13 Νοεμβρίου 2013 at 23:33

Οι παράπλευρες αφηγήσεις του Θουκυδίδη: περίπτωση Θεμιστοκλής

από

Οι παράπλευρες αφηγήσεις του Θουκυδίδη: περίπτωση Θεμιστοκλής

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Ο Θουκυδίδης δεν αναφέρεται στα γεγονότα της περσικής εισβολής. Ως εκ τούτου δεν καταγράφει τα στρατηγικά επιτεύγματα του Θεμιστοκλή που τον καταξίωσαν, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Ο Θεμιστοκλής εμφανίζεται στο έργο του Θουκυδίδη αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, ως ηγετική μορφή, απαράμιλλου κύρους, που μπορούσε να ρυθμίσει όλα τα τεκταινόμενα. Η πρόταση της Σπάρτης να παραμείνει ατείχιστη η Αθήνα για δήθεν στρατηγικούς λόγους σε περίπτωση που γινόταν νέα περσική εισβολή έφερε τους Αθηναίους σε δύσκολη θέση, αφενός γιατί αυτό θα σήμαινε την δεδομένη υπεροχή των Σπαρτιατών (που προφανώς δεν εμπιστεύονταν) κι αφετέρου γιατί μια ευθεία άρνηση (συνοδευόμενη από την ειλικρινή της αιτιολόγηση) ενδεχομένως να δημιουργούσε ένταση στις αθηνοσπαρτιατικές σχέσεις, αποκαλύπτοντας εξαρχής τη σαθρότητά τους. Μια τέτοιου είδους ρήξη θα ήταν ό,τι χειρότερο για την Αθήνα, που ρημαγμένη από την περσική επέλαση το μόνο που ζητούσε ήταν η ανασυγκρότησή της: «Οι Αθηναίοι, ύστερα από πρόταση του Θεμιστοκλή, αφού άκουσαν τους Λακεδαιμόνιους αντιπροσώπους, αποκρίθηκαν ότι θα στείλουν σ’ αυτούς πρεσβεία για να συζητήσουν το ζήτημα κι έτσι τους απομάκρυναν αμέσως από τον τόπο τους. Ο Θεμιστοκλής κατόπιν τους συμβούλεψε να στείλουν το γρηγορότερο τον ίδιο στη Σπάρτη και να εκλέξουν, εκτός από εκείνον, κι άλλους πρέσβεις, οι οποίοι όμως δεν θα φύγουν αμέσως, αλλά θα αργοπορήσουν, ώσπου να σηκώσουν το τείχος όσο χρειάζεται ψηλά για να το υπερασπίσει κανείς με σιγουριά. Σύστησε ταυτόχρονα να δουλεύουν στο τείχος όλοι όσοι ζούσαν στην πόλη, χωρίς εξαίρεση, άντρες, γυναίκες και παιδιά, και να μη λυπηθούν ούτε τις ιδιωτικές, ούτε τις δημόσιες οικοδομές, απ’ τις οποίες θα μπορούσαν να πάρουν κάποιο υλικό χρήσιμο για το τείχος, αλλά να τις κατεδαφίσουν όλες» (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 90).

Η Μάχη των Θερμοπυλών διεξήχθη το 480 π.Χ μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, κατά την δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα. Οι Πέρσες είχαν ηττηθεί στον Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα, γι' αυτό και ετοίμασαν μια δεύτερη εκστρατεία, αρχηγός της οποίας ήταν ο Ξέρξης. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να κλείσουν τα στενά των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου.
Η Μάχη των Θερμοπυλών διεξήχθη το 480 π.Χ μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, κατά την δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα. Οι Πέρσες είχαν ηττηθεί στον Μαραθώνα δέκα χρόνια νωρίτερα, γι’ αυτό και ετοίμασαν μια δεύτερη εκστρατεία, αρχηγός της οποίας ήταν ο Ξέρξης. Ο Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να κλείσουν τα στενά των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου.

Το αυστηρώς κατεπείγον στο θέμα του τείχους, που ορίζει να δουλεύουν όλοι χωρίς εξαίρεση και να γκρεμίζουν οτιδήποτε μπορεί να χρησιμεύσει ως οικοδομικό υλικό δεν είναι παρά η απόδειξη της δυσπιστίας προς τους Σπαρτιάτες. Ο Θεμιστοκλής, αντιλαμβανόμενος την κρισιμότητα της υπόθεσης, αναλαμβάνει προσωπικά το ρόλο της εξαπάτησης των Λακεδαιμονίων, κερδίζοντας χρόνο ώστε να ολοκληρωθούν οι οικοδομικές διαδικασίες: «Όταν, ωστόσο, έφτασε στη Σπάρτη δεν παρουσιάστηκε στους άρχοντες, αλλά χασομερούσε με διάφορες προφάσεις, κι όταν κανείς απ’ αυτούς που είχαν κάποιο αξίωμα τον ρωτούσε γιατί δεν παρουσιάζεται στις αρχές, απαντούσε ότι περιμένει τους συναδέλφους του πρέσβεις, που τους είχε καθυστερήσει κάποια απασχόληση, αλλά τους καρτερούσε να φτάσουν από στιγμή σε στιγμή, απορούσε μάλιστα πώς δεν είχαν φτάσει ακόμη». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 90).

Παρακολουθούμε το ξεδίπλωμα του Θεμιστοκλή ως πολιτική φυσιογνωμία, που ξέρει καλά ότι ο διπλωματικός ελιγμός, πολλές φορές, ταυτίζεται με την απάτη, κι ότι ο στίβος των διαπραγματεύσεων δεν έχει ούτε ηθική, ούτε νόμους, αφού όλα εξανεμίζονται μπροστά στη βαθύτερη ουσία κάθε εγχειρήματος, δηλαδή το συμφέρον της πόλης. Επί της ουσίας απαντά στους Λακεδαιμόνιους με το ίδιο νόμισμα, καθώς γνωρίζει καλά που αποσκοπούν οι δήθεν προτροπές τους. Παίζοντας με τους ίδιους «ειλικρινείς» όρους, αντιστρέφει την κατάσταση καθιστώντας σαφές ότι τέτοιου είδους «προτάσεις» δεν είναι δυνατό να γίνουν ανεκτές. Η διπλωματία αποκτά τις πιο διαχρονικές της διαστάσεις, αφού ξεκαθαρίζει την πραγματικότητα, χωρίς όμως να παραβεί τα επιφανειακά προσχήματα που δήθεν τη διαμορφώνουν. Όταν άρχισαν να καταφτάνουν άνθρωποι που διαβεβαίωναν ότι στην Αθήνα τα τείχη χτίζονται και μάλιστα έχουν υψωθεί αρκετά, ο Θεμιστοκλής συνέχισε να παίζει το ρόλο του, κερδίζοντας ακόμη περισσότερο χρόνο: «….τους σύστησε να μην παρασύρονται από λόγια, αλλά να στείλουν αντιπροσωπία από δικούς τους έντιμους άντρες, οι οποίοι, αφού πάνε και δούνε, να κάνουν μιαν αξιόπιστη αναφορά. Έστειλαν, αλήθεια, μια τέτοια αντιπροσωπία. Αλλά ο Θεμιστοκλής, με κρυφό μήνυμά του, συμβούλευε τους Αθηναίους να κρατήσουν, όσο πιο διακριτικά γινόταν, τους αντιπροσώπους και να μην τους αφήσουν να φύγουν προτού γυρίσουν στην Αθήνα ο ίδιος και οι συνάδελφοί του πρέσβεις (γιατί στο μεταξύ είχαν φτάσει κοντά του οι άλλοι πρέσβεις, ο Αβρώνιχος του Λυσικλή κι ο Αριστείδης του Λυσιμάχου και του είχαν αναγγείλει πως το τείχος είχε υψωθεί αρκετά). Φοβόταν μήπως οι Λακεδαιμόνιοι, όταν θα μάθαιναν την αλήθεια, δεν θα τους άφηναν να φύγουν». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 91).

Διάγραμμα των κινήσεων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας
Διάγραμμα των κινήσεων στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας

Ο ελιγμός του Θεμιστοκλή με την πρόταση για αποστολή σπαρτιατικής πρεσβείας στην Αθήνα, δεν αφορά μόνο την οξυδέρκεια του ηγέτη που αυτοσχεδιάζει ακαριαία προκειμένου να πετύχει το σκοπό του, αλλά και την έσχατη καχυποψία προς τους «συμμάχους», αφού πλέον ανησυχεί φανερά μήπως τον κρατήσουν στη Σπάρτη όμηρο, όταν πια καταρρεύσουν όλα τα προσχήματα. Η πρόταση της αποστολής της πρεσβείας δεν λειτουργεί μόνο ως καινούργια πίστωση χρόνου, αλλά κι ως διασφάλιση της διαφυγής, αφού οι απεσταλμένοι, στην έσχατη περίπτωση, θα αποτελέσουν τους αντίστοιχους ομήρους, που θα εξασφαλίσουν τις διαπραγματευτικές ισορροπίες. Γιατί αυτός ήταν όλος ο αγώνας του Θεμιστοκλή. Η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στις δυο πόλεις, που κινδύνευε από τις προτάσεις των Λακεδαιμονίων: «Οι Αθηναίοι, πραγματικά, κράτησαν τους αντιπροσώπους της Σπάρτης, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαν πάρει, κι ο Θεμιστοκλής παρουσιάστηκε τότε στους Λακεδαιμονίους και τους δήλωσε ανοιχτά, ότι η Αθήνα είχε πια τειχιστεί, έτσι που να ‘ναι σε θέση να προστατέψει τους κατοίκους της, κι ότι αν, μελλοντικά, οι Σπαρτιάτες ή οι άλλοι σύμμαχοι, έστελναν για κάποιο ζήτημα πρέσβεις στους Αθηναίους, έπρεπε να γνωρίζουν πως πηγαίνουν τούτοι σ’ ανθρώπους που είναι σε θέση να ξεχωρίσουν τόσο το δικό τους όσο και το κοινό συμφέρον. Γιατί κι όταν έκριναν πως ήταν προτιμότερο να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να μπουν στα καράβια τους, αποφάσισαν να το αποτολμήσουν χωρίς να ζητήσουν τη γνώμη τους, κι όσες φορές πάλι έκαναν μαζί με κείνους και τους συμμάχους κοινές συσκέψεις, οι Αθηναίοι δεν φάνηκαν κατώτεροι από κανένα σε ευθυκρισία. Και σήμερα λοιπόν έκριναν πως ήταν προτιμότερο η πόλη τους να έχει τείχος κι ότι αυτό θα ήταν εξαιρετικά ωφέλιμο και στους ίδιους τους πολίτες της κι επίσης σ’ όλους, γενικά, τους συμμάχους. Γιατί δεν ήταν δυνατό, χωρίς ισοδύναμη στρατιωτική ετοιμότητα, να μετέχουν ίδια κι όμοια στις κοινές διαβουλεύσεις των συμμάχων. Ή, λοιπόν, είπε, πρέπει να μην έχουν τείχη όλοι όσοι παίρνουν μέρος στη συμμαχία ή να θεωρηθεί ορθή κι η ανέγερση του τείχους της Αθήνας». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 91).

Η τελική αποκατάσταση της αλήθειας δεν είναι παρά η αποκατάσταση των ισορροπιών, που αναιρεί όλες τις διπλωματίες. Η ισότιμη ειρήνη εξασφαλίζεται μόνο μεταξύ ίσων. Η στρατιωτική κυριαρχία του ενός ανατρέπει κάθε ισοτιμία, κι αυτό ο Θεμιστοκλής το ξέρει πολύ καλά. Τώρα η Αθήνα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει λόγος για υπεκφυγές. Οι Σπαρτιάτες, μπροστά στο αδιέξοδο, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο «συμμαχικό» προσωπείο των συμφωνιών, λέγοντας ότι έτσι κι αλλιώς η πρότασή τους απευθυνόταν σε συμμάχους κι ότι όλα όσα πρότειναν αποσκοπούσαν στο κοινό όφελος. Ο Θεμιστοκλής τους κέρδισε κατά κράτος: «Ακόμη και σήμερα φαίνεται πως η κατασκευή του τείχους γινόταν βιαστικά. Τα θεμέλια είναι καμωμένα από κάθε λογής πέτρες, οι οποίες, σε μερικά σημεία, δεν έχουν δουλευτεί για να ταιριάζουν, αλλά μπήκαν όπως τις έφεραν οι κουβαλητές. Ο περίβολος του τείχους έγινε μεγαλύτερος από πριν προς όλες τις διευθύνσεις της πόλης και γι’ αυτό δούλευαν βιαστικά και χρησιμοποιούσαν καθετί χωρίς διάκριση. Ο Θεμιστοκλής επίσης τους έπεισε να συμπληρώσουν και τα τείχη του Πειραιά (για τα οποία αρχή είχε γίνει τη χρονιά που εκείνος ήταν άρχοντας των Αθηναίων), γιατί έκρινε πως η τοποθεσία ήταν εξαιρετική, με τα τρία φυσικά λιμάνια της, κι οι Αθηναίοι, που είχαν πια γίνει ναυτικοί, θα βρίσκονταν σε θέση πλεονεκτική, ώστε ν’ αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη. Γιατί, αλήθεια, εκείνος πρώτος τόλμησε να υποστηρίξει πως οι Αθηναίοι έπρεπε να ασχοληθούν συστηματικά με τη θάλασσα κι έβαλε έτσι αμέσως, μαζί και με άλλους, τα θεμέλια της αθηναϊκής ηγεμονίας». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 93). Η εμμονή του Θεμιστοκλή προς την κατεύθυνση της θάλασσας είναι η διορατικότητα του ηγέτη που αντιλαμβάνεται τη μελλοντική πορεία των πραγμάτων, που αντιλαμβάνεται δηλαδή το πεδίο που θα παιχτεί η μελλοντική ισχύς. Το μέλλον ήταν η θάλασσα (και στρατιωτικά και εμπορικά) και η Αθήνα δεν μπορούσε να μείνει πίσω από τις εξελίξεις. Η άμεση παρέμβαση για την επίτευξη έργων προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η αποφασιστικότητα που οφείλει να κινήσει τα νήματα. Αν ο Περικλής ήταν η εδραίωση της αθηναϊκής δύναμης, ο Θεμιστοκλής ήταν σίγουρα η υποθήκη της.

Όστρακο που αναγράφει "Θεμιστοκλής Νεοκλέους"
Όστρακο που αναγράφει «Θεμιστοκλής Νεοκλέους»

Οι λόγοι για τους οποίους ο Θεμιστοκλής εξορίστηκε από την Αθήνα και κατέφυγε στο Άργος δεν διευκρινίζονται από τον Θουκυδίδη. Το γεγονός θεωρείται δεδομένο προκειμένου να εξιστορηθούν τα χειρότερα: «Την εποχή που ο Παυσανίας είχε κατηγορηθεί για μηδισμό, οι Λακεδαιμόνιοι με πρέσβεις που έστειλαν στην Αθήνα, κατηγόρησαν και το Θεμιστοκλή – με βάση τα στοιχεία που είχαν συγκεντρώσει απ’ την ανάκριση εναντίον του Παυσανία – ως συνένοχό του κι απαιτήσανε από τους Αθηναίους να τον τιμωρήσουν με την ίδια ποινή. Οι Αθηναίοι πείστηκαν. Επειδή όμως τότε ο Θεμιστοκλής είχε εξοριστεί με οστρακισμό και ζούσε βέβαια στο Άργος, αλλά ταξίδευε συχνά και σ’ άλλες πόλεις της Πελοποννήσου, έστειλαν – μαζί με τους Λακεδαιμονίους που ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν στο κυνήγημα – ανθρώπους τους με διαταγή να τον πιάσουν, όπου κι αν τον βρουν και να τον φέρουν στην Αθήνα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 135).

Το κατά πόσο ευσταθούν ή όχι αυτές οι κατηγορίες δεν γίνεται γνωστό από το Θουκυδίδη. Το σίγουρο είναι ότι πλέον ο Θεμιστοκλής θεωρείται επικηρυγμένος από όλο σχεδόν τον αρχαιοελληνικό κόσμο. Μετά από ειδοποίηση εγκαταλείπει την Πελοπόννησο και καταφεύγει στην Κέρκυρα, όπου είχε το τιμητικό αξίωμα του ευεργέτη. Οι Κερκυραίοι όμως δεν δέχονται να του δώσουν άσυλο, φοβούμενοι την οργή των Αθηναίων και των Σπαρτιατών. Αναγκάζεται να καταφύγει ικέτης στον Άδμητο, το βασιλιά των Μολοσσών. Ο Άδμητος δέχτηκε την ικεσία κι όταν Αθηναίοι και Σπαρτιάτες του ζήτησαν το Θεμιστοκλή, όχι μόνο αρνήθηκε να τον παραδώσει, αλλά τον φυγάδεψε στο Αιγαίο, στο σημερινό Μακρύγιαλο, με σκοπό τη διαφυγή στον Πέρση βασιλιά, κατά την επιθυμία του ίδιου του Θεμιστοκλή. Το καράβι όμως που τον μετέφερε, λόγω τρικυμίας, αναγκάστηκε να αράξει στη Νάξο και συγκεκριμένα στο στρατόπεδο των Αθηναίων που την πολιορκούσαν. Ο Θεμιστοκλής επειδή φοβήθηκε μήπως πέσει στα χέρια των Αθηναίων, αν και κανείς στο πλοίο δεν γνώριζε την ταυτότητά του, προτίμησε να εκβιάσει τον καπετάνιο, φανερώνοντας το ποιος είναι και λέγοντας ότι θα τον κατηγορήσει πως τον μετέφερε συνειδητά μετά από δωροδοκία. Ο καπετάνιος υποκύπτοντας στον εκβιασμό, κατάφερε να αναχωρήσει το γρηγορότερο και τον αποβίβασε στην Έφεσο. Εκεί, αφού έλαβε τα χρήματα που είχε αφήσει σε φίλους για φύλαξη κι έδωσε γενναία αμοιβή στον καπετάνιο, έστειλε επιστολή στον Αρταξέρξη, γιο του Ξέρξη: «Εγώ, ο Θεμιστοκλής, έχω φτάσει σε σένα. Έχω βλάψει τον οίκο σου περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα, όσον καιρό ήμουν αναγκασμένος να αποκρούω τις εναντίον μου επιθέσεις του πατέρα σου, αλλά και τον έχω ευεργετήσει ακόμη πιο πολύ, όταν, ενώ εγώ ήμουν ασφαλής, εκείνος είχε αρχίσει να υποχωρεί και βρισκόταν σ’ επικίντυνη θέση. Μου χρωστιέται χάρη για ευεργεσίες μου στο παρελθόν (εδώ μνημόνευε πως εκείνος είχε ειδοποιήσει ότι οι Έλληνες θα ‘φευγαν από τη Σαλαμίνα κι ότι εκείνος – πράγμα που ήταν ψέμα – είχε εμποδίσει να καταστραφούν οι γέφυρες στον Ελλήσποντο). Αλλά και σήμερα μπορώ να σου προσφέρω μεγάλες υπηρεσίες και βρίσκομαι εδώ, κυνηγημένος από τους Έλληνες, εξαιτίας της φιλίας μου σ’ εσένα. Επιθυμώ, ύστερα από ένα χρόνο, να σου εξηγήσω ο ίδιος το σκοπό για τον οποίο ήρθα». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 137). Ο Αρταξέρξης τον δέχτηκε και του πρόσφερε μεγάλες τιμές κι αξιώματα «τόσο εξαιτίας της φήμης που κιόλας είχε, όσο κι επειδή καλλιέργησε στο βασιλιά την ελπίδα πως θα μπορούσε να του υποδουλώσει την Ελλάδα, προπάντων όμως επειδή είχε δώσει πολλές αποδείξεις της εξαιρετικής νοημοσύνης του». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 138).

Ο Θεμιστοκλής εμφανίζεται στο έργο του Θουκυδίδη αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, ως ηγετική μορφή, απαράμιλλου κύρους, που μπορούσε να ρυθμίσει όλα τα τεκταινόμενα. Η
Ο Θεμιστοκλής εμφανίζεται στο έργο του Θουκυδίδη αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, ως ηγετική μορφή, απαράμιλλου κύρους, που μπορούσε να ρυθμίσει όλα τα τεκταινόμενα. Η Ακρόπολη της Αθήνας

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε καμιά από τις κατηγορίες εναντίον του Θεμιστοκλή. Υπάρχουν απόψεις ότι ο μηδισμός του ήταν καθαρή συκοφαντία των Σπαρτιατών είτε γιατί τον μισούσαν για τον τρόπο που τους εξαπάτησε με το χτίσιμο των τειχών, είτε γιατί ήθελαν να μετριάσουν την ντροπή του αποδεδειγμένου μηδισμού του Παυσανία. Το σίγουρο είναι ότι αυτά που γράφει ο ίδιος ο Θεμιστοκλής στην επιστολή του προς τον Αρταξέρξη δεν πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη, αφού τα διαψεύδει ο ίδιος ο Θουκυδίδης. Πολλοί τον κατηγόρησαν για την καταφυγή του στον Αρταξέρξη θεωρώντας ότι έπρεπε να θυσιαστεί – έστω και εξαιτίας συκοφαντιών – στο όνομα της πατριωτικής του τιμής. Το βέβαιο είναι ότι, αν και έδωσε υποσχέσεις στον Αρταξέρξη, ποτέ δεν έκανε κάτι που να βλάψει τα ελληνικά συμφέροντα. Ο Θεμιστοκλής παραμένει στην ιστορία, όχι μόνο ως αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που υπόκειται στην κρίση του καθενός, αλλά και ως παγκόσμιο σύμβολο του ιδιοφυούς ηγέτη, που τελικά συντρίβεται μέσα στον κυκεώνα των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Το μόνο που μένει είναι η βαθειά κρίση του ιστορικού: «Ο Θεμιστοκλής, αλήθεια, ήταν προικισμένος απ’ τη φύση με εξαιρετικά χαρίσματα και γι’ αυτό άξιζε, περισσότερο από κάθε άλλον, το μεγαλύτερο θαυμασμό. Χάρη στην έμφυτη οξυδέρκειά του, και χωρίς να ενισχύεται καθόλου ούτε από προηγούμενη μελέτη ούτε από κατοπινή πείρα, ήταν σε θέση και για τα καθημερινά ζητήματα να βρει, σ’ ελάχιστο χρόνο, την καλύτερη λύση και για κείνα που επρόκειτο να συμβούν στο μακρινό μέλλον να κάμει την καλύτερη πρόβλεψη. Είχε την ικανότητα να δίνει σαφείς εξηγήσεις για τις υποθέσεις που κιόλας διαχειριζόταν, αλλά και για κείνες με τις οποίες δεν είχε ακόμη καταπιαστεί ήταν σε θέση να κρίνει σωστά. Το καλό ή το κακό, που κρυβόταν ακόμη στο άγνωστο μέλλον, μπορούσε να το προβλέψει πολύ καθαρά. Συγκεφαλαιωτικά λέω πως, χάρη στα φυσικά του χαρίσματα και στον ελάχιστο χρόνο που χρειαζόταν για να μελετήσει ένα ζήτημα, αναδείχτηκε άριστος στο να αυτοσχεδιάζει σε κάθε περίσταση τα όσα έπρεπε να γίνουν. Πέθανε από αρρώστια. Μερικοί, βέβαια, λένε πως αυτοκτόνησε με δηλητήριο, επειδή κατάλαβε πως δε θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όσα είχε υποσχεθεί στο βασιλιά». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 138).

Θουκυδίδη Ιστορία, μετάφραση Α. Γεωργοπαπαδάκος εκδόσεις ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ – ΠΑΙΔΕΙΑ

Ά έκδοση 1985

http://en.wikipedia.org/wiki/Themistocles

(Εμφανιστηκε 3.002 φορές, 7 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν