14 Νοεμβρίου 2015 at 23:26

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας -Δ-

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας -Δ-

Βιογραφικά του συγγραφέα

Ο Δημήτρης (Τάκης) Τζήκας γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1971 στη Ζυρίχη της Ελβετίας, από γονείς μετανάστες Έλληνες εργάτες. Μέχρι την τετάρτη δημοτικού έζησε στο Λιβαδερό Κοζάνης, ενώ αργότερα ολοκλήρωσε το Λύκειο στην ίδια πόλη. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Δημήτρης Γληνός» του Α.Π.Θ. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, βρέθηκε στην Κομοτηνή για 15 περίπου μήνες. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου στον σύλλογο φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. Ιωαννίνων (1992-1995), ενώ συμμετείχε στο Δ.Σ. του συλλόγου Μετεκπαιδευομένων δασκάλων και στην επιτροπή προγράμματος σπουδών, ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος. Από το 1999 μέχρι σήμερα, εργάστηκε σε δημοτικά σχολεία της Φολεγάνδρου, της Κέρκυρας και στο 1ο Πρότυπο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης. Διαχειρίζεται την ιστοσελίδα «Ερανιστής», όπου και δημοσιεύει τακτικά κείμενα για τη γλώσσα, τη φιλοσοφία και την ιστορία. Ζει στη Θεσσαλονίκη και ψωμίζεται ως δάσκαλος στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Το Λεξικό, 504 σελίδες 17 χ 24, διατίθεται με αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου.

Ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας: eranistisnet.@gmail.com

Δ

δα: το μόριο θα. Δα διαβάσεις κι ύστερα θα παίξεις. Δα έρθουν το δειλνό. Δα πάω σπίτι

δάγκαμα το: δάγκωμα, δαγκωνιά. Μαβίλ.: Και μη σκιαχτείς το δάγκαμα του αστρίτα· / την αλήθεια ακατάπαυστα αναζήτα.

δαγκανιά η: δαγκωνιά, το δάγκωμα, δήγμα, δαγκωματιά. Παρ.: «Πεθερά κρομμύδι σάπιο, κάθε δαγκανιά και δάκρυο, / νύφη μου ξεκωλωμένη, ποιος μπορεί να σε ‘πομένει.»

δαγκανιάρης ο: δαγκωνιάρης, αυτός που δαγκώνει. Καζαντζ.: …θα σου βάλω, μα τα γένια του Προφήτη, στουμούχα, ως καθώς βάζουν στους δαγκανιάρηδες σκύλους, να σωπάσεις. Βλ. & δαγκάνω.

δαγκάνω: δαγκώνω. Βηλ.: Και τον δαγκάνω έτζι αλαφρά, οπού δεν το νογάει / μηδέ οχ τον ύπνο το γλυκό ταράζεται ή ξυπνάει. Παρ.: «Κάλλιο να σε δαγκάσει γλώσσα φιδιού παρά κακού ανθρώπου.», «Φίλα του εχθρού το χέρι, όταν δε δαγκάνεται.» | < ελνστ. δαγκάνω < αρχ. ελλ. δάκνω, με βάση τον αόρ. ἔδακον. Βλ. & αγωγιάτης ο.

δαδί το: κομμάτι ξύλου από την καρδιά ρητινώδους δέντρου, συνήθ. πεύκου, το οποίο χρησιμοποιείται ως προσάναμμα. Καρκ.: λα, πές μας Μπάρμπα-Καληώρα, πόσες φορς ναυάγησες; Στ κακο τ ρώτημα γεροναυτικς νάβει σν δαδί. Όμηρος: …νύκτας δ᾿ λλύεσκεν, πε δαδας παραθετο. / ς τρίετες μν ληθε δόλ κα πειθεν χαιούς (Καρκιδ.: και πάλε ολονυχτίς το ξύφαινε στο φως δαδιών που άναβαν. / Τρεις χρόνους κράτησεν ο δόλος της πλανεύοντας μας όλους | < μσν. δαδίν < αρχ. δᾳδίον, υποκορ. της λ. δᾴς.

δάμαλι το: ο νεαρός ταύρος. Καζαντζ.: …σα λιόντας, που σε βοδιών κοπάδι χύνεται και μιας δαμάλας σπάζει / το σβέρκο για βοδιού, στο σύλλογγο καθώς βοσκολογούνε / όμοια κι αυτούς τους δυο- απ᾿ το αμάξι τους κατέβασε ο Διομήδης. – …και τάζουμε σου ακόμα, δώδεκα δαμάλες στο ναό σου / μονοχρονιάρες, αβουκέντρωτες, να σφάξουμε. Σπλαχνίσου. Καρκ.: Kαι με το τέλος αυτό ο δικηγόρος εσυμβούλευε τους χωριάτες να μην τον λησμονούν. Nα του στείλουν κανένα ζωντανό – λιανό είτε χοντρό και δαμάλι ακόμη δεν επείραζε. Εώρταζον τα επινίκια, ψήνοντες δαμαλάκια, αρνιά, γουρουνόπουλα, κότες. Παρ.: «Ο Μάρτης είναι γδάρτης και παλουκοκαύτης, τα παλιόβοϊδα τα γδέρνει, τα δαμάλια τα παιδεύει.», «Δέκα μήνες το δαμάλι.» Βυζαντ. Παρ.: «Δάμαλιν κλέπτης, βουν κλέπτης.» | < μσν. δαμάλιν < ελνστ. δαμάλιον υποκορ. του αρχ. δάμαλις ή του αρχ. δαμάλη. Βλ. & μερώνω. Βλ. & τριότικος ο.

δάμαλος ο & δαμάλα η: δαμάλι· δυνατός, υγιής άνθρωπος | < Βλ. & δαμάλι το.

δαμασκί το: πολεμικό σπαθί, σπάθα, ξίφος (που σύμφωνα με την παράδοση κατασκευαζόταν στη Δαμασκό) Δημ.: Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν, / το δαμασκί μου το σπαθί πως ράγισε στη μέση / και το μακρύ ντουφέκι μου δεν έτρωγε μπαρούτι.

δαρμός ο: ξυλοδαρμός, ξυλοφόρτωμα. Δημ.: Ακούς το θρήνο τον πολύν, οπού βογγούν τα δάση, / και το δαρμό πού γίνεται, τα μαύρα μοιρολόγια; Μακρ.: σ τί θέλεις, κερατά, κα ο λλοι ο μπερμπάντες –λο ατ θά χωμεν;» Πρα να γερ ξύλο κα τ δωσα ναν δαρμν καλν κα τν βγαλα ξω π τ σπίτι μου. Παρ.: «Ο δαρμός κι η ατιμία δε βγαίνουν με το πλύσιμο..», «Ο δαρμός (είναι) αγιασμός.»

δασκαλεύω: εργάζομαι ως δάσκαλος, διδάσκω, συμβουλεύω, ορμηνεύω. Καρκ.: Πολλοί αρχιζητιάνοι τα έπαιρναν μ᾿ ενοίκιο, τα εδασκάλευαν στο ψυχολόγι κι εγύριζαν εδώ κι εκεί προβάλλοντας το άθλιο πάθημά τους στων θεατών το έλεος. Παπαδ.: …»η μάννα της η Καραμσαλίνα» δεν την θέλει, και ότι δασκαλεύει την μικράν Μαριώ πώς να την τσιμπά και να της τραβά τα μαλλιά. Πάλλ.: Εσείς πολύ το θέλατε, κι αμέσως τότε εκείνοι, / κι οι διο οι γερόντοι, αρχίνησαν πολλά να δασκαλεύουν. Παρ.: «Όποιος παθαίνει ένα δασκαλεύει εκατό.»

δασκάλισσα η: δασκάλα, διδασκάλισσα. Παπαδ.: φο δωκεν ξετάσεις κ᾿ πρεν ριστα κι ατή, μαζ μ τόσας λλας -214, νομίζω, εχαν ξετασθ τν χρονιν κείνην· ξ ατν 147 βγκαν πρωτοβάθμιες, πενηντατρες δευτεροβάθμιες, κα καμμία δν περρίφθη- διωρίσθη κι ατ δασκάλα ( τύπος τς λέξεως εναι μλλον λβανικς λληνικός· τν παλαιν καιρόν, ες τν βόρειον λλάδα τολάχιστον, λεγαν δασκάλισσα) πρωτοβαθμία ες ν π τ πολλ σχολεα τς πρωτευούσης. – τι λαλούσης ατς, εσλθεν Εθαλία, δευτέρα δασκάλισσα, συνοδευομένη κα π τν μητέρα της. Παρ.: «Κι εσύ κακή δασκάλισσα, κι εγώ κακό βελόνι.» Παραδοσιακά κάλαντα: Κυρά έχεις όμορφο μικρό στο μόσχο αναθρεμμένο. / Το λούζουν, το στολίζουνε στο δάσκαλο το στέλνεις. / Το καρτεράει ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα, / το καρτεράει η δασκάλισσα με δυο κλωνάρια μόσχο.

δασκαλούλι το: ο μαθητής του δημοτικού σχολείου. Πβ.: σ᾿ εχαν ᾿ν ρκούδα ᾿μ πάηναν σι λου το χουργιό. Τς πχι πουλλς τς λιγαν Μάρου. μες τ δασκαλούλια πάηνάμι π᾿ λάργα, γι ν τ᾿ βλέπουμι. (Μικρόβαλτο Κοζάνης). Παπαδ.: Τοιούτος ήτον ο άγραφος κανονισμός του Τσιτσούκα, τον οποίον υπεχρεούντο ν᾿ αποστηθίσουν και «να τον ξέρουν, νεράκι απ᾿ όξου», όλα τα παιδιά, «τα δασκαλούδια, καθώς και τα ξυπόλυτα του δρόμου, τ᾿ αγυιόπαιδα» | < μσν. δάσκαλος < αρχ. διδάσκαλος ο.

δασύς -ιά -ύ: πυκνόφυλλος, πυκνότριχος, λάσιος, πλούσιος σε δεντρώδη βλάστηση. Δημ.: Κάτω στα δασιά πλατάνια, στην κρυόβρυση / κάθονται δυό παλικάρια και μια λυγερή | < αρχ. ελλ. δασύς.

δασωμένος -η -ο: πυκνοφυτεμένος, πυκνόφυλλος, με πυκνό τρίχωμα, λάσιος. Καρκ.: …με το στήθος μαύρο, τραχύ, δασωμένο, σαν αδούλευτο χωράφι γεμάτο αγριάγκαθα.

δαυλί το: ο δαυλός, αναμμένο ή μισοκαμένο κομμάτι ξύλου, από αυτά που χρησιμοποιούσαν για θέρμανση ή για μαγείρεμα. μτφ. ο τελείως μεθυσμένος. Δημ.: Έβγα στο παραθύρι μ’ ένα δαυλί φωτιά / ν’ ανάψω το τσιγάρο και να σ’ αφήσω γειά. Μακρ.: Τότε μ φωτίζει Θες κα παίρνω να δαβλ μ φωτι ες τ χέρι κα φωνάζω, Παπαδ.: Νά τώρα, μες λοι εμαστε, ν πομε τν μαύρη λήθεια, κούτσουρα, δαυλι καμένα, καψάλες. Τώρα πο θ βγ παπς ν π τ Βγαγγέλιο -Τ καιρ κείν!- τί θ καταλάβωμε μες; Παρ.: «Ξύλα κούτσουρα, δαυλιά καμένα, μουντζουρώνουν όλα.», «Όλοι κούτσουρο κι αυτός δαυλί| < μσν. δαυλί(ο)ν < υποκορ. του δαυλ(ός) -ί(ο)ν. Βλ. & φυσέκι το, τζαναμπέτικος ο.

δαυλιασμένος -η -ο: καμένος· μτφ. καταραμένος, που του αξίζει να καεί. Παπαευαγγ.: -Τι κάνεις μανούλα μου; Καλα κουρίτσι μ΄. Μόνου που μας ξιπάτουσι τσ΄κότις η δαυλιασμέν΄η αλπού.!

δαύτος -η -ο: αυτός δα, ετούτος. Πάλλ.: …και την Αργίτισσα Λενιώ των Τρώων θενά αφήστε / και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι εδώ στην Τροία / για δάυτη Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ᾿ την πατρίδα; Κολ.: πατέρας μου, σν τον στ Τρίκορφα, το στειλεν Καπετάμπεης ν πάγει σ δαύτονε, δι ν τν προσκυνήσει. Παρ.: «Τα ‘χει η γάτα στ’ όνειρό της με τα δαύτα νιαουρίζει.» | < μσν. δαύτος < εδαύτος < έδ(ε) να! (< αρχ. ἴδε) + αύτος.

δαχλίδι το: δαχτυλίδι, κρίκος | < μσν. δαχτυλίδι(ον) < ελνστ. < υποκορ. του αρχ. ελλ. δακτύλιος.

δειλ(ι)νίζω: τρώω το δείλι, το απόγευμα. Παρ.: «Γέλασες και γιομάτισες, μα δε θα δειλινίσεις.» Γκοτζ.: Μεσημεριάζαμε, στρώναμε για φαΐ, έτρωγε κι ο Πανταζής. Δειλίνιαζε, έγερνε ο ήλιος, έπεφταν τα ίσκια.

δειλιώ: δειλιάζω. Πάλλ.: Ντροπής σου, αδέρφι, να δειλιάς σαν πρόστυχο! Μον κάθου / κι εσύ ήσυχος, περιόριζε και τ᾿ άλλα παλικάρια.

δειλνό το: το δειλινό, το απόγευμα, η εσπέρα, το χρονικό διάστημα λίγο πριν ή λίγο μετά τη δύση του ηλίου, το γεύμα του δειλινού | < ελνστ. δειλινόν: βραδινό φαγητό < ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. δειλινός: που ανήκει στο βράδυ.

δειπνίζω: δειπνώ, τρώω το βραδινό φαγητό, το δείπνο | < αρχ. ελλ. δειπνίζω. Βλ. & μεσάλι το.

δεκάτη η: είδος φορολογίας που πλήρωναν οι καλλιεργητές και που ισοδυναμούσε με το ένα δέκατο της σοδειά ή των προϊόντων, χωρίς ποιοτική αποτίμηση. Περρ.: …έδιδον προς τούτοις εκ του τυρού και βουτύρου το δέκατον, οι δε άλλοι καρποί, σίτος, αραβόσιτος και όσπρια ήσαν ελεύθερα δεκατίας ως μη προϊόντα του Σουλίου. Δημ.: Πέντε χιλιάδες βγήκανε Νιζάμι κι Αρβανίτες / και επλέρωσαν τη δεκατιά, στου Κουτσελιού τες ράχες | < αρχ. ελλ. δεκάτη. Βλ. & δεκατιστής.

δεκατιστής ο: ο συλλέκτης του φόρου της δεκάτης. Παρ.: «Όταν έρθει ο δεκατιστής, ας δεκατίσει ό,τι εύρει.» Βλ. & δεκάτη η.

δεκανίκι το: ψηλό μπαστούνι, με οριζόντιο στήριγμα στην κορυφή κατάλληλα διαμορφωμένο ώστε να στηρίζουν τις μασχάλες τους οι ανάπηροι για να βαδίσουν· πατερίτσα· στήριγμα, επιπλέον βοήθεια. Καζαντζ.: Πίσω του μια τσούρμα παιδιά, με πρησμένες κοιλιές, με καλαμένια ποδάρια, κι άλλα ακουμπώντας σε δεκανίκια, έτρεχαν παλεύοντας ποιό να πρωταρπάξει ένα κουκί, ένα ρεβίθι. Λειβ.: …φυσάει μες απ᾿ τα δεκανίκια των σακάτηδων που χτυπάνε τις πόρτες των πολιτειών | < μσν. δεκανίκι(ν) υποκορ. του ουσιαστικοπ. ουδ. επιθ. δεκανικ(όν) -ιον (ραβδίον): ραβδί του δεκανού, του δεσμοφύλακα (Πβ. μσν. δεκανοί: ραβδούχοι).

δεκαχρονίτης ο & δεκαχρονίτικος ο: στην ηλικία των δέκα χρόνων, δεκάχρονος. Καρκ.: Δεκαχρονίτης δεν ήταν ακόμη και άρχισε να πλουτίζη με νέους βηματισμούς αλλόκοτους και αφύσικους τον Kουτσοκουλόστραβο χορό.

δεκοχτούρα η: είδος αγριοπερίστερου. Καββ.: Μια δεκοχτούρα απ᾿ το πρωί μοιρολογάει στα στράλια / απάνω στο πλεούμενο, που περπατάει σαν πάπια. | < δεκοχτ(ώ) < δεκαοχτώ + -ούρα, ηχομιμ. (από την εντύπωση που προξενεί η κραυγή του πουλιού).

Δέλνο το & Δέλινο το: παλαιά ονομασία του χωριού Τριγωνικό Κοζάνης. Βλ. & Ορτάκι το.

δελτάκι το: παιδικό παιχνίδι με βόλους, τριγωνάκι χαραγμένο στο χώμα.

δεματιάζω: φτιάχνω δεμάτια. Παρ.: «Έναν έναν παίρνει ο χάρος κι ύστερα τους δεματιάζει.», «Άρμεγε, κούρευε, χέζε και δεμάτιαζε.», «Δεματιάζει αυγά.»: (για όσους επιχειρούν τα αδύνατα). Βλ. & δεμάτι το.

