30 Απριλίου 2014 at 19:50

Ελληνικό κράτος και… παρακράτος

από

Ελληνικό κράτος και… παρακράτος

Κείμενο: Βασίλης Ραφαηλίδης*

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν δημοσιογράφος, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 στην Αθήνα
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν δημοσιογράφος, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 στην Αθήνα

Το κράτος που προέκυψε από την Ελληνική Επανά­σταση έπρεπε να είναι ελληνικό, αφού αυτή έγινε στο έδαφος που στην αρχαιότητα βρίσκονταν οι ελληνικές πόλεις – κράτη!

Πώς, όμως, θα ήταν ελληνικό ένα κράτος που θα συναποτελούνταν από λαούς πολλών εθνοτήτων που κατοικούσαν στην ίδια περιοχή; Την Επανάσταση την έκαναν όλοι αυτοί οι λαοί από κοινού.

Ειδικότερα ο ρόλος των Αρβανιτών σε αυτήν είναι αναμφισβήτητος. Γνωστός, αλλά αμφισβητούμενος εί­ναι επίσης ο ρόλος των εξισλαμισμένων Ελλήνων. Γιατί υπήρχαν και τέτοιοι σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, πρά­γμα που αποκρύβεται ωστόσο για να υπερτονιστεί ο ρό­λος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Επανάσταση. Που δεν ήταν μικρός, όχι όμως και πρωταγωνιστικός. Γιατί πρωταγωνιστές της Επανάστασης ήταν οι λαοί που κα­τοικούσαν στην Ελλάδα και υποκινητές της οι εύποροι  Έλληνες της διασποράς.

Τo ότι οι Έλληνες έγιναν και νομικά κατοχυρωμένοι χριστιανοί μόνο μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους γίνεται φανερό, μεταξύ άλλων, και από τη θρησκευτική συμπεριφορά των Κρητών στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Η πλειονότητα των Κρητών άλλαξε τρεις φορές θρή­σκευμα. ‘Οσοι εξισλαμίστηκαν – δεν είναι σωστό να λέμε «τούρκεψαν» γιατί και οι εξισλαμισμένοι παρέμεναν Έλληνες, ως το βαθμό που είχαν μια, έτσι κι αλλιώς, εξασθενημένη εθνική συνείδηση που δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ισχυρή σε όλους τους Έλληνες και εξακο­λουθεί να μην είναι- όσοι λοιπόν Κρήτες εξισλαμίστη­καν, άλλαξαν την τυπική στα κρητικά επίθετα κατάλη­ξη σε «-ής» (π.χ. Αγγελής, Σμαραγδής) και την έκαναν «άκης».

Αυτή η δεύτερη υποκοριστική κατάληξη, που την έδωσαν οι μη εξισλαμισθέντες στους εξισλαμισθέντες, δηλώνει μια πρόθεση υποτίμησης από τη μεριά των πρώτων για τους δεύτερους. Ετσι, ο Αγγελής έγινε «ένας μικρός Αγγελής» (Αγγελάκης) και ο Σμαραγδής ένας «μικρός Σμαραγδής» (Σμαραγδάκης). Αν κρίνουμε από την πληθώρα των καταλήξεων σε «-άκης» των ση­μερινών κρητικών επιθέτων, εύκολα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως οι περισσότεροι Κρήτες σε κάποια φάση της ιστορίας τους εξισλαμίστηκαν, για να εκχρι­στιανιστούν και πάλι αργότερα, όταν το έκριναν σκόπι­μο και συμφέρον, κι όχι όταν τους «φώτισε ο Θεός», που δεν είχε κανένα λόγο να τους ξεφωτίσει προηγου­μένως.

Το ίδιο προφανώς συνέβη και στην ηπειρωτική Ελλά­δα, όπως μαρτυρούν οι πάμπολλες καταλήξεις επιθέ­των σε «-γλου», που είναι το τουρκικό ανάλογο της τυ­πικά και καθαρά ελληνικής κατάληξης σε «-ίδης» και σημαίνει «γιος του». (Γιος του Ραφαήλ, στη δική μου περίπτωση. Ο παππούς μου, πάντως, που καταγόταν από την Καισάρεια λεγόταν Ραφαήλογλου). Άλλωστε και σήμερα πάμπολλοι ‘Ελληνες συνεχίζουν να φέρουν τουρκικούς τίτλους ευγενείας και αξιωμάτων που τους μετέτρεψαν σε επίθετα: Πασάς, Μπέης, Μπαϊρακτάρης . κτλ. Το πόσο εύκολα αλλάζουν θρήσκευμα οι άνθρω­ποι, όταν οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες το επι­βάλλουν, είναι κάτι που ποτέ δε θα καταλάβουν οι παπάδες. Που πιστεύουν πως αρκεί να βαφτιστείς για να μείνει για πάντα σκαλωμένη πάνω σου η «θεία χά­ρις». (Και μένα με βάφτισαν, αλλά δεν έμεινε τίποτα από τη «θεία χάρι» πάνω μου, και δε νιώθω μειονε­κτικά γι’ αυτό).

Ο Ιωάννης Κωλέττης (1773 ή 1774 - 31 Αυγούστου 1847) ήταν Έλληνας πολιτικός την εποχή της Επανάστασης του 1821. Υπήρξε ιδρυτής του Κόμματος της Φουστανέλας ή Γαλλικού Κόμματος, όπως επικράτησε να λέγεται, και πρώτος Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Ο Ιωάννης Κωλέττης (1773 ή 1774 – 31 Αυγούστου 1847) ήταν Έλληνας πολιτικός την εποχή της Επανάστασης του 1821. Υπήρξε ιδρυτής του Κόμματος της Φουστανέλας ή Γαλλικού Κόμματος, όπως επικράτησε να λέγεται, και πρώτος Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Κακλαμάνης, λοιπόν, στο βιβλίο του «Επί της δομής του νεοελληνικού κράτους» (γι’ αυτό το φοβερό βιβλίο μιλάμε και σήμερα, για τρίτη κατά σειρά Κυριακή) λέει πως όταν ιδρυόταν το νεοελληνικό κράτος μπήκε αυτόματα το πρόβλημα περί της δομής του: Τι μορφή έπρεπε να έχει το νέο κράτος; Οι εναλ­λακτικές λύσεις, που όλες συζητήθηκαν, ήταν τέσσερις:

1. ‘Ενα υπερεθνικό κράτος, σαν αυτό που είχε προτεί­νει ο Ρήγας Φεραίος, τούτος ο μεγάλος διεθνιστής.

2). Το ασαφές κράτος της Μεγάλης Ιδέας, που πρότεινε ο Κωλέττης ο και δημιουργός του καταστροφικού όρου. Βέβαια, ο Κωλέττης δεν ήξερε τι ακριβώς εννοούσε, πάντως είχε στο νου του κάτι σαν τη Βυζαντινή Αυτο­κρατορία ή την Αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάν­δρου, πράγμα που τον κατατάσσει αυτομάτως στην κα­τηγορία των μεγάλων ηλιθίων, ή μάλλον των μεγάλων δημαγωγών

3. Ένα ομοσπονδιακό κράτος που θα πε­ριλάμβανε όλους τους ορθοδόξους πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ασχέτως εθνότητας. Φυ­σικά μια τέτοια ομοσπονδία θα ήταν θεοκρατική και το σχέδιο πρέπει να ήταν μάλλον κανενός δεσπότη. Και 4. Ένα «εθνικό κράτος», λύση που τελικά επικράτησε και επιβλήθηκε. Η μορφή λοιπόν βρέθηκε. ‘Επρεπε όμως να βρεθεί και το περιεχόμενο. Αλλά περιεχόμενο δε βρισκόταν γιατί δεν υπήρχε. Ποια θα ήταν η εθνότητα στην οποία θα στηριζόταν το «εθνικό κράτος»; Οι Έλληνες; Και τι θα απογίνονταν οι πάμπολλοι, μη ‘Ελληνες που κατοικούσαν στην Ελλάδα; Θα τους έδιωχναν; Κι αν τους έδιωχναν, πράγμα ακατανόητο αφού έπαιξαν έναν πο­λύ σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση, τα όρια του κράτους θα συρρικνώνονταν σχεδόν στα πλαίσια της αρχαίας πόλης – κράτους.

