβάρια! | < μσν. λοστός ίσως < αρχ. ελλ. λοίσθος: κοντάρι καραβιού.

λουβίδι το & λουβί το: λοβοειδής καρπός, με σκληρό, υμενώδες περικάρπιο· αποξηραμένα πράσινα φασολάκια· λ.χ. φασόλια λουβίδια. Τα λουβίδια είναι φασολάκια της περιοχής, τα οποία οι ντόπιοι τα αποξηραίνουν, τα χωρίζουν σε αρμαθιές και τα διατηρούν όλο το χειμώνα. Δημ.: Λουβί πιπέρι έσπερνε της Μαρουδιώς τ᾿ αχείλι, μόσκος και καρυοφύλλι / Ρωμαίοι το θερίζανε, Τούρκοι το κουβαλούσαν, τ᾿ αηδονάκια κελαηδούσαν | πιθ. < αρχ. ελλ. λοβός. Βλ. & παστό το.

λουβουδιά η: άγριο σπανάκι, ποώδες, άγριο φυτό της ελληνικής υπαίθρου σχετικά ψηλό, με κορμό από καλάμι, που ευδοκιμεί σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις και μεγαλώνει γρήγορα. Η λουβουδιά ψηλώνει γρήγορα. Στην περιοχή συναντάται ήμερη και άγρια λουβουδιά (ζιζάνιο Chenopodium album L. Και με τα δύο είδη παρασκευάζονται εξαιρετικές χορτόπιτες, ενώ η ήμερη καλλιεργείται σε κήπους. Πήρε ίσως το όνομα της επειδή οι πολυάριθμοι σπόροι της έχουν σχήμα λοβού. Αραβαντ.: λοβοδό το: το χρυσολάχανον· η ατράφαξυς· αγριοσπανακιά. ΦΡ. Έφκιασα πίτα με αγριλουβουδιές. ΦΡ. Τράνεψε σα λουβουδιά: ψήλωσε πολύ, απότομα, εντυπωσιακά, η φράση λέγεται για παιδί που έχει γρήγορη ανάπτυξη. Μ᾿ έκοψε λουβουδιά: μ᾿ έπιασε διάρροια, κόψιμο. Βλ. & λουβίδια τα.

λοξοδρομώ: παίρνω λοξό δρόμο, εκτρέπομαι από την πορεία μου. Βλ. & θωριά η.

λούγαρο το & λούγαρος ο: στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Σπιζιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Carduelis spinus. Ο λούγαροςτο λουγαράκι– έχει χρώμα κιτρινοπράσινο. Βλ. & γαρδέλι το.

λούγγρα η: μτφ. άνθρωπος κακός, ανέντιμος· ομοφυλόφιλος. Αινιγμ.: «Η σκρόφα μας, η λούγγρα μας, η λουγγροφαγωμένη, όλον τον κόσμον έφαγε κι ακόμα δε χορταίνει.» (μύλος, νερόμυλος) Βλ. & λουμπίνα η.

λούγκα η: αδένας κάτω από τη μασχάλη, γάγγλιο. Παπαευαγγ.: Απ΄ του πουλύ του πλάλμα έβγαλα μια λούγκα (αδένας) χουντρή σαν κουκόσια (καρύδι).

Λούδα η: Ευαγγελία, Ευαγελλούδα. Βλ. & Βάγγιω η.

λούδι το / λελούδι το λέλουδο το: λουλούδι. Λελούδω: Λουλούδω. Δημ.: Λελούδια συ να τα χαρείς, τριαντάφυλλα να τάχεις, κι αν έχεις γιόμα, γέψου το, και δείπνο δείπνησέ το. Ο Φούφας όταν κίνησε, που μέσα απ᾿ την Αθήνα / οι στράτες λούδια γέμισαν, ρίχνοντας τα κορίτσια. Παρ.: «Κάθε λούδι στον καιρό του.» | < μσν. λουλούδι < αλβ. lul(e) -ούδι ή λατ. lil(ium): κρίνο -ούδι.

