12 Δεκεμβρίου 2013 at 05:10

Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (963 – 969 μ.Χ)

από

Ο βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (963 – 969 μ.Χ)

 Γράφει ο Χρήστος Μπαρμπαγιαννίδης

Με την βασιλεία του Νικηφόρου Β΄ Φωκά (963 – 969 μ.Χ), το μεσαιωνικό βυζαντινό κράτος εισέρχεται στην περίοδο της μεγάλης του εποποιίας, όπου για περίπου έναν αιώνα θα καταστεί εκ νέου ως η μεγαλύτερη δύναμη στον ανατολικό χώρο της Μεσογείου. Κατά την διάρκεια της διακυβέρνησής του, καθώς και των δυο διαδόχων του, Ιωάννη Τζιμισκή και Βασιλείου Β΄, το βυζάντιο θα φτάσει στο απόγειο της δόξας του.

Γεννήθηκε το 912 και καταγόταν από την στρατιωτική οικογένεια των Φωκάδων της Καππαδοκίας, η οποία ήταν από τις ισχυρότερες στον βυζαντινό χώρο. Ως στρατηγός του αδύναμου και αφελούς αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄, έδειξε την μεγάλη του στρατιωτική αξία, όταν το καλοκαίρι του 960 εκστράτευσε επικεφαλής ισχυρής ναυτικής μοίρας εναντίον της Κρήτης, η οποία βρισκόταν υπό αραβική κατοχή για εκατόν πενήντα χρόνια. Το Μάρτιο του 961 ο στρατός του κατέλαβε τον Χάνδακα (Ηράκλειο) και το νησί επανήλθε στην αυτοκρατορία. Το Βυζάντιο είχε πολλά χρόνια να επιτύχει τόσο σημαντική νίκη.

Το Υγρό πυρ από το χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη στη Μαδρίτη
Το Υγρό πυρ από το χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη στη Μαδρίτη

Μετά την θριαμβευτική του υποδοχή στην Κωνσταντινούπολη, ξεκίνησε επιχείρηση στη βόρεια Συρία πολεμώντας εναντίον του Saif – ad – Daulah ηγέτη του αραβικού βασιλείου των Χαμδανιδών. Έπειτα από άγρια πολιορκία κατέλαβε τελικά το Χαλέπι, την πρωτεύουσά του. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για την ευρύτερη προέλαση των βυζαντινών στην Ανατολή, τη στιγμή που ο Νικηφόρος έβλεπε την δημοτικότητά του στο ζενίθ.

Αμοιβή του ένδοξου στρατηγού ήταν το αυτοκρατορικό στέμμα. Με τον πρόωρο θάνατο του Ρωμανού Β΄ στις 15 Μαρτίου του 963, η εξουσία περιήλθε στην αυτοκράτειρα Θεοφανώ που ανέλαβε την αντιβασιλεία στη θέση των ανήλικων γιων της, Βασιλείου Β΄ και Κωνσταντίνου Η΄. Υπό την πίεση του ευνούχου Ιωάννη Βρίγγα, ο οποίος ουσιαστικά κυβερνούσε κατά την θητεία του Ρωμανού Β΄, η αυτοκράτειρα στράφηκε για βοήθεια στον πανίσχυρο Νικηφόρο. Στην Καισάρεια ο στρατός τον ανακήρυξε αυτοκράτορα και εισήλθε στις 14 Αυγούστου στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατατρόπωσε σε αιματηρές οδομαχίες την αντίσταση του Βρίγγα. Η νεαρή καλλονή, σπανίας ομορφιάς, αυτοκράτειρα πρόσφερε το χέρι της στον βετεράνο στρατηγό. Με τον γάμο αυτό ο Νικηφόρος συνδέθηκε με τη νόμιμη μακεδονική δυναστεία και ως πατριός έγινε προστάτης των δυο νεαρών πορφυρογέννητων πριγκίπων, των οποίων τα δικαιώματα για τον θρόνο παρέμειναν, τυπικά, άθιχτα.

