19 Σεπτεμβρίου 2013 at 17:36

Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Πειραιάς και οι τεκέδες

από

Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Πειραιάς και οι τεκέδες

Θα σβήσω, πια δε θα ζήσω, δε θ’ αγαπήσω, θα λησμονήσω,

στα καραβοτσακίσματά μου μη γελάς. 

Γράφει ο Δημήτρης Τζήκας

Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε το 1905 στη Σύρο, από γονείς πάμφτωχους. Στην εξαιρετική αυτοβιογραφία που επιμελήθηκε η Αγγελική Βέλλου Καϊλ  διαβάζουμε:

«Εγεννήθηκα στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων στην ωραία Σύρα και συγκεκριμένα σε μια φτωχική συνοικία της Άνω Χώρας ονομαζόμενη Σκαλί το έτος 1905 στις 10 Μαϊου ημέρα Τετάρτη και ώρα Τρίτη πρωϊνή από γονείς πάμφτωχους. Όνομα πατρός Δομένικος, όνομα μητρός Ελπίδα, το γένος Προβελέγγιου. Αγαπήθηκαν και παντρεύθηκαν, δύο φτωχοί. ‘Ηταν η μάνα όμορφη και χαρούμενη. Αστειευόταν, τραγουδούσε όμορφα, όλο ζωή. Ο πατέρας ήταν ένας καλός εργάτης, άτεχνος. Έκανε δουλειές του ποδαριού. Ως πρωτότοκος υιός, αφού ολίγο κατ’ ολίγο εμεγάλωνα, άρχισα ν’ ακολουθώ τον πατέρα μου σε διάφορες δουλειές. Αγαπούσα τον πατέρα μου και τον ακολουθούσα στους κόπους του σαν το σκυλάκι. Ίσως μας συνέδεσε τόσο στενά η γκάιντα του. Ο πατέρας δεν ξέρω από ποιον έμαθε τη γκάιντα. Ξέρω όμως ότι ήτανε τρία αδέλφια και οι τρεις παίζανε τη γκάιντα.»

Σύρα η απάνω χώρα σου με τα πολλά σκαλιά σου:  

syra

Από αριστερά: ένας φίλος του Μάρκου, η αδελφή του Γράτσια με το παιδί της, η αδελφή του Ρόζα, η μητέρα τους Ελπίδα. Το όρθιο παιδί πίσω είναι ο Αργύρης, αδελφός του Μάρκου. Δεύτερος από δεξιά ο Μάρκος σε ηλικία περίπου 40 ετών, και τελευταία δεξιά μια φίλη του.
Από αριστερά: ένας φίλος του Μάρκου, η αδελφή του Γράτσια με το παιδί της, η αδελφή του Ρόζα, η μητέρα τους Ελπίδα. Το όρθιο παιδί πίσω είναι ο Αργύρης, αδελφός του Μάρκου. Δεύτερος από δεξιά ο Μάρκος σε ηλικία περίπου 40 ετών, και τελευταία δεξιά μια φίλη του.

Δώδεκα χρονών, έπειτα από μια μάλλον ασήμαντη παιδική αταξία που έκανε, νομίζοντας ότι τον αναζητούσε η αστυνομία, ο Μάρκος φτάνει στον Πειραιά (1917) και φιλοξενείται σε μια θεία του. Κάποια στιγμή, βρίσκεται ανάμεσα σε πατριώτες του Φραγκοσυριανούς και πιάνει αρχικά δουλειά μαζί τους ως γαιανθρακεργάτης, σε συνθήκες πολύ δύσκολες.  Δούλευε με τον τόνο  και κέρδιζε είκοσι, σαράντα δραχμές μεροκάματο:

«Όταν έφυγα από τη Σύρα και ήρθα στον Πειραιά, έμεινα σε μια θεία μου που τη λέγανε Ειρήνη Αλτουβά, στην οδόν Φωτίου Κορυτσάς, τέρμα στα Ταμπούρια.[…]. Κατάκοπος κάθε βράδυ, εκοιμόμουνα με δύο κουβέρτες στο πά­τωμα της θείας μου, και φαινόμουνα και βάρος, μολονότι της έδινα εξήντα δραχμές τη βδομάδα. Με τάιζε και μ’ έπλενε. Από τις υπόλοιπες έστελνα στη μανά μου όσες μπορούσα. Δεν ήμουνα και σπάταλος ακόμη. Ως μικρός, και στο καφενείο στη ζού­λα εχωνόμουνα. Εκεί εγνώρισα κάτι πατριώτες μου Φραγκοσυριανούς. Αν και μικρός, το βραδάκι στο καφενείο τους γνώρισα, και συναναστράφηκα μαζί τους. Αυτοί, ήταν κι αυτοί γαιανθρακεργάτες. Τους παρεκάλεσα και με πήραν μαζί τους, αν και μικρός, επειδή γνωρίζανε τον πατέρα μου. Με αυτή τη σκληρή δουλειά που έκανα, δεκαπέντε χρονών να κουβαλώ ζεμπίλι στην πλάτη με τα κάρβουνα, εκέρδιζα είκοσι, σαράντα δραχμές γιατί εδουλεύαμε με τον τόνο. Τότες μου φάνηκε και μένα πως πλούτισα, και για πρώτη φορά αγόρασα κι έβαλα παπούτσια στο ποδάρι μου. Ως τότε από την ξυπολισά είχανε κάνει οι πατούσες μου σχισίματα.»

Φτώχεια που σέρνεις πάντοτε τον πόνο και τη θλίψη
αρρώστιες, βάσανα, καημούς, τέτοια ζωή να λείψει:

 ftoxia

Μάρκος Βαμβακάρης – Αυτοβιογραφία. Συγγραφέας: Αγγελική Βέλλου Κάιλ Εκδόσεις Παπαζήσης, 1978
Μάρκος Βαμβακάρης – Αυτοβιογραφία. Συγγραφέας:
Αγγελική Βέλλου Κάιλ Εκδόσεις Παπαζήσης, 1978

Βαρύς και ολιγόλογος (για να μου πάρεις κουβέντα πέρναγε και μία ώρα) ο Μάρκος γράφει απλά και ρεαλιστικά για τα ήθη των ανθρώπων του μεσοπολέμου. Η ματιά του μάγκα της εποχής είναι βεβαίως υποκειμενική, οι πληροφορίες ωστόσο που αναφέρει είναι αυθεντικές και συχνά εκπλήσσουν με τις λεπτομέρειές τους. Ο «Φράγκος», όπως τον έλεγαν οι φίλοι, έζησε και εργάστηκε στον Πειραιά ως καρβουνιάρης, χαμάλης, χασάπης και μουσικός για πολλά χρόνια. Θέλοντας να γράψει την ιστορία του όπως τράβηξε η καρδιά του, αναφέρεται συχνά στα βάσανα και τους καημούς των ανθρώπων της βιοπάλης, στα επαγγέλματα που έκανε, στους εργάτες, τις γυναίκες, το χασίσι και τους τεκέδες. Για βιοποριστικούς λόγους, όλη η οικογένεια μετακομίζει στον Πειραιά και ο Βαμβακάρης  δουλεύει μαζί με τον πατέρα του: «Εννιά μήνες μετά τον ερχομό μου στον Πειραιά ήρθε και ολόκληρη η οικογένεια μου στον Πειραιά, και μέναμε όλοι μαζί στα Ταμπούρια. Ο πατέρας αμέσως έπιασε δουλειά μαζί μου στο κάρ­βουνο. Βολευόμαστε οικονομικά.»

Όλες τις τέχνες που `κανα ακούστε που τις λέω
τις γράφω και σαν θυμηθώ μου `ρχεται για να κλαίω
όλες τις τέχνες που `κανες μα μια δεν έχεις κάνει
εμένα που μ’ αγάπησες δε μου `βαλες στεφάνι:

polytexnitis

Πειραιάς εδώ. Λιμάνι

Η μάνα του, που ήξερε ότι ήταν παιδί ζωηρό και ατίθασο  (ήμουν όμως εγώ και σκληρός και γλωσσάς συνάμα), ανησυχεί δικαιολογημένα  μην πάρει μεγαλύτερο κακό δρόμο. Ο κόσμος εκεί ήταν αλητεμένος:

«Τα γράμματα από το σπίτι μου πηγαινοερχόντουσαν σε μένα και στη θειά μου, την οποία η μάνα μου παρακαλούσε να με προσέχει, για να μην πάρω μεγαλύτερο κακό δρόμο. Είχα αρχίσει πια να εί­μαι παλικαράκι. Έπιασα διάφορους φίλους, της γειτονιάς τα παιδιά. Πειραιάς εδώ. Λιμάνι. Ο κόσμος αλητεμένος. Τα παιδιά άλλος έπαιζε χαρτιά, άλλος γύριζε στις γυναίκες, άλλος κάπνιζε. Αρχί­νησα και γω να καπνίζω στου Φωκά. Τότες ο κόσμος, χωρίς εμπόδιο από κανέναν, τρεις μέρες κράτη­ση μοναχά για όποιον πιάνανε να φουμάρει, κάπνιζε χασίσι εύκολα, χωρίς να νιώθει πως τον πειράζει. Το χασίσι ερχόταν από την Τουρκία λαθραίο. Υπήρχε και στην Ελλάδα, κατώτερης ποιότη­τος. Όσοι εργαζόντουσαν στα λιμάνια απόκτησαν τη συνήθειας και τη διέδωσαν στους χαμάληδες, απλούς εργάτες, και σ’ όποιον αποζητούσε να ξεχνά.»

Ρεμπέτες στον Πειραιά (1933). Αριστερά Μάρκος Βαμβακάρης με μπουζούκι, στη μέση ο Γιώργος Μπάτης με την κιθάρα.
Ρεμπέτες στον Πειραιά (1933). Αριστερά Μάρκος Βαμβακάρης με μπουζούκι, στη μέση ο Γιώργος Μπάτης με την κιθάρα.

Παρά τις γκρίνιες και τη στενοχώρια των δικών του, ο Μάρκος γνωρίζει διάφορους τύπους και αρχίζει να κάνει τακτικά παρέα μαζί τους. Στη Ζέα  η κλεψιά βούιζε :

«Το λοιπόν εκεί είπαμε βρισκόμαστε στη βρωμολίμνη, τη Ζέα δηλαδή. Εκεί βούιζε η κλεψιά, ήτανε οι παπατζήδες, οι πορτοφολάδες, οι λαχανάδες κι οι χασικλήδες κι οι διάφοροι, οι μάγκες, οι εγκληματίες και τα κουτσαβάκια. Αφού εγνώρισα αρκετούς τέτοιους φίλους οι οποίοι ήτανε και καλοί και κακοί μαζί, αρχίνισα με τους πιο καλούς να κάνω και συχνή παρέα. Η παρέα έφερε τις αταξίες εκείνου του καιρού. Ό,τι έβλεπα από τους άλλους το έκανα κι εγώ.  Σιγά, σιγά, σκαλί, σκαλί, πήρα τον κατήφορο. Άρχισα να πηγαίνω κι εγώ στους τεκέδες. Στο μεταξύ ο πατέρας μου, που τον έτρωγε το μεράκι για το κατρακύλισμά μου και η μάνα μου η κακομοίρα που ήθελε πάντα το καλό μου όλο γκρίνιαζαν. Εγώ δεν άκουγα τίποτες».

Οι πρόσφυγες

Με το μπουζούκι και τη σύνθεση ο Μάρκος καταπιάνεται αργότερα. Δουλεύει ως εργάτης (άλφα εργάτης) μαζί με χιλιάδες ξεσπιτωμένους της εποχής του μεσοπολέμου, οι οποίοι συνέρρεαν στο λιμάνι του Πειραιά, κυριολεκτικά κάθε καρυδιάς καρύδι. Έχει προηγηθεί η μαζική προλεταριοποίηση των αγροτικών ναυτικών πληθυσμών στη Σύρο, με την έκρηξη της εμπορευματικής βιοτεχνικής οικονομίας προς τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ μετά το 1922 στο λιμάνι έρχονται καραβιές εξαθλιωμένοι Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρασία. Κι ενώ οι ταλαιπωρημένοι «αλύτρωτοι αδελφοί» γαμιόντουσαν να βρούνε το ψωμί τους, οι ντόπιοι  Έλληνες κοίταζαν πώς να τους κλέψουν:

«Έμενε ο κόσμος εκεί στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη κατεστραμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή μεγάλη παιδί μου….. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δε λέγεται. Ατιμαστήκανε γινήκανε χάλια, χάλια, χάλια…… και εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε γαμιόντουσαν , κάνανε χίλια δύο να βρίσκουν το ψωμί τους, μέχρι που να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε έξι παιδιά και κορίτσια , άλλα άρπαγε ένας από δω, άλλα άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου.»

«Και οι ντόπιοι δεν τους βλέπανε με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε ρε από εδώ. Πηγαίνετε παραπέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήτανε εδώ πέρα. Ν’ αρπάξουνε ότι είχαν. Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουν. Απατεώνες.»

Προσφυγοπούλα μου γλυκειά απ’ τη Μικρά Ασία:

prosfygopoyla

Η σκληρή ζωή του εργάτη

Διαφημιστική αφίσα του 1936 που αναγγέλλει τις εμφανίσεις της "Τετράδος" στην Κοκκινιά. (Από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Ρεμπέτικα τραγούδια»)
Διαφημιστική αφίσα του 1936 που αναγγέλλει τις εμφανίσεις της «Τετράδος» στην Κοκκινιά.
(Από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «Ρεμπέτικα τραγούδια»)

Κάποια στιγμή, ο Μάρκος παρατάει το κάρβουνο και πιάνει δουλειά ως φορτοεκφορτωτής (τι χαμάλης, χαμάλαρος!) στο τελωνείο, δίπλα σε κάτι γερούς άντρεςΑούτηδες, κάτι Μυκονιάτιδες, κάτι Σαντορινοί και κάτι Ασίντηδες:

«Στο τελωνείο ήταν ανθρώποι που παίρνανε ογδόντα δραχμές μεροκάματο, κι ήταν ανθρώποι που παίρναν εκατόν είκοσι δραχμές μεροκάματο. Λοιπόν αυτοί ήταν ξεχωριστή παρέα, γεροί άνδρες όπως ήμουνα και γω. Κάτι Αούτηδες, κάτι Μυκονιάτιδες, κάτι Σαντορινοί και κάτι Ασίντηδες και γω μέσα ως Συριανός, παιδί ε; Εί­χαν έρθει εν τω μεταξύ οι πρόσφυγες. Και εκουβαλάγαμε με τη χαμαλίκα πράματα βαριά. Χαμαλίκα είναι ένα πράμα σα στρωμάτσα που το βάζαμε στην πλάτη, περνούσε από τις μασχάλες, για να μη μας κόβουνε τα βάρη. Ενώ οι άλλοι που δουλεύανε στις μαούνες βγάζανε ζάχαρες, ρύζια, αλεύρια, πιο αλαφρά, και επαίρνανε ογδόντα δραχμές. Δουλεύαμε από τις οχτώ το πρωί μέχρι δύο, τρεις, δρόμο.» […]