λουζιάζω: μπερδεύω, μπλέκω, ανακατεύω. Σιδ.: Αμ το κάλεσμα του παπα-Φώτη; Αυτό του λόζιουσε το νου.

λουζιάζομαι: μπερδεύομαι, λαθεύω. Δεν μπορώ να ξελουζιάσω τα μαλλιά: δεν μπορώ να ξεμπλέξω τα μαλλιά καθώς χτενίζομαι. Τα λούζιαζε: τα έλεγε μπερδεμένα. Βλ. & γρεντώνομαι.

λούζιαζμα το: μπέρδεμα, μπλέξιμο, αναστάτωση, μανούρα, βλ. λουζιάζω.

Λουζιανή η: το σημερινό χωριό Ελάτη Κοζάνης.

λουής λουής: λογής λογής, δηλώνει κατηγορία ή ποιότητα· ΦΡ. Αντίς λουής: άλλα αντ᾿ άλλων | < ελνστ. λογή.

λουΐδι το: λογής λογής στολίδι.

λουκανίδα η: είδος καπνιστού λουκάνικου με πράσσο και κρέας που στέγνωνε πάνω από το τζάκι, γινόταν με έντερα ζώων. Τσιγαρίσαμε λουκανίδες με πράσσο | < ελνστ. λουκάνικον, λουκανικόν < λατ. Lucanicum: αλλαντικό της Λουκανίας.

λούκι το: μτφ. δύσκολη, ζόρικη, περίπλοκη, στριμόκωλη κατάσταση, ταλαιπωρία, βάσανο, στη φράση «τραβάω (ή περνάω) λούκι.», ζω μια δύσκολη προδιαγεγραμμένη κατάσταση, οδηγούμαι σχεδόν αναγκαστικά σε μια πορεία με άσχημο τέλος· οριζόντιος κοίλος αγωγός και ο κατακόρυφος σωλήνας μέσο των οποίων συγκεντρώνονται και αποχετεύονται τα νερά της βροχής από τις στέγες των σπιτιών· υδρορροή. Οι εργάτες καθαριότητας τράβηξαν μεγάλο λούκι. Περνάω μεγάλο λούκι και θέλω τη γνώμη σου. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο για μένα, πέρασα λούκι μεγάλο. Αλλά με έσωσαν δύο πράγματα. Η παράσταση και ο ρόλος | < τουρκ. oluk -ι.

λουλάς ο: η εστία του ναργιλέ, το μέρος του ναργιλέ όπου τοποθετούνται ο καπνός, το χασίσι και τα κάρβουνα των καπνιστών, αυτοσχέδιος ναργιλές. Την καρύδα την εσκάβανε από μέσα και εβγάζανε από μέσα το φαγί που είχε κι έμενε σκέτη. Μετά βάζανε το καλάμι που ήτανε ο λουλάς επάνω δηλαδή στο σέρι. Ο λουλάς είναι ο ίδιος που υπάρχει στο ναργιλέ το γυάλινο που έχουν στο καφενείο στην Πόλη, όπου φουμάρανε σκέτο τουμπεκί αυτοί. Ο λουλάς πήλινο είναι. Με τη διαφορά, οι χασικλήδες έκαμαν λουλά από πέτρα που τη σκαλίζανε, από πουρί, ένα είδος τούβλο στρογγυλό με πέντε έξι τρύπες στη μέση, όσο το δεκάρικο τώρα. Σαν φλυτζανάκι. Το εβάζανε επάνω στο σέρι. Βάζανε και το καλαμάκι, σα το δάχτυλό μου φάρδος και μακρύ όσο δυό καινούρια μολύβια. ΦΡ. άρτζι μπούρτζι και λουλάς: χωρίς τάξη ή λογική συνοχή, ανάκατα, φύρδην μίγδη | < τουρκ. lûl(e) -άς από τα περσ.

λουλάκι το: φυτική βαφή που δίνει βαθύ γαλάζιο, γαλανό χρώμα. Γκάτσ.: Mαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε / Kαι μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι / Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ᾿ αστέρια | < αραβ. līlak.

λουλακί το: βαθύ γαλάζιο χρώμα | μσν. λουλάκιν | < αραβ. līlak.

