5 Μαΐου 2014 at 20:46

Ελλάδα: Η μυθική χώρα του παραλόγου

από

Ελλάδα: Η μυθική χώρα του παραλόγου

Ψηφιδωτό δάπεδο με μυθικές παραστάσεις. Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
Ψηφιδωτό δάπεδο με μυθικές παραστάσεις. Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης

Κείμενο: Βασίλης Ραφαηλίδης*

ΟΤΑΝ τα πράγματα παρουσιάζονται αντιφατικά, τό­τε η Λογική μας πάει ένα βήμα μακρύτερα, λέει ο Λάϊμπνιτς. Τα πράγματα στην Ελλάδα από το 1821 και μετά είναι μονίμως αντιφατικά, αλλά αυτό δε μας έχει πάει ούτε μισό βήμα μακρύτερα. ‘Οχι γιατί έχει άδικο ο Λάϊμπνιτς, αλλά διότι ή Λογική, τούτο το υπέρτατο δη­μιούργημα του ελληνικού πνεύματος, έχει εξαφανιστεί προ πολλού από την Ελλάδα, αφήνοντας στη θέση της το μεταφυσικό τέρας με τα δύο κεφάλια που ονομά­στηκε «ελληνοχριστιανισμός». Που είναι όντως χριστια­νικό, ελληνικό όμως δεν είναι σε καμιά περίπτωση.

Εν τέλει, πρέπει να διαλέξουμε κάποτε ανάμεσα στο ένα από τα δύο συνθετικά του τεχνητά σύνθετου όρου, προκειμένου και τη Λογική μας να ξαναβρούμε και την ελληνικότητά μας δια της Λογικής να επανακτήσουμε. Ή είμαστε Έλληνες που παρεμπιπτόντως έχουμε μια θρησκεία, όπως όλοι οι λαοί ή είμαστε χριστιανοί ορθό­δοξοι ίδιοι μ’ όλους τους χριστιανούς ορθόδοξους όλης της οικουμένης, οπότε φροντίζουμε να δημιουργήσουμε το Διεθνιστικό Κράτος των Πανορθοδόξων, όπως προτάθηκε ήδη στη διάρκεια της Ελληνικής Επανά­στασης, τότε που συζητούσαν τα περί της μορφής και της δομής του υπό σύστασιν νέου ελληνικού κράτους. (Πρέπει να διαβαστεί επειγόντως το σπουδαίο βιβλίο του Γεράσιμου Κακλαμάνη «Επί της δομής του νεοελ­ληνικού κράτους», που αποτελεί το ερέθισμα και για το σημερινό κείμενο. Απ’ όσο ξέρουμε, είναι το μόνο που τολμάει να πει σκληρές αλήθειες για την ελληνικό­τητα των Ελλήνων).

ΑΥΤΟ που προσπαθούμε να πούμε είναι πως η «ελ­ληνικότητα» και η «χριστανικότητα» δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην. Συνεπώς μπορεί να είναι κανείς Έλλη­νας χωρίς να είναι χριστιανός. (Το αντίστροφο είναι αυ­ταπόδεικτο: Υπάρχουν πολλά εκατομμύρια χριστιανοί ορθόδοξοι, που δεν είναι ‘Ελληνες.)

Ο Κακλαμάνης, εγώ και ασφαλώς τουλάχιστον οι μι­σοί των Ελλήνων δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να αμφι­σβητήσει το ελληνικό μας «φρόνημα» μόνο και μόνο γιατί τυχαίνει να μη δεχόμαστε την παρά φύσιν ζεύξη των όρων «Έλληνας» και «χριστιανός».

Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως περιφρονούμε ή υπο­τιμούμε τους χριστιανούς. ‘Ενας Έλληνας μπορεί κάλ­λιστα να είναι και χριστιανός. Αλλά και ένας αλλόθρη­σκος μπορεί θαυμάσια να είναι και ‘Ελληνας, συχνά μάλιστα «σωστότερος» από κάποιους ελληνορθόδοξους παγιδευμένους μέσα στην τεχνητή συνθετότητα του όρου. Γιατί το μόνο που χρειάζεται για να είναι κανείς Έλληνας, είναι η διαμόρφωση μιας νοοτροπίας και μι­ας (ατομικής) συνείδησης στη βάση του ελληνικού πο­λιτισμού. Πόσοι λοιπόν από τους φανατικά ορθόδο­ξους θα μπορούσαν να ισχυριστούν πως γνωρίζουν το ίδιο καλά με την Αγία Γραφή και τις μεγαλειώδεις γρα­φές των αρχαίων Ελλήνων; Ας τις μελετήσουν, λοιπόν, πρώτα κι ύστερα ας κρίνουν αυστηρά όσους από μας θέλουμε να είμαστε μόνο  Ελληνες – και τίποτα άλλο. Με την ευκαιρία πρέπει να σημειώσω, προς επίρρω- σιν των παραπάνω, πως ο Κακλαμάνης, αντίθετα από μένα, είναι όντως χριστιανός ορθόδοξος: Πιστεύει και στο Θεό και στο Χριστό και στα δόγματα της Ορθοδο­ξίας. Αντίθετα επίσης από μένα, δεν είναι μαρξιστής. Τότε τι το κοινό έχουμε; Τη Λογική που απαιτεί ο Λάϊμπνιτς και που μας κάνει να πιστεύουμε πως τίποτα δε χάθηκε οριστικά σε τούτον το δύσμοιρο τόπο. Αρ­κεί η Λογική να επανακάμψει στην κοιτίδα της, ώστε δι’ αυτής να μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις έννοιες «ελληνικότητα», «χριστιανικότητα» και «ελληνοχριστιανικότητα». Το ψά­ρεμα στα θολά των τεχνητά σύνθετων όρων πρέπει να σταματήσει προκειμένου να αποχτήσουμε «εθνική συ­νείδηση», που αν είμαστε τίμιοι και θαρραλέοι πρέπει να ομολογήσουμε πως τώρα μας λείπει.

Και, βέβαια, δε μας τρομάζουν οι «κατάρες» των ελληνορθοδόξων και τα ουρλιαχτά των εθνοκαπήλων, που μ’ αυτά εδώ τα κείμενα θα βρουν σίγουρα άλλη μια ευκαιρία να δημαγωγήσουν αναίσχυντα και κυρίως αγράμματα. Πρέπει όλοι αυτοί να αποδείξουν πως εκτός από χριστιανοί είναι και ‘Ελληνες.

Και δε θα μπορέσουν να το αποδείξουν όντας στα­θερά απομακρυσμένοι από την κοσμοθεωρία και τη βιοθεωρία που δημιούργησαν οι αρχαίοι ‘Ελληνες, στη βάση της οποίας αναπτύχθηκε ο σύγχρονος παγκόσμι­ος πολιτισμός, που παραμένει βαθιά ελληνικός στη ρίζα του.

ΓΙΑΤΙ ο ελληνισμός ως σύστημα ιδεών και κοσμοθε­ωριών δεν ήταν υπόθεση των ελληνόφωνων και μόνο, αλλά. εξαρχής μια διεθνιστική ιδεολογία, η οποία αγκά­λιαζε ολόκληρο τον κόσμο της Μεσογείου και σήμερα ολόκληρο τον κόσμο, τονίζει ο Κακλαμάνης. Αυτό ση­μαίνει πως σήμερα κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως είναι Έλληνας, όντας ξεκομμένος από την παγκόσμια σκέψη, που όπως είπαμε είναι η μετεξελιγμένη ελληνική σκέψη. Κι αν θέλει κάποιος να αντιμετωπίσει το χριστιανισμό ως πολιτιστική παράμετρο, θα ήταν ένας πολύ κακός χριστιανός αν τον εγκλώβιζε στα γεωγρα­φικά όρια της Ελλάδας. Αν τώρα οι ‘Ελληνες χριστιανοί πιστεύουν πως είναι οι «κατ’ εξοχήν χριστιανοί» είναι δικαίωμά τους. Και είναι δικαίωμά μας να τους χαρα­κτηρίζουμε μωρούς, εφόσον αντιφάσκουν με τα ίδια τα δόγματα του χριστιανισμού, που εξαρχής εμφανίστηκε ως μια διεθνιστική και υπερεθνική θρησκεία.

Να μερικά τυπικά δείγματα παραλογισμού που δημι­ουργεί το δόλιο μπέρδεμα των όρων και η βάναυση κα­κοποίηση της Λογικής: Στην Ελλάδα είναι κανείς χρι­στιανός ορθόδοξος… πριν καν γεννηθεί! Δηλαδή πριν καν γίνει γνωστή η ύπαρξή του εν τω κόσμω. Διότι στην Ελλάδα οι χριστιανοί γονείς γεννούν οπωσδήποτε «χρι­στιανούς», με την ίδια περίπου έννοια που οι αγελάδες γεννούν οπωσδήποτε μοσχάρια και όχι… γατιά. Και μη μας πουν πως πρώτα γεννιέται το νήπιο και ύστερα το βαφτίζουν. Γιατί το νήπιο όταν το βαφτίζουν είναι ένα κουτάβι που. ακόμα και μορφολογικά είναι περίπου όμοιο μ’ αυτό που ήταν όταν βρισκόταν στην κοιλιά της μάνας του. Ο χριστιανισμός όταν δεν είναι μια ελεύθερη και αβίαστη αποδοχή μιας κοσμοθεωρίας και μιας βιοθεωρίας, που είναι στην ουσία του, γίνεται ένας βά­ναυσος καταναγκασμός που επιβάλλεται νηπιόθεν για να μην μπορεί να αντιδράσει ο πιστός όταν αποχτήσει συνείδηση. Αυτήν ακριβώς τη συνείδηση, από την οποία θα προκύψει το θρησκευτικό συναίσθημα -σ’ όσους προκύψει. Ο Κακλαμάνης χαρακτηρίζει τούτη την επέμβαση πάνω σε μια ανύπαρκτη ακόμα συνείδη­ση «μεσαιωνικό πρωτογονισμό» και τη θεωρεί πράξη που καταργεί οποιαδήποτε έννοια συνταγματικής τά­ξεως.

  Δεδομένου ότι όλα τα Συντάγματα όλου του κόσμου στηρίζονται στην ελευθερία της ατομικής συνείδησης, κάθε βιασμός της συνείδησης, και μάλιστα σε προσυνειδησιακά στάδια, είναι καταφάνερα παραβίαση του πιο βασικού άρθρου του Συντάγματος. Να, λοιπόν πε­δίο λαμπρό μελέτης για τους συνταγματολόγους μας, που κόπτονται για τα δικαιώματα του ατόμου, αδιαφο­ρώντας ωστόσο για το αναμφισβήτητο γεγονός πως ο καθένας έχει το δικαίωμα να διαλέξει μόνος και αβία­στα τα της θρησκείας του. Κι ωστόσο, ποτέ δε συζητή­θηκε εδώ η αντισυνταγματικότητα της άνωθεν και έξωθεν επιβεβλημένης θρησκευτικής πίστης.

Θα αντιλέξουν ίσως με το «επιχείρημα» πως η βάπτι­ση είναι μυστήριο. Σύμφωνοι. Αλλά οι κοινωνίες δε στηρίζονται στα μυστήρια, στηρίζονται στους νόμους. Εκτός κι αν είναι κοινωνίες θεοκρατικές. Οπότε ο νό­μος γίνεται μυστηριώδης και το μυστήριο παίρνει ισχύ νόμου. Ας μας πουν λοιπόν ότι η ελληνική κοινωνία εί­ναι θεοκρατική και θα μας αφοπλίσουν μια και καλή. Και θα μας κάνουν να σιωπήσουμε δια παντός. Γιατί δεν το λένε, όμως; Μα, γιατί η ελληνική κοινωνία είναι μισοθεοκρατική και μισοκοσμική. Δηλαδή μπάσταρδη.

Ας μάθουμε, λοιπόν, να διαλέγουμε. Κι αν η πλειο­ψηφία διαλέξει ένα θεοκρατικό κοινωνικό καθεστώς, εμείς οι υπόλοιποι θα υπακούσουμε νομιμότατα στις αποφάσεις της πλειοψηφίας. Μέχρι τότε ας μας επιτρέ­ψουν να κοινοποιούμε τις περί του αντιθέτου απόψεις μας, γιατί οι άλλοι αρκετά τις έχουν κοινοποιήσει αιώ­νες τώρα. ‘Αλλωστε, ελπίζουμε πως δε θα υπάρξει και μια δεύτερη συνταγματική παραβίαση δίπλα στην πρώ­τη, με μια απαγόρευση της συζήτησης γύρω απ’ αυτά τα θέματα.

Ενός παραλογισμού προκειμένου, μύριοι έπονται. Κι έτσι, η Ελλάδα έγινε η κατ’ εξοχήν χώρα του παραλό­γου. Παίρνοντας υπόψη πως το πιο μεγάλο κατόρθωμα της ελληνικής σκέψης είναι η δημιουργία της Λογικής, νομιμοποιούμαστε να πούμε πως η σημερινή Ελλάδα είναι η άρνηση της Ελλάδας, δηλαδή μια «μη Ελλάδα», ένας «ου τόπος», μια σκέτη ουτοπία δηλαδή. Ωστόσο, κάθε ουτοπία μπορεί να γίνει «τόπος», εφό­σον ο μύθος απεκδυθεί το μυθολογικό του περιεχόμε­νο και αποκαλύψει τον κρυμμένο πυρήνα της πραγμα­τικότητας όπου εδράζεται. Πιστεύουμε, λοιπόν, πως μέ­σα από τη σημερινή ελληνική ουτοπία θα δημιουργηθεί κάποτε μια Ελλάδα. Είναι αδύνατο να κινούμαστε για πάντα στη σκοτεινή περιοχή των μύθων και ταυτόχρο­να να έχουμε την αξίωση να μας παίρνουν στα σοβαρά στην ΕΟΚ, ή σ’ οποιοδήποτε άλλο λογικοκρατούμενο διεθνή οργανισμό. Είναι απορίας άξιον, μάλιστα, που κάθονται και συζητούν μαζί μας, στην παρούσα φάση της μυθολογικής μας υπόστασης. Γιατί προς το παρόν δεν είμαστε ‘Ελληνες. Είμαστε το φάντασμα των Ελλή­νων που κάθισε στο Δικέφαλο Αετό κι από κει μας κο­ροϊδεύει και ταυτόχρονα μας προκαλεί να του δώσουμε μια κάποια υπόσταση. Σε πείσμα κάθε ελληνορθόδο­ξου, αυτή την υπόσταση θα τη δώσουμε. Η Ελλάδα πρέ­πει να υπάρξει στο μέλλον. Και θα υπάρξει αν σοβα­ρευτούμε. Κι αν πάρουμε στα σοβαρά το Σύνταγμα. Κι αν δεν παραβιάζουμε τις συνειδήσεις πριν καν υπάρ­ξουν. Μ’ άλλα λόγια, αν βγούμε από τον Μεσαίωνά μας.

ΝΑ ΤΩΡΑ ένας ακόμα πιο μεγάλος παραλογισμός: Η Ελλάδα, λέει ο Κακλαμάνης, είναι η πρώτη χώρα του κόσμου που υπήχθη σε πολιτική εξάρτηση από τη Δύ­ση χωρίς επίσημες αποικιοκρατικές μεθόδους! Δε χω­ρεί αμφιβολία πως είμαστε διακριτικά αποικιοκρατούμενοι ακόμα και σήμερα. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι δεν υπήρξαμε ποτέ αποικία μετά το 1821. Ούτε κυρίως ει­πείν προτεκτοράτο (προστατευόμενο επισήμως κρά­τος, από ένα άλλο κράτος – νταβατζή). Όμως, χωρίς προστασία θα είχαμε διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθημεν! Αλλά την προστασία στην Ελλάδα την προκαλεί καταρχήν η χαλαρότητα των κοινωνικών μας δομών. Είμαστε τόσο ασυνάρτητοι ως λαός, που κάποιος τρό­πος έπρεπε να βρεθεί για να συναρτηθούμε τεχνητά. Και δεν ήταν δύσκολο να βρεθούν οι πάντα πρόθυμοι προστάτες. ‘Αλλο που δεν ήθελαν λοιπόν να βάλουν πό- δι, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να καταφεύγουν πάντα και κατ’ ανάγκην στη βία.

Μη μου πείτε πως αυτό συμβαίνει γιατί είμαστε μικρή χώρα. Γιατί και το Βέλγιο είναι μικρή χώρα, και μά­λιστα χώρα τεχνητή. Και η Ολλανδία είναι μικρή χώρα. Και η Δανία είναι μικρή χώρα. Και το Λουξεμβούργο είναι μικροσκοπική χώρα. ‘ Ομως, τόλμησε ποτέ κανείς να αντιμετωπίσει αυτές τις μικρές χώρες σαν προτεκτοράτα; Και μη μου πείτε ακόμα πως αν δε φταίει η μικρότητά μας, φταίει σίγουρα η γεωπολιτική μας θέση στη Μεσόγειο. Γιατί τούτη η θέση δε μας κάνει αδύ­νατους – μας κάνει πανίσχυρους. Κι αν συνεχίζουμε να είμαστε αυτόνομο κράτος, παρά τη σχεδόν πλήρη εσω­τερική διάλυση, το χρωστάμε στη θέση μας στην Ανα­τολική Μεσόγειο και μόνο.

Βέβαια, υπάρχει και η περίφημη «ομοψυχία των Ελλή­νων στις δύσκολες στιγμές». Υπάρχει όντως. Αλλά ξέρε­τε γιατί; Διότι δε θα θέλαμε να χάσουμε τη δυνατότη­τα να παραμείνουμε απατεώνες, φοροφυγάδες, παρατραπεζίτες, παρακρατικοί, μαυραγορίτες, και άλλα τέ­τοια πολλά που συναποτελούν το «δαιμόνιο της φυλής» -κι αποτελούν το δαίμονά μας. Πώς λοιπόν θα παρα­μείνεις ‘Ελλην- διατηρώντας τα παραπάνω τυπικά ελ­ληνικά χαρακτηριστικά, όταν σε υποδουλώσουν και τη θέση σου πάρουν άλλοι απατεώνες;

ΕΙΝΑΙ φυσικό να αμύνεται κατά του εισβολέα εχθρού ο μπακάλης, γιατί αλλιώς θα χάσει τη δυνατό­τητα να κλέβει στο ζύγι. Είναι φυσικό να ευλογούν τα λάβαρα οι παπάδες, γιατί αλλιώς θα χάσουν την εξου­σία τους επί του ποιμνίου. Είναι φυσικό να καταθέτουν τον οβολό τους οι πλούσιοι «υπέρ της αεροπορίας», διό­τι χάνοντας τα λίγα που δίνουν στον «εθνικό έρανο» κερδίζουν τα πολλά που τους εξασφαλίζει η εσαεί πα­ρακράτηση της υπεραξίας της δουλειάς του εργαζόμε­νου. (Και μη μας πουν πως κι αυτοί εργαζόμενοι είναι διότι θα τους απαντήσουμε δια του Προυντόν, που έλεγε: «Αν ο πλούτος προερχόταν από την εργασία, τό­τε οι πιο πλούσιοι θα έπρεπε να είναι οι εργάτες».)

Δεν υπάρχει, λοιπόν, πρόβλημα «εθνικής ομοψυχί­ας». Υπάρχει μόνο πρόβλημα «εθνικής ομοφαγίας». Όπου ο κάθε καλός Έλληνας με μεγάλη όρεξη θα έτρωγε το γείτονά του. Από την κυρίως ειπείν ανθρω­ποφαγία μας χωρίζει μόνο η προκατάληψη πως η αν­θρώπινη σάρκα δεν έχει καλή γεύση. Κατά τα άλλα, κά­νουμε τακτικά την προσευχή μας και παρακαλούμε το Θεό «να βάλει το χέρι του» γιατί τα δικά μας χέρια είναι απασχολημένα αλλού.

Δεν υπήρξε ποτέ ολοκληρωτική ιδεολογία, λέει ο Κα­κλαμάνης, που να μη στηρίχτηκε στα μεταφυσικά και ανερμήνευτα στοιχεία του «προορισμού» και της «μο­ναδικότητας στην Ιστορία» και στο «ανεπανάληπτον της φυλής». Εμάς εδώ μας έκαναν να πιστέψουμε και στα τρία. Για να μας κρατήσουν στην ημιβάρβαρη κατά­σταση των δυνάμει ανθρωποφάγων. Που όταν δεν επι­διδόμαστε μετά μανίας σε εμφυλίους πολέμους προς δόξαν της φυλής, μετατρέπουμε τον εμφύλιο πόλεμο σε καθημερινή κατάσταση: Ανάμεσα σε ενοικιαστές και ιδιοκτήτες, σε καταχραστές και καταχραζόμενους, σε αυντεχνίτες και άλλους συντεχνίτες. Ακόμα και η πάλη των τάξεων στην Ελλάδα έχει εκφυλιστεί σε σκέτη πάλη μέχρι τελικής πτώσεως. Όπως έλεγε κι ο Σουρής: «Ω Ελλάδα πρώτη χώρα, τι γαϊδάρους τρέφεις τώρα!»

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος (15.3.87)

(Εμφανιστηκε 1.299 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)