Νικηφόρος Φωκάς (961-1961), ελληνικό γραμματόσημο, 1961.
Νικηφόρος Φωκάς (961-1961), ελληνικό γραμματόσημο, 1961.

Την πολιτική ηγεσία ανέλαβε ο ευνούχος Βασίλειος που διακρινόταν για την πονηριά του, την άμετρη απληστία του αλλά και τα έξοχα πολιτικά του χαρίσματα, νόθος γιος του παλαιού σπουδαίου αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ Λακαπηνού. Ανώτατος στρατηγός της Ανατολής διορίστηκε ο σπουδαίος στρατιωτικός  Ιωάννης Τζιμισκής, γόνος ευγενούς αρμενικής οικογένειας. Ο αδελφός του αυτοκράτορα Λέων Φωκάς τιμήθηκε με τον τίτλο του κουροπαλάτη, ενώ ο γέρος πατέρας του Βάρδας Φωκάς με τον τίτλο του καίσαρα.

Ούτε οι τρόποι ούτε η εξωτερική εμφάνιση του νέου αυτοκράτορα μαρτυρούσαν την αριστοκρατική του καταγωγή. Το παρουσιαστικό του ήταν ελάχιστα γοητευτικό, ο χαρακτήρας του άγριος και ο τρόπος ζωής του απλός, θα τον χαρακτηρίζαμε ασκητικό. Μόνο του πάθος ο αγώνας στα πεδία των μαχών και η μοναδική πνευματική του ανάγκη η προσευχή και η επικοινωνία με ασκητικούς ανθρώπους. Μάλιστα, φαίνεται πως καλλιεργούσε την σκέψη να αποσυρθεί από τον κόσμο και να γίνει μοναχός!

Ο πόλεμος με το Ισλάμ ήταν γι’ αυτόν ένα είδος ιερής αποστολής. Ζήτησε να ανακηρυχθούν μάρτυρες όσοι στρατιώτες έπεφταν στον πόλεμο εναντίον του μουσουλμάνων. Ως  αυτοκράτορας συνέχισε τις κατακτήσεις που είχε και ως στρατηγός. Τα δυο πρώτα χρόνια αφιερώθηκε στον πόλεμο στην ορεινή Κιλικία, όπου κατέλαβε τα πιο σημαντικά οχυρά. Το 965 καταλαμβάνει την Κύπρο και έτσι άνοιξε ο δρόμος και για την κατάκτηση της Συρίας. Για τρία χρόνια πολιορκούσε την πρωτεύουσά της Αντιόχεια και στις 28 Οκτωβρίου του 969 την κατέλαβε. Έτσι, αυξήθηκε σημαντικά η εδαφική έκταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η πλούσια σε ιστορικές αναμνήσεις και θρησκευτικές παραδόσεις Αντιόχεια, η οποία για τρεις αιώνες βρισκόταν υπό αραβική κατοχή και φαινόταν χαμένη υπόθεση για τους βυζαντινούς, ήταν πάλι στην κατοχή τους! Ο εμίρης του Χαλεπίου έγινε υποτελής των Βυζαντινών και οι μη χριστιανοί υπήκοοι πλήρωναν φόρους στην αυτοκρατορία.

Ωστόσο, οι επιτυχίες στην Ανατολή συνέπεσαν και με την ανανέωση της Δυτικής Αυτοκρατορίας (Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), η οποία διεκδικούσε και αυτή την κληρονομιά της Ρώμης. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Όθων ο Μέγας είχε υποτάξει σχεδόν όλη την Ιταλία και ζήτησε διακανονισμό σχετικά με τις περιοχές που δεν είχε ακόμα καταλάβει. Ο απεσταλμένος του στην Κωνσταντινούπολη, επίσκοπος Λιουτπράνδος της Κρεμόνας, διαβίβασε σχέδιο σύναψης γάμου ανάμεσα στον γιο του Όθωνα και σε μια κόρη των νεαρών πορφυρογέννητων αυτοκρατόρων. Σαν προίκα θα εκχωρούνταν οι κτήσεις των Βυζαντινών στη νότια Ιταλία! Αυτό θεωρήθηκε εμπαιγμός από τους βυζαντινούς και το απέρριψαν. Το ότι ο Όθων έλαβε το στέμμα από τον Πάπα και ανακηρύχθηκε κεφαλή της Ρώμης και της ρωμαϊκής εκκλησίας και το ότι επιτέθηκε εναντίον του βυζαντινού Μπάρι ερέθισαν τον Νικηφόρο Φωκά, ο οποίος είχε ενισχυμένη την συνείδηση της δύναμής του και του ρόλου του. Στον απεσταλμένο του Όθωνα Λιουτπράνδο οι βυζαντινοί φέρθηκαν σαν αιχμάλωτο και τον ανάγκασαν να μάθει πως ο κύριός του (Όθων) δεν ήταν ούτε αυτοκράτορας ούτε Ρωμαίος αλλά βασιλιάς βαρβάρων και δε χωρούσε συζήτηση για γάμο ανάμεσα σε βάρβαρο ηγεμόνα και πορφυρογέννητης βασιλοπούλας!

Στο μεταξύ, την ίδια εποχή εμφανίστηκαν Βούλγαροι απεσταλμένοι που ζητούσαν, αφελώς, τις χορηγίες που έπαιρναν από προηγούμενους αυτοκράτορες. Η αυθάδεια αυτή εξόργισε τον Νικηφόρο που διέταξε να μαστιγωθούν και τους έστειλε ταπεινωμένους πίσω. Επειδή όμως το μυαλό του βρισκόταν στον πόλεμο στην Ανατολή δεν έκανε κάποια επιχείρηση εναντίον των Βουλγάρων, αλλά απευθύνθηκε στον Ρώσο ηγεμόνα Σβιατοσλάβο να τους συγκρατήσει. Αυτός όμως κατέλαβε την Βουλγαρία και αποδείχτηκε πολύ πιο επικίνδυνος. Δημιούργησε λοιπόν κοινό μέτωπο με τους Βουλγάρους και σχεδίασε γάμο μεταξύ των νεαρών πορφυρογέννητων αυτοκρατόρων και δυο Βουλγάρων πριγκιπισσών. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να το αποδεχτούν οι Βυζαντινοί και κληροδότησε βαριά κληρονομιά στους διαδόχους του.

Στην εσωτερική του πολιτική, παρόλο που δεν είχε αριστοκρατικές συνήθειες, αποδείχτηκε γνήσιος εκπρόσωπος των «δυνατών» και της αριστοκρατίας. Ένα διάταγμα του 967 άρχιζε με τον ισχυρισμό πως οι προκάτοχοί του έδειξαν εύνοια υπέρ των χωρικών και παραβίασαν την ισοτιμία των υπηκόων. Αφαίρεσε από τους χωρικούς το δικαίωμα της προτεραιότητας σε περίπτωση εκποιήσεως κτημάτων των «δυνατών». Από τους πτωχούς επιτρεπόταν να αγοράζουν μόνον πτωχοί και από τους «δυνατούς» μόνο οι «δυνατοί». Βέβαια είναι εντελώς απίθανο να βρέθηκαν πτωχοί να ασκήσουν την προτεραιότητα στην αγορά κτημάτων σε σχέση με τους δυνατούς. Περισσότερο ήταν η ψυχολογική επίδραση του νόμου που προστάτευε τους «δυνατούς» στο όνομα της δικαιοσύνης!

Από την άλλη, επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην αύξηση της περιουσίας των στρατιωτών. Σε περίπτωση απαιτήσεως στρατιωτικών κτημάτων που είχαν εκποιηθεί σε προηγούμενη εποχή, έπρεπε σύμφωνα με την παλαιά νομοθεσία να θεωρηθεί ως κατώτατο όριο η αξία των τεσσάρων λίτρων χρυσού. Η επιστροφή της ιδιοκτησίας όφειλε να γίνει χωρίς αποζημίωση ως την κατώτατη αυτή αξία, ενώ όταν την υπερέβαινε έπρεπε να καταβληθεί η αγοραστική αξία του κτήματος. Λόγω όμως των αυξημένων δαπανών που απαιτούσε ο νέος βαρύς εξοπλισμός των στρατιωτών, η ανεκποίητη κατώτατη αξία των στρατιωτικών κτημάτων έπρεπε να υπερβαίνει τις δώδεκα λίτρες χρυσού. Έτσι, ο στρατιώτης δεν μπορούσε να εκποιήσει τα κτήματά του, όταν η συνολική τους αξία δεν υπερέβαινε το όριο αυτό, ενώ κάθε εκποίηση, που μείωνε την περιουσία του κάτω από το κατώτατο αυτό όριο, έπρεπε να ακυρωθεί με τη δωρεάν επιστροφή των εκποιημένων κτημάτων.

Επομένως, η αύξηση της στρατιωτικής περιουσίας στο τριπλάσιο επέφερε και την αλλοίωση της σύνθεσης του στρατού. Οι βαριά οπλισμένοι στρατιώτες του που τους εξασφάλισε κτηματική περιουσία δώδεκα λίτρων χρυσού δεν μπορούσαν πλέον να είναι οι πτωχοί. Στρατολογούνταν μόνο από την ανερχόμενη τάξη της μέσης αριστοκρατίας, από την οποία αργότερα προήλθαν οι «προνοιάριοι».

Συγχρόνως, επιδίωξε να περιορίσει την αύξηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας και το 964 δημοσίευσε ειδικό διάταγμα για το σκοπό αυτό. Η εκκλησιαστική περιουσία ενισχυόταν διαρκώς από τις δωρεές των ευσεβών από όλες τις τάξεις. Επίσης, ιδρύονταν συνεχώς νέα μοναστήρια που αποκτούσαν τις δικές τους περιουσίες. Το κράτος όμως δεν μπορούσε να εισπράττει τα ίδια οφέλη, όπως από τις άλλες μορφές ιδιοκτησίας, διότι οι φορολογικές υποχρεώσεις αναστέλλονταν από προνομιακές παραχωρήσεις. Η  αύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας ήταν ασύμφορη για το κράτος, γιατί γινόταν εις βάρος άλλων πιο παραγωγικών γαιοκτημόνων. Ο βαθειά θρησκευόμενος αυτοκράτορας παρορμήθηκε στην θέσπιση νέων μέτρων και από ηθικά κίνητρα. Ήθελε να καταστείλει την πλεονεξία που παρακινούσε τους μοναχούς στη συσσώρευση αγαθών που συνιστούσε στην αθέτηση των μοναστικών όρκων και μετέβαλλε την μοναχική ζωή σε θέατρο και βλασφημία.

Ως επακόλουθο, απαγορεύτηκε η παραχώρηση γης σε μοναστήρια και εκκλησιαστικά ιδρύματα καθώς και σε πρόσωπα που ανήκαν στις τάξεις των κληρικών. Απαγορεύθηκε η ίδρυση νέων μοναστηριών αφού θεωρήθηκε πως αυτό υπαγορευόταν από ματαιοδοξία. Όποιος επιθυμούσε να προσφέρει και να δείξει την ευσεβή του διάθεση, όφειλε να συνδράμει στην διατήρηση των παλιών ιδρυμάτων που βρίσκονταν σε μαρασμό. Ωστόσο δεν επιτρεπόταν να εκχωρήσει σ’ αυτά κτήματα αλλά να εκποιήσει την περιουσία που ήθελε να προσφέρει και να παραδώσει το αντίστοιχο ποσό. Αγοραστής μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε κοσμικός ιδιοκτήτης, επομένως και ένας «δυνατός». Αντίθετα, επιτράπηκε η ίδρυση κελιών και λαυρών στις εγκαταλειμμένες περιοχές, όπου δεν επιδιώκεται η απόκτηση ξένης γης, αλλά και τονίστηκε ως αξιέπαινη πράξη. Το τολμηρό διάταγμα που αφορούσε την εκκλησιαστική περιουσία δεν διατήρησε την ισχύ του για πολύ, αλλά έδειξε τις πολιτικές αρχές και την ευσέβεια του Νικηφόρου Φωκά. Αξιοσημείωτη είναι η κίνηση του μετά την κατάληψη της Κρήτης: Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος.

Γεγονός πάντως είναι πως η επεκτατικότητα της οικονομικά ισχυρής τάξης εκδηλώθηκε με την αγορά αγροκτημάτων. Η κρατική εξουσία είχε επιβάλλει ακόμη αυστηρότερους περιορισμούς στην ελεύθερη συναλλαγή των οικονομικών φορέων των πόλεων, από όσο στην επαρχία. Η δεσμευμένη και αυστηρά ελεγχόμενη αστική οικονομία δεν άφηνε περιθώρια για την ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε μεγάλη έκταση. Έτσι, η απόκτηση γαιοκτημάτων απόμεινε η μοναδική δυνατότητα για την επένδυση πλεοναζόντων κεφαλαίων.

Βάραγγοι του 11ου αιώνα από την εικονογράφηση του Ιωάννη Σκυλίτζη
Βάραγγοι του 11ου αιώνα από την εικονογράφηση του Ιωάννη Σκυλίτζη

Η επεκτατική διάθεση των γαιοκτημόνων αριστοκρατών εκδηλώθηκε με δυο τρόπους: Από τη μια μεριά απορρόφησε τη μικρή γαιοκτησία των βυζαντινών επαρχιών και έτσι υπέσκαψε την υπάρχουσα κοινωνικο – οικονομική τάξη του Βυζαντίου, και από την άλλη διεύρυνε τα σύνορα της αυτοκρατορίας, γιατί πέτυχε να ανακτήσει εδάφη από τους εχθρούς της. Οι κατακτήσεις στην Ανατολή ήταν έργο της μικρασιατικής αριστοκρατίας.

Ωστόσο, όλες οι πολεμικές δαπάνες που έκανε για όλη την εξαετία της διακυβέρνησής του ξεζούμισαν τον λαό με τις ακραίες φορολογικές επιβαρύνσεις. Εξαθλίωσε ακόμα περισσότερο τους φτωχούς, ενώ από την άλλη απογείωσε την δύναμη των αριστοκρατών. Στην εποχή του αυξήθηκαν οι τιμές και μειώθηκε το ποσοστό των ευγενών μετάλλων στα νομίσματα. Ήρθε σε μεγάλη προστριβή με την εκκλησία αφού προσπάθησε να οικειοποιηθεί μέρος της περιουσίας της. Όλα αυτά τον έκαναν ιδιαίτερα αντιπαθή στην πλειοψηφία του βυζαντινού πληθυσμού, που παρέβλεψε το γεγονός πως είχε επεκτείνει την αυτοκρατορία όσο κανείς άλλος. Παρά τις επιβλητικές επιτυχίες του δεν κατέστη δημοφιλής ηγεμόνας στα μάτια των φτωχών.

Έξι εβδομάδες μετά την κατάληψη της Αντιόχειας έπεσε θύμα δολοφονικής επίθεσης, όχι τόσο από την αγανάκτηση του λαού όσο από την ρήξη με τον παλαιό του φίλο και συναγωνιστή Ιωάννη Τζιμισκή και από την προδοσία της συζύγου του Θεοφανώς, που έγινε ερωμένη του Τζιμισκή. Η Θεοφανώ προετοίμασε πραξικόπημα που πραγματοποίησαν ο Τζιμισκής και οι φίλοι του. Ξημερώματα της 11ης Δεκεμβρίου του 969 ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς δολοφονήθηκε στον κοιτώνα του. Ο Ιωάννης Τζιμισκής κατέλαβε τον θρόνο. Ήταν το τραγικό τέλος ενός από των σπουδαιότερων ηγεμόνων του Μεσαιωνικού κόσμου. Μας παραδίδεται πως πάνω στον τάφο του ήταν χαραγμένη η εξής επιγραφή: «Τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα».

Βιβλιογραφία

(Εμφανιστηκε 2.627 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν