18 Φεβρουαρίου 2015 at 23:30

Τα αποτυπώματα της αλήθειας και του ψεύδους στον εγκέφαλο

από

Τα αποτυπώματα της αλήθειας και του ψεύδους στον εγκέφαλο

Τη χρονική στιγμή που ολοκληρώνεται το παρόν άρθρο η χώρα μας βρίσκεται σε μια κρίσιμη πολιτική καμπή. Επειτα από μια οξύτατη προεκλογική περίοδο, έχει εισέλθει για τα καλά στην αποφασιστική για το μέλλον μας μετεκλογική διαπραγμάτευση με τους πιστωτές της. Με δεδομένη την ακραία πολιτική δυσπιστία της γερμανοκρατούμενης Ε.Ε. στο εναλλακτικό και πολύ πιο ανθρωπιστικό μοντέλο διαχείρισης της κρίσης, που προτείνει η νέα ελληνική κυβέρνηση, πολλοί Ελληνες θα ήθελαν να διαθέτουν έναν μαγικό τρόπο ή μια ασφαλή επιστημονικά μέθοδο για να αποφασίζουν πότε οι πολιτικοί-οικονομικοί εκπρόσωποι της Ελλάδας και των εταίρων της λένε τα «κατά συνθήκη» πολιτικά ψέματα και πότε λένε την αλήθεια.

Η δημιουργία μιας μηχανής ικανής να ανιχνεύει πότε οι άνθρωποι ψεύδονται και πότε λένε την αλήθεια αποτελούσε ανέκαθεν το όνειρο κάθε βιοεξουσίας και συνεπώς τον εφιάλτη κάθε πολίτη μιας δημοκρατικής κοινωνίας
Η δημιουργία μιας μηχανής ικανής να ανιχνεύει πότε οι άνθρωποι ψεύδονται και πότε λένε την αλήθεια αποτελούσε ανέκαθεν το όνειρο κάθε βιοεξουσίας και συνεπώς τον εφιάλτη κάθε πολίτη μιας δημοκρατικής κοινωνίας

Θέλοντας να διασκεδάσουμε αυτό το πληροφοριακό κενό, αλλά και την εθνική μας αγωνία, κατασκευάσαμε δύο φωτογραφικά κολάζ με τους πρωταγωνιστές αυτής της διαπραγμάτευσης να υποβάλλονται σε τεστ αλήθειας. Παράλληλα, το άρθρο διερευνά αν η σύγχρονη επιστήμη μπορεί πράγματι να δημιουργήσει τέτοιες μαγικές μηχανές «ανάγνωσης της ανθρώπινης σκέψης».

Μολονότι υπάρχουν κάποια «σημάδια» στη συμπεριφορά του ψεύτη που τον προδίδουν -τρεμούλιασμα στη φωνή, εφίδρωση ή το να αποφεύγει να κοιτάξει τον άλλον στα μάτια κ.ά.-, είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να εξακριβώσουμε αν όντως ψεύδεται. Τη δυσκολία αυτή επιχειρούν να παρακάμψουν οι νέες μηχανές ανίχνευσης του ψεύδους.

H κατασκευή μηχανών και η αναζήτηση νευροψυχολογικών μεθόδων που θα μας επέτρεπαν να αποκαλύπτουμε με ασφάλεια αν και πότε ένα άτομο ψεύδεται αποτελεί, εδώ και δεκαετίες, ένα άπιαστο τεχνολογικό όνειρο, ένα είδος «Ιερού Γκράαλ» για τη σύγχρονη τεχνοεπιστήμη. Μήπως, όμως, εκεί που οι παραδοσιακές, αμιγώς ψυχολογικές προσεγγίσεις αποτυγχάνουν, ενδέχεται να αποδειχτούν πολύ πιο αποτελεσματικές οι πρόσφατες τεχνολογίες «ανάγνωσης» του ανθρώπινου εγκεφάλου;

Στο προηγούμενο άρθρο μας («Εφ.Συν» 7-2-15) είδαμε πώς οι νέες τεχνικές απεικόνισης της δομής και της λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος μας επιτρέπουν να περιγράφουμε τον ανθρώπινο εγκέφαλο ως τον «μεγάλο παραμυθά». Σήμερα, λοιπόν, γνωρίζουμε ποιες βασικές δομές και ποια νευρωνικά κυκλώματα ενεργοποιούνται όποτε ακούμε ή διηγούμαστε μια ιστορία. Και το εντυπωσιακό είναι ότι, είτε η ιστορία είναι πραγματική είτε ψεύτικη, ενεργοποιούνται οι ίδιες ακριβώς εγκεφαλικές δομές!

Συνεπώς, η ιδέα ότι τα ψεύδη αφήνουν ένα εμφανές και, ενδεχομένως, ανιχνεύσιμο ή μετρήσιμο «αποτύπωμα» στη φυσιολογία και τη συμπεριφορά του ψεύτη είναι όχι μόνο εύλογη αλλά και ευρύτατα αποδεκτή από την επιστήμη της ψυχολογίας.

Τα πλεονεκτήματα και η ψυχολογία του ψεύτη

Σε παλαιότερες εποχές οι γονείς απειλούσαν τα παιδιά ότι θα τους έβαζαν «πιπέρι στο στόμα» αν έλεγαν ψέματα. Σήμερα η διαχείριση και η αντιμετώπιση του παιδικού ψεύδους έχει γίνει πολύ πιο σύνθετη. Πράγματι, στις πιο ανεπτυγμένες μετανεωτερικές κοινωνίες το ψέμα δεν θεωρείται απλώς συμπεριφορικό παράπτωμα ή, έστω, θρησκευτικό αμάρτημα, αλλά σοβαρότατη αντικοινωνική συμπεριφορά.

Από την άλλη πλευρά, η πραγματικότητα μας διδάσκει ότι «μόνο εξαπατώντας πάει κανείς μπροστά». Στις μέρες μας, όπου η επιτυχία ταυτίζεται με την αποτελεσματικότητα και εξαρτάται από τη γρήγορη λήψη αποφάσεων, είναι δύσκολο να μη βρει κάποιος επιβεβαίωση αυτού του κανόνα σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής μας ζωής: πόσες φορές δεν έχουμε επιλέξει συνειδητά να πούμε ένα «ψεματάκι» στον προϊστάμενό μας, στην Εφορία για να γλιτώσουμε χρήματα, στον/στη σύντροφό μας για να μην τον/την πληγώσουμε, στον φίλο μας για να μην τον στενοχωρήσουμε κ.ο.κ.

Και μολονότι συνήθως το να λέμε ψέματα μας δημιουργεί κάποιο άγχος μήπως αποκαλυφθεί η απάτη, εντούτοις, όπως προκύπτει από διάφορες έρευνες, τα αντισταθμιστικά οφέλη από τα μικρά ή τα μεγάλα ψέματα, δηλαδή από τη συνειδητή εξαπάτηση, είναι πολύ περισσότερα. Στο επιτυχημένο βιβλίο του με τον τίτλο«Ψεύτης: η αλήθεια για το ψέμα» (Liar: the truth about lying), ο Ρόμπερτ Φέλντμαν (Robert Feldman), επιφανής καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Εϊμερστ (UMass), παρουσιάζει πλήθος ερευνών που αποκαλύπτουν ότι όλοι οι άνθρωποι ψεύδονται, και μάλιστα συστηματικά. Και ο λόγος που το ψέμα είναι μια τόσο διαδεδομένη πρακτική μεταξύ των ανθρώπων είναι ότι διευκολύνει τη συμβίωσή τους με τους άλλους ανθρώπους.

Το ψεύδεσθαι είναι μια στρατηγική η οποία συνήθως επιλέγεται επειδή ευνοεί τον ψεύτη, παρέχοντας ό,τι ο Φέλντμαν αποκαλεί το «πλεονέκτημα του ψεύτη»
Το ψεύδεσθαι είναι μια στρατηγική η οποία συνήθως επιλέγεται επειδή ευνοεί τον ψεύτη, παρέχοντας ό,τι ο Φέλντμαν αποκαλεί το «πλεονέκτημα του ψεύτη»

Συνεπώς, το ψεύδος αναδεικνύεται στον πιο εύκολο, γρήγορο και φαινομενικά ανέξοδο τρόπο για να επιτύχουμε έναν συγκεκριμένο στόχο. Πρόκειται μάλιστα για ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουμε να κάνουμε ήδη από τη νηπιακή μας ηλικία: μια ανεπαρκώς ανεπτυγμένη κοινωνική δεξιότητα την οποία μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να τελειοποιούμε.

Πράγματι, στο βιβλίο του ο Φέλντμαν περιγράφει πειράματα με παιδιά ηλικίας τριών ετών που φαίνεται να επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, τα αθώα παιδάκια κατέχουν ήδη την έννοια και τις στοιχειώδεις τεχνικές της εξαπάτησης μέσω του ψεύδους. Δεξιότητα που χρησιμοποιούν με σχετική ευχέρεια όποτε χρειάζεται. Για παράδειγμα, όταν μείνουν μόνα τους μέσα σε ένα δωμάτιο με παιχνίδια και τους ζητηθεί ρητά να μην αγγίξουν ένα συγκεκριμένο παιχνίδι, θα παραβούν την υπόσχεσή τους αλλά δεν θα το ομολογήσουν.

Πιο πρόσφατες συστηματικές έρευνες, όπως αυτές της Βικτόρια Τάλγουορ (Victoria Talwar) και του Κανγλ Λι (Kang Lee) στον Καναδά, έδειξαν ότι η ανθρώπινη ικανότητα του ψεύδεσθαι αναπτύσσεται πάντα σε τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο εμφανίζεται μεταξύ 2-3 ετών: το παιδί κάνει ψευδείς δηλώσεις αν και πιθανά χωρίς συνειδητή πρόθεση εξαπάτησης. Το δεύτερο στάδιο εμφανίζεται μετά το 4ο έτος της ηλικίας, οπότε τα παιδιά δεν λένε ιδιαίτερα επεξεργασμένα ψέματα, αλλά γνωρίζουν σαφώς ότι ο άλλος δεν ξέρει την αλήθεια για ένα γεγονός, συνεπώς αρχίζουν να ψεύδονται συνειδητά. Το τρίτο στάδιο εμφανίζεται μεταξύ 7-8 ετών, ως συνέπεια της ανάπτυξης της λογικής σκέψης, οπότε το παιδί αρχίζει να διατυπώνει αληθοφανή και πολύ πιο επεξεργασμένα ψέματα.

Οι έρευνες αυτές, βέβαια, δεν νομιμοποιούν ούτε επικροτούν τη σχεδόν καθολική κυριαρχία του ψεύδους στις σημερινές κοινωνίες. Αντίθετα, όπως αποκαλύπτουν οι πιο πρόσφατες σχετικές μελέτες, η αίσθηση επιτυχίας που προσφέρει το ψέμα είναι κατά κανόνα πρόσκαιρη. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όποτε καταφεύγουν στο ψέμα, υποφέρουν κατόπιν από τύψεις και μετανιώνουν (άραγε, ειλικρινά;) γι’ αυτήν τη συμπεριφορά τους. Αντίθετα, όσοι είναι ειλικρινείς από επιλογή, ενώ στην αρχή καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να ξεπεράσουν το άγχος ότι μπορεί να μη γίνουν αποδεκτοί, μακροπρόθεσμα είναι πιο ευτυχείς και πολύ πιο ισορροπημένοι.

Από τις εντελώς αφερέγγυες «μηχανές της αλήθειας»…

Το ψεύδεσθαι είναι μια στρατηγική η οποία συνήθως επιλέγεται επειδή ευνοεί τον ψεύτη, παρέχοντας ό,τι ο Φέλντμαν αποκαλεί το «πλεονέκτημα του ψεύτη»: τη δυνατότητα να επιτυγχάνει αυτό που επιθυμεί με μικρότερο κόστος από ό,τι αν έλεγε την αλήθεια. Και η μεγάλη επιτυχία αυτού του συμπεριφορικού «τεχνάσματος» βασίζεται στο γεγονός ότι, ενώ έχουμε κάποιες ενδείξεις πως κάποιος ψεύδεται, π.χ. κάποια «σημάδια» στη συμπεριφορά του ψεύτη που τον προδίδουν (τρεμούλιασμα στη φωνή, εφίδρωση, δισταγμός, αποφυγή να κοιτάξει τον άλλον στα μάτια κ.ά.), εντούτοις είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να εξακριβώσουμε αν όντως ψεύδεται.

Διόλου περίεργο λοιπόν που, επί σχεδόν έναν αιώνα, διάφοροι ειδικοί πρότειναν τη δημιουργία μηχανών ικανών να ανιχνεύουν πότε κάποιος ψεύδεται. Η πρώτη προσπάθεια έγινε από τον Τζον Λάρσον (John A. Larson), ο οποίος το 1921 επινόησε τον «πολύγραφο», την περιβόητη «μηχανή της αλήθειας».

Πρόκειται για την τεχνολογική σύνθεση τριών ανιχνευτικών συσκευών, καθεμία από τις οποίες μετρά και καταγράφει διαφορετικές φυσιολογικές παραμέτρους του ανθρώπινου σώματος (αρτηριακή πίεση, αναπνοή, γαλβανική αντίδραση του δέρματος).

Ο πολύγραφος μπορεί να ανιχνεύει ορισμένες σωματικές αντιδράσεις που προκαλούνται από τις μεταβολές της ψυχολογικής κατάστασης του ανακρινόμενου όταν του υποβάλλουν ορισμένες ερωτήσεις. Αυτό επιτυγχάνεται προσαρτώντας στο σώμα του υποκειμένου τρεις διαφορετικές συσκευές. Εναν πνευμονογράφο, που καταγράφει κάθε μεταβολή στην αναπνοή και την κίνηση χάρη σε δύο ελαστικούς πνευμονογραφικούς σωλήνες που τοποθετούνται γύρω από το στέρνο και την κοιλιά του υποκειμένου. Δύο πλάκες γύρω από το μεσαίο δάχτυλο και τον δείκτη του χεριού, που ανιχνεύουν τις γαλβανικές αντιδράσεις της επιδερμίδας κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Και έναν καρδιοσφυγμογράφο, που καταγράφει τις μεταβολές της καρδιακής συχνότητας και της πίεσης του αίματος.

Ομως, η μεγάλη δημοσιότητα που γνώρισε αυτή η «μηχανή της αλήθειας» δεν συνάδει ούτε με την αποτελεσματικότητα ούτε με τη φήμη της. Και αυτό, γιατί οι φυσιολογικές παράμετροι που καταγράφει εξαρτώνται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα, η ενεργοποίηση του οποίου σχετίζεται ελάχιστα ή και καθόλου με τη συνειδητή επιλογή του να ψεύδεται κανείς.

Η επόμενη εναλλακτική «λύση» ήταν η υιοθέτηση του ηλεκτροεγκεφαλογράφου. Τοποθετώντας ηλεκτρόδια στην επιφάνεια του κρανίου μπορούμε με το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα να καταγράψουμε και να αναλύσουμε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή κάθε μεταβολή της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφαλικού φλοιού.

Ετσι, διαφορετικά εξωτερικά ερεθίσματα (π.χ. φωτογραφίες, λέξεις ή αντικείμενα) προκαλούν διαφορετικά πρότυπα αντιδράσεων σε διαφορετικές φλοιικές περιοχές του εγκεφάλου, η δραστηριότητα των οποίων καταγράφεται καταλεπτώς και εντοπίζεται επακριβώς από το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. Είναι όμως εφικτή η χρήση αυτής της συσκευής για ανακριτικούς σκοπούς και όχι μόνο για διαγνωστικούς ή βιοϊατρικούς λόγους;

Δυστυχώς όχι! Και ο λόγος είναι ότι αυτές οι μηχανές ανίχνευσης του ψεύδους πολύ συχνά ενεργοποιούνται και όταν ο ανακρινόμενος λέει την αλήθεια, ενώ ο εκπαιδευμένος ψεύτης μπορεί, τις περισσότερες φορές, να τις ξεγελά.

«Ολες οι μηχανές της αλήθειας, όποια τεχνική κι αν χρησιμοποιούν, βασίζονται σε μία και μόνο αρχή: ότι η αλήθεια σχετικά με ένα ορισμένο συμβάν διατηρείται στον νου ενός ανθρώπου, είτε είναι μάρτυρας είτε κατηγορούμενος, άρα είναι δυνατόν, με κάποιο τρόπο, είτε να εξαγάγουμε αυτήν την πληροφορία είτε να αξιολογήσουμε την κατάστασή της στο εσωτερικό του εγκεφάλου αυτού που ανακρίνεται», όπως εξηγεί ο Λάρι Φάργουελ (Larry Farwell), ο επιφανής νευροεπιστήμονας που επινόησε τη νέα τεχνική του «ψηφιακού αποτυπώματος του εγκεφάλου» (αγγλιστί, brain fingerprint ή BF).

