18 Μαΐου 2014 at 09:02

Βασίλης Ραφαηλίδης: Ο δρόμος για την Ελλάδα περνάει από την Ευρώπη

από

Ο δρόμος για την Ελλάδα περνάει από την Ευρώπη

Χάρτης της Δυτικής Ευρώπης
Χάρτης της Δυτικής Ευρώπης

Κείμενο: Βασίλης Ραφαηλίδης*

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ Εκκλησία επεδίωξε και εφάρμοσε με συνέπεια μια πολιτική «θρησκευτικής κλειστότητας», όπως λέει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο τεκμηριωμένο και έγκυρο έργο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» που θα μας απασχολήσει και πάλι, για όγδοη κατά σειρά Κυριακή.

Από κοινωνιολογική άποψη «θρησκευτική κλειστό­τητα» σημαίνει απομόνωση μιας Εκκλησίας και ξέκομ­μα της κοινωνικής ομάδας των μελών που την αποτε­λούν απ’ τους αλλόθρησκους.

Αν τούτη η απομόνωση τύχει να γίνει σε περιοχές όπου η εθνική ομάδα περιβάλλεται από αλλόθρησκους ή που είναι σαφώς περιχαρακωμένη γεωγραφικά, όπως τα νησιά, η εθνική συνείδηση, με τη βοήθεια μιας θρη­σκείας, που δεν επιτρέπει την προσέγγιση διαφορετι­κών πολιτισμών, διατηρείται περισσότερο αμιγής.

Μ’ άλλα λόγια, είναι ευκολότερο σ’ ένα λαό να δια­τηρήσει τη συλλογική ιστορική μνήμη και την ιδιαιτερό­τητα των ηθών του όταν η θρησκεία του απαγορεύει το συγχρωτισμό με αλλόθρησκους, πράγμα βέβαια κατα­στροφικό για την ανάπτυξη ενός ενιαίου πολιτισμού.

Ο ΑΠΟΜΟΝΩΤΙΣΜΟΣ παίζει όμως οπωσδήποτε αποφασιστικό ρόλο στη συντήρηση της πολιτιστικής ομοιογένειας του απομονωμένου λαού. Και, ως γνωστό καμιά απαγόρευση δεν είναι πιο αποτελεσματική απ’ αυτή που επιβάλλουν οι θρησκείες.

Ετσι, στα παράλια της Μικράς Ασίας και στα νησιά παρατηρούμε ένα φαινομενικά παράδοξο γεγονός: Η κλειστότητα που επιβάλλει η Ορθοδοξία έχει ως συνέ­πεια τον υποτονισμό της θρησκευτικής συνείδησης και τον υπερτονισμό της εθνικής.

Πιο απλά, οι’ Ελληνες της Μικρός Ασίας και των νη­σιών νιώθουν περισσότερο ‘Ελληνες και λιγότερο χρι­στιανοί ορθόδοξοι. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που για μια ακόμα φορά η ελληνική πολιτιστική παράδοση δια­φυλάσσεται περισσότερο στην ελληνική περιφέρεια παρά στο ελληνικό κέντρο. Οι ‘Ελληνες ήταν και πα­ραμένουν μια εθνότητα διεσπαρμένη. Άλλωστε, ό,τι σημαντικό έγινε σ’ αυτή τη χώρα ξεκίνησε απ’ τους Έλληνες της διασποράς.

Στους διεσπαρμένους ‘Ελληνες πρέπει να συμπεριλά­βουμε και τους νησιώτες. Γιατί σε μια περίοδο που οι επικοινωνίες ήταν προβληματικές οι νησιώτικες κοινω­νίες ή παρέμεναν απομονωμένες, ή επικοινωνούσαν με άλλους θαλασσινούς πολιτισμούς, όπως για παράδειγμα τον Ενετικό καθώς κι εκείνον που έφεραν, κυρίως στα νησιά, οι Φράγκοι σταυροφόροι κατακτητές. Που αν κατακτούσαν και την ηπειρωτική χώρα, ο πολιτισμός της σύγχρονης Ελλάδας θα ήταν εντελώς διαφορετικός, αφού θα έσπαζε η κοινωνική κλειστότητα που επέβαλ­λε η παρουσία των αλλόθρησκων Τούρκων γύρω απ’ τις κλειστές ελληνικές κοινωνικές ομάδες.

Οι περισσότεροι των Ελλήνων ιστορικών τείνουν να θεωρούν ευτύχημα το γεγονός πως η Ελλάδα βρισκό­ταν για αιώνες κάτω από τουρκική κατοχή κι όχι κάτω από φράγκικη. Γιατί μια φράγκικη κατοχή, εξαιτίας της θρησκευτικής συγγένειας του καθολικισμού με την Ορθοδοξία, θα έβγαζε την Ελλάδα από την απομόνωσή της και θα την ενέτασσε έγκαιρα και φυσιολογικά στην Ευρώπη, πράγμα που το επιχειρούμε μόλις σήμερα και κάτω απ’ την πίεση κυρίως των οικονομικών δεδομέ­νων. Γιατί, η σημερινή Ελλάδα δεν ανήκει και πολιτι­στικά στην Κοινή Αγορά. Και σε τελική ανάλυση, θα ήταν προτιμότερο να ανήκουμε στην Ευρωπαϊκή Κοινό­τητα μόνο πολιτιστικά και όχι μόνο οικονομικά, όπως γίνεται σήμερα μετά την ένταξη μας στην ΕΟΚ.

Πάντως, ενώ η ένταξη μας στην ΕΟΚ αναμένεται να μας καταστρέψει οικονομικά, πολιτιστικά σίγουρα θα μας ωφελήσει. Αν για παράδειγμα έρθουν εδώ Ευρω­παίοι γιατροί, και αν παραβλέψουμε, για λόγους μεθο­δολογικούς, τις δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις, το ΕΣΥ θα γίνει μια σοβαρή υπόθεση και τα φακελάκια θα καταργηθούν αυτομάτως. Αν, ακόμα, πλην των Ευ­ρωπαίων γιατρών μας έρθουν και… γκαραζιέρηδες, οι ‘Ελληνες οδηγοί θα είναι πλέον σίγουροι πως θα παίρ­νουν απ’ το συνεργείο το αυτοκίνητο τους όντως επι­σκευασμένο και όχι περισσότερο χαλασμένο απ’ όσο ήταν όταν το έδωσαν για φτιάξιμο στον ανεύθυνο και ανεκπαίδευτο ‘Ελληνα τεχνίτη. Τα παραπάνω σημαί­νουν πως η «θρησκευτική κλειστότητα» δε μας ευνό­ησε μακρόχρονα και πως η Ορθοδοξία έπαιξε έναν αρ­νητικό ρόλο στον εκπολιτισμό μας και τον εξευρωπαϊ­σμό μας, με συνέπεια να παραμείνουμε μια χώρα μεσανατολίτικη, μάλλον, παρά ευρωπαϊκή.

ΤΟΥΤΗ η «θρησκευτική κλειστότητα», που δεν είχε ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στις πολύ κλειστές ελ­ληνικές κοινωνίες των παραλίων της Μικράς Ασίας και των νησιών εξαιτίας της ευκολότερης διακίνησης σ’ αυτές των Φράγκων που, σίγουρα, δεν ήταν χειρότεροι απ’ τους Τούρκους, έπαιξε έναν καταφάνερα αρνητικό ρόλο στην ηπειρωτική Ελλάδα. Όχι μόνο γιατί η παρουσία των Φράγκων σ’ αυτή δεν είναι ιδιαίτερα εμφα­νής αλλά κυρίως διότι η «θρησκευτική κλειστότητα» εδώ αφορούσε ομόθρησκους λαούς διαφορετικών πο­λιτιστικών καταβολών, και συνεπώς διαφορετικών εθνοτήτων. Και ενώ η συμβολή των νησιών, κυρίως της Κρήτης και εντελώς ιδιαίτερα της Επτανήσου στον νεο­ελληνικό πολιτισμό δεν αμφισβητείται, κι αυτό γιατί όλα τα νησιά και κυρίως τα Επτάνησα, τούτη η πάντα ανοιχτή στη Δύση πύλη της Ελλάδας, κατάφεραν να ξε­φύγουν απ’ τη «θρησκευτική κλειστότητα», αμφισβη­τείται αντίθετα το μέγεθος και η σημασία της συμβολής της ηπειρωτικής Ελλάδας, φράγμα διόλου παράδοξο, δεδομένου ότι η Ελλάδα, απ’ την κλασική αρχαιότητα και μετά αλλά και πριν απ’ αυτήν, .ήταν ένας τόπος που είχε περιφέρεια αλλά όχι και κέντρο. Το κέντρο δημιουργήθηκε τεχνητά, όπως είδαμε, κυρίως μετά το 1840.

Και σήμερα και πάντα, κυρίως Ελλάδα είναι τα νησιά της. Το γεγονός πως η Πελοπόννησος κατάφερε τελικά να ελέγχει πολιτικά ολόκληρη την Ελλάδα είναι ένα δυ­στύχημα, που οφείλεται στο ότι σ’ αυτήν κυρίως γίναν οι σημαντικότερες μάχες κατά την ελληνική Επανάστα­ση. Που, ωστόσο, όπως είδαμε, ήταν πολυεθνική και πολυθρησκευτική. Στον αγώνα των πολυεθνικών φα­τριών για την επικράτηση στο νεοσύστατο τεχνητό κρά­τος, που ονομάστηκε, κατά ιστορική παραχώρηση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, Ελλάδα, οι φατρίες της Πελοποννήσου κατάφεραν τελικά να κυριαρχήσουν επί των φατριών ακόμα και της Ρούμελης, της οποίας η συμβολή στον ένοπλο αγώνα ήταν το ίδιο σημαντική μ’ αυτήν της Πελοποννήσου.

Σ’ ολόκληρα τα Βαλκάνια, όπως τονίζει ο Κακλαμά­νης, η «θρησκευτική κλειστότητα» είχε ως συνέπεια ένα αξεδιάλυτο συνειδησιακό μείγμα μεταξύ Ελλήνων, Σλάβων, Βλάχων, Αρβανιτών κτλ. Οι ορθόδοξοι χριστια­νοί αυτών των εθνοτήτων με τον καιρό και κάτω απ’ τον αυστηρό έλεγχο της ορθόδοξης Εκκλησίας απόκτησαν μια θρησκευτική συνείδηση που υπερκάλυψε την εθνική της κάθε εθνότητας χωριστά. Τούτη η υπε­ρεθνική θρησκευτική συνείδηση κυριαρχεί πάντα στη σημερινή Ελλάδα, πράγμα διόλου μεμπτό καθεαυτό. Το μεμπτό είναι που η θρησκευτική συνείδηση πλασάρεται μονίμως και δολίως ως εθνική, με συνέπεια μύριες όσες συγχύσεις και δυστυχίες.

Τούτες οι συγχύσεις δεν αφορούν μόνο τους ‘Ελλη­νες. Αφορούν εξίσου και τους άλλους λαούς της Βαλ­κανικής, που κι αυτοί ψάχνουν ακόμα την «εθνική τους ταυτότητα». Δεν είναι τυχαίο πως ο Σκεντέρμπεης, για παράδειγμα, ο υπ’ αριθμόν ένα ήρωας των Αλ­βανών είναι… Ελληνας. Σκεντέρ στα αλβανικά σημαίνει Αλέξανδρος. Αλλά το πλήρες ελληνικό όνομα του Σκεντέρμπεη (1403-1468) είναι Γεώργιος Καστριώτης. Όταν λοιπόν ο Καστριώτης έγινε μωαμεθανός (και μπέης) πήρε το ελληνικότατο ψευδώνυμο Σκεντέρ (Αλέ­ξανδρος), που το κράτησε κι αφού ξανάγινε χριστιανός, φυσικά για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Ο Κιουταχής, τούτος ο τρομερός Τούρκος, δεν ήταν παρά ‘Ελληνας, και μάλιστα γιος παπά απ’ την ‘Αρτα. Για λόγους που ασφαλώς έχουν σχέση με τις προσωπι­κές του φιλοδοξίες, αποφάσισε κάποτε να γίνει και μωαμεθανός και φανατικά μισέλλην, πράγμα διόλου μεμπτό σε μια εποχή που μόνο οι Τούρκοι θα μπορού­σαν να εξασφαλίσουν ένδοξη καριέρα στους φιλόδο­ξους.

Είναι αφελής ρομαντισμός να πιστεύουμε πως οι ‘Ελληνες ένιωθαν, μονίμως ανά τους αιώνες, υπερήφα­νοι για το γεγονός πως ήταν ‘Ελληνες, τη στιγμή μάλιστα που το μόνο εμφανές χαρακτηριστικό ελληνικότη­τας που διέθεταν ήταν η γλώσσα, που όπως είπαμε σε άλλο κείμενο αυτής της σειράς, ήταν πάντα μια γλώσσα υπερεθνική.

ΚΑΤΟΠΙΝ τούτων των «φυλετικών παραδόξων», που για τους νηφάλιους και μη συναισθηματικούς με­λετητές δεν είναι καθόλου παράδοξα, γιατί εμείς πρέπει να κρύβουμε το γεγονός πως  όλοι οι Κουντουριώτηδες για παράδειγμα, και όλοι οι Μποτσαραίοι ήταν Αρβανίτες; Δανείσαμε στους Αλβανούς κάποιους «εθνικούς ήρωες» και κείνοι με τη σειρά τους μας δά­νεισαν κάποιους δικούς τους. Κακό είναι; Κακό, θα απαντήσουν οι χοντροκέφαλοι σοβινιστές ένθεν κακεί- θεν των συνόρων, που αδυνατούν να καταλάβουν πως τον ήρωα δεν τον κάνει το «καθαρό αίμα» αλλά η κα­θαρή λεβεντιά, όπως ακριβώς το «Βασίλη Αρβανίτη» του Μυριβήλη.

Στα Βαλκάνια, λοιπόν, εξαιτίας της διαφορετικής κοινωνικής και ιστορικής λειτουργίας σ’ αυτά της «θρησκευτικής κλειστότητας» επικρατούσε και επι­κρατεί πάντα μια πλήρης ιστορικοφυλετική σύγχυση. Κι αυτό είναι κάτι το εντελώς υπέροχο. Γιατί όσο πιο αμήχανοι γίνονται οι υπέρμαχοι της «φυλετικής καθα­ρότητας» τόσο πιο αστείοι φαντάζουν -και τόσο μας βοηθούν να ξεδιαλύνουμε την γοητευτικά περιπλεγμέ­νη ιστορία των λαών της Βαλκανικής.

Πρέπει να το καταλάβουμε επιτέλους: Εμείς οι Βαλκάνιοι έχουμε μια κοινή Ιστορία και έναν κοινό πολιτι­σμό. Εκείνος ο μεγάλος ‘Ελληνας, ο Ρήγας Φεραίος, τα είπε όλα αυτά σε χρόνο ανύποπτο και πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση. Κατά ποια λογική, λοιπόν, χρί­σαμε «εθνικό ήρωα» έναν πραγματικά φωτισμένο διεθνιστή, που πρώτος ονειρεύτηκε μια παμβαλκανική ένωση όλων των λαών και όλων των εθνοτήτων, που κατοικούν στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, την κύρια πύλη εισόδου και εξόδου των λαών στη Λεκάνη της Μεσογείου, τούτη την εκπληκτική γεννήτρα πολ­λών και ποικίλων πολιτισμών, με προεξάρχοντα ανάμεσά τους τον ελληνικό;

Η κατάσταση του νεοελληνικού εθνικισμού κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, λέει ο Κακλαμάνης, ήταν η συνειδησιακή πολλαπλότητα των διαφόρων τμημάτων του ελληνισμού, και συνεπώς η μη ύπαρξη συγκεκριμένης ιδεολογίας. Μια και μόνο ήταν η ιδέα που εμψύχωσε τους εξεγερμένους κατά των Τούρκων δυναστών λαούς της Νότιας Βαλκανικής: Η ιδέα της ελευθερίας. Η ιδέα του έθνους, της φυλής, της Ορθο­δοξίας και τα τοιαύτα είναι δευτερεύοντα και επικου­ρικά καρυκεύματα, που αργότερα, και προκειμένου να νομιμοποιηθεί στη συνείδηση του κόσμου το νέο τε­χνητό κράτος, απόχτησαν, ταχυδακτυλουργικά, πρωτεύ­ουσα σημασία.

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ μαζί μ’ όλες τις άλλες εθνότητες, που κατοικούσαν στα γεωγραφικά όρια της σημερινής Ελλά­δας, αγωνίστηκαν μόνο για την ελευθερία τους. Κι όχι για να φτιάξουν σώνει και καλά ένα «εθνικό κράτος». Φυσικά, το να αποσπαστεί ένας λαός από ένα κράτος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία επί του προκειμένου, συνεπάγεται αναγκαστικά τη δημιουργία ενός νέου κράτους. Αλλά τίποτα στην επιστήμη της Εθνολογίας δεν επιβάλλει τούτο το κράτος να είναι οπωσδήποτε μονοεθνικό. Άλλωστε, αμιγώς μονοεθνικά κράτη δεν υπάρχουν πουθενά στον Κόσμο, κι αυτό θα προσπαθή­σουμε να το δείξουμε με μια άλλη σειρά κειμένων, που θα έχουν ως γενικό θέμα τη διαμόρφωση των εθνοτή­των που αποτέλεσαν την αρχαία και τη νέα Ελλάδα, κα­θώς και τη συγκρότηση των σημερινών κρατών της Ευ­ρώπης, που όλα ανεξαίρετα είναι πολυεθνικά και πο­λυφυλετικά.

Γιατί λοιπόν εμείς πρέπει σώνει και καλά να είμαστε μονοεθνικοί, ερήμην όλων των νόμων της. Εθνολογίας; Μα, διότι, έπρεπε να συγκροτηθούμε ως κράτος πα­τώντας πάνω στον εντελώς μα εντελώς ανόητο μύθο της «συνέχειας της ελληνικής φυλής» από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των ημερών μας. Είναι πολλοί οι αμβλύ- νοες σε τούτο τον τόπο, που αισθάνονται σαν πρώτο- ξάδερφοι του Περικλή και σαν ομόαιμοι του Πλάτωνα, κι ας τους γνωρίζουν, όταν τους γνωρίζουν, μόνο κατ’ όνομα. Λοιπόν, το μόνο που μας συνδέει με τους «αρχαίους μας προγόνους» είναι το αναμφισβήτητο γεγονός πως περπατούμε στον ίδιο τόπο που περπάτησε, π.χ. ο δύσμορφος Αριστοτέλης, που είχε τη Σχολή του στην πε­ριοχή του σημερινού Ζαππείου, και κολυμπούμε στην ίδια θάλασσα που κολυμπούσε ο ωραίος και αθλητικός Πλάτωνας. Βέβαια, δεν μπορούμε πια να κολυμπήσου­με στο Φάληρο, την αγαπημένη παραλία του Πλάτωνα. Αλλά σάμπως μπορούμε να κάνουμε κάτι σοβαρότερο στο Ζάππειο εκτός απ’ το να λιαζόμαστε και να σου· λατσάρουμε;

 Δώσαμε όλα μας τα φώτα στην Ευρώπη και δεν προ­νοήσαμε να κρατήσουμε ούτε ένα κεράκι για τους εαυ­τούς μας για να μη σκουντουφλάμε στα πηχτά σκοτά­δια της νεοελληνικής άγνοιας και αμάθειας. Σήμερα, για να αισθανθούμε λιγάκι Έλληνες πρέπει να εγκατα­σταθούμε κάπου στην Ευρώπη. Γιατί τούτος 0 τόπος είναι κατειλημμένος από νεοβάρβαρους, που τους αρέ­σει να παριστάνουν τους Έλληνες, γιατί έτσι τους. εί­παν στο νεοελληνικό σχολείο, κύριο μέλημα του οποίου είναι να διαιωνίζει το μέγιστο ψέμα της «συνέχειας της φυλής». Ο δρόμος για την Ελλάδα, σήμερα περνάει απ τον κόσμο ολόκληρο. Και δεν έχουμε καμιά πιθανότη­τα να ξαναγίνουμε Έλληνες αν δε γίνουμε πρώτα Ευ­ρωπαίοι.

* Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (5.4.87)

(Εμφανιστηκε 2.115 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)