2 Απριλίου 2014 at 22:12

Ο Αντόνιο Γκράμσι, η διδακτική μέθοδος και το σχολείο εργασίας

από

Ο Αντόνιο Γκράμσι, η διδακτική μέθοδος και το σχολείο εργασίας

Το ουμανιστικό σχολείο και το επαγγελματικό σχολείο δε θα πρέπει να αποκλείουν το ένα το άλλο. Το επαγγελματικό σχολείο είναι εξίσου σπουδαίο, αφού εφοδιάζει τον άνθρωπο με στοιχεία, που θα τον βοηθήσουν στην επαγγελματική του εξέλιξη.
Το ουμανιστικό σχολείο και το επαγγελματικό σχολείο δε θα πρέπει να αποκλείουν το ένα το άλλο. Το επαγγελματικό σχολείο είναι εξίσου σπουδαίο, αφού εφοδιάζει τον άνθρωπο με στοιχεία, που θα τον βοηθήσουν στην επαγγελματική του εξέλιξη.

Κείμενο: ομάδα εργασίας*

Σχολείο και κοινωνία, το ενιαίο σχολείο

Ο Αντόνιο Γκράμσι δεν προσεγγίζει το σχολείο αποκλειστικά ως ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους, αφού μια τέτοια προσέγγιση θα σήμαινε ότι η αστική τάξη κατέχει τη Γνώση και θα χρησιμοποιούσε το σχολείο ενεργητικά και μεθοδικά για την «εγχάραξη» της ιδεολογίας της. Η προσέγγιση του Γκράμσι είναι σ’ αυτό το θέμα γνωσιολογική, όπως θα προσπαθήσουμε να  δείξουμε στη συνέχεια.

Η υποχρεωτική φοίτηση στο σχολείο ήταν ένα θετικό αλλά ανεπαρκές βήμα, για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού, η οποία είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις σε πολλές περιοχές της Ιταλίας. Το πρόβλημα θα αντιμετωπιστεί πραγματικά, λέει ο Γκράμσι, όταν τα ίδια τα άτομα δε θ’ ανησυχούν μόνο για τα μικρά προσωπικά ενδιαφέροντά τους, αλλά θα γίνουν «πολίτες» και θα νιώθουν την ανάγκη να διευρύνουν την πνευματική ζωή τους και τα ενδιαφέροντά τους. Έτσι, η εκπαίδευση αποκτά σκοπό (αφύπνιση συνειδήσεων, γνώση της ιστορικότητας του ατόμου) και όταν ο σκοπός αυτός θα ζει στη συνείδηση, τότε μετατρέπεται σε αγάπη για τη γνώση. Σύμφωνα με το Γκράμσι, «η μείωση του αναλφαβητισμού στην Ιταλία δεν οφείλεται τόσο στο νόμο για την υποχρεωτική εκπαίδευση όσο στην πνευματική ζωή, στο συναίσθημα καθορισμένων εσωτερικών αναγκών της εσωτερικής ζωής, που η σοσιαλιστική προπαγάνδα κατάφερε να ερεθίσει στα στρώματα του ιταλικού λαού». (Lombardi, 82)

Την εποχή του, το σχολείο ήταν ένα κλειστό σχολείο, καθαρά αστικό και η ουμανιστική κουλτούρα ήταν προνόμιο όσων απολάμβαναν μια σχετική οικονομική ανεξαρτησία, ώστε να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Ο Ιταλός στοχαστής έχει διαφορετική άποψη και θεωρεί ότι κριτήρια για τη συνέχιση τοις φοίτησης θα πρέπει να είναι η εξυπνάδα, η επιμονή και η ικανότητα του κάθε μαθητή.

Προτείνει «αρχικά ένα και ενιαίο σχολείο γενικής ουμανιστικής και μορφωτικής  κουλτούρας, που να συνδυάζει με σωστό τρόπο την ανάπτυξη των ικανοτήτων για κανονική εργασία (τεχνική, βιομηχανική) και την ανάπτυξη των ικανοτήτων για διανοητική εργασία. Από αυτό τον τύπο του μοναδικού σχολείου, μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες επαγγελματικού προσανατολισμού, θα γίνει το πέρασμα σ’ ένα ειδικευμένο σχολείο ή στην παραγωγική εργασία.» (Lombardi, 89)

Στη συνέχεια – και αφού οι μαθητές  φτάσουν σ’ ένα επίπεδο ωριμότητας και ικανότητας – θα κατευθύνονται προς την επαγγελματική εκπαίδευση. Η χρονική του διάρκεια του ενιαίου σχολείου επεκτείνεται στα 9 χρόνια (Δημοτικό & Γυμνάσιο). Το Δημοτικό και το Γυμνάσιο θα πρέπει να αναδιοργανωθούν ως προς το περιεχόμενο και τη μέθοδο.

Ένα τέτοιο σχολείο είναι κατά το Γκράμσι απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση της πραγματικής πολιτικής δημοκρατίας. Γράφει χαρακτηριστικά ως προς το θέμα του πολιτιστικού κεφαλαίου, που φέρουν μαζί τους τα παιδιά των προνομιούχων: «…τα παιδιά αυτά γνωρίζουν ήδη και αναπτύσσουν τη γνώση της λογοτεχνικής γλώσσας, δηλαδή ενός μέσου έκφρασης και γνώσης, τεχνικά ανώτερου από τα μέσα που διαθέτει ο μέσος όρος των μαθητών του σχολείου». (Lombardi, 89)

Το  αστικό σχολείο αποτελεί για τα παιδιά των κυρίαρχων τάξεων μια ουσιαστική ευκαιρία να προεκτείνουν, να εμπλουτίσουν και να ολοκληρώσουν τα πολιτισμικά και γνωστικά εφόδια που έφεραν ήδη, λόγω  της κοινωνικής τους προέλευσης. Τα πράγματα γίνονται διαφορετικά και πολύπλοκα για τα παιδιά των άλλων κοινωνικών τάξεων. Η έλλειψη ενός  ευρύτερου μορφωτικού περιβάλλοντος πρέπει να αναπληρώνεται με ένα δίκτυο παρασχολικών θεσμών και με ασκήσεις τυπικής λογικής (ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας). (Lombardi, 109) Ο Γκράμσι δεν συμφωνεί καθόλου την κατάργηση του «μορφωτικού» σχολείου, προς όφελος των επαγγελματικών και ειδικών σχολείων, τα οποία εξ’ αρχής καθορίζουν το μέλλον του ανθρώπου. Τονίζει ιδιαίτερα τη σημασία της ουμανιστικής εκπαίδευσης για τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, επειδή βοηθά το παιδί να «γίνει άνθρωπος» και να αποκτήσει γενικά χαρακτηριστικά, χρήσιμα στην εξέλιξη του χαρακτήρα του.

Το ουμανιστικό σχολείο και το επαγγελματικό σχολείο δε θα πρέπει να αποκλείουν το ένα το άλλο. Το επαγγελματικό σχολείο είναι εξίσου σπουδαίο, αφού εφοδιάζει τον άνθρωπο με στοιχεία, που θα τον βοηθήσουν στην επαγγελματική του εξέλιξη.

Το επαγγελματικό σχολείο, που δημιουργήθηκε από τη μεταρρύθμιση Gentile , ως σχολείο για το λαό, χωρίς καμιά μορφωτική αξία, είχε ως τελικό αποτέλεσμα τη διαιώνιση των ταξικών  διακρίσεων.

Το σχολείο κι ο κόσμος της εργασίας.

Ο Γκράμσι θεωρεί το σχολείο όργανο εκπαίδευσης και μόρφωσης, το οποίο συνδέει τον κόσμο της εργασίας με τη διαδικασία της δημιουργίας ενός νέου ουμανισμού και μιας νέας κουλτούρας. Επισημαίνει την ανάγκη να ξεπεραστεί η αντίθεση ανάμεσα στην ουμανιστική και την τεχνική κουλτούρα. Για να εξασφαλίσει την ενεργητική συμμετοχή του εκπαιδευόμενου στην κατάκτηση της γνώσης επιμένει στην καθιέρωση της εργασίας στο σχολείο, ως σταθερής εκπαιδευτικής αρχής.  Η εργασία μάλιστα αποκτά το χαρακτήρα μιας ενωτικής αρχής, σχεδόν με την ίδια λειτουργία που είχαν το μάθημα των θρησκευτικών στα δημοτικά και το μάθημα της φιλοσοφίας  στα σχολεία ανώτερης εκπαίδευσης. Κι αυτό γιατί πίστευε, ως μαρξιστής, ότι η εργασία, διανοητική και χειρωνακτική  «είναι το καταλυτικό στοιχείο όλης της ζωής του ατόμου». Το άτομο θα πρέπει να αναπτύξει μια επαφή με την ιστορική πραγματικότητα της τεχνικής και των αναγκών της ζωής, αφού η εργασία δε συνιστά απλώς  βιοποριστικό μέσο, αλλά είναι ένας τρόπος ενεργής συμμετοχής στη ζωή, για τη γνώση της κι ύστερα για την αλλαγή της.

Η αντίληψη για το παιδί περιοριζόταν στην έννοια του αυθορμητισμού, ο οποίος κατά το Γκράμσι δεν είναι απόλυτος αλλά αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, που καθορίζονται από τις συνήθειες, τις μιμήσεις και την απορρόφηση τους.
Η αντίληψη για το παιδί περιοριζόταν στην έννοια του αυθορμητισμού, ο οποίος κατά το Γκράμσι δεν είναι απόλυτος αλλά αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, που καθορίζονται από τις συνήθειες, τις μιμήσεις και την απορρόφηση τους.

 Η οργάνωση του σχολείου 

Η μεταρρύθμιση Gentile ήταν μια πρώτη σοβαρή προσπάθεια από την πλευρά των παραγόντων της παραδοσιακής κουλτούρας να δοθεί μια οργανική λύση στην κρίση του σχολείου.

Η στάση που τηρεί είναι στάση έντονης πολεμικής, γιατί αυτή η μεταρρύθμιση τόνιζε το ρήγμα ανάμεσα στο σχολείο και τη ζωή. Η ιδεαλιστική παιδαγωγική επέμενε στη διάκριση μεταξύ εκπαίδευσης και μόρφωσης. Αντιλαμβάνεται ένα παθητικό ρόλο του μαθητή. Βέβαια, οι εκπρόσωποι της ιδεαλιστικής παιδαγωγικής αρνούνται αυτή την αντίληψη, όμως το πρόγραμμα της μεταρρύθμισης Gentile βασίζεται στην θεωρητικοποίηση της δραστηριότητας του μαθητή και ουσιαστικά στην παθητικότητά του. Δε λαμβάνει υπόψη της το σύνολο των κοινωνικών δυνάμεων, που βρίσκονταν σε εξέλιξη, την αλλαγή των δυνάμεων και των συστημάτων παραγωγής, τις καινούριες και διαφορετικές σχέσεις, που άρχισαν να διαγράφονται ανάμεσα στην επιστήμη και τη ζωή. Το περιεχόμενο της μάθησης ήταν αφηρημένο, παραμελούνταν η ουσιαστική μάθηση και ως αποτέλεσμα προέκυπτε η λήθη. Ακόμη αντιτίθεται στις εξετάσεις, που τις χαρακτηρίζει ως τυχερό παιχνίδι.

Ο Γκράμσι αναφέρει ότι αυτή η μεταρρύθμιση προσπάθησε να βγάλει το δογματισμό από το σχολείο. Ο ίδιος θεωρεί το δογματισμό απαραίτητο και δικαιολογημένο. Στο πεδίο της εκπαίδευσης και της κατανόησης των γνώσεων είναι αδύνατο ν’ αποφευχθεί ένας δογματισμός, ή καλύτερα εννοιολογισμός, με την σημασία της κατανόησης ορισμένων βασικών εννοιών τις οποίες είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να «ανακαλύψει» μόνος του ο μαθητής. Τέτοιες δογματικές αφηρημένες έννοιες είναι λ.χ. οι κανόνες της γραμματικής και της τυπικής λογικής. Η δημοκρατική διάρθρωση ενός σχολείου δεν εκδηλώνεται με το γεγονός ότι κάθε πολίτης μπορεί να ανέβει ένα σκαλοπάτι στην κοινωνικά ιεραρχημένη κλίμακα των επαγγελμάτων, αλλά στο ό,τι, έστω κι αφηρημένα, τίθενται οι συνθήκες να μπορέσει εκείνος αύριο να αναλάβει ηγεμονικό ρόλο. Το σχολείο μέσω της μεταρρύθμισης Gentile δεν καταφέρνει να διατηρήσει ζωντανή αυτή την «αυταπάτη».

Έτσι, οι κοινωνικές ομάδες χάνονται και μέσα από την ολοένα και πιο εξειδικευμένη επαγγελματική εκπαίδευση και μετασχηματίζονται σε συντεχνίες.

Το πρόγραμμα και η μέθοδος. 

Ο Γκράμσι επισήμανε την ανάγκη ενός εξαναγκασμού στην εκπαίδευση και τη διαδικασία μάθησης. Η αντίληψη για το παιδί περιοριζόταν στην έννοια του αυθορμητισμού, ο οποίος κατά το Γκράμσι δεν είναι απόλυτος αλλά αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, που καθορίζονται από τις συνήθειες, τις μιμήσεις και την απορρόφηση τους. Απορρίπτοντας έτσι την γενική ιδέα του αυθορμητισμού, μιλάει για την ανάγκη οργάνωσης της εκπαίδευσης και τονίζει την ανάγκη επιμονής σε μια ορισμένη μορφή δογματισμού. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα παιδιά των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία δεν εντάσσονται στο «παραδοσιακό διανοητικό μπλοκ». Από τα παιδιά αυτά απουσιάζει μια άτυπη μαθητεία στην τυπική λογική σκέψη σε σύγκριση με τα παιδιά των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων τα οποία λόγω του μορφωτικού και πολιτιστικού  κεφαλαίου που φέρουν μαζί τους, συλλαμβάνουν τις τυπικές και λογικές διαδικασίες που είναι απαραίτητες για το σχολείο ως κάτι οικείο και φυσικό. Αυτό το έλλειμμα θα συμπληρώνεται στα πλαίσια του ενιαίου σχολείου και το παιδί  θα μαθαίνει να χρησιμοποιεί τις δογματικές αφηρημένες έννοιες ως εργαλεία και  να αναπτύσσει μ’ αυτά ενεργητική και δημιουργική σχέση.

Θεωρεί ότι ο ορθός δρόμος είναι η απαγωγική μέθοδος. Τίθεται μια αφηρημένη έννοια ως αφετηρία για επεξεργασία και αναζητείται η εφαρμογή της με συγκεκριμένο τρόπο πάνω στο θέμα αυτό.

Το πρόβλημα της μεθόδου σχετίζεται επίσης με το ζήτημα των εκπαιδευτικών περιεχομένων και με τον τύποτου σχολείου. Ο Γκράμσι θεωρεί απαραίτητη την πειθαρχία της μάθησης (εξωτερική κι εσωτερική), ενώ αντιλαμβάνεται τη μελέτη ως μια επίπονη ψυχοφυσική προετοιμασία, διανοητική και μυικονευρική ταυτόχρονα.

Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ότι μια τέτοια πειθαρχία δε γίνεται εντελώς σε βάρος του αυθορμητισμού και της δημιουργικότητας, απλώς αυτές απορρίπτονται στην απόλυτη μορφή τους και θεωρούνται περισσότερο ως σημείο άφιξης παρά ως σημείο εκκίνησης.

Ο αυθορμητισμός συλλαμβάνεται στην πιο ευαίσθητη στιγμή της διαμόρφωσής του, όχι επιφανειακά ή ως εξέγερση, αλλά ως φαντασία και πρωτοτυπία. (111) Η πειθαρχία στοχεύει στο να αποκτήσει το παιδί αυτογνωσία, ώστε να κατακτήσει τη γνώση μέσα από τη δραστηριότητά του. Η διαδικασία απόκτησης αυτής της πειθαρχίας ακολουθεί κάποια στάδια. (112). Αρχικά ο μαθητής καλείται να πειθαρχήσει και να αποκτήσει ένα είδος «δυναμικού» κομφορμισμού, ο οποίος στην επόμενη δημιουργική φάση ορίζει και εξελίσσει τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας αυτόνομης και υπεύθυνης προσωπικότητας με ορίζοντα μια «ορισμένη, σταθερή και ομογενή κοινωνική αυτογνωσία», ανεξάρτητα από τα αξιακά και πολιτισμικά φορτία, που φέρει από την οικογένεια και το άμεσο περιβάλλον του.

Το παιδί δεν αποκτά την αυτονομία του με τρόπο «φυσικό» ως αποτέλεσμα βιολογικής ωρίμανσης αλλά μέσα από τη βαθμιαία και συνεχή ανάπτυξη. Η συμμετοχή του μαθητή, την οποία υποστήριζαν τα περισσότερα ιδεαλιστικά ρεύματα, δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός ούτε αυτόματη και αυθόρμητη. Οι μαθητές είναι σε θέση να συμμετάσχουν ουσιαστικά όλο και περισσότερο, στο βαθμό που με πολύ κόπο και προσωπική προσπάθεια κατακτούν μια ορισμένη πνευματική και διανοητική πειθαρχία, κατακτούν δηλαδή την ικανότητα της αυτονομίας.

Έτσι, ένα δημιουργικό σχολείο  δεν είναι πάντα ένα σχολείο που παράγει εφευρέτες. Υποδηλώνει μια φάση και μια μέθοδο έρευνας και γνώσης, και όχι μια προκαθορισμένη πρόοδο και την υποχρέωση της πρωτοτυπίας και της ανανέωσης.

Το ζήτημα της μεθόδου εμφανίζεται και στη σχέση σχολείου και ζωής. (113) Η προσέγγιση του Γκράμσι επιχειρεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι μαθητές τη ζωή και τη φύση. Επιχειρεί να εντάξει τα παιδιά στις διαλεκτικές δομές της ιστορικής διαδικασίας, να αλλάξει δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η προσωπικότητά τους. (116). Σε γενικές γραμμές, ο Γκράμσι διαπιστώνει την ανάγκη μιας αλλαγής της σχολικής δομής από το παλιό ουμανιστικό σχολείο σ’ ένα σχολείο πιο κατάλληλο για τις καινούριες κοινωνικές συνθήκες. Παραμένει, όμως, σ’ ένα πλαίσιο καθαρού προβληματισμού, αφού οι δομικές λεπτομέρειες αυτού του νέου σχολείου δεν παρουσιάζονται με σαφή και συστηματικό τρόπο. Και τούτο γιατί ο Αντόνιο – ως πολιτικός κρατούμενος – δεν είχε την πολυτέλεια να γράφει ελεύθερα.

—–

*Το κείμενο  γράφτηκε από ομάδα εργασίας (Βέρρας Στέργιος, Ζήσης Δημήτριος, Πομάκης Νικόλαος, Σουρλής  Κωνσταντίνος, Τζήκας Δημήτρης), στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2008), για το μάθημα Διδακτικά Μοντέλα, μέθοδοι και οργάνωση της διδασκαλίας (διδάσκων: Γ.Γρόλλιος).

Δείτε ακόμη: Κατεβάστε δωρεάν έντεκα βιβλία του Αντόνιο Γκράμσι (PDF)

Βιβλιογραφία και παραπομπές

1. Δημήτρης Δημητράκος, (1981), Φιλοσοφία και Πολιτική – Μελέτες και Άρθρα. Εκδόσεις Λύχνος, Αθήνα.

2. Δημήτρης Δημητράκος, (1984), Παιδεία και Κοινωνική Αναμόρφωση – Μια Γκραμσιανή Προσέγγιση, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα.

3. Attilio Monasta, (2000) “Antonio Gramsci”, International Bureau of Education, Prospects: the quarterly review of comparative education, vol XXIII, p. 597 – 612.

5. Φιοραβάντες Βασίλης, (1993), Μοντερνισμός και κουλτούρα, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

6. Ν. 2525 (ΦΕΚ Α΄, 188/23 Σεπτεμβρίου 1997) Ενιαίο Λύκειο, πρόσβαση των αποφοίτων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου κι άλλες διατάξεις.

(Εμφανιστηκε 531 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)