Στα Ταμπούρια, όχι μόνον μυήθηκε στη σκληρή ζωή του εργάτη στον Περαία, αλλά αγάπησε και παντρεύτηκε την πρώτη του παντρειά, έγινε αρκοολικός και στο χασίσι, μα το πιο σπουδαίο απ’ όλα ξεμυαλίστηκε με το όργανο αυτό, το μπουζούκι.

Οι τεκέδες

Η πρώτη φορά

Στα δεκαεφτά του, πηγαίνει πρώτη φορά σε τεκέ μαζί με άλλους μεγαλύτερους φίλους. Η εμπειρία (στα ίσα ναργιλέ) είναι απογοητευτική αλλά ο Μάρκος συνέχισε να φουμάρει:

«Η πρώτη φορά που βρέθηκα στον τεκέ και πού έκρινε τη ζωή μου. Βρέθηκα σε μια παρέα με φίλους, στα Αθάνατα του Αι Γιωργιού, πλάι στην Ανάσταση, ο ένας ο Αντώνης ο αραμπατζής, ο άλλος ο Μήτσος ο καραβομαραγκός, ο άλλος ο Βασίλης ο κουλός, λιμενεργάτης. Αυτοί ήταν μεγάλοι σαράντα, τριάντα πέντε χρονών, χασικλήδες. Πήγαν στον τεκέ και με πήραν μαζί τους. Αυτοί με πήραν στο λαιμό τους και μου έδωσαν το πρώτο μαύρο. Στα ίσα ναργιλέ. Για πρώτη φορά είχα πολύ ζαλιστεί, βούρκωσαν τα μάτια μου, αρχίνισα τον εμετό, έβηχα πάρα πολύ κι ένιωσα σα να γύριζε ο κόσμος σβούρα. Ήταν αδύνατο να κουνηθώ απ’ τη θέση μου. Μου χύνανε νερό να συνέλθω, μου δίνανε λεμόνι ξυνό να φάω. Ήμουνα δεκαεφτά δεκαοχτώ χρονώ. […] Πέρναγε ο καιρός με τη μαστούρα και αργά ο καθένας πήγαινε για το σπίτι του, και το πρωί πάλι στη δουλειά.»

Λίγο πριν παρουσιαστεί στο στρατό (όπου επέδειξε ροπή προς το απουσιάζειν), μαγεύεται (με αιχμαλώτισε το όργανο) και αρχίζει να περιφέρεται στους τεκέδες, χωρίς όμως να παίζει ακόμα για να κονομήσει. Τότε σταματάει να εργάζεται ως εκδορεύς στα σφαγεία του Πειραιά και ορκίζεται να μάθει μπουζούκι ή να κόψει τα χέρια του με την τσατίρα (σ.σ. τη μαχαίρα):

«Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924 ή αρχή το 25, άκουσα κατά τύχη το μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι του, το όποιον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκκαλα στο μαγαζί. Λογάριασα τον όρκο μου ιερό και απαράγραπτο. Τέτοιο πράμα, τέτοιο όργανο είναι, είπα από μέσα μου, αυτό το μπουζούκι. Και αρχινάει το μαρτύριο της οικογένειας, του  πατέρα και της μάνας μου. Σταμάτησα τότες κάθε δουλειά. Αν και δούλευα τότες εκδορεύς στα σφαγεία του Πειραιώς, δεν πήγαινα  για δουλειά, ούτε τίποτες. Τίποτες. Η δουλειά μου ήτανε μόνο το μπουζούκι και χασίσι. Και έκτοτε με αιχμαλώτισε το όργανο. Τίποτε άλλο δεν ήταν για μένα στον κόσμο.»

Είμαι αλανιάρης

Στα δεκαεννιά του, γίνεται αγαπητικός και κουτσαβάκης στο μπορντέλο μιας Ειρήνης απ΄τη Σύμη κι έχει την πρώτη ερωτική επαφή:

«Δεκαεννιά χρονών έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης απ’ τη Σύμη. Ήτανε στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων, η πρώτη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη είκοσι εφτά, είκοσι οχτώ χρονών, μου ‘δινε και λεφτά και κουστούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισα την Ζιγκοάλα, και την απαράτησα. Όμως και μετά τον γάμο μου, πηγαίναμε, εγώ αν και νιόπαντρος, σε κοινές γυναίκες που ακμάζανε τότες στα Βούρλα. Εκεί έκανα και γω τον κουτσαβάκη. Ήμουνα κι αγαπητικός. Ό,τι έβλεπα από τους άλλους έκανα και γω. Σιγά σιγά, σκαλί σκαλί, πήρα τον κατήφορο. Άρχισα να πηγαίνω και γω στους τεκέδες. Αφού τα γύρισα όλα αυτά και τα ξεσκόνισα, όλους τους τεκέδες του Πειραιώς και των Αθηνών και των περιχώρων, κι όπου ύπαρχε τεκές, κύλαγα στο βούρκο, όπως κυλιόντουσαν όλοι. Ήμουν ένας σωστός μάγκας κι ένας φίνος χασικλής και δεν είχα ταίρι.»

Είμαι αλανιάρης στους δρόμους τριγυρίζω

κι απ’ την πολλή μαστούρα μου το νου μου δεν ορίζω:

alaniaris

Ο Μάρκος μιλάει αναλυτικά για τα  καταστήματα της εποχής και το φρόνημα των ανθρώπων που φουμέρνανε. Οι μάγκες ήτανε και καλοί και κακοί, κι αυτό που κυρίως τους ενδιέφερε ήταν καλό πράμα, ησυχία και να μην έχουν νταραβέρια με την Αστυνομία:

«Εκείνο που κυνηγούσαν οι μάγκες ήταν καλό πράμα να έχουν να φουμάρουν και ησυχία απόλυτη από όλους, μα ιδιαίτερα από την αστυνομία. Να φουμάρουνε ναργιλέ γιαβάσικο, δηλαδή ήσυχα, ωραία, όμορφα, όχι άψε σβήσε. Στο βουνό, στις σπηλιές. Πηγαίνανε σε μια σπηλιά και καθόντουσαν εκεί και είχανε κρυμμένο αργιλέ και πηγαίναν οι μάγκες και φουμέρνανε. Δεν είχε τεκετζή εκεί. Ο καθένας έπαιρνε μαύρο και τουμπεκί και καθότανε εκεί, φούμερνε τον ναργιλέ. Μερικές φορές φέρναν και νερό γιατί δεν είχε νερό στο βουνό. Νερό να μη πνιγεί και κανένας και για τον αργιλέ.»

 Το εσωτερικό του κανονικού τεκέ ήταν συνήθως απλό και απέριττο: «Κάτω, αλλού είχε χώμα, αλλού σανίδια αλλά περισσότερο χώμα, γιατί κάπου κάπου επετάζαμε και κανένα ζαφείρι. Είχαμε δε εκεί, μπροστά εκεί στο λουλά, το μαγκάλι με τις φωτιές. Από διάφορα καρβουνάκια, από καρύδια, από αμύγδαλα, από θυμάρια τού βουνού.»

Οἱ ἐρωτευμένοι χρησιμοποιοῦν ὁλόχρυσα λόγια, λόγια ποὺ καῖνε, ἂν καὶ ἡ ἀγάπη νιώθεται καὶ δὲν τὴν ἀποδεικνύουν. Οἱ ἐρωτευμένοι ἐκφράζονται μὲ ὑπερβολὲς γιατὶ διαβιοῦν ἐν ὑπερβολαῖς. Ὅσο κι ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει βουνὸ τὴν καρδιὰ ἀδυνατεῖ νὰ ἀγαπήσει πολλὲς φορὲς στὴ ζωή του. Ὁ ἔρως εἶναι ἕνας γλυκόπικρος ἐφιάλτης, σάβανο τῶν ζωντανῶν, φονεὺς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπὸς πουλιῶν, ἐλευθερωτής. Τέτοιους ἔρωτες ψάλλουν τ” ἀδέρφια μου, οἱ ἔσχατοι ρεμπέτες.

Ηλίας Πετρόπουλος, Λόγος ἐπικήδειος δια τα παλαιά ἄγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια

Απαγορεύεται

Όσοι γνώριζαν και βαστούσαν τα κότσια τους πήγαιναν στο Απαγορεύεται, ένα μέρος απόκρυφο με φυσική πηγή νερού:

«Λοιπόν, εκεί στο Απαγορεύεται υπήρχε ένα απόκρημνο μέρος, το οποίο κατεβαίναμε κάτω και πηγαίναμε και φουμέρναμε, διάφοροι, πολύς κόσμος. Πολύ πηγαίναν οι χασικλήδες εκεί, για πιο ησυχία, για να μη μας κυνηγάει η αστυνομία. Εκεί υπήρχε ένα νερό, το οποίο το πηγαδάκι αυτό ήτανε λιγάκι γλυφό. Λιγάκι νερό, ήτανε μέτζο να πούμε, μισό μισό, και γλυκό και γλυφό. Και πλέναμε και τα τουμπεκιά και τις τζούρες που παίρναμε απ’ τα καφενεία, βάζαμε νερό στον αργιλέ. Όταν κατεβαίναμε στη σπηλιά για να φουμάρουμε, ήτανε πολύ απόκρημνο το κατέβασμα. Όποιος κι όποιος δεν μπορούσε να κατέβει, ειμή μόνον όσοι πηγαίναμε εκεί και αράζαμε.»

Εκτός από τις κρυφές σπηλιές, υπήρχαν κι άλλες επιλογές, όπως ο άμεμπτος τεκές του Γραβαρά στο Μενίδι, ο οποίος σερβίριζε και γλυκάκι, να γλυκάνει ο στόμας σου:

«Τεκές πραγματικός και κανονικός ήταν του Γραβαρά στο Μενίδι, ο οποίος ήταν άμεμπτος τεκές, ωραία σάλα, ωραίο μαγαζί. Μέσα είχε το παν. Ότι θα ζητούσες θα το ‘βρισκες. Μέσα είχε μια κάμαρα και φουμέρναμε και μετά βγαίναμε και καθόμαστε στη σάλα. Κατόπι απ το μαστούρωμα, το γλυκό ήταν ότι έπρεπε. Κανένα μπακλαβά, κανένα καταίφι, γλύκαινε ο στόμας σου. Όλοι αυτοί οι τεκετζήδες φουμέρνανε. Εκαθότανε κι έκανε δυό, τρεις, πέντε ναργιλέδες, μαστούρωνε κι αυτός.»

Ή το εξευγενισμένο  μαγαζί του Μίχαλου στα Χιώτικα, για χασικλήδες λεφτάδες και πρώτης τάξεως:

«Το ίδιο ήτανε και του Μίχαλου, στα Χιώτικα. Μια παραγκούλα με διάφορα μικρά παραγκάκια εκεί όπου έμενε και αυτός μέσα με την γυναίκα του. Κάπως διαφορετικό, πιο εξευγενισμένο πάλι. Εκεί ερχόντουσαν οι πρώτης τάξεως χασικλήδες, δηλαδή οι πιο σοβαροί, οι πιο καλοντυμένοι, οι πιο λεφτάδες, οι πιο κουτσαβάκηδες, εννοώ τα παλικάρια δηλαδή, ησυχότατοι καί αυτοί, δουλεύανε σε δουλειές. Οι εργαζόμενοι. Καλοί αθρώποι.

Εφουμέρναμε ένα βράδυ:

efoymername

Οι φουκαράδες κι όσοι δεν είχαν πολλά λεφτά πήγαιναν στον τεκέ του Σάλωνα:

«Ο Σάλωνας ήταν πάντοτε ντυμένος πολύ καλά. Με τα δαχτυλίδια του, με το κουστούμι του. Κύριος. Αυτός ήταν μάλλον από τη Σαλονίκη… Από καλές οικογένειες άνθρωποι ήτανε. […] Τα ίδια ήταν κι ο Μίχαλος. Στου Μίχαλου πηγαίνανε οι πιο φίνοι μάγκες. Στου Σάλωνα πηγαίνανε οι πιο φουκαράδες ενώ στου Μίχαλου οι πιο λεφτάδες, οι πιο ντερβίσηδες οι πιο καλοί.  Όλα αυτά που τα συζητάμε, από το τριάντα μέχρι το σαράντα. Και στην πείνα υπήρχανε. Στην κατοχή ευρισκότανε χασίσι και μάλιστα πιο αβέρτα πουλιότανε. Οι μάγκες στον τεκέ θέλανε απόλυτη ησυχία να μαστουριάσουν να ονειρεύονται. Στον τεκέ θα μπεις μέσα θα κάτσεις ήσυχα και φρόνιμα αμίλητος, όχι και μουγγός, αλλά πάντως άκρα ησυχία.»

Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί

και πάω να φουμάρω

μες στον τεκέ του Μίχαλου

που ‘χει το σύρμα μαύρο:

xarmanis

Αντιλαλούν οι φυλακές

Αυτό το διάστημα εμφανίζεται στην Ανάσταση του Πειραιώς, μαζί με τον Μπάτη, τον  Ανέστο, και τον Στράτο:

«Έπαιξα για πρώτη φορά στην Ανάσταση του Πειραιώς. Υπάρχει ακόμα. Στη σημερινή Ευγενία. Είναι πιο πέρα απ’ τον Άγιο Διονύση. Αυτό έγινε το 1934 – 35. Εκεί είχε ένα μαγαζάκι, μια παράγκα με ξύλα ο Κωνσταντόπουλος. Εκεί έπαιζα εγώ, ο Μπάτης, ο Ανέστος, ο Στράτος. Επαίζαμε εκεί πέντε έξι μήνες. Και εκεί εμαζευόντανε ένας άπειρος κόσμος, πολύς. Δεν μπορούσες να περπατήσεις από τον κόσμο. Εκεί εσεργιανούσε όλος ο κόσμος. Ερχόντουσαν πολλοί από διάφορα μέρη, δηλαδή από την Αθήνα και απ’ όλες τις συνοικίες, από τις επαρχίες, και εκαθόντουσαν και εγλεντούσαν. Δηλαδή ήταν η πρώτη φορά πού έγινε αυτό στον Πειραιά με τη λαϊκή ορχήστρα. Ήταν για πρώτη φορά ε; Μεγάλη δουλειά. Εκεί ελανσάρισα το Αντιλαλούν οι φυλακές..»

Αντιλαλούν οι φυλακές τ’ Ανάπλι και Γεντί Κουλές.

Αντιλαλούν τα σήμαντρα Συγγρού και Παραπήγματα.

Επίσης τότε ελανσάρισε ο Βαμαβακάρης και το Κάντονε Σταύρ0, κάντονε, το Μ’ έκαψες τσαχπίνα μου ωραία, το Μια γαλανομάτα μια τρελλή τσαχπίνα και άλλα, πάνω από είκοσι εικοσιπέντε τραγούδια. 

Οι μαύροι

Τα μπλεξίματα με την Αστυνομία δεν έλειπαν ποτέ. Αν και ο Βαμβακάρης δεν εξέτισε ποτέ πολύμηνη φυλάκιση, βρέθηκε συχνά στα κρατητήρια και το πλημμελειοδικείο. Κάτι ξυλιές, κάτι κλωτσιές και δυο τρεις μέρες κράτηση ήταν η συνηθισμένη ποινή. Οι ένοχοι περπατούσαν δεμένοι στην παραλία, με τον αργιλέ και τα καλάμια στα χέρια:

«Μια μέρα, με τσακώνουνε μέσα στον τεκέ του Σωτηράκη με πέντε άλλους και μου δίνουνε τον άργιλε και τα καλάμια και τα χασίσια και τα τουμπεκιά στα χέρια, και δεμένον με περνούσαν, μαζί με τους άλλους, απ’ την παραλία του Πειραιώς, της Ζέας, και μας πηγαίνανε για το τρίτο πού ήταν στην οδό Ρετσίνα. Κάτι ξυλιές, κάτι κλωτσιές, και την άλλη μέρα για το πλημμελειοδικείο. Τότε μας έδινε δυο τρεις μέρες κράτηση, και όσες φορές κι αν μας πιάνανε το ίδιο. Για μένα είναι σταθμός όμως αυτή η περιπέτεια. Για πρώτη φορά κρατητήρια, δικαστήρια, αποτυπώματα.»

Χτες το βράδυ στο σκοτάδι με στριμώξανε δυο μαύροι:

mavroi

Η συνέχεια ήταν επίσης συνηθισμένη: «Μόλις βγήκαμε, τρέξαμε να βρούμε ναργιλέ. Άρχισε και μπήκαν στην ζωή μου και οι συλλήψεις πια τακτικές. Πώς να μην απελπιζόταν ο πατέρας μου;»

Ο Γιώργος Μπάτης με τον Μάρκο Βαμβακάρη
Ο Γιώργος Μπάτης με τον Μάρκο Βαμβακάρη

Ο πόνος του πρεζάκια

Όπως είναι γνωστό, οι χασικλήδες απέφευγαν συστηματικά τους χρήστες σκληρών ναρκωτικών ουσιών, τους πρεζάκηδες. Ο Μάρκος και η παρέα κάνουν πέρα τον σπουδαίο ρεμπέτη Ανέστο Δελιά, ο οποίος είχε μπλέξει με μια γυναίκα ονόματι Σκολαρικού και το ‘χε ρίξει στην πρέζα:

«Όταν ο Ανέστος έφυγε από κοντά μας και έγινε πρεζάκιας, εμείς τότε δεν τον εζυγώναμε. Μια φορά τον επείσαμε και ήρθε μαζί μας και τον εφυλάγαμε να μη μας φύγει, διότι κάθε βράδυ έρχονταν μια γυναίκα ονόματι Σκολαρικού, η οποία και τον είχε μάθει. Αυτή ήτανε στα μπουρντέλα, όχι καλής διαγωγής. Πόσα μέσα εκάναμε αλλά δυστυχώς δεν άκουε κανένα. Έγινε πολύ ελεεινός, τον οποίον αρχίσαμε και όταν τον εβλέπαμε να τον αποφεύγουμε διότι δεν ημπορούσαμε να μας βλέπει η Ασφάλεια με αυτόν να έχουμε πάρε δώσε. Ήταν η εποχή πού όλοι είχανε πέσει, οι καλύτεροι μυστικοί του κόσμου, στην πρέζα, προπαντός στην Ελλάδα. Απ’ την πρέζα πέθανε αυτός, με τη Σκολαρικού. Και οι δυο επέσανε με τη μούρη σ’ αυτό, γυναίκα και άντρας, και πέθανε στον αποκλεισμό. Στο σαραντατρίο τον βρήκανε χάμω. Πέθανε από την πείνα, έπινε και πρέζα και πέθανε. Αυτό ήτανε το τέλος αυτουνού. Ακριβώς όπως το είπε σ’ ένα τραγούδι:

Απ’ τον καιρό που άρχισα την πρέζα να φουμάρω

ο κόσμος μ’ απαρνήθηκε δεν ξέρω τι να κάνω.

prezakias

Θεός σχωρέστον. Καλό παιδί ήταν μαζί μας, καλό, όμορφο, εντάξει παιδί.

Ένα βράδυ ο Μάρκος, ψωνισμένος από τον αργιλέ και σε άθλια κατάσταση (δεν μπορούσα όρθιος να σταθώ), μπουσουλώντας στα τέσσερα, πλησιάζει για παρηγοριά μια παρέα πρόσφυγες στα Ταμπούρια, οι οποίοι είχανε δικό τους νταραβέρι. Εκείνοι φοβούνται μήπως είναι αστυνομικός: «Μόλις με είδανε φοβηθήκανε μήπως ήμουνα αστυνομικός ή τι άλλο παράξενο ήμουν. Μετά με γνωρίσανε ότι είμαι μαστούρης και την έχω ψωνίσει, γιατί όταν επάθαινες κανένα τέτοιο πράμα, λέγανε οι μάγκες την ψώνισε. Και πραγματικώς δηλαδή σαν τρελλός. Τώρα λογάριασε να σέρνομαι από κει και να φτύνω και να βγάζω σάλια, και πού να σηκώσω το κεφάλι. Όχι. Εκεί, κάτω. Να μη σηκώσω το κεφάλι και κάνω εμμετό δηλαδή. Σε ελεεινή κατάσταση.»

Η παρέα δεν είναι βέβαιον ότι εμπνέει εμπιστοσύνη, αλλά ο Μάρκος δεν είναι καν σε θέση να κουνηθεί:

«Ανάμεσα σ’ αυτούς ήτανε και κλέφτες ήτανε και πορτοφολάδες. Διάφοροι. Σμυρνιοί να πούμε. Ήτανε όμως και μέσα ένας Μπουντρούμης ονομαζόμενος, ο οποίος ήτανε ο πιο νταής απ’ όλους τους πρόσφυγες αυτός. Ήτανε πολύ κουτσαβάκης και πολύ παλικάρι και φίνος μάγκας αυτός. Τον εσκότωσε η ασφάλεια του Πειραιώς στα Χιώτικα. Εσκότωσε, τραυμάτισε κι ύστερα έπεσε. Αυτό έγινε προπολεμικά. Τότε τον εσκότωσε. Δηλαδή αυτός ήτανε μάγκας με όλη τη σημασία της λέξεως. Δεν επείραζε άνθρωπο. Και είχε δε και γκόμενα αυτήνα την Πακουή την Αρμένισσα που εχόρευε. Την είχε αυτός, είχε κάνει και παιδί μαζί της.»

Ένας ελεεινός τύπος προτείνει να τον γδύσουν και να τον ληστέψουν:

«Εγώ μόλις τους ζύγωσα, ξαπλώθηκα εκεί κοντά τους και έκανα εμμετό. Εκεί νύσταξα. Όμως φοβόμουν να κοιμηθώ γιατί δεν ήξερα τι μπορούσε να γίνει. Εν τω μεταξύ, ακούω έναν απ’ αυτούς, και λέει στους άλλους. Δεν τον γδύνουμε, τα ρούχα και τα παπούτσια του είναι καινούργια. Φορούσα ρολόι και δακτυλίδι. Και να με γδύνανε δεν είχα δύναμη ν’ αντισταθώ. Τα ’κουγα όμως ότι λέγανε. Αυτός που είπε αυτή την κουβέντα ήταν ένας ελεεινός τύπος. Τον γνώρισα ύστερα.

Για καλή του τύχη, ο Μπουντρούμης επεμβαίνει, σώζοντας την αξιοπρέπεια και το κουστούμι του Μάρκου:

«Εκείνη την ώρα, σηκώνεται ο Μπουντρούμης, και του λέει επί λέξει. Βρε πούστη, παλιοκαργιόλη, ήθελες να ήσουνα στη θέση αυτουνού εσύ και να σου ξηγιόντουσαν έτσι; Όποιος το κάνει θα του βγάλω το μάτι. Φαίνεται ότι ο τύπος αυτός εισακουγότανε σε όλους και του λένε Νικολάκη εν τάξει. Κι έπαψε κάθε συζήτηση.»

«Τότες λοιπόν σ’ εκείνη τη γούβα εκείνη τη βραδιά, αφού φουμάρανε αυτοί και φύγανε, έμεινα μόνος. Εκοιμήθηκα στο χώμα και κατά τις δωδεκάμισι μία συνήλθα και τράβηξα για το σπίτι μου σε κακά χάλια. Η μάνα έκλαιγε. Η γυναίκα γκρίνιαζε. Δεν μου ’δινε την εντύπωση ότι με λυπάται στ’ αλήθεια:

Βάσανα πίκρες φαρμάκια, καραβοτσακίσματα

σαν το βράχο που τον δέρνουν της θάλασσας τα κύματα:

karavotsakismata

Τότες ήταν η πρώτη φορά που έπαθα τέτοιο κακό απ’ τον αργιλέ.»

(Εμφανιστηκε 3.616 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν