7 Φεβρουαρίου 2016 at 03:20

Νικόλαος Πολίτης: Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού (pdf)

από

Νικόλαος Πολίτης: Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού

«Η συλλογή δημοτικών τραγουδιών την οποίαν μας δίδει ο κ. Πολίτης θα ευχαριστήσει πιστεύω τους ενδιαφερόμενους εις την λαϊκή μας ποίηση· είναι με προσοχή μεγάλη καμωμένη, έχει σημειώσεις επεξηγηματικές του θέματος κάθε τραγουδιού, έχει άλλες σημειώσεις που εξηγούν τις ασυνήθιστες λέξεις και τους ασυνήθεις τύπους, έχει έναν πολύ καλό πίνακα εις τον οποίον αναγράφονται με ακρίβειαν και σαφήνειαν οι πηγές και η διαίρεσις του βιβλίου -εις 14 μέρη και 2 επίμετρα-, είναι πολύ επιτυχής. Τα 14 μέρη είναι: Ιστορικά τραγούδια, Κλέφτικα τραγούδια, Ακριτικά τραγούδια, Παραλογαίς, Τραγούδια της αγάπης, Νυφιάτικα τραγούδια, Ναναρίσματα, Κάλανδα Βαΐτικα, Τραγούδια της ξενιτιάς, Μοιρολόγια, Μοιρολόγια του Κάτω Κόσμου και του Χάρου, Γνωμικά τραγούδια, Εργατικά και Βλάχικα, Περιγελαστικά. Τα επίμετρα είναι: «Δημοτικά Τραγούδια των Μέσων Χρόνων» και «Τραγούδια εις ελληνικάς διαλέκτους»».
(ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

πίνακας του Θεόφιλου - ο χορός των Μεγάρω
πίνακας του Θεόφιλου – ο χορός των Μεγάρω

Ιστορικά τραγούδια

«Λέγοντες δημώδη ιστορικά τραγούδια,
εννοούμεν άσματα εκπηγάσαντα αμέσως
εξ ιστορικών γεγονότων ή περιστάσεων
και προωρισμένα να τραγουδούνται
υπό του λαού».

(UHLAND)

ΤΟ ΚΡΟΥΣΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΡΙΑΝΟΠΟΛΗΣ
(1361)

[Το άσμα περί της δηώσεως της Αδριανουπόλεως δημοσιευθέν το πρώτον υπό του Άγγλου Pashley τω 1837, όστις ήκουσεν αυτό εν Κρήτη, δεν αναφέρεται πάντως εις την κατάληψιν της πόλεως κατ’ Αύγουστον του 1829 υπό των Ρώσων, ήτις άλλως εγινεν αμαχητί και εθεωρήθη ως λύτρωσις από του τουρκικού ζυγού. Ίσως διεκτραγωδεί την άλωσιν υπό του Αμουράτ κατά το 1361, ης προηγήθη κατά το 1355 η δήωσις υπό των συμμάχων του βασιλέως Καντακουζηνού Τούρκων. Τότε θα διετηρείτο ακόμη νωπή η μνήμη των αλλεπαλλήλων αλώσεων και καταστροφών της πρώτης μετά την Κωνσταντινούπολιν πόλεως της Θράκης κατά τας αρχάς του ΙΓ’ αιώνος υπό των Φράγκων, Βουλγάρων και Ελλήνων, αφού μάλιστα τρεις τούτων έγιναν εντός δύο ετών. Επειδή δε σχεδόν άνευ εξαιρέσεως τα ιστορικά άσματα είναι σύγχρονα των γεγονότων, το άσμα τούτο δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως το παλαιότατον των ιστορικών δημοτικών ασμάτων μας].

Ταηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,
κλαίγουν την Αντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,
οπού τήνε κρουσέψανε τοις τρεις γιορταίς του χρόνου,
του Χριστουγέννου για κηρί, και του Βαγιού για βάγια,
και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός ανέστη.

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
(1453)

[Μεταξύ των πολυαρίθμων θρήνων επί τη αλώσει της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες συνετάχθησαν ευθύς μετά την καταστροφήν, διακρίνονται τα δημοτικά άσματα, διότι μόνα ταύτα εκφράζουν με βαθείαν απλότητα συναίσθημα εγκαρτερήσεως προς τα μεγάλα εθνικά δεινά και βεβαίαν την ελπίδα του δουλωθέντος γένους περί ελευθερίας και ανορθώσεως. Είναι δ’ αληθώς άξιον θαυμασμού ότι ταύτα εγεννήθησαν καθ’ ον χρόνον το έθνος εφαίνετο απολέσαν τα πάντα, πεσούσης της Κωνσταντινουπόλεως, και ουδαμόθεν υπέφωσκέ τις ακτίς ελπίδος. Αλλ’ η μεγάλη συμφορά του έθνους ευρίσκεται ακριβώς εις το μεταίχμιον του φόβου και των ελπίδων, της απογνώσεως και της αναθαρρήσεως. Διότι προ ταύτης μεν τα περί του μέλλοντος μαντεύματα ήσαν απαίσια, και προανήγγελλον όλεθρον και καταστροφάς, μετά δε την άλωσιν αντίθετα όλως διεδίδοντο, μαρτυρούντα μεταβολήν του φρονήματος του έθνους. Από πολλού μεν χρόνου προ της αλώσεως της πρωτευούσης του κράτους εφέροντο χρησμοί περί της επικείμενης καταστροφής, ευθύς δ’ όμως μετά την άλωσιν εγεννήθησαν αίσιαι περί της μελλούσης τύχης του έθνους ελπίδες, και ερριζώθη η πεποίθησις παρά τω ελληνικώ λαώ, ότι αφεύκτως διά της σπάθης θ’ ανάκτηση την διά της σπάθης αρπασθείσαν υπό των εχθρών πατρικήν κληρονομίαν].

Σημαίνει ο Θιος, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κ’ η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κ’ εξηνταδυό καμπάναις,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι’ απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις.
Να μπούνε ‘ς το χερουβικό και νά βγη ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι’ άπ’ αρχαγγέλου στόμα.
«Πάψετε το χερουβικό κι’ ας χαμηλώσουν τ’ άγια,
παπάδες πάρτε τα γιερά, και σεις κεριά σβηστήτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψη.
Μόν στείλτε λόγο ‘ς τη Φραγκιά, νάρτουνε τρία καράβια,
το ‘να να πάρη το σταυρό και τάλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο, το καλύτερο, την άγια τράπεζα μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν».
Η Δέσποινα ταράχτηκε, κ’ εδάκρυσαν οι εικόνες.
«Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζης,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά σας είναι.

ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΤΩ ΜΠΑΡΜΠΑΡΕΣΣΩ

Ήλιε, που βγαίνεις το ταχύ, ‘ς ούλον τον κόσμο δούδεις,
‘ς ούλον τον κόσμ’ ανάτειλε, ‘ς ούλην την οικουμένη,
‘ς τω Μπαρμπαρέσσω τοις αυλαίς, ήλιε, μην ανατείλης,
κι’ αν ανατείλης, ήλιε μου, να γοργοβασιλέψης,
γιατ’ έχουν σκλάβους έμορφους, πολλά παραπονιάρους,
και θα γραθού οι γιαχτίδες σου που τω σκλαβώ τα δάκρυα.

[Το άσμα διεκτραγωδεί τα δεινοπαθήματα των Πελοποννησίων μετά την καταστολήν της επαναστάσεως του 1769 υπό των επιδραμόντων αλβανικών στιφών].

Τα παλληκάρια του Μοριά κ’ οι έμορφαις της Πάτρας
ποτές δεν καταδέχονταν πεζοί να περπατήσουν,
και τώρα πώς κατάντησαν σκλάβοι ‘ς τους Αρβανίταις!
Κλαίγουν οι μαύροι τη σκλαβιά, οπού είναι σκλαβωμένοι,
κλαίγουν και τον ξεχωρισμό, το πώς θα ξεχωρίσουν.
Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει!
Αφήνει η μάννα το παίδι και το παιδί τη μάννα,
χωρίζει κ’ εν’ αντρόγυνο, μια μέρα ανταμωμένο.

ΣΟΥΛΙΩΤΙΚΟ

[Κατά την πρώτην εκστρατείαν αυτού κατά του Σουλίου (τον Ιούλιον του 1792) ο Αλή πασάς ήτο βέβαιος ότι θα καθυποτάξη τους Σουλιώτας, καταλαμβάνων αυτούς ανύποπτους και απαρασκεύους. Διότι, προσποιηθείς ότι εκστρατεύει κατά του Αργυροκάστρου, εζήτησε την συνδρομήν των Σουλιωτών, οίτινες παρεπλανήθησαν μεν εκ των λόγων του, αλλά δεν τω απέστειλαν ειμή 70 επιλέκτους υπό τον Λάμπρον Τζαβέλαν. Τούτους αφοπλίσας και φυλακίσας ο άπιστος Αλής, εστράφη κατά του Σουλίου, μετά δυνάμεως δωδεκακισχιλίων περίπου πεζών και ιππέων. Αλλ’ εις των Σουλιωτών κατορθώσας να διαφύγη, εμήνυσε το πράγμα εις τους συμπολίτας του, οίτινες υπό την οδηγίαν του Γεώργη Μπότσαρη (του πατρός του Μάρκου) ωργάνωσαν κρατεράν άμυναν. Ο στρατός του Αλή συνετρίβη εις τας κλεισωρείας του Σουλίου την 20 Ιουλίου 1792, ο δε Αλής διεσώθη φυγών εις Ιωάννινα. Εις την νίκην συνετέλεσαν μεγάλως αι Σουλιώτισσαι, διότι τετρακόσιαι περίπου υπό την αρχηγίαν της Μόσκως Τζαβέλαινας (της γυναικός του Λάμπρου) οπλισθείσαι μετέσχον της μάχης. Μετά την ήτταν ο Αλής ηναγκάσθη να συνθηκολογήση προς τους Σουλιώτας].

Τρία μπαϊράκια φαίνονται ποκάτω από το Σούλι.
Το ‘να ναι του Μουχτάρ πασά, τάλλο του Σελιχτάρη,
το τρίτο το καλύτερο είναι του Μιτσομπόνου.
Μια παπαδιά τ’ αγνάντεψε ναπό ψήλη ραχούλα.
«Πού στε του Λάμπρου τα παιδιά, πού ‘στε νοι Μποτσαραίοι;
Αρβανιτιά μας πλάκωσε, θέλει να μας σκλαβώση.
– Ας έρτουν οι παλιότουρκοι, τίποτε δε μας κάνουν
Ας έρτουν πόλεμο να ιδούν και Σουλιωτών τουφέκια,
να μάθουν Λάμπρου το σπαθί, Μπότσαρη το τουφέκι,
τ’ άρματα των Σουλιώτισσων, της ξακουσμένης Χάιδως».
Κι’ ο Κουτσονίκας φώναξεν από το μετερίζι,
«Παιδιά, σταθήτε στέρεα, σταθήτε αντροειωμένα,
γιατ’ έρχεται ο Μουχτάρ πασάς με δώδεκα χιλιάδες».

Ο πόλεμος αρχίνησε κι’ άναψαν τα τουφέκια.
Τον Ζέρβα και τον Μπότσαρη εφώναξε ο Τζαβέλας.
«Παιδιά μ’, ήρθ’ ώρα του σπαθιού κι’ ας πάψη το τουφέκι».
Κι’ όλοι έπιασαν και σπάσανε τοις θήκαις τω σπαθιώ τους,
τους Τούρκους βάνουνε μπροστά, τους βάνουν σαν κριάρια.
Άλλοι έφευγαν κι’ άλλοι έλεγαν «Πασά μου, ανάθεμα σε!
Μέγα κακό μας έφερες τούτο το καλοκαίρι,
εχάλασε τόση Τουρκιά, σπαΐδες κι’ Αρβανίταις.
Δεν είν’ εδώ το Χόρμοβο, δεν είν’ η Λαμποβίτσα,
εδώ είν’ το Σούλι το κακό, εδώ είν’ το Κακοσούλι,
που πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες σαν τους άνδρες,
που πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν άξιο παλληκάρι».
Κι’ ο Μπότσαρης εφώναξε με το σπαθί ‘ς το χέρι.
«Έλα, πασά, τι κάκιωσες και φεύγεις με μενζίλι;
Γύρισ’ εδώ ‘ς τον τόπο μας ‘ς την έρημη την Κιάφα,
εδώ να στήσης το θρονί, να γένης και σουλτάνος».

ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΦΡΟΣΥΝΗΣ
(Ιανουάριος 1801)

[Η Φροσύνη, σύζυγος του εμπόρου Δημητρίου Βασιλείου, φημιζομένη δια το κάλλος, το γένος και την μόρφωσιν αυτής, δεν ηδυνήθη ν’ αντιστή εις τον έρωτα του υιού του Αλή Μουχτάρ, επωφεληθέντος την αποδημίαν του συζύγου της εις Βενετίαν. Ότε δε ο Μουχτάρ εστάλη υπό του αποστάτου Τζωρτζίμ εις Αδριανούπολιν, η σύζυγός του μαθούσα τας ερωτικάς σχέσεις αυτού προς την Φροσύνην, εζήτησε παρά του Αλή πασά την τιμωρίαν της αντιζήλου. Ο Αλής ωρκίσθη ότι θα εκτελέση την αίτησίν της, όπως δε μη εκθέση άλλον τινά των περί αυτόν εις την εκδίκησιν του Μουχτάρ κατά την επάνοδόν του, μετέβη αυτοπροσώπως νύκτωρ μετά δορυφόρων του εις την οικίαν της Φροσύνης, και απαγαγών εφυλάκισεν αυτήν. Συνεφυλάκισε δε και άλλας 17 γυναίκας εξ Ιωαννίνων, περί ων υπήρχον υπόνοιαι ότι ήσαν επιληψίμου διαγωγής, και κατεδίκασε πάσας εις θάνατον δια πνιγμού εις την λίμνην. Η απόφασις εξετελέσθη την νύκτα της 11 Ιανουαρίου 1801, ο οίκος της Φροσύνης εκλείσθη και τα υπάρχοντά της εδημεύθησαν, τα δε δύο μικρά τέκνα της εγκατελείφθησαν εις τους δρόμους, ουδενός τολμώντος δια τον φόβον του Αλή να περισυλλέξη αυτά, μέχρις ότου επετράπη αντί πλουσίων δώρων εις τον θείον της μητρός των επίσκοπον Γαβριήλ να τα παραλάβη.
Τα πτώματα της Φροσύνης καί τινων των άλλων γυναικών εκβρασθέντα υπό των κυμάτων εις την ακτήν, εκηδεύθησαν, η δε Φροσύνη ετάφη εις το μοναστήριον των Αγίων Αναργύρων. Η εκκλησία σπεύσασα να αποδώση εις τα λείψανα αυτών τας επικηδείους τιμάς, τας ανηγόρευσε καλλιμάρτυρας. Τούτο δε αποδεικνύει, ότι από της επαύριον του θανάτου αυτών ο λαός εθεώρει τας πνιγείσας γυναίκας και προπάντων την Φροσύνην μάλλον ως θύματα του τυράννου και όχι ως κατάδικους, και συνησθάνετο συμπάθειαν προς αυτάς.]

Τ’ ακούσατε τι γίνηκε ‘ς τα Γιάννενα, τη λίμνη,
που πνίξανε τοις δεκαφτά με την κυρά Φροσύνη;
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
τι κακό παθες, καϊμένη!
Άλλη καμιά δεν τό βαλε το λιαχουρί φουστάνι,
πρώτ’ η Φροσύνη το βαλε και βγήκε ‘ς το σιργιάνι
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
και ‘ς τον κόσμο ξακουσμένη!
Δε σ’ τό ‘λεγα, Φροσύνη μου, κρύψε το δαχτυλίδι,
γιατί αν το μάθη ο Αλήπασας θε να σε φάη το φίδι;
Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,
τι πολύ κακό θα γένη!
Αν είστε Τούρκοι αφήστε με, χίλια φλωριά σας δίνω,
σύρτε με ‘ς το Μουχτάρπασα, δυο λόγια να του κρίνω»
Αχ, Φροσύνη μου καϊμένη,
τι κακό πολύ θα γένη!
«Πασά μου, πού είσαι, πρόβαλε, τρέξε να με γλυτώσης,
μέρωσε τον Αλή πασά, και δώσε ό τι να δώσης».
Αχ, Φροσύνη πέρδικά μου,
τι κακό ‘παθες, κυρά μου!
Εις το Βεζίρη τα φλωριά, τα δάκρυα δεν περνάνε,
και σένα μ’ άλλαις δεκαφτά τα ψάρια θα σας φάνε.
Αχ, Φροσύνη πέρδικα μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!
Νά ταν οι πέτραις ζάχαρη, να ρήχνανε ‘ς τη λίμνη,
για να γλυκάνη το νερό για την κυρά Φροσύνη.
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
μέσ ‘ς τη λίμνη ξαπλωμένη!
Φύσα, βοριά, φύσα, θρακιά, για ν’ αγρίεψη η λίμνη,
να βγάλη ταις αρχόντισσαις και την κυρά Φροσύνη.
Αχ, Φροσύνη παινεμένη,
μεσ ‘ς τη λίμνη ξαπλωμένη!
Φροσύν’, σε κλαίει το σπίτι σου, σε κλαίνε τα παιδιά σου
σε κλαίν όλα τα Γιάννενα, κλαίνε την ομορφιά σου.
Αχ, Φροσύνη πέρδικα μου,
μόκαψες τα σωθικά μου!

7

ΤΗΣ ΛΕΝΩΣ ΤΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
(1804)

[Μετά την παράδοσιν του Σουλίου δια της συνθήκης της 12 Δεκεμβρίου 1803, δι’ ης επετρέπετο εις τους Σουλιώτας να μεταθώσιν ένοπλοι οπού ήθελον, ο Αλή πασάς παρασπονδήσας επεχείρησε να εξοντώση τους επιζήσαντας. Τούτων ο Κίτσος Βότσαρης φεύγων την δίωξιν ήλθεν εις Βουλγαρέλι των Τσουμέρκων, αλλά βλέπων ότι και εκεί διέτρεχε κίνδυνον να κυκλωθή υπό των Αλβανών, παρέλαβε πάντας τους εκεί Σουλιώτας, ανερχόμενους εις 1148, και κατέφυγε την 22 Δεκεμβρίου εις τα Άγραφα, εις μονήν τινα επί αποκρήμνου βράχου. Πολιορκηθείς εν αυτή υπό ισχυράς δυνάμεως του Αλή, αντέστη επί τέσσαρας μήνας, αλλά περί τα μέσα του Απριλίου 1804 οι Αλβανοί κατέλαβον δια προδοσίας την μονήν και κατέσφαξαν τους εν αυτή, πλην 80 περίπου ανδρών και δύο γυναικών, διαφυγόντων μετά του αρχηγού. Η Λένω, εις ην αναφέρεται το τραγούδι, δεκαπενταέτις θυγάτηρ του Κίτσου Βότσαρη εκ πρώτου γάμου, επολέμει εις την μονήν παρά το πλευρόν του αδελφού της Γιαννάκη• φονευθέντος δε τούτου, μετέβη πλησίον του θείου της Νίκζα, πολεμούντος παρά τον Αχελώον, και εφόνευσε πολλούς Τούρκους. Αλλά περικυκλωθείσα υπό των εχθρών, όπως μη συλληφθή, έπεσεν εις τον ποταμόν και επνίγη].

Όλαις οι καπετάνισσαις από το Κακοσούλι
όλαις την Άρτα πέρασαν, ‘ς τα Γιάννινα τοις πάνε,
σκλαβώθηκαν οι αρφαναίς, σκλαβώθηκαν οι μαύραις,
κ’ η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κ’ εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και ‘ς τη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια ‘ς την ποδιά και βόλια ‘ς τοις μπαλάσκαις
-Κόρη, για ρηξε τάρματα, γλύτωσε τη ζωή σου.
-Τι λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδελφή του Γιάννη,
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια».

ΤΗΣ ΔΕΣΠΩΣ
(25 Δεκεμβρίου 1803)

[Κατά την δίωξιν των Σουλιωτών, περί ης έγινε λόγος εν τη προηγουμένη σημειώσει, μικρόν απόσπασμα εξ 78 ψυχών κατέφυγεν εις το χωρίον ‘Ρινιάσαν (μεταξύ Πρεβέζης και Άρτης), οπού παρέμενον και άλλαι τινές σουλιώτικαι οικογένειαι. Άλλα στίφος Αλβανών,
κατάφθασαν εις το χωρίον την 23 Δεκεμβρίου 1803, κατέλαβεν εξ απρόοπτου τους κατοίκους, και άλλους μεν κατέσφαξεν, άλλους δε ηχμαλώτισε. Μεταξύ των κατοίκων ήτο και ή οικογένεια του Γεωργάκη Μπότση, του οποίου απόντος, η ηρωϊκή σύζυγος Δέσπω αντέταξε σθεναράν αντίστασιν κατά των σφαγέων. Κλεισθεΐσα εις πύργον, την λεγομένην Κοΰλαν του Δημουλά, μετά δέκα άλλων, θυγατέρων, νυμφών, εγγονών και εγγόνων της, αφοΰ επί πολύ επολέμησε προς τους Αλβανούς, ότε είδεν ότι πάσα περαιτέρω αντίστασις ήτο ματαία, ηρώτησε τα τέκνα της αν δεν προτιμούν από την σκλαβιάν τον θάνατον. Πάντες έζήτησαν τον θάνατον, τότε δε συσσωρεύσασα εις το μέσον όσην πυρίτιδα είχεν, έθεσε πυρ εις αυτήν και έκάησαν].
Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρήχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρήχνονται ουδέ σε χαροκόπι,
η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφαις και μ’ γγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε ‘ς του Δημουλά τον πύργο.
Γιώργαινα, ρήξε τάρματα, δεν είν’ εδώ το Σούλι.
Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
-Το Σούλι κι’ αν προσκύνησε, κι’ αν τούρκεψε νη Κιάφα.
Η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει»
Δαυλί ‘ς το χέρι νάρπαξε, κόραις και νύφαις κράζει.
«Σκλάβαις Τούρκων μη ζησωμε, παιδιά μ’, μαζί μου ελατε».
Και τα φυσέκια ανάψανε, κι’ όλοι φωτιά γενήκαν.

ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ
(1819)

[Ή Πάργα τελευταία των πόλεων της Στερεάς και της Πελοποννήσου υπεδουλώθη εις τους Τούρκους. Ταχθείσα από των αρχών του ΙΕ’ αιώνος υπό την προστασίαν των Ενετών, μετά την κατάλυσιν της Ενετικής πολιτείας περιήλθε μετά των Ιονίων νήσων εις την κατοχήν των Γάλλων. Αλλά τω 1814 παρεδόθη εις τους Άγγλους, οίτινες βραχύν μόνον χρόνον την εκράτησαν, απεμπολήσαντες αυτήν εις τους Τούρκους τω 1817. Προ της παραδόσεως αυτής, συντελεσθείσης την 28 Απριλίου 1819, οι Παργινοί, εις τετρακισχιλίους ανερχόμενοι, κατέλιπον την πατρίδα των, αφού προηγουμένως ανασκάψαντες τους πατρώους τάφους συνήθροισαν τα οστά και τα έκαψαν εις την πλατείαν της αγοράς δια να μη βεβηλωθούν υπό των Αλβανών].

Α’

Μαύρο πουλάκι, πόρχεσαι από τ’ αντίκρυ μέρη,
πες μου τί κλάψαις θλιβεραίς, τι μαύρα μοιρολόγια
από την Πάργα βγαίνουνε, που τα βουνά ραγίζουν;
Μήνα την πλάκωσε Τουρκιά και πόλεμος την καίει;
-Δεν την επλάκωσε Τουρκιά, πόλεμος δεν την καίει
-Τους Παργινούς επούλησαν σα γίδια, σα γελάδια,
κι’ όλοι ‘ς την ξενιτειά θα παν να ζήσουν οι καϊμένοι.

Τραυούν γυναίκες τα μαλλιά, δέρνουν τάσπρα τους στήθια, μοιριολογούν οι γέροντες με μαύρα μοιρολόγια,
παπάδες με τα δάκρυα γδύνουν ταις εκκλησιαίς τους.
Βλέπεις εκείνη τη φωτιά, μαύρο καπνό που βγάνει;
Εκεί καίγονται κόκκαλα, κόκκαλα αντρειωμένων,
που την Τουρκιά τρομάξανε και το βεζίρη κάψαν.
Εκεί ναι κόκκαλα γονιού, που το παίδι τα καίει,
να μην τα βρούνε οι Λιάπηδες, Τούρκοι μην τα πατήσουν.
Ακούς το θρήνο τον πολύν, οπού βογγούν τα δάση,
και το δαρμό πού γίνεται, τα μαύρα μοιρολόγια;
Είναι π’ αποχωρίζονται τη δόλια την πατρίδα,
φιλούν τοις πέτραις και τη γη κι’ ασπάζονται το χώμα.

Β’

Τρία πουλιά απ’ την Πρέβεζα διαβήκανε ‘ς την Πάργα,
τό να κυττάει την ξενιτειά, τάλλο τον Άη Γιαννάκη,
το τρίτο το κατάμαυρο μοιριολογάει και λέει.
«Πάργα, Τουρκιά σε πλάκωσε, Τουρκιά σε τριγυρίζει.
Δεν έρχεται για πόλεμο, με προδοσιά σε παίρνει.
Βεζίρης δε σ’ ενίκησε με τα πολλά τασκέρια.
Έφευγαν Τούρκοι σα λαγοί το Παργινό τουφέκι,
κ’ οι Λιάπηδες δεν ήθελαν νά ρτουν να πολεμήσουν.
Είχες λεβένταις σα θεριά, γυναίκες αντρειωμέναις,
πότρωγαν βόλια για ψωμί, μπαρούτι για προσφάγι.
Τάσπρα πουλήσαν το Χριστό, τάσπρα πουλούν και σένα.»

Πάρτε, μαννάδες, τα παιδιά, παπάδες τους αγίους. Άστε, λεβένταις, τάρματα κι’ αφήστε το τουφέκι,
σκάψτε πλατιά, σκάψτε βαθιά, όλα σας τα κιβούρια,
και ταντρειωμένα κόκκαλα ξεθάψτε του γονιού σας
Τούρκους δεν επροσκύνησαν, Τούρκοι μην τα πατήσουν.

ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ 21

Α’

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν ταηδόνια,
κρυφά το λέει ο γούμενος από την άγια Λαύρα.
«Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε,
δεν εϊν’ ο περσινός καιρός κι’ ο φετεινός χειμώνας.
Μας ήρθε γη άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους.
Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά η να χαθούμε ούλοι».
Β’
Ένα μικρό καράβι μαζώνει τα παννιά,
ανοίγει την παντιέρα και πόλεμο ζητά.
Ζητά τον άγιο Τάφο και την Άγια Σοφιά.
Κι’ ακόμα θα ζητήση τον Πατριάρχη μας,
οπού τον εκρεμάσαν για το ινάτι μας.

Καμπάναις θα χτυπήσουν πάν’ ‘ς τα καμπαναρειά,
να σκάσουν οι χοτζάδες απάνου ‘ς τα τζαμιά.
Κι’ όσοι Χριστόν πιστεύουν και τον δοξάζουνε,
τον Τούρκο λογαριάζουν να τον μοιράζουνε.

ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
(24 Απριλίου 1821)

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά ‘ς τη Χαλκουμάτα,
το να τηράει τη Λιβαδιά και τάλλο το Ζιτούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει.
«Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
-Νούδ’ ο Καλύβας έρχεται, νούδ’ ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες».
Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε, πολύ του κακοφάνη.
Ψιλή φωνή νεσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
«Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τοις χούφταις
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω ‘ς την Αλαμάνα,
που ναι ταμπούρια δυνατά κι’ όμορφα μετερίζια».

Παίρνουνε ταλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
‘ς την Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
«Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθητε,
σταθήτε αντρεία σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθήτε».
Ψιλή βροχούλα νέπιασε κ’ ένα κομμάτι αντάρα,
τρία γιουρούσια νέκαμαν τα τρία αράδα αράδα,
Έμεινε ο Διάκος ‘ς τη φωτιά με δεκοχτώ λεβένταις.
Τρεις ώραις επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι’ ανάψαν τα τουφέκια,

κι’ ο Διάκος εξεσπάθωσε και ‘ς τη φωτιά χουμάει,
ξήντα ταμπούρια χάλασε κ’ εφτά μπουλουκμπασίδες.
Και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ’ τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και ‘ς τον πασά τον πάνουν,
χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.
Κι’ ο Ομέρ Βρυόνης μυστικά ‘ς το δρόμο τον ερώτα.
«Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ άλλαξης,
να προσκυνήσης ‘ς το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης;»
Κ’ εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι.
«Πάτε και σεις κ’ η πίστη σας, μουρτάταις, να χαθήτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε ν’ αποθάνω.
Α θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάση ο Οδυσσεύς και ό Θανάσης Βάγιας».
Σαν τ’ άκουσε ο Χαλίλ μπέης αφρίζει και φωνάζει.
«Χίλια πουγγιά σας δίνω γω κι’ ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήση την Τουρκιά κι’ όλο μας το ντοβλέτι».

Το Διάκο τότε παίρνουνε και ‘ς το σουβλίι τον βάζουν,
ολόρτο τον εστήσανε κι’ αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάταις.
«Σκυλιά κι’ α με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη.
Ας είν’ ο Όδυσσεύς καλά κι’ ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το ντοβλέτι».

ΟΙ ΛΑΛΙΩΤΙΣΣΑΙΣ
(1821)

[Οι υπερήφανοι, γενναίοι και σκληροί Αλβανοί του Λάλα, τερπνής πολίχνης επί του όρους Φολόης (εν τω νυν δήμω Ολυμπίων της Ηλείας), οι απηνώς καταδυναστεύοντες τους περιοικούντας Έλληνας, πολιορκηθέντες υπό τρισχιλίων περίπου Πελοποννησίων και Επτανησίων, κατόρθωσαν την 22 Ιουνίου 1821, προσελθόντος εις επικουρίαν αυτών του Ιουσουφ πασά των Πατρών μετά 700 ιππέων, να διασωθώσι μετά των οικογενειών των εις Πάτρας. Κατά την άναχώρησίν των ενέπρησαν την πολίχνην και τα πλείστα των δυσμετακομίστων πραγμάτων αυτών, ώστε ελάχιστα απέμειναν προς λαφυραγωγίαν εις τους εισελθόντας ύστερον εις του Λάλα Έλληνας, πάντως δε πολύ ολίγαι θα ηχμαλωτίσθησαν Λαλιώτισσαι, ων τα παθήματα διατραγωδεϊ το κάτωθι:

Του Λάλα με τα κρύα νερά, με τοις βαρειαίς κυράδες,
με τοις τραναίς αρχόντισσαις, τοις καλομαθημέναις,
που δεν καταδεχόντανε τη γης να την πατήσουν,
πoφόρηγαν χρυσά σκουτιά και κόκκινα σαλβάρια,
και τώρα πώς κατάντησαν κοπέλλαις ‘ς τους ραγιάδες!
Φέρνουν βαρέλια με νερό και ξύλα ζαλωμέναις,
νάχουν οι Έλληνες νερό, φωτιά να πυρωθούνε.
Και η μια την άλλη έλεγανε και η μια την άλλη λένε.
Τί να ‘ν’ κείνα που φαίνονται, τί να ‘ν’ εκείνα π’ ερχώνται;
Μηνά ειν’ μπαϊράκια τούρκικα, μην τά στειλε ο πασάς μας;
Δεν ειν’ μπαϊράκια τούρκικα, δεν τα στείλε ό πασάς μας,
παρά ειν’ μπαϊράκια κλέφτικα, κ’ είναι των Πλαπουταίων».

Κλαίνε μανούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες, κλαίει και μια χανούμισσα για το μοναχογιό της.

ΤΟΥ ΚΙΑΜΙΛ ΜΠΕΗ

[Ό Κιαμίλ μπέης της Κορίνθου ήτο κατά το 1821 ό ισχυρότατος και πλουσιότατος των εν Πελοποννήσω Τούρκων. Φοβηθείς εκ της προόδου της επαναστάσεως των Ελλήνων, κατέφυγεν εις την Τρίπολιν, καταλιπών την οικογένειάν του εις τον Ακροκόρινθον, όπου ενέκρυψε και τους θησαυρούς αυτού, τους οποίους ο λαός εφαντάζετο ως ανερχόμενους εις πολλά εκατομμύρια. Κατά την άλωσιν της Τριπόλεως συνελήφθη αιχμάλωτος και καθείρχθη εις τον Ακροκόρινθον. Ότε δ’ επιδραμόντος του Δράμαλη κατά το 1822 ο φρούραρχος Αχιλλεύς Θεοδωρίδης εγκατέλιπε τον Ακροκόρινθον, εκρινεν αναγκαίον να θανατωση τον Κιαμίλ, όστις ηρνείτο ν’ αποκάλύψη εις τους Έλληνας τας κρύπτας των χρημάτων του. Μέρος τούτων λέγεται ότι εύρεν ό Δράμαλης, όστις και ενυμφεύθη την χήραν του Κιαμίλ μπέη].

Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,
πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.
Κλαίουν ταχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες, κλαίουν ‘ς τους δρόμους Τούρκισσαις, κλαίουν εμιροπούλαις,
κλαίει και μια χανούμισσα το δόλιο τον Κιαμίλη.
Αχ! που σαι και δεν φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;
Ήσουν κολόνα ‘ς το Μοριά και φλάμπουρο ‘ς την Κόρθο,
ήσουν και ‘ς την Τριπολιτσά πύργος θεμελιωμένος.
‘Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι, ουδέ μεσ ‘ς τα σαράγια.
Ένας παπάς σου τα κάψε τα γέρμα τα παλάτια.
Σκλάβος ραγιάδων έπεσες και ζης ραγιάς ραγιάδων»

ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥΛΗ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, ο αδελφός του Πετρόμπεη και νικητής του Βαλτέτση, ηγούμενος 400 περίπου, των πλείστων Μανιατών, απεβιβάσθη εις την Ήπειρον, όπως βοηθήση τους αγωνιζομένους εν τω τόπω των Σουλιώτας. Αλλ’ εν μάχη παρά το Φανάρι προς πολυάριθμους Τούρκους και Αλβανούς υπό τον Ομέρ πασάν έπεσε την 4 Ιουλίου 1822, ολίγοι δε των διασωθέντων πολεμιστών αυτοΰ εκόμισαν δια πλοίου τον νεκρόν εις Μεσολόγγι, όπου ετάφη. Το δημοτικόν άσμα με πολλήν πρωτοτυπίαν, αντί περιγραφής του θανάτου του Κυριακούλη, εκθέτει πώς ανεκοίνωσεν εν Μάνη το θλιβερόν άγγελμα εις την σύζυγον του φονευθέντος ο Πετρόμπεης].

Πετρόμπεης καθότανε ψηλά ‘ς το Πετροβούνι,
κ’ εσφούγγιζε τα μάτια του μ’ ένα χρυσό μαντήλι.
«Τι έχεις, Μπέη, που χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα;
-Σα μ’ ερωτάς, Κυριάκαινα, και θέλεις για να μάθης,
απόψε μού ρθαν γράμματα από το Μεσολόγγι,
τον Κυριακούλη σκότωσαν, τον πρώτο καπετάνιο,
και στάζουνε τα μάτια μου και τρέχουν μαύρα δάκρυα».

ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΛΗ
(Ιούλιος 1822)

[Ό Μαχμούδ πασάς, ο επιλεγόμενος Δράμαλης δια την εκ Δράμας της Μακεδονίας καταγωγήν του, διορισθείς υπό του Σουλτάνου σερασκέρης στρατιάς τριακοντακισχιλίων περίπου πεζών και ιππέων, κατήλθεν εκ της Λαρίσης εις την Ανατολικήν Ελλάδα όπως εισβαλών εις την Πελοπόννησον καταπνίξη την επανάστασιν των Ελλήνων, επικουρούντος και του τουρκικού στόλου εν τω Κορινθιακώ κόλπω και τω Αργολικώ. Ουδεμίαν συναντήσας αντίστασιν εις την Ανατολικήν Στερεάν Ελλάδα και εις τα στενοπορίας της Μεγαρίδος, κατέλαβε τον Ακροκόρινθον, εγκαταλειφθέντα υπό των Ελλήνων, και δια των αφυλάκτων στενών των Δερβενακίων προήλασεν εις την Αργολικήν πεδιάδα, όπου συνεκράτησε την ετοίμην προς παράδοσιν τουρκικήν φρουράν του Ναυπλίου, ακυρώσας την συναφθείσαν συνθήκην της παραδόσεως. Οι Έλληνες συγκεντρωθέντες εις τους Μύλους της Λέρνης και τας πηγάς του Ερασίνου, στρατηγούντος του Κολοκοτρώνη, απησχόλησαν μεν αυτόν επί πολύ εις την πολιορκίαν της ακροπόλεως του Άργους Λαρίσης, καταστρέψαντες δε όσα τρόφιμα ηδυνήθησαν, περιήγαγον αυτόν εις πολλήν στενοχωρίαν δια την στέρησιν των εφοδίων. Προβλέπων δ’ ο Κολοκοτρώνης ότι θ’ αναγκασθή ο Δράμαλης να υποχωρήση εις Κόρινθον, κατέλαβε τα στενά των Δερβενακίων δια 2500 περίπου ανδρών υπό τον Νικηταράν. Και ότε την 26 Ιουλίου 1822 επεχείρησεν ο στρατός του Δράμαλη να διέλθη δια των στενών υπέστη μεγάλην φθοράν, έκτοτε δ’ ο Νικηταράς επωνομάσθη Τουρκοφάγος. Οι διαφυγόντες εις Κόρινθον την ημέραν εκείνην και τας επομένας, απεδεκατίσθησαν υπό των στερήσεων και των νόσων, και αυτός δε ο Δράμαλης απέθανεν εν Κορίνθω].
Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι’ αέρα του πελάγου
να πας τα χαιρετίσματα ‘ς του Δράμαλη τη μάννα.
Της ‘Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες
‘ς το Δερβενάκι κείτονται, ‘ς το χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμά χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κ’ ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε.
«Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;
-Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά ‘ς τα χέρια».
Γράμματα πάνε κ’ έρχονται ‘ς των μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε ταχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους,
κλαίνε μαννούλαις για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.

ΤΟΥ ΜΠΡΑΪΜΗ

Ο κούκος φέτο δε λαλεί, ούτε και θα λαλήση
παρά η τρυγόνα η χλιβερή το λέει το μοιρολόγι.
Φέτος μας ήρθεν η Αραπιά και κόβει και σκλαβώνει.
Εσκλάβωσαν μικρά παιδιά, γυναίκες με τους άντρες,
Κ’εσκότωσε λεβεντουργιά και καπεταναραίους.

ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ΔΗΡΟΥ

[Κατ’ Ιούνιον του 1826 ο Ιμπραΐμ εξέπεμψε προς υποδούλωσιν της Μάνης στρατιάν επτακισχιλίων πεζών και ιππέων, ήτις την 22 του μηνός ευρίσκετο προ του στενού του Αρμυρού, εις τα όρια της Μεσσηνίας και της Μάνης. Την προέλασιν των Αιγυπτίων ανέκοψαν χίλιοι περίπου Μανιάται, οίτινες προφυλασσόμενοι υπό ασθενούς οχυρώματος, της λεγομένης Βέργας, ήτοι λιθοκτίστου μάνδρας μήκους δισχιλίων μέτρων περίπου, κλειούσης την μεταξύ της υπώρειας του βουνού της Σέλιτσας και της θαλάσσης δίοδον, έφεραν πολύν φθοράν εις τον εχθρόν. Αποκρουσθέντες επανειλημμένως, ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν οι Αιγύπτιοι και επέστρεψαν την 25 Ιουνίου εις την Καλαμάταν της Μεσσηνίας. Εν τω μεταξύ δ’ όμως και άμα τη ενάρξει της μάχης της Βέργας, ο Ιμπραΐμ αποσπάσας 1500 άνδρας έπεμψε δια πλοίων εις τα παράλια της Μάνης δια να ενεργήσουν αντιπερισπασμόν. Αυθημερόν ούτοι απεβιβάσθησαν εις τον όρμον του Δηρού, καταλαβόντες δε τα προς δεξιά χωρία Πύργον και Χαριάν, εστράφησαν προς ταριστερά, ίνα προσβάλωσι την Τσίμοβαν (την μετονομασθείσαν ύστερον Αρεόπολιν). Ολίγιστοι μόνον Μανιάται, διότι οι λοιποί εμάχοντο εις τον Αρμυρόν, ευρισκόμενοι εις τους πύργους των, ανθίσταντο κατά των επιδρομέων, αλλά γνωσθείσης της αποβάσεως των Αράβων, έγινε δια κωδωνοκρουσιών συναγερμός των υπολειφθέντων κατοίκων των πέριξ χωρίων, και προσέτρεξαν πάντες, και γέροντες και ιερείς, και αι θερίζουσαι εις τους αγρούς γυναίκες με τα δρέπανά των, ενωθέντες δε μετ’ ολίγων οπλοφόρων, οίτινες έτυχε να διαβαίνωσιν εκείθεν υπό τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην, ημύνοντο κατά των Αράβων, ευάριθμοι μεν δι’ όπλων, οι δε λοιποί δια πετρών και των δρεπάνων. Την ορμήν του ασυντάκτου λαού δεν ηδυνήθησαν να υπομείνουν οι επιδρομείς και έσπευσαν να επιβώσι πάλιν των πλοίων κακώς έχοντες, απήλθον δε την 25 Ιουνίου, πολλούς καταλιπόντες νεκρούς].

Στο ρημοκλήσι του Δηρού
λειτούργα ο πρωτοσύγκελος,
και τάχραντα μυστήρια
έφερνε ‘ς το κεφάλι του,
ψάλλοντας το χερουβικό.
Μα έξαφνα κι’ανέλπιστα
Τούρκοι τον περίλαβανε,
Κ’ έλαβε μόνον τον καιρό
και σήκωσε τα χέρια του,
κ’ είπεκε, «Παντοδύναμε,
δυνάμωσε τους Χριστιανούς,
τύφλωσε τους Αγαρηνούς
τη μέρα τη σημερινή».

Μα οι άνδρες όλοι ελείπασι,
ήταν ‘ς τη Βέργα τ’ Αρμυρού,
όπου Τρωάδα ο πόλεμος
επάηνε δυο μερόνυχτα.
Μόνα τα γυναικόπαιδα
και γέροντες ανώφελοι,
(γιατ’ ήτο θέρος) βρέθεσαν
με τα δρεπάνια ‘ς τα λουριά.
Καθόλου δε δειλιάσασι,
καθόλου δεν τρομάξασι,
μόν’ έδωκαν την είδηση
‘ς τον Κωσταντίνο με πεζόν.
Κ’ εκείνος ως πολέμαρχος
εσύναξ’ όλα τα χωριά,
γράφει και στέλνει ς’ τ’ Αρμυρό,
κ’ έδραμε κατά το Δηρό.
Βλέπει γυναίκες να χερούν
και τα δρεπάνια να κρατούν,
τους Αραπάδες να χτυπούν.
«Εύγε σας, μεταεύγε σας,
γυναίκες, άνδρες γίνετε,
σαν ανδρειωμέναις μάχεσθε,
σαν Αμαζόνες κρούετε».
Είπε κ’ εβρυχουμάνισε
σαν το λιοντάρι ‘ς τα βουνά.
Τους Τούρκους κόφτει αψήφιστα.
Τότε τα παλληκάρια του
πετάχτησαν σαν τους αϊτούς,
κ’ επιάστηκαν με τους εχτρούς,
χέρια με χέρια ανάκατα.
Τους εκαταποντίσασι
και τους εβάλασι μπροστά,
σαν να ήσαν γιδοπρόβατα.
Σφάζοντας και σκοτώνοντας
φτάσασι ‘ς την ακρογιαλιά,
που μέλισσα ήτον η Τουρκιά.
Τότε ‘ς εκείνην τη στιγμή,
αγνάντιαζαν κ’ έπρόφτασαν
τα παλληκάρια τ’ Αρμυρού,
οπού τη νίκη φέρνασι.
Πρώτος ήτο κ’ εμπροστινά
ο γιος του γέρου βασιλιά,
είχε ‘ς τα πόδια του φτερά,
που τον ο πρώτος άγωρος.
Ξεγυμνωμένο το σπαθί
εκράτει, και τα μάτια του
σπίκιαις και φλόγες βγάζασι.
«Έχετε θάρρος, είπεκε
με μια φωνή σαν τη βροντή,
μη τα φοβάστε τα σκυλιά,
ας ειν’ πολλοί κι’ αμέτρητοι.
Ήταν πολλοί και ‘ς τ’ Αρμυρό,
κι’ εμείς τους ενικήσαμεν,
κι’ όλους τους εξωφλήσαμεν».
Πρόφτασε τότε κι’ ο αρχηγός,
πρόφτασε κι’ ο αρχιστράτηγος,
οπού ναι πενταγνώστικος
‘ς τοις μάχαις, ‘ς τα πολιτικά,
κ’ είπε ‘ς τα παλληκάρια του,
κ’ είπε ‘ς όλο το στράτευμα.
«Όσοι πιστοί εμπρός, παιδιά,
σήμερον γεννηθήκαμε,
και θα σωθούμε σήμερον».
Ήνοιξ’ η μάχη τρομερά,
κ’ ήτανε ξεσυνέριση
‘ς όλα τα Σπαρτιατόγονα
ποίοι να πάσι μπροστινοί.
Οι Τούρκοι αντισταθήκασι,
τι ήσαν ‘ς την άκρη του γιαλού.
Μεσ’ ‘ς το στερνό δειλιάσασι
κ’ επέφτασι ‘ς τη θάλασσα,
σαν τα τυφλά τετράποδα,
γιατ’ ήτο θέλημα θεού
να σακουστή η παράκληση
τ’ αγίου πρωτοσύγκελου.

Ο ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΟΣ ΤΣΗ ΚΡΗΤΗΣ
(1830)

[Τα πρωτόκολλα, δι ων συνίστατο, το ελληνικόν βασίλειον, εις το οποίον δεν συμπεριελαμβάνετο η Κρήτη, ανεκοινώθησαν κατά το 1830 εις τους Κρήτας εν Καλύβαις των Αποκορώνων υπό πληρεξουσίου των τριών ναυάρχων κυβερνήτου γαλλικού πλοίου. Εις το γεγονός τούτο αναφέρονται τα επόμενα άσματα.]

Α’

‘Στα χίλια οχτακόσια εικοσιοχτώ, μιαν Τρίτη,
(αφουγκρασθήτε να σας πω ογιά τη μαύρη Κρήτη)
σύναξη κάνου οι βασιλείς και πάνε ‘ς το Παρίσι,
να κάμουνε συνέλεψη τι να γενή η Κρήτη.
Μ’ απής εσυναχτήκανε κι’άρχηξαν το κουσούλτο,
ούλοι εδιχονήσανε και παίρνει την ο Τούρκος.
Αθρώπους τότ’ επέψανε κ’ εις τσοι Καλύβαις βγαίνει,
να συναχτούν οι Χρισθιανοί, να δώση το χαμπέρι.
Και σαν εσυναχτήκασι, διαβάζει τη συθήκη,
κ’ έγραφε πως εδώκανε του Μισιριού την Κρήτη.
Φωνιάζουν, κλαίν οι Χρισθιανοί• «Αφέντες κουμαντάτες,
εβγάστ’ απάνω ‘ς τα βουνά, να κάτσετε ‘ς τσοι στράταις,
να ιδήτε ούλα τα πουλιά, απού ψηλά πετούσι,
τα κόκκαλα τω Χρισθιανώ ‘ς τ’ αντόδια να βαστούσι.
Όσοι καταλυθήκανε ‘ς τα όρη κ’ εις τα δάση
ποιος είν’ απού θα σας τσοι πη και θα τσοι λογαριάση;
Ακούσετε να σάσε πω τα πάθη τα δικά μας:
‘Σ την Αραπιά πουλήσανε οι Τούρκοι τα παιδιά μας,
και όσοι απομείναμε εις τα βουνά γλακούμε,
ξυπόλυτοι κι’ ολόγδυμνοι για να λευτερωθούμε.
Κ’ είχαμε θάρρος εις εσάς, τσοι βασιλείς τσοι Φράγκους,
κ’ εδά μας αδικήσετε κι’ αφήκετέ μας σκλάβους.
‘Όντε θα βγουν τα νέφαλα και να φανούν οι κρίνοι,
και να ρθ’ ο φοβερός κριτής ούλους να μάσε κρίνη,
τα τάγματ’ ούλα τ’ ουρανού τριγύρου ν’ ακλουθούσι,
τα πάθη τω Χρισθιανώ τάδικα να γροικούσι,
νά ρθουνε με παράπονο κ’ οι Κρήτες να σταθούνε
μπροστά ‘ς το φοβερό κριτή τ’ άδικά των να πούνε,
τότες ν’ άποκριθήτ’ εσείς, Αγγλία και Γαλλία,
μπροστά ‘ς το φοβερό κριτή, δευτέρα παρουσία!
«Τώρα αποφασίσανε κ’ εκάμανε συθήκη,
πως να ναι πάλι αραγιάς του Μισιριού η Κρήτη».

«Φύγετε! Φύγετ’, άστε μας! μα μεις θε να σκεφτούμε,
γη ούλοι θ’ αποθάνωμε, γη θα λευτερωθούμε.
Θε μου και συ, πώς το βαστάς; εις τη σκλαβιά ακόμη,
ούλοι λευτερώθηκανε, κ’ η Κρήτη να ναι μόνη».

Έρχουνται πλοία φράγκικα και πάνε ‘ς τη Γραμπούσα
και βγάνουνε τσοί Χρισθιανούς, όπου την εβαστούσα.

Και Μισιριώταις φέρνουνε κ’ εις τα χωριά χτυπούσι,
φορούνε ρούχα κόκκινα και τούμπανα βαστούσι.
Καθίζουν σε μερκά χωριά και κάνουνε κρισάδες,
και τυραννούν τσοί Χρισθιανούς, σκεντσεύγουν τς αραγιάδες•

Β’
‘Σ τα χίλια οχτακόσια ‘ς τα τριάντα,
‘ς τς οχτώ του Σεντεμπριού ήρθ’ η γι αρμάδα.
Και βγαίνει ‘ς τ’ Ακρωτήρι, σιργιανίζει,
τον κόσμο βιζιτάρει και ξανοίγει,
τσοι Χρισθιανούς γυρεύγουνε να ιδούσι
και θλιβερό χαμπέρι για να πούσι.
«Οι Χρισθιανοί να μείνουν αραγιάδες».
Κ’ οι Τούρκοι χαραίς κάνουνε μεγάλαις.
Γλήγορα εις την φράγκικην αρμάδα
εγράψανε παράπονα μεγάλα.
«Όρη, βουνά, και τρύπαις και λαγκάδια,
γεμάτα νιαι φτωχούς και παλληκάρια,
τσι πείνας και τση δίψας ξεραμμένοι,
για να λευτερωθούνε οι καϊμένοι».
Κ’ οι καπετάνι’ αρχίζουν και γελούσι,
κ’ εις τα καράβια μπαίνουν και κινούσι.
Το κρίμα τω φτωχώ και τω χηράδω
εις το λαιμό σας να ‘ν’ ούλων τω Φράγκω.

(1881)

[Κατά την οροθεσίαν την γενομένη υπό διεθνούς επιτροπής προς εκτέλεσιν της βερολινείου συνθήκης τω 1881, απεκλείσθη των ελληνικών συνόρων το μέγιστον τμήμα της Ηπείρου, καίτοι επιδικασθέν εις την Ελλάδα υπό των Δυνάμεων. Τας ματαιωθείσας προσδοκίας των πέραν της δεξιάς όχθης του Αράχθου Ηπειρωτών θρηνωδεί το επόμενον άσμα].

’Σ όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλον τον κόσμο ήλιος
και ‘ς τα καϊμένα Γιάννενα μαύρο, παχύ σκοτάδι,
τι φέτο εκάμαν τη βουλή οχτώ βασίλεια ανθρώποι
κ’ εβάλανε τα σύνορα ‘ς της Άρτας το ποτάμi
κι’ αφήκανε τα Γιάννενα και πήρανε την Πούντα,
κι’ αφήκανε τα Γιάννενα και πήρανε την Άρτα,
κι’ αφήκανε το Μέτσοβο με τα χωριά του γύρα.

Το βιβλίο κατεβαίνει ελεύθερα από εδώ: Πολίτης, Νικόλαος Γ.,1852-1921, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Εν Αθήναις :Τυπογραφείον «Εστία»,1914.

Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/texts.html

Ο πίνακας του Θεόφιλου είναι από εδώ: http://www.afisorama.gr/product/product&product_id=3303

(Εμφανιστηκε 977 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)