δεμάτι το: μεγάλη δέσμη, συνήθ. από κλαδιά, άχυρα κτλ.. Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ᾿ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ᾿ αλώνι να τ᾿ αλωνίσουμε!» Παρ.: «Κι εσύ κακό χερόβολο, κι εγώ κακό δεμάτι», «Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι.» | < μσν. δεμάτιν < ελνστ. δεμάτιον υποκορ. του αρχ. ελλ. δέμα.

δεματικό το: σκοινί από χόρτα, με το οποίο έδεναν τα δεμάτια. Δημ.: Παπαδοπούλα θέριζε σ᾿ ένα κοντό κριθάρι / σκύφτει να βάλει την χεριά και τη γεμίζει δάκρυ / σκύφτει να στρωσ᾿ διματικό και το μοιρολογάει. Βλ. & γκλέτσιος ο, δεμάτι το.

Δεμάτη η & Ντιμάτη η: τοπωνύμιο στην περιοχή του Λιβαδερού Κοζάνης | < πιθ. < δεμάτι το, βλ.λ.

«Δεν είναι μαλλιά τα γένια»: η φράση έχει πολλές χρήσεις, γενικά σημαίνει: ένα πράγμα δεν είναι ίδιο με κάτι άλλο.

δενδρογαλιά η: μικρό, ακίνδυνο δενδρόβιο φίδι. Δημ.: Μι᾿ ργιτοπούλα μι ναζο, / ατ μο σήκωσε τ νο. / Ποχει τ μάτια σν λιές / τ φρύδια σν δεντρογαλιές | < δένδρο + αρχ. ελλ. γαλή: γάτα.

δέντρο το: η βελανιδιά, η δρυς (επειδή ήταν πολύ παλαιά και διαδεδομένη, το κατ᾿ εξοχήν δέντρο).

δεντρί το & δενδρί το: το δέντρο. Δημ.: Αδύνατο είναι μια καρδιά, σαν πληγωθεί, να γιάνει / μοιάζει δεντρί που μαραθεί και πλιό καρπό δεν κάνει. Βλ. & θαρρεύω.

δέντρος ο: το μεγάλο, παλιό δέντρο, η βελανιδιά. Αραβαντ.: δέντρος o: η δρύς, ως το κατ᾿ εξοχήν δέντρο. Γκοτζ.: Ούτε χωράφια είχαν πολλά, ούτε ζωντανά, / μα ζούσαν όσο ο γέρο δέντρος στα βουνά. Παρ.: «Ο δέντρος δεν κόβεται με μια τσεκουριά.» Αίν.: «Κούφιος δέντρος, δράκος μέσα.» (τζάκι και φωτιά) – «Ένας δέντρος δόκιμος, που ᾿χει σφήνες δώδεκα, κάθε σφήνα κι όνομα.» (ο χρόνος με τους μήνες – Καρδίτσα).

δεξής -ια -ι: ο δεξιόχειρας, αυτός που χρησιμοποιεί το δεξί πόδι | < αρχ. ελλ. δεξιός.

δερβέναγας ο & ντερβέναγας ο: επί Tουρκοκρατίας ο επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος, ο οποίος φρουρούσε τα στενά περάσματα, τα δερβένια. Παρ.: «Πάλι Αλή πασάς πασάς πάλι εμείς δερβεναγάδες» | < ντερβέν(ι) (δες δερβένι) + αγάς. Βλ. & μπιζερνώ.

δερβένι το & ντερβένι το: στενή φυλασσόμενη διάβαση. Στίχ.: Kλείσαν οι στράτες του Μωριά, κλείσαν και τα δερβένια. Γκοτζ.: Πέρναγε απ᾿ το ντερβένι, εκεί που ᾿ναι τώρα το κόνισμα, και βλέπει δεμένα στις δάφνες δυο μουλάρια. Κάποιος αγωγιάτης απ᾿ τα απάνω χωριά γύριζε απ᾿ την Άρτα, απ᾿ τη Φιλπιάδα με ψώνια Δημ.: Κε πο πηγαίνω, λυγερή, γυνακες δ διαβαίνουν / κε εναι λύκοι στ βουν κα κλέφτες στ δερβένια / κα σένα παίρνουν, κόρη μου, κα μένα μ σκλαβώνουν – Κι αν τα ντερβένια τούρκεψαν, τα πήραν Αρβανίτες, / ο Στέργιος είναι ζωντανός, πασάδες δεν ψηφάει. / Όσο χιονίζουν τα βουνά, Τούρκους μην προσκυνούμε | < τουρκ. dervent. Βλ. & γαϊτάνι το.

δερβισιλίκι το & ντερβισιλίκι το: η ιδιότητα, τα χαρακτηριστικά του δερβίση, η μαγκιά, το φιλότιμο, μπεσαλίδικη συμπεριφορά. Βαμβ.: Τι με έκανε και ξαναπήγα; το ντερβισιλίκι μου. Το ντερβισιλίκι πάει να πει πως ήμουνα μάγκας, φιλότιμος, δεν πείραζα κανένανε, με σεβόντουσαν, τους σεβόμουνα, μ᾿ αγαπάγανε, τους αγάπαγα | < Βλ. & δερβίσης ο.

δερβίσης ο & ντερβίσης ο: μουσουλμάνος ιερωμένος, αυτός που ανήκει σε μουσουλμανικό ιερό τάγμα· μτφ. ο σωστός, ξηγημένος άνθρωπος, λεβέντης, ακέραιος, έντιμος χαρακτήρας. Πληθ. δερβίσηδες & δερβισάδες. Περρ.: Μετά την ομιλίαν ταύτην πρόσταξε τους δερβισάδας να προχωρήσωσι εν τω μέσω του στρατού και να ψάλλωσι, κατά το σύνηθες, με κατάνυξιν την προς τον θεόν παράκλησιν, επικαλούμενοι και του προφήτου Μωάμεθ την βοήθεια.Αλλά και εκ του ιερατικού τάγματος των δερβισάδων σκοτώθηκαν τέσσαρες. Πβ. Ρεμπέτ.: Βρε άντε, από κάτω απ᾿ το κεπαρίσι / βρε άντε, κάθεται ένα δερβίσι.- Βαμβ.: Στου Μίχαλου πηγαίνανε οι πιο φίνοι μάγκες. Στου Σάλωνα πηγαίνανε οι πιο φουκαράδες ενώ στου Μίχαλου οι πιο λεφτάδες, οι πιο ντερβίσηδες οι πιο καλοί. Παπαδ.: Κουράγιο, πατρίδα! Κουράγιο, δελφέ, το λέγει μπαρμπα-Σταρος. Σ θέλω ν εσαι ντερβίσης, τσι θ πάρουμε κα τ Γιάννενα! Ρεμπέτ.: Πεντακόσιοι δερβισάδες θα μας φτιάχνουν τους λουλάδες. – Γεια σου, Μάρκο, δερβίση! Παρ.: «Αν τον ξαναϊδείς στη βρύση, γράψε τόνε για ντερβίση| < τουρκ. derviş: φτωχός, αφοσιωμένος στον Θεό < περσ. darvēsh: ζητιάνος. Βλ. & αμανές ο.

δερβισόμαγκας ο & ντερβισόμαγκας ο: δερβίσης και μάγκας, σωστός, εντάξει μάγκας, ακέραιος. Βαμβ.: Μόνο ένας Κερομύτης, ένα φτωχό παιδί, καλός, ήσυχος, ντερβισόμαγκας, όμορφος, ο οποίος είναι και φίλος μου. Τον εκτιμώ πολύ και τα παιδιά μου τον αγαπούν. Βλ. & δερβίσης ο, μάγκας ο.

δερμάτι το: ασκός από δέρμα ζώου για ξινόγαλο. Παρ.: «Από σκυλί δε γίνεται δερμάτι.» Παπαδιαμάντ: Θα φάμε χέλια παχιά φέτος, παιδιά.. Από βδομάδα, σαν αφήσει τ᾿ αφεντικό, θ᾿ αρχίσω να τα ψαρεύω.. Έπεσαν στα τυριά, φάγανε κι ά-δέ φάγαν.. του διαόλου τα χέλια, βρε ! Ως και τα δερμάτια τα μισοφάγανε.. τα κάμανε τρύπες – τρύπες, κόσκινο… Ούτε ένα τουλούμι δε μπόρεσα να γλυτώσω.. Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί! | < αρχ. ελλ. δέρμα. Βλ.& ασκί το.

δερμόνι το: είδος μεγάλου κόσκινου, στο οποίο διαχώριζαν τα στάχυα από τα σπυριά. Όταν πια καθάριζε το σιτάρι, η βρίζα, το κριθάρι, η βρώμη από τα άχυρα, για να φύγουν τα υπόλοιπα άγανα χρησιμοποιούσαν το δερμόνι. Άρχιζε το δερμόνιασμα και από εκεί καθαρός πλέον ο σπόρος έμπαινε σε τσουβάλια για να γίνει η μεταφορά του στις αποθήκες. Παρ.: «Παλιά δουλειά μου κόσκινο, καινούρια μου δριμόνι» (Δημητσάνα). Ο Αραβαντ. αναφέρει δρομόνι το: κόσκινο εκ λευκοσιδήρου με μεγάλας οπάς. Και δρυμόνι | ίσως < δέρμα + -όνι < απιθ. η εκδοχή του Κοραή από το αρχ. δρόμων: γρήγορο καράβι.

δέση η: το δέσιμο. «Όλοι κλαιν τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τη δέση

δευτεράντζα η: πράγμα δεύτερης ποιότητας, ψιλοσκαρταδούρα. Παπαγ.: Από τη στιγμή που η μεταχουντική κοινωνία μας προβιβάστηκε καταναλωτικά, η λιμάρικη δευτεράντζα σήκωσε άγριο κεφάλι και πήρε θέση μάχης.

δευτέρωμα το: η δεύτερη φορά που γίνεται, συμβαίνει κάτι. Παρ.: «Καλά τα δευτερώματα, αν λάχει και πετύχουν.»

δευτερώνω: κάνω κάτι για δεύτερη φορά (μιλάω, πίνω κ.α). Καρκ.: Δε λέτε, ρε παιδιά, και τίποτα να ζεσταθούμε; ξαναδευτέρωσε εκείνος, αγκαλιάζοντας τη θερμάστρα σαν ερωμένη.

δηλωτή η: παιχνίδι της τράπουλας, συνδυασμός ξερής και κολιτσίνας που παίζεται με 2 ή 4 παίκτες.

δημοσιά η: δημόσιος, κεντρικός, (αμαξιτός) δρόμος. Πάλλ.: Έτσι προς τη θεόρατη οξά και βίγλα πάντα / δρόμιζαν κάτου απ᾿ το τειχί τη δημοσά ακλουθώντας, / ως που ως στις μάνες του νερού τις γάργαρες καθάριες / ζυγώσανε, όπου οι δυο πηγές πηδούνε του Σκαμάντρου. Κολ.: Τότε πρα τς φαμίλιες μαζί, ως του πο ηρα νοικτ τν δρόμον, τς φήκαμε κα πήραμε τν δημοσι τς Τριπολιτζς κα πήγαμε ες τ Βαλτέτζι ποπάνω ν λημεριάσομε | < μσν. δημοσία (ενν. οδός) < αρχ. ελλ. επιθ. δημόσιος.

διάβα το: η διάβαση, πέρασμα, πορεία, διέλευση. Η Κοζάνη στο διάβα του χρόνου. Στο διάβα του όλα τα παράξενα και τα ασυνήθιστα. Η μονή του Αγίου Γεωργίου στο διάβα των αιώνων λειτούργησε ως γυναικείο μοναστήρι, νοσοκομείο, πτωχοκομείο, γηροκομείο, σχολείο. Παρ.: «Άσε διάβα όπου φυτέψεις, κι όπου σπείρεις μονοπάτι.» | < μσν. διάβα(ν) < διαβαίνω. Βλ. & καλντερίμι το.

διαβάτης ο & διαβάτισς η: αυτός που διαβαίνει, ταξιδιώτης. Ελύτ.: Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική / Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα. Βλ. & πομπεύω, κάκητα η.

διαβάτρα η: διαβάτισσα, αυτή που διαβαίνει, περνάει, περπατά, πορεύεται. Δημ.: Πέντε γιατροί να τον βαστούν και δέκα μαθητάδες / και δεκοχτώ γραμματικοί να ράβουν τους γιαράδες. / Κι εγώ διαβάτρα να περνώ να τους καλημερίσω / καλώς τα κάνετε γιατροί, καλώς τα πολεμάτε. Βλ. & διαβαίνω.

διαβαίνω: περνώ, διέρχομαι, προχωρώ, περπατώ, πορεύομαι. Δημ.: Να μου διαβούν οι πόνοι Χαρείτε σεις οι νέοι, πο ᾿χετε τον καιρό / Χαρά χαράν χαρείτε, καιρόν μην καρτερείτε / γιατί ο καιρός διαβαίνει και δε γυρίζει πια. Ελύτ.: Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα. / Έσπερε, κάτω απ᾿ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου. Παρ.: «Αν δε διαβούμε ανήφορο, κατήφορο δε βρίσκουμε.» Βλ. & πάιμα το, χολιάζω, κασαμπάς ο, φύτρα η, δερβένι το.

διαγουμίζω: λεηλατώ, αρπάζω. Κοτζ.: Νέκρα στον τόπο, τον διαγούμιζε η ρεμούλα. Πάλλ.: ποτές μου εγώ μυριόμορφο δεν πέρασα βωμό σου, / μα απάνου σ᾿ όλους έκαψα βοδιών μεριά και πάχος / ποθώντας την καλόκαστρη να διαγουμίσω τρία. Παπαγ.: Τόν κανε πολλές φωτιές. Διαρρηγνύει τά μάτιά του. Διακατέχεται πό τή σκοτεινή νάγκη το θεατρίζεσθαι μέχρις σχάτων. Νά διαγουμιστον τά πάντα. Νά επωθε τι δέν επώθηκε, νά γίνει τι δέν γινε | < μσν. διαγουμίζω < μσν. διαγουμ(άς): διαγουμιστής < τουρκ. yağma -ς: λάφυρα, διαρπαγή (από τα περσ.). Βλ. & διάσελο το.

διαγούμισμα το: η λεηλασία, αρπαγή, καταστροφή. Έμεινε από τότε θρύλος το «διαγούμισμα του Μεσολογγίου.» Παπαγ.: Ανέκαθεν ο διχασμός και το διαγούμισμα του σπουδασμένου αποτελούσε θέμα κατάλληλο για κωμική εκμετάλλευση. Δε γελιέται ο άνθρωπος του δρόμου που τον κοιτάζει με λοίδωρη συγκατάβαση και τον θεωρεί ικανό για τη μάθηση αλλά γκαβό στη ζωή.

διακαμός ο: η σκιά, η μορφή ενός ανθρώπου. Παπαδ.: Ο γέρων τον εκυνήγησε. Μίαν ή δύο φοράς είδε τον «διακαμό του», τον φεύγοντα ίσκιον του, όπισθεν των βράχων.

διακονεύω: ζητιανεύω, επαιτώ. Παθήτ. διακονεύομαι. Βυζαντ. Παρ.: «Τον έμαθα να διακονή, εξέβη ομπρός μου και ζητά.» Χατζ.: Και το ξέραν όλοι πως οι γυναίκες τους διακονεύονται η μια με την άλλη, μοιράζονται αυτές το φαρμάκι και το πίνουνε μοναχές τους, δίχως να τους λένε τίποτα μήτε παραέξω να λένε, αν τύχει κι έχουν δικούς τους. Μακρ.: Ποις σς επε ν πιάσετε ντουφέκι; Σύρτε κα διακονέψετε | < διάκον(ος) -εύω: ασκώ υπηρεσία διακόνου (Πβ. αρχ. διακονῶ: ασκώ υπηρεσία < διάκονος).

διακονιά η: ζητιανιά, επαιτεία. Βλ. & κομματσιούλι το, διακονεύω, γύρα η.

διακονιάρης ο & διακονιάρα η: ζητιάνος, επαίτης, ζητλάρης, ζήτουλας. Παρ.: «Τεμπέλης (ή ακαμάτης) νιός, γέρος διακονιάρης.», «Ο Θεός να σε φυλάει από καινούριον άρχοντα κι από παλιό διακονιάρη.», «Αλογάριαστος πραματευής, καθάριος διακονιάρης.», «Κομμάτια δώσε στο διακονιάρη και μην του δείχνεις πόρτες», «Ο διακονιάρης τα μπροστινά σακούλια βλέπει.», «Του διακονιάρη ο τορβάς ποτέ του δεν αδειάζει.» Αίν.: «Ανεβαίνω σαν κυρά, κατεβαίνω διακονιάρα.» (σπίθα, σκαντζαλίθρα της φωτιάς) | < Βλ. & διακονεύω, ακάλεστος ο, αμανάτι το.

διάρχος ο & διάργος ο: πέρασμα, είσοδος, δρόμος, μονοπάτι, διέξοδος, σύνορο ανάμεσα σε χωράφια ή οικόπεδα | πιθ. < διέρχομαι: περνώ από κάπου.

διάσελο το: ο αυχένας του βουνού. Στης λευτεριάς το διάσελο, όρθιος ο γιος πολέμαγε. Λουντ.: Αχ… Χίλια «θέλω» θέλω εγώ κι ένα «μπορώ» δεν έχω. / Τι έχω δουλειά στα διάσελα, δουλειά στ’ απανωκόρφια, / φυλάω τ’ απάτητα βουνά μη μας τα διαγουμίσουν / φυλάω τα καραούλια μας απ’ του κιοτή το μάτι. Παρ.: «Στης γριάς το διάσελο, το Μάρτη πέφτει χιόνι.» | < δια- σέλ(α).

διασίδι το: νήμα ταχτοποιημένο στον αργαλειό που θα χρησιμέψει σαν στημόνι στην ύφανση· το υφαντό, το ύφασμα, το πανί που υφαίνεται | < διάζομαι.

διάστρα η: ξύλινο εξάρτημα του αργαλειού· κρεμιέται με σχοινιά και φτιάχνεται από τρεις σπάγκους, τα καντερέλια, στους οποίους τοποθετούνται ακτίνες από ομπρέλες, βεργιά τα αποκαλούν, και πάνω σε αυτές τα καλάμια με το νήμα.

διάτανος ο: διάβολος. Γκοτζ.: Τα χρόνια διάβαιναν και πιάνονταν, μούδιαζαν τα ποδάρια, περνώντας όλον το χειμώνα μες στα Ρυάκια του διατάνου (τώρα που οι αντίχριστοι Αγναντίτες τού φόρτωσαν τον κακότοπό τους). -Έχετε γεια, γράμματα, ψηφιά του διατάνου! Δε θα σκάσουμ΄εμείς τη χολή μας, δε θα το πάρουμε κρυφό μαράζι. Κρυστ.: Πίσω μου είσαι, διάτανε! αμ᾿ που μ᾿ έφερες εδώ, ωρέ κουμπάρε; πάντεχα που ήμουν πεσμένος μέσα στην κόλαση; Ακόμα βουίζουν τ᾿ αυτιά μ᾿ απ᾿ την αχλαλουή των κολασμένων. Μπα, π᾿ να τους κάψ᾿ η αστραπή ντε | < διά(βολ)ος + (σα)ταν(άς. Βλ. & μπουκουβάλα η.

διάκος ο: διάκονος, κληρικός που έχει τον κατώτερο από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Αθανάσιος Διάκος. Μα ο κόσμος με ξεκόλλησε και πήγα και κόλλησα πίσω από τον αρχιδιάκο που ήτανε τότε ο Βασίλειος, ο έπειτα Φλωρίνης. Δημ.: Ρίξε τα μαλλιά σου πρίμα, σαν το διάκο στ᾿ άγιο βήμα. Παρ.: «Να σου πει ο παπάς στο αυτί κι ο διάκος στο κεφάλι.», «Ας μ᾿ αγαπά ο πίσκοπος κι ας με μισούν οι διάκοι.» Βλ. & βουρλίζομαι.

διακόφτω: προσπερνώ στο τρέξιμο, έρχομαι πρώτος σε κάτι ανταγωνιστικό, προλαβαίνω, προφταίνω. Ξεκίνησε πρώτος, αλλά τον αδιάκοψα στο σκάπετο. Παρ.: «Τσιμπάει η μύγα το γομάρι, το διακόφτει το μπλάρι.»

διαφορίζω & διαφορεύω: βγάζω, εισπράττω κέρδος, διάφορο. Παρ.: «Ακριβά πουλεί ο χωριάτης και θαρρεί πως διαφορίζει.» Γκοτζ.: Έπαιρναν μαλλί, το ’γνεθαν μέρα νύχτα, κάθοντας ή περπατώντας, το ύφαιναν μόνες του, το γένωναν στο μύλο κι ήταν πια έτοιμο για πούλημα. Έτσι διαφόρευαν κάτι κι αυτές, αγόραζαν κάνα ποκάρι παραπάνω για τον εαυτό τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο κάναν σιγά σιγά τα προικιά τους | < Βλ. & διάφορο το.

διάφορο το: όφελος, η οικονομική ωφέλεια, ο τόκος, το κέρδος. Παρ.: «Ακριβά πουλά ο χωριάτης και θαρρεί πως διαφορίζει» και «Το πολύ το διάφορο τρώει και το κεφάλι.» Μακρυγιαν.: …κι᾿ ποιος χει διοχτησίαν τν βάνει μανέτι ες τος τοκογλύφους κα δανείζεται τρία τ κατ τν μήνα κα τ διάφορον κεφάλι, κα σ να χρόνο το τρώγει τ ποστατικόν του κα μένει νοικοκύρης κι᾿ γωνιστς διακονιάρης. Παπαδ.: Ο Κώστας ο Γαγάτος τώρα ήτον μέγας και πολύς, τοκιστής εις το χωρίον· πότε 18 τοις εκατόν, πότε 16 ή 15, τα σίγουρα, και «το διάφορο κεφάλι.» Τα θαλασσοδάνεια, συνήθως 36 τοις εκατόν, πάλιν «το διάφορο κεφάλι» έκφραση των τοκογλύφων, που δηλώνει τον ανατοκισμό – ενώ αυτός δεν έχανε ποτέ του τίποτε, ούτε διάφορο, ούτε κεφάλι. Το διάφορο δηλ. ο τόκος κεφαλαιοποιείται. Πβ. Γκοτζ.: Για σπουδάματα όποιος τρέχει / διάφορο τη φτώχεια του έχει. – Σαν είδε κι έπαθε χωρίς να διαφορέψει. Πβ. Παπαδ.: Παραπονεμένη, πολύπαθη γυναίκα! Ο σχωρεμένος, ο άντρας της, πέθανε, ο αδιαφόρετος, και της άφησε τρία παιδιά. Παρ.: «Διάφορο κατσουλωτό και ζημιά ολοστρόγγυλη» | < ελνστ. διάφορον, αρχ. σημ.: διαφορά.

διδυμάρια τα & ντουντουμάρικα τα: το δίδυμα. Βηλ.: Καλόγερος και διάβολος αδέλφια διδυμάρια / και σαν αδέλφια καρδιακά τηρούν δουλειά καθάρια | < αρχ. ελλ. δίδυμος.

δικάμπινος -η -ο: με δύο καμπίνες. Βλ. & κουβούκλιο το.

δικέλλι το: αγροτικό εργαλείο με δύο αιχμές. Για βαθύ, πολύ βαθύ σκάψιμο, χρησιμποποιούσαν ένα ειδικό σκαπτικό εργαλείο το δικέλι. Το δικέλι, επειδή προορίζονταν για βαθειά σκαψίματα, έπρεπε να είναι βαρύ εργαλείο, γι΄ αυτό και το σήκωναν μόνο άνδρες και μάλιστα άνδρες δυνατοί και σκληραγωγημένοι. Το σκάψιμο με δικέλι, ήταν η δυσκολότερη εργασία | < δικέλι < αρχ. ελλ. δί-κελλα < κέλλω: ωθώ.

δικούλλα η: δικέλλα, ξύλινο αγροτικό εργαλείο με δύο «δόντια.» Σουίδας: αγρίφη δίκελλα, σκεύος γεωργικό πολύγομφον | < Βλ. & δικέλλι το.

δικρανάς ο: δάσκαλος, στα «μαστόρικα.» Βλ. & δικράνι το.

δικράνι το: δίκρανο, διχαλωτό γεωργικό εργαλείο, κατάλληλο για το λίχνισμα των σιτηρών. Όταν τελείωνε το πάτημα, άρχιζε η διαδικασία του λιχνίσματος. Το λίχνισμα γινόταν με τα δικράνια. Όταν ξεχώριζε το άχυρο από τον καρπό, χρησιμοποιούνταν σιγά σιγά τα καρπολόγια. Παπαδ.: Μεταξ τν λλων πωλειν το τυχος πρέπει ν καταλογισθσι μία μνάς, ν δίκρανον, μία δαμασκην σπάθη, τέσσαρα ποκάμισα, ες νος, ν ζεγος περικνημίδων κα ες γρός. Πβ. Καζαντζ.: …λύσαν τα ξάρτια και στο δίκρανο πλάγιασαν το κατάρτι. Λειβ.: Οι χωριάτες αρπάζουν τα δικράνια τους και προχωράνε / ο άνεμος βουίζει μες στα στάχια βελάζουν τα μοσκάρια στις αυλές | μσν. δικράνιν υποκορ. του δίκραν(ον) -ι(ο)ν· ελνστ. δίκρανον· αρχ. ελλ. δίκρανος: δικέφαλος· δί-κρᾱνον, τό (δίς, κάρα)· ο Λουκιανός γράφει «δικράνι.»

δίπλα η: ότι διπλώνει, η τσάκιση του υφάσματος, ζάρα, τσαλάκωμα· το δίπλωμα, η στροφή, το γύρισμα του χορού· είδος παραδοσιακού γλυκίσματος. Δίπλες του σεντονιού, της κουβέρτας. Δίπλες με καρύδια και μέλι. Δημ.: Κι η κόρη αναστέναξε από τον κάτω κόσμο, / κι ανάψανε τα καπελειά, κι εκάησαν οι ρούγες, / εκάη και το λιθόρεμα που ρίχναν το λιθάρι / εκάη κι η δίπλη του χορού, π᾿ εχόρευε η γενιά της. Μες τ᾿ Άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι, / το πανηγύρι ήταν πολύ κι ο τόπος ήταν λίγος, / δώδεκα δίπλες ο χορός κι εξήντα δυό τραπέζια. Σε κάθε στρώση από δίπλες που βάζουμε στην πιατέλα ρίχνουμε από πάνω το τριμμένο καρύδι και λίγη κανέλλα. Συνεχίζουμε με τον ίδιο τρόπο μέχρι να τελειώσουμε όλες τις δίπλες. Μπορείτε να τις πασπαλίσετε και με ζάχαρη άχνη.

διπλαριά η: το διπλό, δυνατό χτύπημα στο σώμα άλλου, λ.χ. έφαγε κάμποσες διπλαριές, θέλει διπλαριές για να βάλει μυαλό. Καρκ.: O αγάς έδειρε με τις διπλαριές τον παραγιό όσο που απόστασεν. Έπειτα αιματοκυλισμένο τον έρριξεν έξω από την αυλόπορτα. Παπαδ.: Δυο, τρεις ποδαριές και τον αδράχνω. Σ᾿ ετσάκωσα, σ᾿ έχω, σ᾿ έφαγα. Τον απιθώνω απάνω σ᾿ έναν όχτο, τον αρχινώ στες διπλαργιές.

διπλαρώνω: ρίχνω διπλαριές, δέρνω, πιάνω, συλλαμβάνω· πλευρίζω, πλησιάζω κάποιον και κάθομαι δίπλα του, γενικότερα δημιουργώ ευκαιρίες επαφής μαζί του, για να πετύχω κάτι. Μτχ. διπλαρωμένος. Παπαδ.: Έξω του αρσανά, επί της άμμου, στενής όσον διά να σύρει τις ψαράδικην τράταν και την διπλαρώσει κατά μήκος του βράχου, ήσαν σκαρωμένα, πότε δύο βάρκες, πότε μικρόν τρεχαντήρι, πότε κότερον· – Ο μπάρμπ᾿ Αλέξης είχε διπλαρώσει την βάρκα επίτηδες, δια να τον παραλάβει, και αμέσως, πριν λύσει ο ναύτης τα απόγεια, πριν η λέμβος σαλεύσει ακόμη, διότι ήτο γαλήνη, ο επιβάτης ήρχισε να πιάνεται από τον σκαλμόν, από την κωπαστήν, από τον ώμο του μπάρμπ᾿ Αλέξη, από ό,τι εύρισκε.

δίμιτο το: χοντρό και πυκνοϋφασμένο βαμβακερό ύφασμα. Παπαδ.: -Μου είπε να της πας το πανί. -Το πανί; Ποίο πανί; –Το δίμιτο. Το ξέχασε να το πάρει μαζί της το πρωί | ελνστ. ή μσν. δίμιτον (ενν. ύφασμα) ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. δίμιτος < δι- + μίτ(ος) (αρχ. ελλ. μίτος: νήμα του στημονιού).

δίμουρος -η -ο: με δύο μούρες, δύο πρόσωπα. Παρ.: «Μάρτης δίμουρος, Μάρτης πεντάγνωμος.»

διπλάρικος -η -ο: δίδυμος. Γκοτζ.: Χαρά μεγάλη μας ήταν όταν καμιά γίδα γεννούσε διπλάρικα. Αυτά ήθελαν προσοχή τις πρώτες μέρες, να μην ψοφήσουν, κι ύστερα μεγάλωναν κανονικά.

δίπορτο το: οι δύο πόρτες (κυρίως στο τάβλι)· Πβ. τρίπορτο, τετράπορτο κλπ.· το ᾿χω δίπορτο: μτφ. έχω δύο δυνατές επιλογές, δυνατότητες, ευκαιρίες. Παπαδ.: Ο τρες ατο «τ εχαν δίπορτο.» καμναν μαζ Χριστούγεννα λλα Φράγκα, πρωτοχρονιν λλα νβα, καρναβάλι λλα ταλιάνα, κτλ.. Κα πάλιν μαζ καμναν Χριστούγεννα λλα Γρέκα, ι-Βασίλη λλα βέκια, κι πκριες. Κατπιν πάλιν Πάσχα λλα Φράγκα, Πάσχα λλα Γρέκα, μαζ πάντοτε.Κα μ τοιοτον τρόπον «τ χουν δίπορτο.» Μ ποιον κόμμα νικήσ, θ εναι φίλοι κα ο δύο, φο θ εναι ες. «ποιος γάιδαρος, κι ατο σαμάρι.»

δισάκι το: δύο μεγάλες σακούλες από χοντρό ύφασμα ή από δέρμα, ενωμένες στο επάνω μέρος με μια πλατιά λουρίδα, που τις κρεμούσαν, καθεμιά από διαφορετική πλευρά, στους ώμους ή στο σαμάρι του ζώου. Παπαδιαμάντ: Οι δύο βοσκοί εβοήθησαν τον παπάν να πεζεύσει, εξεφόρτωσαν το δισάκκιον με τα ιερά – Καλοειδς φορτώθη ς δισάκκιον δύο φλάσκας δεμένας δι σχοινίου, κατερχομένας νθεν κα νθεν το προέχοντος στέρνου του. Παρ.: «Αλλού ο καλόγερος, κι αλλού τα δισάκια του | < μσν. δισάκκι(ν) < ελνστ. δισάκκιον.

δίστομος -η -ο: δίκοπος, που κόβει κι απ᾿ τις δυό πλευρές της λάμας (για μαχαίρι, πέλεκυ κλπ), αμφίστομος. Δημ.: Γλυκά γλυκά κυττάζεις, φαρμακερά χτυπάς / με δίστομο μαχαίρι εκείνον π᾿ άγαπάς | < αρχ. ελλ. δίστομος.

δίφορος ο -η -ο: για φυτό που ανθίζει ή καρποφορεί δύο φορές το χρόνο. Δημ.: Εξήντα μήνες σ᾿ αγαπώ, γένονται πέντε χρόνια, / να φύτευα μια λεμονιά, θα έκοβα λεμόνια. / Μην τηνε κλαις τη λεμονιά, χίλια κι αν αστοχήσει / κάνει λεμόνια δίφορα, τον κόσμο να γεμίσει | < αρχ. ελλ. δίφορος.

διχάλι το: ξύλινο αγροτικό εργαλείο. Το αλώνισμα ξεκινά με το στρώσιμο του αλωνικού μέσα στην κούπα του αλωνιού και για το σκοπό αυτό οι αλωνάρηδες μεταφέρουν τ᾿ αλωνικό από τη θέση που είναι στιβιασμένο μέσα στ᾿ αλώνι κατά σωρούς και ένας απ αυτούς το απλώνει σ᾿ όλο τ αλώνι με το διχάλι, δηλ. ένα ξύλινο εργαλείο με μακρύ χέρι, σε σχήμα περισπωμένης, με διχάλα στην πάνω άκρη της οποίας τα χαχάλια (τα δυο ανοιχτά μέρη) είναι γυρισμένα προς τ᾿ απάνω με άκρες χωρίς αιχμή (κούτουλες) | < διχάλι < υποκορ. του αρχ. δωρ. επιθ. δίχαλος.

δοβλέτι το & ντοβλέτι το: η κρατική εξουσία, στην Οθωμανική αυτοκρατορία· το κράτος. Περρ.: …να μην τους δίδετε καμμίαν βοήθεια, ούτε εις τον τόπον σας να τους δέχησθε, επειδή είναι κακούργοι και φερμανλήδες από το δεβλέτι και όποιος δέχεται τοιούτους κακούργους πίπτει και αυτός εις την ιδίαν οργήν του υψηλού δοβλετίου, και εις το τέλος αφανίζεται από το πρόσωπον της γης. – …λοιπόν, εδώ που ήλθετε σε μένα ως βεκίληδες (πληρεξούσιοι) από τον τόπον σας, πρέπει χωρίς άλλο να μου δώσετε την Πάργαν με συμφωνίαν, οπού συμφέρει και εις το Δεβλέτι και εις εσάς, αλλέως δεν γίνεται | < τουρκ. devlet (από τα αραβ.) -ι. Βλ. & πουγγί το.

Δοβρά ή & Ντουβρά η: αγροτικό, κτηνοτροφικό τοπωνύμιο στην περιοχή Λιβαδερού Κοζάνης. Παλιά ονομασία χωριού στην περιοχή της Νάουσας. Λιούφ.: Πλην της Ναούσης κατεστράφησαν τα χωρία, Γύμνοβο, Μέγα Ρεύμα, Περισιόρι, Κουτσούφλιανη, Δοβράς (πατρίς Καρατάσου), Όσλιανη (πατρίς Καραμήτσου), Γιαννάκοβο, Επισκοπή, Αρκουδοχώρι, Κατράνιτσα, Γραμματίκοβο. Ο Π. Λιούφ. αναφέρει Δρόβιανη, ως παλαιό χωριό ή πολίχνη στην Ήπειρο· πιθανόν έχει σχέση με την αρχική προέλευση των κατοίκων.

δόκανο το: είδος παγίδας για τη σύλληψη ζώων, που αποτελείται από δύο μεταλλικά οδοντωτά σκέλη (σιαγόνες), που κλείνουν με ελατήριο και πιάνουν το ζώο συνήθ. από το πόδι. Κατασκεύαζε και πωλούσε αυτοσχέδιες παγίδες (δόκανα) για σύλληψη άγριων ζώων. Πβ. Βηλ.: Της Γάτας τα αγριόνυχα, του Γερακιού η μύτη / κι ο Δόκανος όπου μου στούν σε κάθε ανθρώπου σπίτι. Παρ.: «Εις το δόκανο δεν μπαίνει δυό φορές η αλούπω.» | < ελνστ. δόκανον (πρβ ελνστ. δοκάνη: διχαλωτός πάσσαλος για στήσιμο διχτυών, δόκανα τά: όρθιες παράλληλες μπάρες ενωμένες στις άκρες).

δοκίμι το: ο δόκιμος έφεδρος αξιωματικός (Δ.Ε.Α.) στον ελληνικό στρατό.

δοκιούμαι & δοκιέμαι: θυμάμαι, ανακαλώ, σκέφτομαι, συλλογίζομαι, φέρνω στο μυαλό, έχω υπόψη, αναπολώ. Βηλ.: Σαν το δοκήθη ο Λαχανάς, λιγόστεψε η ψυχή του / και μες τη λίμνη απήδησε, να γλύση τη ζωή του. Γκοτζ.: Για να δοκιέμαι, τρέμοντας ως μες στο φυλλοκάρδι, / το χρέος οπόχουν το σκληρό στα χρόνια μας οι βάρδοι | < αρχ. ελλ. δοκώ.

δόλιος -ια -ο: κάποιος που ταλαιπωρείται, βασανίζεται, κακοπερνά, κακοπορεύει, φουκαράς, κακομοίρης, ταλαίπωρος αλλά μάλλον συμπαθής. [Το μάλλον λόγιο επίθετο δόλιος έχει άλλη σημασία και σημαίνει τον άνθρωπο κακής πίστης, τον ύπουλο, που ενεργεί κρυφά, πονηρά, με δόλο.] | < αρχ. δόλιος· λόγ. < ελνστ. δολίως Βλ. & μαγκούφης ο, μαστραπάς ο, μπαϊλντίζω, λαβώνω, ανάρια.

δόλος ο: το δόλωμα, ο δόλος. Παρ.: «Ο μικρός ο δόλος πιάνει και πολύ μεγάλο ψάρι.» Στον Όμηρο, τα σύνθετα δολοφρονέων-ουσα και δολόμητις δηλώνουν τον/την δολοπλόκο, χωρίς οι λέξεις αυτές να έχουν απαραιτήτως αρνητικές συμπαραδηλώσεις.

δόξα πατρί το: μτφ. το μέτωπο. Τσιφ.: Τρεις μέρες πολέμησε προς τα πίσω και την τέταρτη ακριβώς, μεσημεράκι ήτανε, άρπαξε μια με πέλεκυ στο δόξα πατρί και δεν είπε μήτε κίμινο. Πέθανε πολύ στεναχωρημένος που πεθαίνει | < πιθ. επειδή οι χριστιανοί ιερείς ευλογούν στο μέτωπο, ψάλλοντας «…δόξα πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι» κλπ.

δόξα η: μτφ. το ουράνιο τόξο. Μαλ.: Αν περάσεις κάτω από τη δόξα (το ουράνιον τόξον) θα γίνεις κορίτσι. Παρ.: «Είδες δόξα την αυγή, βρε λιμάνι το βραδύ.» ή «Είδες δόξα την αυγή κακοσύνη το βραδύ, είδες δόξα το βραδύ καλοσύνη την αυγή.» Στα αρχαία ελληνικά, σήμαινε επίσης την πεποίθηση, δοξασία < δοκέω-ῶ: πιστεύω, σκέφτομαι, φαίνομαι.

δοξολογιά η: δοξολογία. Παρ.: «Μικρός (ή φτωχός) άγιος δοξολογιά δεν έχει.»

δόσιμο το: αυτό που είναι να δίνουμε, φόρος, υποχρεωτική εισφορά. Καρκ.: Tώρα όμως με την Προσάρτηση ο μπέης θέλει να τα κάμη τέλεια τσιφλίκια, / πως είνε και τ᾿ άλλα της Θεσσαλίας χωριά. Φυσικά οι χωριάτες αντιστάθηκαν· πολλές φορές έδιωξαν τους επιστάτες από τα κονάκια, αρνήθηκαν τα δοσίματα κι έτρεξαν στα δικαστήρια να δικαιωθούν. Παρ.: «Δεν κοστίζει το τάξιμο αλλά το δόσιμο.», «Το τάξιμο δε χαλάει σπίτι, το δόσιμο χαλάει.», «Το δόσιμο του χεριού, σώσιμο της ψυχής.» Πβ. «Τάξουλας και μη δόσουλας

δουκάνη η: μεγάλος κορμός δέντρου, με καρφωμένες πέτρες επάνω, τον οποίο έσερναν τα ζώα στο αλώνισμα | < ελνστ. δόκανον (Πβ. ελνστ. δοκάνη: διχαλωτός πάσσαλος για στήσιμο διχτυών), δόκανα τα: όρθιες παράλληλες μπάρες ενωμένες στις άκρες.

δουλευταράς ο & δουλευταρού η: Με αγάπαγε, όμως, πολύ γιατί ήμουν δουλευταρού.

δουλευτής ο & δουλεύτρα η: αυτός που δουλεύει, εργάτης. Δημ.: Ήλιε μου, τι πολλάργησες να πας να βασιλέψεις; / Σε καταριέται η αργατειά κι οι ξενοδουλευτάδες. Βλ. & κόπια τα, λοβιτούρα η. Καρκ.: …ξεβραχιονισμένες και ξετραχηλιασμένες, με το στήθος βαρυφορτωμένο από χρωματιστές χάντρες και άργυρά νομίσματα – σωστές νοικοκυρές και δουλεύτρες.

δούλεψη η: υπηρεσία., δουλειά, εργασία, κόπος, μόχθος. Κολ.: Ν μς δώσει 500 κανονιέρους μ φουστανέλες νδυμένους, 5.000 λληνες πο ερίσκοντο ες τν γαλλικν δούλευση | < μσν. δούλεψη < δουλευ- (δουλεύω) -ση. Βλ. & μοιρολογώ.

δραγασιά ο: τόπος ή μέρος που ορίζεται στη δικαιοδοσία, ευθύνη του δραγάτη, κατασκευή, κτίσμα όπου εδρεύει ο δραγάτης. Παπαδ.: Μόνον το μπαϊράκι του, το κόκκινον εκείνο μανδήλιον, το οποίον εκυμάτιζεν υψηλά άνω της στέγης της δραγασιάς, μόνον εκείνο ήρκει να τρέψει εις φυγήν τους κλέπτας.Την νύκτα, καθήμενος εις την δραγασιάν του ήκουε μακρόθεν κουδούνια και πατήματα ημιόνων, και φωνάς αγωγιατών να τραγουδούν | < Βλ. & δραγάτης ο.

δραγάτης & ντραγάτης ο: ένοπλος υπάλληλος υπεύθυνος για τη φύλαξη, αγροφύλακας, δασοφύλακας. Πληθ. ντραγαταραίοι οι. Παπαδ.: …ήτο αδραγάτης, ήτοι αγροφύλαξ του Δήμου, με χωρικόν ένδυμα, με πέδιλα από φασκιές, και ζωσμένος σελάχι με πιστόλια και μαχαίρας. Μακρ.: Συνάζονταν νθρωποι μ τ᾿ ρματά τους κι᾿ ρχονταν ες τ περιβόλι μου κα ες τ σπίτι μου κα ο δραγάτες. Δημoτ. Να ᾿μουν ελιά στα Σάλωνα και κλήμα στη Βοστίτσα / να ᾿μουν και στην Αράχωβα δραγάτης στα κορίτσια. – Να ᾿μουν το Μάη πιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης, / και ᾿ς την καρδιά του χειμωνιού νά ᾿μουνα κρασοπούλος. Βίρβος: Ωρέ Δραγάτη, παλικαρά μου / άσε να πάω στη φαμελιά μου / ποτές εγώ δεν έχω κλέψει, / αλεπούδες μπήκαν στο κοτέτσι. Παρ.: «Όποιος έχει αμπέλι, ας βρει δραγάτη.» | < μσν. δραγάτης < ελνστ. δραγάτης < ίσως < σύντμ. του αμπελιδεργάτης. Βλ. & κολαούζος ο.

δραγατσίκα η: το (δερμάτινο) ταγάρι, ο τορβάς, σακίδιο. Επώνυμ.: Δραγατσίκας.

δράμι το: παλαιότερη μονάδα βάρους, το ένα τετρακοσιοστό (1/400) της οκάς, μικρή ποσότητα. Μακρ.: ταν ζοσε Καραϊσκάκης λοι ατενοι οτε δι ψυχογυιν δν τν κάναν καμπούλι. Σκοτώνοντας Καραϊσκάκης, σκούργιασαν τ ντουφέκια τους, στόμωσαν τ σπαθιά τους. Τότε εδαμεν πόσα δράμια ζυάζει καθείς. Στίχ.: Μια βραδιά στην Αμφιάλη του τη φέραν του Μιχάλη / του τη φέραν του Μιχάλη μια βραδιά στην Αμφιάλη. / Πως πουλούσε με το δράμι κουλουράκια με σουσάμι. Πετρ.: …ο μέσος όρος όμως δια μισήν οκάν φασολίων είναι 50-60 δράμια κρεμμύδια, 40-50 δράμια καρότα, και 30-40 δράμια ρίζας σέλινου και μαϊντανού. Παρ.: «Το γαρούφαλο είναι μαύρο μα πουλιέται με το δράμι.» | αντδ. < μσν. δράμι(ον) < αραβ. dirhem < αρχ. ελλ. δραχμή: μικρή μονάδα βάρους, δραχμή.

δρέινος & δρένιος -α -ο: δρύινος, από ξύλο βελανιδιάς, πολύ σκληρός. Παρ.: «Γρίβα γένια π…τσα δρένια» | < αρχ. δρύϊνος < αρχ. ελλ. δρυς: βελανιδιά.

δρίμες οι: οι τρεις πρώτες ημέρες του Mαρτίου, του Mαΐου ή του Aυγούστου, που θεωρούνται αποφράδες. Παρ.: «Τ᾿ Αυγούστου οι δρίμες στα πανιά και του Μαρτιού στα ξύλα.»

δριμίλα η: έντονη, διαπεραστική οσμή, μυρωδιά. Χατζ.: Ήτανε το κατοικιό τους εκεί κι ανέβαιναν από μια μικρή ξύλινη σκάλα μέσ᾿ απ᾿ τ᾿ αργαστήρια. Ο τόπος όλος τριγύρω βρωμοκόπαγε την ξινή δριμίλα του τομαριού. Οι ταμπάκοι παινεύονταν πως ήταν από τους παλιότερους κατοίκους αυτής της πόλης | < δριμύς.

δριμονίζω: χρησιμοποιώ το δριμόνι ή δερμόνι, κοσκινίζω. Βλ. & δερμόνι το.

δροκνιά η: ροδακινιά. Βλ. & δρόκνο το.

δρόκνο το: το ροδάκινο | < με αναγραμματισμό από το ροδάκινο. Ο Αραβαντ. καταγράφει και δοράκινο.

δρολάπι το: ο δρόλαπας, ραγδαία βροχή με δυνατό άνεμο· ανεμοβρόχι. Καρκιδ.: Κι οι Τρώες σα φλόγα για σα δρόλαπας (φλογ σοι ολλέες ἠὲ θυέλλ) σφιχταραδίς ακλούθουν / με λύσσα αδάμαστη τον Έχτορα, το γιο του Πρίαμου, πάντα. Καζάντζ.: Καλή ᾿ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι / στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται / και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου | < Βλ. & ντουρλάπι το.

δρομί το: δρομάκι, δρόμος. Το δρομί του έρωτα. Στίχ.: «Και παίρνω το δρομί δρομί, δρομί το μοναπάτι.»

δροπικιάρης ο: που πάσχει από υδρωπικία ή ύδρωπα· έτσι ονομάζεται η συγκέντρωση ορώδους υγρού σε κοιλότητες του σώματος ή μέσα στους ιστούς ή κάτω από το δέρμα. Παρ.: «Όσο πίνει ο δροπικιάρης τόσο η δίψα του αξαίνει.» | < αρχ. ελλ. ὑδρωπικός + -ία < ὕδρωψ < ὕδωρ.

δροσερεύω: δροσίζομαι. Δημ.: Σ᾿ ένα ντουμάνι βρίσκομαι, σε μια φωτιά μεγάλη / και σαν σε ιδώ, σβήνει η φωτιά και δροσερεύω πάλι.

δρόσος ο: η δροσιά. Σαν του Μαγιού το δρόσο. Βλ. & νάμα το.

δρυ το: η δρύς, βελανιδιά. Ήταν το ιερό δέντρο του Δία της Δωδώνης που στην Ιλιάδα Π 233 αναφέρεται ως Πελασγικός, δηλαδή αρχαιότατος. Το θρόισμα του δέντρου έδινε χρησμούς. Τους ερμήνευαν οι Σελλοί, που στους επόμενους στίχους του ίδιου χωρίου της Ιλιάδας αναφέρονται ως ὑποφῆται (προφήτες) του θεού που κοιμούνταν ανιφτόποδοι κατάχαμα. Υπάρχει και η παροιμία «Δρυός πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται», η οποία λέγεται στις περιπτώσεις που ο καθένας προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την κατάσταση όταν ένας δύσκολος στόχος έχει πέσει | < αρχ. ελλ. ελλ. δρῦς, ἡ.

δυάρα η: λέγεται για πλήθος που ισούται με δύο μονάδες: δύο μέρες φυλακή, δύο γκολ, δύο στα ζάρια, νόμισμα δύο μονών κ.α.· «δε δίνω δυάρα»: αδιαφορώ τελείως, δε με μέλει, δε νοιάζομαι για κάτι. Τσιφ.: Τα καθάρματα της θάλασσας, Γενοβέζοι οι περισσότεροι, δε δίνανε δυάρα που οι Φράγκοι είχανε τώρα το κουμάντο | < δύ(ο) -άρα.

δυβιτάρης ο: αξιωματούχος, γραμματικός του Σουλτάνου. Περρ.: Δυβιτάρης, ο φέρων του Σουλτάνου το μελανοδοχείον.

δύναμαι: έχω τη δύναμη που χρειάζεται, μπορώ, καταφέρνω, είμαι σε θέση να κάνω κάτι. Παρ.: «Δύναμαι δε δύναμαι, τα μάτια τα γκουρλώνω.» Δημ.: Δύνασαι, μαύρε μ᾿, δύνασαι στο γαίμα για να πλέξεις;

δυναμάρικος -η -ο: επιθ. συνήθως λέγεται για σφριγηλό, ακμαίο και δυνατό παιδί. Πβ. Καζαντζ.: Καλός είναι, θεόψυχά μου, δυναμερός και μουρντάρης· σειέται, λυγιέται και τρίζουν τα τσαρδίνια του.

δυότικος -η -ο: ηλικίας δύο ετών, δίχρονος. Δυότικο αγγόνι· τριότικος: τριών χρονών.

Δυσσέας ο: Οδυσσέας. Μακρ.: Του λέγω: «Να με πας βράδυ εκεί οπού ᾿ναι ο Δυσσέας και θέλει μάθης χαμπέρια πλήθος, ότ᾿ ήρθα δια τον Δυσσέα Βλ. & ρεχέμι το.

δώμα το: δωμάτιο ή μικρό διαμέρισμα σε ταράτσα. Παπαδ.: Τοιούτος να είναι ο χειμερινός θάλαμος, έχων τα νώτα εστραμμένα προς βορράν και προς δυσμάς, συνεχόμενος με άλλον βορεινόν θαλαμίσκον, όστις να είναι συγχρόνως δώμα και ηλιακωτόν και υπερώον. Χριστόπ.: Οι θεοί όπου κατοικούν τα δώματα του Ολύμπου, / να δώσουν, να πορθήσετε την πόλη του Πριάμου | < δέμω (αρχ): αρθρώνω, χτίζω. Άλλα παράγωγα: δόμος, ὁ: σπίτι, οίκος (λατιν. domus), δέμας, τό: το ανθρώπινο σώμα ως καλά αρθρωμένο σύνολο.

δωριανός -η -ο: αυτός που δίνεται ως δώρο, χάρισμα. «Παρ.: «Αλαργινός ο κήπος, δωριανά τα λάχανα.»

δώρον άδωρον: το ανώφελο δώρο, αυτό που ίσως προκαλεί ζημιά σ᾿ όποιον το λαμβάνει. Σουίδας: άδωρα: κακόδωρα, τα επί κακώ διδόμενα. Σοφοκλής: «εχθρών άδωρα δώρα κουκ ονήσιμα», Αιλιανός: λαβόντες εκάτερος της κόρης την άδωρον μοίραν» | < μσν. δώρο < αρχ. δῶρον.

(Εμφανιστηκε 2.490 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν