14 Δεκεμβρίου 2016 at 22:37

Η Φρίλαντ, η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα και το ζήτημα της δημοκρατίας

από

Η Φρίλαντ, η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα και το ζήτημα της δημοκρατίας

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Η Κρίστια Φρίλαντ στο βιβλίο της «Πλουτοκράτες» δίνει μεγάλη βαρύτητα σε μια οικονομική μελέτη που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές του 2007: «Στις 22 Ιανουαρίου 2007, ο Μάικ Μπλούμπεργκ, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, και ο Τσακ Σούμερ, ο ανώτερος γερουσιαστής της Πολιτείας, ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα μιας μελέτης που είχαν αναθέσει στη McKinsey, την κορυφαία εταιρεία συμβουλευτικής μάνατζμεντ στον κόσμο. Η έκθεση, με τίτλο “Διατηρώντας την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Ηγεσία της Νέας Υόρκης και των ΗΠΑ”, προειδοποιούσε για μια επερχόμενη χρηματοπιστωτική κρίση και παρείχε λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές για την ανατροπή της». (σελ. 312 – 313).

Με δεδομένο ότι την επόμενη χρονιά (2008) έγινε η οικονομική κατάρρευση με τις οδυνηρές συνέπειες που έπληξαν ολόκληρο τον κόσμο θα περίμενε κανείς ότι επρόκειτο για μια προειδοποίηση του επερχόμενου τυφώνα. Η Φρίλαντ όμως, σπεύδει να διευκρινίσει: «Η έκθεση Μπλούμπεργ – Σούμερ εστίαζε σε έναν πολύ διαφορετικό κίνδυνο: τον κίνδυνο ότι το Λονδίνο, ή ίσως το Χονγκ Κονγκ ή το Ντουμπάι, μπορεί γρήγορά να επισκίαζε τη Νέα Υόρκη και να την παραγκώνιζε από τη θέση της χρηματοπιστωτικής πρωτεύουσας του κόσμου. Σε ένα άρθρο τους στη Wall Street Journal την 1η Νοεμβρίου 2006, το οποίο προηγήθηκε της έκθεσης, προειδοποιούσαν ότι, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, “θα ήταν καταστροφικό και για την πόλη και για τη χώρα μας”». (σελ. 313).

Η Κρίστια Φρίλαντ στο βιβλίο της «Πλουτοκράτες» δίνει μεγάλη βαρύτητα σε μια οικονομική μελέτη που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές του 2007
Η Κρίστια Φρίλαντ στο βιβλίο της «Πλουτοκράτες» δίνει μεγάλη βαρύτητα σε μια οικονομική μελέτη που δόθηκε στη δημοσιότητα στις αρχές του 2007

Τα μέτρα που έπρεπε να παρθούν ήταν ξεκάθαρα: «Για να αποτραπεί αυτή η καταστροφή, οι Σούμερ και Μπλούμπεργκ καλούσαν σε επείγουσα δράση. Το πρώτο πρόβλημα που έπρεπε να διορθωθεί ήταν οι υπερβολικά σκληρές κανονιστικές ρυθμίσεις που είχαν επιβληθεί στη Γουόλ Στριτ. Όπως έγραψαν στο άρθρο τους, “ενώ οι ρυθμιστικές Αρχές μας ανταγωνίζονται συχνά για το ποια θα γίνει η πιο αυστηρή από όλες, η βρετανική ρυθμιστική Αρχή φαίνεται να είναι πιο συνεργάσιμη και προσανατολισμένη στην εξεύρεση λύσεων”». (σελ. 313).

Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν ήταν η έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών που επέφερε την ασυδοσία των τραπεζών και την αποχαλίνωση χρηματιστηριακών προϊόντων (το 2007 κυκλοφορούσαν ήδη τα τοξικά ομόλογα των αναξιόπιστων στεγαστικών δανείων), αλλά οι υπερβολικές ελεγκτικές απαιτήσεις της Αμερικής, που έκαναν το Λονδίνο επενδυτικά δελεαστικότερο. Παρακολουθούμε την κούρσα της απορρύθμισης, που πλέον λειτουργεί ως μοναδικός γνώμονας του οικονομικού ανταγωνισμού. Όποιος αφήσει πιο ασύδοτο το κεφάλαιο, εκείνος θα επικρατήσει. Μιλάμε για έναν άτυπο πλειστηριασμό παραχωρήσεων με στόχο την εύνοια του κεφαλαίου, στον οποίο το Λονδίνο έκανε άνοιγμα και η Νέα Υόρκη έπρεπε να πλειοδοτήσει ακόμη πιο γενναιόδωρα. Κι αυτοί βέβαια οι κανόνες εξυπηρετούσαν απόλυτα τα συμφέροντα της σούπερ ελίτ, που δεν ήθελε ούτε να φορολογείται ούτε να αποδίδει τον ελάχιστο λογαριασμό για τις δραστηριότητές της.

Φυσικά, η έκθεση McKinsey δε θα μπορούσε να έχει άλλο προσανατολισμό: «Η πλήρης έκθεση Mckinsey, που δημοσιεύτηκε δυο μήνες αργότερα, επεξηγούσε πιο αναλυτικά αυτό τον κίνδυνο: “Όταν τους ζητήθηκε να συγκρίνουν τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο από την άποψη της ελκυστικότητας και της ευκολίας ανταπόκρισης των ρυθμιστικών Αρχών, τόσο οι CEO» (ανώτατα διευθυντικά στελέχη) «όσο και άλλα ανώτερα στελέχη απάντησαν ότι η Νέα Υόρκη είχε χειρότερο ρυθμιστικό περιβάλλον από το Λονδίνο κατά έναν στατιστικά σημαντικό βαθμό”». (σελ. 313 – 314).

Βρισκόμαστε μπροστά στον παραλογισμό να εμφανίζονται ως ειδικοί, που επικρίνουν τα ρυθμιστικά μέτρα διαμορφώνοντας την κοινή γνώμη, οι άνθρωποι που έχουν άμεσο συμφέρον να τα πολεμήσουν. Οι CEO χρωστάν στην απορρύθμιση και στην έλλειψη φορολογίας εκατομμύρια δολάρια που έχουν εισπράξει ως μπόνους για την επιτυχία των εταιριών που εκπροσωπούν. Τα συμφέροντά τους είναι άμεσα συνδεδεμένα με την απορρύθμιση. Είναι σαν να ρωτάμε το λύκο για το πώς θα φυλάξουμε τα πρόβατα.

Marc Roche: «Οι Bank$ters, ταξίδι στον κόσμο των καπιταλιστών φίλων μου», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014
Marc Roche: «Οι Bank$ters, ταξίδι στον κόσμο των καπιταλιστών φίλων μου», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

Το ότι η απορρύθμιση θα επιφέρει την καταστροφή ένα μόνο χρόνο αργότερα δε φαίνεται να έχει σημασία, αφού έτσι κι αλλιώς τις ζημιές θα τις πληρώσουν οι φορολογούμενοι, ενώ τα μπόνους των CEO θα είναι στην τσέπη τους. Το να προβάλλονται από τα ΜΜΕ ως ειδήμονες, των οποίων τη γνώμη πρέπει να υιοθετήσουμε, οι άνθρωποι που τα συμφέροντά τους συνδέονται κατάφωρα με τη χάραξη μιας συγκεκριμένης πολιτικής, είναι η πιο επαίσχυντη μορφή προπαγάνδας. Η κοινή γνώμη χειραγωγείται απροκάλυπτα θεωρώντας αυθεντίες εκείνους που θέλουν να επιβάλουν τα κέρδη τους. Η Φρίλαντ είναι εξόχως κατατοπιστική: «… οι CEO πολυεθνικών εταιριών αμείβονται με ποσά μεγαλύτερα από τους φόρους που καταβάλλουν στις Ηνωμένες Πολιτείες οι τεράστιες εταιρίες τους». (σελ. 283).

Η έκθεση McKinsey δεν άφηνε περιθώρια για καθυστερήσεις: «Ένας συγκεκριμένος κίνδυνος που δημιουργείται από τις υπερβολικά αυστηρές αμερικανικές ρυθμιστικές Αρχές, προειδοποιούσε η McKinsey, ήταν ότι οι μέθοδοί τους απωθούσαν τις εξαιρετικά επιθυμητές χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες των παραγώγων στο εξωτερικό. “Η Ευρώπη – και ιδιαίτερα το Λονδίνο – προπορεύεται ήδη των ΗΠΑ και της Νέας Υόρκης στα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα [που η παρακολούθησή τους ήταν πιο δύσκολη για τις ρυθμιστικές Αρχές], τα οποία δημιουργούν μεγαλύτερες συναλλακτικές ροές και συντελούν στην καλλιέργεια εκείνης της συνεχούς καινοτομίας που συνεισφέρει καθοριστικά στις ηγετικές πρωτοβουλίες στο χρηματοπιστωτικό τομέα”». (σελ. 314).

Όπως ήταν φυσικό, ο επιχειρηματικός κόσμος έσπευσε να συμφωνήσει: «“Οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν στα παράγωγα”, υποστήριξε μια ηγετική φυσιογνωμία του επιχειρηματικού κόσμου, “λόγω του επιχειρηματικού τους κλίματος, και όχι της θέσης τους. Το πιο φιλικό και συνεργάσιμο ρυθμιστικό περιβάλλον στο Λονδίνο, ιδιαίτερα, επιτρέπει στις επιχειρήσεις να δημιουργούν πιο εύκολα εκεί από ό,τι στις ΗΠΑ νέα παράγωγα προϊόντα και δομές”». (σελ. 314). Η έκθεση McKinsey έπρεπε να κάνει σαφείς όλους τους κινδύνους, που θα επέφερε το ρυθμιστικό πλαίσιο: «Οι υπερενθουσιώδεις ρυθμιστικές Αρχές της Αμερικής βρίσκονταν στα πρόθυρα ενός άλλου κολοσσιαίου σφάλματος: σκόπευαν να αυξήσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις αμερικανικές τράπεζες, ένα μέτρο που η McKinsey προειδοποιούσε ότι ήταν περιττό και θα εξασθενούσε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας στο σκληρό παγκόσμιο ανταγωνισμό που αντιμετώπιζαν». (σελ. 314).

Το ότι η αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων θα καθιστούσε τις τράπεζες περισσότερο ασφαλείς δεν είχε σημασία, γιατί αυτομάτως θα περιόριζε την επισφαλή δανειοδότηση, δηλαδή τα μπόνους των CEO. Το ζήτημα δεν ήταν να προστατευθούν οι τράπεζες, αφού τις ζημιές θα τις πλήρωναν άλλοι, αλλά να διευρυνθούν ακόμη περισσότερο τα κέρδη. Οι οικονομικοί όροι, όπως ανταγωνιστικότητα, επενδύσεις, χρηματοπιστωτικές καινοτομίες, εξωχρηματιστηριακά παράγωγα κλπ, δεν είναι παρά το «επιστημονικό» περιτύλιγμα που θα συγκαλύψει τον τελικό σκοπό. Όταν το λένε όλοι οι «ειδικοί», όταν το λέει και η έκθεση, ποιος μπορεί να φέρει αντιρρήσεις; Το πόρισμα της McKinsey είναι απολύτως σαφές: «… υποστήριζε μια πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση που θα λάμβανε υπόψη της το οικονομικό περιβάλλον. “Αυτή η προσέγγιση αγνοεί επίσης μερικές από τις αλλαγές των κεφαλαιακών απαιτήσεων που μπορεί να συμβούν ως αποτέλεσμα οικονομικών κύκλων”, υποστήριζε η έκθεση. “Για παράδειγμα, σε ένα ισχυρό οικονομικό περιβάλλον οι κεφαλαιακές απαιτήσεις μέσα σε ένα σύστημα βασισμένο στον κίνδυνο θα έπρεπε να μειώνονται”».

Η μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων κρίνεται περισσότερο επιτακτική από κάθε άλλη φορά. Η Φρίλαντ σχολιάζει: «Βλέποντας τα πράγματα εκ των υστέρων, η έκθεση Μπλούμπεργκ – Σούμερ McKinsey είναι μια παρωδία ύβρεως. Η ανησυχία για τις υπερβολικά αυστηρές αμερικανικές ρυθμιστικές Αρχές ένα χρόνο πριν η ρυθμιστική ολιγωρία επιτρέψει να ξεσπάσει η χειρότερη οικονομική κρίση των τριών τελευταίων γενεών είναι προφανώς εξωφρενική. Οι συγκεκριμένοι φόβοι που εκφράζονται είναι ακόμη πιο παραπειστικοί. Η έκθεση εκφράζει την ανησυχία της για το υπερβολικά περιοριστικό για τα παράγωγα αμερικανικό ρυθμιστικό περιβάλλον, δηλαδή ακριβώς τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αποτέλεσαν την καρδιά της κρίσης. Εκφράζει την ανησυχία της ότι οι νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις θα είναι υπερβολικά επαχθείς, τη στιγμή που οι υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν το τραπεζικό σύστημα, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων». (σελ. 315).

Φυσικά, η χρηματοπιστωτική ελίτ έσπευσε να αγκαλιάσει την έκθεση McKinsey. Όμως, αυτό που προξενεί αληθινή κατάπληξη είναι η προθυμία (και η ταχύτητα) των πολιτικών να υιοθετήσουν τα πορίσματα της έκθεσης: «… το πραγματικά εντυπωσιακό είναι το πόσο υπερκομματική και διατλαντική ήταν η συναίνεση της αγγλοαμερικανικής χρηματοπιστωτικής και πολιτικής ελίτ με τις ιδέες της μελέτης. Ο Μπλούμπεργκ είναι ανεξάρτητος. Ο Σούμερ είναι Δημοκρατικός. Ο Έλιοτ Σπίτζερ, πρώην “σερίφης της Γουόλ Στριτ” υπό την ιδιότητα του γενικού εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, παραβρέθηκε στη συνέντευξη Τύπου των Μπλούμπεργκ και Σούμερ για την ανακοίνωση της έκθεσης και υποστήριξε τα συμπεράσματά της. Δύο μέρες πριν τη δημοσίευση του άρθρου των Μπλούμπεργκ και Σούμερ στη Wall Street Journal που σήκωνε την αυλαία για την κυκλοφορία της έκθεσης, ένα άλλο δικομματικό ζευγάρι, ο Γκλεν Χάμπερντ (κοσμήτορας της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Κολούμπια, πρώην σύμβουλος του Μπους και μελλοντικός σύμβουλος του Μιτ Ρόμνεϊ) και ο Τζον Θόρντον (ενεργός δωρητής του Δημοκρατικού Κόμματος και πρώην πρόεδρος της Goldman Sachs), ανακοίνωσαν ότι είχαν διοργανώσει κι αυτοί τη σύνταξη μιας μελέτης για το κόστος των κανονιστικών ρυθμίσεων και για το κατά πόσο αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να χάνουν οι αμερικανικές κεφαλαιαγορές έδαφος έναντι των ξένων αντιπάλων τους». (σελ. 316).

Και το πράγμα δε σταματά εδώ: «Ο Χανκ Πόλσον, Ρεπουμπλικάνος υπουργός Οικονομικών και πρώην πρόεδρος και CEO της Goldman Sachs, πήγε στη Νέα Υόρκη μερικές βδομάδες μετά από αυτές τις δύο εκθέσεις για να μιλήσει στην Οικονομική Λέσχη της Νέας Υόρκης με θέμα την “Ανταγωνιστικότητα των Αμερικανικών Κεφαλαιαγορών”, στην οποία επαίνεσε το άρθρο των Μπλούμπεργκ και Σούμερ λέγοντας ότι ήταν “εξαιρετικά εύστοχο”. Για να υπογραμμίσει ότι οι Αμερικανοί κινδυνεύουν από τις υπερβολικές ρυθμίσεις, ο Πόλσον ανέφερε τα λόγια ενός Δημοκρατικού προκατόχου του στη θέση του υπουργείου Οικονομικών και επίσης πρώην προέδρου της Goldman Sachs, του Μπομπ Ρούμπιν: “Σε μια πρόσφατη ομιλία, ο πρώην υπουργός Οικονομικών Μπομπ Ρούμπιν είπε το εξής για τις κανονιστικές ρυθμίσεις: Η κοινωνία μας φαίνεται να έχει μια αυξημένη τάση να εξαλείψει ή να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο, αντί να κάνει αξιολογήσεις κόστους – οφέλους για να μειώσει τον κίνδυνο και να επιταχύνει τις βέλτιστες ισορροπίες”». (σελ. 316).

Όσο κι αν εναλλάσσονται στην εξουσία οι Δημοκρατικοί με τους Ρεπουμπλικάνους, μερικά πράγματα μένουν σταθερά. Υπουργός Οικονομικών είναι πάντα κάποιος πρώην πρόεδρος της Goldman Sachs, που βέβαια τάσσεται κατά του ρυθμιστικού πλαισίου. (Η Goldman έβγαλε εκατοντάδες εκατομμυρίων χάρη στην απορρύθμιση). Οι CEO μετατρέπονται σε πολιτικά πρόσωπα και καταλαμβάνουν τα πόστα σε όλους τους κομματικούς σχηματισμούς. Ο κόσμος μπορεί να ψηφίζει ό,τι θέλει, αρκεί στο τέλος τα οικονομικά να τα αναλαμβάνει η Goldman. Κατόπιν αυτών ο ενθουσιασμός με το άρθρο Μπλούμπεργκ – Σούμερ κρίνεται μάλλον αναμενόμενος. Ο ένας μνημονεύει τον άλλο, η πολιτική ηγεσία είναι σύσσωμη και οι ειδικοί έχουν αποφανθεί. Η προπαγάνδα αποκτά διαστάσεις ολοκληρωτισμού.

Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ στο βιβλίο του «Τα Όρια της Δημοκρατίας» θέτει το ζήτημα ξεκάθαρα: «… δεν μπορούμε να διακηρύξουμε τα δικαιώματα του ανθρώπου χωρίς εκ παραλλήλου να τα κατονομάσουμε και να τα ορίσουμε ως δικαιώματα του ανθρώπου αλλά και του πολίτη – γιατί η έννοια του “παθητικού πολίτη”, όσο τρέχουσα κι αν είναι, εμπεριέχει εξ ορισμού μια αντίφαση – συνδηλώνει ασυζητητί την πολιτική. Και αυτή του δίνει το όνομά της». (σελ. 92). Με τη σειρά του, ο Καστοριάδης στο βιβλίο «Οι ομιλίες στην Ελλάδα» θα φανεί εξίσου κατατοπιστικός: «Ονομάζω πολιτική τη διαυγασμένη δραστηριότητα, που έχει σαν αντικείμενο τη θέσμιση μιας αυτόνομης κοινωνίας και τις αποφάσεις που αφορούν τα συλλογικά εγχειρήματα μιας τέτοιας κοινωνίας. Είναι αμέσως προφανές ότι αυτό το πρόταγμα για μιαν αυτόνομη κοινωνία χάνει κάθε νόημα, γίνεται άτοπο, αν δεν είναι ταυτοχρόνως πρόταγμα που αποσκοπεί στο να δημιουργήσει αυτόνομα άτομα. Και αντιστρόφως». (σελ. 98).

Το σίγουρο είναι ότι η δημοκρατία, όταν χάνονται οι αρχές της (προστασία των λαϊκών συμφερόντων, αστράτευτη ενημέρωση, πλουραλισμός επιλογών, προσπάθεια δημιουργίας ενεργών πολιτών μέσω της εκπαίδευσης και της έντιμης πληροφόρησης, περιορισμός της ταξικής ανισότητας κλπ), δεν είναι παρά μια επίφαση, ένα καταπραϋντικό προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Η μετατροπή του πολίτη σε παθητικό αποδέκτη των ξένων απόψεων (ειδικών, πολιτικών, δημοσιογράφων κλπ) είναι το κύριο μέλημα της νεοφιλελεύθερης (όπως και κάθε λογής) προπαγάνδας. Πολιτικοί, εισαγγελείς, υπουργοί, ειδικοί αναλυτές, εισηγητές μελετών, δήμαρχοι, επιφανείς, όλοι μπορούν να βοηθήσουν.

Και βέβαια, η απήχηση της μελέτης McKinsey δεν αφορούσε μόνο την Αμερική: «Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η συναίνεση της ελίτ ήταν εξίσου εκτεταμένη. Μερικές ημέρες μετά τη δημοσίευση της έκθεσης McKinsey στη Νέα Υόρκη, ο σερ Χάουαρντ Ντέιβις, διευθυντής του London School of Economics, πρώην επικεφαλής της Financial Services Authority, της κορυφαίας ρυθμιστικής Αρχής της Βρετανίας, και πρώην υποδιοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, διατύπωσε από τις χιονισμένες πλαγιές του Νταβός τη γνώμη ότι ο Μπλούμπεργκ “τάραξε τα νερά αυτή την εβδομάδα”». (σελ. 317).

Ο πρώην επικεφαλής της κορυφαίας ρυθμιστικής Αρχής στην Αγγλία δεν κρύβει τη συμπαράστασή του προς τις ιδέες της απορρύθμισης. Ταυτίζεται, μάλιστα, με την άποψη του δημάρχου της Νέας Υόρκης: «Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, υποστήριξε ο σερ Χάουαρντ, είχε απόλυτο δίκιο: οι αμερικανικές κεφαλαιαγορές “χάνουν συστηματικά μερίδιο αγοράς από το Λονδίνο”. Ο φόβος του σερ Χάουαρντ ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια προσπάθεια να εξαλείψουν το πλεονέκτημα του Λονδίνου, θα προσπαθήσουν να επιβάλουν την επαχθέστατη ρυθμιστική νοοτροπία τους και στον υπόλοιπο κόσμο: “Οι Αμερικανοί, όπως γνωρίζουμε, φημίζονται για τη γενναιοδωρία τους, και μάλιστα είναι διατεθειμένοι να εξαγάγουν και τις κανονιστικές ρυθμίσεις τους δωρεάν στον υπόλοιπο κόσμο”». (σελ. 317).

Ο σερ Χάουαρντ φαίνεται εξαιρετικά ανήσυχος μήπως μπει κανένας φραγμός στο ανεξέλεγκτο των αγορών. Αυτό που δεν τον ανησυχεί καθόλου είναι οι δραστηριότητες που ο ίδιος αναπτύσσει και που είναι ιδιαιτέρως επικερδείς: «Στις 3 Μαρτίου 2011, παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή του London School of Economics λόγω του σκανδάλου που προκλήθηκε επειδή είχε δεχτεί μια δωρεά 1,5 εκατομμυρίου δολαρίων από τον Σαΐφ Καντάφι, τον γιο του δικτάτορα, και επειδή είχε συμφωνήσει σε μια συμφωνία 2,2 εκατομμυρίων δολαρίων για την εκπαίδευση Λίβυων δημοσίων υπαλλήλων. Ο σερ Χάουαρντ ήταν επίσης αμειβόμενος σύμβουλος του κρατικού επενδυτικού ταμείου της Λιβύης». (σελ. 318).

Η έλλειψη κανόνων τόσο στο ζήτημα της χρηματιστηριακής δραστηριότητας όσο και σε ζητήματα επενδύσεων και φορολόγησης είναι ξεκάθαρα το παιχνίδι των ισχυρών. Ο Στίγκλιτζ στο βιβλίο «Το τίμημα της ανισότητας» είναι σαφής: «Οι πλούσιοι δεν είναι ανάγκη να βασίζονται στο κράτος για πάρκα ή παιδεία ή ιατρική φροντίδα ή προσωπική ασφάλεια. Μπορούν να τα αγοράσουν όλα για τους ίδιους». (σελ. 144). Όμως, το ζήτημα πηγαίνει ακόμη βαθύτερα: «Οι πλούσιοι […] φοβούνται το ισχυρό κράτος – ένα κράτος που θα μπορούσε να αξιοποιήσει την ισχύ του για να τακτοποιήσει τις ανισορροπίες στην κοινωνία μας παίρνοντας ένα μέρος του πλούτου τους και αφιερώνοντάς το σε δημόσιες επενδύσεις που θα συνεισέφεραν στο κοινό καλό ή θα βοηθούσαν τους φτωχότερους. Ενώ οι ευπορότεροι Αμερικανοί μπορεί να παραπονιούνται για το κράτος που υπάρχει στις ΗΠΑ, στην πραγματικότητα τους αρέσει: υπερβολικά μπλοκαρισμένο για να μπορεί να αναδιανέμει το εισόδημα, υπερβολικά διχασμένο για να κάνει οτιδήποτε άλλο πέρα απ’ το να μειώνει τους φόρους». (σελ. 144).

Βρισκόμαστε μπροστά στον παραλογισμό να εμφανίζονται ως ειδικοί, που επικρίνουν τα ρυθμιστικά μέτρα διαμορφώνοντας την κοινή γνώμη, οι άνθρωποι που έχουν άμεσο συμφέρον να τα πολεμήσουν.
Βρισκόμαστε μπροστά στον παραλογισμό να εμφανίζονται ως ειδικοί, που επικρίνουν τα ρυθμιστικά μέτρα διαμορφώνοντας την κοινή γνώμη, οι άνθρωποι που έχουν άμεσο συμφέρον να τα πολεμήσουν.

Κι αυτός είναι και ο λόγος της ανησυχίας του σερ Χάουαρντ και των συμφερόντων που εκπροσωπεί. Μην τυχόν το κράτος επιβάλλει ρυθμίσεις που θα οδηγήσουν σε δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος. Τα περί ανάπτυξης, επιχειρηματικότητας, κινήτρων κτλ, είναι το άλλοθι που πρέπει να πάρει τη μορφή της οικονομικής θεωρίας για να γίνει πειστικό.

Όταν η Φρίλαντ παραθέτει τη μεθοδολογία της McKinsey φαίνεται μάλλον εκνευρισμένη: «Να πως περιγράφει η McKinsey τη μεθοδολογία της: “Για να δούμε αυτό το θέμα υπό μια νέα οπτική, μια ομάδα της McKinsey συνομίλησε προσωπικά με περισσότερους από 50 CEO των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και ηγέτες του επιχειρηματικού τομέα. Η ομάδα συνέλεξε επίσης τις απόψεις άνω των 30 κορυφαίων CEO των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μέσω ενός ερωτηματολογίου, καθώς και τις απόψεις περισσότερων των 275 πρόσθετων ανώτατων στελεχών των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μέσω ενός ξεχωριστού διαδικτυακού ερωτηματολογίου”. Υπάρχει μια προσπάθεια να ληφθούν υπόψη κι άλλες απόψεις – “για να εξισορροπήσουμε την οπτική των επιχειρηματιών με εκείνη άλλων ειδικοτήτων, συνομιλήσαμε επίσης με πολυάριθμους εκπροσώπους κορυφαίων επενδυτικών, εργασιακών και καταναλωτικών ομάδων” –, αλλά είναι συμβολική σε σύγκριση με τη λεπτομερή προσοχή που δόθηκε στις τράπεζες». (σελ. 319).

Με δυο λόγια, η McKinsey ρώτησε όλους τους θιασώτες της απορρύθμισης (που μ’ αυτό τον τρόπο κερδίζουν περισσότερα) και κατέληξε ότι πρέπει να περιοριστεί το ρυθμιστικό πλαίσιο από το κράτος. Η Φρίλαντ σχολιάζει: «… όπως αν ρωτούσες ένα παιδί αν θα ήθελε να πέφτει πιο αργά για ύπνο, ή αν ρωτούσες εργάτες αν θεωρούν ότι πληρώνονται αρκετά, το αποτέλεσμα της έρευνας McKinsey ήταν απόλυτα προβλέψιμο». (σελ. 319). Αμέσως μετά αρχίζει η διάδοση της «επιστημονικής» έρευνας που «ταράζει τα νερά». Και χρειάζονται άνθρωποι κύρους γι’ αυτό, όπως ο σερ Χάουαρντ.

Η Φρίλαντ, όμως, θα αναφέρει και μια εξαίρεση: «Μια εξαίρεση ήταν ο Καναδάς. Οι καναδικές ρυθμιστικές Αρχές απαίτησαν από τις τράπεζές τους να διαθέτουν περισσότερα κεφάλαια και τους επέτρεπαν μικρότερη μόχλευση από τις τράπεζες του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. [… … …] Ο Πολ Μάρτιν είχε βάλει τις βάσεις αυτής της προσέγγισης ως υπουργός Οικονομικών στη δεκαετία του 1990. [… … …] Ο Ντον Ντράμοντ, που αργότερα έγινε επικεφαλής οικονομολόγος της TD Bank, ήταν ανώτερος αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών στη δεκαετία του 1990. Όπως μου είπε, “η αντίληψη της κυβέρνησης για τον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι: Εμείς είμαστε η ρυθμιστική Αρχή. Η δουλειά μας είναι να σας λέμε τι να κάνετε, όχι να σας βοηθήσουμε να αναπτυχθείτε. Η κυβέρνηση θεωρούσε πάντα ότι η δουλειά της ήταν να λέει όχι”. Χάρη σε αυτή τη νοοτροπία, ο Μάρτιν και η ομάδα του είχαν την αυτοπεποίθηση να μη συμμετέχουν στον επακόλουθο διεθνή διαγωνισμό για τη δημιουργία του πιο ελκυστικού καταφυγίου για το παγκόσμιο κεφάλαιο. Ο Καναδάς αύξησε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του την εποχή που αυτές μειώνονταν σε άλλα μέρη του κόσμου». (σελ. 320 – 321).

Νέα Υόρκη
Νέα Υόρκη

Η εντύπωση που έδινε ο Καναδάς στον υπόλοιπο κόσμο των «επιστημονικών» μελετών και των «ειδικών» της ελεύθερης αγοράς δεν ήταν η καλύτερη: «Μια ένδειξη για το πόσο είχε στραφεί η παγκόσμια κοινή γνώμη κατά των Καναδών είναι το γεγονός ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που υποτίθεται ότι είναι ο αυστηρός επόπτης της παγκόσμιας οικονομίας, επέπληξε τον Καναδά επειδή δεν έκανε αρκετά πράγματα για να προωθήσει την τιτλοποίηση της αγοράς των ενυπόθηκων δανείων της χώρας – μία από τις αμερικανικές χρηματοπιστωτικές καινοτομίες που συνετέλεσαν στην κρίση. Ακόμη και η κομμουνιστική Κίνα κατηγόρησε τους Καναδούς ως πολύ επιφυλακτικούς απέναντι στον καπιταλισμό. [… …] Οι φιλόδοξοι νέοι του Καναδά συμφωνούσαν με αυτή την κριτική. Ένας αρθρογράφος αρεσκόταν να γράφει για τη “μάχη των δύο Royal”, συγκρίνοντας τη συντηρητική Royal Bank of Canada με την παράτολμη εξαδέλφη της στο Εδιμβούργο, τη Royal Bank of Scotland. (Η βρετανική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να εθνικοποιήσει τη Royal bank of Scotland το 2008 και να ξοδέψει δισεκατομμύρια για να καλύψει τις ζημίες της. Από την άλλη μεριά, η Royal Bank of Canada το 2012 ήταν μία από τις κορυφαίες είκοσι τράπεζες στον κόσμο, με κεφαλαιοποίηση 74 δισεκατομμυρίων δολαρίων)». (σελ. 321 – 322).

Κι αν κάποιος απορεί τι απέγιναν οι υπεύθυνοι της κατάρρευσης του 2008, ο Marc Roche στο βιβλίο του «Οι Bank$ters» παραθέτει μια πικάντικη πληροφορία: «… ο Χέκτορ Σαντς, πρώην γενικός διευθυντής της παλιάς ρυθμιστικής αρχής των χρηματαγορών Financial Services Authority (FSA), απέκτησε τίτλο ευγενείας, που του απονεμήθηκε στην αίθουσα χορού του ανακτόρου του Μπάκιγχαμ, στα τέλη του 2012, για “προσφορά πολύτιμων και ανιδιοτελών υπηρεσιών στην Οικονομία”. Και αυτό παρά το γεγονός ότι ο σερ Χέκτορ ήταν ένας από τους κύριους υπευθύνους της κατάρρευσης του συστήματος επιτήρησης του Σίτι πριν από την κρίση. Και τι έγινε που κρατικοποιήθηκαν εν μέρει δύο τράπεζες και τρία ταμεία ενυπόθηκης πίστης, που εκτινάχθηκε στα ύψη το δημοσιονομικό έλλειμμα και επιβλήθηκε η πιο άγρια λιτότητα που γνώρισε ποτέ η Μεγάλη Βρετανία; Χαρά στο πράγμα! Ο Σαντς, ο οποίος ενθάρρυνε την ολέθρια συγχώνευση της Royal Bank of Scotland με την ABN – Amro, που κατέρρεε κάτω από τα τοξικά χρεόγραφα και τις επιζήμιες επενδύσεις, συγκαταλέγεται εφεξής στους υπηκόους της Αυτής Μεγαλειότητας που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες…». (σελ. 91).

Και πράγματι, οι υπηρεσίες του ήταν πολύτιμες. Η Φρίλαντ εξηγεί: «Η κούρσα χαλάρωσης των κανονισμών ανάμεσα στις ρυθμιστικές Αρχές της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου – και η πρόθυμη και άκριτη συμμετοχή της πλουτοκρατίας σε αυτό τον ανταγωνισμό – είναι ένα σημαντικό αίτιο της οικονομικής κρίσης του 2008. Όμως είναι επίσης ένα κρίσιμο επεισόδιο σε μιαν άλλη εξέλιξη: την άνοδο της σούπερ – ελίτ. Η άνοδος του 1%, και ιδιαίτερα του 0,1%, ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την άνοδο της χρηματοπιστωτικής». (σελ. 322).

Αυτό που μένει, είναι το συμπέρασμα της Χάννα Άρεντ, όπως το διατυπώνει στο βιβλίο «Η ανθρώπινη κατάσταση»: «Είναι αλήθεια ότι η μοναρχική εξουσία του ενός, που οι αρχαίοι θεωρούσαν ως επινόηση του νοικοκυριού, μετατρέπεται στην κοινωνία – καθώς τη γνωρίζουμε σήμερα, όταν η κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας δε σχηματίζεται πια από το βασιλικό οίκο ενός απόλυτου μονάρχη – σε μια απρόσωπη εξουσία του κανενός. Όμως αυτός ο κανείς, το υποτιθέμενο κοινό συμφέρον της κοινωνίας ως συνόλου στην οικονομία καθώς και η υποτιθέμενη κοινή γνώμη της καλλιεργημένης κοινωνίας των σαλονιών, δεν έπαυσε να κυριαρχεί επειδή έχασε την προσωπικότητά του». (σελ. 62).

Βέβαια, η Χάννα Άρεντ αναφέρεται πρωτίστως στο απρόσωπο της γραφειοκρατίας που είναι σε θέση να λειτουργήσει τυραννικά. Όμως το ίδιο απρόσωπα κινείται και η επιβολή των χρηματιστηριακών επιταγών και των πολυεθνικών συμφερόντων. Κι όσο πιο απρόσωπα – θα λέγαμε αόρατα – είναι τα κέντρα της εξουσίας, τόσο πιο τυραννικά συμπεριφέρονται, αφού εν τέλει είναι σε θέση να αποφύγουν κάθε ευθύνη: «η εξουσία του κανενός δεν είναι απαραιτήτως μη εξουσία· στην πραγματικότητα, κάτω από ορισμένες περιστάσεις, μπορεί ακόμη και ν’ αποδειχθεί μια από τις πιο σκληρές και πιο τυραννικές μορφές εξουσίας». (σελ. 62).

Από την πλευρά του, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στη διάλεξή του «Παιδεία και Δημοκρατία» καταλήγει σ’ ένα αφοπλιστικό ερώτημα: «Δημοκρατία, το κράτος του δήμου, δηλαδή η εξουσία του λαού στα σύγχρονα ελληνικά. Ασφαλώς η φιλολογία δε μας επιτρέπει να λύσουμε πολιτικά προβλήματα, αλλά μας επιτρέπει τουλάχιστον να διατυπώσουμε αυτή την ερώτηση: πού, σε ποια χώρα σήμερα, τολμάει κανείς να πει ότι είναι πραγματοποιημένη η εξουσία του λαού;». (σελ. 70).

Κρίστια Φρίλαντ: «Πλουτοκράτες, η άπληστη δυναστεία των νέων πολυεκατομμυριούχων», εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2013.

Κορνήλιος Καστοριάδης: «ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία, πέντε διαλέξεις στη βόρειο Ελλάδα», εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ, Αθήνα 2001.

Κορνήλιος Καστοριάδης: «οι ομιλίες στην Ελλάδα», εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ/ΒΙΒΛΙΑ, Αθήνα 2000

Marc Roche: «Οι Bank$ters, ταξίδι στον κόσμο των καπιταλιστών φίλων μου», εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2014.

Joseph E. Stiglitz: «Το Τίμημα της Ανισότητας», τόμος πρώτος, εκδόσεις Παπαδόπουλος, για λογαριασμό της εφημερίδας Ημερησία, Αθήνα 2014.

Ετιέν Μπαλιμπάρ: «Τα όρια της Δημοκρατίας», εκδόσεις «Ο Πολίτης», Αθήνα 1993.

Χάννα Άρεντ: «Η Ανθρώπινη Κατάσταση (VITA ACTIVA)», εκδόσεις «γνώση», Αθήνα 2008.

http://www.wakingtimes.com/2015/05/11/propaganda-is-the-art-of-overwhelming-logic/

 

(Εμφανιστηκε 335 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

1
Leave a Reply

avatar
1 Comment threads
0 Thread replies
0 Ακόλουθοι
 
Με τις περισότερρες αντιδράσεις
Δημοφιλή αυτή την περίοδο
0 Συγγραφείς σχολίων
Η Φρίλαντ, η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα και το ζήτημα της δημοκρατίας… « απέραντο γαλάζιο Συγγραφείς προσφάτων σχολίων

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Νεότερα Παλαιότερα Ψήφοι
Ενημέρωση όταν