30 Μαΐου 2013 at 16:02

Ο Γεώργιος Βιζυηνός και τα ανεκπλήρωτα ταξίδια

από

Ο Γεώργιος Βιζυηνός και τα ανεκπλήρωτα ταξίδια

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Οι Γενίτσαροι, ή γιανίσαροι (ΔΦΑ: jăn'isâr, Οθωμαν. Τουρκ. يڭيچرى, γενίσερι, «νέος στρατιώτης»), ήταν επίλεκτα σώματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αρχικά συγκροτούνταν από αιχμαλώτους πολέμου και παιδιά χριστιανικών οικογενειών που εξαναγκάζονταν από μικρή ηλικία σε στρατιωτική υπηρεσία.
Οι Γενίτσαροι, ή γιανίσαροι (ΔΦΑ: jăn’isâr, Οθωμαν. Τουρκ. يڭيچرى, γενίσερι, «νέος στρατιώτης»), ήταν επίλεκτα σώματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αρχικά συγκροτούνταν από αιχμαλώτους πολέμου και παιδιά χριστιανικών οικογενειών που εξαναγκάζονταν από μικρή ηλικία σε στρατιωτική υπηρεσία.

Το αφήγημα του Βιζυηνού «Το Μόνον της Ζωής του Ταξείδιον» αποτελεί ιστορικό σταθμό στη λογοτεχνική παραγωγή της χώρας, όχι μόνο για τη λεπτή ισορροπία του λόγου, που λειτουργεί ως ανεξάντλητη γλωσσική κληρονομιά, ούτε για την ανατολίτικη λαογραφία του παλατιού με τις βασιλοπούλες που ερωτεύονται ραφτόπουλα, τους ευνούχους, τα αρώματα από την Ινδία, το χαρέμι και τους Αιθίοπες φρουρούς, ούτε για τις εικόνες της ραπτικής παιδαγωγικής με την βουβή μαστόρισσα «δηλαδή την παρά το πλευρόν του μαστόρου μου κειμένην πήχην», ούτε για την παράπλευρη ιστορική πλαισίωση των γεγονότων με τον παππού να είναι ντυμένος κοριτσίστικα μέχρι τα δέκα του χρόνια για να αποφύγει «το Γιαννιτσαριό» και αμέσως μετά να τον παντρεύουν γιατί «το φερμάνι έλεγε, πως μόνον τους ανύπανδρους να παίρνουν οι Γιαννίτσαροι», αλλά για την ασφυκτική δυναμική της ονειροφαντασίας, που αποκτά υπόσταση χειροπιαστή, γίνεται δηλαδή αμετάκλητο βίωμα, σε πείσμα όλων των νόμων που διέπουν την πραγματικότητα. Γιατί ο παππούς ήξερε όλες τις ιστορίες για τη χώρα που ο ήλιος ψήνει το ψωμί και για τους Σκυλοκέφαλους («απ’ εμπρός είναι άνθρωποι και από πίσω σκύλοι»), για τον «αφαλό της θάλασσας» που «το νερό γυρίζει γύρω, γύρω, γύρω» και για τη Φώκια τη μάνα του Αλέξανδρου που «από τον αφαλό και πάνου είναι η εμορφότερη γυναίκα, από τον αφαλό και κάτω είναι το φοβερώτερο ψάρι». Κι όταν ο εγγονός πήγε στην Πόλη για να γίνει ράφτης, ο παππούς ήξερε κι άλλες ιστορίες για ραφτόπουλα που τα αγάπησαν οι βασιλοπούλες και για νεράιδες που κάνανε θαύματα ετοιμάζοντας σε μια νύχτα σαράντα νυφιάτικες φορεσιές από χρυσάφι και μαργαριτάρια και που ανάγκαζαν το βασιλιά να δώσει την κόρη του στο ραφτόπουλο. Οι ιστορίες του παππού δεν είχαν καμία σχέση με τα παραμύθια. Ήταν ξεκάθαρες – αδιαπραγμάτευτες αλήθειες, από κόσμους μακρινούς που φυσικά ο παππούς είχε γνωρίσει. Η παρορμητικότητα των περιγραφών και το αδιαπραγμάτευτο κύρος της διαβεβαίωσης για την αλήθεια όλων αυτών διαλύουν όλες τις αμφιβολίες. Εξάλλου, η ειλικρίνεια του παππού ήτανε δεδομένη, αφού όταν πάλευε με τον εγγονό παραδεχότανε πάντα την ήττα του, χωρίς να προσπαθεί να καυχηθεί ή να παραποιήσει το αποτέλεσμα στο ελάχιστο, παρουσιάζοντάς τον «ως τον πεχλιβάνην του, δηλαδή τον εξ’ επαγγέλματος παλαιστήν, ον οι πασσάδες τρέφουν συνήθως, έτοιμον να παλαίση προς τον όστις ήθελε καυχηθή ότι είναι ο δυνατώτερος της χώρας».  Αυτές τις ιστορίες ήθελε να γνωρίσει από κοντά ο εγγονός κι αυτές τις περιπέτειες, κι από εδώ ακριβώς πηγάζει και η βαθειά απογοήτευσή του, αφού ούτε βασιλοπούλες βρήκε στην Πόλη να τον ερωτευτούν, ούτε νεράιδες, ούτε στοιχειωμένα νερά, ούτε τίποτε. Μονάχα τον αυστηρό και μίζερο μάστορα, με το ξερακιανό σώμα, τα μεγάλα γυαλιά και την κειμένην πήχην που τον ξυλοφόρτωνε.

