2 Ιουλίου 2016 at 19:07

Έργα και ημέραι της Αντιβασιλείας (1833-1835)

από

Έργα και ημέραι της Αντιβασιλείας (1833-1835)

Γράφει ο Μανόλης Πλούσος 

Την 18η Ιανουαρίου 1833 εισέρχεται στον κόλπο του Ναυπλίου ο στόλος που μετέφερε τον νεαρό Όθωνα στο βασίλειο του. Η είδηση του ερχομού του πρώτου βασιλιά κινητοποίησε χιλιάδες κατοίκους της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, που γεμάτοι χαρά έσπευδαν να προϋπαντήσουν τον Όθωνα. Ο Τρ. Ευαγγελίδης περιγράφει τη στιγμή:«… από παντός υψώματος ή λόφου χιλιάδες ελληνικού λαού μετά δακρύων εν τοις οφθαλμοίς και ιερών παλμών εν τη καρδία ανέμενον τον πολυπόθητον αυτών ηγεμόνα». Η Ελλάδα μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το Σεπτέμβριο του 1831, είχε περιέλθει σε πλήρη αναρχία και στα μάτια των απλών ανθρώπων ο βασιλιάς αντιπροσώπευε την πολυπόθητη σταθερότητα που χρειαζόταν ο τόπος για να εκκινήσει τον ελεύθερο πολιτικό βίο του. Ο λαός, αν και αμέτοχος στην επιλογή βασιλιά, θεωρούσε ότι ο ξένος μονάρχης θα μπορούσε να αρθεί πάνω από τις φατριαστικές έριδες που ταλάνιζαν τους Έλληνες και πως θα εργαζόταν για την πρόοδο του τόπου. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις προσδοκίες των Ελλήνων…

