8 Ιουνίου 2015 at 20:53

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας -Β-

από

ΛΕΞΙΚΟ Λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της νέας ελληνικής γλώσσας -Β-

Ο Δημήτρης (Τάκης) Τζήκας γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1971 στη Ζυρίχη της Ελβετίας, από γονείς μετανάστες Έλληνες εργάτες. Μέχρι την τετάρτη δημοτικού έζησε στο Λιβαδερό Κοζάνης, ενώ αργότερα ολοκλήρωσε το Λύκειο στην ίδια πόλη. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου και στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Δημήτρης Γληνός» του Α.Π.Θ. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, βρέθηκε στην Κομοτηνή για 15 περίπου μήνες. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου στον σύλλογο φοιτητών του Π.Τ.Δ.Ε. Ιωαννίνων (1992-1995), ενώ συμμετείχε στο Δ.Σ. του συλλόγου Μετεκπαιδευομένων δασκάλων και στην επιτροπή προγράμματος σπουδών, ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος. Από το 1999 μέχρι σήμερα, εργάστηκε σε δημοτικά σχολεία της Φολεγάνδρου, της Κέρκυρας και στο 1ο Πρότυπο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης. Διαχειρίζεται την ιστοσελίδα «Ερανιστής», όπου και δημοσιεύει τακτικά κείμενα για τη γλώσσα, τη φιλοσοφία και την ιστορία. Ζει στη Θεσσαλονίκη και ψωμίζεται ως δάσκαλος στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση.

Το Λεξικό, 504 σελίδες 17 χ 24, διατίθεται με αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου.

Ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας: eranistisnet.@gmail.com

Β

βάβω η: η γιαγιά, ηλικιωμένη γυναίκα, γριά. Παρ.: «Αν είχε αρχίδια η βάβω μας, τη λέγανε παππούλη.» | < μσν. βάβα, βαβά < σλαβ. baba· μσν. βάβω.

Βαγγελή η & Βαγγιλή ηφ: Βαγγελιώ, Ευαγγελία. Παπαδ.: Α τρες νοικάρισσαι το σογείου, κυρα-Κατίγκω Χρίσταινα, μετ τς γάμου δελφς της Φρόσως, κα γρια-Βαγγελ Λεμονού, μετ τς κόρης της τς Γεώργαινας, κα Σταματούλα Γεμενίτσα μετ τς ψυχοκόρης της τς Μαρούσας, μάλωναν δι κάθε τι, συχνότατα, σχεδν τρς τς βδομάδος.

Βαγγέλιο το: το ιερό Ευαγγέλιο των Χριστιανών. Παρ.: «Άλλοι παπάδες ήρθανε, άλλα βαγγέλια φέραν.» Βλ. & μαγαρίζω.

Βάγγιω η: Ευγαγγελία, Ευαγγελούδα, Βαγγελούδα, Λούδα. Δημ.: Εδίψασ᾿ η καρδούλα μ᾿ για μιά σταλιά νερό. / Πάω ο μαύρος στη βρύση να πιω κρυό νερό / Βρίσκω τη Βάγγιω πλένει πλένει και σιγοτραγουδεί.

Βάγγος ο: Βαγγέλης, Ευάγγελος, Τζέλας. Λουντ.: Ένα φεγγάρι εκρέμουνταν στην αγριελιά κλαμένο

προχτές που φέραν τέσσερεις το Βάγγο χτυπημένο.

βαγενάς ο: τεχνίτης, μαραγκός που φτιάχνει βαγένια, βαρελάς. Γκοτζ.: …άνθρωπος του σπιτιού κι εσύ, τεχνίτης, βαγενάς και μαραγκός, ο μάστρο Κώστας. Παρ.: «Βαγενάδες και γαϊδάροι, ένα μήνα έχουν τη χάρη» | < Βλ. & βαγένι το.

βάγια η: υπηρέτρια, η ακόλουθος, θεραπαινίδα.. Δημ.: Ανάψτε, βάγιες, τα κεριά, μουνούχοι τις λαμπάδες, / και στρώσετε την κλίνη μου, τη λινομέταξή μου.

βάγια τα: κλαδάκια από διάφορα φυτά ή δέντρα, κυρίως δάφνης, που μοιράζονται στους εκκλησιαζομένους την Kυριακή των Bαΐων. Δημ.: Από μικρός ορφάνεψα, με βάγια μ᾿ αναθρέψαν. ρθε Λάζαρος, ρθαν τ Βάγια, / ρθε τν Βαγιν βδομάδα. / Ξύπνα Λάζαρε κα μν κοιμσαι, / ρθε μέρα σου κα χαρά σου | < πληθ. του ελνστ. βάϊον, υποκορ. της λ. βάϊς: φύλλο φοινικιάς (κοπτικής προέλ.).

βαένι το & βαγένι το: ξύλινο βαρέλι. Ήταν τα περίφημα βαγένια. Έτσι τα λέγανε, που μπροστά είχαν μια μικρή πόρτα για να πλένεται το βαρέλι. Όμως στην Αγία Λαύρα, στα Καλάβρυτα, κάτω στο κελάρι της Μονής, υπάρχουν δυο βαγένια, που οι καλόγεροι τους έχουν δώσει και ονόματα, τεραστίων διαστάσεων, μέχρις 2.500 μπότσες και που μπροστά έχουν μία πόρτα τόση ώστε σκυφτός να περνάει άνθρωπος. Δημότ: Εμένα μ γνωρίζουν ο στράτες κα τ διάβατα, μ τρέμουν τ βαγένια κα τ καπηλειά | < μσν. βαγένι(ν) < σλαβ. vagan -ι με επίδρ. του μσν. λαγένα < λατ. lagena. Βλ. & γαλόνι το, μπότσα η.

βαζούρα η: βουή, θόρυβος, φασαρία· μτφ. άνθρωπος πολυλογάς. Πολλή βαζούρα έχει στο καφενείο | < Βλ. & βάζω.

βαζουφές ο & βαζυφές ο: σύνταξη, οικονομική ενίσχυση (Θεσσαλία).

βάζω: προκαλώ (συνεχή) ήχο, θόρυβο, φωνάζω, βάζω φωνές. λ.χ. Βάζει ο λάκκος, το ποτάμι κλπ.: ακούγεται ο θόρυβος από την ροή του νερού. Καρκ.: – Kλούβια κι άπιαστα, Θε μ᾿! είπεν η γριά Σταμάτω κάνοντας τον σταυρό της· τ᾿ έχεις, μωρέ, και βάζεις σαν άσβο; – Tο παιδί.. ο παραγιός μου πεθαίνει! Παπαδ.: -Άκουσες το βρόντο τους; -Τον άκουσα∙ ψοφίμικος κι αυτός. Κούφια έβαζε το ντουφέκι. Την μπαρούτη με το φτερό. Παραδοσ.: Ακούς τους μύλους πώς βροντούν / και τα νερά πώς βάζουν; Παρ.: «Βάζει ο μύλος, δεν ακούει.» | μσν. βάζω < αρχ. ελλ. βιβάζω.

βαθουλός -η -ο: κάπως βαθύς, κοίλος.

βαΐζω: γέρνω προς μια μεριά, πλαγιάζω, γέρνω, λυγίζω, μπατάρω, αποκλίνω, ξαπλώνω, κοιμάμαι. ΦΡ. Δεν έχει πού να βαΐσει: που να πάει, που να βρει στέγη και καταφύγιο. Γκοτζ.: …κι ετούτος πάει ανεβασμένος σ᾿ ένα κουτσομούλαρο, π᾿ άλλος κρατάει τα γκέμια του οδηγός και παραστάτης, έτοιμος με το πρώτο να τον πιάσει από τις αμασκάλες, άμα του ᾿ρθει θαλαμπωμάρα και βαΐσει, να σωριαστεί κατάστρατα ξερός. Βλ. & ντιακώνω.

βάιος -α -ο: ξένος, ξενομερίτης, από άλλη περιοχή (Σιάτιστα).

βάισμα το: η κλίση προς μια μεριά, το πλάγιασμα, η απόκλιση κατ᾿ άξονα.

βαϊσμένος -η -ο: που έχει βαΐσει, γερμένος, πλαγιασμένος, με κλίση προς μια μπάντα, μεριά. Βαϊσμένη καρότσα, πλατφόρμα.

βαλάνι το: το βελανίδι, ο καρπός της βελανιδιάς. Για να τραφούν, η Κίρκη έριξε κράνα, πρινοβέλανα μπροστά τους και βαλάνια, ό,τι έτρωγαν και οι χοίροι. Στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (1700) στο Τριφύλλι στη θέση «Βαλάνι». Μακρ.: κε φύλαγαν ο Τορκοι ν περάσουν ν τος πιάσουνε, κα δεκοχτ μέρες γκιζεροσαν ες τ δάση λοι κ᾿ τρωγαν γριοβέλανα κα γ βύζαινα κ᾿ τρωγα ατ τ γάλα. «Έχει χίλια γουρούνια στο βαλάνι»: είναι πάρα πολύ πλούσιος. «Φάε βαλάνια, πιε νερό, να δεις του χοίρου τον καημό.» | < ελνστ. βαλανίδι(ον) υποκορ. του αρχ. ελλ. βάλανος η.

βαλανί το: βαλανίσιο, φυτικό χακί χρώμα, έβγαινε από βελανίδια, τα οποία χρησιμοποιούσαν ως βασικό συστατικό σε φυτικές βαφές. Βαλανί βελέντζα.

βαλανίσιος -ια -ιο: για ζώο θρεμμένο με βαλάνι, βελανίδι, καλοθρεμμένο. Σαν χοίρος βαλανίσιος | < Βλ. & βαλάνι το.

βαλάντωμα το: στενοχώρια, θλίψη, βαρύς καημός, η κατάσταση, ψυχική εξάντληση, το αποτέλεσμα του βαλαντώνω, βλ.λ. Θεοδοσία, τέρμα τα βαλαντώματα! Η νύφη ήταν βαμμένη τόσο πολύ, που κάτω από το μακιγιάζ κρυβόταν το βαλάντωμά της από το κλάμα. Τραγούδησε έντονα την ευαισθησία και την τρυφερότητα, το βαλάντωμα της νιας και το μαράζωμα του παλικαριιού

βαλαντώνω: στεναχωριέμαι, θλίβομαι από τον καημό της αγάπης, καταβάλλομαι ψυχικά, κουράζομαι, εξαντλούμαι σωματικά. Οπαδός είδε την ομάδα του να χάνει στο τέλος και βαλάντωσε στο κλάμα. Μάλιστα, μία οπαδός των «reds» βαλάντωσε στο κλάμα όταν άκουσε πως ο σπουδαίος αρχηγός θα φύγει από την ομάδα της καρδιάς του. Παραδοσ.: Βαλαντωμένη μου καρδιά και πικραμένα χείλη, βολές με κάντε και γελώ, βολές κι αναστενάζω. Καζαντζ.: Μα αγάλια αγάλια η Κερκέζα, ως ένιωθε από πάνω της τη βαλαντωμένη ανάσα του αντρούς και τη βαρβάτη μυρωδιά του, γλύκαινε, έκαναν τα μάτια της χνούδι. Δημ.: Τρία σύννεφα βαλαντωτά, βαριά βαλαντωμένα το να ρίχνει ψιλή βροχή τ᾿ άλλο βαρύ χαλάζι το τρίτο το βαλαντωτό σπέρνει μαργαριτάρι – Κενο κρασ δν πινε / ρακ γι ν μεθύσει, / γάπη τ βαλάντωσε, / τχει βαλαντωμένο. Βλάχα μ᾿ τ᾿ είσαι σκουμπουμένη / και βαριά βαλαντωμένη; / Τι καλό έχω η κακομοίρα / με τον άντρα που επήρα; Παραμυθάκι μου μη με μαλώνεις / παραθυράκι μου μη μου σφαλάς / παραμυθάκι μου μη βαλαντώνεις / και την καρδούλα σου μην τη χαλάς (Λευτέρης Παπαδόπουλος) | < μσν. βαλαντώνω < ίσως από το βαλάντι(ον): πουγκί. Βλ. & μπαρμπερίζομαι, κακιώνω.

βαλμαριά η & βαλμαδιό το: στάβλος για μουλάρια και άλογα. Καρκ.: Αλλού τα βοσκοτόπια με τα μαντριά, αλλού τα βουκολιά με τα βόδια, αλλού τα βαλμαδιά με τ᾿ άλογα.

βαλμάς ο: ο κοινοτικός βοσκός, βουκόλος, τσομπάνος, υπεύθυνος για τη φύλαξη μεγάλων ζώων. Επώνυμ.: Βαλμάς. Στο Δροσοχώρι Ιωαννίνων σώζεται ομώνυμο αποκριάτικο παιχνίδι: Ύστερα από το γλέντι της Αποκριάς, παιζόνταν το παιγνίδι του βαλμά γύρω από τη φωτιά. Γύρω στα 20 παλικάρια πιάνονται στη σειρά, ο ένας τη μέση του άλλου. Ο πρώτος είναι ο κεχαγιάς, το αφεντικό, και ο τελευταίος ο βαλμάς, δηλαδή ο αλογοβοσκός του κοπαδιού αλόγων που συντηρεί ο κεχαγιάς. Το κοπάδι των αλόγων αποτελούν τα παλικάρια μεταξύ κεχαγιά και βαλμά. Ο κεχαγιάς, που κρατά στο χέρι μια ξύλινη βέργα, αρχίζει τη στιχομυθία. Κάθε απάντηση του βαλμά συνοδεύεται από κυνηγητό του αφεντικού να τον χτυπήσει με το λουρί. Αυτός προσπαθεί να αποφύγει τα χτυπήματα και συμπαρασύρει όλα τα παλικάρια. Ορισμένες φορές ανεβαίνει καβάλα στους ώμους του τελευταίου, για να αποφύγει το αφεντικό του, ενώ όλοι προσπαθούν να αποφύγουν τη φωτιά. Αραβαντ.: βαλμάς ο: βουκόλος.

βάλσαμο το: αρωματικές ουσίες που παράγονται από φυτά ή με χημικές μείξεις και χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ως παυσίπονα ή στην αρωματοποιία· καθετί που ευχαριστεί τις αισθήσεις ή ανακουφίζει τον πόνο, τη θλίψη (Τριαντ.). Δεν βρήκε βάλσαμο και γιατρειά. Νίκη-βάλσαμο για τον Μακεδονικό. Η διακοπή του πρωταθλήματος αποτελεί… βάλσαμο για τον Ηρακλή, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία που αναζητούσε προκειμένου να επουλώσει τις «πληγές» του. Παπαγ.: Τα βάσανα – πάσκιζε και τα ανακούφιζε. Τη λύπη – πάσκιζε και της έριχνε βάλσαμο. Την ευτυχία – τη μοιραζόταν. Παπαδ.: Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και της εκ της χηρείας. Παρ.: «Από κλωνί βασιλικό κι από βαλσάμου ρίζα.» | < αρχ. ελλ. βάλσαμον.

βαμπάκι το & μπαμπάκι το: το βαμβάκι. Δούλευαν εργάτες στα βαμπάκια, στον κάμπο της Βέροιας. Παρ.: «Μπαμπάκια η στράτα του.»

βαμπακώνω: μτφ. εισπράττω χρήματα, κερδίζω λεφτά μάλλον εύκολα, ενθυλακώνω, τσεπώνω με άνεση, κάνω μασούρι· μτφ. πηδώ, γαμώ· βαμβάκωμα το: το πήδημα, γαμήσι. Βαμπάκωσε το χρήμα κι έφυγε. Παροιμ: «Όποιος θε να βαμπακώσει, τον Γενάρη θε να οργώσει.», «Όποιος σπέρνει το Γενάρη, παίρνει την ανεμοζάλη.» | πιθ. < βαμβάκι < το βαμβακερό, μαλακό ύφασμα της τσέπης εσωτερικά.

βάνα η: είδος διακόπτη σε δίκτυο σωληνώσεων, που επιτρέπει ή εμποδίζει τη ροή νερού ή άλλων υγρών· το στριφτάρι. Βάνα αποστράγγισης, βάνα απομόνωσης. Οι βάνες του Φυσικού Αερίου (κίτρινου χρώµατος) όπως και οι βάνες της θέρµανσης και του ζεστού νερού χρήσης (κόκκινου χρώµατος) πρέπει να είναι ανοιχτές. Κλείνουμε τις βάνες των σωλήνων που έρχονται από τα διαμερίσματα | < γαλλ. vann(e) -α. Βλ. & μάνικα η.

Βανθία η: Ευανθία.

Βάνιτσα η & Βάντσα η: κώμη, χωριό δίπλα στην Κοζάνη, η σημερινή Άνω και Κάτω Κώμη. Λιούφ.: Τελευταίος των οπλαρχηγών της περιφερείας ή του καπετανικείου (καπετανάτου) Βανίτσης και Κοζάνης ην ο Γεωργάκης Σαλταπήτας.

Βαντσιώτης ο & Βαντσιώτισσα η: κάτοικος της Βάντσας, βλ.λ.

βάνω: βάζω. Παρ.: «Όποιος βγάνει και δε βάνει, γρήγορα στον πάτο φτάνει.», «Ο μύλος ό,τι του βάνεις αλέθει.», «Σαν ραγίσει το γυαλί, τρέχα βάνε του κερί.» Βλ. & κρομμύδι το, παραμετρώ, σταυροκοπιέμαι.

βαραίνω: βαρώ, χτυπώ, δέρνω κάποιον· γίνομαι βάρος, βαρύνω· μοιάζω, κληρονομώ χαρακτηριστικά. Δημ.: Ρίχνω μήλο τη βαραίνω / δεν το δέχτηκε / αλήθεια να αγάπη μου σα αγαπώ / Ρίχνω μάλαμα κι ασήμι / χαμογέλασε. Σιδ.: -Αμ ου τρανός πουθινά δε σ’ άφκι. – Εμ, πρώτος βγήκε, πού θα βάραινε Αντρομάχη;

βαρβατεύω: βρίσκομαι σε γενετήσιο οργασμό, βρίσκομαι σε περίοδο έντονης σεξουαλικής επιθυμίας· βατεύω. Μα, τώρα, που ήρθε η άνοιξη όλα πήραν κι αλλάξαν. Η φύση ζωήρεψε, λουλούδιασε, βαρβάτεψε κι άρχισε να γεννοβολάει. Παρ.: «Σαν βαρβάτεψε ο γάιδαρος δεν το μπορεί το καπίστρι.»

βαρβάτος -η -ο: (για αρσ. ζώο) που δεν είναι ευνουχισμένος· εύρωστος, νταβραντισμένος, ακμαίος, δυνατός, υπολογίσιμος, σημαντικός, γερός, στιβαρός, ξεχωριστός, μεγάλος σε μέγεθος. Άλογο, άτι, φαρί, κράτος, κάστρο βαρβάτο. Βαρβάτος συγγραφέας. Πάλλ.: Ο γονιός τους / κάθουνταν στην καλόχτιστη Φηρή, σε βιός βαρβάτος, / κι απ᾿ το Ρουφιά κατάγουνταν, απ᾿ το φαρδύ ποτάμι | < ελνστ. βαρβᾶτος < λατ. barbatus: που έχει γένια (barba) (δηλ. όχι ευνούχος). Βλ. & μουνουχίζω.

βαργομίζω: βαρυγκομώ, δυσφορώ, δυσανασχετώ, αγανακτώ, οργίζομαι. Δημ.: Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει: / «Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες, / μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργωμισμένος; Καρκ.: Mε τα ίδια μάτια -τα μάτια της βαργομισμένης του ψυχής– έβλεπεν ο τελωνοφύλακας και τους χωριάτες.- Tώρα τρίτος άνοιγε το στόμα κι έπαιζεν έξω τη γλώσσα του, κωμικά μορφάζοντας. Άλλος εγύριζε πλευρό, βαργομισμένος | < μσν. βαρυγνωμώ < βαρύγνωμ(ος) -ώ < βαρυ- + γνώμ(η) -ος.

βαρδάκι το: το κύπελο, ποτήρι, σταμνάκι. Βαμβ.: Τα σταμνάκια ήταν μπαρδακάκια μικρά, απ᾿ αυτά που παίρνουν στα παιδιά. Κάναμε μια τρύπα για το καλάμι και μια ντουμανότρυπα. Το ξύναμε με το μαχαίρι. Άλλους ναργιλέδες δεν είχαμε. Επώνυμο: Βαρδάκας | < τούρκ. bardak.

βαριοθλίβομαι: θλίβομαι βαριά, λυπάμαι, στενοχωριέμαι πολύ, «είμαι βαριά.» Εφτ.: Επε, κα μ᾿ διωξε π᾿ κε κι γ βαριοθλιβμουν. / Κα βγκαμε ρμενζοντας μ τν καρδι καημνη.

βάρκος ο: χειρώνακτας εργάτης σε λιμάνι, απλός φορτωεκφορτωτής, ανθρακεργάτης, εργάτης στο κάρβουνο, χαμάλης. Βαμβ.: Οι δουλειές ήτανε αργολαβία. Υπήρχαν άλλοι πιο μεγάλοι κάποι. Κάποι ονομαζόντουσαν στην δουλειά αυτοί όπως είχαμε το όνομα βάρκοι εμείς.

βαρκό το: τόπος υγρός, χαμηλός και βαλτώδης, χωράφι με νερό, η μουτσιάρα. Παπαευαγγ.: Άι Φώτη, σύρι στου χουριό, να σι λούσ΄ κι η Φώτινα, κι ταχιά χαραή-χαραή παρ΄τα κατούνια στουν τρουβά, σύρει κι στ΄ Ντίμουλα στου βαρκό, πάρ΄ κι τα βόδια να σπείρουμι του χουράφ΄. Παρ.: «Αν βρέξει τ᾿ Άη Λουκά, χέσε μέσα στα βαρκά.» Αραβαντ.: βαρκό το: έδαφος χθαμαλόν και ελώδες, με βαρείαν περί αυτό ατμόσφαιραν | < μσν. το βούρκος: νερουλή λάσπη, κυρίως του πυθμένα της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών ή το επιθ. βαρικός < βαρύς + -ικός ή αλβ. vlag/ë, -a: η υγρασία της γης.

βάρτε: βαράτε. «Βάρτο χάλαστο»: λέγεται για συνεχείς, διαδοχικές δραστηριότητες συζητήσεις, παλινωδίες, δουλειές: Βάρτο χάλαστο, συμφωνήσαμε τελικά. Πάλλ.: Δαρδάνοι κονταρόπλιστοι και Τρώες και Λυκιώτες, / θάρρος, παιδιά, και βάρτε τους ατρόμητα σαν άντρες!

βαρύνω: γίνομαι βάρος σε κάποιον. Παπαδ.: Σακελλάριος, πτωχός, εχε συλλάβει τ σχέδιόν του. Δν κατεδέχετο τώρα πο ζη κόμη, ν δώσ νόχλησιν ες τν κόσμον μετ θάνατον. «Πρς τί ν τος βαρύνω, τος νθρώπους;» επεν. «ρκε, τι τος βάρυνα ζωντανός.»

βασιλές ο: βασιλέας, βασιλιάς. Δημ.: Βασιλοπούλα τ᾿ άκουσε που του ψηλό σαράι. / Σώπα, σώπα, μπρε Κουσταντή, κι μη πουλιπινιέσι, / κι θα τ᾿ ακούσι η βασιλές, κι στείλει κι σι πάρει.

βαστάζος ο: αχθοφόρος, χαμάλης. Παπαδ.: Τί σε Κωνσταντνε καλέσωμεν; κληρονόμον χαμαλίκας, τν βαστάζων ρχηγόν, λλακτν το νανία, ηδέστατον μωρόν. – Τ κατώγι μας, πως λα τ κατώγεια, εχε πλημμυρήσει νερόν, κ᾿ εχομεν πληρώσει τρες δραχμς ες τν Πακέτον, τν βαστάζον τς γορς, ς προσκολλημένον διαρκς ες το Ζιμπλο τ μαγαζί, τ ντικρινό μας, δι ν τ δειάσ | < αρχ. ελλ. βαστάζ(ων) < βαστάζω.

βάτεμα το: ζευγάρωμα, η γενετήσια πράξη ζώων με σκοπό την αναπαραγωγή, η οχεία | < ελνστ. βατεύω.

βατεύω: ζευγαρώνω με το θηλυκό, οχεύω. Παθήτ. βατεύομαι. Παρ.: «Εβατεύονταν η γίδα και τον τράγο τσούζει ο κώλος.» | < ελνστ. βατεύω.

βατσίνα η: ένεση, βελόνα, εμβόλιο | < βενέτ. vacina (ιταλ. vaccina).

βατσινιά η: αγκαθωτός θάμνος ή δενδρύλλιο, βάτος. Παρ.: «Η μικρή η βατσινιά κρατάει το λαγό το μεγάλο», «Σαν πόσα βατσινόμουρα στον κώλο της αρκούδας;» Δημ.: Πέντε ποντικοί και δέκα οχτώ νυφίτσες / γάμον έκαναν σε σπειρί σιτάρι / και ήλιαζαν, μπρε, και το ήλιαζαν / στης βατσινιάς το φύλλο / και το σακιάζαν μπρε, και το σακιάζαν, στης ψείρας το τομάρι. / Και το φόρτωναν, μπρε, και το φόρτωναν στου ψύλλου τα καπούλια / και το άλεθαν, μπρε, και το άλεθαν στης μπάμπως τα σφονδύλια (μαστοί). / Η ψείρα ζύμωνε κι ο ψύλλος καίει το φούρνο / κάπως έκανε, μπρε, κάπως έκανε και σκόνταψε και κάηκε / η ψείρα φώναζε, μωρέ, το μπάκακα φωνάζει, / τρέχα μπάκακα, τρέχα μπάκακα, με το νερό στο στόμα, με το νερό στο στόμα. (αποκριάτικο) | μσν. βάτσινο το: βατόμουρο < επιθ. βάτινος < αρχ. ελλ. βάτος[ᾰ], ἡ: θάμνος με αγκάθια ή άγρια βατομουριά.

βάλ(τ)σιμο το: το να βάζεις κάτι κάπου, τοποθέτηση, είσοδος, το έμπα. Στο βάλτσιμο είναι εύκολο, στο βγάλτσιμο δυσκολεύομαι.

βαλούτα η: λέγεται για πράγμα κακής, κατώτερης ποιότητας, κατώτερης διαλογής. Το μισό στάρι φέτος βγήκε βαλούτα.

βάρεμα το: χτύπημα, πλήγμα, ξυλοφόρτωμα, το αποτέλεσμα της ενέργειας του ρήματος βαρώ. Παρ.: «Αλλού το βάρεμα κι αλλού ο πόνος.», «Το κεφάλι χωρίς μέτρα θέλει βάρεμα με πέτρα.»

βαριοπούλα η: σφυρί μικρότερο από τη βαριά. Θρασύτατοι ληστές που δεν διστάζουν να σπάσουν τις πόρτες των σπιτιών με βαριοπούλες, μέρα μεσημέρι. Τζιχαντιστές καταστρέφουν με βαριοπούλες ανεκτίμητες αρχαιότητες. Βλ. & ματσόλα η.

βαριός ο & βαριό το: η βαριά, το μεγάλο, βαρύ σφυρί. Βαριές και βαριοπούλες σε διάφορα κιλά. Παπαδ.: Ο πρωτομάστορης με τον βαριόν έκαμε τους νενομισμένους τρεις σταυρούς εις το πηδάλιον, και έδωκε τον πρώτον κτύπον της ωθήσεως εις το πελώριον σκάφος. Συγχρόνως έπεσαν εν ακαρεί τα κοντοστύλια όλα. – Μ τ βαριό, μ τ βαριό, / ξυπν γύφτος τ χωριό / Γι τ σφυρί, γι τ σφυρ / τρελαίνεται κι λυγερή.

Βαροσλής ο: ο γηγενής κάτοικος Σερβίων Κοζάνης. Μαλ.: Οι Βαροσλήδες, δηλαδή οι γηγενείς Σερβιώτες, φορούσαν «αντιριά», από ύφασμα μεταξωτό ή αλατζιά ή σατένι, χρώματος παρδαλού ή σκούρου, τα οποία δίπλωναν με το ένα φύλλο απάνω στο άλλο. Στη μέση φορούσαν ζωνάρια μάλλινα ή μεταξωτά ή και λουριά. (Σέρβια Κοζάνης) | < από την ελληνική συνοικία Βαρόσι των Σερβίων, την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας.

βαρυγκομώ: δυσφορώ, δυσανασχετώ. Παρ.: «Όσο λείπει ο αφέντης κανένα δεν νοιάζει, μα όσο λείπει ο γάιδαρος, ούλοι βαρυγκομάνε.» | < μσν. βαρυγνωμώ < βαρύγνωμ(ος) -ώ < βαρυ- + γνώμ(η) -ος.

βαφτισιμιός ο & βαφτισιμιά η: βαφτιστήρι, αναδεξιμιός. Αυτός ο στιλάτος κούκλος είναι βαφτισιμιός της Άννας Β Περίμενα να δω δύο μικρά παιδάκια και είδα ότι οι βαφτισιμιές μου ήταν μια κοπέλα 24 χρόνων και μια κυρία 33 χρόνων | < μσν.(;) επιθ. βαπτισιμαίος < βαπτίσιμ(ος): που πρέπει να βαφτιστεί -αίος < βάπτισ(ις) -ιμος· βαφτισιμ(ιός) -ιά.

βαψτερός -η -ο: βαμμένος πιο έντονα, τονισμένος χρωματικά. Βαψτερά γράμματα.

βαψτερώνω: κάνω κάτι πιο βαψτερό, πιο χρωματιστό, βάφω κάτι πιο έντονα | < βάφω.

βγάλ(τ)σιμο το: το αποτέλεσμα της ενέργειας του ρήματος βγάζω & βγαίνω, η εξαγωγή, η αφαίρεση, η έξοδος, το ξέβγα. Μακρ.: Πρν μαθευτ τ βγάλσιμο το Μπραΐμη ες τ κάστρα, κρίθη ελογον σα σκέρια ταν δι τος ναντίους ες τν Πελοπόννησον ν συναχτονε.

βγαίνω λάδι: γλιτώνω τα μπλεξίματα, βγαίνω αθώος, αν και φταίω. Βλ. & καπάτσος.

βγάνω: βγάζω. Παρ.: «Γαμπρός αλωναριάτικος, κακό χειμώνα βγάνει.» | βγάζω < βγάζ-: αρχ. ἐκβιβάζω > εκβάζω (> εγβάζω) > εβγάζω > βγάζω)· βγαλ-: αρχ. ελλ. ἐκβάλλω > εγβάλλω.

βδελλιάζω: κολλάω βδέλλες. Παρ.: «Απ᾿ τον κακό τσομπάνο βδελλιάζουν τα πρόβατα.»

βεδούρι το & βεδούρα η: ξύλινο δοχείο για τη μεταφορά και την αποθήκευση υγρών, υδροχόος, μικρό βυτίο· αλλού λέγεται και ταλάρι. Βλ. & κανάτι το.

βεζίρης ο: ανώτατος Tούρκος αξιωματούχος της Οθωμανικής Aυτοκρατορίας. Δημ.: Βλέπεις εκείνη τη φωτιά, μαύρο καπνό που βγάνει; / Εκεί καίγονται κόκκαλα, κόκκαλα αντρειωμένων, / που την Τουρκιά τρομάξανε και το βεζίρη κάψαν. Παρ.: «Τον άνδρα η γυναίκα του τον κάνει και βεζίρη και ρεζίλι.» | < μσν. βεζίρης < τουρκ. vezir -ης < αραβ. wazīr. Βλ. & παίρω.

βεζιροπούλα η: κόρη του βεζίρη. Όποιος νικήσει θα πάρει και την όμορφη κόρη του, τη βεζιροπούλα για γυναίκα του. Όποιος το έχει -και το μοιράζεται- θα λάβει το μισό σουλτανάτο, τη βεζιροπούλα για γυναίκα και 40 γρόσια για τον κόπο του | Βλ. & βεζίρης ο.

βεκίλης ο: πολιτικό και θρησκευτικό αξίωμα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, το οποίο έφεραν οι υπουργοί και ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι με την έννοια του αναγνωρισμένου πληρεξούσιου· υπουργός, βουλευτής· τίτλος του μεγάλου πρωτοσύγκελου στο πατριαρχείο. Περρ.: …λοιπόν, εδώ που ήλθετε σε μένα ως βεκίληδες (πληρεξούσιοι) από τον τόπον σας, πρέπει χωρίς άλλο να μου δώσετε την Πάργαν με συμφωνίαν, οπού συμφέρει και εις το Δεβλέτι και εις εσάς, αλλέως δεν γίνεται | < τουρκ. vekil: εκπρόσωπος.

βελάζω: (για πρόβατα και κατσίκες) βγάζω φωνή, μτφ. πονάω πάρα πολύ, υποφέρω. Βέλαξε απ᾿ τον πόνο. Παπαγ.: ντί νά τόν φήσεις νά βελάζει (γιά τό μεταμοντέρνο, γιά τό Θεό, τήν στορία, γιά τό Εναι καί τά ντα, γιά τό ν ζωή χει νόημα –λλο καζανάκι ατό! -, γιά τήν λλοτρίωση καί τά παρόμοια), ντί νά τόν παπαρίζεις στόν μο, δώστου καλύτερα καθαρτικό. Πβ. Όμηρος: …όλα είναι ανέσπαρτα κι ανόργωτα χειμώνα καλοκαιρι, / κι ούτε άνθρωπος κανείς, αγριόγιδες βελάστρες βόσκουν μόνο (Καζαντ. – Καρκιδ.) | μσν. βελάζω < ελνστ. ή αρχ. ελλ. βελ(ώ), σύγκρ. αρχ. ελλ. βληχή: η φωνή των προβάτων. Βλ. & δικράνι το, ελάτι το.

βελέντζα η: μάλλινο κλινοσκέπασμα φτιαγμένο στον αργαλειό. Γκοτζ.: Τα γίδια μας όμως ήταν μονάχα καμιά δεκαριά και τα πρόβατα ακόμα λιγότερα. Από πού να περισσέψει μαλλί για τόσες βελέντζες, κι ας μην ήταν φλοκιαστές; Παρ.: «Να ᾿σαι καλά τον Αύγουστο, με δεκαοχτώ βελέντζες. Αινιγμ.: «Διπλώνω τ᾿ βελεντζούλα μ᾿ και τα κλόσσια μένουν όξω.» (τα μάτια – Ήπειρος). Πληθ. τα βιλιντζιά: τα σκεπάσματα, μάλλινα στρωσίδια. ΦΡ. Σήκωσε τα βιλιντζιά απ᾿ το κρεβάτι | τουρκ. velenç(e).

βελέσι το: τσιμπίδι, στρογγυλό, ανθεκτικό ξύλο που χρησιμοποιείται στην κατασκευή στέγης (Θεσσαλία).

Βέλιος ο: προσωνύμιο. Ίσως έχει σχέση με τους Βελιάταις, μια από τις φάρες των Σουλιωτών που αναφέρει ο Χριστόφορος Περαιβός, οι οποίοι μετά την πτώση του Σουλίου (1804) διασκορπίστηκαν και συχνά άλλαζαν τα ονόματά τους για το φόβο της εκδίκησης του Αλή πασά. Ο Λιούφ., στην Ιστορία της Κοζάνης, αναφέρει τον πλούσιο ευεργέτη βαρόνο Βέλλιο και το Βελλίειο ίδρυμα.

Βελίστι το: η σημερινή Λευκοπηγή Κοζάνης. Περίφημοι δε οι φασίολοι Βελεστίου και Ραδοβίστας.

βενέτικο το: χρυσό νόμισμα της Βενετίας. Περρ.: Δια να εγίνετο τις άρχων επί Ενετών, ήρκει να έδιδεν εις τον Διοικητήν δέκα χρυσά Βενέτικα και ούτως ηγόραζε την αρχοντίαν και ευγένειαν (nobilita), άμα δε εκαταχωρίζετο το όνομα του εις την χρυσήν Βίβλον (Libro D᾿oro) έμενε παντοτεινός και κατά κληρονομίαν άρχων και ευγενής.

Βενετσιάνος ο & Βενετσιάνα η: Βενετός, από την πόλη, παλιότερα το κράτος, της Βενετίας. Βλ. & ρεμπελιό.

βελονιάζω: περνώ στη βελόνα, ράβω, δουλεύω με βελόνι, ράβω αραιά και πρόχειρα· τρυπώνω, ραμματιάζω, αρμαθιάζω. Παρ.: «Έμαθε να βελονιάζει και γαμεί το μάστορή του.» | < μσν. βελόνιν, υποκορ. του αρχ. ελλ. βελόνη.

βεργολυγώ: λυγίσω σαν βέργα, καμαρώνω, περηφανεύομαι. Παπαδ.: Α τρες διδασκάλισσαι εχον ες να θαλαμίσκον τν τουαλέτα τους, τς μυρουδις κα τ καθρεφτάκια τους. Μέγα μέρος το καιρο των ξώδευον ν σιάζωνται κα ν βεργολυγον ντς το σχολείου.

βερέμι το: η φθίση | < τουρκ. verem.

βερέμης ο: φθισικός | < τουρκ. veremli.

βερβερίζω: κάνω κάποιον να πονέσει πολύ, χτυπώ δυνατά, φοβάμαι, τρομάζω, σκιάζομαι. Ο Αραβαντ. σημειώνει βιρβιρίζω: τρομάζω, φοβάμαι και το ετυμολογεί από την βιρβιρίτσα, ένεκα της δειλίας της | < λατιν. verbero: μαστιγώνω.

βερεσές ο & βερεσέδι το: η πίστωση, το χρέος. Παπαδ.: τον ψηλή, σχνή, μελαψ κα ρωμαλέα. νδρας ες τν ζωήν της θ εχε δείρει, κατ καιρούς, πέντε ξ· να πλεονέκτην γείτονα ες τ κτήματά της, να μικρέμπορον πο τς «πανώγραφε» τ λίγα βερεσέδια της. Παρ.: «Ο βερεσές μεθάει δυο φορές.» | τουρκ. veresiye. Βλ. & ναύλα τα.

βερεσέ: επίρρ. με πίστωση, δωρεάν, τζάμπα. Αυτά που λες εγώ τ᾿ ακούω βερεσέ / Τα παραμύθια σου τ᾿ ανθίστηκα πια τώρα / Και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε / Ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα. (Γ. Γιαννακόπουλος). Παρ.: «Έξι μήνες βερεσέ κι ένας χρόνος μάγκανα.», «Το βερεσέ πληρώνει δυό φορές.», «Για το τζάμπα χάνομαι για το βερεσέ πεθαίνω.» Βλ. & βερεσές ο, φιρί φιρί, μπακάλης ο.

βερβερίτσα η: είδος σκίουρου. Αίν.: «Βιρβιρίτσα ανεβαίνει, βιρβιρίτσα κατεβαίνει, ω χαρά στη βιρβιρίτσα, π᾿ ανεβαίν᾿ και κατεβαίν᾿!» (η σκούφια) | < σλαβ. (βουλγ.) ververitsa.

βέρος -α -ο: γνήσιος, αυθεντικός, ντόπιος, αληθινός· λέγεται συνήθως για πρόσωπο γνήσιας, αμιγούς καταγωγής. Βέρος Αθηναίος. Τσιφ.: Και μπόλικο χρυσάφι και πλιάτσικο έχει η δουλειά και χριστιανικώς να πούμε καλώς πράττομεν, αφού όσο να πεις κάνουμε βέρους κριστιάνους αυτούς τους αιρετικούς | ιταλ. vero -ς

βέρτζινος -η -ο: αγνός, παρθένος· μτφ. αμέτοχος σε κέρδη, «καθαρός» από λεφτά, ρέστος, σκέτος, απένταρος· Τσιφ.: Κείνος που μείνε βέρτζινος ήτανε ο Πρώσος, που δεν πήρε τίποτα. Τον ρίξανε και όλα τα οφέλη τα κέρδισε η Αγγλία | < ιτάλ. vergine: η παρθένα.

βετούλι το: κατσίκι που έκλεισε χρόνο. Γκοτζ.: Όταν μάλιστα πιάνει ο χειμώνας κι είναι άρρωστο κανένα βετούλι ή έχει γεννηθεί μικρό μοσκάρι, το παίρνουν από το καλύβι ή το μαντρί και το φέρνουν στο σπίτι, κοντά στη φωτιά, μαζί με τα παιδιά τους, για να ζεσταθεί. Παρ.: «Κουβεντούλα κουβεντούλα, τρώει ο λύκος τη βετούλα

βιά η: βιασύνη, ανάγκη, δύσκολη περίσταση. Βηλ.: Σε απορία βρέθησαν και σε απελπισία. / Πηδάν με βιά απ᾿ τα νερά και σ᾿ ένα μέρος τρέχουν. Παπαδ.: Κ κενοι τν ποίων τ γγεα πρτα πεσκεύαζε, κ κενοι φευγον δυσηρεστημένοι, σχυριζόμενοι τι «π τ βιά του, δν τος καμε παστρικ δουλειά.» Παρ.: «Το βιός μου για τη βιά μου.» Βλ. & στάκα.

βιάση η: βιασύνη. Εφτ.: Κάθισε λαχανιασμένος αφανισμένος από την κούραση, από τη βιάση του να ξελύσει το σαμάρι να παραμερίσει τα κοφίνια, από τα τράβα τράβα το καπίστρι να σηκωθεί ο Ψαρός, από τον ήλιο το φοβερό που τον έδερνε καθώς έπεφτε στην κoρφή του. Παρ.: «Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει.», «Η σκύλα από τη βιάση της στραβά κουτάβια κάνει» | < βια- (βιάζω, -ομαι) -ση.

βίγλα η: άνοιγμα στην οροφή του φούρνου για να ρυθμίζεται ο αέρας και η καύση στο εσωτερικό του, σκοπιά, παρατηρητήριο σε ψηλή θέση. Δημ.: Στο Σκιάθο και στο Σκόπελο ποτέ κατής (σ.σ.: Οθωμανός δικαστής) δεν κρένει, / γιατί είν᾿ λημέρι του Σταθά, βίγλα του Νικοτσάρα – Σα δεν πιστεύεις, άπιστε, σα δε θωρεί ο νους σου, / βάνε βίγλα στα σπίτια μου, πόρτες και παραθύρια, / και σύρε φέρε τους γιατρούς, τους καλοδιαλεχτάδες, / να μου διαλέξουν την καρδιά κι όλα τα φυλλοκάρδια | μσν. βίγλα < λατ. vigilare: κάνω σκοπός, vigilia: η φρουρά. Βλ. & μπανίζω.

βιγλίζω: παρατηρώ, φρουρώ σε βίγλα. Παπαδ.: …δύο δε και εκ της συνοδείας ταύτης έμειναν έξω της θύρας, βιγλίζοντες.- Αι σκοπιαί αύται εκαλούντο με λατινικόν όνομα βίγλες∙ επ᾿ αυτών εβίγλιζον, ήτοι εφρούρουν, εξ υπαμοιβής οι γενναίοι άνδρες του Χρήστου Μηλιόνη. Δημ.: Μήτε με τ’ άστρι μάλωνα, μήτε με το φεγγάρι, / μήτε με τον αυγερινό, οπού ‘στ’ αγαπημένοι· / χρυσόν υγιόν εβίγλιζα στην αργυρή του κούνια» | < βλ. & βίγλα η, χωσιά η.

βίδα η: σχετικά περίπλοκο παιχνίδι της τράπουλας για τέσσερις παίκτες. Ανήκει στην κατηγορία χαρτοπαιγνίων αγοράς-εκτέλεσης με μπάζες, όπως η πρέφα και το μπριτζ. Βασίζεται στους κανόνες του μπουρλότ, χαρτοπαίγνιου που συναντάται στη βόρεια Ελλάδα, με την προσθήκη του γύρου αγοράς και είναι παρόμοιο με την κυπριακή Πιλότα | < μσν. βίδα < βενέτ. vida· βίδ(α).

βιδάνιο το: ποσοστό ή ποσό χρημάτων που κρατάει η λέσχη ή ο καφετζής από το κέρδος τυχερών παιχνιδιών· γκανιότα. Βιδάνιο ή γκανιότα έλεγαν το κατακράτημα ποσοστών που έκανε ο τσιρίμπασης, ο πιο νταής στην ομάδα των φυλακισμένων, ο «αρχηγός», σε αυτούς που έπαιζαν χαρτιά ή μπαρμπούτι | < ίσως βενέτ. vadagno.

βίδρα η: ενυδρίδα· η ευρωπαϊκή ενυδρίδα (Lutra lutra) είναι θηλαστικό, ευρωπαϊκό μέλος της οικογένειας των Μουστελιδών (μυιοϊκτίς), τυπικό είδος της βίδρας που χρησιμοποιεί ως ενδιαίτημα το γλυκό νερό. Είναι επίσης γνωστή ως βίδρα, ευρασιατική ενυδρίδα (ποτάμια), ή ενυδρίδα του Παλαιού Κόσμου, αλλά και ως κοινή ενυδρίδα. Συγγενεύει με το κουνάβι· ο κάστορας. Ενα από τα πιο απειλούμενα σαρκοφάγα θηλαστικά και από τα λιγότερο μελετημένα είδη στην Ελλάδα, η βίδρα, εντοπίστηκε, μετά από επίμονες προσπάθειες, στις λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα | < σλαβ. vidră.

βιζινές ο: είδος απλής ζυγαριάς με ελατήριο, για μικρά βάρη· έχει περίπου το μέγεθος της παλάμης. Κουκ.: βιζινές ο: ζυγαριά διά πολύτιμα πράγματα ή φάρμακα, λέγεται και βεζενές ή βεζνές | < τουρκ. vezne.

βίζιτα η: φιλική επίσκεψη, σε σπίτι, με σκοπό την κουβέντα, τη συναναστροφή· επίσκεψη σε πορνείο και αμοιβή πόρνης. Γυναίκες κάνουν βίζιτες και ψαρεύουν πελάτες μέσω facebook. Μακρ.: Κα ρθε ναύαρχος Ντερνς πρωτύτερα. Πγα κα τ καμα βίζιτα κα μο επε τι γ δν θ μπορέσω ν πολεμήσω τν Μπραΐμη. Το επα: «Τέτοιες συνθκες δν καμα ταν φυγα π τ Νιόκαστρο, τι δν εχα ζαϊρ κε κα θ τν πολεμήσουμεν δ, ν εμαστε κα τ δυ μέρη χορτάτα.» Παπαδ.: Κ᾿ πγα στς κυρίας Βασιλειάδους, κα στς κυρίας ργυροπούλους, ν συνεννοηθομε γι τ ψώνια· κάναμε τ βίζιτα μαζ μ τν κουμπάρα, τν κυρα-Φωτεινή· κα μο λέει, Κυρία Μαριγώ, μ πς δν μς θυμόσαστε κα μς ξεχάσατε πλι κα σες. Παρ.: «Οι βίζιτες οι ξαφνικές ή λύπες φέρνουν ή γιορτές.» | < ιταλ. visita.

βιζιτού η: αυτή που κάνει βίζιτες, πουτάνα, πόρνη. Έμπλεξε με βιζιτούδες | < Βλ. & βίζιτα η.