Αποφάσισαν, λοιπόν, να κάνουν το κορόιδο και να φκιάξουν ένα «εθνικό κράτος» άνευ εθνότητος. Σαν να λέμε μια σκορδαλιά χωρίς σκόρδο. Όμως σύντομα οι πολιτικοί βρήκαν το σκόρδο. Και τι σκόρδο! Την Ορ­θοδοξία με τα λιβάνια της, τα εξαπτέρυγά της, τις φαν­ταχτερές θρησκευτικές τελετές της. ‘Ηταν ό,τι χρειαζό­ταν για να πάρει το νέο κράτος κάτι από το Βυζάντιο, άνευ Βυζαντίου. (Και πάλι, δηλαδή, σκορδαλιά χωρίς σκόρδο).

Με τα χρόνια, όμως, το σκόρδο απόχτησε υπόσταση. Τίποτα δεν είναι πιο αποτελεσματικό από το πες και ξαναπές. Με το πες πες, λοιπόν, των παπάδων, στο τέ­λος το πιστέψαμε: Η εθνική μας ουσία βρίσκεται στην Ορθοδοξία. ‘Οσο για τους αρχαίους προγόνους, περί των οποίων οι παπάδες έχουν παχυλή άγνοια, τους βά­λαμε τσόντα σαν πρώτο συνθετικό στην τεχνητή λέξη «ελληνοχριστιανικός». Δια της σοφιστικής, το πρόβλη­μα ελύθη. Δηλαδή, παραμένει και σήμερα άλυτο.

Δεν είμαστε λοιπόν Έλληνες. Είμαστε Ελληνοχριστιανοί. Δηλαδή, ένα φανταστικό νόθο είδος προερχόμενο από οιωνεί διασταύρωση γάτας με ελέφαντα. Πάντως, ο τεχνητός όρος αφήνει πολλά περιθώρια πολιτογράφη­σης δια της βαπτίσεως. Ο καθένας είναι αρκετό να βα­φτιστεί ορθόδοξος για να γίνει αυτομάτως Ελληνορθό­δοξος. Κι αν απαρνηθεί το χριστιανισμό είναι σαν να απαρνιέται και τον ελληνισμό, ακόμα και στην περί­πτωση που είναι διαποτισμένος μέχρι μυελού οστέων από τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, τη μόνη σταθερά ανά τους αιώνες συνιστώσα της έννοιας ελληνικότητα.

Οι αρχαίοι μας «πρόγονοι» έλεγαν: Πας μη ‘Ελλην βάρβαρος. Σήμερα θα μπορούσαμε να αντιστρέψουμε τους όρους της πρότασης και να πούμε: Πας μη βάρ­βαρος ‘Ελλην. Που σημαίνει πως ‘Ελληνες σήμερα είναι οι κάτοικοι ολόκληρης της πολιτισμένης ανθρωπότη­τας, αφού ο σημερινός παγκόσμιος και υπερεθνικός πολιτισμός δεν είναι παρά η μετεξέλιξη του αρχαίου ελ­ληνικού πολιτισμού. Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται παν­τού – και πουθενά συγκεκριμένα. Κυρίως δε βρίσκε­ται στα ενδιαιτήματα των παραθρησκευτικών οργανώ­σεων Ζωή και Σωτήρ. Και βέβαια, από την παγκόσμια Ελλάδα αποκλείονται εξ ορισμού οι ‘Ελληνες «εθνικό­φρονες» σαν στερούμενοι παντελώς ελληνικής παιδείας – δηλαδή, παιδείας, σκέτα.

‘Οπως, ευφυέστατα, παρατηρεί ο Κακλαμάνης, όλες οι λύσεις για τη μορφή του νέου ελληνικού κράτους έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό το γεγονός πως αποτε­λούν σχέδια ή προθέσεις μιας ιστορικής οπισθοδρόμησης προς βυζαντινές καταστάσεις προοθωμανικής επο­χής. Διότι, συνεχίζει ο Κακλαμάνης, από την ιστορική αντιπαράθεση χριστιανισμού και Ισλάμ, οι αιώνες δημι­ούργησαν το οθωμανικό ιστορικό μόρφωμα ως ένα δε­σμό του Ισλάμ με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, όπως ακριβώς απαιτούσε η ενότητα της μεσογειακής περιοχής. Και όσο το γρηγορότερο το καταλάβουμε αυτό, προσθέτω εγώ, τόσο το καλύτερο για την ιστορι­κή μας υπόσταση ως μεσογειακού λαού. (Ο Ζαν Ζακ Σερβάν Σρεμπέρ στην «Παγκόσμια Πρόκληση» δεν διίσταται πολύ του Κακλαμάνη).

‘Απαξ και δημιουργήθηκε το νέο ελληνικό κράτος στη βάση του τέταρτου σχεδίου, οι καταστάσεις πολιτιστι­κής αυτοτέλειας των διαφόρων τμημάτων του ελληνι­σμού, λέει ο Κακλαμάνης, άρχισαν να μην μπορούν να αναγνωριστούν μέσα στα πλαίσια του «εθνικού κρά­τους» όπου αναγκαστικά συνέρεαν. Εξαρχής και μέχρι σήμερα προέκυψε το πρόβλημα περί του ενωτικού των Ελλήνων δεσμού, δηλαδή αυτό που λέγεται «πρόβλημα εθνικής ταυτότητας» ή «εθνικής ιδεολογίας».

Και πώς να υπάρξει ταυτότητα στα αταύτιστα και εθνική ιδεολογία στην ανυπαρξία και εθνότητας και συνοδευτικής της εθνότητας ιδεολογίας; Οι Έλληνες ακόμα ψάχνουν την εθνική τους. ταυτότητα. Και επειδή δεν τη βρίσκουν, περιορίζονται… στην αστυνομική ταυ­τότητα: Για να είσαι ‘Ελλην είναι αρκετό τούτο να ανα­γράφεται στην αστυνομική σου ταυτότητα. Μα, είναι δυ­νατόν; Είναι, σ’ ένα κράτος που στηρίχτηκε στον κατα­ναγκασμό προκειμένου να μας κάνει να αποχτήσουμε με το ζόρι την εθνική συνείδηση που δεν είχαμε. Πράγμα που δίνει το δικαίωμα στον κάθε ταγματασφαλίτη να εμφανίζεται ως ο ακραιφνέστερος των Ελλή­νων και στον κάθε τενεκέ να βγάζει λόγους βλακώδεις κατά τις εθνικές επετείους.

Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση του ελληνοχριστια­νικού αλαλούμ σε τούτη τη χώρα των μίζερων θαυμά­των, όπου οι Παναγίες κλαιν με ψύλλου πήδημα σαν τις κυράτσες που βλέπουν επί της οθόνης το «Μάνα μου παραστράτησα», εγώ και ο Κακλαμάνης, και πιστεύω όλοι οι ομοφρονούντες (πολιτιστικά εννοώ) γνήσιοι Έλληνες, δηλώνουμε υπεύθυνα πως θα παραδώσουμε την αστυνομική ταυτότητα στον παπά της ενορίας (όχι στο αστυνομικό τμήμα, διότι είναι καθ’ ύλην αναρμό­διο) και θα πάμε στην Αφρική να δούμε γνήσια θαύμα­τα, π.χ. ένα μαγείρεμα στο καζάνι; με αφρικανικά μπα­χαρικά, κάποιου ευτραφούς ιεραπόστολου.

Δεν αντέχουμε άλλο τα δάκρυα της Παναγίας. Μας σπαράσσουν την καρδιά. Μας τη σπαράσσουν για το χάλι τούτου του ελληνοχριστιανικού τόπου, όπου η αμά­θεια πάει πάντα στο ραντεβού της με τη βλακεία και πιασμένες χέρι χέρι προχωρούν παραδίπλα, όπου τους περιμένει η κακοήθεια.

Αφού, λοιπόν, λέει ο Κακλαμάνης, η εκκλησία και ο αυτοχθονισμός αποτελούν το κράτος, ο ετεροχθονισμός αναγκαστικά θα καταλάμβανε τους πέραν του κράτους μηχανισμούς και διαδικασίες, δηλαδή ένα χώ­ρο ιστορικά προσφορότερο. Να, λοιπόν, δίπλα στο κράτος και το παρακράτος. Αποτελείται και τούτο από Ελληνοχριστιανούς. Μόνο που αυτοί δεν μπόρεσαν προς το παρόν να εκπορθή­σουν το κράτος και γι’ αυτό δημιούργησαν το παρακρά­τος, την αναγκαία εν Ελλάδι προϋπόθεση για την ύπαρξη κράτους. Στην πραγματικότητα το ελληνικό κράτος είναι δύο κράτη: Το κράτος και το δορυφορικό του παρακράτος με την παραχριστιανική ιδεολογία του Και την ελληνικότατη παραοικονομία του.

Το παρακράτος έχει τις παρατράπεζές του, τις παρα-θρησκείες του, την παρα-αστυνομία του, την παρα-ηθική του – και την παράνοιά του. Στην Ελλάδα των κουμπάρων, το κράτος και το παρακράτος βρίσκονται σε συνεχή όσμωση: Εύκολα ένας κρατικός γίνεται πα­ρακρατικός κι ακόμα πιο εύκολα ένας παρακρατικός γίνεται κρατικός. Στον ελληνικό οχετό το ρεύμα της βρωμιάς είναι αναμφίδρομο. Κράτος και παρακράτος προμηθεύουν άλληλα με κοπριά και αλληλοσυντηρούν- ται εις τον αιώνα των αιώνων με τις ευλογίες των δε­σποτάδων, των οποίων το οσφρητικό νεύρο έχει πιάσει πουρί, έτσι που χώνουν τη μύτη τους όπου λάχει. Βλέ­πετε , αυτοί έχουν την ορθή δόξα (την ορθή άποψη) για τα περί την οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας. Που ού­τε ελληνική είναι, αφού είναι απολίτιστη (ορίσαμε την ελληνικότητα ως συνώνυμο του πολιτισμού), ούτε κοι­νωνία είναι, αφού τα μέλη της αλληλοσπαράσσονται με τέτοια μανία.

ΠΡΟ ΑΥΤΟΥ του μηδενός, που είναι το άμορφο ελ­ληνικό κράτος με τις οργανωτικές δυσπλασίες του και τα ανίατα καρκινώματα, η εκκλησία ήταν προφανώς το παν, όπως προπαντός μηδενός «παν» είναι το κάτι, παρατηρεί δηκτικότατα ο Κακλαμάνης.

Τουλάχιστον η Εκκλησία έχει μια Ιερά Σύνοδο, που είναι τόσο Ιερά ώστε ο ένας δεσπότης να μπορεί να φτύνει τον άλλον ιερότατα και αμέσως μετά να ζητάει άφεση αμαρτιών, ώστε να μπορέσει ξεκούραστος από το φορτίο των αμαρτιών, που τις ξεφορτώθηκε με τον ευκολότερο τρόπο, να κάνει κάποιες καινούριες που κι αυτές θα τις ξεφορτωθεί (χάρη στη σπουδαία φάμπρι­κα της μετάνοιας) ώστε να μπορέσει να κάνει κι άλλες – και πάει λέγοντας, στον αιώνα των αιώνων.

Ο ελληνοχριστιανισμός ξέρει να συγχωρεί. Εξ ού και οι περίφημες δηλώσεις μετανοίας: Λες και το αντιελληνοχριστιανικό σου αμάρτημα στο χωροφύλακα, που υποκαθιστά τον παπά, κι εκείνος σου δίνει άφεση αμαρτιών προκειμένου να επανακάμψεις στην αγέλη των ελληνορθοδόξων. Όπως λέει ο Κακλαμάνης, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου «εκκαθαριζόταν» αυ­τός που τύχαινε να μιλήσει για ελληνικότητα και δεν εκκαθαριζόταν βέβαια αυτός που μιλούσε για εθνικοφροσύνη. Στην ελληνοχριστιανική αντίληψη ωστόσο περί κράτους η ελληνικότητα και η εθνικοφροσύνη αποτελούν έννοιες αντιφατικές και αμοιβαία αλληλοαποκλειόμενες. Που σημαίνει:Ή είσαι «Έλληνας», οπότε δεν έχεις θέση στην Ελ­λάδα, ή είσαι «εθνικόφρων», οπότε το ελληνοχριστιανι­κό κράτος σου ανοίγει τις βρώμικες αγκάλες του. Ο Κακλαμάνης κι εγώ, ασφαλώς και μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ακόμα, διαλέξαμε να είμαστε Έλληνες και όχι εθνικόφρονες.

(1.3.87) Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Έθνος

(Εμφανιστηκε 1.647 φορές, 2 εμφανίσεις σήμερα)