Δημ. Πλαπούτας και Θεόδ. Κολοκοτρώνης
Δημ. Πλαπούτας και Θεόδ. Κολοκοτρώνης

Ο Όθωνας ήταν ανήλικος όταν του ανατέθηκε ο ελληνικός θρόνος. Έτσι, ο πατέρας του βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας ανέθεσε σε μια τριμελή επιτροπή την κυβέρνηση της Ελλάδας μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα. Αυτή η επιτροπή, που ονομάστηκε «αντιβασιλεία», αποτελούταν από τρείς καταξιωμένους στην Βαυαρία άνδρες. Ο Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσπεργκ ορίστηκε πρόεδρος του Συμβουλίου της Αντιβασιλείας. Στη χώρα του είχε υπηρετήσει σε σημαντικά πόστα, όπως του υπουργού οικονομικών και εξωτερικών. Επρόκειτο για ένα 46χρόνο πολιτικό με αρχοντικούς τρόπους και με σχετικά φιλελεύθερες ιδέες. Ο 43χρονος Γεώργιος- Λουδοβίκος Μάουρερ είχε θητεύσει ως σύμβουλος της επικράτειας στη Βαυαρία και ήταν καθηγητής νομικής στο Μόναχο. Το τρίτο μέλος ήταν ο 45άρης Κάρολος Γουσταύος Έυντεκ, ανώτερος αξιωματικός στον βαυαρικό στρατό και είχε μάλλον την μεγαλύτερη επαφή με τα ελληνικά πράγματα, αφού είχε έρθει και είχε πολεμήσει το 1826 με το βαθμό του συνταγματάρχη στον στρατό του Καραϊσκάκη. Μαζί τους είχαν σταλεί και δυο αναπληρωματικά μέλη, ο Κάρολος φον Άβελ και ο Κάρολος-Αδαλβέρτος Γκράινερ. Ο Τρ. Ευαγγελίδης σημειώνει για τους αντιβασιλείς στην «Ιστορία του Όθωνος» : «Ο λαός εν δειναίς διατελών στιγμαίς ήλπιζεν , ότι ταχέως θα έβλεπε βελτιούμενην την τύχην, εφ’όσον επιστεύετο ότι πρίν ή κατέλθωσι οι αντιβασιλείς εις Ελλάδα είχον ήδη πρότερον, κατά τους οκτώ από του διορισμού αυτών μήνας, παρασκευάση τα πάντα ως γινώσκοντες την κατάστασιν της Ελλάδος. Αλλά τάχιστα αι ελπίδες αυτών εξηλέγχθησαν, κατά πάντα σχεδόν, φρούδαι. Το μεν ότι οι αντιβασιλείς ελάχιστα γινώσκοντες την Ελλάδα και τους Έλληνας μετεχειρίσθησαν τρόπους αναρμοδίους, ήκιστα συντείνοντας εις επίτευξιν των όσων εκείνοι επεθύμουν…». Εξ αρχής λοιπόν αποδείχτηκε η άγνοια των αντιβασιλέων περί τα ελληνικά πράγματα και η απροθυμία τους να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες των Ελλήνων. Παράλληλα εμφιλοχώρησαν μεταξύ τους μικροπρεπείς αντιθέσεις και, το κυριότερο, βρέθηκαν υπό την επιρροή των ξένων Δυνάμεων υπηρετώντας αλλότρια συμφέροντα. Ο κόμης Άρμανσπεργκ, όπως τονίζει και ο Τρ. Ευαγγελίδης, βρέθηκε υπό την επιρροή της Αγγλίας της οποία κατέληξε «τυφλόν όργανον και επί των ημερών αυτού ηδύνατο τις να είπη, ότι η Ελλάς διετέλει υπό την επικυριαρχία της Αγγλίας. Ο αληθής αυτής άρχων ήτο ο Άγγλος πρεσβευτής σερ Έδουαρδ Λάϊονς». Οι υπόλοιποι μάλλον ήταν κοντύτερα στην γαλλική πολιτική. Άπαντες δε προσπαθούσαν να περιορίσουν την επιρροή της ρωσικής διπλωματίας, που εκφραζόταν, κατά κύριο λόγο, από τη δράση των «ναπαίων», οπαδών του ρωσικού κόμματος.

Ελληνικό ελαφρύ πεζικό της οθωνικής περιόδου
Ελληνικό ελαφρύ πεζικό της οθωνικής περιόδου

Τρία ζητήματα δημιούργησαν αντιπάθειες προς τους αντιβασιλείς. Η δημιουργία εθνικού στρατού, η παραχώρηση συντάγματος και η εκκλησιαστική πολιτική. Ο εθνικός στρατός του νέου βασιλείου απαρτίστηκε από 3.500 Βαυαρούς μισθοφόρους, που μονοπωλούσαν όλα τα υψηλά αξιώματα. Η προσδοκία των χιλιάδων βετεράνων του πολέμου της ανεξαρτησίας για διορισμό στον εθνικό στρατό δεν πραγματοποιήθηκε. Τουλάχιστον όχι στο βαθμό που περίμεναν. Η πλειοψηφία των ατάκτων του επαναστατικού στρατού δεν απορροφήθηκε στον νέο στρατό. Πολλοί κατέφυγαν, για λόγους επιβίωσης, στην ληστεία ή πέρασαν στην οθωμανική αυτοκρατορία, όπου συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως αρματολοί στους διάφορους μπέηδες και πασάδες. Όσοι παρέμειναν στην Ελλάδα εντάχθηκαν στα ελαφρά σώματα ακροβολιστών και χωροφυλακής. Ο στόχος των αντιβασιλέων ήταν η δημιουργία ενός δυτικού τύπου εθνικού στρατού, απόλυτα πιστού στον βασιλιά και βέβαια χωρίς τις φατριαστικές έριδες του παρελθόντος. Αυτό όμως που έκαναν ήταν να παραγκωνίσουν πλήρως τους εμπειροπόλεμους Έλληνες για χάρη Βαυαρών και να γεμίσουν με άχρηστα παράσημα χιλιάδες πενόμενους πολεμιστές της ανεξαρτησίας. Ο Χρ. Νέζερ, αξιωματικός του βαυαρικού στρατού, σημειώνει στα απομνημονεύματά του: «Και όντως πόσας δαπάνας, πόσας δυσαρεσκείας και πόσα δείνα δεν θα απέφευγεν η χώρα, εάν η αντιβασιλεία εσχημάτιζε Ελληνικόν τακτικόν σταρτόν εκ του σώματος των παλληκαριών, αντί να σταρτολογή εις Βαυαρίαν εθελοντάς δια μεγάλων εξόδων και να φέρη ούτω εις την Ελλάδα τον συρφετόν του Γερμανικού λαού. Εκ του συρφετού εκείνου, που κατά το μεγαλύτερον μέρος του απετελέσθη εξ αλητών, κατηρτίσθη στρατός, ο οποιός έπειτα από τόσας δαπάνας, απέτυχε και δεν είχε το αποτέλεσμα το προσδοκόμενον υπό της αντιβασιλείας». Και ο Νικ. Δραγούμης στο βιβλίο του «Ιστορικαί Αναμνήσεις» σημειώνει : «Μάτην δε οι γραμματείς της επικρατείας, το ολέθριον τούτο αποβησόμενον προλέγοντες, επέμενον εκλιπαρούντες την αντιβασιλείαν να σκεφθή ωριμώτερον και προτείνοντες τα εξής : α) να μη διαλυθή εξ ολοκλήρου ο στρατός, αλλά να διατηρηθώσι εξ αυτού τέσσαρες χιλιάδες, β) να συνταχθώσι τέσσερα τάγματα εκ διακοσίων ανδρών έκαστον, γ) να γίνει δεκτόν ομοιόμορφον μεν αλλ΄ εθνικόν ένδυμα, δ) να συγκροτηθή εξ αυτών η χωροφυλακή και ε) να ανατεθή εις αυτούς η φυλακή των ορίων. Αι παρακλήσεις δεν εισακούσθησαν , διότι οι τρόποι της διοικήσεως δεν είχον καταρτισθή ενταύθα, αλλά μετεκομίσθησαν έτοιμοι εκ Βαυαρίας». Συνάμα η αθέτηση της υπόσχεσης για παραχώρηση κτημάτων από τις εθνικές γαίες στους αγωνιστές, θα συντελέσει ακόμη περισσότερο στην αύξηση της δυσαρέσκειας προς τους αντιβασιλείς. Ο Αμβρ. Φραντζής με τη σειρά του στην «Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος» παρατηρεί : «Όθεν και θεωρήσασα αυτούς (ενν. τους αγωνιστές της επανάστασης) ως εχθρούς του βασιλικού θρόνου, και ως ανθρώπους αναξίους της βασιλικής εμπιστοσύνης, διέλυε τα υπό την οδηγίαν των ελαφρά τάγματα, ώστε εκ των διαλυθέντων αυτών στρατιωτών κατηναγκάσθησαν άλλοι μεν να προσφύγωσι εις το Τουρκικόν κράτος, άλλοι να γίνωσι λησταί, άλλοι κλέπται και άλλοι να λιμοκτωνόνται, μη έχοντες κανέναν πόρον του ζήν άλλον, ούτε χρηματικόν, ούτε κτηματικόν».

Η άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα
Η άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα

Η κοροϊδία προς τους Έλληνες συνεχίστηκε και στο συνταγματικό ζήτημα. Ενώ ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας είχε υποσχεθεί ότι ο Όθωνας θα κυβερνούσε συνταγματικά και το ίδιο βεβαίωνε ο υπουργός εξωτερικών του Γκιζώ,  η αντιβασιλεία κωλυσιεργούσε και παρέπεμπε το θέμα στις καλένδες. Στους κύκλους των Βαυαρών είχε επικρατήσει η ιδέα πως ένα συγκεντρωτικό σύστημα ήταν αυτό που ταίριαζε στον τόπο. Άλλωστε οι φατριασμοί και οι τοπικιστικές έριδες που ενυπήρχαν στην ελληνική κοινωνία έκαναν τους Βαυαρούς δύσπιστους σχετικά με τη νομή της εξουσίας. Οι Έλληνες που συμμετείχαν στη διοίκηση ήταν μάλλον διακοσμητικά στοιχεία, παρά ουσιαστικά. Ο Επ. Κυριακίδης στην «Ιστορία του συγχρόνου ελληνισμού» αναφέρει χαρακτηριστικά: «Πράγματι δε εκ συγκεντρωτικωτάτων ενεπνέοντο ιδεών οι αποτελέσαντες την αντιβασιλείαν, εις πάντα αναμιγνυόμενοι και των πάντων την διέυθυνσιν αναλαβόντες, αυταρχικώς πολιτευόμενοι και δεσποτικώς προς τους ιθαγενείς πολιτικούς άνδρας ους και ήθελον νευρόσπαστα των  ορέξεων και συμφερόντων αυτών». Η αντιβασιλεία είχε τη δυνατότητα να απολύει και να προσλαμβάνει κατά το δοκούν. Αυτό το γεγονός δημιούργησε ένα νέο φατριασμό, αρχικά στα υψηλά κλιμάκια της ελληνικής κοινωνίας, με τους Έλληνες να διαγκωνίζονται πλέον για την βαυαρική εύνοια, που τους εξασφάλιζε αξιώματα και κοινωνική και οικονομική άνοδο. Οι δυτικές πάντως δυνάμεις, Αγγλία και Γαλλία, ήταν λιγότερο συντηρητικές και δεν απέρριπταν a priori τις συζητήσεις περί συντάγματος. Απλά ήταν διατεθειμένες να περιμένουν ως την ενηλικίωση του Όθωνα, οπότε και ο νεαρός βασιλιάς θα έδινε στους Έλληνες σύνταγμα. Οι Βαυαροί, στο συγκεκριμένο ζήτημα, βρήκαν άξιο συμπαραστάτη τη Ρωσία, που δεν δεχόταν καν να ακούσει περί συντάγματος. Ο υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας Νέσελροδ τόνιζε: «Σταθεράν αυτού απόφασιν έχει πάντοτε το ημέτερον ανακτοβούλιον να μη επιτρέψη, όπως προ της αφίξεως του βασιλέως ή της αντιβασιλείας οικειοποιηθή φατρία τις εν Ελλάδι το δικαίωμα του να συγκαλέση νομοθετικήν τινά συνέλευσιν προς σύνταξιν οιουδήποτε κώδικος νόμων δια το νέον κράτος». Το κράτος που είχαν κατά νου οι αντιβασιλείς ήταν μια τύπου ελέω θεού μοναρχία, με Βαυαρούς σε όλες τις κρατικές θέσεις.

Οι στολές του νέου εθνικου στρατού
Οι στολές του νέου εθνικου στρατού

  

Οι παρεμβάσεις όμως της αντιβασιλείας στο εκκλησιαστικό ζήτημα ήταν και αυτές που δημιούργησαν τις περισσότερες αντιδράσεις. Στο μικρό ελληνικό κράτος του 1830 λειτουργούσαν πάνω από 400 μοναστήρια που φιλοξενούσαν περί τους 8.000 μοναχούς. Υπολογίζεται ότι στον κλήρο ανήκε το ¼ των γαιών της Ελλάδας. Το καχεκτικό ελληνικό κράτος δεν είχε την πολυτέλεια της σπατάλης ζωτικών πόρων. Σωστά, λοιπόν, η αντιβασιλεία κατήργησε πάνω από 300 μονές και εθνικοποίησε τις εκτάσεις τους. Δεν έδειξε όμως τον ίδιο μεταρρυθμιστικό ζήλο και στη συνέχεια, αφού η γη δεν μεταβιβάστηκε στους αγρότες, ενώ δεν φρόντισε ώστε τα χρήματα από την αξιοποίηση της κινητής εκκλησιαστικής περιουσίας να κατευθυνθούν προς την επιμόρφωση του, κυριολεκτικά, αμαθούς κλήρου. Μια τρίτη ένσταση αφορούσε στο γεγονός ότι καμία καθολική μονή δεν έκλεισε. Τέλος η ανακήρυξη του αυτοκέφαλου της ελλαδικής εκκλησίας και η απεξάρτηση από το ρωσόφιλο οικουμενικό πατριαρχείο ενέτεινε την καχυποψία των «ναπαίων» απέναντι στους αλλόθρησκους Βαυαρούς. Η λογική της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης μπορεί να μην ήταν ολότελα εσφαλμένη, εντούτοις εφαρμόστηκε άγαρμπα σε έναν, κατά βάση, θρησκόληπτο λαό.

Τα μέλη της αντιβασιλείας
Τα μέλη της αντιβασιλείας

Η εικόνα της αντιβασιλείας αμαυρώθηκε ακόμη περισσότερο στα μάτια της ελληνικής κοινής γνώμης, όταν ξεκίνησαν διώξεις ενάντια σε καταξιωμένους και επιφανείς αγωνιστές της επανάστασης. Μεταξύ των διωκομένων ήταν και ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης, η καταδίκη του οποίου ξεσήκωσε πλήθος αντιδράσεων. Η προσπάθεια αυτή της αντιβασιλείας είχε δυο κυρίως στόχους, να περιοριστεί η επιρροή των ρωσόφιλων «ναπαίων» και να χτυπηθεί η προηγούμενη στρατιωτική ηγεσία των ατάκτων. Αφορμή έδωσε ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά, όταν το Φλεβάρη του 1833 έστειλε επιστολή στον υπουργό εξωτερικών του Τσάρου, πρίγκηπα Νέσελροδ, εκφράζοντας τις ανησυχίες του για την γενικότερη πολιτική της αντιβασιλείας και συγκεκριμένα στο εκκλησιαστικό ζήτημα, ενώ παράλληλα ζητούσε να κηρυχθεί ο Όθωνας ενήλικος και να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Η πράξη αυτή του Κολοκοτρώνη έβαλε σε λειτουργία τα αντανακλαστικά της Intelligent Service… Αμέσως δραστηριοποιείται ο πράκτορας της Αγγλίας στη Ζάκυνθο ο κόντε Διονύσιος Κανδιανός Ρώμας, που καταστρώνει ένα πανούργο σχέδιο. Σε συνεννόηση με έναν από τους γραμματείς του Άρμανσπεργκ, τον Joannes Franz, συντάσσει δυο επιστολές, σε άπταιστη αρχαΐζουσα, προς τον βασιλιά της Βαυαρίας, ζητώντας του να απομακρύνει τα δυο μέλη της αντιβασιλείας, Μάουρερ και Έυντεκ, και να ανατεθεί η αντιβασιλεία μόνο στον Άρμανσπεργκ. Αμέσως μετά ο κόντε Ρώμας, προσπάθησε να βάλει και τους Θεοδ. Κολοκοτρώνη και Δημ. Πλαπούτα να συνυπογράψουν τις επιστολές αυτές, αλλά εις μάτην. Έτσι έκανε κάτι ακόμη πιο σατανικό. Αφού είδε ότι δεν εξασφάλιζε την συναίνεση των παλαιών αγωνιστών, εμφάνισε τις επιστολές ως δήθεν συνταχθείσες από συνωμοτικούς κύκλους, που ελέγχονταν από τον ίδιο τον Θεοδ. Κολοκοτρώνη και που σκοπό είχαν την ανατροπή της αντιβασιλείας. Έγινε θα έλεγε κανείς καταδότης της δικής του συνωμοσίας…!!

Η θηλιά γύρω από τον λαιμό του Γέρου έσφιξε ακόμη περισσότερο με την εμφάνιση νέων επιστολών, που αποκάλυπταν δήθεν ραδιουργίες και συνωμοσίες κύκλων των «ναπαίων» με κεντρικό πρόσωπο τον Κολοκοτρώνη. Κάποιος Θεοδ. Αλεξανδρόπουλος έγραψε τέσσερεις επιστολές προς κάποιον φίλο του Ιωάννη Καρμπούνη, υπολοχαγό του πυροβολικού, όπου κατηγορούσε τον Κολοκοτρώνη ότι μηχανορραφούσε στην Τρίπολη μαζί με άλλους επιφανείς αγωνιστές, όπως το Νικηταρά, τον Μπούκουρα και άλλους. Με τη σειρά του ο υπολοχαγός Καρμπούνης έδειξε τις επιστολές στον Άρμανσπεργκ. Σε μια από τις επιστολές του ο Αλεξανδρόπουλος την 6η Αυγούστου 1833 γράφει χαρακτηριστικά: «Ο κ. Κολοκοτρώνης, ο πιστός της Βασιλείας κ. Κολιόπουλος και ο Νικηταράς συναθροισθέντες ενταύθα συνεδριάζωσιν αδιακόπως εις του Κολιόπουλου το κατάλυμα και μυστικοσυμβουλεύονται, τι δε σκοπεύωσι δεν ημπορώ να το μάθω από εδικόν τους όστις με ειδοποιεί μερικά, επειδή οπόταν συνομιλώσιν αναμεταξύ των ευγάζωσι τους οικειακούς των έξω».

Τελευταίο περιστατικό που κλόνισε την αντιβασιλεία και την οδήγησε στη σύλληψη του Κολοκοτρώνη ήταν η «τρομερά στάσις» της Τήνου στις 29 Αυγούστου 1833, εξαιτίας αύξησης της φορολογίας σε αγροτικά προϊόντα του νησιού. Πολλοί φτωχοί κάτοικοι από τα χωριά του νησιού ξεκίνησαν για τη Χώρα με σκοπό να παραπονεθούν. Αυτή ήταν και η αφορμή που έψαχνε η αντιβασιλεία. Οι Βαυαροί είδαν αυτή την διαμαρτυρία ως την αρχή του κινήματος που υποτίθεται ότι από καιρό οργάνωνε ο Κολοκοτρώνης. Το κίνημα όμως απεδείχθη αβλαβές και ακόμη και ο Δανός συνταγματάρχης Θωμάς Φαβρίκιος (Fabricius), που είχε σταλεί για την αντιμετώπιση της στάσης, στο τέλος συμφιλιώθηκε με τους κατοίκους.

Ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας τελικά συλλαμβάνονται και καταδικάζονται σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε 20ετή φυλάκιση, και την 1η Ιουνίου 1835 τους απονέμεται, με την άνοδο του Όθωνα στον θρόνο, χάρη και αποφυλακίζονται.

Άνδρες της Ελληνικής Χωροφυλακής το 1833
Άνδρες της Ελληνικής Χωροφυλακής το 1833

Η αντιβασιλεία στο λίγο διάστημα που κυβέρνησε την Ελλάδα, δεν κατάφερε να αγαπηθεί από το λαό. Ο Πρόκες Όστεν, πρεσβευτής της Αυστρίας έγραφε χαρακτηριστικά στον Μέτερνιχ: «Κυβερνώντες και κυβερνώμενοι ίστανται απέναντι αλλήλων ως δυο πρόσωπα μη γνωρίζοντα και μη εννοούντα άλληλα και μη δυνάμενα να συνεννοώνται προς άλληλα». Οι Βαυαροί δεν ήρθαν με διάθεση να κατανοήσουν τον τόπο και τους κατοίκους του, αλλά μάλλον να επιβληθούν ως αποικιακή δύναμη, αντιμετωπίζοντας του ιθαγενείς ως κατώτερους. Ο Καρολίδης μάλιστα τονίζει πως «η αντιβασιλεία αύτη ήτο κατ΄ ουσίαν ξενοκρατία». Οι Βαυαροί είχαν βαθιά πεποίθηση ότι είχαν έρθει να κυβερνήσουν ένα λαό εξαχρειωμένο και ο οποίος καμία σχέση δεν είχε με το κλέος των αρχαίων, που οι ξένοι διδάσκονταν στα πανεπιστήμια τους. Σε ένα τέτοιο λαό πίστευαν ότι η μόνη λυσιτελής διακυβέρνηση ήταν ένα εξόχως συγκεντρωτικό σύστημα, με νόμους που θα εισάγονταν έτοιμοι από την Βαυαρία. Τα ελληνικά ήθη και έθιμα παραγκωνίστηκαν και τα νέα ειωθότα εγκαθιδρύθηκαν βίαια και άγαρμπα. Ο Αλ. Σούτσος σημειώνει για την αντιβασιλεία: «Ούτως η Αντιβασιλεία διωργάνωσε κοινωνίαν Ειλώτων, υποβεβλημένην εις θεσμούς δουλικούς, εστερημένην ελευθερίας θρησκευτικής, μη έχουσα στρατόν εγχώριον, χρεωθείσαν προς συντήρησιν ξένων στρατιωτών και μη απολαύουσαν της εθνικής γης, ήτις αφέθη χέρσος». Αν και όλοι οι αντιβασιλείς είχαν έρθει με περγαμηνές από τη χώρα τους, εντούτοις στην διακυβέρνηση του τόπου μας επέδειξαν αξιοθρήνητη ανικανότητα. Ο σοφός και πεφωτισμένος, σύμφωνα και με τον ποιητή Σολωμό, πρέπει να κατεβαίνει στο λαό και έπειτα να υψώνεται μαζί του κάθετα. Αυτό το απλό δεν κατάφεραν να το κάνουν οι καθηγητές που έστειλε εδώ ο Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Ο Νικ. Δραγούμης στις «Ιστορικές αναμνήσεις» του τονίζει σωστά: «… τι εκατώρθωσαν εις την Ελλάδα αυτοί οι ξένοι σύμβουλοι; γελοίοι και καταφρόνητοι έγιναν με τας διαιρέσεις των, μίσος εγέννησαν μεταξύ Βαυαρών και Ελλήνων, διότι παρεγνώρισαν την σωτήριο αρχήν του ελληνικού εθνισμού, διότι άρπασαν το ψωμί από το στόμα των πεινώντων Ελλήνων και το περεχώρησαν εις τους ξένους, διότι ατίμασαν την Ελλάδα, εις τα ξένα με τους διορισμούς ξένων εις τα προξενεία, διότι εν ενί λόγω ηθέλησαν να νομίσουν την Ελλάδα επαρχίαν τινά της Γερμανίας και κτήμα της Βαυαρίας…».

Διαβάστε:

  • «Ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού», τομ. Α, Επ. Κυριακίδη.
  • «Ιστορικαί αναμνήσεις», τομ. Α, Νικ. Δραγούμη.
  • «Κολοκοτρώνης», Δημ. Φωτιάδη.
  • «Ξενοκρατία και βασιλεία εν Ελλάδι», Γ. Φιλάρετου.
  • «Ιστορία του Όθωνος», Τρ. Ευαγγελίδη.
  • https://en.wikipedia.org/wiki/Otto_of_Greece
(Εμφανιστηκε 1.622 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)