15 Ιανουαρίου 2017 at 13:38

Το ανεμοσούρι (διήγημα του Παύλου Α. Μουρουζίδη)

από

Το ανεμοσούρι

διήγημα του Παύλου Α. Μουρουζίδη

στη Βασιλική

Η κατακόκκινη κουβέρτα με τ’ άσπρα ζωγραφιστά τριαντάφυλλα κρεμότανε, μισή μπρος – μισή πίσω στο αλουμινένιο κάγκελο του μπαλκονιού. Δίπλα της άρχισαν να παρατάσσονται ένα – ένα κι άλλα σκεπάσματα∙ ένα πικέ κάλυμμα, κι άλλη κουβέρτα, ένα γαλάζιο πάπλωμα.

Σάββατο σήμερα κι η Άννα, όπως κάθε Σάββατο, μπαινοβγαίνει στο μπαλκόνι κι απλώνει τα σκεπάσματα από το νυχτερινό ύπνο. Αφού λιαστούν αρκετά, θα τα τινάξει ένα-ένα πριν τα μαζέψει μέσα, για να αρχίσει το σφουγγάρισμα. Καρτέρι κανονικό κι εγώ κάθε Σάββατο στην χοροπηδηχτή της εικόνα, καθώς μπαινόβγαινε στο μπαλκόνι της ανάλαφρη.

Τριάντα μέτρα χωρίζανε τη μονοκατοικία και τα ολάνθιστα παρτέρια της από τις απέναντι λεύκες και την αυλή του Τεχνικού Λυκείου της πόλης. Τα σκαλάκια που ξεκινούσαν χαμηλά από το ρείθρο του πεζοδρομίου, ανέβαιναν στο μπαλκονάκι με τις μολόχες και τους πανσέδες. Το ύψος του κρασπέδου όπου σουλατσάριζα “όλως τυχαίως”, μού χάριζε ικανό οπτικό πεδίο ώστε να χαζεύω το κοντομάνικο κοριτσόπουλο με το τριανταφυλλένιο στόμα, τις μεγάλες πυρόξανθες μπούκλες και τα γυμνά, χυμώδη πόδια, πάνω από την ανεπαρκή κάλυψη των ακουμπισμένων σκεπασμάτων.

χιόνι
χιόνι

Λίγο πιο πίσω από το πεζοδρόμιο η μηχανή του αδερφού της· πάντα γυαλισμένη, απαστράπτουσα, με γυρισμένο το φανάρι ξανά προς το δρόμο απ’ όπου ήρθε, έτοιμη πάντα για φευγιό. Πάντα στην ίδια θέση παρκαρισμένη, μάταια προσπαθούσε να καλύψει το λεκέ του λαδιού που λίγο-λίγο μεγάλωνε από κάτω.

Τα πρωινά, πάντα βιαστικός ο αδερφός της, πηδούσε πάνω στη μηχανή με μια στεγνή φέτα στο χέρι κι έφευγε βιαστικά για το σχολείο. Νωρίτερα, με βήμα σερνάμενο καθώς μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία χρόνια τώρα, ο πατέρας της έφευγε για το περίπτερο, να προλάβει την αλλαγή της βάρδιας ορυχείων και σταθμών.

Η απουσία του πατέρα της άφηνε το πεδίο ελεύθερο στην Άννα να βάλει το ράδιο ή τις ροκ κασέτες της δυνατά. Η μουσική που έβγαινε από το παράθυρό της, ηχούσε στ’ αυτιά μου σαν ροκ εν ρολ ερωτικό κάλεσμα, εναρκτήριο της οπτικοακουστικής μυσταγωγίας του Σαββατιάτικου πρωινού.

Την ταλαιπωρία των χημειοθεραπειών ο πατέρας της δεν την άντεξε κι “έφυγε” την επόμενη χρονιά.

Μαύρισε το ντύσιμο των παιδιών∙ κι η Άννα έμεινε μισή. Λες και χλώμιασε το σπίτι. Η μουσική πια έβγαινε αραιά και που, δειλά και χαμηλόφωνα από το παράθυρό της και ροκ μπαλάντες, σα θλιμμένο χάδι από το σπίτι που ορφάνεψε, αντικατέστησαν τις πανκ κιθάρες.

Το σουλάτσο μου ματαιοπονούσε κάτω από τα κλειστά της παραθυρόφυλλα:

« – Άδικα επιμένεις. Να τελειώσει ο αδερφός μου το σχολείο με το καλό και του χρόνου θα φύγουμε», μου είπε κάποια στιγμή.

Με το χαμήλωμα της μουσικής κι η λάτρα του Σαββάτου περιορίστηκε στα απολύτως απαραίτητα. Ό,τι χρειαζότανε πλενότανε ή τιναζότανε επί τόπου για να χαθεί βιαστικά πίσω από τους τοίχους του άβαφου πια σπιτιού. Παρατημένα και τα παρτέρια, χωρίς ασβέστη τα πεζοδρόμια, φούντωσε και το γκαζόν∙ τα καβάκια από απέναντι γέμισαν το δρόμο και τα πεζοδρόμια με τα μαραμένα φύλλα τους να πηγαινοέρχονται, ασκούπιστα δεξιά κι αριστερά απ’ τα ανεμοσούρια.

Η χρονιά κύλησε, το καλοκαιράκι μισάνοιξε τα παραθυρόφυλλα της Άννας. Ο αδερφός της ξεμπέρδεψε με τις εξετάσεις και συνέχισε τις κόντρες με τη μηχανή και τις παρέες του στον περιφερειακό, ώσπου ένας στύλος, σε μια ανάποδη στροφή έξω απ’ την πόλη, έβαλε οριστικό τέλος στο γκάζι της ζωής του.

Μαύρισε η Άννα. Στα μάτια της οι κύκλοι γίνανε πλέον μόνιμοι.

Το παραθύρι της πλέον δεν ανοιγοκλείνει, μένει συνέχεια ανοιχτό, παρατημένο κι ασάλευτο, γυμνό, χωρίς κουρτίνες, να χάσκει τις νύχτες, με το χαμηλό φως μιας λάμπας να φανερώνει τη μουντή γύμνια των τοίχων. Κι η σκόνη έγινε μόνιμη λάσπη πια στο μπαλκόνι της. Καμιά φορά ‘κανα πατάκι παρατημένο στα κάγκελα, ξεχνιόταν κι απέμενε εκεί για μήνες. Μόνο η σπαραχτική φωνή της Φέιθφουλ βγαίνει απ’ το κασετόφωνο τώρα πιά· γρυλίζει σα να αγκομαχάει κάτω από την εξώπορτα και το ξεκάρφωτο, καμιά φορά σαρκαστικό, γέλιο της Άννας ακούγεται παράταιρα, σα να περιγελάει τις παλιές ανέφελες μέρες της ολάνθιστης νιότης.

*Ο Παύλος Μουρουζίδης γεννήθηκε το ’68 στην Πεντάβρυσο Καστοριάς και μεγάλωσε στην Πτολεμαΐδας.

Πτυχιούχος Χημικός Μηχ/κός (1996, ΑΠΘ), εργάστηκε επί εικοσαετία ως χειριστής λειτουργίας βάρδιας σε ιδιωτικές εταιρείες στο χώρο της ηλεκτροπαραγωγής, όπου και συνεχίζει να εργάζεται, σε εργοτάξια νέων ΑΗΣ ανά τη χώρα.

Ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Συστηματική Φιλοσοφία Κοινωνικών Επιστημών (2016, ΑΠΘ).

Πηγή: http://atexnos.gr/

(Εμφανιστηκε 134 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)