"Το ψαριανό μοιρολόι", Νικηφόρος Λύτρας
«Το ψαριανό μοιρολόι», Νικηφόρος Λύτρας

Η μετατροπή του φαντασιακού σε βιωματική αλήθεια δεν είναι η παθητική στάση του παππού απέναντι στα γεγονότα που τον ξεπερνούν, αλλά η συμμετοχική διάθεση στο όνειρο που θέλει να ανατρέψει όλες τις αλήθειες, αναπλάθοντας τον κόσμο με όρους καθαρά προσωπικούς. Είναι η ενεργητικότητα του φαντασιακού που μετατρέπει την έλλειψη προσαρμογής σε ψυχική καταφυγή διεκδικώντας ουρανό στην ίδια την ύπαρξη που ασφυκτιά μέσα στην αφιλόξενη πραγματικότητα. Με άλλα λόγια βρισκόμαστε μπροστά στον απελευθερωτικό μηχανισμό της εγκεφαλικής απόδρασης, που όχι μόνο δεν επιφέρει τις νοσηρές επιπλοκές του διχασμού ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες, αλλά δρα προστατευτικά εξισορροπώντας τα λεπτά όρια ενός περιβάλλοντος ασφυκτικού κι ενός ανθρώπου που οφείλει να επιβιώσει. Γιατί ο παππούς είχε δύσκολη ζωή. Γιατί μεγάλωσε με το φόβο του γενιτσαρισμού ντυμένος γυναίκα. Γιατί δεν τον άφηναν σχεδόν ποτέ να βγει από το σπίτι, ως υποτιθέμενο κορίτσι, μην αποκαλυφθεί το μυστικό του φύλου του. Γιατί βρέθηκε παντρεμένος από τα δέκα του. Γιατί δεν γνώρισε ποτέ τη χαρά της ανεμελιάς. Γιατί δεν βρήκε την ελευθερία να φτάσει ούτε στο λοφίσκο, «τούμβα», που έβλεπε από το σπίτι του. Γιατί την ελευθερία την έζησε μόνο μέσα από τα παραμύθια της γιαγιάς, που του τα διηγήθηκε όταν του μάθαινε να πλέκει και που αργότερα διηγήθηκε ο ίδιος στον εγγονό του. Γιατί δεν υπήρξε ποτέ τίποτε πιο αληθινό από αυτά τα παραμύθια. Γιατί η ζωή είναι αδύνατο να γεμίσει χωρίς παραμύθια.

Υπό αυτές τις συνθήκες βρισκόμαστε μπροστά στη γέννηση, στο πρωτόλειο της λαϊκής τέχνης που δρα παρηγορητικά. Η γιαγιά δεν είναι παρά ο εκφραστής της μυθολογικής παράδοσης που οφείλει να διαδοθεί. Η τέχνη, με τη μορφή των θρύλων που διαδίδονται προφορικά, αποκτά υπόσταση κοινωνική, γίνεται δηλαδή αυτόνομη οντότητα που αναμορφώνει την ύπαρξη παίρνοντας σάρκα και οστά ως αιώνιος σύντροφος του ανθρώπου. Η άκρατη φαντασία και τα ξεκάθαρα σουρεαλιστικά στοιχεία των αφηγήσεων είναι η ανθρώπινη υπέρβαση που ξεπερνά όλες τις δυστυχίες. Κι εδώ δεν μιλάμε για την αναγκαιότητα του ψεύδους. Γιατί το ψεύδος κρύβει κάτι ρηχά συμφεροντολογικό μέσα του. Εδώ μιλάμε για την απογείωση της ύπαρξης που βιώνει την απόλυτη ελευθερία, πράγμα, που, εξ’ ορισμού, μόνο φαντασιακά μπορεί να επιτευχθεί. Μιλάμε δηλαδή για την πραγμάτωση του αδύνατου που συντελείται αυθόρμητα, σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό ή, με άλλα λόγια, για το μικρό θαύμα της τέχνης, που κατορθώνει και σπάει όλα τα δεσμά μετατρέποντας σε υποφερτή κάθε πραγματικότητα. Η αισθητική, η μυθοπλασία, οι φαντασιακές εικόνες, οι συναισθηματικές εξάρσεις κτλ δεν είναι παρά οι άλλες όψεις του ίδιου νομίσματος. Της προσπάθειας του ανθρώπου να πολεμήσει την ασχήμια. Να κάνει τον κόσμο λιγότερο οδυνηρό. Να νικήσει το θάνατο. Κι αυτά ακριβώς είναι τα ανεκπλήρωτα ταξίδια, που, ως δια μαγείας, έχουν εκπληρωθεί. Τα ταξίδια του παππού, που κατάφερε να δει όλο τον κόσμο, έχοντας απόλυτη συνείδηση της στασιμότητάς του. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει κατανοητή η ηθογραφία των ανθρώπων της Ανατολικής Θράκης στα μέσα του 19ου  αιώνα, καθώς αυτό που ονομάζουμε ηθογραφία, δεν είναι παρά η στάση ζωής ή αλλιώς η αντίληψη του κόσμου που διαμορφώνει τους απλούς ανθρώπους. Ο παππούς είναι ένα με τις ιστορίες του. Ο παππούς είναι οι ίδιες του οι ιστορίες.

Ο Γεώργιος Βιζυηνός (πραγματικό ονοματεπώνυμο Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης, Βιζύη 1849 - Αθήνα 1896), ήταν Έλληνας πεζογράφος, ποιητής και λόγιος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας.Σκίτσο από το περιοδικό Ποικίλη Στοά του 1894
Ο Γεώργιος Βιζυηνός (πραγματικό ονοματεπώνυμο Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης, Βιζύη 1849 – Αθήνα 1896), ήταν Έλληνας πεζογράφος, ποιητής και λόγιος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας.Σκίτσο από το περιοδικό Ποικίλη Στοά του 1894

Όμως ο Βιζυηνός δεν αφήνει πολλά περιθώρια στις φαντασιακές αυταπάτες.  Η αφοπλιστική απλότητα της ομολογίας του παππού ότι δεν έχει ταξιδέψει πουθενά κι ότι απλώς αναπαρήγαγε τις ιστορίες της γιαγιάς του είναι η απόδειξη της πρωτοφανούς ευθύτητας του ανθρώπου που έζησε στο κατώφλι της ονειροφαντασίας και που τώρα οφείλει να το παραδεχτεί. Είναι η συντριβή τη στιγμή που διαλύονται οι ψευδαισθήσεις. Με άλλα λόγια είναι η ώρα που κυριαρχεί η πραγματικότητα και ζητά τον τελικό απολογισμό. Κι εδώ δεν μπορούμε να διαφύγουμε με μύθους. Το αμείλικτο της αλήθειας προβάλλεται μέσα από τα μάτια του εγγονού, που αδυνατεί να κατανοήσει το δίκιο του παππού του. Που θλίβεται και τον οικτίρει. Που ήθελε το όνειρο να κρατήσει για πάντα. Υπό αυτή την έννοια οι τελικές αποκαλύψεις ήταν η μεγαλύτερη δυστυχία. Γιατί η απομυθοποίηση δεν κρύβει κανένα ηρωισμό κι ο λοφίσκος που ήταν το μακρινότερο ταξίδι του παππού, το οποίο και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, έφερνε λύπη. Αν λάβουμε υπόψη ότι – όπως όλα τα έργα του Βιζυηνού – το αφήγημα είναι εμπνευσμένο από την πραγματικότητα κι ότι ο Βιζυηνός – μάλλον – γράφει για τον ίδιο τον παππού του, βρισκόμαστε μπροστά στο οικογενειακό χρονικό των Βιζυηνών, που λειτουργεί ως ντοκουμέντο της ανθρώπινης απλότητας. Γιατί ο παππούς πεθαίνει το ίδιο βράδυ κι ο θάνατός του είναι η τελική πράξη του ανεκπλήρωτου, που θα παραμείνει ανεκπλήρωτο κι εδώ ακριβώς κρύβεται η σεμνότητα της λαϊκής σοφίας. Υπό αυτούς τους όρους η απογοήτευση του εγγονού Βιζυηνού μετατρέπεται σε νοσταλγία και σε συναισθηματικό απολογισμό μιας περασμένης εποχής, δηλαδή σε προσωπική περηφάνια. Η συναισθηματική αντιφατικότητα της λύπης που αναμειγνύεται με την περηφάνια είναι η αποθέωση του ανθρωπισμού, που μόνο μέσα από τη συναισθηματική πληρότητα μπορεί να οριστεί: «ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνεν αληθώς τώρα το μόνον της ζωής του ταξείδιον».

Ακούστε: Νίκος Ξυδάκης, Γεώργιος Βιζυηνός, Αποχαιρετισμός

           

Δείτε ακόμη:

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.