λουλακής -ια -ι & λουλακίσιος -ια -ιο: επιθ. μπλε σκούρος βαμμένος με φυτικές χρωστικές ουσίες. Τσιφ.: Εσείς που νοσταλγήσατε να ταξιδέψετε στις λουλακιές θάλασσες, εσείς που ποθήσατε ν᾿ ανεμίσουνε τα μαλλιά σας οι αύρες των ωκεανών, οι μυρωμένες από λάδι κοκκοφοίνικα. Γκάτσ.: Mαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε / Kαι μια καμπάνα μακρινή βάφει τον ουρανό με λουλάκι / Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου που ταξιδεύει μέσα στ᾿ αστέρια.

λουλού η: θηλυπρεπής, χωρίς ανδρισμό· προσβλητικός χαρακτηρισμός, ειδικά όταν απευθύνεται σε άντρα. Μωρή, λουλού!

λουμάς ο: ο καλύτερος βώλος στα παιδικά παιχνίδια, η μεγαλύτερη μπουσλίκα (είδος μανιταριού με σφαιρικό σχήμα), βλ.λ.

λουμάκι το: ξύλο βλαστού, μικρό δέντρο που αναπτύσσεται, κομμένο κλωνάρι δέντρου. Δημ.: Μην καμαρώνεις. Δημ.: Ανοιξη, με τα πολλά λουλούδια. / Εσύ έχεις τα μαυρόϊτσια κι εγώ ‘χω τα κορίτσια. / Εσύ έχεις τα λουμάκια σου κι εγώ τα παλικάρια. Αραβαντ. λουμάκια τα: τα κλωνάρια δέντρων | < λειμάκιον, υποκορ. του αρχ. λείμαξ.

λουμούρα: η ανακατωσιά, το μπέρδεμα, η αναστάτωση, ακαταστασία, η μανούρα, φασαρία. Τα λαμόγια στη λουμούρα χαίρονται. Γένουνταν πουλά ικείνα τα χρόνια στα χουργιά, κατσίκις έκλιβαν, πλουκούδια χαλνούσαν, φούρνοι ξιφούρνιζαν γιουμάτι ψουμνιά, κιαïμέτι λουμούρις κι φασαρίις.

λουμουριάζω: δημιουργώ, μπερδεύω, ανακατεύω, φέρνω αναστάτωση, καυγάδες, μπελάδες, προκαλώ έριδες, δυσκολεύω κάτι που είναι απλό. Μας λουμούριασε κι έφυγε· τα λουμούριασε όλα | < Βλ. & λουμούρα η.

λούμπα η: λάκκος, πέφτω σε λούμπα, σε παγίδα, πέφτω θύμα απροσεξίας, συμπαιγνίας· ανθεκτικό πανί αραιάς ύφανσης για την καθαριότητα του τραπεζιού, της βρύσης και των πάγκων της κουζίνας. Λούμπες για την κουζίνα. Γκάτσ.: Πούλαγε ζεστή τουλούμπα κι έτσι έπεσε στη λούμπα / Άλλη μια βραδιά στην Τρούμπα αμολύσανε καλούμπα / Αμολύσανε καλούμπα κι έτσι έπεσε στη λούμπα. Τσιφ.: …σε δουλεύουνε ψιλό γαζί. Λένε, λένε πέφτει ο κοσμάκης στη λούμπα, τρώει τα παραμύθια και ζημιωμένος βγαίνεις εσύ | < αλβ. luba: λάκκος.

λουμπίνα η & λουμπίνας ο: παθητικός ομοφυλόφυλος, ο κίναιδος· μτφ. ο απατεώνας, άνθρωπος πονηρός και υστερόβουλος. Η χαμούρα ο κατώτερος, αυτή η λουμπίνα θα καταφύγει στην παρανομία, στην παρατυπία, στην αντικανονική ενέργεια. Άντε χάσου, μωρή λουμπίνα! O hipster είναι η λουμπίνα που δείχνει να μην νοιάζεται για το στιλ του αλλά ντύνεται τυχαία με την τελευταία λέξη της επιμελώς ατημέλητης μόδας. Ίσα μωρή αλανιάρα κότα που θα με αποκαλέσεις λουμπίνα και περιμένεις και απάντηση. Η λούγκρα / λουμπίνα είναι χαρακτηρισμός που αποδίδεται με δόση χιούμορ «στους ομοφυλόφιλους κρατούμενους». Όχι πως γουστάρω τη μανούρα δηλαδή, αλλά τη σήμερον ημέρα ρουφιάνος τον ρουφιάνο αγαπάει και λουμπίνα τη λουμπίνα. «Μπαίνω στην επιχείρηση, αλλά λουμπίνα δε γίνομαι.» | < ίσως λούμπ(εν) -ίνα.

λουνίζομαι: κυλιέμαι στη λούνη, στη λάσπη. Τα γουρούνια λουνίζονται όλη μέρα.

λούνη η: το θολό υγρό, το βρόμικο νερό, η λάσπη, θολούρα.

λόυρα: επίρρ. ολόγυρα. Σιδ.: Λόυρα λόυρα στις καλύβες τους, οι βελανιδιές, τα γαβριά, οι οξιές κι αμέτρητα άλλα λογής λογής δέντρα. Βλ. & μουχαμπέτι το.

λούρα η: η βέργα, ίσιο κυλινδρικό, χλωρό ξύλο, μακρύ και γερό. ΦΡ. μτφ. Λούρα που σου χρειάζεται: ξύλο που θες. ΦΡ. Θα πιάσω καμιά λούρα: θα στις βρέξω, θα σε δείρω, θα σε ξυλοφορτώσω. Γκοτζ.: Ήταν εκεί δυο τρία καλύβια, πλεμένα κωνικά με λούρες και σκεπασμένα με άχερα. – Σάπισε η στέη, έλεγε η βάβω, και πρέπει να βάλουμε άλλη. Την τοποθετούσε χεριές χεριές, που τις συγκρατούσε με οριζόντιες λούρες πιασμένες και με σύρμα για να μην τις σηκώνει ο αέρας. Πβ. Δημ.: Βάψαν τα ματάκια μου / μ᾿ εννιά λούρες (: λωρίδες) μετάξι.

Λουρίδες οι: σκωπτικά, κοροϊδευτικά οι κάτοικοι του χωριού Λουζιανή ή Ελάτη.

λουτζέκι το: μονάδα μέτρηση δημητριακών που ισοδυναμεί περίπου με 18 οκάδες (Θεσσαλία). «…και εσυμφωνήσαμεν όλη η χώρα ομού να τον δίδωμεν τον κάθε χρόνον από ένα λουτζέκι σιτάρι…»

Λουτρό το: χωριό της Μακεδονίας. Να ᾿μουν γίδα στο Λουτρό και νύφη στο Λιβαδερό. «Θα δεις πόσο έχει το καλαμπόκι στο Λουτρό»: η παροιμιώδης φράση σημαίνει περίπου το ίδιο με το γνωστό «Πόσα απίδια βάνει ο σάκος;» Λέγεται για να δηλώσει την πραγματική και ζόρικη κατάσταση, που προκαλεί αναμέτρηση με μια σκληρή και δύσκολη πραγματικότητα.

λούτσα: κοίλωμα του εδάφους γεμάτο με νερό· ως επιρρ. μούσκεμα, τούνα, μπλιούρα. Ήμασταν τυχερές που δε γίναμε λούτσα στην προσπάθειας μας γιατί το νερό ήταν πολύ παγωμένο! Και ξαφνικά μάνικες εκτοξεύουν νερό εναντίον των εφέδρων μέχρι τελικής πτώσεως από το ξεπάγιασμα. Όσοι τολμήσουν να παραπονεθούν που έγιναν λούτσα και έχουν παγώσει παίρνουν την απάντηση: «Τρέξε για να στεγνώσεις». O παλιός οικισμός της Λούτσας παραμένει μέχρι το 1974 στα διοικητικά όρια των Σπάτων, ενώ έκτοτε αναγνωρίζεται ως Κοινότητα Αρτέμιδος | < σλαβ. luža: λακκούβα με νερό.

λούφα η: το λούφαγμα, η αποφυγή εργασίας, τεμπελιά, αραλίκι, κρύψιμο· η κλεψιά, η ζούλα· είδος κολοκύθας· φυτικό σφουγγάρι που βγαίνει από το φυτό λούφα. Λούφα και παραλλαγή. Απτόητοι συνεχίζουν κάποιοι τη νοοτροπία της λούφας. Μια ζωή στη λούφα. Luffa aegyptiaca. Λούφα (κολοκύθα), ή Ελίφι, ή Λίφι, μακρινός ξάδερφος του αγγουριού. Μονοετές ποώδες φυτό, αναρριχώμενο εφόσον του προσφέρουμε υποστύλωμα. Βγάζει συχνά ελικοειδείς βλαστούς και πιάνεται με μεγάλη ευκολία από οτιδήποτε. Η λούφα είναι φυτικό σφουγγάρι, οικολογικό, ιδανικό για βαθύ καθαρισμό και απολέπιση, απομακρύνει τα νεκρά κύτταρα και βοηθά στην καλή κυκλοφορία του αίματος | < μεσν. λωφάζω < αρχ. λωφώ.

λουφατζής ο & λουφαδόρος ο: αυτός που λουφάρει, (μικροκλέφτης) | < Βλ. & λουφάρω.

λουφάρω & λουφάζω: αποφεύγω μια δουλειά, υποχρέωση· κλέβω· αποφεύγω (μένοντας κρυμμένος ή απαρατήρητος) να εκτελέσω μια εντολή, μια διαταγή, μια αγγαρεία και γενικότερα μια εργασία υποχρεωτική και δυσάρεστη. Δεν μίλησες, λούφαξες. Λούφαρε το πορτοφόλι της κυρίας. Πάλλ.: …τρίβει και βάζει του, πικρή πονοκοιμήτρα ρίζα. / Έτσι όλοι πια του λούφαξαν οι πόνοι, κι η πληγή του / σιγά σιγά ξεράθηκε και του ᾿παψε το αίμας. Παπαδ.: Ες γείτων, Βαγγέλης το Μορφούλη, βγκε στ μπαλκόνι, κ᾿ κραξε πρς τν τραγουδιστήν: ―Λούφαξε, βρ Γιάννη· φησέ μας ν κοιμηθομε. Καλούμπας πήντησε: ―Σκάσε, βρ τέρατο! Κ᾿ ξηκολούθησε τ σμά του | < μσν. λωφάζω < αρχ. λωφ(ῶ): ξεκουράζομαι, χαλαρώνω, αναπαύομαι, ησυχάζω από.., αναρρώνω από.., συνέρχομαι από.., ανακουφίζομαι από… Σοφοκλής: λωφάω π νόσου κα πολέμου. Βλ. & αφκριούµαι.

λουφές ο: η αμοιβή, ο μισθός των αρματολών κατά την Tουρκοκρατία, των αγωνιστών της επανάστασης του ΄21 και των στρατιωτών του τακτικού ελληνικού στρατού αργότερα (Τριαντ.) | < τουρκ. ulûfe: στρατιωτικός μισθός -ς < αραβ. ulūfe. Βλ. & τσέγκι το, γρόσι το.

λυγαριά η & λυγιά η: θαμνώδες φυτό με λεπτά και ευλύγιστα κλαδιά. Η λυγαριά έχει και δύναμη απελαστική: κρεμούσαν φυλαχτά με λυγαριά στην πόρτα της καλύβας, έβαζαν λυγαριά στα χαϊμαλιά των παιδιών, επίσης με βέργες από λυγαριά έφτιαχναν τα παιδιά (αγόρια) την Μ. Παρασκευή έναν σταυρό και γύριζαν ανάμεσα στα κονάκια για να τραγουδήσουν τα πάθια του Χριστού. Παρ.: «Όποιος περάσει από λυγιά και δεν πάρει κλωνάρι / να μαραθεί, να ξεραθεί, να πέσει στο κλινάρι.» | < μσν. λυγαρέα < λυγάρ(ι) (όν. καρπού) -έα > -ιά υποκορ. του αρχ. λυγός ἡ (ελνστ. ὁ) -άρι(ον).

λυγερός -η -ο: ευλύγιστος και λεπτός, καλοκαμωμένος. Λυγερόκορμες κοπέλες | < μσν. λυγερός < λυγηρός < λυγ(έα) (< αρχ. λυγ(ός). Βλ. & μηνώ, γαϊτάνι το, βαριό το.

λύγκιασμα το: ο λόξυγγας. Τον έπιασε λύγκιασμα.

λυγκιάζω: έχω λόξυγκα. Αραβαντ.: λυγκιάζομαι: με καταλαμβάνει λύγξ. Επικρατεί η πρόληψις ότι κατά τη στιγμή εκείνην φίλος τις απών ομιλεί περί του λυγκιαζομένου. Λέγεται και κάποιος με αναφέρει, κάνει λόγο για μένα, όταν έχουμε λόξυγκα. Γκοτζ.: …λύγκιαζε θωρώντας το γονιό της η ορφανή, πο᾿κλαιε και για τη μάνα την κρεβατωμένη, για την αδερφή τη μικρομάνα, αυτές που λείπαν, δε μπορούσαν, ήταν τόση η στράτα, η μέρα είχε κοντύνει | < αρχ. ελλ. λυγξ: ο λυγμός.

λυκόσκορδο το: άγριο σκόρδο.

λυκοτόμαρο το: τομάρι από λύκο· μτφ. άνθρωπος άθλιας διαγωγής, τομάρι. Χρηστοβ: …ο αφέντης της μάνας του, θέλοντας να δοκιμάσει την αξία όλων των κουταβιών που ᾿χε γεννήσει η σκύλα του εκείνες τες μέρες, τα ᾿βαλε όλα απάνω σ᾿ ένα λυκοτόμαρο και μόνο δυο κουτάβια, που απ᾿ όλα συνταράχτηκαν και σήκωσαν τη μύτη τους

λυκοφαγωμένος -η -ο: φαγωμένος, δαγκωμένος από λύκο, μτφ. άτιμος,, λέγεται με αρνητική σημασία (συνήθως για ζώα) ως κατάρα, βρισιά για κάποιον ή κάτι. Πβ. Γκοτζ.: Λυκοσκισμένα κι αστραποβαρεμένα τα φώναζαν ύστερα οι γυναίκες, μα τι τα θέλεις, το κακό είχε γίνει. Πάλι τα λυκοσκισμένα χάλασαν τις πλάκες, έλεγε η ίδια για τις γίδες και τα κατσίκια, που βρίσκοντας τη σκεπή στο ίδιο επίπεδο με τη γης δεν έχαναν την ευκαιρία να κάνουν περίπατο απάνω της, μετακινώντας ή σπάζοντας τις άσπρες ακανόνιστες πλάκες.

λυκοφάγωμα το: μτφ. λέγεται για ζώο ή άνθρωπο, άτιμο, άχρηστο, που αξίζει να τον φάει ο λύκος. Δημ.: -Γυναίκες που χορεύετε, τους άντρες πού τους έχετε. / – Τους έχουμε στα πρόβατα και στα λυκοφαγώματα. Παπαευαγγ.: -Τ΄άφκα στ΄ Νάτσινα τα λυκουφαγώματα. Ύστρα πόσα θαρρείς μι απόμκαν, καμμιά εκατουστί απο εξακόσια, τ᾿ ακούς, τ᾿ ακούου να λες. Γιαστράφκα ρα σι λέου.. Πβ. Δημ.: – Τρέξε κόρη μ᾿ γι τ᾿ λογο / κι γ γι τ τουφέκι. / – Λύκος ν φάει τ᾿ λογο, / σκουρι κα τ τουφέκι. Παρ.: «Γλυκοφάγωμα, πικροχέσιμο.»

λύκσα η: λύκισσα, λύκαινα, μτφ. λέγεται για γυναίκα πολύ ζωηρή και άγρια | < αρχ. ελλ. λύκος.

λύμα το: λύσιμο (για μάγια, βασκανίες κλπ). Γκοτζ.: Tο αμπόδεμα και το λύμα του· το αβάσκαμα και το γήτεμά του.

λύχνος ο: το λυχνάρι. Παρ.: «Ο ναύτης με τον ήλιο κι ο χωριάτης με το λύχνο.», «Άντρα θέλω για το βράδυ, κι ας μην έχει ο λύχνος λάδι.»

λωλαμάρα η: ασυλλόγιστη πράξη, ενέργεια επιπόλαιη, τρέλα. Ποιός ήξερε τις λωλαμάρες που θα έκανε η πεθερά; Παπαδ.: –Ξυπνήστε τον καπετάνιο, μη κάνετε λωλαμάρες. Εκείνος θ᾿ αποφασίσει | < Βλ. & λωλός ο.

λωλαίνω & λωλαίνομαι: κάνω κάποιον λωλό, γίνομαι λωλός, τρελαίνομαι, παραλογίζομαι, χάνω το μυαλό μου. Παραδοσ.: Εκεί στα μάρμαρα του Γαλατά, Φραγκοκιτρολεμονιά, Ε, στα μάρμαρα στη Πόλη, λώλανές με, κόρη | < Βλ. & λωλός ο.

Λώλος ο: ο Θεόδωρος, Ντόντος.

λωλός -ιά -ό: αυτός που δεν του κόβει, ο χαμένος, τρελός. Στίχ. «Εσύ είσαι ένα λωλό παιδί κι έργατα δεν έχεις, / ταχιά θα βγεις να παινεθείς στα συνομήλικα σου / με φίλησες, μ᾿ αντρόπιασες, με πήρες την τιμή μου / και τώρα μ᾿ αξαπάριασες σαν καλαμιά στον κάμπο.» Παρ.: «Είπαν του λωλού φωτιά κι άναψε τα ρούχα του», «Πού μαζεύονται οι λωλοί; -Στην Αγιά Παρασκευή.» Πβ. Λωλός, Λωλοπόταμος, ντελή ποταμός είναι παλιά ονόματα του Αλιάκομονα στη Μακεδονία. Γκοτζ.: Με την αδύναμη κείνη ντροπαλοσύνη, / κι έτσι που δείχνονταν μη βλέποντας καλό, / τον άκακον αφού τον παίρνουν για λωλό. Καββ.: Tα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού. Παρ.: «Ο λωλός αν δεν κουραστεί, δεν κάθεται.», «Το λωλό του το κεφάλι τα ΄θελε και τα τραβάει.», «Όσα ξέρει ένας λωλός νοικοκύρης δεν τα ξέρουν εκατό φρόνιμοι.» | λωλός,-ιά-ό < μεσν. λωλός, μτχ. του αρχ. ελλ. ρ. όλυμμαι: καταστρέφομαι. Βλ. & μεσιανός ο, αραμπατζής ο.

λωποδύτης ο: κλέφτης, απατεώνας. Τσιφ.: Ο καλός κόσμος είναι κρυφές κοκότες και λωποδύτες που παίζουνε τον ρόλο προέδρου ανωνύμων εταιρειώνΟ μεγάλος αυτός κλέφτης τούς έπρηξε επιτέλους τους ευγενείς και καμμιά φορά ο Ανζού της Νάπολης, ο επικυρίαρχος της Αχαΐας που δεν τον χώνευε από την αρχή, το πήρε απόφαση: –Το λωποδυτάκι θα τ᾿ απολύσω – Μάλιστα, διότι μας έχει ρημάξει στη ρεμούλα | < αρχ. ελλ. λωποδύτης: κάποιος που γλιστράει μέσα στα ρούχα κάποιου άλλου, κλέφτης ενδυμάτων, κυρίως αυτός που κλέβει τα ρούχα λουομένων ή απογυμνώνει διαβάτες· αρχ. ελλ. λώπη, ἡ (λέπω): ιμάτιο, μανδύας, φόρεμα.

(Εμφανιστηκε 979 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)