3 Σεπτεμβρίου 2014 at 13:47

Τι σημαίνει: μπεζερίζω

από

Τι σημαίνει: μπεζερίζω

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

μπιζερνώ ή μπιζερίζω ή μπεζερίζω σημαίνει κουράζομαι, πλήττω, βαριέμαι, αποκάμνω· μτφ. απογοητεύομαι, έχω εξαντλήσει κάθε όριο υπομονής, κουράζομαι ψυχικά, απαυδώ.

 Σε δημοτικό τραγούδι ακούγεται ο στίχος: Τόπους πολλούς εγύρισα, δεν έχω μπεζερίσει / τα έρημα τα Γιάννενα τα ‘χω μπεζερισμένα.

Και σε άλλο:  Μπεζέρησαν, βαρέθηκαν, Τόσκα μ’ τα παλικάρια / θέλουν να προσκυνήσουνε σ’ αυτόν τον Δυβιτάρη, / που ‘ναι Βαλής στα Γρεβενά, Δερβέναγας στα Χάσια. 

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης γράφει: Ἦταν μπεζερισμένοι ὅλοι ἀπὸ τὴν ἀκαταστασίαν. Δυὸ χρόνια κοντά μας κυβέρνησε ἀγγελικά. Καὶ μᾶς γύμναζε καὶ τὴν οἰκονομίαν – Σᾶς λέγω ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ποτὲ δὲν θέλησα νὰ εἶμαι ἀναντίον του, ὅτι μπεζερίσαμεν ἀπὸ τῆς ἀκαταστασίες.

Η λέξη προέρχεται από την τουρκική bezer ή  bezmerk που σημαίνει «καταπονούμαι, κουράζομαι»

Γνωστό, τουλάχιστον στη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο είναι και το επόμενο παραδοσιακό τραγούδι:

«-Μπιζέρισα μωρ’ μάνα μ’ μαντίλια να κεντώ και θα τα παρατήσω να πάω να παντρευτώ.

-Βάστα κόρη μου βάστα και τούτη τη χρονιά ωσπού να γίν’ τα στάρια, βαμβάκια και κρασιά.

Τότε θα σε παντρέψω, στον πέρα μαχαλά.»

(Εμφανιστηκε 1.026 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Σχετικά Άρθρα

Ένα σχόλιο

  1. Pingback: Τι σημαίν&e...