…στα δυσερμήνευτα «εγκεφαλικά αποτυπώματα»

Απεικόνιση μέσω λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας του εγκεφάλου ενός ψευδόμενου και ενός ειλικρινούς ανθρώπου |
Απεικόνιση μέσω λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας του εγκεφάλου ενός ψευδόμενου και ενός ειλικρινούς ανθρώπου |

Η ανάγνωση των εγκεφαλικών «αποτυπωμάτων» βασίζεται σε ορισμένα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα. Πιο συγκεκριμένα, ο Φάργουελ επινόησε την «P300-MERMER», μια παραλλαγή της BF. Η «P300» είναι ένα ηλεκτροεγκεφαλικό κύμα που εμφανίζεται πάντα περίπου 300 χιλιοστά του δευτερολέπτου αφού παρουσιάσουμε ένα ασυνήθιστο αλλά σημαντικό ερέθισμα στο άτομο που υποβάλλεται στο τεστ, και η εμφάνιση αυτού του κύματος αποτελεί έναν ασφαλή δείκτη για το αν το άτομο αυτό αναγνωρίζει ή όχι το συγκεκριμένο ερέθισμα!

Παρουσιάζουν δηλαδή στο πρόσωπο που υποβάλλεται στο τεστ μια σειρά από αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και το όπλο ή τον τόπο ενός εγκλήματος. Αν είναι «αθώος», ο εγκέφαλός του αντιδρά πανομοιότυπα και χωρίς διακυμάνσεις στα ύποπτα αντικείμενα, ενώ αν είναι «ένοχος» αντιδρά διαφορετικά.

Ομως, και σε αυτό το τεστ τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά. Για παράδειγμα, η αποτελεσματικότητα και η ακρίβεια του τεστ «P300» επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, π.χ. από την ηλικία, από ψυχιατρικές παθήσεις, από την εξάρτηση από το αλκοόλ ή άλλες εξαρτησιογόνους ουσίες κ.ά. Με άλλα λόγια, και αυτό το τεστ παρουσιάζει επίπλαστα αποτελέσματα, είτε θετικά (άτομα αθώα που κρίνονται ένοχα) είτε αρνητικά (άτομα ένοχα που αθωώνονται), γεγονός ακόμη πιο σοβαρό από νομικής απόψεως.

Οταν ο εγκέφαλος ενός υπόπτου αναγνωρίζει το ενοχοποιητικό αντικείμενο που του δείχνουν πρέπει να θεωρείται πάντοτε ένοχος; Ας υποθέσουμε ότι το όπλο του εγκλήματος είναι μια κυνηγετική καραμπίνα. Αν, για παράδειγμα, ο ύποπτος είναι κυνηγός, είναι βέβαιο ότι θα αναγνωρίσει το αντικείμενο. Συνεπώς η «Ρ300» θα μας δώσει μια ψευδή θετική απάντηση. Αρα, με αυτήν τη μέθοδο δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε βέβαιοι για το αν τα μνημονικά αποτυπώματα που καταγράφονται οφείλονται π.χ. σε άμεσες προσωπικές αναμνήσεις ή σε έμμεσες αναμνήσεις που ο ανακρινόμενος έχει δει σε ειδήσεις στην TV ή σε εφημερίδες.

Η αποτυχία όλων των ανιχνευτικών μηχανών που επινοήθηκαν μέχρι σήμερα οφείλεται στο αντιδιαισθητικό γεγονός ότι το να ψεύδεται κανείς είναι μια νοητική διεργασία πολύ πιο σύνθετη και απαιτητική από το να λέει την αλήθεια.

Πηγή: http://www.efsyn.gr/arthro/ta-apotypomata-tis-alitheias-kai-toy-pseydoys-ston-egkefalo

(Εμφανιστηκε 596 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν