19 Απριλίου 2013 at 18:45

Ποιήματα που διαβάζονται με βάση τη λατινική αρίθμηση

από

Ποιήματα που έγραψε ο Λευτέρης Παχής

Ι

Σήμερα άκουσα για τον Αντρέι.

Είχα βάλει κρασί και παρατηρούσα τη Θεσσαλονίκη.

Νοστάλγησα για όσα δεν έκανα.

Ένα ομιχλώδες τοπίο, ένα σκυλί και ένα άλογο.

Δυσκολεύομαι να εγκαταλείψω το Διόνυσο,

μα μάλλον ο Απόλλωνας δεν

μπορεί να περιμένει κι άλλο.

Τώρα μου λείπει μια γυναικεία

κοιλιά,

ν’ ακουμπήσω.

Οι λεπτομέρειες της ψυχής μου είναι

μια μέτρια θεατρική παράσταση

κολακεύει μόνο όσους είναι άτεχνοι!

ΙΙ

Η πρόβα αυτών των λίγων μηνών

μου έδειξε ξεχασμένα γερά μπράτσα

που δεν ήθελα να έχω.

Ο χρόνος δε με λογάριασε

και έχω αργήσει.

Ψάχνω την εκπνοή σου, για να

ανασάνω.

ΙΙΙ

Έκλεισα την πόρτα και φεύγοντας

άφησα στο δωμάτιο

τα νεανικά μου όνειρα.

Τώρα συντροφιά με το μαυροντυμένο

άφυλο ον,

νομίζω ότι τα πράγματα θα είναι

πιο ενδιαφέροντα.

IV

Κάποτε ονειρεύτηκα πως έκανα

έρωτα στην Παναγία.

Σήμερα το θυμήθηκα.

Όμως, δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν

αλήθεια ότι το ονειρεύτηκα

ή αν η φαντασία μου άρχισε

ξανά να λειτουργεί.

V

Έρωτα,

καταπατητή της σοβαρότητας

και των συμβάσεων:

Τι επιθυμεί ένας άντρας

απ’ τους μύθους του;

Συχνά θυμάμαι πως η ζωή μου

είναι ένα τεράστιο και αστείο

θεατρικό ανέκδοτο,

που αποτυχημένος παλιάτσος

έγραψε.

Και ύστερα μπερδεύομαι,

αφού δειλιάζω να αντικρίσω

τι είναι αλήθεια και τι μια ονειρεμένη οντισιόν,

που καταξιωμένος ζωφράφος

έκλαψε γι’ αυτή στα νιάτα του.

VI

Τρελαίνομαι να σε βλέπω να

παίζεις,

τρελαίνομαι να σε βλέπω να

γελάς,

τρελαίνομαι να σε βλέπω να

μην καπνίζεις γιατί σε πονά

ο λαιμός σου.

Τρελαίνομαι να σε ακούω να

λες ότι είσαι τυχερή και ότι

με ζηλεύεις για την τόλμη μου.

Θέλω να στέκομαι πάνω στο

κρεβάτι μια βδομάδα,

με αποστολή να μη χάσω

ούτε στιγμή απ’ τις κινήσεις σου

– αόρατος.

VII

Έφτιαξε το τσάι της και αργά

γύρισε προς τα μάτια μου:

Δεν φοβάσαι τις γυναίκες, είπε,

Η οσμή σου τα λέει όλα.

         Η βενζίνη δική σου και η χαρά δική μου, χαρούμενος…

         Όσα κι αν γίνουν, δε θα σταματήσω ποτέ να σ’ αγαπώ.

         Είμαι μεθυσμένος κι είμαι ο θάνατός μας.

         Λίγο ακόμα αντέχω να γλύφω το θάνατο.

Έπειτα ρούφηξε λίγο τσάι,

γδύθηκε

κι άρχισε να φτιάχνει τις

βαλίτσες της, για την αυριανή

εκδρομή.

VIII

Όποτε είμαστε στην Ελλάδα,

μπορείς και βλέπεις πίσω από

τα γυαλιά ηλίου μου.

Πάντα παραξενευόμουν.

Μα εσύ μόνο τότε καταλάβαινες

την αγάπη μου για τα δέντρα

και έλπιζες να περισσεύει λίγη

και για σένα.

IX

Μετά κοίταζα τον πατέρα μου

κι έλεγα: έτσι θα γίνω.

Σιγά σιγά κατάλαβα πως ήταν

ειλικρινής.

Κι όταν συναντηθήκαμε

στην άκρη του κόσμου

κατάλαβα πως είμαι η συνέχεια…

Χρόνια ύστερα,

έκλεισα τα μάτια

κατάλαβα πως ήταν η τελευταία

βδομάδα,

και τον φαντάστηκα μέθυσο στα

σοκάκια της Αλγερίας.

Μετά από τριάντα μέρες είπα:

«Με τις υγείες μου».

Χ

Κι ήταν η σιωπή που πάντα

κάλυπτε

τις οσμές των οργασμών.

Ώσπου, καθώς την πλάτη στον τοίχο

ξεκούραζα, είπα:

«Θα φύγω».

Κι εκείνη, που πάντα μισούσε

το ρόλο της πόρνης να παίζει:

«Δε θα με πάρεις;»

XI

Στάθηκες γυμνή μπροστά στο

παράθυρο,

κρατώντας στο δεξί σου χέρι το

κονιάκ και στο άλλο την

απόγνωσή μου.

Έχοντας παραπέμψει την ανάγκη

μου για εγωισμό και κονιάκ

για αργότερα,

δεν αμφισβήτησα το μέγεθος

της δίψας μου

για τους αστραγάλους σου.

XII

Αποφάσισα να αιχμαλωτίσω τις

φαντασιώσεις μου με μια κουρτίνα.

Την έσκισα και σου την έδωσα

να τη φορέσεις,

σαν Νύμφη με υγρό θέλω.

Έπρεπε να φύγεις.

Η απογοήτευσή μου

κρέμασε τη σκισμένη κουρτίνα

και άφησε ελεύθερες

όλες τις φαντασιώσεις,

που – είμαι σίγουρος ότι το είδα –

άρχισαν να μεταμορφώνονται

σε Ερινύες.

XIII

Το κοπάδι των πουλιών προτιμούσε το μεγάλο δέντρο,

αφήνοντας τα πλαϊνά του να

ηδονίζονται μόνο με τα μάτια μου.

Εσύ κοίταζες τη θάλασσα

και αναρωτιόμουν πώς αντέχει

να μη σ αγκαλιάζει.

Όταν σου μίλησα,

με κοίταζες σαν να απαντούσες

στο μέγιστο δίλημμά σου.

Το βράδυ που όλοι γελάγαμε

το μεθύσι μας,   

μου έτεινες τις πατούσες σου

να στις χαϊδεύω.

Ύστερα, φώναζα στον ύπνο μου,

που κοιμόσουν μακριά μου.

ΧIV

Τα όνειρα δεν λένε πάντα αυτά που

θα’ θελες. Μα – συχνά – τυλίγουν

το φόβο σου γι αυτό που είσαι.

XV

Τίμων

Κυριακές στο λεωφορείο,

με ανθρώπους που θαρρείς ότι όλες τις

άλλες μέρες είναι κλεισμένοι

στα φέρετρά τους,

νιώθω τη δυσοσμία του θανάτου

όσων δεν ανοίγουν την ταφόπλακά τους,

παρα μόνο τις Κυριακές.

XVI

Κληρονομικότητα

Η (ακόμη δε θυμάμαι το όνομά της) δεν άντεχε το κρασί

μα όταν γλυκοκοίταζες τα μικρά

βυζιά της,

γλυκογέλαγε όπως ο πατέρας της

– νεκρός λάτρης του κρασιού.

XVII

Άκρη

Έπειτα κυλήσαμε για την άκρη

της πόλης,

για να τη δούμε από άλλη γωνιά.

Το κρύο δε μας χάιδεψε τους

αυχένες

και τα λόγια σου έπαιζαν καλά

το ρόλο του (του κρύου!)

Ο ήλιος σε λίγο θα έβγαινε,

όταν τον φοβήθηκες

και παραδέχτηκες πως σου αρέσει η δύση.

Από τότε, την Ανατολή

τη φανταζόμουν σαν άντρα

με ανυψωμένο το γιακά,

να του χαϊδεύει τον αυχένα.

XVIII

Σύγχυση

Όλοι μπερδεύονταν όταν λίγο

καιρό αφότου σε γνώριζαν,

ένιωθαν πως είσαι και αστείος.

Και μετά, για να ξεδιαλύνουν

την περιέργειά τους,

γέλαγαν όταν μιλούσες σοβαρά

 

Painting Of A Blonde Girl By Kate Duffy
Painting Of A Blonde Girl By Kate Duffy

Η φωτογραφία είναι από εδώ: http://kateduffyartpaintings.wordpress.com/

(Εμφανιστηκε 363 φορές, 1 εμφανίσεις σήμερα)

Δείτε ακόμη:

Leave a Reply

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

  Εγγραφή  
Ενημέρωση όταν