βιλαέτι το: μεγάλη διοικητική περιφέρεια, κυρίως στην Οθωμανική Aυτοκρατορία. Δημ.: Ο Λιάκος τι να γίνηκε φέτο το καλοκαίρι / να βγει στης Γούρας τα βουνά, να βγει κατ᾿ τό Ζητούνι, / να χαρατζώσει τα χωριά κι όλο το βιλαέτι; Παπαγ.: Ο πατριάρχης ήταν ανώτατος αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε την απόλυτη ευθύνη για το χριστιανικό βιλαέτι που περιελάμβανε Έλληνες, Αρμένηδες, Σέρβους, Βούλγαρους | < τουρκ. vilâyet -ι < αραβ. wilāja: επαρχία. Βλ. & καλαμάρι το.

βίλα η: το πηρούνι (Μεταμόρφωση Κοζάνης).

Βιλβινός ο: ο βελβεντινός, ο κάτοικος του Βελβεντού, θηλ. Βιλβινιά· και ως επίθετο, λ.χ. Ήρθε ένα βιλβινό παιδί.

βιολιτζής ο & βγιλτζής ο: λαϊκός οργανοπαίχτης που παίζει βιολί. Πβ. Παπαδ.: Είναι καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλύτερα παίζουν μονάχοι τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι παράδες | < βιολί < μσν. βιολί < βενετ. violin.

βίντσι το: βαρούλκο, ανυψωτικό μηχάνημα· γερανός. Θυμάστε τα βίντσια που έχουν τα πλοία; Ε, κάτι τέτοιο έχει και το αυτοκίνητο σας. Παπαδ.: …ς τν χς κα μπάρμπα, δν τν ξέρεις· μες ο θαλασσινο γνωριζόμεθα, βλέπεις, καλά. Μ μανέλα τ κεφάλι του δν γυρίζει· μ ργάτη, μ βίντσι, μ μάγγανο, μ ,τι θέλεις. Τσιφ.: Η Κάτε ήτανε μια Γερμαναρού χοντρή, δεν τη σήκωνες μήτε με βίντζι | < αγγλ. winch -ι.

βίος ο: η ζωή. Βίος και πολιτεία: λέγεται για άνθρωπο με περιπετειώδη, επεισοδιακή, ίσως σκανδαλώδη ζωή. Παπαδ.: Ούτως η ανάγκη του βίου και η συνήθεια δεσπόζουσι των ανθρωπίνων πραγμάτων! Δι᾿ εκείνον το νέον τούτο πλοίον ίσως να ήτο, αν όχι ικανοποίησις, τουλάχιστον παρηγορία διά το γήρας! | < < αρχ. ελλ. βίος.

βιός το & βιό το: η (κινητή ή ακίνητη) περιουσία, ο πλούτος· τα αγαθά. Καζαντζ.: …για την Ελένη να παλέψουνε κι όλο το βιος στη μέση· (οους μφ λέν κα κτήμασι πσι μάχεσθαι) / κι όποιος τους δείξει δυνατότερος στο τέλος και νικήσει, / ας πάρει φεύγοντας αλάκερο το βιος και τη γυναίκα, / κι οι άλλοι μαθές αγάπη ας κάνουμε και μπιστεμένους όρκους. Καρκιδ.: Μα τώρα μου ᾿ρθε μια τρανότερη πολύ, να μου ρημάξει το σπίτι ολάκερο κι ολότελα το βιος μου ν᾿ αφανίσει ( Όμηρ.: ν δ᾿ α κα πολ μεζον, δ τάχα οκον παντα / πάγχυ διαρραίσει, βίοτον δ᾿ π πάμπαν λέσσει). Παπαδ.: Τί τ θελε τ βιός; Τόσους τενεκέδες φλωριά, τόσες χιλιάδες στρέμματα τόπου. Παρ.: «Ελάτε εσείς οι γνωστικοί να φάτε του τρελού το βιός», «Το ξένο βιό ο καλόγερος για την ψυχή του δίνει.», «Μ᾿ ένα κεφάλι γεράζει ο άνθρωπος και δε γεράζει μ᾿ ένα βιό.» (ο βίος: η ζωή) | < μσν. βίος, το < αρχ. ελλ. βίος, ὁ.

βιράγκος ο -ια -ο & βεράγκος ο: επιθ. η λέξη έχει γενική αρνητική σημασία και σημαίνει άχρητος, άτιμος, τιποτένιος, αχρείος, ανήθικος, ανέντιμος. Η Έφη Νίκου Γιωλτζόγλου παραθέτει ένα δίστιχο για την καταστροφή της Σμύρνης: «Μια Σμυρνοπούλα αν ζήσει, πάλι την ξαναφτιάνει. Σμύρνη μου κι αν εκάηκες και γίνηκες βεράνκη.» Το τραγούδι το αναφέρουν Λιβαδεριώτες που πολέμησαν στο μέτωπο της Μικρασίας. Στο τραγούδι της ρόκας, το έλεγαν την τρίτη μέρα του Πάσχα, διαβάζουμε: «Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, Βαράγκο μ᾿, βαράγκο, μωρέ σημαίνουν τα επουράνια, Βαραγκιόπουλο, μώρε τσιριγκόιπουλο, σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, βαράγκο μ᾿, βαράγκο μ᾿ το μέγα μοναστήρι.» Είπιν καμόσα ᾿κόμα κι ύστρα γύρσιν κατα ᾿ν Κόζιαν΄, σήκουσιν πάλι τα χέρια, άνξιν τς απαλάμις κι χίρσιν να μουτζών΄: Νά! Βιράνγκ΄ Μακιδουνία! Ψόφσαμι απου ᾿ν πείνα κι απ᾿ του κρύου όλου του χειμώνα! Κάτ΄ καλά τα παϊαίνουμι στ᾿ Θισσαλία, να χουρτάσουμι ψουμί! (Κοζάνη). Ο Νίκος Τσιφόρος αναφέρει τα εξής: Άμα λέμε Βαράγγους, εννούμε κάτι μισθοφόρους της αυτοκρατορικής φρουράς, που ήτανε βόρειοι και είχανε πάρει το όνομά τους από τη σκανδιναβική λέξη «Βέρινγκεν», που σημαίνει «σύντροφος» | < Θεωρώ απίθανο να προέρχεται η λέξη από τους Βαράγγους, πολεμικό και μισθοφορικό φύλο που εισέβαλε στη Μακεδονία και ρήμαξε τον τόπο.

Βιρδίκα η: Ευρυδίκη.

βιρός ο: υγρό και βαλτώδες μέρος. Ο Αραβαντινός γράφει: το βυρό: παρόχθιος εις ποταμόν βαθεία οπή, εξ ης αναβρύει ύδωρ ψυχρόν. Εξ αναγραμματισμού της λέξης βρύον. Πβ. Γκοτζ.: Πλιάτς, πλιάτς! έπεφταν οι πέτρες μες στις βίρες, στις λακούβες και ξεπετάγαν νερά, έκαναν μουσκίδι όποιον θα κίναγε να περάσει μη μπορώντας να περιμένει περισσότερο | ή < σλαβ. vir.

βίτσα η: η λεπτή και ευλύγιστη βέργα. Ως επίρρ.: σε αφθονία, κάργα, κυρίως για δέντρο γεμάτο φρούτα, καρπούς: βρήκα μια γκορτσια βίτσα γκόρτσα (πολλά, ώστε να τα τινάξεις με τη βίτσα;) Επώνυμ: Βίτσας | < μσν. βίτσα < σλαβ. vitsa.

βιτσιά η: χτύπημα με βίτσα. Καζαντζ.: Δίνει βιτσιά γοργά στ᾿ αλόγατα, που ολομεμιάς πέταξαν / προθυμερά, στη γης ανάμεσα και στ᾿ αστεράτα ουράνια. (Όμηρος: μάστιξεν δ λάαν· τ δ οκ έκοντε πετέσθην / μεσσηγς γαίης τε κα ορανο στερόεντος). Ελύτ.: Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά / Που αρπάει μια χαίτη μ᾿ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της. Βλ. & βίτσα η, κουρνιαχτός ο.

βιτσίζω: χτυπώ, δέρνω με βίτσα. Πβ. Ποντ.: Βιτσοκοπά τον μαύρον ατ᾿ και φτάν᾿ και κοντεφτάνει | < Βλ. & βίτσα η.

βλάβω: βλάπτω, πειράζω. Δε σε βλάβουν τα ρούχα, μια χαρά είναι. Κολ.: Ἐὰν δν εμαι ες τν Συνέλευσιν γώ, πο μουν να τομο, δν βλαβε. Μακρ.: Τότε μ᾿ πιασε σ λον τν κόσμον μπρς κα μ πέθανε ες τ ξύλο. Δν μ᾿ βλαβε τ ξύλο τόσο, περισσότερον ντροπ το κόσμου | < αρχ. ελλ. βλάβη[ᾰ], ἡ: φθορά, ζημία, πλήγμα· Όμηρος: βλάβομαι: βλάπτομαι· στον Ηρόδοτο: βλάβος το: η βλάβη. Βλ. & ψιλολόι το.

βλάμμα το: ελάττωμα, βλάβη.

βλάμης ο & βλάμισσα η: αδελφοποιτός· παλιότερα, αυτοί που γίνονταν βλάμηδες ένωναν συμβολικά το αίμα, χαράσσοντας μικρές σουγιαδιές στα χέρια, στις φλέβες· υπήρχαν βλάμηδες διαφορετικού θρησκεύματος λ.χ. Μουσουλμάνος με Χριστιανό· φίλος καρδιακός, έμπιστος· βαθμός στην ιεραρχία της Φιλικής Εταιρείας. Φραντζής: Η τάξις των Δοκίμων και των Βλάμηδων έφτασε να προσκαλεί πολλούς όντας εις τα καφενεία και τα κρασοπωλεία. Πάλλ.: Και τόδωκε του Δήπυλου, του γκαρδιακού του βλάμη / π᾿ απ᾿ όλους πιο καλύτερα τον είχε τους συντρόφους, / κι είχαν μιά γνώμη πάντα οι δυό-στα πλοία ναν τ᾿ αφήκει | < αλβ. vlam -ης· βλάμ(ης) -ισσα. Βλ. & μπράτιμος ο, χαμοβλέπω.

βλάρι το: τόπι υφάσματος που υφαίνεται στον αργαλειό.

βλαχαδερό το: κοροϊδευτικά, επικριτικά ο Βλάχος, αγροίκος, χωριάτης, τσομπανοφλογέρα. Βλαχοδήμαρχοι και βλαχαδερά. Πετρ.: …έχω μιλήσει κατ᾿ επανάληψη για τα βλαχαδερά του Μοριά. Στίχ.: Τα βλαχαδερά δεν παντρεύονται / κι όλο κότερα ονειρεύονται (Νικ. Άσιμος). Βλ. & βλάχος ο.

βλαχιά η & Βλαχιά η: χαρακτηριστικό, ιδιότητα, συμπεριφορά του βλάχου· Βλαχία, Μολοδοβλαχία. Παρ.: «Ο βλάχος άρχος κι αν γενεί πάλι βλαχιές μυρίζει.», «Αμπέλια στη Βλαχιά και σπίτια στο Βουκουρέστι.» Βλ. & Βλάχος ο.

βλάχος & βλάχα η: Ελληνίδα που εκτός από τα ελληνικά μιλάει και τα βλάχικα· τρόπος που έδεναν το μαντίλι του κεφαλιού· Παλιότερα που δε υπήρχαν λαναράδες οι βλάχες λαναρίζανε το μαλλί σε ειδικό εργαλείο, το «σκάμνο». Τα απογεύματα στις αυλές ή στις πόρτες των σπιτιών καμιά βλάχα δεν σεργιανούσε με σταυρωμένα χέρια. Ή θα έπλεκαν κάλτσες ή δούλευαν στο τσικρίκι ή θα έστριβαν με τέχνη το αδράχτι να μετατρέψουν το μαλλί σε νήμα χοντρό ή λεπτό ανάλογα με τον προορισμό. Μόλ.: Αμ έτσι λέγε μου, μπαστουνόβλαχε, πως θέλεις μαλαγανιές. Εγώ, μπαρμπούλη μου, πάντοτε σε αγαπώ και σε σέβουμαι, αλλά συ άμα με ιδείς με αρχινάς στο ξύλο. Παρ.: «Όλο του βλάχου το τυρί τυρίπιτα να γένει.» | πιθ. < μσν. εθν. Βλάχος < σλαβ. Vlah -ος· βλάχ(ος) -α | < μσν. εθν. Βλάχος < σλαβ. Vlah -ος. Βλ. & μπουχτίζω.

βλεφαριάζω: «ρίχνω βλέφαρο», βλέπω, κοιτάζω, χαλβαδιάζω, κοζάρω, εντοπίζω, τσεκάρω, χαζεύω με το μάτι, παρατηρώ μ᾿ ενδιαφέρον. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι σημερινοί τριαντάρηδες έγιναν άντρες βλεφαριάζοντας αυτά τα μανούλια. Ρολογάρα, το βλεφαριάζω καιρό τώρα, αλλά δεν είμαστε για τέτοια τώρα, έρχονται φόροι, τέλη κυκλοφορίας και άλλα χαριτωμένα. Βλεφαριάζω το μέλλον. Άλλωστε εγώ πήγαινα για να βλεφαριάζω τους νεαρούς που ίδρωναν. Βλ. & μπλέφουρας ο.

βλίτρο το & βλίτο το: φυτό που συναντάται σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις· μτφ. ο βλάκας, ανόητος, «βλήμα». Πίτα με βλίτα. Διαδεδομένο είναι το βλίτο το τραχύ που τρώγεται και ως λαχανικό (επιστημονική ονομασία Amaranthus retroflexus L). Παρ.: «Ανάθεμα τα βλίτρα κι όπου κάνει πίτα, κι όπου τα μαγειρεύει, φουρτούνα να τον εύρει.» | < αρχ. ελλ. βλίτο το.

βλογιά η: ευλογία. Παρ.: «Ούτε συ, παπά, βλογιά, ούτ᾿ εγώ στη λειτουργιά.»

βλογούδια τα: τα πρόσφορα που ευλογεί ο παπάς. Παπαδ.: …διότι τα βλογούδια ποτέ δεν εφτουρούσαν, κι εμοιράζοντο συνήθως εις τα πτωχά και τα ξυπόλυτα της γειτονιάς, όπως και τα κόλλυβα.

βλογώ: ευλογώ. Βάρν.: Όσο έφτανε η άνοιξη και το καλοκαίρι, τόσο η ανυπομονησία μου μεγάλωνε πότε θα φτάσει η βλογημένη εκείνη ώρα που θ᾿ «ανακτήσω» την ελευθερία μου. Δημ.: Ως έτρωγα κι ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα, / ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη, / κ᾿ εμένα ο νους μου τό βαλε, παντρεύουν την καλή μου, / με κάποιον άλλον τη βλογούν κ᾿ εκείνη δεν τον θέλει, / παντρευαρραβωνιάζουν την κ᾿ εμένα μ᾿ αστοχούνε. Παρ.: «Ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του.» | < ελνστ. εὐλογῶ, αρχ. σημ.: τιμώ το θεό. Βλ. & φαμπλιά η.

βνι το & βουνί το: μικρό βουνό, βουναλάκι. Τοπωνυμ. Βνι. Γκοτζ.: Μια μέρα έλειπαν οι άλλοι για σκάλο απάνου στο βουνί – μια τοποθεσία όξω απ᾿ το χωριό – κι είχε μείνει στο σπίτι, για να το φυλάει η βάβω. Δημ.: Βουνί μ᾿, που σαι ψηλότερα και πιο ψηλά αγναντεύεις, / πού να ναι, τι να γίνηκαν οι κλέφταις οι Ανδριτζαίοι; Αίν.: «Βνι από δω, βνι από ᾿κει και μέσα κόρη σκούζει.» (η πορδή), «᾿πο δω βουνί, ΄πο ᾿τσει βουνί, τσαι μέσα κόρη τρυφερή.» (σκάφη και ζύμη – Σκύρος). Χρον. Μορέως: Τ κάστρον γρ τς Κόρινθος κεται πάνω ες ρος· / βουνν πάρχει θεόχτιστον κα ποος ν τ γκωμιάσ; | < βουνό. Βλ. & ζαγάρι το.

Βογγόπετρα η: τοπωνύμιο στην Κοζάνη, στο παλιό χωριό Πάδη. Βλ. & Ορτάκι το.

βοεβόδας ο & βοϊβόδας ο / βοϊβοδίνα η: τίτλος που έφεραν στρατιωτικοί ή πολιτικοί διοικητές επαρχιών στις σλαβικές χώρες και στην ευρωπαϊκή Tουρκία. Βοεβόδας της Βλαχίας. Παρ.: «Ας με λένε Βοϊβοντίνα κι ας ψοφώ από την πείνα.» | < μσν. βοεβόδας, βοϊβόδας < σλαβ. wojevod(e), voivod(a) -ας· βοϊβόδ(ας) -ίνα.

βόιδι το: βόδι. Παρ.: «Τραβηχτείτε να περάσει το βόιδι που πάω να φέρω.» | < ελνστ. βοΐδιον (υποκορ. του αρχ. βοῦς) > μσν. βόιδι(ο)ν > βόδι(ν).

βοϊδομάτης -α -ικο: με μάτια σαν του βοδιού. Χριστόπ.: Εσύ αυτά μην ερωτάς, μήτε να εξετάζεις. / Τον είπε πάλ᾿ η δοξαστή και βοϊδομάτα Ήρα.

βοϊδοτσάρουχο το: τσαρούχι από τομάρι, δέρμα, πετσί βοδιού. Κρυστ.: Κ᾿ ύστερα πώφυγε, τίναξε στο κουμέρκι τον κορνιαχτό από τα βοϊδοτσάρουχά του, πήρε κ᾿ ένα λιθάρι κ᾿ έρριξε πίσω του | Βλ. & τσαρούχι το.

βολά η: η φορά, περίσταση. ΦΡ. Μια βολά κι έναν καιρό. Δημoτ. Εκεί ήταν κλέφτες μια βολά, εκεί ήταν χαραμήδες. Μακρ.: | λλη βολ δν εχαμεν βγ στ τούρκικα χαρακώματα· ατ ταν τ πρτο – ρθε, μ᾿ εδε. «Τί θέλεις;» μο λέγει. – Τν Κυβερνήτη τς πατρίδας μου. – Δν χω καιρό, μο λέγει. – Δν χω κι᾿ γ καιρ ν σ δ λλη βολ (τι ψάχναν ν μ βρονε ν μ πνε ες τ Παλαμήδι). – Φεύγα, μο λέγει· δν δειάζω. – Πουθεν δν πάγω!» -...κι η μάνα Σου το σφούγγιζε, μ᾿ ένα λευκό μαντήλι. / Βολές – βολές το σφούγγιζε, βολές μοιρολογούσε: / – Κρίμα στο γιόκα μ᾿ τον καλό, στο γιόκα μ᾿ τον αφέντη, / πόχει το στόμα μάλαμα, τη γλώσσα ασημένια. Γκοτζ.: Δεν πιστεύω να ᾿χε ματαπλώσει χέρι σ᾿ είδισμα αλλουνού, μα κείνη τη βολά τον έβαλε ο Πειρασμός, όξ᾿ από δω. Θεός σχωρέσ᾿ τον! Δημ.: Κι σα ποτήρια τν κερνάει, τόσες βολς τν λέγει: -Πάρε μ᾿ φέντη, πάρε με, πάρε κι μ κοντά σου, ν μαγειρεύω ν δειπνς, ν στρώνω ν κοιμσαι, ν γένω γς ν μ πατς, γιοφύρι ν διαβαίνεις. Σκουζές: …να παίρνω μανδήλια και λοιπά, να γυρίζω εις τους μαχαλάδες να πωλώ, και με έθρεφεν ο πατήρ μου -μόλις καμίαν βολάν μού εφίλεβον οι μαΐστρες μου ολίγα τζίτζιφα ή ολίγα ξυλοκέρατα. Καζαντζ.: Βολές βολές αστραπή σκίζει το νου μου | < αρχ. ελλ. βολή. Βλ. & μόρτης ο.

βολετός -η -ο: βολικός. Δεν μου είναι βολετό να σωπάσω. Παρ.: «Αν δε φάω απ᾿ το στριμπό, δεν είναι βολετό να πέσω [σ.σ. για ύπνο]» | < αρχ. ελλ. βολή. Βλ. & αμάθητος ο.

βολή η: το βόλεμα, συνθήκες που κάνουν τη ζωή, την εργασία σ΄ ένα χώρο πιο εύκολη, άνετη. Έχασε τη βολή του | < αρχ. ελλ. βολή: ρίξιμο των ζαριών.

βόλια τα: τα παιχνίδια με βόλους, μπίλιες και κουρσούμια· σφαίρες. Στα βόλια, «μούμουλος» λέγεται όταν ρίχνουμε τον βώλο και ταυτόχρονα εφάπτεται με το χώμα το εξωτερικό μέρος της παλάμης. Στο ίδιο παιχνίδι, «ψηλός» λέμε όταν ο παίκτης ρίχνει από το ύψος της παλάμης με τα ακροδάχτυλα να ακουμπάνε στο έδαφος. «Γκαρντέζος» είναι το εύστοχο δυνατό χτύπημα, βολή στο κέντρο, στο κεφάλι. Τέλος, «τσουρουφλί» λέγεται η δυνατή βολή πάνω σε άλλο βώλο. Στο ίδιο παιχνίδι, «μακαρονάς» είναι η διάφανη μπίλια με ρίγες στο εσωτερικό της. Υπήρχαν ακόμη οι (γυάλινες) μονόχρωμες, οι κοκαλένιες (από πορσελάνη) οι γερμανικές και τα κουρσούμια (μεταλλικά). Ως προς το μέγεθος, κατατάσσονταν ανάλογα με την τιμή τους, όσες πωλούνταν στην Ελλάδα. Υπήρχε ο πεντουλίσιος, ο βόλος που έκανε ένα πεντούλι (μισή δραχμή), ο δραχμίσιος, ο διπλός (διπλό: δίδραχμο), ο ταλιαρίσιος και ο δεκαρίσιος, ο πιο μεγάλος βόλος. Στα παιχνίδια έδιναν καλύτερο χέρι οι μακαρονάδες και οι κοκαλένιες. Υπήρχαν ορισμένοι που έριχναν τον βώλο πιέζοντας το νύχι και τον δείκτη με τη μπίλια ανάμεσα, οι λεγόμενοι «νυχιάηδες.» «Λουμάς» λεγόταν γενικώς ο πολύτιμος, ακριβός ή δυσεύρετος βόλος. Ο νυχιάης σπανίως ήταν καλός παίχτης και είχε το νύχι τού δεξιού αντίχειρα μονίμως φαγωμένο. Τα βόλια κυκλοφορούσαν στο Λιβαδερό σε μεγάλες ποσότητες και ποικιλίες, καθώς οι γονείς πολλών παιδιών ήταν μετανάστες στο εξωτερικό, κυρίως στην Γερμανία και την Ελβετία.

βόλι το: ο βόλος, η σφαίρα, μπίλια, βλήμα για πιστόλι, τουφέκι ή άλλο πυροβόλο όπλο. Κολ.: στείλαμεν ες τ Βέρβενα ν μς στείλει ψωμ κα ζωοτροφίας, κα ατο μς ποκρίθησαν: «χομε βόλια κα μπαρούτι», κα πήγαμε κα τος χαλάσαμε. Παρ.: «Αδελφωμένοι στο σπαθί και σύντροφοι στο βόλι.» | < μσν. βόλι(ο)ν < υποκορ. του ελνστ. βόλος: ρίξιμο των ζαριών.

Βολουστάνα η: παλιά ονομασία των στενών του Σαρανταπόρου· λεγόταν και Σεϊτάν Μπουγάζ (:στενά του διαβόλου) ή Γκετσίτ Δερβέν (:σαράντα περάσματα)· τα στενά αποτελούν φυσική δίοδο μεταξύ Θεσσαλίας και Μακεδονίας.

βολώ: χωρώ, βολεύομαι. Πβ. Κολ.: πρα διαβατήριο, πγα ες τν καθέδρα τς Ρεπούμπλικας, ες τος Κορφούς· κε μ δωσαν τν δειαν δι ν κτυπ στερις κα θαλάσσης τος Τούρκους, θεν μ βόλιε. Παραδοσ.: Γαϊτάνι πλέκω και δεν αδειάζω, δε μου βολεί να κουβεντιάζω. Παπαευαγγ.: -Ά ρα Σιάμταλι, βουλούν τα βόδια μές΄στουν τρουβά; αρχινάει να τουν λαβίζει η Γιώρ΄ς. -Μ…ντέ…απηλουιέτι η Φώτς | < αρχ. ελλ. βολή η: ευκολία.

βόμπιρας ο: μπόμπιρας, το μικρό παιδί, ο μικρόσωμος, ο διαολεμένος | < ιταλ. bombero. ή μτφ. από το έντομο μπόμπιρας (ηχομιμ.) είδος χρυσοκάνθαρου.

βομπιρλίκι το: μτφ. η διαολιά, πράγμα ζόρικο και πονηρό, τσιγαριλίκι, o μπάφος.

βόρακας ο: άχρωμο στερεό κρυσταλλικό σώμα που χρησιμοποιείται ως μέσο καθαρισμού και ως αντισηπτικό· βορικό νάτριο. Ο βόρακας είναι πολυχρηστικό υλικό, χρησιμοποιείται ως καθαριστικό, λευκαντικό, ως συμπληρωματικό υλικό στην δημιουργία εμαγιέ επιφανειών καθώς επίσης και ως πηκτικός παράγοντας. Στα σαπούνια χρησιμοποιείται ως πηκτικός και λευκαντικός παράγοντας, καθώς επίσης και ως ρυθμιστικό του δείκτη PH | < βόρ(αξ) -ακας < γαλλ. borax (< αραβ. < περσ.)

βόριασμα το: βόρειος, κρύος αέρας, ψύχρα, κρυάδιασμα. Παρ.: «Τ᾿ Αυγούστου τα βοριάσματα το Μάη αναθυμούνται.»

βοσκαρούδι το: βοσκόπουλο. Καρκ.: Κεντά άγκλίτσες για τούς τσελιγγάδες, μπαστούνια για τούς προεστούς, δεκανίκα για τις γριές, φλογέρες για τούς πιστικούς και για τα βοσκαρούδια σουραύλια.

βοτάνι το: βότανο. Σε τέσσερα κοινά βοτάνια υποκλίνονται οι επιστήμονες. Γιατροβότανα. Δημ.: Όσα βουνά επάτησες, όλα βοτάνια είχαν, / να τόξευρες, να τάτρωγες, ποτέ να μην πεθάνεις | < μσν. βοτάνι(ο)ν < ελνστ. βοτάνιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. βοτάνη η. Βλ. & οχτρός ο, γκτζιούπα η, κουτσαβάκικος ο.

βοτανίζω: μαζεύω, συλλέγω βότανα, βοτάνια· ξεβοτανίζω: καθαρίζω από τα ζιζάνια, τα βοτάνια. Παρ.: «Εγώ ᾿λεγα να παντρευτώ να μην ξενοθερίζω, και τώρα που παντρεύτηκα να ξενοβοτανίζω;» Δημ.: Στ βουνό, στ μετερίζι, / σκύβ᾿ θοσα βοτανίζει, / κι᾿ ποδιά της νεμίζει… Παρ.: «Εγώ ΄λεγα να παντρευτώ, να μην ξενοθερίζω, / και τώρα που παντρεύτηκα, να ξενοβοτανίζω

βούζι το: η βουζιλιά, βρωμοξυλιά. Ο Σαμπούκος (Sambucus nigra) είναι επίσης γνωστός ως Ζαμπούκος, Σάμβυξ, Κουφοξυλιά, Αφροξυλιά, Αφροξυλάνθη, Ακταία, Βούζια, Φροξυλιά, Φροξινάνθη. Πρόκειται για μία ομάδα 30 περίπου φυτών που ευδοκιμούν σε εύκρατες και υποτροπικές περιοχές του Βορείου κυρίως ημισφαιρίου. Αραβαντ.: βούζια τα: φυτόν αχρείον, κάκοσμον, παράγον καρπόν εν είδει βότρυς.

βουγκί το: μικρό δοχείο μεταφοράς υγρών, ιδίως ελαιολάδου. Ένα βουγκί λάδι. (Κοζάνη).

βούγκρα η: σημάδια, σπυριά στο πρόσωπο, έντονες κοκκινίλες. Πρόσωπο όλο βούγκρες.

βουζιλιά η: βρωμοξυλιά.

βούζιλος ο: κούφιο ξύλο που μοιάζει με καλάμι, βρωμοξυλιά, (αφαιρούσαν την ψίχα) Βλ. βούζι το.

βουκέντρα η & βούκεντρο το: μακρύ ραβδί με αιχμή στη μία άκρη, με το οποίο κεντούν τα βόδια για να κινούνται ταχύτερα (ιδ. κατά το όργωμα). Γκοτζ.: Θυμήθηκε πως μέσα στο καλύβι βρισκότανε κάπου μια βουκέντρα, παρατημένη από το γιό της το ζευγίτη που δεν του χρειαζότανε πια. Καζαντζ.: …πετούσαν καταγής τους θύρσους τους· κι ο αντροφονιάς Λυκούργος / με τη βουκέντρα του (βουπλγι) τις κέντριζε, κι ο Διόνυσος φοβήθη / και στο γιαλό βουτάει· κι η Θέτιδα τον δέχτη στην αγκάλη -..και να της τάξει ακόμα, δώδεκα δαμάλες στο ναό της / μονοχρονιάρες, αβουκέντρωτες, να σφάξει, αν ίσως θέλει / τώρα την Τροία και τις γυναίκες μας και τα μωρά παιδιά μας / να σπλαχνιστεί κι απ᾿ το άγιο κάστρο μας να διώξει του Τυδέα. Ποντ.: Οπίσ᾿ πουλίν, οπίσ᾿ πουλίν, / μη τρως την βουκεντρέαν. Παρ.: «Κάλλιο βούκεντρο παρά βόδι.» | < βουκέντρ(ι) μεγεθ. -α· < μσν. βουκέντρι(ν) < υποκορ. του ελνστ. βούκεντρ(ον) -ι(ο)ν. Βλ. & φάκνα η.

βούκινο το: είδος σάλπιγγας από χαλκό ή όστρακο. Κάνω βούκινο: κοινολογώ ένα μυστικό, κάτι εμπιστευτικό. Γίναμε βούκινο, το έμαθε όλος ο μαχαλάς. Πβ. Χρον. Μορέως: π ταχέα γρ τ πρω δκαν τ σαλπίγγια, τ τούρκικα τ βούκκινα, που εχαν μέγα πλθος, / σηκώνουν τς κατονες τους, βάλθησαν στν δρόμον. Παρ.: «Ο κόσμος το ᾿χει βούκινο και ᾿μεις κρυφό καμάρι.» | < μσν. βούκινον < λατ. bucina.

βουκόλος ο: βοσκός βοδιών και αγελάδων· γελαδάρης. Παρ. «Πού τα πας, Μαριά, τα βόδια, που ο βουκόλος δεν τα θέλει.» | < αρχ. ελλ. βουκόλος.

βούλα η: σημάδι· σφραγίδα. Σκυλί καφέ με μαύρες βούλες. Κολ.: γ δν λειψα ν κάμω μία προσταγή, κα πάτησα τ βούλα μου: «ποιο χωρι δν θελε ν κολουθήσει τν φωνν τς Πατρίδος τζεκούρι κα φωτιά».

βουλιούμαι & βούλομαι: θέλω, σκέφτομαι, έχω στο νου μου, επιθυμώ, εύχομαι, είμαι διατεθειμένος. Δημ.: Βουλιούμαι μια, βουλιούμαι δυο, βουλιούμαι τρεις και πέντε / βουλιούμαι να ξενιτευτώ πολύ μακριά στα ξένα. – Τώρα δροσιά, τώρα Μαϊά, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι. / Τώρα κι ο ξένος βούλεται να πάει στα δικά του – Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη. / Ο ένας να βγει την άνοιξη, ο άλλος το καλοκαίρι, / κι ο τρίτος το χινόπωρο, οπού είναι τα σταφύλια | αρχ. ελλ. < βούλομαι, ιωνικό· Όμηρος: Τρώεσσιν βούλετο κῦδος ὀρέξαι (ή Τρώεσσιν ἐβούλετο νίκην: επιθυμούσε νίκη για τους Τρώες), βούλομ᾿ γ λαὸν σόον ἔμμεναι ἢ ἀπολέσθαι: θα προτιμούσα να διασώζονταν οι άνθρωποι παρά να πέθαιναν. Βλ. & πατραχήλι το.

βουλωσιά η: δυνατή, οδυνηρή κλωτσιά, μπουνιά, γροθιά, γρόνθος, μπουκέτο. Έφαγε μια βουλωσιά | < βουλώνω.

βούνευρο το: μαστίγιο από τεντωμένο, συνεστραμμένο και ξεραμένο μόριο βοδιού ή από τον αυχενικό του τένοντα, βοϊδόνευρο. Καρκ.: Oλόγυρά του τρεις φουστανελλοφόροι αρβανίτες, ντυμένοι στ᾿ άρματα και τα τσαπράζια, στο δεξί χέρι κρατώντας βούνευρο λυγιστό, εκοίταζαν στο γιαπί με μάτια θυμωμένα.

βουνιά η & σβουνιά η: κοπριά βοοειδών και άλλων μεγάλων ζώων. Γκοτζ.: Εδώ είν᾿ η Γρεμενίτσα, το χωριό με τις ελιές και τα γουρούνια και τους φούρνους τους χτιστούς, όπου ξεραίνουν τις σβουνιές για τη φωτιά. Ρίτσ.: Λιγνοί γερόντοι χοντροκόκκαλοι μ᾿ άσπρα μουστάκια και φλοκάτες / Μυρίζουν σβουνιά και χωράφι. Πάλλ.: Κι ενώ κυλιούνταν στα σβουνιά, τους ξόρκιζε όλους γύρω, / με τ᾿ όνομά τους κράζοντας τους φίλους έναν έναν | < βονία < βοωνία < βου-: ελνστ. βοών: στάβλος βοδιών.

βούπα η: είδος κόρνας των αυτοκινήτων που λειτουργούσε με αέρα. (Κοζάνη).

βουρ: χρησιμοποιείται ως επίρρημα για να δηλωθεί γρήγορη δράση, ενέργεια, κίνηση· εμπρός, όρμα! Βουρ στον πατσά! Βουρ στην κονόμα. Βουρ στα δώρα. Βουρ στο ψητό. Βουρ αραμπατζή | < τουρκ. vur: χτύπα (προστ. του ρ. vurmak).

βούρδουλας ο & βούρδουλο το: μαστίγιο, φτιαγμένο από δέρμα. Καζαντζ.: Περισσότερο κι από το κλάμα, το τραγούδι τους ξεσκέπαζε την αγιάτρευτη δοκιμασία της ζωής τους, τις χιλιάδες τα χρόνια που πέρασαν από πάνω τους, όλο πείνα και βούρδουλα και θάνατο Καρκ.: Ο σύντροφός μου με τα ορθά μουστάκια του, το ηλιοψημένο πρόσωπο και τον τσουχτερό βούρδουλά του εφρόντιζε πάντα να δείχνει πως δε χωρατεύει με το φαγί | < μσν. βούρδουλας (σύγκρ. μσν. βουρδουλία) ίσως < υστλατ. burd(us), burd(o): μουλάρι -ουλας.

βουρίζω: βρίσκομαι σε έντονη σεξουαλική διέγερση, ζευγαρώνω, ερωτοτροπώ σεξουαλικώς. μτχ. βουρσμένος. Βούριζουν τα σκυλιά.

βούρλα η & βουρλαμάρα η: η τρέλα, η ασυλλογισιά.

βουρλίζομαι: γίνομαι βούρλος, έξαλλος, τρελός, εκτός εαυτού, ανησυχώ έντονα, παραζαλίζομαι· καταλαμβάνομαι από κάποιο πάθος (οργή, έρωτα, μίσος κτλ..). Παρ.: «Ζουρλός νουνός σε βάφτισε και βουρλισμένος διάκος.», «Σαν θάλασσα βουρλίζομαι, σαν κύμα δέρν᾿ ο νους μου.» | < μσν. βουρλίζω: τρέμω σαν βούρλο. Βλ. & κοσμάκης ο.

βουρλίζω: γίνομαι βούρλος, κάνω κάποιον βούρλο, τρελαίνομαι. Δημ.: Άνοιξε, μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι, / μ᾿ εβούρλισαν τα μάγια σου κι ήρθα κατά τ᾿ εσένα.

βούρλο το: ποώδες υδρόφιλο φυτό, με τα φύλλα του οποίου κατασκευάζονται σχοινιά, ψάθες, καλάθια κτλ..· σχοίνος· χαρακτηρισμός για άνθρωπο ανόητο, βλάκα | < μσν. βούρλον < ελνστ. βροῦλον.

βούτα η: η βουτιά· ράτσα περιστεριού, το λεγόμενο ουτζίδικο. Περιστέρια βούτες, ντουνέκια, μισιριά από 3 ευρώ, αλατζάδες παγωνάτα, γλόμπους και ό,τι άλλο επιθυμείτε.

βόχα η: μπόχα, πολύ βαριά και δυσάρεστη μυρωδιά | ίσως < απόχα < ελνστ. ἀποχ(ύνω) χύνω -α.

Βούρμπα η: παλιά ονομασία του σημερινού χωριού Μηλέα Ελασσόνας. Βούρμπιανη υπήρχε και στην Ήπειρο. Λιούφ.: Γεώργ. Απόστ. Στράτος γεννηθείς εν Βούρμπιανη της Ηπείρου τον Φεβρουάριον 1860.

βουτσέλα η & βουτσέλι το / βουτσί το: ξύλινη στάμνα, μικρό βαρέλι για τη μεταφορά υγρών. Κρυστ.: …πήγε να φέρει κρυόνερο με το βουτσέλι από μια βρύση κρυφή τον ανήφορο, χωμένη μέσα στα σχοίνα, που μόνο οι αγωγιάτες και οι πιστικοί την ηξέρουν. Αγοράζανε το μούστο και τον αφήνανε να γίνει μέσα στα καλοκαθαρισμένα βουτσιά. Έτσι είχανε δικό τους κρασί ολοχρονίς. Επώνυμ.: Βουτσελάς. | < μσν. βουτσί(ον) < βουτί(ο)ν < υποκορ. του ελνστ. βούτις < υστλατ. buttis.

βουτυρόπαιδο το: μτφ. παιδί που θεωρείται ευαίσθητο, καλομαθημένο, που δε γνώρισε τις δυσκολίες της ζωής, αδούλευτο, βουτυρομπεμπές. Τσιφ.: Ο Κάρολος ήτανε σεμνό παιδί. Αυτό που λένε βουτυρόπαιδο. Μεγαλωμένος στ᾿ ανάκτορα από δασκάλους και παπάδες, δεν είχε μήτε θάρρος μήτε εξυπνάδα μεγάλη. Έτσι κι άκουγε μια κουβέντα λιγάκι πιο τολμηρή, κοκκίνιζε ολόκληρος. Αγνός ήτανε, ευγενέστατος ήτανε, ντροπαλός ήτανε, αλλά και πεισματάρης σαν διάολος.

βράση η: το βράσιμο, ο βρασμός. Ρίχνουμε την ντομάτα και μόλις πάρει βράση προσθέτουμε τα ρεβίθια με τόσο ζωμό όσο χρειάζεται για να φουσκώσει το ρύζι. Πάλλ.: …κι ο Γλάφκος, τ᾿ Απολόχου ο γιος, των Λυκιωτώνε ο πρώτος, / μέσα στη βράση της σφαγής καρφώνει το Βιφίνο. Παρ.: «Στη βράση κολλάει το σίδερο.» | < ελνστ. βρά(σις) -ση.

βρασιά η: ποσότητα νωπών τροφίμων (λ.χ. όσπρια, χόρτα) για μία βράση, ένα μαγείρεμα. Έχει τα χείλια, τα μάγουλα «δυό βρασιές»: φουσκωμένα, υπερμεγέθη, μεγαλύτερα. Γκοτζ.: Η βάβω πήγε και πρόθυμα της έμασε κάνα δυο βρασιές. Κι η άλλη φαινόταν πολύ ευχαριστημένη | < βράζω < ελνστ. βράζω < αρχ. ελλ. βράσσω: κουνώ με δύναμη, σείω βίαια, ρίχνω επάνω, εκτινάσσω.

βρακοζούνα η: βρακοζώνα, πλεγμένη ζώνη που συγκρατούσε στη μέση το «συντρόφι», το σώβρακο· ταινία βαμβακερή, που περνά από τα θηλύκια της βράκας και δένει μπροστά, για να συγκρατεί κάθε είδους παντελόνι.

βρέσι το: αυτό που βρίσκει κάποιος τυχαία. Παρ.: «Του φτωχού το βρέσι, ιά καρφί, ιά πέταλο.»

βρετίκια τα & βρετικά τα: η αμοιβή που δίνεται σ΄ αυτόν που βρίσκει και παραδίδει ένα χαμένο αντικείμενο, εύρετρα. Μακρ.: Ν πάγω ν σο τ δώσω, καπετνε, κα ν μο δώσς τ βρετικά! φωνάζει. – Κα τ βρετικ σο δίνω κα ψωμ θ φμε μαζ κ᾿ στερα θ πς ες τν δουλειά σου, μα θ σ᾿ πολύσω, κα τοιούτως ρκίστηκα. Γκοτζ.: -Θέλεις και βρετίκια, ε; Θα βγω στο χωριό να σε κάμω σουργούνι, κλέφταρε, θεομπαίχτη, τον μάλωσε με όλο της το δίκιο η βάβω | < μσν. βρετίκια (Πβ. μσν. βρεθίκι) < ευρετίκια < αρχ. ελλ. εὐρετ(ής).

βρεχούμενος -η -ο: που βρέχεται, με βροχές. Παρ.: «Να ᾿ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τα Λαμπρά βρεχούμενα, αμπάρια γιομισμένα.»

βρίζα η: σίκαλη, δημητριακό φυτό της οικογένειας των αγρωστοειδών. Καρκ.: Ό,τι σπείρουν οι χωριάτες, στάρι, κριθάρι, αραποσίτι, βρίζα, να δίνουν το τρίτο στον αφέντη | < ελνστ. βρίζα (θρακικής προέλ.). Βλ. & μπλατσαρώνω.

βριζαμιά η: αλωνισμένο άχυρο. Βλ. & σφάλτσα η.

βρίζινος -η -ο: φτιαγμένος, παρασκευασμένος από βρίζα. Παρ.: «Στο φούρνο παραχώνεται, σαν βρίζινο καρβέλι.» Βλ. & βρίζα η.

βρομούσια τα: συνηθ. πληθ. είδος μυρμηγκιών με δυσάρεστη μυρωδιά. Γιόμωσε ο τορβάς βρομούσια | μσν. βρόμα < βρομ(ώ) < ελνστ. βρωμῶ.

βρόντος ο: μεγάλη, δυνατή βροντή, κρότος. Πήγανε όλα στο βρόντο: χάθηκαν άσκοπα, μάταια, πήγαν στα χαμένα. Χριστόπ.: Κι έγινε βρόντος τρομερός απ᾿ τ᾿ αργυρό δοξάρι. Πρώτα τις μούλες λάβωσε και τους γοργούς τους σκύλους.

βρουκόλακας ο & βρουκουλάκι το: ο βρικόλακας, νεκρός που, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, βγαίνει τις νύχτες από τον τάφο του και γυρίζει ανάμεσα στους ζωντανούς για να τους πιει το αίμα και γενικότερα να τους βλάψει, το φάντασμα, στοιχειό. Ρήγας: …αυτά είναι τα στοιχειά και οι βρωκολάκοι, τα οποία βάνουν εις φόβον και τους πλέον ανδρείους ανθρώπους. Αν ήξευραν όμως την αιτίαν των φαινομένων αυτών, ήθελε αισθάνονται περισσοτέραν χαράν, παρά φόβον, όταν φανεί εμπρός τους ένας τοιούτος πύρινος άνθρωπος | < μσν. βουρκόλακας, βρικόλακας < βουλγ. vĭrkolak -ας ή βρίκολος < αρχ. ελλ. βρίκελλος: το τραγικό προσωπείο.

βροντοκαλιά η: το φίδι δενδρογαλιά, βλ.λ.

βρούντηγμα το: πέταγμα στα άχρηστα, στα σκουπίδια, μακριά. Χάλασε, το ᾿χω για βρούντηγμα.

βρουντώ: βροντώ, το βροντώ με τη σημασία πετάω κάτι με δύναμη, μακριά, το ξεφορτώνομαι. Βρούντα τον έξω: πέταξέ τον έξω· άμα το πάρω και το βρουντήξω, ξέρεις που θα φτάσει; | < αρχ. ελλ. βροντῶ.

βρόχα η: βροχή, μπόρα. Η βρόχα έπεφτε.

βροχάρης ο: άνεμος, αέρας που φέρνει βροχή. Παρ.: «Σαν δεις βοριά, βροχάρη κάτεχε.»

βροχάτος -η -ο: βροχερός, με βροχές. Παρ.: «Νάταν τα φώτα φωτεινά και η λαμπριά βροχάτη

βρόχι το: θηλιά που χρησιμοποιείται ως παγίδα για τη σύλληψη πτηνών ή μικρών ζώων. Ερωτ.: Κι ως άγνωστη εκομπώθηκα, κ᾿ επιάστηκα στο βρόχι, σαν όντε στένει ο κυνηγός, και την ολπίδα το ᾿χει να ᾿βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει. Παπαδ.: – Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!.. να είχε βρόχια.. να είχε φωτιές.. Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια.. να ζέσταινε τις καρδιές.. να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια..- Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν᾿ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια. Καρκ.: Τα κατακουρασμένα κορμιά, παραδομένα πρώτα στις ανάγκες της ζωής κι έπειτα στα βρόχια του ύπνου, δεν έχουν ούτε πόθους ούτε όνειρο κανένα | < μσν. βρόχι(ον) υποκορ. του αρχ. βρόχ(ος) -ιον.

βροντισμένος -η -ο: ανισόρροπος, σαλός, πειραγμένος στα μυαλά, πεταμένος, ανυπόληπτος, βαρεμένος από κεραυνό. Αραβαντ.: ζαλοβροντισμένος ή ζαλοκουνισμένος: ο εξ απροόπτου ατυχήματος προσβληθείς. Και ο φρενοπαθής | πιθ. < αρχ. ελλ. βροντή: ισχυρός και παρατεταμένος κρότος που συνοδεύει την αστραπή ή τον κεραυνό· μπουμπουνητό.

βροχάδα η: βροχή. Παρ.: «Ο Μάης ρίχνει τις δροσιές κι ο Απρίλη τις βροχάδες.» Βλ. & πυρομάχος ο.

βωλοδέρνω: αγωνίζομαι, ταλαιπωρούμαι, υποβάλλομαι σε ταλαιπωρίες, κακουχίες, βάσανα, δεινοπαθώ· περιπλανιέμαι, περιφέρομαι. Βωλοδέρνει απ᾿ το πρωί | < σλαβ. vol: βόδι + der: γδέρνω (για γδάρτες βοδιών που περιφέρονταν από τόπο σε τόπο) ή από το βώλος + δέρνω: σπάζω τους σβώλους της οργωμένης γης.

(Εμφανιστηκε 2.669 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)